Aσυγκινητος θα φυγεις (191)
Συμφωνία ανθρώπων μεταβαλλόμενης μορφής
σε εξουσιαστικό κουκλοθέατρο εξαίσιου παραλόγου.
Ήρθες, καλά που έκανες...
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΣΑΠΦΩ: Ατθίδα
Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
'Ηρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.
Από το γάλα πιο λευκή
απ' το νερό πιο δροσερή
κι από το πέπλο το λεπτό, πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή
απ' το χρυσάφι πιο ακριβή
κι από τη λύρα πιο γλυκιά, πιο μουσική...
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΤΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΡΟΥΧΗΣ οι 4 εποχές
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: απόσπασμα από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Γραφει ο/η AdministratorΚαι να,που πάλι σαν άλλοτε
το αίμα ζυγιάζεται πάνω στις ψυχές των ανθρώπων.
Και να,που ο ίσκιος του σπαρταράει
σφαχτό στων λόγων τ'απόνερα.
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως που το ξεπληρώνει.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ απόσπασμα από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν.
Και χαρές ανίδωτες * με σκιάσανε.
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
των ανθρώπων.
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο.
Στ' ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν.
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε.
Αμαρτία μου να 'χα * κι εγώ
μιαν αγάπη.
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο.
Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε.
Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου.
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
να φωτίσουν.
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο
Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου.
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας.
Ο που σ' είδε, στο αίμα να ζει
και στην πέτρα.
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο.
Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα.
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα.
Των φονιάδων το αίμα * με φως
ξεπληρώνω.
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο.
ΠΙΝΑΚΑΣ: Σαλώμη - Leon Herbo (1850 - 1907).
Αναγνώστηκε αρχικά 19 φορές και επιπλέον στη συνέχεια όπως ακολουθεί.
Όλα στην ζωή μας
ήρθαν αργότερα
Παπαρούνες στο κέντρο της φωτιάς
κούφιες λέξεις πάνω στο μνήμα
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ Υστεροφημία
Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.
Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,
κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.
Το θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου.
Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,
κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου,
στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.
Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ έναστρη νύχτα
Λέξεις
Λέξεις μετέωρες να σκουριάζουν ανυπόφορα
ιδροκοπώντας, σε σχήματα σταυρού
αφήνοντας πάντα κενά
για τα μουδιασμένα δάχτυλα του κάθε αμφισβητία.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ: ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΚΑΡΛ ΣΠΙΤΣΒΕΓΚ ο πτωχός ποιητής
Οι Μήδοι επί τέλους διαβαίνουν
σ' ένα τόπο που οι Εφιάλτες
παριστάνουν τους γενναίους
μοσχοπουλώντας το κέρινο ομοίωμα τους.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ Θερμοπύλες
Τιμή σʼ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες•
δίκαιοι κʼ ίσιοι σʼ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κʼ ευσπλαχνία•
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλʼ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε•
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κʼ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΖΑΚ-ΛΟΥΙ ΝΤΑΒΙΝΤ ο θάνατος του Σωκράτη
Από τα δάκρυα της ψυχής σου
κρατώ το πιο λαμπερό
αλήθεια μου και οδηγό
και το φωνάζω
ΓΚΕΜΜΑ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ: ΒΟΡΕΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ
Εμπροστά στο αίνιγμα του τρόπου σου
διορθώνω τον πορφυρό χιτώνα
και το διάδημα των αγκαθιών στην κόμη σου
υψώνω την καρτερία σου στον ουρανό κατάκορφα
απρίλη μήνα και φωνάζω
ecce homo.
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ προμηθέας
Έζησε μια μικρή ζωή
με κέντρο την πιθανότητα.
Μας κούραζε με την τυφλή εμμονή του.
Άφησε τα ρούχα του στην ακτή και έφυγε
κι από τότε κανένας σκύλος δεν μπόρεσε να βρει τα ίχνη του.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ Το Ίχνος
Ένα μεγάλο καρφί
ακριβώς στη μέση του τοίχου
Κάποτε εδώ κρεμάστηκαν
τα στέφανα του γάμου.
Μετά η φωτογραφία
όλης της οικογένειας
Λίγο αργότερα ήρθε φυσιολογικά
η γνωστή φιγούρα του Τσε
Ύστερα ακολούθησε το πτυχίο της νομικής
του μεγαλύτερου γιου.
Πέρασαν τα χρόνια κι έφτασε η ώρα
να κρεμαστεί το καπέλο του παππού.
Πολύς καιρός πάει από τότε.
Σήμερα στο γυμνό τοίχο
ακριβώς στη μέση μια μεγάλη τρύπα υπάρχει
ίχνος του καρφιού που οξειδωμένο
έπεσε και χάθηκε
παρασύροντας μαζί του
μιαν ολόκληρη ζωή.
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΣΑΛΒΑΝΤΟΡ ΝΤΑΛΙ: "Η εμμονή της μνήμης".
Ο κακός μας εαυτός, ο μοναδικός εχθρός μας, νίκησε
τον παραπεταμένο, αποδιωγμένο άλλον μισό
που σφαδάζει γελώντας στη φυλακή της λήθης.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ: "Ο Τζουτζές"
«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς
«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.
«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,
χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.
«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,
χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.
«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές
«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.
«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,
δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.
«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,
Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ ΛΕΜΠΕΣΗΣ: "Το κορίτσι με τα περιστέρια".
Η ευτυχία στην ζωή
κρατάει όσο η λάμψη ενός κεραυνού.
Όμως το φως της είναι αρκετό
για να φωτίσει τα σκοτάδια μας.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΠΑΤΙΝΑΔΑ - Αργύρης Εφταλιώτης
Τώρα που η νύχτα πύκνωσε και γέρνει το φεγγάρι
που ένα αγόρι ξαγρυπνάει για το χατήρι σου,
που το σκοτάδι η γης φορεί κι ο ουρανός τη χάρη,
έβγα φεγγαροπρόσωπη στο παραθύρι σου.
Έβγα και γλυκοπότισε λουλούδια μαραμένα,
κι αν έχεις στάλα πονεσιά μες την καρδούλα σου,
λυπήσου με, και δόστηνα σε χείλη διψασμένα,
ν' αναστηθώ σα λούλουδο με τη δροσούλα σου.
Η θάλασσα τη γης φιλάει και τις ιτιές τ' αγέρι,
κι εγώ μονάχα δε φιλώ τα δυο χειλάκια σου,
με χίλια αστέρια ο ουρανός, κι εγώ χωρίς αστέρι,
σκοτάδι η γης, κι εγώ χωρίς τα δυο ματάκια σου!
Κατέβα και περπάτησε, νεράιδα μες τα σκότη,
και μίλησέ μου να θαρρώ πως αναστήθηκα,
πές μου τα λόγια τα γλυκά που πρωτολέει η νιότη,
κι ας αποθάνω ακούγοντας πως αγαπήθηκα.
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΡΑΛΛΗΣ κιρκασία στο λουτρό
Ας είναι, είπε ο γέροντας
έχε την ευκή μου...
Ποτέ δεν κατάλαβες πόσο σ' αγάπησα
ίσως φταίω κι εγώ
που δε σου το 'πα.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ Τὸ μαρμαρωμένο βασιλόπουλο
Ἕνα παλάτι ἀδιάβατο κλειστὸ καὶ ρημαγμένο
πανώρῃο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.
Δέρν᾿ ἡ θολοῦρα, ἡ χειμωνιὰ τὸ ἔρμο τὸ παλάτι,
κι᾿ οὐδὲ μιλάει τὸ μάρμαρο, οὐδὲ κι᾿ ἀνοίγει μάτι.
Λάμπει ὁ ἥλιος, κελαϊδοῦν τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀηδόνια,
κι᾿ ἐκεῖνο μένει ἀσάλευτο, βουβὸ ἀπὸ τόσα χρόνια.
Κἄποια νεράϊδα τῆς ἐρμιᾶς καὶ μάγισσα ὠργισμένη
τὸ καταράστηκε βαρειὰ καὶ μάρμαρο ἔχει γένει.
Καὶ τὸ παλάτι ἐρήμαξε, τὸ σκέπασαν τὰ δάση
κι᾿ ὡς τώρα πόδι ἀνθρωπινὸ δὲν ἔχει ἐκεῖ περάσει.
Μονάχα ὁ χρόνος, ποὺ περνάει ὁλημερὶς μπροστά του,
ἔγραψε μέσ᾿ στὸ μάρμαρο μαζὶ μὲ τ᾿ ὄνομά του:
«Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη ποὺ ἡ μοῖρα θὰ τῆς δείξῃ
τὸ σιδερόχορτο νὰ βρῇ, τὴν πόρτ᾿ αὐτὴ ν᾿ ἀνοίξῃ,
ν᾿ ἀγκαλιαστῇ τὸ μάρμαρο, σιμά του ν᾿ ἀγρυπνήσῃ
σαράντα δυὸ μερόνυχτα, γλυκὰ νὰ τὸ ξυπνήσῃ».
Εἶνε παλάτι ἐρημικὸ κι᾿ ἀπόκλειστο ἡ καρδιά μου,
μαρμαρωμένον βασιληᾶ βαστάει τὸν ἔρωτά μου.
Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη, ποὺ τὴν καρδιὰ θ᾿ ἀνοίξῃ
καὶ μὲ τὸ κρύο τὸ μάρμαρο τὰ χείλη της θὰ σμίξῃ.
ΠΙΝΑΚΑΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΛΕΑΣ Σαντορίνη.