Κυρ 9 Απρ 2017 06:52:54 μμ

Aσυγκινητος θα φυγεις

Aσυγκινητος θα φυγεις (191)

Monday, 24 September 2012 17:30

ΜΠΟΛΙΒΑΡ

Γραφει ο/η Administrator

Άραγε, για ποιους Έλληνες μιλά και εκθειάζει εδώ ο ποιητής.
Πάντως σίγουρα όχι για μας, που νομίζουμε και υπερηφανευόμαστε
πως έχουμε κάποια σχέση με τους "μεγάλους, ελευθέρους και δυνατούς".
Ας ψάξουμε λοιπόν και εμείς να βρούμε κάποιον "ξένο" που αγαπάει και
υποστηρίζει αυτό που λέγετε Ελλάδα, πριν πέσει το σπίτι μας και μας πλακώσει.

 

 

 


ΜΠΟΛΙΒΑΡ


Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
τα γενναία, τα δυνατά,
Γι' αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι' αυτούς τα δάκρυα, γι' αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι' αυτούς είναι τ' άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι' αυτούς οι κουλούρες τ' άσπρα σκοινιά,
κι οι αλυσίδες, οι άγκυρες, τ' άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν' αρματώσουνε καράβι, ν' ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο
μέσ' στη νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ' ένα σκοπό του ταξιδιού: π ρ ο ς τ' ά σ τ ρ α
Γι' αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου
τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βαθιά του μυαλού μου όλο
συγκίνηση.
...............................................................

Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο,
είσουνα ένα λουλούδι μεσ' στους μπαχτσέδες
της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών
μεσ' στην καρδιά σου, μεσ' στα μαλλιά σου, μέσα στο
βλέμμα σου.
...............................................................

Μπολιβάρ! Κράζω τ' όνομά σου ξαπλωμένος στην
κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ' τη Μονεβασιά, το τρανό
Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα,
της Νικαράγουα, του Οντουράς, της Αϊτής,
του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, της Κο-
λομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας, της
Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ου-
ρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ' ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ' όνομά σου πάνω στην
πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι άνθρωποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω -έτσι ήτανε, λεν,
ο Μπολιβάρ- και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.
Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καράκας. Το φως
το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ως νάρθης η Νότια Αμερική
ολόκληρη ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ' όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος,
που φωτίζει την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια,
και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα
μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παληκαρά, τρέχουν
τ' ανήμερα άτια και τ' άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες
του καφέ.
Σαν μιλάς φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα
πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα
85 ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσμα-
τα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

 

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Wednesday, 19 September 2012 09:56

Μόνο γιατί μ΄αγάπησες

Γραφει ο/η Administrator

Πως αλλιώς να αντιληφθείς  την ύπαρξή σου  σε βάθος,
με νόημα και παλμό.
Και μόνο γιαυτό αξίζει να πεις πως έζησες.
Τα  υπόλοιπα, κάλπικα νομίσματα σε ιδρωμένα χέρια.

 


Μόνο γιατί μ΄αγάπησες

 

 

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι' αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ' έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.

Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες
και μου άπλωσες τα χέρια
κ' είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα
- μια αγάπη πλέρια,
γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι' αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα,
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα.


Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ' έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες.


ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Friday, 14 September 2012 10:25

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ: "Federico Carcía Lorca"

Γραφει ο/η Administrator

Ποιος δεν υποψιάστηκε τον αέναο κύκλο της ιστορίας που βρίσκει πάντα
κάθε γενιά με το στόμα ανοιχτό.
Τα μπουλούκια των σταυροφόρων που δεν σταμάτησαν ούτε θα σταματήσουν
να αλωνίζουν το χώμα
ξαναμοιράζουν την τράπουλα σε άδειο τραπέζι...
Α, επιτέλους !
Μεταξύ ποιητών και παιδιών ειλικρίνεια.

 

 

Federico Carcía Lorca

 

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ' αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πίκασσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο - πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά - ξοπίσω εμείς - και μη σε μέλλει.

Κάτου απ' τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κ' ίσα έν' αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μέσ' απ' τα διψασμένα της χωράφια τ' ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν' ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.


ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Sunday, 02 September 2012 13:47

ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ

Γραφει ο/η Administrator

Φαντάζει ουτοπικό στην σημερινή εποχή να μιλάς για αρετή. Την αρετή των Ελλήνων κι όχι αυτό το επιτηδευμένο μόρφωμα που κατατρώει το Έθνος. Σαν ύστατη προσπάθεια του ανθρώπινου γένους μοιάζει η " Σωτηρία από τους Σωτήρες μας " ειδάλλως νόμιζε φρικτόν τον τάφον.

 

ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ

 

Όσοι το χάλκεον χέρι

βαρύ του φόβου αισθάνονται,

ζυγόν δουλείας ας έχωσι

θέλει αρετήν και τόλμην

η ελευθερία.

 

Αυτή (και ο μύθος

κρύπτει νουν αληθείας) επτέρωσε

τον Ίκαρον• και αν έπεσεν

ο πτερωθείς κ' επνίγη

θαλασσωμένος•

 

Αφ' υψηλά όμως έπεσε,

και απέθανεν ελεύθερος.-

Αν γένης σφάγιον άτιμον

ενός τυράννου, νόμιζε

φρικτόν τον τάφον.

[δ'-κγ']

 

Εάν φιλοτιμούμεθα

'να την ξαναποκτήσωμεν

μ' ίδρωτα και με αίμα,

καλόν είναι το καύχημα της αρχαίας δόξης.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

Saturday, 25 August 2012 07:10

Γρήγορα η ώρα πέρασε..

Γραφει ο/η Administrator

Γρήγορα η ώρα πέρασε-περνάει...

Ας αφήσουμε τις αποκοιμησμένες μας ψυχές να ονειροδρομήσουν

πλάθοντας ένα παραμύθι, που καμία " αλήθεια "

δεν θα τολμήσει να συγκριθεί μαζί του.

Το παραμύθι μας.

 

Γρήγορα η ώρα πέρασε..

 

γρήγορα η ώρα πέρασε,μεσάνυχτα κοντεύουν,

πάει το φεγγάρι πάει κι η Πούλια βα-

σιλέψανε-και μόνο εγώ κείτομαι δω μονάχη

κι έρημη ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει

ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει

μου άρπαξε την ψυχή μου και την τρά-

νταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυ-

μάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας.

ΣΑΠΦΩ

Όμορφη και παράξενη πατρίδα,με τα βουρκωμένα μάτια, τα μολυβένια χείλη ποσό να αξίζει τελικά ένα σ' αγαπώ απ'αλλού φερμένο αλλά και σε τι ανάξια χέρια πέφτει καμιά φορά η αγάπη.

Τώρα που μας χτύπησε η φωνή μας ας κοιτάξουμε όλοι τα χέρια μας. Καλό καλοκαίρι...

 

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα (Οδυσσέας Ελύτης)

 

Επειδή σ'αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω

Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος Από παντού,

γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ'αχανή σεντόνια

Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη

Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω

Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές

Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ' έχουν τά κύματα

Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς

Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"

Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο

Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο

Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά

Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες

Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει

Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει

Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ

Επειδή σ' αγαπώ καί σ' αγαπώ

Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στόν άνεμο

Τόσο η στάλα στόν αέρα, τόσο η σιγαλιά

Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική

Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα

Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο

Μές στούς τέσσερις τοίχους, τό ταβάνι, τό πάτωμα

Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου

Νά μυρίζω από σένα καί ν' αγριεύουν οι άνθρωποι

Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ' αλλού φερμένο

Δέν τ' αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου.

Friday, 27 July 2012 15:57

ΠΡΕΒΕΖΑ

Γραφει ο/η Administrator

Υπήρξαν, χρόνοι-τόποι-άνθρωποι, που επέθαναν από αηδία ή από

την συν-αίσθηση της αιδούς...

Χρόνοι-τόποι-άνθρωποι  "μακρινοί" και για τούτο πολλές φορές κακός

και σκόπιμα χρησιμοποιημένοι.

Κατά τα άλλα δρόμοι,αστυνόμοι,κάργες,και κρεμμύδια- θάνατος.

Υπάρχω, λες κι όμως δεν υπάρχεις

Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

 

 

 

 

 

ΠΡΕΒΕΖΑ

 

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται

 στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,

θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται

 καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

 

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

 με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,

ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη

 ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

 

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει

 για να ζυγίση μια "ελλειπή" μερίδα,

θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,

κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

 

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.

Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης

 πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

 

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

 "Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.

Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

 

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους

 αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία

 

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Wednesday, 25 July 2012 14:36

Κι ἤθελε ἀκόμη...

Γραφει ο/η Administrator

Η παραδοχή ενός συναισθήματος ή μιας συγκίνησης θα μπορούσε με μια έννοια,να μας εκθέσει.

Πόσο μάλλον η παραδοχή μιας ήττας ή καλύτερα της ήττας.

Μιλάτε.

 

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως ἐγὼ

Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα


Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω


Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.


Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους


Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία


Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα


Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.


Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,


Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο


Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω


Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω


Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.


Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Tuesday, 17 July 2012 20:19

Μακρυά

Γραφει ο/η Administrator

Ξεκινώντας αυτή την "συγκινησιακή" στήλη σας καλωσορίζουμε με τον πλέον αισθησιακό Έλληνα ποιητή. Καλά ταξίδια.

 

Μακρυα

 

Θαθελα αυτην την μνημη να την πω

"Μα ετσι εσβυσθη πια'' σαν τιποτε δεν απομενει - γιατι μακρυα, στα πρωτα εφηβικα μου χρονια κειται.

Δερμα σαν καμωμενο απο ιασεμι

Εκεινη του Αυγουστου - Αυγουστος ηταν; -η βραδυα

Μολις θυμουμαι πια τα ματια. Ησαν, θαρρω, μαβια

Α ναι, μαβια, ενα σαπφειρινο μαβι.

 

Κ. Καβαφης

Page 14 of 14