Aσυγκινητος θα φυγεις (191)
Α, αλίμονο στους ζωντανούς
Αλίμονο ασυγχώρητοι
Συναισθήματα, συμφέροντα, συμφωνίες.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ: "Λήθη"
Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.
Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.
Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.
Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.
ΠΙΝΑΚΑΣ: V. Van Gogh, Ψαρόβαρκες στην παραλία του Saintes Maries de la Mer. 1888.
Κόσμε, κόσμε απέραντε
χαριστική βολή των ματιών μου.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
Νίκος Μοσχοβάκος: "Παραμένει ο ίδιος".
Μου είπες ας μην είμαστε ποιητές
θ’ αλλάξουμε τον κόσμο.
Σου είπα ας μην είμαστε δημιουργοί
θα φτιάξουμε τον κόσμο.
Αρχίσαμε τότε να βάζουμε μπόμπες
οπλισμένες με την οργή μας.
Αν και πέρασαν αιώνες από τότε
ο κόσμος παραμένει απαράλλαχτα ο ίδιος.
Εμείς εξακολουθούμε να βάζουμε μπόμπες.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Konstantin Korovin, Μπαλκόνι στην Κριμαία. 1910.
Μόνο όσοι φτάσουν, μπορούν να μετρηθούν
για να κουβαλήσουν ξανά τα χαμένα.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ: "Δεν με χωράει το σώμα μου"
Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ,
να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό.
Τρέχει η νύχτα. Σκύβω να πιω, να ξεχάσω.
Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο.
Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή
της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα
που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια
σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν
φωτιά. Όλα τ’ άλλα τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα.
Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν και μεγαλώνουν,
αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και
την τριγωνομετρία.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Edvard Munch, Ο περιπλανώμενος της νύχτας. 1923-24. Μουσείο Munch.
Η κουρασμένη συννεφιά
βρήκε έναν ήλιο-αφορμή
για τα χάρτινα φτερά της.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
Κώστας Ουράνης: "Πάψετε πια..."
Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια:
το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!
Τι; Πάλι να γυρίσουμε στη βαρετήν Ιθάκη
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;
Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θά' ναι
και να μη νιώθουμε καμιά λαχτάρα να ανατείλει,
πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι καταγής να μοιάζουν τα όνειρά μας;
H τόλμη αφού μας έλειψε (και θα μας λείπει πάντα!)
να βγούμε, μόνοι, απ' τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,
κι ελεύτεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους αγνώστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους,
μ' ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων κυμάτων
κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα στης θάλασσας τα σκοτεινά τα βάθη,
μια και μπορούν, στη φόρα τους, να μας σηκώσουν τόσο
ψηλά-που με το μέτωπο ν' αγγίξουμε τ' αστέρια!...
ΠΙΝΑΚΑΣ: Winslow Homer, Βλέποντας τα μεγάλα κύματα. 1891. Μουσείο Gilcrease.
Άμε δάσκαλε, παραμέρισε να ιδώ και να θαμάξω
τον πλούτο τ΄ ουρανού μου.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
Αργύρης Χιόνης
Ω ναι, ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις,
πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους,
μες στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα
τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους,
σ’ ένα κουπάκι του καφέ, σ’ ένα κουτάλι του γλυκού...
Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί
βαθιά πού κοιμούνται, ας είναι γλυκός κι ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.
ΠΙΝΑΚΑΣ: S. L. Alma Tadema, Ανάμεσα στα ερείπια. 1904. Iδιωτική Συλλογή.
...κι είμαι ακόμα ωραίος σαν το Μάη μήνα
Θε μου! Πόσο σ αγάπησα γαλάζια σερπαντίνα
να με τυλίγεις να βουτώ στ' ανάρια του θανάτου.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ: "ΧΑΛΚΙΔΑ"
Νάν” σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!
Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ” όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…
Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν” σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.
Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι νάν” σπασμένοι, νά φυσά απ” τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .
ΠΙΝΑΚΑΣ: Charles Courntey Curran, Στα ύψη. 1909. Μουσείο του Μπρούκλυν.
Έρωτα με τα μούσκουλα, τα ξέφωτα λαγόνια
μ' άναψες χίλιες πυρκαγιές στου κήπου μου τα χιόνια.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ: "Είς τον Έρωτα"
Έρωτα, αν θες ναν τα ‘χωμε καλά,
στο σπίτι μου να μη ματαπατήσεις.
Ε που στο λέω κι α θέλεις να με αφήσεις
αναπαμένον, πάει πολύ καλά.
Εγώ μ’ έκαψε η πρώτη κουμπαριά.
Κι αν εσύ τώρα δεν αποφασίσεις
Να πας στο Διάολο και να μη γυρίσεις,
θα ‘ρτω με καμιά ‘μέρα στα χοντρά.
Για δαύτο να με λείπεις κουμπαρόπουλο
μη σου μαδήσω ευκείνες τση φτερούγες,
και σε κάμω να σκούζεις ‘σα γαλόπουλο,
και να τρέχεις κουτσόφτερος τση ρούγες.
Κι εκείνες τση σαϊτες οπού φέρεις
σου τση βάνω ούλες μάτσο εκεί που ξέρεις.
ΠΙΝΑΚΑΣ: P. Picasso, Πιερρότος και Κολομπίνα. 1900.
Ταξιδεύαμε και χορεύαμε
ένα χορό αγαλμάτων
με χέρια ανοιχτά
στη μόνιμη θέση του πάθους
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: "ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ"
Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη
Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια
κατέβαινε από το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.
Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
της άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.
Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά-σιγά σε κένταυρο.
Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευότανε παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Marc Chagall, Πάνω από την πόλη. 1914-1918. Κρατική Πινακοθήκη Tretyakov. Μόσχα.
Σώπασε καρδιά
Μωρή καρδιά, δικός σου είμαι
Ολόγιομα παραδομένος
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ "ΑΠΟΨΕ"
Απόψε δεν υπάρχουν
νεώτερα απʼ το μέτωπό μου
κανείς δεν έθεσʼ επʼ αυτού τα χείλη του
ίσως μεθαύριο γραφτεί ο θάνατός μου
εντός του στήθους φέρω βόμβα εγκαιροφλεγή
όπου και να ΄ναι θα εκραγεί.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Π. Σεζάν, Το φιλί της μούσας (της ποίησης). 1859-1860. Μουσείο ντ' Ορσέ. Παρίσι.
Αλαφροΐσκιωτο πουλί κραδαίνει την λαλιά του
και το Θεό παρακαλεί να σιάξει την φωλιά του.
"Πε μου, πως είναι δυνατό να μ' αγναντεύεις μόνο
σα το απάτητο βουνό, να κουβαλώ τον πόνο".
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
Ιωάννης Πολέμης: "Τι είναι η πατρίδα μας"
Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν' οι κάμποι;
Μην είναι τ' άσπαρτα ψηλά βουνά;
Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;
Μην είναι τ' άστρα της τα φωτεινά;
Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι
και κάθε χώρα της με τα χωριά;
κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;
Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα
αρχαία μνημεία της χρυσή στολή
που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα
μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί;
Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι που 'χουμε μες την καρδιά
και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα
και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά!
ΠΙΝΑΚΑΣ: Jean Baptiste Greuze, Η απλότητα. 1759. Kimbell Μουσείο Τέχνης.