Aσυγκινητος θα φυγεις (191)
Στην κουζίνα, έβαλε πορτοκαλί
του θύμιζε λέει τον πρώτο του έρωτα.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
Ρώμος Φιλύρας " Στον Έρωτα "
Τι σε ξυπνάει απ´το βαρύ σου λήθαργο,
που ζώνει σε ως τα τώρα απ´το χειμώνα;
Ποιο φως, ποιο μάγι εγήτεψε τη νάρκη σου
κι αρχίζεις πάλιν τον ωραίον αγώνα;
Όλα τριγύρω ελάμψανε στην άνοιξη,
θάλασσες, ουρανοί, ρόδα και κρίνα...
Χαίρε κι Εσύ που μου ήρθες, γλυκοξύπνητε,
να χύσεις τη δική σου την αχτίνα...
ΠΙΝΑΚΑΣ: William Kay Blacklock, Ήλιος και σκια.
Γιώργος Μαρκόπουλος Γυναίκα μεταιχμιακης ηλικίας
Γραφει ο/η AdministratorΓυναίκες που με φιλήσατε
το πέρασμά σας
κόκκινη σκόνη.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ: "Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας"
Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
Τα μάγουλά της βαμμένα
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
που ο μαραγκός δεν ήξερε από που να αρχίσει.
Κάθισα ξύπνιος ύστερα και την κοίταζα.
Το πρόσωπό της μισό
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.
Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.
Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους
την ερημιά του μάστορα.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Π. Πικάσσο, Αρλεκίνος σε κόκκινο φόντο. 1905.
Δεν περνάς πια από το περιβόλι.
Το περιβόλι που ο ήλιος χάραξε.
Πρωτοχρονιά και τι να σου χαρίσω.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ: "Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις"
Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις πάλι θὰ τοὺς ξαναΐδεις
θὰ τοὺς γνωρίσεις πάλι
ἄλλον θὰ λένε Κωνσταντὴ κι ἄλλον Μιχάλη
Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις πάλι θὰ τοὺς ξαναΐδεις
θὰ τοὺς γνωρίσεις πάλι
σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο θὰ γυρνοῦν
μὲ περηφάνια πιὸ μεγάλη
Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις πάλι θὰ τοὺς ξαναΐδεις
θὰ τοὺς μισήσεις πάλι
ἕναν μονάχα δὲ θὰ βρεῖς
τὸν πιὸ μικρό, τὸν πιὸ πικρό, τὸν πιὸ ἀγαπημένο
τὸν μοναχό, τὸν δυνατὸ καὶ τὸν ἀντρειωμένο
Αὐτὸν δὲ θὰ τὸν ξανεΐδεις νὰ τόνε βασανίσεις
καὶ τὴν μεγάλη του καρδιὰ νὰ τηνε σκίσεις
αὐτὸν δὲ θὰ τὸν ξαναβρεῖς τί τὸν φυλᾶνε τ᾿ ἄστρα
τί τὸν φυλάει ὁ ἥλιος του, τόνε φυλάει τὸ φεγγάρι
Αὐτὸν πού ῾χει τὴ χάρη τὸν πιὸ μικρὸ
τὸν πιὸ πικρὸ καὶ τὸν ἀγαπημένο
αὐτὸν μονάχα ἐγώ, μονάχα ἐγώ, ἐγὼ προσμένω.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Γ. Ιακωβίδης, Παραφωνία ή Παιδικό κονσέρτο ή Η γιαγιά και τα εγγονάκια της. 1894.
Φοβέρα, σκότος, αρχινά
φλογέρα ξεθηκώνει
μες στ' άγρια τα σκοτεινά
να ταταρίζει μόνη.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΖΟΣ ΡΑΓΚΑΒΗΣ: "Ο κλέφτης"
Μαύρη είν' η νύκτα στα βουνά,
στους βράχους πέφτει χιόνι.
Μες στ' άγρια στα σκοτεινά,
στες τραχές πέτρες, στα στενά,
ο κλέφτης ξεσπαθώνει.
Στο δεξί χέρι το γυμνό
βαστά αστροπελέκι.
Παλάτι έχει το βουνό
και σκέπασμα τον ουρανό
κι ελπίδα το τουφέκι.
Φεύγουν οι τύραννοι χλωμοί
το μαύρο του μαχαίρι.
Μ' ιδρώτα βρέχει το ψωμί,
ξέρει να ζήσει με τιμή
και να πεθάνει ξέρει.
Τον κόσμ' ο δόλος διοικεί
κι η άδικ' ειμαρμένη.
Τα πλούτη έχουν οι κακοί,
κι εδώ στους βράχους κατοικεί
η αρετή κρυμμένη.
Μεγάλοι έμποροι πωλούν
τα έθνη σαν κοπάδια.
Την γην προδίδουν και γελούν.
Εδώ όμως άρματα λαλούν
στ' απάτητα λαγκάδια.
Πήγαινε, φίλε την ποδιά
που δούλοι προσκυνούνε.
Εδώ στα πράσινα κλαδιά
μόν' το σπαθί τους τα παιδιά
και τον Σταυρόν φιλούνε.
Μητέρα, κλαίς! Αναχωρώ.
Να μ' ευχηθείς γυρεύω.
Ένα παιδί σου σε στερώ,
όμως να ζήσω δεν μπορώ
αν ζω για να δουλεύω.
Μην κλαίτε, μάτια γαλανά,
φωστήρες που αρέσω.
Το δάκρυόν σας με πλανά.
Ελεύθερος ζω στα βουνά,
κι ελεύθερος θα πέσω.
Βαριά, βαριά βοϊζ' η γη.
Ένα τουφέκι πέφτει.
Παντού τρομάρα και σφαγή.
εδώ φυγή, εκεί πληγή.
Τον σκότωσαν τον κλέφτη.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Ν. Γύζης, Νεκρή φύση με μήλα.
Πάντα στο τέλος
ο υπομένων ανταμείβεται.
Και αυτοτιμωρείται.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ "Ανθρώπινες ηδονές"
Φαίνεται πως η επιβίωσή μας δεν είν’ δική μας υπόθεση,
φαίνεται πως κάποιον άλλον πρωτίστως ενδιαφέρει,
εκείνον που τόσο προσεχτικά
φρόντισε να επικολλήσει ανταμοιβή
ακόμα και στα πιο ασήμαντα
που θα ‘πρεπε να κάνουμε για να ζήσουμε,
κάποιον που ήξερε καλά
πόση εμπιστοσύνη θα μπορούσε να μας έχει
χωρίς αυτές τις ανταμοιβές.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Νικηφόρος Λύτρας, Ρόδια.
Φιλήδονες ορέξεις,
ορατών τε πάντων και αοράτων,
ακάματα χυμένες.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ
Ώσπου
απόβροχο
δακρύων
σκιές στα μάρμαρα γλιστρούν
μαύρη γριά
απ' τον τάφο του γιου της
μαζεύει σαλιγκάρια
κεραίες του κάτω κόσμου...
να φάει.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Κωνσταντίνος Μαλέας, Βραδινές ανταύγειες.
Εδώ
σ' αυτήν την άκρη
ζωντανός - νεκρός
έρημος κι εγώ.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
Εμμανουήλ Kαίσαρ: " Το γαλάζιο κιόσκι".
Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.
Γύρω απ' αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ' ωριμασμένους ήλιους.
Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ' αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.
Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.
Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ' τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ' την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ' αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.
ΠΙΝΑΚΑΣ: S. L. Alma Tadema, Expectations (Προσδοκίες)- 1885
Πάλεψε με τα νύχια να πιαστεί
από ένα γυάλινο κόσμο - που τόσο πολύ αγάπησε
μισώντας καθετί πιασμένο επάνω της.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΓΟΝΑΤΑΣ "Φυλακισμένος"
Φυλακισμένος μες στο γυαλί, δεν έβλεπα παρά τα παχουλά χέρια της μητέρας μου που ξαναβούλωνε σφιχτά το καπάκι. Ύστερα κόλλησε μια ετικέτα στο μπουκάλι, και μʼ απόθεσε ψηλά, σʼ ένα ράφι της κουζίνας ανάμεσα στα άλλα βάζα με τις μαρμελάδες της.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Konstantin Korovin (1881-1939), Στη Mαύρη θάλασσα.
Αν ακούς, εάν άκουσες διαβάτη
φυλάξου.
Φυλάξου το φως των ήχων.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ: "Το μαχαίρι"
Όπως αργεί τʼ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κʼ οι λέξεις νʼ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ΄ την λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Θ. Βρυζάκη, Η έξοδος του Μεσολογγίου. 1853. Εθνική Πινακοθήκη.
Περπατώ σε ένα δάσος ξένο` ξένος. Με λένε…Μαρία, Ιουδήθ, Ραμάν, Γεράσιμο…
Περπατώ σε ένα χώμα ξένο. Τα βήματα μου παφλάζουν στο μήκος της ακτής,
και το όνειρο του ήλιου χάνεται
σιγά σιγά απ’ τον ορίζοντα μου.
Χάνεται ή εγώ βουλιάζω;
Τα δέντρα, τα πουλιά, τα όρνια, κοντολογίς όλα τα ζωντανά μυρίζονται
την ύπαρξη μου και με κυκλώνουν.
Με κυκλώνουν αλλά εγώ προχωρώ, προχωρώ και βουλιάζω στα νέφη του
οραματισμού μου.
Τα χρόνια κυλούν σταγόνες στα μάτια, που κάποτε τύφλωσε το μεγάλο αστέρι.
Αλήθεια, χάνεται το φως του ή μήπως χάνω εγώ το δικό μου; ανατέλλει ή δύει;
Περπατώ σε ένα κήπο φυτεμένο όνειρα, στο πηχτό μεγάλο δάσος. Μα κάπου
πρέπει να υπάρχει ένα ξέφωτο
κάπου πρέπει να φωτίσει να δώσει καρπούς, κάπου…
Περπατώ μέσα σε ένα ξένο κήπο, πατάω πάνω σε ξένα όνειρα…προχωρώ.
Κατά βάθος είμαστε όλοι ξένοι, πιασμένοι στα μαλλιά της νύχτας,
αναζητώντας μια γνωριμία, έστω μια εκδοχή
του εαυτού μας.
Όχι μη με διώχνετε, σας παρακαλώ, μη με χτυπάτε, δε θα ξαναπατήσω
πότε πάνω στα όνειρα σας
δεν θα ξαναπερπατήσω ποτέ στο δάσος σας, θα κάτσω εδώ στην άκρη της
νύχτας και θα περιμένω
να γυρίσει ο ήλιος, ήσυχα – ήσυχα θα περιμένω…δεν μπορεί, κάποτε θα
γυρίσει, κουράστηκα, σας παρακαλώ…
Με λένε Ραμάν, Μαρία, Γεράσιμο, Ιουδήθ…Ξένο.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), Αντιγόνη και Πολυνείκης.