Τέχνες και Πολιτισμός (359)
Υποκατηγορίες
Cinema (68)
Για να δείτε όλες τις ταινίες που παίζονται σε όλους τους κινηματογράφους της περιοχής μας κάντε κλικ εδώ (ΠΗΓΗ: ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ):
Σινεμά - αθηνόραμα.gr
Προβολή άρθρων...ΣΗΜΕΡΑ: O Αλέξανδρος Λαμπρίδης παρουσιάζει τη "Σκόνη του Χρόνου"
Γραφει ο/η AdministratorΟ επί 20 χρόνια στενός συνεργάτης του Θόδωρου Αγγελόπουλου, την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου στο Cine-Δράση.
Την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016, στις 8.15 το βράδυ (ΤΥΠΕΤ), το Cine-Δράση προβάλει την τελευταία ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Η Σκόνη του Χρόνου», παρουσία του κινηματογραφιστή Αλέξανδρου Λαμπρίδη, επί 20 χρόνια στενού συνεργάτη του μεγάλου σκηνοθέτη, για να συζητήσει με το κοινό.
«Ο Αγγελόπουλος δεν κάνει «σινεμά. Ποίηση δημιουργεί. Αν δεν είχε την κάμερα και κρατούσε πένα, θα ήταν ίσως, ο Σεφέρης. Μόνο αν σταθείς έτσι απέναντι στη δουλειά του μπορείς να της επιτρέψεις να σε αγγίξει. Όλοι μιλάνε για το «υπερ-εγώ» του. Δεν ξέρω. Αυτό που γνωρίζω, είναι πως μια φορά τον συνάντησα τυχαία στο αεροδρόμιο και τον έπιασα διακριτικά από το μπράτσο για να του πω -ως θεατής των ταινιών του ή ως «αναγνώστης» της ποίησης του- ένα «ευχαριστώ». Αντέδρασε σχεδόν σα ντροπαλό παιδί, κοίταξε κάτω και ψέλλισε ένα ξαφνιασμένο «εγώ ευχαριστώ». Ακριβώς όπως θα περίμενε κάποιος από έναν πραγματικό δημιουργό. Σπάνιο είδος στην Ελλάδα των ξιπασμένων φελλών». (Γιώργος Πήττας, σε ένα σχόλιό του στον Πολίτη)
Στο χαμόγελο του Μπρούνο Γκανς (πέφτοντας από το πλωτό ταξί στο ποτάμι του Βερολίνου), νομίζουμε πως συμπυκνώνεται ο πλούτος και η ποικιλία των μηνυμάτων που μας στέλνει η νέα ταινία του Θ. Αγγελόπουλου. Ένα χαμόγελο γεμάτο, αποχαιρετισμός μιας γενιάς που δεν υπέκυψε, μιας γενιάς που μετρούσε το χρόνο με γεγονότα. Εμείς χάσαμε -σαν μας λέει- αλλά παίξαμε το παιχνίδι μέχρι τέλους, εσείς; Ένα χαμόγελο ειρωνικό προς την επόμενη γενιά, που ταλαντευόμενη ανάμεσα στο συλλογικό όνειρο και την ατομική καταξίωση, άφησε το ταξίδι στη μέση και έμεινε να μετρά τα γεγονότα με το χρόνο.
Ο Γιάκομπ (Μπρούνο Γκανς σε μια ερμηνεία που θα μείνει στην ιστορία) τα έχει ζήσει και τα έχει χάσει όλα. Την κοινωνία που ονειρευόταν, τη χώρα του, τους φίλους του και το μεγάλο του έρωτα, την Ελένη. Αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να παλεύει. Ακόμα και τώρα που τα μαλλιά έχουν ασπρίσει και τα δάχτυλα υγραίνονται, συνεχίζει να διεκδικεί την Ελένη, να την προσκαλεί σε χορό στα σκαλιά του μετρό. Κι όταν αυτή καταρρέει, τότε μόνο συνειδητοποιεί πως ήρθε το τέλος, ενώ ο Σπύρος, έχει από καιρό αποδεχτεί παθητικά την απόφαση της ιστορίας «που μας έβαλε στο περιθώριο».
Η Ελένη συλλαμβάνεται στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια του εμφύλιου. Ο μεγάλος της έρωτας, ο Σπύρος (Μελισσοκόμος, Ταξίδι στα Κύθηρα), την αναζητά και την βρίσκει στην Τασκένδη. Είμαστε στο 1953. Εξορίζονται και οι δυο στη Σιβηρία, από όπου φεύγουν μετά το θάνατο του Στάλιν. Δυο πλάνα σεκάνς, αυτό της ανακοίνωσης του θανάτου του Στάλιν και αυτό στο βαγόνι (που αιτιολογεί συμβολικά την εξορία), δίνουν αριστουργηματικά το κλίμα της εποχής.
Το ταξίδι συνεχίζεται, οι τόποι εναλλάσσονται, ο χρόνος γυρνά πίσω, όχι όμως με φλας μπακ, ο χώρος και ο χρόνος συμπλέκονται, διαστέλλονται και συστέλλονται, ο χρόνος γίνεται ο τόπος της ιστορίας, οι εποχές και οι γενιές συνομιλούν άμεσα, χωρίς διαμεσολαβήσεις. Φιλανδία, Αυστρία, Ρώμη, Νέα Υόρκη, Τορόντο, Βερολίνο, τα σύνορα έχουν πέσει, παγκοσμιοποίηση.
Ο Νταφόε, γιος της Ελένης και του Σπύρου, γυρίζει ταινία την ιστορία των γονιών του (Ταξίδι στα Κύθηρα). Εκπροσωπώντας την επόμενη γενιά, ψηλαφεί τις ανοιχτές πληγές του παρελθόντος προσπαθώντας να ανιχνεύσει το παρόν (η σκηνή στο πιάνο με την Πιτακή είναι από τις ωραιότερες της ταινίας). Μένοντας άναυδος αλλά και μετέωρος απέναντι στα γεγονότα, αναζητά κι αυτός την Ελένη, την κόρη του, που παραπαίει στο φόντο ενός άγριου καπιταλισμού (πλάνο σεκάνς με τις μοτοσικλέτες). Την Ελένη που προσπαθεί να καταλάβει, αλλά δεν μπορεί, που το βάρος του παρελθόντος (σκηνικό του παιδικού δωματίου) την πλακώνει, αναζητώντας το τέλος στο κατειλημμένο από άστεγους κτίριο. (Ένας από τους άστεγους έρχεται από τη σκηνή του θανάτου του Στάλιν)
Μετά το αρκετά επιτηδευμένο «Λιβάδι που δακρύζει», είναι φανερή η προσπάθεια του σκηνοθέτη να επικοινωνήσει με τον «παλιό» εαυτό του, κρατώντας μεν τον άξονα της νέας τριλογίας, (ατομικό-συλλογικό, έρωτας και επανάσταση, ως υποκείμενα και αντικείμενα της ιστορίας), αλλά αποφεύγοντας επιμελώς τόσο την τεχνική της συναισθηματικής ταύτισης, όσο και την οπτική της «αβάσταχτης ελαφρότητας» των πραγμάτων.
Όπως είναι φανερή και η αγωνία του να ξαναβρεθεί με τους «κάτω», λέγοντας μας με λόγια, πως «κάποιοι βιάστηκαν να μιλήσουν για το τέλος της ιστορίας», αλλά και δείχνοντάς μας μέσα από μια προκάτ μεν, αλλά περίτεχνη σκηνή (αυτή του σκονισμένου παλιού μουσικού οργάνου), πως η ταξική πάλη συνεχίζεται και στο χέρι μας είναι να βγει ξανά στο προσκήνιο της ιστορίας. Αρκεί να διώξουμε τη σκόνη; Θα ρωτήσουμε εμείς.
Όμως είναι και φανερή η αδυναμία του να προσεγγίσει τη νέα εποχή και τη νέα γενιά και να πιάσει τα σύγχρονα υπόγεια ρεύματα (η μορφή της μικρής Ελένης είναι μάλλον απλουστευτική και ξεπερασμένη από τις εξελίξεις).
Κινηματογραφική γλώσσα σταθερή, όπου τα γεγονότα αναγγέλλονται από τους ηθοποιούς και τα μηνύματα αναδείχνονται μέσα από τα πλάνα σεκάνς. Τα αγάλματα (του Σεφέρη;) επαναφέρονται με τα κομμένα κεφάλια (Τοπίο στην ομίχλη, Βλέμμα του Οδυσσέα), μετά την κατάρρευση ίσως θα μπορούσε να προστεθεί κι αυτό του Λένιν (για να συνδιαλέγονται τα αίτια της ήττας;)
Οι νεκροί χρόνοι κυριαρχούν ως σημείο τομής του ανθρωπολογικού και του φιλμικού, όπως και η φωνή οf και το espace of (σκηνή αναγγελίας του γάμου), ενώ στην πορεία μειώνονται τα πανοραμίκ εξωτερικά πλάνα και αυξάνονται τα κοντινότερα εσωτερικά, όπως και ο ρυθμός (η επικράτηση του ατομικού απέναντι στο συλλογικό;).
Ιδανική η φωτογραφία του Α. Σινάνου και επιβλητική η μουσική της Ε. Καραϊνδρου.
Τέλος ο σκηνοθέτης μας αφήνει ένα ανοιχτό παράθυρο με την αναφορά του στην επόμενη ταινία της τριλογίας. Θα ήταν άραγε η «Αιώνια επιστροφή», η ανάκληση και ανάπλαση εικόνων -απόκρυφων πτυχών- της σύγχρονης ανθρώπινης ύπαρξης, πάνω στο έδαφος της νέας κοινωνικής πραγματικότητας και των μεγάλων αντιθέσεων;
Διάρκεια: 125'. Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Αγγελόπουλος. Σενάριο: Θεόδωρος Αγγελόπουλος, Πέτρος Μαρκάρης, Tonino Guerra. Πρωταγωνιστούν: Willem Dafoe, Bruno Ganz, Michel Piccoli, Irène Jakob, Christiane Paul, Tiziana Pfiffner, Reni Pittaki, Kostas Apostolidis, Apostolos Mylonas.
*Kείμενο του Βασίλη Τσιράκη, δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ στις 30 Νοεμβρίου 2008. Τα στοιχεία είναι από το camerastyloonline.wordpress.com
Ο Αλέξανδρος Λαμπρίδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Με ρίζα (γένος Μάκος) στη Σωτήρα της Άνω Δερόπολης, με καταγωγή από το Πολύδροσο Θεσπρωτίας, πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε χωριά της παραμεθόριας Ηπείρου, ακολουθώντας τις μεταθέσεις των εκπαιδευτικών γονέων του.
Σαν μαθητής στο 2ο Λύκειο Αθήνας εκδίδει την σχολική εφημερίδα «Αναζήτηση», σαν φοιτητής στους Μεταλλειολόγους του Ε.Μ.Π. το περιοδικό «Επαφές». Δραστηριοποιείται σε φοιτητικές πολιτιστικές ομάδες και συμμετέχει σε κινηματογραφική ομάδα που γυρίζει σειρά ντοκιμαντέρ σε νεολαιίστικους και εργασιακούς χώρους τα οποία προβάλονται σε πολιτικά, κοινωνικά φεστιβάλ. Μαθητεύει σε Εργαστήρι Θεωρίας και Κριτικής Κινηματογράφου κοντά στον Σωτήρη Δημητρίου και σε Εργαστήρι Σκηνοθεσίας με τον Χρήστο Σιοπαχά. Ακολουθούν σπουδές Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης στις σχολές Χαντζίκου και Σταυράκου από όπου και αποφοιτεί.
Αρθρογραφεί με θέματα κριτικής και κινηματογράφου σε εφημερίδες και περιοδικά ενώ, παράλληλα, ξεκινά τις πρώτες εβδομαδιαίες και, κατόπιν, καθημερινές ραδιοφωνικές εκπομπές, στο ξεκίνημα της μη κρατικής ραδιοφωνίας. Αποχωρώντας από τον 902, θα πρωτοστατήσει στη δημιουργία του εναλλακτικού ραδιοφωνικού σταθμού «Ρωγμή στα FM». Μεταπτυχιακές σπουδές Κινηματογράφου και Οπτικοακουστικών για τρία χρόνια στο Παρίσι (PARIS 1- La Sorbonne), όπου παρακολουθεί και stages τελειοποίησης στη σκηνοθεσία με υποτροφία της Γαλλικής κυβέρνησης, σκηνοθετώντας ντοκιμαντέρ με θέμα τους μουσικούς του δρόμου.
Στη διάρκεια της θητείας του μετατίθεται στην Υπηρεσία Κινηματογραφίας Στρατού και σκηνοθετεί για εννέα μήνες την τηλεοπτική εκπομπή του Υ.ΕΘ.Α. «Με Αρετή και Τόλμη» στην ΕΡΤ καθώς και ιστορικά, ενημερωτικά ντοκιμαντέρ.
Το 1990 ξεκινά η συνεργασία του με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο ως βοηθός σκηνοθέτη και υπεύθυνος του casting – μια συνεργασία που έμελλε να διαρκέσει 22 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το τελευταίο πλάνο του μεγάλου δημιουργού. Συνεργάστηκε μαζί του σε 5 ταινίες («Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού”, «Το Βλέμμα του Οδυσσέα», «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα», «Το Λιβάδι που δακρύζει», «Η Άλλη Θάλασσα»).
Συνεργάστηκε και με άλλους σημαντικούς σκηνοθέτες ενώ ξεκίνησε να σκηνοθετεί ταινίες και ντοκιμαντέρ –ανάμεσά τους το «ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ», ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους με διεθνή διανομή, πολλαπλή τηλεοπτική προβολή και συμμετοχή σε πλήθος φεστιβάλ κι εκδηλώσεων σε όλο τον κόσμο. Σκηνοθετεί, παράλληλα, εκδηλώσεις σε μεγάλους χώρους και θεσμούς – ανάμεσά τους, τακτική, πολυετής συνεργασία με το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας, με τη σκηνοθεσία τελετών και τη διδασκαλία σε κινηματογραφικά σεμινάρια.
Το 1996 πρωτοστατεί στη δημιουργία του Πολυφωνικού Συνόλου «Χαονία» που πήρε το όνομά του από τη χώρα του αρχαιότερου Ηπειρωτικού φύλου που συμπίπτει με το χώρο επιβίωσης της Ηπειρώτικης Πολυφωνίας. Η «Χαονία», στα δεκαέξι χρόνια της διαδρομής της, έχει εμφανιστεί σε εκατοντάδες συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, σε φωνητικά φεστιβάλ στο εξωτερικό, έχει δισκογραφήσει σε Ελλάδα κι εξωτερικό ενώ έχει βραβευθεί για την προσφορά της από την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας.
*Όλες οι χειμερινές κινηματογραφικές προβολές και οι εκδηλώσεις του «Cine-Δράση» πραγματοποιούνται κάθε Τετάρτη στις 8.15 το βράδυ στην αίθουσα "Ν. Εγγονόπουλος" του πάρκου "Μ. Θεοδωράκης" (ΤΥΠΕΤ), Π. Μπακογιάννη 38-42, Βριλήσσια.
"Με λένε Στέλλα" από το Cine-Δράση την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου στις 8.15 μμ στο ΤΥΠΕΤ.
Γραφει ο/η AdministratorΤο πέρασμα από την παιδική στην εφηβική ηλικία, και οι ανισότητες σε δύο κοινωνικά διαφορετικές συνοικίες του Παρισιού στη δεκαετία του ΄70, δοσμένα με κριτικό βλέμμα, ευαισθησία, χιούμορ και πρωτοτυπία. Μια βαθιά ανθρώπινη ταινία που συγκίνησε βαθιά κοινό και κριτικούς, όπου κι αν προβλήθηκε.
Κοινωνικό φόντο της ταινίας είναι η μετά τον Μάη του ΄68 εποχή, όπου από τη μια καυτά κοινωνικά προβλήματα της επικαιρότητας εξακολουθούν να παραμένουν άλυτα και από την άλλη οι αγωνιστές έχουν πλέον παραιτηθεί, συμβιβαστεί ή επιλέξει την οδό της μοναχικής αναζήτησης.
Σε μια εργατική συνοικία του Παρισιού η εντεκάχρονη Στέλλα, ένα κορίτσι με αισθήματα, προβληματισμό και συσσωρευμένη οργή, ζει με τους γονείς της που διατηρούν μπαρ. Στον όροφο του ίδιου κτιρίου είναι το σπίτι τους και ως εκ τούτου η νεαρή μαθήτρια περνάει τον περισσότερο χρόνο της σε αυτό το σκληρό, για ένα παιδί, περιβάλλον. Εκεί μελετάει τα μαθήματα της, συναναστρέφεται τους πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, ζεστούς, με χιούμορ και κάποτε βίαιους θαμώνες του, γίνεται μάρτυρας των προβλημάτων, των αδυναμιών, των εκρήξεων και του αγώνα τους να επιβιώσουν. Παρατηρεί τις συμπεριφορές τους, θυμώνει με τις ενέργειες τους και τις σχολιάζει χωρίς φόβο ή συστολή. Οι γονείς της, δεν αποτελούν και το ιδανικό πρότυπο. Ψευτο-απελευθερωμένοι, προσαρμοστικοί και ανεκτικοί στα όρια της αδιαφορίας, ζουν απορροφημένοι από τα δικά τους προβλήματα και δεν δείχνουν να έχουν την δυνατότητα να μεγαλώσουν ένα παιδί, αν και τους απασχολεί η πρόοδος και η ζωή της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, με τους θορυβώδεις θαμώνες του μπαρ και όχι παιδιά της ηλικίας της για φίλους, διαμορφώνεται ο χαρακτήρας της Στέλλας. Δεν είναι επιμελής και επειδή δεν της επιβάλλονται ποτέ οι συνήθεις απαγορεύσεις παίζει χαρτιά, μπιλιάρδο, σερβίρει καφέ ή βλέπει τηλεόραση ως πολύ αργά.
Αυτή η καθημερινότητα αλλάζει όταν μεταγράφεται σε ένα διαφορετικό και «προσεγμένο» σχολείο για την τελευταία τάξη του δημοτικού. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων, αισθάνεται ξένο σώμα και αταίριαστη. Για πρώτη φορά συνειδητοποιεί ότι δεν ανήκει πουθενά. Ο ατίθασος χαρακτήρας της σε συνδυασμό με τις αρνητικές εμπειρίες της από το μπαρ, προκαλεί προβλήματα στη συναναστροφή με τους συμμαθητές της και συχνά δέχεται τις επιπλήξεις των νέων της δασκάλων. Στο σχολείο γνωρίζει την Γκλάντις, κόρη διανοούμενων Εβραίων, εξόριστων από την Αργεντινή και πρώτη φορά κάνει μια φίλη της ηλικίας της. Η συναναστροφή της με την καινούρια της φίλη και οι συχνές επισκέψεις στο σπίτι της, οδηγούν την Στέλλα στην ανακάλυψη ενός καινούριου κόσμου, διαφορετικού από τον μικρόκοσμο του μπαρ των γονιών της. Έρχεται σε επαφή με τα βιβλία, τη μουσική και τα τραγούδια της εποχής, οι ορίζοντες της διευρύνονται, διαμορφώνει νέα ενδιαφέροντα, τα οποία μέχρι τότε δεν είχε καν υποψιαστεί ότι υπάρχουν. Στη γνώση και τον πολιτισμό βρίσκει το νόημα και τη διέξοδο που απεγνωσμένα ζητάει στη ζωή της, αρχίζει να κατανοεί διαφορετικά τον κόσμο γύρω της, μεγαλώνει και ωριμάζει, διατηρώντας την παιδικότητα και την αθωότητα της ηλικίας της.
Η σεναριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός Sylvie Verheyde, περιγράφοντας μια σχολική χρονιά από τη ζωή της Στέλλας, ουσιαστικά κάνει μια αυτοβιογραφική ταινία για την δική της παιδική και πρώιμη εφηβική ηλικία. Ακολουθώντας μια απλή και χαμηλών τόνων κινηματογραφική γραφή, διανθίζει τις σκηνές της με χιούμορ και όμορφα, συγκινητικά τραγούδια, χαρακτηριστικά της δεκαετίας του '70. Χωρίς ποτέ να καταφεύγει στο μελόδραμα μετατοπίζεται συνεχώς από το χιούμορ στο σχόλιο, από τη μελαγχολία στην χαρά, από την ανάγκη να ανήκεις κάπου στις τάσεις φυγής, εξασφαλίζοντας ζωντάνια και ρεαλισμό στην ταινία. Στα θετικά του φιλμ συγκαταλέγονται η όμορφη φωτογραφία, ο πολύ καλός συνδυασμός ερασιτεχνών και επαγγελματιών ηθοποιών, οι άψογες ερμηνείες όλων τους με κορυφαία τη μικρή Leora Barbara, που εδώ, στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση, κλέβει κυριολεκτικά την παράσταση, τονίζοντας με την εκπληκτική ερμηνεία της την εσωστρέφεια, την αθωότητα και την παιδική πονηριά της Στέλλας, του κοριτσιού, που αγωνίζεται με πάθος για να βρει στη ζωή τη θέση που του ανήκει. Όλοι οι συντελεστές προσφέρουν στον θεατή απόλαυση χωρίς διακοπή και μετατρέπουν την μεταμόρφωση της Στέλλας σε μήνυμα αισιοδοξίας και ελπίδας .
Η ταινία απέσπασε βραβείο σεναρίου στο Διεθνές Φεστιβάλ της Φλάνδρας (Γάνδη, 2008) και στο Gijón International Film Festival (2008). Στη χώρα μας προβλήθηκε στο 49ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2008 ως τμήμα της ενότητας "Ημέρες Ανεξαρτησίας".
Γαλλία 2008. Διάρκεια: 103'. Σενάριο-Σκηνοθεσία: Sylvie Verheyde. Πρωταγωνιστούν: Léora Barbara, Mélissa Rodriguez, Laëtitia Guerard, Karole Rocher, Benjamin Biolay, Guillaume Depardieu, Jeannick Gravelines.
* Οι χειμερινές κινηματογραφικές προβολές του Cine-Δράση πραγματοποιούνται κάθε Τετάρτη στις 8.15 το βράδυ στην αίθουσα "Ν. Εγγονόπουλος" του πάρκου "Μ. Θεοδωράκης" (ΤΥΠΕΤ), Π. Μπακογιάννη 38-42, Βριλήσσια.
«Οι εντιμότατοι φίλοι μου» την Τετάρτη 30/11/2016 στις 8.15 μ.μ. στο ΤΥΠΕΤ.
Γραφει ο/η AdministratorΤετάρτη 30 Νοεμβρίου, 8:15΄μμ, στο ΤΥΠΕΤ από το Cine-Δράση
«Οι εντιμότατοι φίλοι μου» («Amicei Miei»)
Ιταλία 1975. Διάρκεια 140΄. Σενάριο: Pietro Germi, Leonardo Benvenuti, Piero De Bernardi, Tullio Pinelli . Σκηνοθεσία: Mario Monicelli. Πρωταγωνιστούν: Ugo Tognazzi, Gastone Moschin, Philippe Noiret, Duilio Del Prete, Adolfo Celi, Bernard Blier, Milena Vukotic, Silvia Dionisio. Φωτογραφία: Luigi Kuveiller . Μουσική: Carlo Rustichelli.
Μία από τις αριστουργηματικές μαύρες κωμωδίες στην ιστορία του κινηματογράφου που ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς. Ένα φιλμ ειρωνικό, αιχμηρό, δηκτικό και διακριτικό που σατιρίζει κάθε μικροαστική αντίληψη για τις σχέσεις, την κοινωνική αναρρίχηση, την απάτη, το λάθος, την αποτίμηση του έρωτα, τις παρασπονδίες και εκτροπές της πολιτικής. Εν ολίγοις όλα τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που απασχολούν την κοινή γνώμη της εποχής του στην Ιταλία και όλη την Ευρώπη.
Την πλοκή της ταινίας πυροδοτούν οι περιπέτειες μιας αντροπαρέας αποτελούμενης από πέντε μεσήλικες, ευυπόληπτους άνδρες. Οι τέσσερις από αυτούς, φίλοι από τα παιδικά τους χρόνια, ζουν στην Φλωρεντία και περνούν κάθε ελεύθερη στιγμή τους μαζί. Πρόκειται για τον Νέκι ιδιοκτήτη μπαρ, τον Περότζι δημοσιογράφο, τον Μελάντρι, αρχιτέκτονα-μηχανικό και τον ξεπεσμένο αριστοκράτη Μασσέτι που τώρα ζει σε ένα υπόγειο με την γυναίκα και την κόρη του, παρασιτώντας με στυλ σε βάρος των υπολοίπων. Ο πέμπτος, ο μεγαλογιατρός Σασαρόλι, προστίθεται στην παρέα στη συνέχεια, όταν ένα από τα περιβόητα ταξίδια της αρχικής ομάδας καταλήγει στο νοσοκομείο που αυτός διευθύνει και όπου ο Μελάντρι, ερωτεύεται και κλέβει τη γυναίκα του, κληρονομώντας όλα τα συμπαρομαρτούντα: παιδιά, σκυλιά, νταντάδες. Αυτή η πενταμελής αντροπαρέα των αμετανόητων πλακατζήδων, που έχουν περάσει τα 50, αλλά αρνούνται να ωριμάσουν, διαθέτει ακόρεστη δίψα για ζωή και μεγάλη διάθεση για τρέλες. Σαν να βιώνουν ακόμα την ανεμελιά των εφηβικών τους χρόνων, διασκεδάζουν σε κάθε ευκαιρία με νεανικό πάθος, σχεδιάζουν και πραγματοποιούν τρομερές φάρσες σε βάρος γνωστών ή αγνώστων, υποψιασμένων και ανυποψίαστων. Η στάση τους αυτή, κρύβει στην πραγματικότητα μια τραγική αντίληψη για τη ζωή, που συνδυάζει απελπισία, μηδενιστικό χιούμορ, και αυτοσαρκασμό, χλευάζει τον Χάροντα ξορκίζοντας το φόβο του θανάτου και προκαλεί τη απονεκρωμένη κοινωνία, που κλεισμένη στο καβούκι της δεν αντιδρά σε κανένα ερέθισμα.
Η ταινία έχει μεγάλη ιστορία. Ξεκίνησε να γυρίζεται στην Γένοβα από τον καταξιωμένο σκηνοθέτη Πιέτρο Τζέρμι («Διαζύγιο α λα ιταλικά», 1961, «Κυρίες και κύριοι», 1966, «Ατιμασμένη και εγκαταλελειμμένη», 1964), έναν από τους ελάχιστους Ιταλούς που κατέκτησαν Όσκαρ καλύτερης ταινίας, Χρυσό Φοίνικα και Χρυσή Σφαίρα. Ο Τζέρμι είχε την αρχική ιδέα, συν-έγραψε το σενάριο, επέλεξε τους ηθοποιούς και τους χώρους των γυρισμάτων, αλλά αρρώστησε σοβαρά και πέθανε έχοντας όμως προλάβει να χρήσει διάδοχό του στην σκηνοθεσία τον Μάριο Μονιτσέλι, τον μόνον που εμπιστευόταν. Ο νέος σκηνοθέτης έκανε μόνο δύο αλλαγές σε συμφωνία με τον προκάτοχό του. Μετέφερε τα γυρίσματα στην Φλωρεντία, τόπο που γνώριζε καλά και αντικατέστησε τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι με τον Ούγκο Τονιάτσι. Έτσι στην ταινία υπάρχουν δύο σκηνοθετικές υπογραφές. Στους τίτλους αρχής διαβάζουμε: «Μια ταινία του Πιέτρο Τζέρμι» («Un film di Pietro Germi») και μόνον στο τέλος αναφέρεται ότι η σκηνοθεσία είναι του Μονιτσέλι.
Και ο Μονιτσέλι είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία του σινεμά. Σκηνοθετούσε 50 ολόκληρα χρόνια από το 1949 ως το 1998, όταν πέθανε σε ηλικία 95 χρονών. Στην πραγματικότητα πήδηξε από το παράθυρο του νοσοκομείου που νοσηλευόταν για καρκίνο. Θιασώτης του νεορεαλισμού, χαρακτηρίστηκε δικαίως ως ο κορυφαίος της ιταλικής σάτιρας, αλλά διέθετε το χάρισμα να χειρίζεται όλα τα κινηματογραφικά είδη. Στην χώρα μας ταινίες του όπως «Ο κλέψας του κλέψαντος», «Οι γενναίοι του Μπρανκαλεόνε», η σάτιρα της ελληνικής δικτατορίας «Θέλουμε τους κολονέλους», αγαπήθηκαν με πάθος και ακόμα συγκινούν το κοινό. Με τους «Εντιμότατους φίλους» σκηνοθετώντας γρήγορα και δυναμικά δημιούργησε ένα τολμηρό αριστούργημα άρτιο σε όλα τα επίπεδα και καθιέρωσε τη λεγόμενη «πικρή» ιταλική κωμωδία.
Λεπτό χιούμορ, εξαιρετικής ποιότητας και υψηλού επιπέδου με έντονες πολιτικές αιχμές και μακάβριες αναφορές, ακριβώς στον αντίποδα των κοινότοπων, γεμάτων άσκοπες βωμολοχίες φιλμ της αμερικάνικης κυρίως σχολής του είδους. Ξεχωριστά διασκεδαστικό και συνάμα τραγικό σενάριο που παρουσιάζει καταστάσεις τραγελαφικές και άκρως σουρεαλιστικές και κρατάει το θεατή συγκεντρωμένο στην οθόνη σε όλη τη σχετικά μεγάλη διάρκεια της ταινίας. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών εξαιρετικές. Ο καθένας χωριστά ερμηνεύει το ρόλο του με φυσικότητα και όλοι μαζί συνθέτουν μια εκπληκτική ομάδα, που ανταπεξέρχεται με πλήρη επάρκεια στις απαιτήσεις συνδυασμού δράματος και φάρσας. Η μουσική αναδεικνύει με τον πιο όμορφο τρόπο το σενάριο και όλα τα παραπάνω στοιχεία συνθέτουν μια ταινία που κινείται με αξιοθαύμαστη ακρίβεια ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, σημείωσε στην εποχή της τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία και ακολουθήθηκε από δύο συνέχειες. Το φιλμ κατέκτησε μεγάλο αριθμό Βραβείων στην Ιταλία και το εξωτερικό, ανάμεσά τους το Βραβείο Καλύτερης ταινίας και καλύτερου ανδρικού ρόλου για τον Ugo Tognazzi στα David di Donatello Awards, (1976), Χρυσή Σφαίρα καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού για τον Duilio Del Prete (1976) κ.ά.
"Το Παιδί με το Ποδήλατο" από το Cine-Δράση.
Γραφει ο/η Administrator"Το Παιδί με το Ποδήλατο" από το Cine-Δράση
Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016, 8.15 μ.μ., Πάρκο "Μ. Θεοδωράκης" (ΤΥΠΕΤ)
Μια ταινία απλή και συγκλονιστική για τον τρόπο που τα οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα, μέσα στη σύγχρονη, ραγδαία μεταβαλλόμενη και εξαιρετικά σκληρή πραγματικότητα, επιδρούν καταλυτικά στον πυρήνα των οικογενειακών σχέσεων, τις αποδιαρθρώνουν και διαλύουν τους οικογενειακούς δεσμούς. Ένα φιλμ που με συναίσθημα, ανθρωπιά και κυρίως αισιοδοξία για τη συντροφικότητα σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί ο ατομικισμός, πραγματεύεται ερωτήματα όπως η οικογενειακή γαλήνη, η αναζήτηση της αγάπης, η μεταμόρφωση του κόσμου μέσα από την δύναμη της θέλησης, η ανάγκη για εμπιστοσύνη και τα ταμπού που ρυθμίζουν υποκριτικά τις ανθρώπινες σχέσεις.
Τρεις ανθρώπινες φιγούρες συναντώνται σε αυτή την ιστορία. Ένα πατέρας ανώριμος και απερίσκεπτος, που μοιάζει να μην έχει συναισθήματα, μια γυναίκα που επιβεβαιώνει ότι πάντα υπάρχει κάποιος που δίνει αγάπη στον καθέναν μας, ακόμα και όταν δεν είμαστε έτοιμοι ή αρνούμαστε να την εισπράξουμε και ένα παιδί που ψάχνει παντού και με κάθε τρόπο να βρει την φροντίδα, την παρέα και το ενδιαφέρον που στερείται.
Ο δωδεκάχρονος Σιρίλ μεγαλώνει με τη γιαγιά και τον πατέρα του σε μια οικογένεια από την οποία απουσιάζει η μητέρα. Μετά το θάνατο της γιαγιάς, ο γονιός αδυνατώντας να αντεπεξέλθει οικονομικά, αλλά και να ανταποκριθεί στην ευθύνη της ανατροφής του, ευθύνη που άλλωστε ποτέ δεν ανέλαβε, τον βάζει «προσωρινά» εσωτερικό σε σχολείο της πρόνοιας, από το οποίο μένει εκτός μόνο τα Σαββατοκύριακα. Στη συνέχεια ο πατέρας, στερούμενος κάθε ίχνους πατρικού ενστίκτου, κάνει τα πάντα για να πετάξει από πάνω του τη θηλιά του παιδιού αυτού που θεωρεί λάθος των νεανικών του χρόνων. Σιγά-σιγά, μάλιστα απομακρύνεται από τη ζωή του, προσπαθώντας να χτίσει μια καινούρια δική του.
Το παιδί αρνείται να πιστέψει τα σημάδια που πιστοποιούν το ολοφάνερο γεγονός της εγκατάλειψης και ζει με το όνειρο να τον ξαναβρεί και να ξανανεβεί στο ποδήλατό του, που εκείνος έχει κρατήσει. Σκαρφίζεται διάφορους τρόπους για να το πετύχει: το σκάει από το σχολείο, βρίσκει άδειο το πατρικό διαμέρισμα και συνεχίζει την μάταιη αναζήτηση στα στέκια του, ώσπου βλέπει σε μια γειτονική βιτρίνα το ποδήλατο με πωλητήριο γραμμένο από το χέρι του πατέρα. Τότε αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά και απογοητεύεται. Με όσο κουράγιο του μένει συνεχίζει να τον ψάχνει και όταν κάποτε τον βρει θα επιμείνει, παρά την πατρική άρνηση, να συναντηθούν για να μάθει τα κίνητρά του αλλά θα ακούσει τον πατέρα να εξομολογείται ότι δεν θέλει πλέον να τον βλέπει. Εισπράττοντας την πλήρη απόρριψη από αυτόν που θα έπρεπε να του προσφέρει ανυπόκριτη αγάπη και αφοσίωση ο Σιρίλ κλονίζεται, παρουσιάζει έλλειψη ενδιαφέροντος, αδυναμία συνεννόησης, τάσεις φυγής και δείγματα αλλοπρόσαλλης ή βίαιης συμπεριφοράς, ιδίως όταν θεωρεί πως οι «ρεαλιστές» ενήλικες επεμβαίνουν και καταστρέφουν το δικαίωμα του να ονειρεύεται.
Γίνεται μέλος μιας συμμορίας εφήβων στους οποίους βρίσκει τη φιλία και καλύπτει την ανάγκη του να ανήκει κάπου. Μαζί τους κάνει διάφορες παρανομίες. Ληστεύει με βίαιο τρόπο έναν άνδρα και το μεγάλο χρηματικό ποσό που αποσπά παράνομα, το προσφέρει στον πατέρα που ξέρει ότι το χρειάζεται. Αυτός, ανίκανος να αντιληφθεί τη σημασία της γενναιόδωρης πράξης του παιδιού, αρνείται τα χρήματα και ασυγκίνητος τον διώχνει με άσχημο τρόπο. Με αυτό το τελειωτικό χτύπημα ο Σιρίλ αντιλαμβάνεται ότι με τίποτα δεν μπορεί να εξασφαλίσει την πατρική αποδοχή.
Μόνη φωτεινή πλευρά στη ζωή του νεαρού, όλο αυτό το διάστημα, είναι η τρυφερή Σαμάνθα, μια ιδιοκτήτρια κομμωτηρίου που έχει συναντήσει τυχαία και η οποία τον συμπαθεί και συμφωνεί να τον φιλοξενεί τα Σαββατοκύριακα σπίτι της, ώστε να έχει την δυνατότητα να συγκεντρώνεται και να αναζητά τον πατέρα του. Μαζί με τις γενναίες, παράτολμες και θαυμαστές μάχες του δωδεκάχρονου να αποκρούσει τον προσχεδιασμένο κοινωνικό εξοστρακισμό, παρακολουθούμε την επίμονη και έντονη προσπάθεια της γυναίκας να μοιραστεί μαζί του την αγάπη και τη θαλπωρή που κρύβει στην καρδιά της, να κάμψει τις αντιστάσεις του και να το κάνει να αναγνωρίσει πως τελικά τα πράγματα δεν είναι τόσο σκληρά όσο φαίνονται και ότι είναι καλύτερα να αγωνιζόμαστε για κάτι απτό κι εφικτό, παρά για τις ψευδαισθήσεις μας.
Η Σαμάνθα είναι εκείνη, που χωρίς να έχει κάποια συγγένεια μαζί του, τον καταλαβαίνει, τον φροντίζει, τον παρηγορεί, τον στηρίζει ή απλά περνάει χρόνο μαζί του κάνοντας όμορφα πράγματα όπως μια βόλτα με το ποδήλατο ή ένα πικνίκ στην εξοχή. Είναι εκείνη που διεκπεραιώνει τις δοσοληψίες του με την αστυνομία και τελικά κατακτά την εμπιστοσύνη του, τον βγάζει από τη βία που τον κρατά δέσμιο, καταπραΰνει τα νεύρα που τον κάνουν ράκος και τον μετατρέπει σε έναν άλλο, καινούριο άνθρωπο.
Ο Σιρίλ αν και αρχικά αντιστέκεται σε μια αγάπη ξένη και μη αναγνωρίσιμη, θα βρει στην πορεία στο πρόσωπο της Σαμάνθα την πατρική φιγούρα που χρειάζεται και ψάχνει απεγνωσμένα και θα νοιώσει την αγάπη που του προσφέρει να απλώνεται ως δίχτυ ασφαλείας γύρω από τη δύσκολη ζωή του. Μέσα από αυτές τις δοκιμασίες θα ενηλικιωθεί απότομα και εκβιαστικά, τη στιγμή που οι ενήλικες γύρω του αδυνατούν να μεγαλώσουν και να αντιμετωπίσουν τις ευθύνες που φέρνει μαζί της η ενηλικίωση.
Με το γνωστό κινηματογραφικό τους στυλ, που συνδυάζει αβίαστα την αγριότητα της καθημερινότητας με την αισιοδοξία και τον βαθύ ανθρωπισμό και λυτρώνει τις ψυχές των θεατών και των ηρώων τους, οι αδελφοί Jean-Pierre και Luc Dardenne, δύο φορές ήδη βραβευμένοι με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών για τη «Ροζέτα» και το «Παιδί» (που το Cine-Δράση έχει προβάλει) φτιάχνουν μια ακόμα εξαιρετική ταινία και κατακτούν το 2011, το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο ίδιο Φεστιβάλ, εξ ημισείας με το «Κάποτε στην Ανατολία» του Τούρκου Nuri Bilge Ceylan.
Ενορχηστρωμένο και απλό σενάριο, αφαιρετική δομή, σύντομη διάρκεια (μόνον 80΄) λιτή και σφιχτή σκηνοθεσία, ρεαλισμός, βαθύς συναισθηματισμός, καθαρή ματιά γεμάτη νοήματα, είναι οι αρετές του φιλμ. Ο Τhomas Doret ζωγραφίζει στο ρόλο του εγκαταλελειμμένου από τον πατέρα παιδιού. Η υπερδραστήρια παρουσία του και η απίστευτη εκφραστικότητά του (ο θυμός, η απογοήτευση, η ελπίδα εναλλάσσονται εκφραστικά στο πρόσωπό του αστραπιαία), κάνουν την ερμηνεία του αξιομνημόνευτη και ανεβάζουν κατακόρυφα την ποιότητα της ταινίας. Ο μητρικός ρόλος ταιριάζει απόλυτα στην Γαλλίδα Cecile de France, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ερμηνεία της σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Παράλληλα οι δυνατές ερμηνείες των υπόλοιπων χαρακτήρων απογειώνουν την ταινία και καθηλώνουν τον θεατή φέρνοντας τον αντιμέτωπο με τις δικές του αναζητήσεις και ανησυχίες.
Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία, 2011. Σενάριο-Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Dardenne, Luc Dardenne. Πρωταγωνιστούν: Thomas Doret, Cecile De France, Jeremie Renier, Fabrizio Rongione, Egon Di Mateo.