Κυρ 9 Απρ 2017 06:59:18 μμ

ΝΟΜΟΣ 4272/ΦΕΚ Α 145/11.07.2014

Προσαρμογή στο εθνικό δίκαιο της Εκτελεστικής Οδηγίας 2012/25/ΕΕ της Επιτροπής της 9ης Οκτωβρίου 2012 για τη θέσπιση διαδικασιών ενημέρωσης σχετικά με την ανταλλαγή, μεταξύ των κρατών-μελών, ανθρώπινων οργάνων που προορίζονται για μεταμόσχευση - Ρυθμίσεις για την Ψυχική Υγεία και την Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή και λοιπές διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Α. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Προσαρμογή στο εθνικό δίκαιο της Εκτελεστικής Οδηγίας 2012/25/ΕΕ της Επιτροπής της 9ης Οκτωβρίου 2012 για τη θέσπιση διαδικασιών ενημέρωσης σχετικά με την ανταλλαγή, μεταξύ των κρατών-μελών, ανθρώπινων οργάνων που προορίζονται για μεταμόσχευση.

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 1 της Οδηγίας 2012/25/ΕΕ)

Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 8 εφαρμόζονται στη διασυνοριακή ανταλλαγή ανθρώπινων οργάνων που προορίζονται για μεταμόσχευση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 2

Αντικείμενο (άρθρο 2 της Οδηγίας 2012/25/ΕΕ)

Με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 8 του νόμου ρυθμίζονται:

α) Διαδικασίες για τη διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με το χαρακτηρισμό οργάνων και δοτών.

β) Διαδικασίες για τη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών ώστε να εξασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα των οργάνων.

γ) Διαδικασίες για την εξασφάλιση της υποβολής στοιχείων για σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα και αντιδράσεις.

Άρθρο 3 Ορισμοί

(άρθρο 3 της Οδηγίας 2012/25/ΕΕ)

Για τους σκοπούς των άρθρων 1 έως 8 νοούνται ως:

α) «κράτος-μέλος προέλευσης»: το κράτος-μέλος όπου αφαιρείται το όργανο με σκοπό τη μεταμόσχευση.

β) «κράτος-μέλος προορισμού»: το κράτος-μέλος στο οποίο αποστέλλεται το όργανο με σκοπό τη μεταμόσχευση.

γ) «εθνικός αριθμός ταυτοποίησης του δότη/λήπτη»: ο κωδικός αναγνώρισης που δίνεται σε έναν δότη ή σε έναν λήπτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 20 του ν. 3984/2011 (άρθρο 10 παρ. 2 της Οδηγίας 2010/53/ΕΕ).

δ) «προσδιορισμός του οργάνου»: η ανατομική περιγραφή ενός οργάνου, η οποία περιλαμβάνει: 1. Το είδος του, όπως καρδιά, ήπαρ, 2. κατά περίπτωση, τη θέση του (αριστερά ή δεξιά) στο σώμα και 3. κατά πόσον πρόκειται για ολόκληρο όργανο ή μέρος οργάνου, με μνεία του λοβού ή του τμήματος του οργάνου.

ε)«εξουσιοδοτημένος οργανισμός»: ο Εθνικός Οργανισμός Μεταμοσχεύσεων (Ε.Ο.Μ.), στον οποίο έχουν μεταβιβαστεί καθήκοντα, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 3984/2011 (άρθρο 17 παρ. 1 της Οδηγίας 2010/53/ΕΕ).

Άρθρο 4

Κοινοί διαδικαστικοί κανόνες (άρθρο 4 της Οδηγίας 2012/25/ΕΕ)

1. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος μεταξύ των αρμόδιων αρχών ή των εξουσιοδοτημένων οργανισμών, των Οργανισμών Αφαίρεσης και/ή των Μονάδων Μεταμόσχευσης:

α) Διαβιβάζονται εγγράφως είτε ηλεκτρονικά είτε τηλεομοιοτυπικά.

β) Συντάσσονται σε γλώσσα που κατανοεί τόσο ο αποστολέας όσο και ο παραλήπτης, άλλως σε από κοινού συμφωνημένη γλώσσα άλλως στα αγγλικά.

γ) Διαβιβάζονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

δ) Καταχωρούνται και καθίστανται διαθέσιμες κατόπιν σχετικού αιτήματος.

ε) Αναφέρουν την ημερομηνία και την ώρα της διαβίβασης.

στ) Περιλαμβάνουν τα στοιχεία επικοινωνίας του αρμοδίου για τη μεταβίβαση.

ζ) Περιλαμβάνουν την ακόλουθη υπενθύμιση: «Περιέχονται προσωπικά δεδομένα. Πρέπει να προστατεύονται από μη εξουσιοδοτημένη δημοσιοποίηση ή πρόσβαση.»

2. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, οι πληροφορίες μπορούν να ανταλλάσσονται προφορικά, ιδίως όταν πρόκειται για ανταλλαγές, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 7 του παρόντος. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών επιβεβαιώνεται από έγγραφη διαβίβαση, σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα.

3. Η παραλαβή των πληροφοριών που διαβιβάζονται, σύμφωνα με την παρούσα Οδηγία επιβεβαιώνεται από τον αποστολέα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 1.

4. Το εντεταλμένο προσωπικό του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων:

α) Είναι διαθέσιμο 24 ώρες την ημέρα και επτά ημέρες την εβδομάδα, για καταστάσεις επείγοντος χαρακτήρα.

β) Είναι σε θέση να λάβει και να διαβιβάσει πληροφορίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Άρθρο 5

Πληροφορίες σχετικά με το χαρακτηρισμό οργάνων και δοτών (άρθρο 5 της Οδηγίας 2012/25/ΕΕ)

1. Όταν πρόκειται να ανταλλαγούν όργανα με σκοπό τη μεταμόσχευση μεταξύ κρατών-μελών, πριν από την ανταλλαγή των οργάνων, η αρμόδια αρχή ή ο εξουσιοδοτημένος οργανισμός, του κράτους-μέλους προέλευσης, διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές ή στους εξουσιοδοτημένους οργανισμούς των δυνητικών κρατών-μελών προορισμού τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί για το χαρακτηρισμό των αφαιρούμενων οργάνων και των δοτών, όπως καθορίζεται στο άρθρο 16 του ν. 3984/2011.

2. Όταν ορισμένες από τις πληροφορίες που πρόκειται να διαβιβαστούν σύμφωνα, με την παράγραφο 1, δεν είναι διαθέσιμες τη στιγμή της αρχικής διαβίβασης και καθίστανται διαθέσιμες αργότερα, διαβιβάζονται σε εύθετο χρόνο, ώστε να καταστεί εφικτή η λήψη ιατρικών αποφάσεων:

α) από την αρμόδια αρχή ή τον εξουσιοδοτημένο οργανισμό, του κράτους-μέλους προέλευσης, στην αρμόδια αρχή ή στον εξουσιοδοτημένο οργανισμό του κράτους-μέλους προορισμού ή

β) απευθείας από τον Οργανισμό αφαίρεσης στη Μονάδα μεταμόσχευσης.

3. Οι Οργανισμοί αφαίρεσης και οι Μονάδες μεταμόσχευσης διαβιβάζουν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον ΕΟΜ αντίγραφο των πληροφοριών, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 6

Πληροφορίες για την εξασφάλιση της ιχνηλασιμότητας των οργάνων (άρθρο 6 της Οδηγίας 2012/25/ΕΕ)

1. Σε περίπτωση αποστολής οργάνου με σκοπό τη μεταμόσχευση προς άλλο κράτος-μέλος, ο ΕΟΜ οφείλει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή ή τον εξουσιοδοτημένο οργανισμό του κράτους-μέλους προορισμού σχετικά με:

α) τον προσδιορισμό του οργάνου,

β) τον εθνικό αριθμό ταυτοποίησης του δότη,

γ) την ημερομηνία αφαίρεσης,

δ) την ονομασία και τα στοιχεία επικοινωνίας του κέντρου αφαίρεσης.

2. Σε περίπτωση λήψης οργάνου με σκοπό τη μεταμόσχευση από άλλο κράτος-μέλος, ο ΕΟΜ οφείλει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή ή τον εξουσιοδοτημένο οργανισμό του κράτους-μέλους προέλευσης σχετικά με:

α) τον εθνικό αριθμό ταυτοποίησης του λήπτη ή, αν το όργανο δεν μεταμοσχεύθηκε, σχετικά με την τελική του χρήση,

β) την ημερομηνία μεταμόσχευσης, κατά περίπτωση,

γ) την ονομασία και τα στοιχεία επικοινωνίας της μονάδας μεταμόσχευσης.

Άρθρο 7

Αναφορά σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων και αντιδράσεων (άρθρο 7 της Οδηγίας 2012/25/ΕΕ)

α) Όταν ο ΕΟΜ ενημερώνεται σχετικά με ένα σοβαρό ανεπιθύμητο συμβάν ή αντίδραση που υποπτεύεται ότι συνδέεται με όργανο το οποίο ελήφθη με σκοπό τη μεταμόσχευση από άλλο κράτος-μέλος, ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή ή τον εξουσιοδοτημένο οργανισμό του κράτους-μέλους προέλευσης και διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εν λόγω αρμόδια αρχή ή εξουσιοδοτημένο οργανισμό αρχική έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τις πληροφορίες που ορίζονται στο Παράρτημα I, στο βαθμό που αυτές οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες.

β) Ο ΕΟΜ ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές ή τους εξουσιοδοτημένους οργανισμούς κάθε οικείου κράτους-μέλους προορισμού και τους διαβιβάζει αρχική έκθεση η οποία περιλαμβάνει τις πληροφορίες που ορίζονται στο Παράρτημα I, κάθε φορά που ενημερώνεται για την ύπαρξη σοβαρού ανεπιθύμητου συμβάντος ή αντίδρασης που υποπτεύεται ότι συνδέεται με δότη του οποίου τα όργανα αποστάλθηκαν, επίσης, σε άλλα κράτη-μέλη.

γ) Όταν μετά την αρχική έκθεση καθίστανται διαθέσιμες επιπλέον πληροφορίες, διαβιβάζονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

δ) Σε περίπτωση αποστολής οργάνου με σκοπό τη μεταμόσχευση ο ΕΟΜ διαβιβάζει, το αργότερο εντός 3 μηνών από την αρχική έκθεση που έχει διαβιβαστεί, σύμφωνα με τα στοιχεία α' ή β' στις αρμόδιες αρχές ή τους εξουσιοδοτημένους οργανισμούς όλων των κρατών-μελών προορισμού κοινή τελική έκθεση που περιέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο Παράρτημα II.

Σε περίπτωση λήψης οργάνου με σκοπό τη μεταμόσχευση ο ΕΟΜ παρέχει τις σχετικές πληροφορίες εγκαίρως στην αρμόδια αρχή ή στον εξουσιοδοτημένο οργανισμό του κράτους-μέλους προέλευσης. Η τελική έκθεση καταρτίζεται μετά τη συγκέντρωση των σχετικών πληροφοριών από όλα τα εμπλεκόμενα κράτη-μέλη.

Άρθρο 8

Διασύνδεση μεταξύ κρατών-μελών (άρθρο 8 της Οδηγίας 2012/25/ΕΕ)

1. Ο Εθνικός Οργανισμός Μεταμοσχεύσεων κοινοποιεί στην Επιτροπή τα στοιχεία επικοινωνίας του ως αρμόδιας αρχής στον οποίο οι σχετικές πληροφορίες διαβιβάζονται για τους σκοπούς, των άρθρων 5 έως 7. Τα εν λόγω στοιχεία επικοινωνίας περιλαμβάνουν τουλάχιστον: την ονομασία του οργανισμού, τον αριθμό τηλεφώνου, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τον αριθμό φαξ και την ταχυδρομική διεύθυνση.

2. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας κατανέμονται οι αρμοδιότητες μεταξύ του ΕΟΜ και της νέας αρμόδιας αρχής ή εξουσιοδοτημένου οργανισμού, ώστε οι πληροφορίες που λαμβάνονται από αυτούς, σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6, 7, να προωθούνται ανάλογα.

3. Ο ΕΟΜ οφείλει να επικαιροποιεί τις πληροφορίες του καταλόγου όλων των αρμοδίων αρχών, σύμφωνα με τον κατάλογο της Επιτροπής.

Άρθρο 8α

Παραρτήματα

1. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Αρχική έκθεση για υποψία σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων ή αντιδράσεων

1. Κράτος-μέλος που υποβάλλει την έκθεση.

2. Αριθμός ταυτοποίησης της έκθεσης: αριθμός χώρας (ΙSΟ)/εθνικός αριθμός.

3. Στοιχεία επικοινωνίας του συντάκτη της έκθεσης (αρμόδια αρχή ή εξουσιοδοτημένος οργανισμός στο κράτος-μέλος που υποβάλλει την έκθεση): τηλέφωνο, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και, κατά περίπτωση, φαξ.

4. Κέντρο/οργανισμός που συντάσσει την έκθεση.

5. Στοιχεία επικοινωνίας του αρμόδιου συντονιστού/επαφής (Μονάδα Μεταμόσχευσης /οργανισμός αφαίρεσης στο κράτος-μέλος που υποβάλλει την έκθεση): τηλέφωνο, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και, κατά περίπτωση, φαξ.

6. Ημερομηνία και ώρα υποβολής της έκθεσης (εεεε/μμ/ηη/ωω/λλ).

7. Κράτος-μέλος προέλευσης.

8. Εθνικός αριθμός ταυτοποίησης δότη, όπως κοινοποιείται δυνάμει του άρθρου 6.

9. Όλα τα κράτη-μέλη προορισμού (αν είναι γνωστά).

10. Εθνικός(-οί) αριθμός(-οί) ταυτοποίησης λήπτη (-ών), όπως κοινοποιείται (-ούνται) δυνάμει του άρθρου 6.

11. Ημερομηνία και ώρα εκδήλωσης σοβαρού ανεπιθύμητου συμβάντος ή αντίδρασης (εεεε/μμ/ηη/ωω/λλ).

12. Ημερομηνία και ώρα διαπίστωσης σοβαρού ανεπιθύμητου συμβάντος ή αντίδρασης (εεεε/μμ/ηη/ωω/λλ).

13. Περιγραφή σοβαρού ανεπιθύμητου συμβάντος ή αντίδρασης.

14. Αμεσα μέτρα που ελήφθησαν/προτάθηκαν.

2. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Τελική έκθεση για σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ή αντιδράσεις

1. Κράτος-μέλος που υποβάλλει την έκθεση.

2. Αριθμός ταυτοποίησης της έκθεσης: αριθμός χώρας (ΙSΟ)/εθνικός αριθμός.

3. Στοιχεία επικοινωνίας του συντάκτη της έκθεσης: τηλέφωνο, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και, κατά περίπτωση, φαξ.

4. Ημερομηνία και ώρα υποβολής της έκθεσης (εεεε/ μμ/ηη/ωω/λλ).

5. Αριθμός(-οί) ταυτοποίησης της (των) αρχικής(-ών) έκθεσης(-εων) (Παράρτημα I).

6. Περιγραφή του περιστατικού.

7. Εμπλεκόμενα κράτη-μέλη.

8. Αποτέλεσμα της εξέτασης και τελικά συμπεράσματα.

9. Προληπτικές και διορθωτικές ενέργειες που ελήφθησαν.

10. Συμπέρασμα / παρακολούθηση, αν απαιτείται.

Β. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Άρθρο 9

Ρυθμίσεις Μονάδων Ψυχικής Υγείας

1. Στο τέλος του άρθρου 30 του ν. 4052/2012 (Α' 41) προστίθενται παράγραφοι 7 και 8 ως ακολούθως:

«7. Τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας των καταργούμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 του παρόντος αποτελούν εφεξής, αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των αντίστοιχων Γενικών Νοσοκομείων υποδοχής. Οι λοιπές Μονάδες Ψυχικής Υγείας των καταργούμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου του παρόντος άρθρου, αποτελούν εφεξής αποκεντρωμένες μονάδες των ως άνω Κέντρων Ψυχικής Υγείας.

8. Τα ως άνω Κέντρα Ψυχικής Υγείας με τις λοιπές Μονάδες Ψυχικής Υγείας αποτελούν διακριτό κέντρο κόστους στον προϋπολογισμό του νοσοκομείου υποδοχής. Τα νοσοκομεία υποδοχής υποχρεούνται να τηρούν ξεχωριστό Κ.Α.Ε. στον προϋπολογισμό τους για τα ως άνω Κέντρα Ψυχικής Υγείας με τις λοιπές Μονάδες Ψυχικής Υγείας που υπάγονται σε αυτό. Κάθε αυξομείωση των πιστώσεων του ως άνω Κ.Α.Ε. διενεργείται κατόπιν έγκρισης του Υπουργού Υγείας.»

2. Οι παράγραφοι 1 έως 5 του άρθρου 31 του ν. 4052/2012 (Α' 41) αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Οι οργανικές και προσωποπαγείς θέσεις του ιατρικού προσωπικού που υπηρετεί στα καταργούμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου μεταφέρονται στο νοσοκομείο υποδοχής για τη στελέχωση του Ψυχιατρικού Τμήματος του Ψυχιατρικού Τομέα, τη στελέχωση του αντίστοιχου Κέντρου Ψυχικής Υγείας με τις λοιπές αποκεντρωμένες Μονάδες Ψυχικής Υγείας που υπάγονται σε αυτό, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 30.

2. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας κατόπιν εισήγησης του διοικητή της αρμόδιας Υγειονομικής Περιφέρειας, οι ιατροί που υπηρετούν στα καταργούμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κατά το χρόνο ένταξης μεταφέρονται στο Ψυχιατρικό Τμήμα του Ψυχιατρικού Τομέα του νοσοκομείου υποδοχής ή στο αντίστοιχο Κέντρο Ψυχικής Υγείας με τις λοιπές αποκεντρωμένες μονάδες ψυχικής υγείας που υπάγονται σε αυτό με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική ή προσωποπαγή θέση, βαθμό, ειδικότητα που κατέχουν.

3. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από εισήγηση του διοικητή της αρμόδιας Υγειονομικής Περιφέρειας, οι θέσεις του λοιπού προσωπικού, πλην του διοικητικού και τεχνικού, μεταφέρονται στο Ψυχιατρικό Τμήμα του Ψυχιατρικού Τομέα του νοσοκομείου υποδοχής ή στο αντίστοιχο Κέντρο Ψυχικής Υγείας με τις λοιπές αποκεντρωμένες μονάδες ψυχικής υγείας που υπάγονται σε αυτό. Με όμοια απόφαση, μετά από εισήγηση του διοικητή της αρμόδιας Υγειονομικής Περιφέρειας, οι ως άνω μεταφερόμενες θέσεις, καλύπτονται από το προσωπικό που ήδη υπηρετεί, με την ίδια εργασιακή σχέση, θέση, κλάδο, βαθμό και ειδικότητα που κατείχαν στο καταργούμενο νομικό πρόσωπο. Για την υπηρεσιακή κατάσταση, όπως άδειες, αποσπάσεις, μετακινήσεις, πειθαρχικές διαδικασίες, λύση υπηρεσιακής σχέσης, του ανωτέρω προσωπικού, εφαρμόζονται μετά την κατά τα άνω μεταφορά του στα νοσοκομεία υποδοχής, οι διατάξεις που διέπουν το αντίστοιχο προσωπικό των φορέων αυτών. Το ίδιο προσωπικό, μετά τη μεταφορά του, μισθοδοτείται από τα νοσοκομεία υποδοχής και λαμβάνει τις αποδοχές της αντίστοιχης κατηγορίας, ιδίως μισθολόγιο, επιδόματα, αποζημιώσεις, του προσωπικού αυτών. Το παραπάνω προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς που είχε πριν από τη μεταφορά του στους φορείς υποδοχής. Το ως άνω προσωπικό εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας και απαγορεύεται κάθε εσωτερική μετακίνησή του για οποιονδήποτε λόγο.

4. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας μετά από εισήγηση του διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, το διοικητικό και τεχνικό προσωπικό που υπηρετεί στα καταργούμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και κατέχει οργανικές ή προσωποπαγείς θέσεις κατά το χρόνο ένταξης, μεταφέρεται στο νοσοκομείο υποδοχής ή στο αντίστοιχο Κέντρο Ψυχικής Υγείας με τις λοιπές αποκεντρωμένες μονάδες ψυχικής υγείας που υπάγονται σε αυτό, με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική ή προσωποπαγή θέση, βαθμό, ειδικότητα που κατέχουν.

5. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από εισήγηση του διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, διενεργείται η μεταφορά οργανικών θέσεων και προσωπικού, καθώς και προσωποπαγών θέσεων των παραγράφων 2, 3 και 4. Η εισήγηση υποβάλλεται στο Υπουργείο Υγείας εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες που υπάρχουν από έλλειψη προσωπικού στις κατηγορίες, κλάδους και ειδικότητες στα νοσοκομεία, στα Κέντρα Ψυχικής Υγείας και τις λοιπές Μονάδες Ψυχικής Υγείας. Διαπιστωτικές πράξεις, που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 5 του άρθρου 31 του ν. 4052/2012, καταργούνται μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων μεταφοράς του προσωπικού.»

3. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 77 του ν. 3918/2011 (Α' 31) αντικαθίσταται ως εξής:

«Εξαιρούνται οι διατάξεις περί του Κεφαλαίου Κοινωνικής και Ανθρωπιστικής Αντίληψης του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης εε' του άρθρου 3 του ν. 3580/2007 (Α' 134) και των εδαφίων πέμπτου, έκτου, εβδόμου και ογδόου.»

4. Προστίθεται τρίτο εδάφιο στην παρ. 1 του άρθρου 77 του ν. 3918/2011 (Α' 31) ως εξής:

«Τα εδάφια τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο της παρούσας παραγράφου ισχύουν αναδρομικά από τη δημοσίευση του ν. 3580/2007 (Α' 134)».

Άρθρο 10

Τομεακές Επιτροπές Ψυχικής Υγείας (Τ.Ε.Ψ.Υ.)

1. Η παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 2716/1999 (Α' 96) αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από γνώμη του Κε.Σ.Υ., η οποία εκδίδεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της πρότασης του Υπουργού Υγείας, συγκροτούνται εντός πέντε (5) μηνών, από τη δημοσίευση της απόφασης σύστασης του Τομέα, επταμελείς τομεακές επιτροπές.

Σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, η απόφαση εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη του Κε.Σ.Υ.. Οι Τομεακές Επιτροπές Ψυχικής Υγείας αποτελούνται από:

α) Συντονιστές Διευθυντές ή Επιστημονικούς Υπεύθυνους των Μονάδων Ψυχικής Υγείας των νοσοκομείων του ν.δ. 2592/1953 και του ν. 1397/1983 του Τομέα (Το.Ψ.Υ.) με τους νόμιμους αναπληρωτές τους ή κατά περίπτωση των Πανεπιστημιακών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων. Ένας τουλάχιστον είναι Επιστημονικός Διευθυντής ή Υπεύθυνος των Μ.Ψ.Υ. του άρθρου 5 παράγραφος 1 με το νόμιμο αναπληρωτή του.

β) Ψυχιάτρους ή παιδοψυχιάτρους ή λοιπούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές, επισκέπτες υγείας, νοσηλευτές με ψυχιατρική ειδικότητα, παιδαγωγούς, εκπαιδευτικούς), οι οποίοι υπηρετούν στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας του Τομέα Ψυχικής Υγείας των νοσοκομείων του ν.δ. 2592/1953 και του ν. 1397/1983 με τους νόμιμους αναπληρωτές τους ή κατά περίπτωση των Πανεπιστημιακών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων.

γ) Ψυχιάτρους ή παιδοψυχιάτρους ή λοιπούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας, οι οποίοι υπηρετούν σε Μονάδες Ψυχικής Υγείας νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, οι οποίες ανήκουν στο συγκεκριμένο Τομέα.

δ) Ιδιώτες ψυχιάτρους ή παιδοψυχιάτρους, οι οποίοι είναι εγγραμμένοι στον Ιατρικό Σύλλογο και δραστηριοποιούνται στο συγκεκριμένο Τομέα.

ε) Έναν (1) εκπρόσωπο ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας ή Συλλόγων Οικογενειών των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ο οποίος προέρχεται από το συγκεκριμένο Τομέα.»

2. Η παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 2716/1999 (Α' 96) αντικαθίσταται ως εξής:

«7. Ο Πρόεδρος και ένα μέλος της Τομεακής Επιτροπής Ψυχικής Υγείας προέρχονται από τα οριζόμενα μέλη στην παράγραφο 6 εδάφιο α'. Ο Αντιπρόεδρος και ένα άλλο μέλος της Τομεακής Επιτροπής Ψυχικής Υγείας προέρχονται από τα οριζόμενα μέλη στην παράγραφο 6 εδάφιο β' και ένας από αυτούς πρέπει υποχρεωτικά να είναι παιδοψυχίατρος και να προέρχεται από το συγκεκριμένο ή όμορο τομέα. Τα λοιπά μέλη προέρχονται από τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 εδάφια γ', δ' και ε'. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει επαρκής αριθμός μελών για τη συγκρότηση των ανωτέρω Τομεακών Επιτροπών, ο Υπουργός Υγείας ορίζει ως μέλη, πρόσωπα κύρους και με εμπειρία στην ψυχική υγεία. Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και τα μέλη της Τομεακής Επιτροπής Ψυχικής Υγείας ανακαλούνται με απόφαση του Υπουργού Υγείας.

Η θητεία των ανωτέρω Τομεακών Επιτροπών Ψυχικής Υγείας (Τ.Ε.Ψ.Υ.) είναι τριετής και οι θέσεις τιμητικές και άμισθες.»

3. Η παρ. 8 του άρθρου 3 του ν. 2716/1999 (Α' 96) αντικαθίσταται ως εξής:

«8.α) Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και τα μέλη των Τομεακών Επιτροπών Ψυχικής Υγείας (Τ.Ε.Ψ.Υ.) προσφέρουν τις υπηρεσίες τους παράλληλα με τα κύρια καθήκοντά τους. Η Τ.Ε.Ψ.Υ. συνεδριάζει στην έδρα της Μονάδας Ψυχικής Υγείας από την οποία προέρχεται ο Πρόεδρος και υποστηρίζεται γραμματειακά από διοικητικό υπάλληλο της Μονάδας. Στα πρακτικά των συνεδριάσεων αναφέρεται αναλυτικά τόσο η απόφαση της πλειοψηφίας όσο και η γνώμη της μειοψηφίας. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας ο Πρόεδρος της Τ.Ε.Ψ.Υ. δύναται να αναπληρώνεται, κατά τη διάρκεια της τριετούς θητείας του, στα ιατρικά του καθήκοντα εν όλω ή εν μέρει κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2519/1997. Για τις δαπάνες κινήσεως των μετακινούμενων μελών της Τομεακής Επιτροπής Ψυχικής Υγείας (Τ.Ε.Ψ.Υ.) ισχύουν οι κείμενες διατάξεις για τη μετακίνηση με εντολή του Δημοσίου για εκτέλεση υπηρεσίας. Ο Πρόεδρος εκδίδει τις σχετικές εντολές μετακίνησης. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καλύπτονται ετησίως οι δαπάνες λειτουργίας των Τομεακών Επιτροπών από πόρους του Κεφαλαίου Κοινωνικής και Ανθρωπιστικής Αντίληψης του ν. 3580/2007. Το ύψος της κατά τα ανωτέρω χρηματοδότησης των λειτουργικών δαπανών κάθε Τομεακής Επιτροπής τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον αριθμό των ωφελούμενων, οι οποίοι εξυπηρετούνται ετησίως από τις μονάδες ψυχικής υγείας του συγκεκριμένου Τομέα και καταβάλλεται μέσω του προϋπολογισμού του Νοσοκομείου από το οποίο προέρχεται ο Πρόεδρός της. Για το σκοπό αυτόν οι εν λόγω δαπάνες θα καταχωρίζονται και παρακολουθούνται σε ιδιαίτερο διακριτό κωδικό, τόσο σε επίπεδο παρακολούθησης εκτέλεσης του προϋπολογισμού όσο και σε επίπεδο κοστολόγησης.

β) Τα μέλη των Τομεακών Επιτροπών Ψυχικής Υγείας από τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 εδάφια α', β' και γ' υποχρεούνται να απασχολούνται ετησίως τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες στο έργο των Τομεακών Επιτροπών.»

Άρθρο 11

Τροποποίηση των διατάξεων του ν. 2716/1999

Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του ν. 2716/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«Η Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές είναι εννεαμελής και αποτελείται από:

α) έναν ψυχίατρο και έναν παιδοψυχίατρο,

β) έναν κοινωνικό λειτουργό,

γ) έναν νοσηλευτή με ειδικότητα στη νοσηλευτική ψυχικής υγείας ή με μεταπτυχιακό τίτλο ειδίκευσης στην ψυχική υγεία και εμπειρία στην ψυχική υγεία,

δ) έναν ψυχολόγο,

ε) δύο πτυχιούχους νομικής,

στ) δύο εκπροσώπους των χρηστών υπηρεσιών ψυχικής υγείας ή των συλλόγων οικογενειών των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.».

Άρθρο 12

Υπαγωγή ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών στις διατάξεις του ν. 2716/1999

1. Οι ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές του άρθρου 16 παρ. 2 του π.δ. 247/1991 (Α' 93) και του άρθρου 6 παρ. 4 του π.δ. 235/2000 (Α' 199) υπάγονται στις διατάξεις του ν. 2716/1999 (Α' 96), όπως εκάστοτε ισχύει, και αποτελούν Μονάδες Ψυχικής Υγείας, κατά την έννοια του άρθρου 11 του νόμου αυτού. Οι με αριθμό 2, 3, 4, 5 παράγραφοι του άρθρου 11 του ν. 2716/1999 δεν ισχύουν για τις ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές.

2. Η παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 2716/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα αποκλειστικά Κέντρων Ημέρας, Προστατευμένων Διαμερισμάτων, Οικοτροφείων, Ξενώνων, Ειδικών Κέντρων Κοινωνικής Επανένταξης και Ειδικών Μονάδων Αποκατάστασης και Επαγγελματικής Επανένταξης και ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών. Από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα επιτρέπεται η λειτουργία και Κινητών Μονάδων Ψυχικής Υγείας. Το αυτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να λειτουργεί περισσότερες από μία Μ.Ψ.Υ. με ξεχωριστές άδειες. Οι μονάδες αυτές των φυσικών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου εντάσσονται στον αντίστοιχο Τομέα Ψυχικής Υγείας (Το.Ψ.Υ.).»

3. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, η οποία εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζονται τα όργανα ελέγχου και οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την άσκηση της εποπτείας και ελέγχου των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2716/1999.

Άρθρο 13

Διοικητικός και οικονομικός - διαχειριστικός έλεγχος

Μετά το άρθρο 4 του ν. 2716/1999 προστίθεται άρθρο 4Α ως εξής:

«Aρθρο

Διοικητικός και οικονομικός - διαχειριστικός έλεγχος, παρακολούθηση της ποιότητας και έλεγχος υλοποίησης των υπηρεσιών.

1.α. Για τις Μονάδες Ψυχικής Υγείας που έχουν συσταθεί από νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953 και του ν. 1397/1983 ή που ανήκουν σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που επιχορηγούνται εν όλω ή εν μέρει, άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο, η κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου εποπτεία εκτείνεται σε διοικητικό και οικονομικό-διαχειριστικό έλεγχο, έλεγχο και παρακολούθηση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και έλεγχο πιστοποίησης της υλοποίησης των δηλούμενων υπηρεσιών.

β. Οι διενεργούμενοι, κατά την προηγούμενη παράγραφο, έλεγχοι περιλαμβάνουν, ιδίως:

αα. έλεγχο νομιμότητας της ίδρυσης, διοίκησης, διαχείρισης και εν γένει λειτουργίας της μονάδας,

ββ. έλεγχο και έγκριση ετήσιων προϋπολογιστικών στοιχείων και έλεγχο αξιοπιστίας των υποβαλλόμενων απολογιστικών στοιχείων,

γγ. έλεγχο επιλεξιμότητας των δαπανών που με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε ύψος χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους, βάσει ορισμένου πλαισίου κοστολόγησης των παρεχόμενων υπηρεσιών και ορισμένου ανώτατου κόστους ανά ωφελούμενο,

δδ. παρακολούθηση κοινών δεικτών και κριτηρίων διασφάλισης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών,

εε. έλεγχο πιστοποίησης της υλοποίησης των δηλούμενων υπηρεσιών (διασταυρώσεις).

2.α. Στο πλαίσιο του ελέγχου των κοινωνικών παροχών του παρόντος νόμου και με σκοπό την αποτροπή της καταβολής αχρεωστήτως ποσών βάσει αναληθών ή ανακριβών ή εσφαλμένων στοιχείων (προληπτικός έλεγχος), καθώς και τη διασφάλιση της ποιότητας και επάρκειας των παρεχόμενων υπηρεσιών ψυχικής υγείας (ποιοτικός έλεγχος), οι μονάδες της παραγράφου 1.α. υποχρεούνται να τηρούν και να θέτουν στη διάθεση των διενεργούντων κάθε είδους, κατά την παράγραφο 1, ελέγχων, πλήρη στοιχεία με τα απαιτούμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται, ιδίως, στοιχεία για την ίδρυση, διοίκηση και οικονομική διαχείριση των μονάδων, για το κάθε είδους απασχολούμενο προσωπικό, για τις κάθε είδους παρεχόμενες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, για τους ωφελούμενους χρήστες/λήπτες των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες ψυχικής υγείας ανά ωφελούμενο χρήστη / λήπτη θα ελέγχονται και ως προς το υποκείμενο/ εργαζόμενο που παρέχει την υπηρεσία, την ειδικότητά του, τη μορφή απασχόλησής του, το ωράριο εργασίας του στη Μονάδα Ψυχικής Υγείας που ελέγχεται.

β. Οι υπόχρεοι σε τήρηση των παραπάνω στοιχείων φορείς οφείλουν να υποβάλουν στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας, σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή και μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος Παρακολούθησης Μονάδων Ψυχικής Υγείας, τα απολύτως αναγκαία για τη λυσιτελή διενέργεια των κατά το παρόν άρθρο ελέγχων. Οι έλεγχοι διενεργούνται και επιτόπια.

γ. Εφόσον κατά τη διενέργεια του έλεγχου διαπιστωθεί η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση από τις υπόχρεες μονάδες των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 4 και από το παρόν, είναι δυνατή η αναστολή κάθε είδους χρηματικής καταβολής από δημόσιους ή κοινοτικούς πόρους προς αυτές για τις παρεχόμενες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, καθώς και η επιβολή προστίμων ή άλλων διοικητικών κυρώσεων.

3. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας ρυθμίζεται ειδικότερα, ο τρόπος άσκησης των ελέγχων της παραγράφου 1 του παρόντος, κάθε απαραίτητο οργανωτικό και τεχνικό μέτρο, καθώς και οι επιβαλλόμενες κυρώσεις.

4. Στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται οι Μονάδες Ψυχικής Υγείας που εποπτεύονται από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων.»

Γ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΩΣ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ (Ι.Υ.Α.)

Άρθρο 14

Διάρκεια κρυοσυντήρησης

Η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η διάρκεια της κρυοσυντήρησης καθορίζεται ως εξής:

α. Σπέρμα και ορχικός ιστός: αν το σπέρμα έχει κατατεθεί από τρίτο δότη, μέχρι δέκα (10) έτη, ενώ αν το σπέρμα ή ο ορχικός ιστός έχει κατατεθεί μόνο για μελλοντική προσωπική χρήση στο πλαίσιο εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α., μέχρι πέντε (5) έτη.

β. Ωάρια και ωοθηκικός ιστός: πέντε (5) έτη.

γ. Ζυγώτες και γονιμοποιημένα ωάρια: πέντε (5) έτη.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις η διάρκεια της κρυοσυντήρησης μπορεί να παραταθεί με έγγραφη αίτηση των δικαιουμένων- σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου- προσώπων για άλλα πέντε (5) έτη. Αν δεν υπάρχει επικοινωνία ή δεν ανευρίσκονται τα δικαιούμενα πρόσωπα, εφαρμόζονται ως προς την τύχη του γεννητικού υλικού, των ζυγωτών και των γονιμοποιημένων ωαρίων, οι ρυθμίσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου.»

Άρθρο 15

Διάθεση γονιμοποιημένων ωαρίων και γαμετών

1. Το εδάφιο β' της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«Σε περίπτωση διάθεσης γονιμοποιημένων ωαρίων, όταν οι δότριες είναι έγγαμες ή συζούν σε ελεύθερη ένωση απαιτείται και η έγγραφη συναίνεση του συζύγου ή συντρόφου.»

2. Η περίπτωση α' της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«α. οι ιατρικές, εργαστηριακές, φαρμακευτικές και νοσηλευτικές δαπάνες πριν, κατά και μετά τη λήψη των γαμετών,».

3. Η περίπτωση γ' της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. κάθε θετική ζημία του δότη εξαιτίας αποχής από την εργασία του, καθώς και οι αμοιβές για εξαρτημένη εργασία που ο υποψήφιος δότης στερήθηκε εξαιτίας της απουσίας του για την προετοιμασία και πραγματοποίηση της λήψης των γαμετών, καθώς και αποζημίωση για τη βιολογική καταπόνησή του. Το ύψος των καλυπτόμενων δαπανών και της αποζημιώσεως καθορίζεται με απόφαση της Αρχής.»

4. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3305/2005 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Η καταβολή των παραπάνω δαπανών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι φαρμακευτικές, καθώς και των αποζημιώσεων γίνεται από τους λήπτες προς τους ιατρούς ή τους νόμιμους εκπροσώπους της Μονάδας Ι.Υ.Α. και εν συνεχεία δίδονται από αυτούς στους δότες, που αποτελούν και τους τελικούς αποδέκτες, επί τη βάσει αντίστοιχων αποδείξεων (παραστατικών), που εκδίδονται από τους ιατρούς ή νόμιμους εκπροσώπους, χωρίς οποιαδήποτε δική τους φορολογική υποχρέωση. Οι ως άνω αποδείξεις (παραστατικά) παραμένουν υποχρεωτικά στο αρχείο των ιατρών ή των Μονάδων Ι.Υ.Α. και γνωστοποιούνται μόνο στις αρμόδιες φορολογικές και ελεγκτικές αρχές και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, εφόσον ενεργείται ένορκη διοικητική εξέταση ή προκαταρκτική εξέταση ή αστυνομική προανάκριση ή προανάκριση ή κύρια ανάκριση.»

Άρθρο 16

Ειδικοί περιορισμοί

Μετά την παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3305/2005 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Η Αρχή Ι.Υ.Α. υποχρεούται να καθορίζει με αποφάσεις της τον επιτρεπόμενο αριθμό διάθεσης γαμετών από τον ίδιο δότη ή δότρια και τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους. Κατά την επιλογή των δοτών ή δοτριών οι ιατροί ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι των Μονάδων Ι.Υ.Α. είναι υποχρεωμένοι να απευθύνονται στο εθνικό αρχείο δοτών και ληπτών του άρθρου 20 παράγραφος 2γ του παρόντος νόμου, προκειμένου να ελέγχουν ενδεχόμενη υπέρβαση του αριθμού των γαμετών που προσφέρονται προς διάθεση, όπως αυτός καθορίζεται με τις σχετικές αποφάσεις της Αρχής Ι.Υ.Α.. »

Άρθρο 17

Διαμονή

Το άρθρο όγδοο του ν. 3089/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«Τα άρθρα 1458 και 1464 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που η αιτούσα ή εκείνη που θα κυοφορήσει το τέκνο έχει την κατοικία της ή την προσωρινή διαμονή της στην Ελλάδα.»

Άρθρο 18

Μονάδες Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής

1. Το εδάφιο γ' της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«Με απόφαση της Αρχής Ι.Υ.Α. καθορίζονται οι όροι της διασύνδεσης αυτής.»

2. Το εδάφιο α' της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι Μονάδες Ι.Υ.Α. ιδρύονται και λειτουργούν με άδεια της Αρχής Ι.Υ.Α., η οποία ελέγχει αν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.»

3. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 16 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«Με προεδρικό διάταγμα, μετά από εισήγηση της Ι.Υ.Α. καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν για τη χορήγηση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Ι.Υ.Α., η διαδικασία χορήγησης και ανάκλησής της, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.»

4. Η παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Η άδεια λειτουργίας της Μονάδας Ι.Υ.Α. ανακαλείται με απόφαση της Αρχής Ι.Υ.Α. προσωρινά έως έξι μήνες, αν διαπιστωθεί από την Αρχή ότι έπαψαν να υπάρχουν οι απαιτούμενες, για τη χορήγησή της, προϋποθέσεις και οριστικά αν αυτό επαναληφθεί και διαπιστωθεί κατά τον επόμενο έλεγχο.»

Άρθρο 19

Τράπεζες Κρυοσυντήρησης

1. Η παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι Τράπεζες Κρυοσυντήρησης συντηρούν και διαθέτουν ανθρώπινους γαμέτες, ωοθηκικό και ορχικό ιστό, ζυγώτες και γονιμοποιημένα ωάρια, τα οποία προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για ερευνητικούς σκοπούς ή στο πλαίσιο της Ι.Υ.Α.. »

2. Το εδάφιο α' της παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι Τράπεζες Κρυοσυντήρησης ιδρύονται με άδεια της Αρχής Ι.Υ.Α., η οποία ελέγχει αν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.»

3. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«Με υπουργική απόφαση με εισήγηση της Αρχής Ι.Υ.Α. καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν για τη χορήγηση άδειας και λειτουργίας Τράπεζας Κρυοσυντήρησης, η διαδικασία χορήγησης και ανάκλησής της, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.»

4. Η παρ. 6 του άρθρου 17 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Η άδεια λειτουργίας της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης ανακαλείται με απόφαση της Αρχής Ι.Υ.Α. προσωρινά έως έξι μήνες, αν διαπιστωθεί από την Αρχή ότι έπαψαν να υπάρχουν οι απαιτούμενες, για τη χορήγησή της προϋποθέσεις, και οριστικά, αν αυτό επαναληφθεί και διαπιστωθεί κατά τον επόμενο έλεγχο.»

Άρθρο 20

Ποινικές κυρώσεις

Η παρ. 2 του άρθρου 26 του ν. 3305/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά γενετικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή υλικό προερχόμενο από γονιμοποιημένα ωάρια ή μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω ή αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου με σκοπό την πώληση γενετικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών. Αν όμως ο υπαίτιος διαπράττει τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών.»

Άρθρο 21

Μεταβατικές διατάξεις

1. Η παρ. 3 του άρθρου 25 «Γραμματεία της Αρχής» του ν. 3305/2005 (Α' 17) αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η πλήρωση των θέσεων του προσωπικού της Γραμματείας, καθώς και η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της, γίνονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παράγραφοι 1, 2, 3, 5 και 6 του ν. 3051/2002, όπως τροποποιείται και ισχύει κάθε φορά. Για το σκοπό αυτόν συνιστώνται υπηρεσιακό, καθώς και πειθαρχικό συμβούλιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 του ιδίου νόμου.

Κατά την πρώτη εφαρμογή, η πλήρωση των θέσεων των προϊσταμένων, καθώς και του προσωπικού των υπηρεσιακών μονάδων της Γραμματείας, δύναται να γίνει και με απόσπαση ή με μετάταξη υπαλλήλων οι οποίοι κατέχουν βαθμό Β' ή Γ' του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., με τη συναίνεση των μετατασσόμενων ή αποσπώμενων υπαλλήλων.

Με αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης δύναται να αποσπώνται οι προϊστάμενοι και το προσωπικό που στελεχώνει τη Γραμματεία, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων και χωρίς να απαιτείται γνώμη των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων, για την κάλυψη των αναγκών της Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, από τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. και τους εποπτευόμενους φορείς του Υπουργείου Υγείας, για χρονικό διάστημα έως τρία έτη.

Διορισμός σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου γίνεται μόνο στις θέσεις που δεν θα πληρωθούν με απόσπαση ή μετάταξη, μετά από δημόσια προκήρυξη. Τον προϊστάμενο της Γραμματείας επιλέγει η Αρχή κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης. Οι αμοιβές των αποσπασμένων υπαλλήλων καλύπτονται από τον φορέα της οργανικής τους θέσης.

Ο χρόνος της προηγούμενης υπηρεσίας των αποσπασμένων ή μετατασσόμενων από Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. λογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας για κάθε συνέπεια.»

2. Οι υπάρχουσες Μονάδες Ι.Υ.Α και οι Τράπεζες Κρυοσυντήρησης εξακολουθούν να λειτουργούν με την παρούσα σύνθεσή τους μέχρι να εκδοθεί η κατά τα άρθρα 16 παράγραφος 2 και 17 παράγραφος 3 του ν. 3305/2005, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, άδεια λειτουργίας τους.

Δ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

Άρθρο 22

Ειδικότητα Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής

1. Στην παρ. β.1 του άρθρου 29 του ν. 3209/2003 (Α' 304) προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής:

«β.1. Οι κατέχοντες τον τίτλο της ειδικότητας της Γναθοχειρουργικής, σύμφωνα με τα προεδρικά διατάγματα 200/1988 και 577/1989 που μετονομάσθηκαν σε Στοματικούς και Γναθοπροσωπικούς Χειρουργούς, διατηρούν τον τίτλο τους, έχουν δε τα δικαιώματα που απορρέουν από την ειδικότητα της Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής, όπως ορίζεται στον παρόντα νόμο.»

2. Η παρ. β.2 του άρθρου 29 του ν. 3209/2003 (Α' 304) αντικαθίσταται ως εξής:

«β.2. Η Στοματική και Γναθοπροσωπική Χειρουργική καθορίζεται ως ιατρική ειδικότητα που απαιτεί τις γνώσεις της ιατρικής και της οδοντιατρικής επιστήμης.»

3. Η παράγραφος β.3. του άρθρου 29 του ν. 3209/2003 (Α' 304) αντικαθίσταται ως εξής:

«β.3. Η Στοματική και Γναθοπροσωπική Χειρουργική περιλαμβάνει την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, ώστε ο ειδικευόμενος Στοματικός και Γναθοπροσωπικός Χειρουργός να είναι σε θέση να διαγιγνώσκει και να αντιμετωπίζει τις συνήθεις, αλλά και σπανιότερες παθολογικές καταστάσεις που αφορούν στη στοματική κοιλότητα, τις γνάθους και το πρόσωπο, καθώς και τις επεκτάσεις τους στην κεφαλή και τον τράχηλο.

Η εκπαίδευση αρχίζει μετά τη λήψη των δύο πτυχίων Ιατρικής και Οδοντιατρικής, ασχέτως της σειράς απόκτησής τους και διαρκεί πέντε (5) χρόνια, τα οποία κατανέμονται ως εξής:

Α' περίοδος: δώδεκα (12) μήνες Γενική Χειρουργική

Β' περίοδος: σαράντα οκτώ (48) μήνες Χειρουργική Στόματος, Γνάθων, και Προσώπου.

Οι ιατροί που ειδικεύονται κατά τη δημοσίευση του παρόντος, θα ολοκληρώσουν την ειδίκευσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά την τοποθέτησή τους, εκτός εάν επιθυμούν να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος νόμου, οπότε εντός τριμήνου από τη δημοσίευσή του υποχρεούνται να υποβάλουν σχετική αίτηση στο Υπουργείο Υγείας.»

4. Η παράγραφος β.4. του άρθρου 29 του ν. 3209/2003 (Α'304) αντικαθίστανται ως εξής:

«β.4. Οι Στοματικοί και Γναθοπροσωπικοί Χειρουργοί δύνανται, εάν το επιθυμούν, να είναι μέλη και στους δύο τοπικούς Συλλόγους, ήτοι στον Ιατρικό και τον Οδοντιατρικό Σύλλογο στην περιφέρεια όπου έχουν την επαγγελματική τους εγκατάσταση.»

5. Η εισαγωγή στην ειδικότητα της Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής πραγματοποιείται σύμφωνα με τους νόμους και τα διατάγματα που διέπουν τις ιατρικές ειδικότητες. Το π.δ. 390/1991 (Α' 140) καταργείται.

Άρθρο 23

Ρυθμίσεις Πανελληνίου Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών (Π.Σ.Φ.)

1. Στο τέλος του άρθρου 19 του ν. 3599/2007 (Α' 176) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Για την πλήρωση των θέσεων του προηγούμενου άρθρου ο Σύλλογος δύναται να προσλαμβάνει προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.»

2. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3599/2007 (Α' 176) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Για τα μέλη πολύτεκνων οικογενειών, όπως επίσης και για τους ανέργους, η ετήσια εισφορά ορίζεται στο ποσό των τριάντα (30) ευρώ.»

3. Η θέση προϊσταμένου των Τμημάτων Παραϊατρικού Προσωπικού των δημόσιων νοσηλευτικών ιδρυμάτων της χώρας δύναται να καταλαμβάνεται από όλους τους υπαλλήλους των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ των εν λόγω Τμημάτων κατόπιν συγκριτικής μεταξύ τους αξιολόγησης κατά τα οριζόμενα στο ν. 3528/2007.

Άρθρο 24

Ρυθμίσεις Πανελληνίου Συλλόγου Επισκεπτών/τριών Υγείας (Π.Σ.Ε.Υ.)

1. H παρ. 3 του άρθρου 40 του ν. 4058/2012 «Παροχή υπηρεσιών ασφαλείας από ένοπλους φρουρούς σε εμπορικά πλοία και άλλες διατάξεις» αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«3. Τα μέλη του Π.Σ.Ε.Υ. διακρίνονται σε τακτικά και επίτιμα.

Τακτικά μέλη του Π.Σ.Ε.Υ. είναι όλοι οι πτυχιούχοι Επισκέπτες Υγείας που είναι απόφοιτοι:

α)Τμημάτων Επισκεπτών/τριών Υγείας Τ.Ε.Ι.,

β) Ανωτέρας Σχολής Επισκεπτριών Αδερφών και Νοσοκόμων (ΑΣΕΑΝ),

γ) Ανωτέρας Σχολής Αδερφών Νοσοκόμων και Επισκεπτριών του ΠΙΚΠΑ, δ) Ανωτέρας Σχολής Αδερφών Νοσοκόμων και Επισκεπτριών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, ε) των Σχολών/Τμημάτων της αλλοδαπής των οποίων τα πτυχία έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα με τα πτυχία επισκέπτη υγείας της ημεδαπής, από τις αρμόδιες υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας με κατεύθυνση Κοινωνικής Υγείας.

Όλοι οι υπό στοιχεία α', β', γ', δ', ε' και στ' Επισκέπτες Υγείας δικαιούνται να εγγραφούν στον Π.Σ.Ε.Υ..

Επισκέπτες/τριες Υγείας που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ασκούν το επάγγελμα του Επισκέπτη/τριας Υγείας στην Ελλάδα, υποχρεούνται να γίνουν μέλη του Π.Σ.Ε.Υ., με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Επίτιμα μέλη του Π.Σ.Ε.Υ. γίνονται πρόσωπα που έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη και προαγωγή της φροντίδας υγείας ή του επαγγέλματος του Επισκέπτη Υγείας, καθώς και Επισκέπτες Υγείας που έχουν συνταξιοδοτηθεί. Τα επίτιμα μέλη ορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.), που επικυρώνεται από τη Γενική Συνέλευση των Μελών. Τα επίτιμα μέλη δεν έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι.»

2. Στο άρθρο 40 του ν. 4058/2012 «Παροχή υπηρεσιών ασφαλείας από ένοπλους φρουρούς σε εμπορικά πλοία και άλλες διατάξεις» προστίθενται παράγραφοι ως ακολούθως:

«7. α) Μέχρι την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης του Π.Σ.Ε.Υ., σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από πρόταση του μη κερδοσκοπικού επαγγελματικού και επιστημονικού συλλόγου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Σύλλογος Επισκεπτών Υγείας», εννεαμελής Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του Π.Σ.Ε.Υ..

β) Η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή έχει τις εξής αρμοδιότητες έως ότου αναδειχθεί το πρώτο Δ.Σ. του Π.Σ.Ε.Υ.:

αα) Την ενημέρωση των Επισκεπτών Υγείας της χώρας.

ββ) Την καταγραφή και εγγραφή των Επισκεπτών Υγείας στον Π.Σ.Ε.Υ..

γγ) Τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης με σκοπό τη διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη Διοικητικού Συμβουλίου, Εξελεγκτικής Επιτροπής του Π.Σ.Ε.Υ. και του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

γ) Μετά την ανάδειξη του πρώτου Δ.Σ. του Συλλόγου, η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή παύει να υφίσταται.

δ) Τα μέλη της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής, εφόσον είναι υπάλληλοι του δημοσίου τομέα, δικαιούνται τις προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία άδειες από την υπηρεσία τους. Κατά το χρόνο αυτόν διατηρούν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την υπαλληλική τους ιδιότητα.

ε) Τα έξοδα μετακίνησης, διαμονής και διατροφής των μελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής καταβάλλονται από τον Π.Σ.Ε.Υ. με την προσκόμιση των νόμιμων παραστατικών.

στ) Η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή μετά την ανάδειξη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου παραδίδει σε αυτό το μητρώο και τα έσοδα του Π.Σ.Ε.Υ..

ζ) Έδρα της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής ορίζεται η Αθήνα.

8. Στη Διοίκηση του Π.Σ.Ε.Υ. συνιστώνται, κατά κλάδο, οι οργανικές θέσεις που αναφέρονται κατωτέρω:

αα) Κλάδος ΠΕ Διοικητικός - Οικονομικός, μία (1) θέση

ββ) Κλάδος ΤΕ Διοικητικός - Λογιστικός, μία (1) θέση

γγ) Κλάδος ΤΕ Επισκεπτών Υγείας, δύο (2) θέσεις.

Τα προσόντα διορισμού του προσωπικού στις ανωτέρω θέσεις ορίζονται στις διατάξεις του π.δ. 50/2001 (Α' 39) «Καθορισμός προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημοσίου τομέα» όπως αυτό ισχύει κάθε φορά.

Οι αποδοχές, αποζημιώσεις και έξοδα των υπαλλήλων του Π.Σ.Ε.Υ. καλύπτονται από τους ίδιους πόρους του Συλλόγου και σε καμία περίπτωση δεν βαρύνεται ο Κρατικός Προϋπολογισμός.»

3. Η παράγραφος 7 του ίδιου άρθρου αναριθμείται σε 9 και αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«9. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, κατόπιν προτάσεως του μη κερδοσκοπικού επαγγελματικού και επιστημονικού συλλόγου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Σύλλογος Επισκεπτών Υγείας», ρυθμίζονται οι ειδικότεροι κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας του Π.Σ.Ε.Υ., οι ειδικότεροι σκοποί του Συλλόγου, καθώς και περαιτέρω σκοποί αυτού, ο τρόπος εγγραφής των μελών του και η καταβαλλόμενη από τα μέλη εισφορά, οι πόροι του Συλλόγου, τα όργανα διοίκησής του, η θητεία των οργάνων και οι αρμοδιότητές τους, ο τρόπος εκλογής των μελών σε αυτά, η σύσταση πειθαρχικού συμβουλίου, τα πειθαρχικά παραπτώματα και οι πειθαρχικές ποινές που αυτό θα επιβάλει, πρόσθετα προσόντα διορισμού που θα απαιτούνται για κάθε θέση προσωπικού και οι αρμοδιότητες αυτού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα που αφορά την ίδρυση και τη λειτουργία του Π.Σ.Ε.Υ., τροποποιείται δε με όμοια απόφαση, κατόπιν εισηγήσεως της Γενικής Συνέλευσης των μελών. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας κυρώνεται ο Κώδικας Δεοντολογίας Επισκεπτών/τριών Υγείας που συντάσσεται από την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή. Με όμοια απόφαση κυρώνονται και οι τροποποιήσεις του Κώδικα, κατόπιν προτάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου.»

Άρθρο 25

Ρυθμίσεις Ενώσεως Νοσηλευτών Ελλάδος (Ε.Ν.Ε.)

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του ν. 3252/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Έδρα της Ε.Ν.Ε. ορίζεται η Αθήνα. Περιφερειακά Τμήματα (Π.Τ.) της Ε.Ν.Ε. ορίζονται τα ακόλουθα: 1ο Π.Τ. Αττικής και Νήσων του Αιγαίου με έδρα την Αθήνα, 2ο Π.Τ. Μακεδονίας και Θράκης με έδρα τη Θεσσαλονίκη, 3ο Π.Τ. Ηπείρου, Αιτωλοακαρνανίας, Ιονίων Νήσων και Πελοποννήσου με έδρα την Πάτρα, 4ο Π.Τ. Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας (Νομοί Φθιώτιδας, Φωκίδας, Ευρυτανίας και Ευβοίας) με έδρα τη Λάρισα και 5o Π.Τ. Κρήτης με έδρα το Ηράκλειο.»

2. Στο τέλος της παρ. 19 του άρθρου 2 και του ν. 3252/2004 προστίθενται δύο επιπλέον σκοποί της Ε.Ν.Ε. ως εξής:

«20. Η διοργάνωση, εποπτεία και μοριοδότηση εκπαιδευτικών και επιστημονικών προγραμμάτων και εκδηλώσεων στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης νοσηλευτικής εκπαίδευσης.

21. Η παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης και συναφών προς αυτήν δραστηριοτήτων (έρευνες - μελέτες, συνέδρια, εκπαιδευτικά βοηθήματα για τους καταρτιζόμενους, συμμετοχή σε ολοκληρωμένα προγράμματα, κοινοτικές πρωτοβουλίες, δράσεις προώθησης και υποστήριξης της απασχόλησης), με τη δημιουργία Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο.»

3. Η παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3252/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η Ε.Ν.Ε. διαρθρώνεται σε κεντρική Διοίκηση με έδρα την Αθήνα και Περιφερειακά Τμήματα (Π.Τ.), όπως αυτά ορίζονται με τις έδρες τους στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος.»

4. Η παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 3252/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Η νέα περιφερειακή διάρθρωση της Ε.Ν.Ε., όπως περιγράφεται στο εδάφιο β' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος, τίθεται σε ισχύ μετά τις αμέσως προσεχείς εκλογές για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης της Ε.Ν.Ε., την ευθύνη για τη διενέργεια των οποίων φέρει αποκλειστικώς το Διοικητικό Συμβούλιο.»

5. Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3252/2004 αντικαθίστανται ως εξής:

«Οι αιτήσεις υποψηφιότητας κατατίθενται αυτοπροσώπως ή δια ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου. Σε κάθε περίπτωση μη αυτοπρόσωπης υποβολής της αίτησης, αυτή πρέπει να φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής.»

6. Το εδάφιο β' της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3252/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«Στην κλήρωση δύναται να παρίστανται οι υποψήφιοι ή εκπρόσωποι αυτών.»

7. Στο εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3252/2004 απαλείφεται η φράση «του πλειοψηφούντος συνδυασμού».

8. Η παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 3252/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι προσκλήσεις για την εκλογή του Δ.Σ. της Ε.Ν.Ε. και του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου αποστέλλονται είτε ταχυδρομικώς είτε με τηλεομοιοτυπία είτε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στους εκλεγμένους αντιπροσώπους δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Συνέλευσης των Αντιπροσώπων.»

9. Τα τελευταία δύο εδάφια της παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 3252/2004 αντικαθίστανται ως εξής:

«Οι αιτήσεις υποψηφιότητας κατατίθενται αυτοπροσώπως ή δια ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου. Σε κάθε περίπτωση μη αυτοπρόσωπης υποβολής της αίτησης, αυτή πρέπει να φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής.»

10. Το εδάφιο β' της παρ. 6 του άρθρου 10 του ν. 3252/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«Στην κλήρωση δύναται να παρίστανται οι υποψήφιοι ή εκπρόσωποι αυτών.»

11. Η παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 3252/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«9. Η εκλογή των μελών του Δ.Σ., της Εξελεγκτικής Επιτροπής του Δ.Σ. και του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου γίνεται με μυστική ψηφοφορία και με ενιαίο ψηφοδέλτιο. Οι ψηφοφόροι μπορούν να εκφράσουν την προτίμησή τους με αριθμό σταυρών που αντιστοιχεί κατ' ανώτατο όριο στον αριθμό των μελών των οργάνων που εκλέγονται. Οι σταυροί τίθενται παραπλεύρως του ονόματος του υποψηφίου.»

12. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 16 του ν. 3252/2004, η φράση «οκτώ (8) ημέρες» αντικαθίσταται από τη φράση «δώδεκα (12) ημέρες».

13. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 3252/2004 απαλείφεται η φράση «και των Αντιπροσώπων».

14. Η παρ. 6 του άρθρου 17 του ν. 3252/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Η εκλογή των Περιφερειακών Συμβουλίων και των Εξελεγκτικών Επιτροπών των Π.Τ. γίνεται με μυστική ψηφοφορία και με ενιαίο ψηφοδέλτιο. Οι σταυροί τίθενται παραπλεύρως του ονόματος του υποψηφίου. Σε περίπτωση ισοψηφίας διενεργείται κλήρωση.»

15. Το εδάφιο β' της παρ. 10 του άρθρου 17 του ν. 3252/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι αιτήσεις υποψηφιότητας κατατίθενται αυτοπροσώπως ή δια ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου. Σε κάθε περίπτωση μη αυτοπρόσωπης υποβολής της αίτησης, αυτή πρέπει να φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής.»

16. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 17 του ν. 3252/2004 απαλείφεται η φράση «συνδυασμούς και τους μεμονωμένους».

17. Στην παρ. 13 του άρθρου 17 του ν. 3252/2004 η φράση «στον Περιφερειακό Διευθυντή» αντικαθίσταται από τη φράση «στον πρόεδρο του Περιφερειακού Συμβουλίου».

18. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3252/2004 η φράση «ο πλειοψηφών του πλειοψηφούντος συνδυασμού» αντικαθίσταται από τη φράση «ο πλειοψηφών σύμβουλος».

19. Στο τέλος της περίπτωσης Β' του άρθρου 26 του ν. 3252/2004 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Το πρόστιμο εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.»

20. Η παρ. 7 του άρθρου 28 του ν. 3252/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«7. Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται πριν απολογηθεί ή κληθεί εμπρόθεσμα προς απολογία και δεν εμφανιστεί ο νοσηλευτής που διώκεται πειθαρχικά. Στην κλήση σε απολογία, η οποία επιδίδεται με απόδειξη, περιγράφεται σαφώς το αποδιδόμενο παράπτωμα.»

Ε. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 26

Παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης των σχεδίων αναφορικά με τους οργανισμούς των νοσοκομείων

1. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ' της παρ. 6 του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεταβατικά και έως τις 30.6.2015 εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος άρθρου τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου του Τομέα Υγείας του Υπουργείου Υγείας, η οργάνωση των οποίων εξακολουθεί να διέπεται από τις κείμενες για αυτά ειδικές διατάξεις.»

2. Μέχρι την πλήρη συμμόρφωση στον τρόπο επιλογής των προϊσταμένων στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, όπως αυτός θα καθοριστεί στους υπό κατάρτιση οργανισμούς αυτών, εφαρμόζονται τα κάτωθι:

Για τις θέσεις ευθύνης όλων των οργανικών μονάδων των Νοσοκομείων του ΕΣΥ, για τις οποίες προβλέπεται να καταλαμβάνονται από υπαλλήλους των κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ, ισχύει η διαζευκτική δυνατότητα επιλογής των προϊσταμένων αυτών.

3. Η παράγραφος Γ ' του άρθρου 18 του ν. 4213/2013 (Α' 261) αντικαθίσταται ως εξής:

«Γ) α. Από τη δημοσίευση του παρόντος και κατ' εξαίρεση των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 4052/2012, τα Νοσοκομεία Γ.Ν. Παίδων Αθηνών «Η Αγία Σοφία» και Γ.Ν. Παίδων Πεντέλης παύουν εφεξής να αποτελούν το ενιαίο και αυτοτελές Ν.Π.Δ.Δ. «Γ.Ν. Παίδων Αθηνών «Η Αγία Σοφία» - Παίδων Πεντέλης» και επανακτούν την αυτοτέλειά τους.

β. Το Γ.Ν. Παίδων Αθηνών «Η Αγία Σοφία» ως ανεξάρτητο εφεξής Ν.Π.Δ.Δ. παραμένει σε καθεστώς διασύνδεσης με το Γ.Ν. Παίδων Αθηνών «Π. και Α. Κυριακού».

γ. Το «Γ.Ν. Παίδων Πεντέλης» και το «Γ.Ν.Α. Σισμανόγλειο - «Αμαλία Φλέμιγκ»» διασυνδέονται και λειτουργούν εφεξής υπό την εποπτεία ενιαίου συλλογικού οργάνου διοίκησης. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, ύστερα από γνώμη του ΚΕΣΥ, καθορίζονται ο τρόπος λειτουργίας και η διαδικασία παροχής των υπηρεσιών των ως άνω διασυνδεόμενων νοσοκομείων και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

δ. Εφεξής, η αριθ. Υ4α/οικ. 123892 (Β' 3515) απόφαση παύει να ισχύει.

ε. Όλες οι ισχύουσες διατάξεις περί διασύνδεσης εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή και για τα ως άνω νοσοκομεία που με τις διατάξεις του παρόντος νόμου τίθενται σε καθεστώς διασύνδεσης.»

Άρθρο 27

Ρυθμίσεις Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας (Ε.ΚΕ.Α.) -Κέντρα Αίματος - Κίνητρα αιμοδοσίας

1. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του στοιχείου Α', του άρθρου 10 του ν. 3402/2005 (Α' 258) «Αναδιοργάνωση του συστήματος αιμοδοσίας και λοιπές διατάξεις» τροποποιείται ως ακολούθως:

«Τα Κέντρα Αίματος (Κ.Α.) είναι υπηρεσίες αιμοδοσίας που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από εισήγηση του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας (Ε.ΚΕ.Α.). Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι Νοσοκομειακές Υπηρεσίες Αιμοδοσίας (Ν.Υ.Α.), οι προδιαγραφές λειτουργίας των Κ.Α. και των Ν.Υ.Α. (χώροι, εξοπλισμός, προσωπικό), η υπαγωγή των Ν.Υ.Α. ανά Κ.Α., η διαδικασία χορήγησης των αδειών ίδρυσης και λειτουργίας των Κ.Α. και των Ν.Υ.Α. και ρυθμίζονται εν γένει θέματα που αφορούν τη λειτουργία και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των ανωτέρω Μονάδων. Οι άδειες ίδρυσης και λειτουργίας των Κ.Α. και των Ν.Υ.Α. χορηγούνται με απόφαση του Υπουργού Υγείας μετά από εισήγηση του Ε.ΚΕ.Α.. »

2. Μεταβατικά και έως 31.12.2014, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 3402/2005 «Αναδιοργάνωση του συστήματος αιμοδοσίας και λοιπές διατάξεις» αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας, μετά από εισήγηση του Δ.Σ. του Ε.ΚΕ.Α., ρυθμίζεται η οργάνωση του Ε.ΚΕ.Α. και η διάρθρωση των υπηρεσιών του, διαρθρώνονται κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα οι θέσεις προσωπικού, ορίζονται τα προσόντα διορισμού και τα καθήκοντα των υπαλλήλων κατά κλάδο και ειδικότητα, καθώς και οι αρμοδιότητες του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και του Διευθυντή.»

3. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3402/2005 «Αναδιοργάνωση του συστήματος αιμοδοσίας και λοιπές διατάξεις» τροποποιούνται και αντικαθίστανται ως ακολούθως:

«Όλες οι οργανικές θέσεις πάσης φύσεως προσωπικού που έχουν συσταθεί στο Εθνικό Κέντρο Παρασκευής Παραγώγων Αίματος «ΗΛΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ», καθώς και το προσωπικό που υπηρετεί σε αυτό μεταφέρονται αυτοδικαίως στο Ε.ΚΕ.Α.. »

4.α. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας μπορεί να ορίζονται ειδικά κίνητρα για τους εθελοντές αιμοδότες, σύμφωνα με την Οδηγία 2002/98/ΕΚ. Με την ίδια απόφαση ορίζεται επίσης η έννοια και οι προϋποθέσεις ορισμού του εθελοντή αιμοδότη.

β. Οι εθελοντές αιμοδότες εφοδιάζονται με ειδική ταυτότητα ενιαίου τύπου. Το περιεχόμενο της ταυτότητας ορίζεται από το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας.

Άρθρο 28

Ρυθμίσεις θεμάτων Ε.Κ.Α.Β.

Μεταβατικά και έως 31.12.2014 διατηρείται σε ισχύ η παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 2519/1997 αντικαθιστάμενη ως εξής:

«Η τροποποίηση του οργανισμού του Ε.Κ.Α.Β. γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας, μετά από πρόταση του Δ.Σ. του Ε.Κ.Α.Β.. »

Άρθρο 29

Ρυθμίσεις θεμάτων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. - Νοσήλια εξωτερικού

1. Το άρθρο 39 του ν. 1759/1988 (Α' 50), όπως αυτό ισχύει σήμερα, αντικαθίσταται, ως εξής:

«1. Σε εξαιρετικά σοβαρές παθήσεις, επιτρέπεται η νοσηλεία στο εξωτερικό των υπαγομένων προσώπων, όπως αυτά ορίζονται από το άρθρο 3 του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ..

2. Η νοσηλεία στο εξωτερικό εγκρίνεται μετά από απόφαση του Προέδρου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ύστερα από γνωμάτευση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής, που προβλέπεται στην παράγραφο 3.

3. Για την ανάγκη νοσηλείας στο εξωτερικό των προσώπων της παραγράφου 1 γνωματεύουν υγειονομικές επιτροπές που συνιστώνται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο αριθμός των υγειονομικών επιτροπών, η έδρα τους, ο αριθμός των μελών κάθε επιτροπής, η κατά τόπο αρμοδιότητα, ο τρόπος λειτουργίας τους και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

4. Οι περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η νοσηλεία στο εξωτερικό, ο τρόπος και η διαδικασία έγκρισης της νοσηλείας του ασθενούς, του τυχόν δότη και η χρησιμοποίηση συνοδού, το είδος και η έκταση των παροχών, το ύψος της δαπάνης, η τυχόν συμμετοχή του ασφαλισμένου στις δαπάνες νοσηλείας και το ύψος αυτής, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αποφάσεις, οι οποίες ρυθμίζουν θέματα που επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό, υπογράφονται και από τον Υπουργό Οικονομικών.

5. Μέχρις ότου εκδοθούν οι αποφάσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, εξακολουθούν να ισχύουν οι ήδη υφιστάμενες υγειονομικές επιτροπές.»

2. Γίνεται προσθήκη παραγράφου 5 στο άρθρο 29 του ν. 3918/2011 ως εξής:

«5. Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960, καθώς και οι διατάξεις του β.δ. 226/23.2/21.3.1973 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε είδος, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ..

Η αξίωση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. παραγράφεται μετά πενταετία, η οποία αρχίζει από τη γνώση του ζημιογόνου γεγονότος από τον Οργανισμό. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.»

Άρθρο 30

Ρυθμίσεις για τα φαρμακεία και τις φαρμακαποθήκες

Κατά τους μήνες Ιανουάριο και Ιούλιο εκάστου έτους, οι Περιφερειακές Ενότητες της χώρας αναρτούν στο διαδίκτυο στις οικείες ιστοσελίδες τους τις υπάρχουσες, κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους και την 31η Ιουνίου του τρέχοντος έτους, κενές θέσεις φαρμακείων.

Εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου των μηνών Φεβρουαρίου και Ιουλίου αντίστοιχα θα υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή, με δικαστικό επιμελητή, οι αιτήσεις, για την άδεια ίδρυσης, των εχόντων τα νόμιμα προσόντα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1963/1991, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως.

Οι υποβληθείσες αιτήσεις θα κρίνονται κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο των μηνών Φεβρουαρίου και Ιουλίου, αντίστοιχα, κάθε έτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 1963/1991.

Στην περίπτωση 7.α της υποπαραγράφου ΣΤ.1 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου 1 του ν. 4254/2014 (Α' 85) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Επιτρέπεται η λειτουργία υποστηρικτικού αποθηκευτικού χώρου σε διαφορετικό και ανεξάρτητο κτήριο, ευρισκόμενο εντός της ίδιας περιφέρειας και υποκείμενο στις ίδιες προδιαγραφές που ορίζονται για τον κύριο χώρο.»

Άρθρο 31

Πειθαρχικά Συμβούλια Φαρμακευτικών Συλλόγων

Το άρθρο 63 του ν. 3601/1928 (Α' 119) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Στην έδρα κάθε Περιφέρειας της χώρας [(άρθρο 3 του ν. 3852/2010 (Α' 87)] συνιστάται Πειθαρχικό Συμβούλιο, στην αρμοδιότητα του οποίου περιλαμβάνονται όλα τα μέλη των λειτουργούντων σε αυτήν φαρμακευτικών συλλόγων και το οποίο συγκροτείται:

Α. Από τον πρόεδρο του Φαρμακευτικού Συλλόγου που λειτουργεί στην έδρα της Περιφέρειας, ως Πρόεδρο.

Β. Από έναν υπάλληλο της αρμόδιας Περιφέρειας, ΠΕ κατηγορίας, που ορίζεται με απόφαση του Περιφερειάρχη.

Γ. Από τρία (3) μέλη - φαρμακοποιούς, που προέρχονται από τους λειτουργούντες στην Περιφέρεια Φαρμακευτικούς Συλλόγους, εφόσον έχουν τα κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου προσόντα και εκλέγονται, με τους αναπληρωματικούς τους, κατά τις αρχαιρεσίες για την εκλογή της διοίκησή τους.

Η παραπάνω εκλογή των τριών μελών ενεργείται ως εξής:

Στις περιφέρειες που λειτουργούν περισσότεροι από τέσσερις (4) Φαρμακευτικοί Σύλλογοι, οι τρεις σε μεγαλύτερη δύναμη μελών εκλέγουν από ένα (1) μέλος.

Στις Περιφέρειες που λειτουργούν τρεις (3) Φαρμακευτικοί Σύλλογοι εκλέγεται ένα μέλος από κάθε Σύλλογο.

Στις Περιφέρειες που λειτουργούν δύο (2) Φαρμακευτικοί Σύλλογοι, ο μεγαλύτερος σε αριθμό μελών εκλέγει δύο (2) μέλη και ο δεύτερος ένα (1) μέλος.

2. Ειδικά στην Περιφέρεια Αττικής συγκροτούνται δύο (2) Πειθαρχικά Συμβούλια ως εξής:

αα. Πειθαρχικό Συμβούλιο Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, με δικαιοδοσία στα μέλη του, που λειτουργούν φαρμακείο στις Περιφερειακές Ενότητες: α) Κεντρικού Τομέα Αθηνών, β) Βόρειου Τομέα Αθηνών, γ) Δυτικού Τομέα Αθηνών, δ) Νοτίου Τομέα Αθηνών, ε) Δυτικής Αττικής και στ) Ανατολικής Αττικής (άρθρο 3 παρ. 3 περίπτωση Θ' του ν. 3852/2010) και

ββ. Πειθαρχικό Συμβούλιο Φαρμακευτικού Συλλόγου Πειραιά με δικαιοδοσία στα μέλη του, που λειτουργούν φαρμακείο στις Περιφερειακές Ενότητες Πειραιώς και Νήσων (άρθρο 3 παρ. 3 περίπτωση Θ' του ν. 3852/2010).

γγ. Τα Πειθαρχικά Συμβούλια των Φαρμακευτικών Συλλόγων Αττικής και Πειραιώς συγκροτούνται: α) από τους προέδρους τους, β) τους εκπροσώπους της Περιφέρειας Αττικής, που ορίζονται με απόφαση του Περιφερειάρχη Αττικής και γ) τρία (3) μέλη κάθε Συλλόγου που εκλέγονται με τον ίδιο τρόπο που εκλέγεται η διοίκησή τους.

3. Αναπληρωτές ορίζονται: α) του Προέδρου του Φαρμακευτικού Συλλόγου της έδρας της Περιφέρειας, ο νόμιμος αναπληρωτής του, β) του εκπροσώπου της αρμόδιας Περιφέρειας, ο οριζόμενος για το σκοπό αυτός άλλος εκπρόσωπός της και γ) των τριών μελών Φαρμακοποιών των Φαρμακευτικών Συλλόγων, ισάριθμα μέλη που εκλέγονται κατά τον ίδιο τρόπο, όπως τα τακτικά μέλη.

4. Το από τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 1384/1938, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 του ν. 4025/2011 (Α' 228) και του άρθρου 5 του π.δ. 4/6.4.1929 (Α' 137), προβλεπόμενο παράβολο για την κατάθεση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Φαρμακευτικού Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ και κατατίθεται στο Φαρμακευτικό Σύλλογο της έδρας της περιφερείας όπου λειτουργεί το Πειθαρχικό Συμβούλιο και επιστρέφεται στον ασκήσαντα την έφεση αν αθωωθεί και καταπίπτει υπέρ του Συλλόγου αν απορριφθεί.

5. Χρέη Διοικητικού Γραμματέα και πρακτικογράφου εκτελεί πτυχιούχος νομικής, ο οποίος προσλαμβάνεται από το Φαρμακευτικό Σύλλογο της έδρας της Περιφέρειας (με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών), ο οποίος μετέχει των συνεδριάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου άνευ γνώμης και ψήφου.

6. Τα συγκροτηθέντα μέχρι σήμερα Πειθαρχικά Συμβούλια των Φαρμακευτικών Συλλόγων καταργούνται και διεξάγονται νέες αρχαιρεσίες, εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, για την ανάδειξη των νέων εκπροσώπων αυτών στα Πειθαρχικά Συμβούλια των Περιφερειών της χώρας. Οι εκκρεμείς πειθαρχικές υποθέσεις στα καταργούμενα Πειθαρχικά Συμβούλια διαβιβάζονται αρμοδίως στα νέα Πειθαρχικά Συμβούλια.»

Άρθρο 32

Επιβολή κυρώσεων από τον Γενικό Επιθεωρητή της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.

Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης γ' της παρ. 15 του άρθρου 4 του π.δ. 121/2008 (Α' 183) συμπληρώνεται και τροποποιείται ως εξής:

«Οι ως άνω κυρώσεις, επιβάλλονται υποχρεωτικά από τον Γενικό Επιθεωρητή της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α., κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας Διεύθυνσης, σε περίπτωση που, κατόπιν διενέργειας ελέγχου, διαπιστωθεί πώληση από φαρμακείο σε φαρμακαποθήκη φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων, καθώς και κάθε προϊόντος που διατίθεται αποκλειστικά από το φαρμακείο, με την επιφύλαξη των συγκεκριμένων περιπτώσεων που ορίζονται αποκλειστικά στο νόμο, όπου υπό ειδικές προϋποθέσεις είναι επιτρεπτή η επιστροφή φαρμάκων από φαρμακείο σε φαρμακαποθήκη.

Επίσης, οι ως άνω κυρώσεις, επιβάλλονται υποχρεωτικά από τον Γενικό Επιθεωρητή της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α., κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας Διεύθυνσης, σε περίπτωση που, κατόπιν διενέργειας ελέγχου, διαπιστωθεί χονδρική πώληση από φαρμακείο σε άλλες εμπορικές επιχειρήσεις φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων ως και κάθε προϊόντος που διατίθεται αποκλειστικά από το φαρμακείο.»

Άρθρο 33

Ρυθμίσεις Θεμάτων Νοσοκομειακών Φαρμακοποιών

1. Οι υφιστάμενες κενές και οι τυχόν προκύπτουσες κενές οργανικές θέσεις του κλάδου Νοσοκομειακών Φαρμακοποιών Ε.Σ.Υ. στους οργανισμούς των Νοσοκομείων του ΕΣΥ, μετατρέπονται αυτοδίκαια σε θέσεις του κλάδου ΠΕ Φαρμακοποιών, οι οποίες προκηρύσσονται και πληρούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα των διατάξεων του ν. 2190/1994, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, μέχρι να εκδοθεί το προβλεπόμενο από το άρθρο 44 του ν. 2519/1997 προεδρικό διάταγμα.

2. Μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 40 του ν. 3528/2007, των προσληφθέντων υπαλλήλων στις κενές θέσεις του κλάδου ΠΕ Φαρμακοποιών, οι εν λόγω θέσεις μετατρέπονται σε θέσεις του κλάδου Νοσοκομειακών Φαρμακοποιών Ε.Σ.Υ. και οι υπάλληλοι που τις κατέχουν εντάσσονται αυτόματα στον Κλάδο των Νοσοκομειακών Φαρμακοποιών Ε.Σ.Υ., σε διαβαθμισμένες θέσεις και εξελίσσονται, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία.

Άρθρο 34

Εξόφληση υποχρεώσεων των πρώην νοσοκομείων του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. ενταγμένων στο Ε.Σ.Υ. από 1.6.2011

Στο ν. 4038/2012, όπως τροποποιημένα ισχύει, προστίθεται νέο άρθρο υπό στοιχείο 34Α:

«Aρθρο 34Α

Εξόφληση υποχρεώσεων των πρώην νοσοκομείων του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. ενταγμένων στο Ε.Σ.Υ. από 1.6.2011

1. Για λόγους διασφάλισης του δημόσιου συμφέροντος, οι ληξιπρόθεσμες μέχρι 30.9.2011 υποχρεώσεις των πρώην πέντε (5) Νοσοκομείων του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. ήδη ενταγμένων στο Ε.Σ.Υ. από 1.6.2011 κατ' άρθρο 32 του ν. 3918/2011, δύναται να εξοφλούνται από την αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ειδικότερα από τη χρηματοδότηση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προβλέπεται στο άρθρο 34 του ν. 4038/2012, όπως τροποποιημένα ισχύει.

2. Η παρούσα διάταξη δεν θίγει την καθολική διαδοχή του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από 1.1.2012 σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 29 του ν. 3918/2011 αλλά και την κ.υ.α. Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Β' 3010/2011 και την καθολική διαδοχή του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. από το ΕΣΥ αναφορικά με τα πρώην πέντε (5) Νοσοκομεία του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. ήδη ενταγμένα στο Ε.Σ.Υ. από 1.6.2011 κατ' άρθρο 32 του ν. 3918/2011, ούτε και τις εκκρεμείς δίκες.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Υγείας, καθορίζεται κάθε άλλη σχετική αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»

Άρθρο 35

Κατ' οίκον νοσηλεία σε Μονάδες και Φορείς Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Μονάδες Οικογενειακού Προγραμματισμού και Μονάδες Φροντίδας Μητέρας-Παιδιού

1. Η κατ' οίκον νοσηλεία αναπτύσσεται και οργανώνεται από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ.) που παρέχουν υπηρεσίες υγείας και δεν υπάγονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.), από δημοτικά ιατρεία και νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ.) των δήμων που παρέχουν υπηρεσίες υγείας, από Ιδιωτικές Μονάδες Υγείας, καθώς και από τον ιδιωτικό τομέα ιδιώτες επαγγελματίες υγείας.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Εσωτερικών, Οικονομικών και κάθε άλλου κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, μετά από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕ.Σ.Υ.), ρυθμίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, οι διαδικασίες, η οργάνωση - ανάπτυξη, η στελέχωση, το περιεχόμενο των υπηρεσιών, ο έλεγχος και η εποπτεία, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που σχετίζεται με την κατ' οίκον νοσηλεία σε Μονάδες και Φορείς της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, όπως αυτές αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο.

2. Οι Μονάδες Οικογενειακού Προγραμματισμού και Μονάδες Φροντίδας Μητέρας-Παιδιού λειτουργούν ως τμήματα ή μονάδες, καθώς και ως υπηρεσίες ή προγράμματα στο πλαίσιο των Πανεπιστημιακών Κλινικών, των Νοσηλευτικών Μονάδων του Ε.Σ.Υ., των δομών του Π.Ε.Δ.Υ. και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης Α' Βαθμού.

Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Υγείας, Εσωτερικών και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, μετά από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕ.Σ.Υ.), καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις ίδρυσης, σύστασης και λειτουργίας, οι αρμοδιότητες, η στελέχωση, ο εξοπλισμός, οι εγκαταστάσεις, η εποπτεία και ο έλεγχος, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.

Άρθρο 36

Τιμητικές αμοιβές σε ιατρούς

Το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2889/2001 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«1. α. Οι ιατροί του Ε.Σ.Υ. είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Η λειτουργία ιδιωτικού ιατρείου εντός ή εκτός του νοσοκομείου ή του κέντρου υγείας ή η με οποιονδήποτε τρόπο απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα αποτελεί εκτός από το παράπτωμα του άρθρου 77 της παρ. 1 περίπτωση ε' του ν. 2071/1992 (Α' 123), το πειθαρχικό αδίκημα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς για υπάλληλο συμπεριφοράς του άρθρου 107 παρ.1 περίπτωση ε' του ν. 3528/2007 και συνεπάγεται την άμεση θέση του παραβάτη σε κατάσταση αναστολής καθηκόντων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 104 του ιδίου νόμου, με απόφαση του Διοικητή της οικείας ΔΥΠΕ, που δεν απαιτείται να έχει περαιτέρω αιτιολογία εκτός από τη διαπίστωση της παράβασης, καθώς και την παραπομπή του υπαιτίου στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο με το ερώτημα της οριστικής παύσης.

Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συμμετοχή των ιατρών Ε.Σ.Υ. σε επιστημονικές εκδηλώσεις τύπου Α' στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό και Β' στην Ελλάδα και η καταβολή σε αυτούς της ανάλογης εύλογης τιμητικής αμοιβής μέσω ΕΛΚΕΑ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 18 του παρόντος άρθρου και την ισχύουσα νομοθεσία για τον ΕΟΦ και των προϊόντων αρμοδιότητές του, όπως εκάστοτε εξειδικεύεται με τις αποφάσεις του, για την έκδοση των οποίων ρητά εξουσιοδοτείται με την παρούσα διάταξη.

Επίσης, επιτρέπεται στους ιατρούς, στο λοιπό επιστημονικό και νοσηλευτικό προσωπικό του Ε.Σ.Υ., καθώς και σε πανεπιστημιακούς ιατρούς, που εργάζονται σε κλινικές εγκατεστημένες σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. ή των Α.Ε.Ι., να συμμετέχουν σε ομάδες εργασίας όπως «Συμβουλευτικές Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων» για φάρμακα και θεραπείες, με αυστηρά επιστημονικό περιεχόμενο, που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό και οργανώνονται από φαρμακευτικές εταιρείες, με ή χωρίς αμοιβή, εφόσον έχουν λάβει σχετική άδεια από το φορέα που τους εποπτεύει. Η καταβολή της αμοιβής γίνεται μέσω του ΕΛΚΕΑ. Σε περίπτωση που απαιτείται εκπαιδευτική άδεια για τη συμμετοχή σε τέτοιες ομάδες εργασίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στην περίπτωση β'. Η παρούσα παράγραφος συμπληρώνει τις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 1397/1983.

β. Η εκπαιδευτική άδεια για συμμετοχή σε συνέδρια στο εσωτερικό ή το εξωτερικό χορηγείται στο επιστημονικό προσωπικό της Ιατρικής Υπηρεσίας, με την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει ανακοίνωση ή ενεργό συμμετοχή σε επιστημονικές εκδηλώσεις, συζητήσεις ή διαλέξεις ή μετέχει σε ομάδες εργασίας με αυστηρά επιστημονικό περιεχόμενο. Σε κάθε άλλη περίπτωση χορηγείται εκπαιδευτική άδεια, για την παρακολούθηση παγκόσμιων ή πανευρωπαϊκών συνεδρίων ή συνεδρίων ιδιαίτερου επιστημονικού ενδιαφέροντος, μετά από εισήγηση του Επιστημονικού Συμβουλίου και απόφαση του Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου, που εκδίδεται με την προϋπόθεση ότι ο λειτουργός ή υπάλληλος γνωρίζει άριστα τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο συνέδριο και ότι ο συνολικός αριθμός του προσωπικού που απουσιάζει σε εκπαιδευτική ή άλλη άδεια δεν υπερβαίνει το 50% των υπηρετούντων στο τμήμα του αιτούντος και δεν διαταράσσεται κατά τα λοιπά η εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας.

Απαγορεύεται σε ιατρούς, στο λοιπό επιστημονικό και νοσηλευτικό προσωπικό του Ε.Σ.Υ., καθώς και σε πανεπιστημιακούς ιατρούς, που εργάζονται σε κλινικές εγκατεστημένες σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. ή των Α.Ε.Ι., να συμμετέχουν σε συνέδρια ή σεμινάρια στο εσωτερικό ή εξωτερικό, που οργανώνονται από φαρμακευτικές εταιρείες ή εταιρείες ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού για την προβολή των προϊόντων τους.

Επιτρέπεται η καταβολή τιμητικής αμοιβής από φαρμακευτικές εταιρείες και λοιπές εταιρείες προϊόντων ΕΟΦ, στους προσκεκλημένους ομιλητές ή προεδρεύοντες συνεδριάσεων των επιστημονικών εκδηλώσεων τύπου Α' και Β'. Η αμοιβή αυτή καταβάλλεται από τον διοργανωτή αποκλειστικά και μόνο μέσω του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας και Ανάπτυξης (ΕΛΚΕΑ).»

Άρθρο 37

Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας και Ανάπτυξης (ΕΛΚΕΑ)

1. Το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης 1 του στοιχείου γ' της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3329/2005 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η σύσταση, ο καθορισμός των αρμοδιοτήτων των οργάνων διοίκησης, ελέγχου και διαχείρισης και η ρύθμιση του τρόπου ανάληψης, διαχείρισης και διάθεσης των κονδυλίων και κάθε αναγκαίας λεπτομέρειας για τη λειτουργία του Λογαριασμού γίνεται με Απόφαση του Υπουργού Υγείας, κατόπιν εισήγησης του ΚΕΣΥΠΕ.»

2. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 69 του ν. 3918/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Στην ανώτατη εποπτεία του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας υπάγεται επίσης η εποπτεία των ΕΛΚΕΑ της χώρας. Ο Διοικητής της 1ης ΔΥΠΕ εισηγείται στο ΚΕΣΥΠΕ κάθε πρόσφορο μέτρο για τη βελτίωση της λειτουργίας τους και για την έκδοση της προβλεπόμενης από το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης 1 του στοιχείου γ' της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3329/2005 υπουργικής απόφασης.»

Άρθρο 38

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4075/2012 (Α' 89)

Η παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4075/2012 (Α' 89), αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι διατάξεις της Φ.10050/οικ.20496/4067/4.8.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Ανάπτυξης και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (Β' 1579) ισχύουν και για το αποσπασμένο στο Ε.Τ.Ε.Α., στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και στις Δ.Υ.ΠΕ. προσωπικό της ΔΕΗ Α.Ε.. Ειδικά για το προσωπικό αυτό, δεν ισχύει το άρθρο 2 της κοινής υπουργικής απόφασης του πρώτου εδαφίου της παρούσας, αλλά η διακοπή της απόσπασής του από τους ως άνω Φορείς και η επιστροφή του στη ΔΕΗ Α.Ε. μπορεί να γίνει, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της διοίκησης της ΔΕΗ Α.Ε., με απόφαση αντίστοιχα του Δ.Σ. του Ε.Τ.Ε.Α. και του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., καθώς και του οικείου Διοικητή Δ.Υ.ΠΕ.. Οι μισθολογικές προαγωγές του προσωπικού αυτού διενεργούνται με έγκριση των αρμοδίων οργάνων της ΔΕΗ Α.Ε., κατ' απόκλιση των οριζομένων στο άρθρο 6 της κοινής υπουργικής απόφασης του πρώτου εδαφίου της παρούσας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών περί μισθολογικών προαγωγών διατάξεων του ΚΚΠ/ΔΕΗ και των εκάστοτε σχετικών υπηρεσιακών ρυθμίσεων της ΔΕΗ Α.Ε..»

Άρθρο 39

Θέματα προσωπικού Ε.Σ.Υ.

1.α. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης Θα4 του άρθρου 4 του ν. 3754/2009, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 33 του ν. 3896/2010, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Δυο Επιμελητές Α' ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ που υπηρετούν στο ίδιο νοσοκομείο ή κέντρο υγείας με την κρινόμενη θέση και έχουν την ίδια με την κρινόμενη θέση ειδικότητα.»

β. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης Θβ4 του άρθρου 4 του ν. 3754/2009 όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.11 του άρθρου 8 του ν. 3868/2010, αντικαθίσταται ως εξής: «Δύο Διευθυντές ιατρούς κλάδου Ε.Σ.Υ. που υπηρετούν σε Νοσοκομείο ή κέντρο υγείας της ίδιας με την κρινόμενη θέση Υγειονομικής Περιφέρειας και έχουν την ίδια με την κρινόμενη θέση ειδικότητα.»

γ. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης ΘΔ4 του άρθρου 4 του ν. 3754/2009, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.12 του άρθρου 8 του ν. 3868/2010, αντικαθίσταται ως εξής:

«Δύο Συντονιστές Διευθυντές ιατρούς κλάδου Ε.Σ.Υ. που υπηρετούν σε Νοσοκομείο της ίδιας με την κρινόμενη θέση Υγειονομικής Περιφέρειας και έχουν την ίδια με την κρινόμενη θέση ειδικότητα.»

2. Στο άρθρο 43 του ν. 1759/1988 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής:

«7. Αν εργαζόμενος στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ.1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, αποβιώσει κατά ή και εξαιτίας της εκτελέσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος, δύναται ένα μέλος της οικογένειάς του μέχρι πρώτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενείας με αυτόν, που κατέχει θέση ιατρού κλάδου Ε.Σ.Υ., να μετατίθεται σε Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας, Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία και Περιφερειακά Ιατρεία της Επικράτειας, σε κενή οργανική θέση της ίδιας ειδικότητας, διατηρώντας το βαθμό του. Σε περίπτωση μη ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, η μετάθεση γίνεται με μεταφορά της θέσης του.»

3. Πιστοποιητικό εξειδίκευσης στην Κλινική Μικροβιολογία, όπως αυτή καθορίζεται στο π.δ. 386/1995, μπορούν να λάβουν, χωρίς εξετάσεις, κατόπιν θετικής εισήγησης της επιτροπής της παρ.1 III του άρθρου 3 του ίδιου προεδρικού διατάγματος όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 161/2001, οι ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ οι οποίοι κατέχουν τίτλο ειδικότητας Ιατρικής Βιοπαθολογίας (πρώην Μικροβιολογίας) και κατά τη δημοσίευση του παρόντος, έχουν συμπληρώσει υπηρεσία τουλάχιστον τεσσάρων (4) ετών στα Μικροβιολογικά τμήματα των Νοσοκομείων που έχουν αναγνωριστεί ως κέντρα κατάλληλα για εξειδίκευση στην Κλινική Μικροβιολογία με τις Υ7/Γ.Π. οικ.142116/2006 (Β' 1845), Υ7/Γ.Π. οικ.70078/2007 (Β' 922) και Υ7α/Γ.Π.οικ.88066/2008 (Β' 1353) υπουργικές αποφάσεις. Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου αυτού οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση στο Υπουργείο Υγείας εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος.

4. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 75 του ν. 2071/1992 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ιατροί Ε.Σ.Υ., πλην Συντονιστών Διευθυντών και Διευθυντών που κατά τη δημοσίευση του παρόντος, είναι αποσπασμένοι σε Νοσοκομεία της ίδιας ή άλλης Υγειονομικής Περιφέρειας, μπορούν μετά από αίτησή τους και με απόφαση του Υπουργού Υγείας να μετατίθενται, διατηρώντας το βαθμό τους, σε κενή οργανική θέση της ίδιας ειδικότητας του Νοσοκομείου, στο οποίο είναι αποσπασμένοι.»

Άρθρο 40

Τροποποίηση του ν. 4238/2014

1. α. Στον τίτλο του άρθρου 28 του ν. 4238/2014 μετά τις λέξεις «Μονάδες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας» προστίθεται η λέξη «Υγείας».

β. Στην παρ.6 του άρθρου 35 του ν. 4025/2011, η οποία προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4238/2014 αντικαθίσταται η λέξη «άδειας» με τη λέξη «βεβαίωσης».

2. Το άρθρο 31 του ν. 4238/2014 αντικαθίσταται ως

εξής:

«Αρθρο 31

Μονάδες Ιαματικού Τουρισμού, Κέντρα Ιαματικού Τουρισμού -Θερμαλισμού και Κέντρα Θαλασσοθεραπείας

α. Οι μονάδες ιαματικής θεραπείας, τα κέντρα ιαματικού τουρισμού - θερμαλισμού και τα κέντρα θαλασσοθεραπείας, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 3498/2006, δύναται να αναγνωρίζονται ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Τουρισμού καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αναγνώρισης των μονάδων ιαματικής θεραπείας, των κέντρων ιαματικού τουρισμού - θερμαλισμού και των κέντρων θαλασσοθεραπείας ως μονάδων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

γ. Με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας αναγνωρίζονται οι μονάδες ιαματικής θεραπείας, τα κέντρα ιαματικού τουρισμού και τα κέντρα θαλασσοθεραπείας ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Υπουργείου Υγείας.»

3.α. Καταργείται η παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 4238/2014 και επανέρχεται σε ισχύ η παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 3868/2010.

β. Απαλείφεται η παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 4238/2014, η οποία προστίθεται στο άρθρο 6 του ν. 4238/2014 ως παράγραφος 4, ως εξής:

«Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 περίπτωση δ' του ν. 3329/2005, οι Δ.Υ.ΠΕ. έχουν ως πόρους τους και δωρεές, οι οποίες αφορούν και στη μελέτη και την κατασκευή έργων.»

γ. Η παρ. 3 του άρθρου 55 του ν. 4238/2014 αναριθμείται ως παράγραφος μόνη.

4. Στο τέλος του άρθρου 26 του ν. 4238/2014 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, τα Συμβούλια των διατάξεων του άρθρου 4Θγ του ν. 3754/2009, εξακολουθούν να είναι αρμόδια για την εξέλιξη και μονιμοποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 3754/2009, των υπηρετούντων ιατρών κλάδου ΕΣΥ των Κέντρων Υγείας και των αποκεντρωμένων μονάδων τους.»

5. Στο τέλος του άρθρου 24 του ν. 4238/2014 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Μέχρι τη συγκρότηση των συμβουλίων της παραγράφου 2 του παρόντος, αρμόδια για τις κρίσεις θέσεων ιατρών κλάδου ΕΣΥ των Κέντρων Υγείας και των αποκεντρωμένων μονάδων τους σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή κατόπιν αναπομπής του Υπουργού Υγείας είναι τα Συμβούλια των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3754/2009.»

6. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4238/2014 (Α' 38) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Επίσης, μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των οικείων Δ.Υ.ΠΕ. και αποτελούν εφεξής αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες τους τα Ειδικά Κέντρα Υγείας και τα Ειδικά Περιφερειακά Ιατρεία τα οποία έχουν συσταθεί ως αποκεντρωμένες μονάδες των Νοσοκομείων του ΕΣΥ.»

Άρθρο 41

Συμπλήρωση του άρθρου 35 του ν. 4025/2011

Το τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4025/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του ενός (1) μηνός για θέματα που αναγράφονται στις παραγράφους 2 και 5 του παρόντος άρθρου, αρμόδιος για την έκδοση των διαπιστωτικών πράξεων καθίσταται ο κατά τόπο οικείος Περιφερειάρχης.»

Άρθρο 42

Στελέχωση Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκου

Οι μόνιμοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των κλάδων/ειδικοτήτων: ΠΕ Ιατρών, ΠΕ Φαρμακοποιών, ΠΕ Χημικών Μηχανικών, ΠΕ Χημικών Βιοχημικών, ΠΕ Βιολόγων, ΠΕ Κτηνιάτρων, ΠΕ Επιστήμης Υπολογιστών, ΠΕ Διοικητικού, ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού, ΠΕ Οικονομικού, ΠΕ Στατιστικών, ΠΕ Νομικής, ΠΕ Κοινωνικών Επιστημών, ΤΕ Πληροφορικής, ΤΕ Τεχνολόγων Εργαστηρίων, ΔΕ Παρασκευαστών, ΔΕ Χειριστών Η/Υ, ΔΕ Οδηγών, ΔΕ Τεχνικών, ΔΕ Διοικητικού, ΔΕ Τηλεφωνητών, ΥΕ Επιμελητών που υπηρετούν στο Υπουργείο Υγείας ή σε εποπτευόμενους από αυτό φορείς, αποσπώνται, μετατάσσονται ή μεταφέρονται σε κενή οργανική θέση ή σε περίπτωση μη ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση, κατηγορίας και ειδικότητας αντίστοιχης με τα τυπικά προσόντα που κατέχουν, στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, με απόφαση του Υπουργού Υγείας, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, ύστερα από σχετική προκήρυξη που δημοσιεύει ο ΕΟΦ στην ιστοσελίδα του όπου θα καθορίζονται ειδικότερα ο αριθμός θέσεων, οι ειδικότητες, τα προσόντα και ο τρόπος επιλογής. Οι δαπάνες μισθοδοσίας του ως άνω μετατασσόμενου, αποσπώμενου ή μεταφερόμενου προσωπικού βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΟΦ και δεν επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

Άρθρο 43

Εθνικός Οργανισμός Μεταμοσχεύσεων (Ε.Ο.Μ.)

1. Στο άρθρο 2 του ν. 3984/2011 μετά τη φράση «1. στις αυτομεταμοσχεύσεις,» προστίθεται μετά το κόμμα φράση ως ακολούθως: «πλην των αυτόλογων μεταμοσχεύσεων αιμοποιητικών κυττάρων (μυελού των οστών) και αυστηρά για θεραπευτικούς λόγους.».

2. Η παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3984/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Κάθε είδους δαπάνη για την αφαίρεση ενός ή περισσότερων οργάνων από ζώντα ή θανόντα δότη, τη συντήρηση, τη μεταφορά και τη μεταμόσχευσή τους, ή τη μεταφορά του λήπτη ή/ και του δότη σε περίπτωση ζώντα για μεταμόσχευση, βαρύνουν τον ασφαλιστικό οργανισμό του λήπτη ή του υποψήφιου λήπτη. Εάν αυτός είναι ανασφάλιστος, οι ανωτέρω δαπάνες καλύπτονται από ειδική πίστωση, που εγγράφεται κάθε έτος στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας σε ειδικό κωδικό αριθμό.»

3. Στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 6 του ν. 3984/2011 (Α' 150) προστίθεται στην πρώτη παράγραφο των άρθρων ακριβώς πριν την άνω και κάτω τελεία η λέξη «ιδίως».

4. Η παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3984/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Συντονιστές Μεταμοσχεύσεων μπορεί να είναι πτυχιούχοι Ιατρικής ή κάτοχοι ισότιμου πτυχίου αλλοδαπής, με ή χωρίς ειδικότητα, και ελλείψει αυτών νοσηλευτικής, και ελλείψει αυτών επισκεπτών/τριών υγείας, πτυχιούχοι τμημάτων, μαιευτικής, διοίκησης μονάδων υγείας, ιατρικών εργαστηρίων, κοινωνικής εργασίας και βοηθοί νοσηλευτών. Οι ανωτέρω λαμβάνουν πιστοποιητικό ειδικής εκπαίδευσης από τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (Ε.Ο.Μ.), στις δε περιπτώσεις των πτυχιούχων τμημάτων, διοίκησης μονάδων υγείας, ιατρικών εργαστηρίων, κοινωνικής εργασίας και βοηθών νοσηλευτών, η εκπαίδευσή τους πρέπει να διαρκεί ένα (1) έτος περισσότερο από τους λοιπούς.»

5. Στο άρθρο 26 του ν. 3984/2011 προστίθεται περίπτωση δ' ως εξής:

«δ) Από συμμετοχές σε ευρωπαϊκά ή διεθνή προγράμματα χρηματοδότησης.»

6. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 3984/2011, ως ισχύει, μετά την τροποποίησή του με την παρ. 4 του άρθρου 34 του ν. 4052/2012, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Επιτρέπεται η απόσπαση από νοσοκομεία προσωπικού των κλάδων της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3984/2011 αποκλειστικά και μόνον για απασχόληση σε θέσεις Συντονιστών Μεταμόσχευσης, στο Τμήμα Συντονισμού του Ε.Ο.Μ. για την κάλυψη της 24ωρης λειτουργίας αυτού. Η απόσπαση διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από αίτηση του υπαλλήλου και σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων και του φορέα που ανήκει οργανικά ο υπάλληλος, έχει διάρκεια έως τρία (3) έτη και δύναται να ανανεώνεται. Επιτρέπεται η μετακίνηση και τοποθέτηση υπαλλήλων μεταξύ των κατηγοριών των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος με απόφαση του Υπουργού Υγείας, που εκδίδεται μετά από αίτηση του υπαλλήλου και σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. του Ε.Ο.Μ., και με μόνες προϋποθέσεις ο υπάλληλος να καλύπτει τα προσόντα της θέσης για την οποία αιτείται τη μετακίνηση και να το επιτρέπουν οι υπηρεσιακές ανάγκες.»

7. Στο άρθρο 27 του ν. 3984/2011, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την παρ. 4 του άρθρου 34 του ν. 4052/2012, προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:

«8. Καθήκοντα προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Ε.Ο.Μ. ασκεί μόνιμος ή αποσπασμένος υπάλληλος, ΠΕ Διοικητικού ή ΠΕ Οικονομικού ή ελλείψει αυτών ΠΕ, με πενταετή προϋπηρεσία σε δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, γνώστης τουλάχιστον μίας ξένης γλώσσας, μεταπτυχιακές σπουδές ή κατηγορίας ΠΕ απόφοιτος της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης με πενταετή προϋπηρεσία σε δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα και με διετή τουλάχιστον ενασχόληση με το αντικείμενο των μεταμοσχεύσεων, ο οποίος διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από πρόταση του Δ.Σ του Ε.Ο.Μ.. Στην περίπτωση απόσπασης όταν ο υπάλληλος αυτός επιστρέψει στην υπηρεσία του, η θητεία του ως προϊστάμενος Διεύθυνσης του Ε.Ο.Μ. υπολογίζεται ως προϋπηρεσία σε θέση προϊσταμένου Διεύθυνσης.»

Άρθρο 44

Τοποθέτηση Επικουρικών Ιατρών σε Ειδικές Μονάδες

Ειδικά, για την τοποθέτηση επικουρικών ιατρών σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, Μονάδες Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών, Μονάδες Μεταμόσχευσης και Μονάδες Εφαρμογής Ιστών, προηγούνται ιατροί, οι οποίοι διαθέτουν βεβαίωση εξειδίκευσης στις ανωτέρω μονάδες και ελλείψει αυτών όσοι διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρία σε αυτές.

Για την απόδειξη της εμπειρίας απαιτείται προσκόμιση βεβαίωσης προϋπηρεσίας ως ειδικευμένος ιατρός στις προαναφερόμενες μονάδες. Η βεβαίωση προϋπηρεσίας χορηγείται από το Νοσηλευτικό Ίδρυμα όπου υπηρέτησε ο ιατρός. Σε περίπτωση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, περισσότερων του ενός για συγκεκριμένη θέση, η μεταξύ τους προτεραιότητα καθορίζεται από το χρόνο κατάθεσης της αίτησής τους.

Άρθρο 45

Ολοήμερη λειτουργία νοσοκομείων

Στο άρθρο 9 του ν. 2889/2001, όπως αυτό έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του ν. 3868/2010, προστίθεται παράγραφος 10 ως ακολούθως:

«10. Σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., διενεργούνται χειρουργικές επεμβάσεις ή άλλες επεμβατικές πράξεις που απαιτούν παραμονή στο νοσοκομείο πέραν της ημερήσιας νοσηλείας, κατά την ολοήμερη λειτουργία των νοσοκομείων. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας μετά από γνώμη του ΚΕΣΥ και του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ.) καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες εντάσσονται τα νοσοκομεία, που ανήκουν στο Ε.Σ.Υ., στην ολοήμερη νοσηλεία κατά τα ανωτέρω, όπως και οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη συμμετοχή του προσωπικού στην ολοήμερη λειτουργία και η αμοιβή αυτού, οι δικαιούχοι των επεμβάσεων, το είδος των ιατρικών πράξεων και το κόστος αυτών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

Άρθρο 46

Συστέγαση στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (Π.Φ.Υ.)

Αντικαθίσταται το άρθρο 1 του ν. 4208/2013 ως εξής:

«1. Ιδιωτικοί φορείς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, όπως ιατρεία, οδοντιατρεία, πολυϊατρεία δύνανται να συστεγάζονται, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη εταιρικής σχέσης μεταξύ τους, με εργαστήρια αισθητικής, μονάδες αδυνατίσματος και διαιτολογικές μονάδες, γραφεία διαιτολογικά, λογοθεραπευτών, εργοθεραπευτών, ψυχολόγων, τηρουμένων των όρων και προϋποθέσεων που διέπουν τη λειτουργία του εκάστοτε φορέα ή κατηγορίας, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.

2. Αποκλείονται της συστέγασης:

α. τα διαγνωστικά εργαστήρια, τα οδοντοτεχνικά εργαστήρια και οι μονάδες χρόνιας αιμοκάθαρσης, εκτός των νοσοκομείων και κλινικών και

β. τα εργαστήρια φυσικοθεραπείας, φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης μεταξύ τους αλλά και με τους λοιπούς ιδιωτικούς φορείς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, όταν παρέχουν συναφείς υπηρεσίες φροντίδας υγείας του ασθενή,

γ. οι λοιποί ιδιωτικοί φορείς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας μεταξύ τους, όταν παρέχουν συναφείς υπηρεσίες φροντίδας υγείας του ασθενή.

3. Χορηγείται χωριστή βεβαίωση λειτουργίας από την καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδια αρχή ή υπηρεσία για καθέναν από τους συστεγαζόμενους φορείς, εργαστήρια, γραφεία, καταστήματα, τηρουμένων των τεχνικών προδιαγραφών, πολεοδομικών διατάξεων, κτιριακών κανονισμών, όρων και προϋποθέσεων.

Με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας καθορίζεται ο ελάχιστος χώρος αναμονής στις περιπτώσεις συστέγασης της παρούσας νομοθετικής διάταξης, κάθε τεχνική, τεχνολογική, κτιριακή λεπτομέρεια, μετρικά στοιχεία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά στους βοηθητικούς χώρους.»

Άρθρο 47

Παρατηρητήριο Τιμών

Στο τέλος της παρ. 28 του άρθρου 66 του ν. 3984/2011, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Σε περίπτωση που για είδη των προηγουμένων εδαφίων δεν υπάρχουν στο Παρατηρητήριο Τιμών του άρθρου 24 του ν. 3846/2010 καταχωρημένες τιμές, οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση των σχετικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τις προμήθειες αυτές θεωρούνται νόμιμες εφόσον οι τιμές τους δεν υπερβαίνουν τις συμβατικές τιμές που είχε συμφωνήσει ο φορέας με την τελευταία συναφθείσα σύμβαση για τα ίδια είδη.»

Άρθρο 48

Επιστημονικά Συμβούλια Νοσοκομείων

1. Η περίπτωση στ' της παρ.1 του άρθρου 9 του ν. 3329/2005, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 15, του ν. 3868/2010, αντικαθίσταται ως εξής:

«στ) Έναν επιστήμονα της Ιατρικής Υπηρεσίας, μη ιατρό, κατηγορίας ΠΕ και έναν επιστήμονα της Ιατρικής Υπηρεσίας, μη ιατρό, κατηγορίας ΤΕ, με βαθμό τουλάχιστον Γ' που εκλέγονται από όλους τους μη ιατρούς υπαλλήλους, κατηγορίας ΠΕ και ΤΕ αντίστοιχα, που υπάγονται στην Ιατρική Υπηρεσία».

2. Η περίπτωση η' της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3329/2005, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 8 του ν. 3868/2010, αντικαθίσταται ως εξής:

«η) Έναν Νοσηλευτή ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Γ', και ελλείψει αυτού έναν Νοσηλευτή ΤΕ ή μαία ή επισκέπτρια υγείας με βαθμό τουλάχιστον Γ', που εκλέγεται από όλους τους νοσηλευτές και μαίες του Νοσοκομείου, με τον αναπληρωτή του.»

Άρθρο 49

Μετακίνηση προσωπικού Υ.Πε.

Στο άρθρο 24 του ν. 3599/2007, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μετά το εδάφιο 4 προστίθενται δύο εδάφια ως εξής:

«Με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας (Υ.Πε.), δύνανται να ανανεωθούν οι τρίμηνες μετακινήσεις πάσης φύσεως προσωπικού, του προηγουμένου εδαφίου, έως τις 30.9.2014. Η ανανέωση μπορεί να αφορά και νοσοκομεία της ιδίας Περιφερειακής ενότητας.»

Άρθρο 50

Συμπλήρωση του άρθρου 98 του ν. 4182/2013 «Σειρές προτεραιότητας ειδικευόμενων»

Στο τέλος του άρθρου 98 του ν. 4182/2013 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Με απόφαση του Υπουργού Υγείας δύναται να ορίζονται τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., ύστερα από γνώμη του ΚΕ.Σ.Υ., στα οποία θα τηρείται ξεχωριστή σειρά προτεραιότητας για ειδίκευση κατά οργανική μονάδα της έδρας τους και της ή των αποκεντρωμένων οργανικών μονάδων αυτών.»

Άρθρο 51

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του ν. 4163/2013 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Η κατά τα ανωτέρω εκκαθάριση των δαπανών πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014.»

Άρθρο 52

Παράταση συμβάσεων θεραπευτών ιατρών του ΕΟΠΥΥ

Το εδάφιο η' της παρ. 12 του άρθρου 28 του ν. 3918/2011 τροποποιείται ως ακολούθως:

«Οι συμβάσεις θεραπευτών ιατρών με τον ΕΟΠΥΥ, οι οποίες λήγουν στις 30.6.2014 παρατείνονται μέχρι και τις 30.9.2014.»

Άρθρο 53

Ρυθμίσεις θεμάτων φορολογίας εισοδήματος και κεφαλαίου

1. Στο τέλος της παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994, όπως ισχύει, προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:

«Εξαιρετικά για το φόρο που αναλογεί, σύμφωνα με το εδάφιο 1, στο οικονομικό έτος 2014, η πρώτη δόση καταβάλλεται έως την 31η Ιουλίου 2014. Αν το συνολικό ποσό της οφειλής, κατά το ίδιο οικονομικό έτος, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο εδάφιο 4, είναι μέχρι το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, αυτό καταβάλλεται έως την 29η Αυγούστου 2014.»

2. Η περίπτωση β' της παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 3427/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«β. Ειδικότερα οι δηλώσεις στοιχείων ακινήτων έτους 2014, που υποβάλλονται προκειμένου να απεικονισθεί η περιουσιακή κατάσταση της 1ης Ιανουαρίου 2014, υποβάλλονται εμπρόθεσμα μέχρι και τη 14η Ιουλίου 2014.»

Άρθρο 54

Στην περίπτωση που η θέση επικουρικού ιατρού προκηρυχθεί και καλυφθεί, η θητεία του υπηρετούντος επικουρικού ιατρού παρατείνεται υποχρεωτικά μέχρι την κάλυψη της θέσης από τον επικουρικό ιατρό που διορίζεται, για χρονικό διάστημα όμως που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες.

Άρθρο 55

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΛ 1176 ΦΕΚ Β 1909/15.07.2014

Τροποποίηση της απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ. 1022/17.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β') «Υποβολή καταστάσεων φορολογικών στοιχείων, για διασταύρωση πληροφοριών», όπως ισχύει.

H ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 14 του Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκαν με την παράγραφο 5 του άρθρου 42 του Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ 287 Α'/31.12.2013).

2. Την ΠΟΛ. 1022/7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β'/31.1.2014),απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων όπως τροποποιήθηκε από τις αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ. 1072/7.3.2014 (ΦΕΚ 691 Β'/19.3.2014) και ΠΟΛ. 1149/16.5.2014 (ΦΕΚ 1299 Β'/22.5.2014).

3. Την ανάγκη παροχής του κατάλληλου χρόνου για την εκπλήρωση της υποχρέωσης υποβολής καταστάσεων φορολογικών στοιχείων του πρώτου και δεύτερου τριμήνου του ημερολογιακού έτους 2014.

4. Ότι, από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

Με την παρούσα τροποποιούμε την απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ. 1022/ 7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β') «Υποβολή καταστάσεων φορολογικών στοιχείων, για διασταύρωση πληροφοριών», όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της από τις αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ. 1072/7.3.2014 (ΦΕΚ 691 Β') και ΠΟΛ. 1149/16.5.2014 (ΦΕΚ 1299 Β'), ως ακολούθως:

1. Στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 η λέξη «μηνιαίως» αντικαθίσταται από τη λέξη «τριμηνιαίως» και η φράση «από το μήνα που αφορούν» αντικαθίσταται από τη φράση «από το τρίμηνο που αφορούν».

2. Η υποπερίπτωση βα' της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής:

«βα) διπλογραφικά βιβλία, τριμηνιαίως, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το τρίμηνο που αφορούν».

3. Το προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 καταργείται.

4. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ειδικά, οι καταστάσεις του πρώτου και δεύτερου τριμήνου του ημερολογιακού έτους 2014, υποβάλλονται μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2014».

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΝΟΜΟΣ 4275/ΦΕΚ Α 149/15.07.2014

Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3526/2007) - Επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1

Τα άρθρα 84, 85 και 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α' 26), αντικαθίστανται ως εξής:

«Aρθρο 84

Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων -Προϋποθέσεις επιλογής -Κωλύματα υποψηφιότητας, συμμετοχής και τοποθέτησης

1. Ως προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης επιλέγονται υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, εφόσον:

α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης για ένα (1) έτος τουλάχιστον ή

β) έχουν δεκαπέντε (15) τουλάχιστον έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης για τρία (3) τουλάχιστον έτη ή

γ) έχουν δεκαοκτώ (18) τουλάχιστον έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊστάμενου Διεύθυνσης για ένα (1) τουλάχιστον έτος.

2. Ως προϊστάμενοι Διεύθυνσης επιλέγονται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, εφόσον:

α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης τρία (3) έτη τουλάχιστον ή

β) έχουν τουλάχιστον δέκα (10) έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και έχουν ασκήσει συνολικά τουλάχιστον για τρία (3) έτη καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος ή

γ) έχουν τουλάχιστον δώδεκα (12) έτη συνολική πραγματική δημόσια υπηρεσία και έχουν ασκήσει τουλάχιστον ένα (1) έτος συνολικά καθήκοντα Προϊσταμένου

Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας ή αυτοτελούς γραφείου.

3. Ως προϊστάμενοι Τμήματος επιλέγονται υπάλληλοι ΠΕ, ΤΕ ή ΔΕ, εφόσον:

α) έχουν τουλάχιστον τέσσερα (4) έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας ή αυτοτελούς γραφείου για ένα (1) τουλάχιστον έτος ή

β) είναι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας τέσσερα (4) έτη ή

γ) έχουν τουλάχιστον έξι (6) έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας.

4. α) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για επιλογή σε θέση προϊσταμένου οποιουδήποτε επιπέδου, υπάλληλος που αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία λήξης προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων. Ο ως άνω περιορισμός δεν ισχύει σε περίπτωση που ο υπάλληλος υποβάλλει αίτηση υποψηφιότητας για επιλογή σε θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, οπότε και δεσμεύεται ταυτόχρονα με αίτησή του να παραμείνει στην υπηρεσία μέχρι τη λήξη της θητείας, σε περίπτωση που επιλεγεί και τοποθετηθεί, και πάντως όχι πέραν του 67ου έτους της ηλικίας του.

β) αα) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για την επιλογή προϊσταμένου οποιουδήποτε επιπέδου οργανικής μονάδας και να συμμετέχει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας επιλογής, υπάλληλος, ο οποίος διανύει δοκιμαστική υπηρεσία ή τελεί σε διαθεσιμότητα ή αργία, η οποία δεν έχει ανασταλεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 103 ή τελεί σε αναστολή άσκησης καθηκόντων ή έχει παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα ή απευθείας στο ακροατήριο για κακούργημα ή έχει καταδικαστεί με οριστική απόφαση για πλημμέλημα της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 ή του έχει επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της κατά το άρθρο 145.

ββ) Δεν επιτρέπεται να τοποθετηθεί προϊστάμενος υπάλληλος, ο οποίος τελεί σε διαθεσιμότητα ή αργία, η οποία δεν έχει ανασταλεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 103 ή τελεί σε αναστολή άσκησης καθηκόντων ή έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τα αδικήματα της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 ή του έχει επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της κατά το άρθρο 145. Στην περίπτωση αυτή τοποθετείται ο αμέσως επόμενος στη σειρά κατάταξης υποψήφιος για πλήρη θητεία αποκλειομένου από την τοποθέτηση στη συγκεκριμένη θέση του αρχικώς επιλεγέντος υποψηφίου, ο οποίος κωλύεται κατά τα ανωτέρω, έστω και εάν το κώλυμα αρθεί κατά τη διάρκεια της θητείας αυτής.

γ) Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης έχει δικαίωμα επανυποβολής αίτησης υποψηφιότητας για την ίδια θέση του ίδιου φορέα, στην οποία έχει ήδη ασκήσει καθήκοντα κατόπιν επιλογής, για μία μόνο επιπλέον θητεία.

5. Με τους οργανισμούς των οικείων υπηρεσιών καθορίζονται οι κλάδοι ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, των οποίων οι υπάλληλοι κρίνονται για την κατάληψη θέσεων προϊσταμένων ανάλογα με το αντικείμενο των οργανικών μονάδων. Τυχόν ειδικότερα ή και πρόσθετα προσόντα, εφόσον αυτά απαιτούνται, καθορίζονται με την κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 (Α' 174), όπως ισχύει. Υπάλληλος που κατέχει το βασικό τίτλο σπουδών, ο οποίος αποτελεί το τυπικό προσόν του κλάδου, του οποίου οι υπάλληλοι προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις να προΐστανται στην προκηρυσσόμενη θέση, δύναται να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής ανεξαρτήτως του κλάδου στον οποίο ανήκει.

6. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα ειδικά προσόντα και τους βασικούς τίτλους σπουδών που δύνανται να εξειδικεύονται με τις οικείες οργανικές διατάξεις και την υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 54 του ν. 4178/2013, όπως ισχύει, οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης δύνανται να συμμετέχουν ως υποψήφιοι στην προκήρυξη οποιασδήποτε θέσης ευθύνης ανεξαρτήτως του τίτλου σπουδών που κατέχουν. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να διαθέτουν τις λοιπές αναγκαίες προϋποθέσεις και τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για την προκηρυσσόμενη θέση κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας επιλογής.

7. Οι προϋποθέσεις και τα προσόντα επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων υποψηφιότητας, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2α του άρθρου 86 του παρόντος.

8. Οργανικές μονάδες κατά την έννοια του παρόντος είναι η Γενική Διεύθυνση, η Διεύθυνση, το Τμήμα, το αυτοτελές Τμήμα ή οι οργανικές μονάδες αντίστοιχου επιπέδου προς τις προαναφερόμενες, καθώς και τυχόν ενδιάμεσα επίπεδα διοίκησης, όπως αυτά προβλέπονται από τις οικείες οργανικές διατάξεις. Όπου στις διατάξεις του παρόντος αναφέρεται οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης, λογίζεται και η Υποδιεύθυνση. Οι οργανικές μονάδες επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης που προβλέπονται στις οικείες οργανικές διατάξεις και οι αρμοδιότητές τους είναι όμοιες ή παρεμφερείς σε όλους τους φορείς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κώδικα, ιδίως Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης, Οικονομικών Υπηρεσιών, Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών, Πληροφορικής, Διεύθυνση Διοικητικού/ Προσωπικού, Πληροφορικής, Προμηθειών, Προϋπολογισμού, νοούνται εφεξής για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κώδικα ως οριζόντιες θέσεις ευθύνης.

Άρθρο 85

Στάδια επιλογής

1. Η επιλογή των προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης και Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου με τις προαναφερόμενες οργανικές μονάδες, πραγματοποιείται σε τρία στάδια σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους.

2. Πρώτο (1ο) στάδιο επιλογής: Πλήρωση αναγκαίων προϋποθέσεων και τυπικών προσόντων:

α) Ο υποψήφιος πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις και τα τυπικά προσόντα, κύρια ή και πρόσθετα, όπως προσδιορίζονται στις οικείες οργανικές διατάξεις, στην υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της περίπτωσης δ' της παρ. 2 του άρθρου 54 του ν. 4178/2013, όπως ισχύει, και στην οικεία προκήρυξη.

β) Όσοι υποψήφιοι πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις και τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για την προκηρυσσόμενη θέση καλούνται στο δεύτερο στάδιο της επιλογής.

γ) Το πρώτο στάδιο επιλογής διενεργείται κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 86 και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της περίπτωσης δ' της παρούσας παραγράφου.

δ) Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης ύστερα από γνώμη του Προέδρου του ΑΣΕΠ ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη διενέργεια του πρώτου σταδίου επιλογής προϊσταμένων, ιδίως θέματα που αφορούν το αρμόδιο όργανο εξέτασης των ενστάσεων, την ανάρτηση των πινάκων και την πρόσβαση των ενδιαφερομένων σε αυτούς, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα.

3. Δεύτερο (2ο) Στάδιο επιλογής: Γραπτή εξέταση

α) Η γραπτή εξέταση διενεργείται από το ΑΣΕΠ και μπορεί να έχει τη μορφή:

αα) ερωτήσεων με απαντήσεις πολλαπλών επιλογών σε θέματα διακρίβωσης των γνώσεων του υποψηφίου για το νομοθετικό πλαίσιο της διοικητικής δράσης στο Δημόσιο (Υπαλληλικός Κώδικας, Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, κανονισμοί προμηθειών κ.λπ.) και για τις γενικές αρχές οργάνωσης και διοίκησης, καθώς και σε θέματα διακρίβωσης των γενικών γνώσεων και δεξιοτήτων του υποψηφίου (επικαιρότητα, συνθετική και αναλυτική σκέψη, κ.λπ.),

ββ) ερωτήσεων με απαντήσεις ελεύθερης ανάπτυξης σε θέματα άσκησης διοίκησης και δημόσιας πολιτικής,

γγ) συνδυασμού των υποπεριπτώσεων αα) και ββ),

δδ) κάθε άλλη μορφή, η οποία κρίνεται κατάλληλη ανάλογα με το περίγραμμα της προκηρυσσόμενης θέσης ευθύνης.

Για τους Προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης η γραπτή εξέταση συνίσταται στην επεξεργασία διοικητικού θέματος ή θέματος επικαιρότητας που στόχο έχει ιδίως τη διακρίβωση της συνθετικής και αναλυτικής σκέψης του υποψηφίου, καθώς και την ικανότητα ηγεσίας και μπορεί να έχει μία από τις προαναφερόμενες μορφές.

Σε περίπτωση συνδυασμού μορφών εξέτασης μπορεί να καθορίζεται συντελεστής βαρύτητας κάθε μορφής εξέτασης, ο οποίος καθορίζεται με την υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 3ε του παρόντος άρθρου.

β) Το αντικείμενο της γραπτής εξέτασης για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά της προκηρυσσόμενης θέσης με βάση το περίγραμμα θέσεως ευθύνης. Η γραπτή εξέταση μπορεί να διεξάγεται: αα) ανά προκηρυσσόμενη θέση, ββ) ανά φορέα, γγ) ανά ομάδα θέσεων ενός ή περισσότερων φορέων, ιδίως στην περίπτωση που έχουν όμοιες ή παρεμφερείς αρμοδιότητες, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2δ' του άρθρου 86.

γ) Η γραπτή εξέταση για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων Τμημάτων διεξάγεται τουλάχιστον μία φορά ανά δύο έτη, ανεξαρτήτως προκήρυξης πλήρωσης θέσεων αντίστοιχου επιπέδου. Για τους υπαλλήλους που συμμετέχουν σε δύο ή και περισσότερες γραπτές εξετάσεις λαμβάνεται υπόψη η υψηλότερη βαθμολογία. Το αποτέλεσμα της γραπτής εξέτασης ισχύει για πέντε (5) έτη από την έκδοση των αποτελεσμάτων αυτής.

δ) Το ανώτατο όριο βαθμολογίας της γραπτής εξέτασης ορίζεται στις εκατό (100) μονάδες. Το ΑΣΕΠ καταρτίζει πίνακα με φθίνουσα σειρά κατάταξης των υποψηφίων βάσει της βαθμολογίας που έλαβαν κατά το στάδιο της γραπτής εξέτασης. Στον οικείο πίνακα εγγράφονται όσοι υποψήφιοι καλούνται στο επόμενο στάδιο της συνέντευξης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4α του παρόντος άρθρου, καθώς επίσης και οι ισοβαθμήσαντες με τον τελευταίο υποψήφιο που εγγράφεται στον πίνακα και καλείται στο επόμενο στάδιο.

ε) Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ύστερα από γνώμη του Προέδρου του ΑΣΕΠ, ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν στο στάδιο της γραπτής εξέτασης, ιδίως το γενικό πλαίσιο του περιεχομένου της γραπτής εξέτασης, η διαδικασία, ο τρόπος διεξαγωγής, ο συντελεστής βαρύτητας ανάλογα με τη μορφή της εξέτασης ή και το επίπεδο θέσης ευθύνης, πλημμέλειες κατά τη διαδικασία, αναβαθμολόγηση, εξαγωγή, δημοσιοποίηση και ανάρτηση αποτελεσμάτων, δικαίωμα συμμετοχής και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα.

4. Τρίτο (3ο) Στάδιο: Δομημένη Συνέντευξη

α) Η δομημένη συνέντευξη διενεργείται από το αρμόδιο Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων των άρθρων 157 και 158. Στο στάδιο αυτό της επιλογής καλείται και εξετάζεται αριθμός υποψηφίων πολλαπλάσιος των προκηρυσσόμενων θέσεων, όπως συγκεκριμένα ορίζεται στην οικεία προκήρυξη, βάσει της φθίνουσας σειράς κατάταξης των υποψηφίων με βάση τη βαθμολογία που έλαβαν στη γραπτή εξέταση. Ο αριθμός υποψηφίων που καλείται σε συνέντευξη είναι τουλάχιστον τριπλάσιος του αριθμού των προκηρυσσόμενων θέσεων. Σε περίπτωση που δεν πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση καλούνται όλοι οι υποψήφιοι.

β) Σκοπός της δομημένης συνέντευξης είναι το Συμβούλιο να διαμορφώσει γνώμη για την προσωπικότητα, την ικανότητα και την καταλληλότητα του υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης ευθύνης για την οποία κρίνεται. Κατά το στάδιο αυτό λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου του υπαλλήλου, τα οποία περιλαμβάνονται στο βιογραφικό σημείωμα του υποψηφίου, η αίτηση υποψηφιότητας και η δήλωση ενδιαφέροντος.

γ) Κατά τη δομημένη συνέντευξη οι υποψήφιοι αξιολογούνται στις ακόλουθες θεματικές ενότητες:

αα) Ποιότητα της υπηρεσιακής δραστηριότητας του υποψηφίου με βάση το περιεχόμενο του βιογραφικού σημειώματος και την αίτηση δήλωσης ενδιαφέροντος/ υποψηφιότητας.

ββ) Η γνώση του αντικειμένου του φορέα, της οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης γενικότερα.

γγ) Οι διοικητικές ικανότητες του υποψηφίου να προγραμματίζει, να συντονίζει, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να λαμβάνει αποτελεσματικές αποφάσεις και να διαχειρίζεται κρίσεις, ιδίως:

i) ικανότητες που σχετίζονται με το στρατηγικό τρόπο σκέψης (ανάπτυξη στρατηγικού οράματος και προνοητικής προσέγγισης, αναλυτική σκέψη και επίλυση προβλημάτων, λήψη αποφάσεων),

ii) ικανότητες που σχετίζονται με τη διαχείριση ανθρώπων και πόρων (ηγεσία, κατανομή πόρων-ανάθεση έργων, επικοινωνία και πειθώ, διαχείριση συγκρούσεων, υποκίνηση και ανάπτυξη άλλων),

iii) ικανότητες που σχετίζονται με τα αποτελέσματα (πρωτοβουλία και ανάπτυξη δεξιοτήτων, προγραμματισμός, ιεράρχηση προτεραιοτήτων, συντονισμός και

έλεγχος),

iv) ικανότητες που σχετίζονται με τη διαχείριση αλλαγών (προσαρμοστικότητα και ευελιξία, διαχείριση κρίσεων, ανάληψη πρωτοβουλιών, δημιουργικότητα).

δ) Η κάθε θεματική ενότητα της δομημένης συνέντευξης της παραγράφου 4γ βαθμολογείται από κάθε μέλος του αρμόδιου Συμβουλίου Συνέντευξης ξεχωριστά με ακέραιο ή με προσέγγιση δεκάτου βαθμού σε ειδικό προς το σκοπό αυτό έντυπο, το οποίο καταρτίζεται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Η τελική βαθμολογία προκύπτει από το μέσο όρο της βαθμολογίας όλων των μελών του Συμβουλίου Συνέντευξης. Ο μέσος όρος εξάγεται με προσέγγιση εκατοστού. Το περιεχόμενο της συνέντευξης καταγράφεται συνοπτικά σε πρακτικό κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του αρμόδιου προς τούτου συλλογικού οργάνου, χωρίς την παράλειψη κρίσιμων και ουσιαστικών σημείων συμπεριλαμβανομένης και της αιτιολογίας της βαθμολογίας που έλαβε κάθε υποψήφιος από τα μέλη του αρμόδιου Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων. Αναπόσπαστο μέρος του πρακτικού αποτελεί το ειδικό έντυπο συνέντευξης.

ε) Το ανώτατο όριο βαθμολογίας της δομημένης συνέντευξης ορίζεται στις εκατό (100) μονάδες. Κάθε θεματική ενότητα της παραγράφου 4γ βαθμολογείται χωριστά και το ανώτατο όριο βαθμολογίας ανά ενότητα, ανάλογα με το επίπεδο θέσης ευθύνης καθορίζεται

ως εξής:

αα) Για τους Προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης: 20 - 30 - 50 μονάδες αντίστοιχα ανά θεματική ενότητα

ββ) Για τους Προϊσταμένους Διεύθυνσης: 20 - 40 - 40 μονάδες αντίστοιχα ανά θεματική ενότητα

γγ) Για τους Προϊσταμένους Τμήματος: 20 - 50 - 30 μονάδες αντίστοιχα ανά θεματική ενότητα.

στ) Στη συνέντευξη κάθε υποψηφίου δύνανται να παρίστανται αυτοπροσώπως και οι λοιποί συνυποψήφιοι, εφόσον έχουν ήδη εξεταστεί από το οικείο Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων.

ζ) Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατόπιν γνώμης του Προέδρου του ΑΣΕΠ, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στην δομημένη συνέντευξη, ιδίως η διαδικασία διεξαγωγής της συνέντευξης, ο τρόπος πρόσκλησης και εξέτασης των υποψηφίων για συνέντευξη, δημοσιότητα της πρόσκλησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα.

Άρθρο 86

Διαδικασία επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων

1.α) Η επιλογή προϊσταμένων των οργανικών μονάδων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 84, γίνεται από το αρμόδιο κατά περίπτωση Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.), ύστερα από κοινή απόφαση-προκήρυξη του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού και προκειμένου για δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ., του Υπουργού που εποπτεύει τη δημόσια υπηρεσία ή το Ν.Π.Δ.Δ., που εκδίδεται κατόπιν γνώμης του ΕΙ.Σ.Ε.Π..

β) Η επιλογή προϊσταμένων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης των οριζόντιων θέσεων ευθύνης του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 84 γίνεται από το Κεντρικό Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π.), ύστερα από κοινή απόφαση-προκήρυξη του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού. Ειδικότερα, για τις οριζόντιες θέσεις ευθύνης που έχουν μόνο ή και οικονομικές αρμοδιότητες η επιλογή προϊσταμένων γίνεται ύστερα από κοινή απόφαση-προκήρυξη του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, του Υπουργού Οικονομικών και του οικείου Υπουργού.

γ) Οι προκηρύξεις των περιπτώσεων α' και β' της παρούσας παραγράφου καταρτίζονται με την τεχνική υποστήριξη του ΑΣΕΠ.

2.α) Η προκήρυξη εκδίδεται υποχρεωτικά τουλάχιστον πέντε (5) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταμένων. Εφόσον οι θέσεις δεν προκηρυχθούν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο και προκηρυχθούν μετά τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταμένων, τότε οι προϋποθέσεις και τα προσόντα επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά την ημερομηνία λήξης της θητείας, κατ' εξαίρεση των οριζομένων στην παράγραφο 7 του άρθρου 84. Η προκήρυξη αναρτάται αμελλητί στην ιστοσελίδα του προγράμματος «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» (ν. 3861/2010, Α' 112), στην ιστοσελίδα του οικείου φορέα που προκηρύσσει τις θέσεις, στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και στην ιστοσελίδα του ΑΣΕΠ. Η σχετική προκήρυξη αναρτάται και στον οικείο χώρο ανακοινώσεων όπου στεγάζονται οι υπηρεσίες του οικείου φορέα που προκηρύσσει τις θέσεις και κοινοποιείται με κάθε πρόσφορο τρόπο στους υπαλλήλους του. Παράλειψη της ανάρτησης της προκήρυξης ή κοινοποίησής της κατά το προηγούμενο εδάφιο δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας, εφόσον τηρήθηκε η διαδικασία δημοσιότητας της προκήρυξης κατά το τρίτο εδάφιο και αυτή αναρτήθηκε στο κεντρικό κατάστημα του οικείου φορέα.

β) Με την προκήρυξη προσδιορίζονται οι κενές θέσεις προϊσταμένων και καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία της επιλογής, προσδιορίζονται, κατόπιν αιτιολογημένης γνώμης του αρμοδίου ΕΙ.Σ.Ε.Π., τα κύρια ή και πρόσθετα προσόντα που απαιτούνται κατά περίπτωση για την κατάληψη της θέσης ευθύνης, ο τρόπος απόδειξης αυτών, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Η προκήρυξη περιλαμβάνει κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα, ιδίως τον αριθμό των υποψηφίων που καλείται στο στάδιο της συνέντευξης και την προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων.

γ) Κατόπιν αιτιολογημένης γνώμης του αρμοδίου ΕΙ.Σ.Ε.Π. στην προκήρυξη μπορεί να προβλέπονται πέραν των οριζομένων στις οικείες οργανικές διατάξεις και πρόσθετα προσόντα, τα οποία λαμβάνονται από τα οριζόμενα στην περίπτωση δ' της παρ. 2 του άρθρου 54 του ν. 4178/2013, όπως ισχύει, ανάλογα με το περίγραμμα της προκηρυσσόμενης θέσης ευθύνης.

δ) Με απόφαση του Προέδρου του ΑΣΕΠ, η οποία κοινοποιείται στους οικείους Υπουργούς, δύναται να διεξάγεται ενιαία διαδικασία γραπτής εξέτασης για περισσότερες προκηρύξεις διαφόρων φορέων, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3α του άρθρου 85.

3.α) Δικαίωμα υποβολής αίτησης υποψηφιότητας για θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης έχουν όλοι οι υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, ήτοι Υπουργείων, Γενικών και Ειδικών Γραμματειών, αποκεντρωμένων διοικήσεων, αυτοτελών ή μη δημοσίων υπηρεσιών, καθώς και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της προκήρυξης και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

β) Δικαίωμα υποβολής αίτησης για προϊσταμένους οργανικών μονάδων επιπέδου Τμήματος έχουν όλοι οι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά στον φορέα που προκηρύσσει τις κενές θέσεις προϊσταμένων επιπέδου Τμήματος, εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της προκήρυξης.

γ) Κάθε υποψήφιος για επιλογή σε θέση ευθύνης μπορεί να υποβάλλει αίτηση υποψηφιότητας τρεις (3) φορές συνολικά κατ' ανώτατο όριο ετησίως ανά επίπεδο θέσης ευθύνης.

4.α) Η αίτηση υποψηφιότητας υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) εργασίμων ημερών από την ημέρα καταχώρισης της προκήρυξης στην ιστοσελίδα του ΑΣΕΠ. Η αίτηση αυτή συνοδεύεται από βιογραφικό σημείωμα που συντάσσεται με ευθύνη του υποψηφίου και το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει από τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου του υπαλλήλου, από δήλωση ενδιαφέροντος, καθώς και από δήλωση σειράς προτίμησης, εφόσον η τελευταία απαιτείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οικεία προκήρυξη.

β) Στο βιογραφικό σημείωμα του υποψηφίου περιλαμβάνονται ιδίως:

αα) Τίτλοι σπουδών ή άλλα τυπικά προσόντα, ιδίως μεταπτυχιακοί ή διδακτορικοί τίτλοι συναφείς με το αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης.

ββ) Στοιχεία που αναφέρονται στην υπηρεσιακή κατάσταση και δραστηριότητα του υπαλλήλου (ιδίως διορισμός/πρόσληψη, προϋπηρεσία, υπηρεσιακές μεταβολές, άσκηση καθηκόντων σε θέση ευθύνης, συνολικός χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εμπειρία συναφής με το αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης).

γγ) Βαθμολογία των εκθέσεων αξιολόγησης του υπαλλήλου, οι οποίες περιλαμβάνονται στο προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου κατά τα οριζόμενα στο π.δ. 178/2004 (Α' 154).

δδ) Ηθικές αμοιβές.

εε) Πιστοποιημένη επιμόρφωση μετά το διορισμό/ πρόσληψη του υπαλλήλου.

στστ) Συγγραφικό έργο (άρθρα, μελέτες, προτάσεις) που σχετίζεται με το αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης ή της δημόσιας διοίκησης γενικότερα.

ζζ) Εισηγήσεις, ανακοινώσεις σε συνέδρια, ημερίδες, διδακτική εμπειρία κ.λπ., συναφείς με το αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης ή της δημόσιας διοίκησης γενικότερα.

ηη) Αριθμός αναρρωτικών αδειών ανά έτος υπηρεσίας και πειθαρχικές ποινές που περιλαμβάνονται στο προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου, εφόσον αυτές δεν έχουν διαγραφεί.

5.α) Η αίτηση του υποψηφίου, το βιογραφικό σημείωμα και η δήλωση ενδιαφέροντος συμπληρώνονται και υποβάλλονται ηλεκτρονικά στο ΑΣΕΠ σε ειδικό προς το σκοπό αυτόν ηλεκτρονικό έντυπο. Ακολούθως, οι αιτήσεις των υποψηφίων, οι οποίες επέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης, και το βιογραφικό σημείωμα αποστέλλονται από το ΑΣΕΠ στην καθ' ύλην αρμόδια Διεύθυνση Προσωπικού/Διοικητικού, όπου ανήκει οργανικά ο υπάλληλος, προκειμένου να βεβαιωθούν, τα όσα υπευθύνως δηλώνει ο υποψήφιος. Σε περίπτωση αναντιστοιχίας των όσων υπευθύνως δηλώνει ο υποψήφιος στην αίτηση υποψηφιότητας και στο βιογραφικό σημείωμα με όσα τηρούνται στο προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου και στο αρχείο της υπηρεσίας, λαμβάνονται υπόψη όσα βεβαιώνει η αρμόδια Διεύθυνση Προσωπικού/Διοικητικού αφού προηγουμένως έχει καλέσει τον υποψήφιο για την προσκόμιση των επιπλέον εκείνων στοιχείων που υπευθύνως δηλώνει ότι κατέχει. Η ανωτέρω διαδικασία βεβαίωσης των στοιχείων της αίτησης υποψηφιότητας και του βιογραφικού σημειώματος του υπαλλήλου από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Προσωπικού/Διοικητικού γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών.

Η αρμόδια Διεύθυνση Προσωπικού/Διοικητικού αποστέλλει αμελλητί στο ΕΙ.Σ.Ε.Π. του φορέα που προκηρύσσει τις θέσεις τα σχετικά με το στάδιο αυτό προκειμένου το όργανο αυτό να αποφασίσει αιτιολογημένα εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου για το αν πληρούνται από τους υποψηφίους οι προϋποθέσεις του πρώτου σταδίου της διαδικασίας, απόφαση η οποία αποστέλλεται στο ΑΣΕΠ.

β) Με την ως άνω απόφαση του ΕΙ.Σ.Ε.Π. αποκλείονται από το πρώτο στάδιο της διαδικασίας όσοι δεν πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της προκήρυξης και αναρτώνται στην ιστοσελίδα του ΑΣΕΠ οι πίνακες προσωρινών αποτελεσμάτων των υποψηφίων. Κατά των πινάκων αυτών δύναται να ασκηθεί ένσταση ενώπιον του ΑΣΕΠ εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την ανάρτηση των προσωρινών αποτελεσμάτων. Οι ενστάσεις εξετάζονται από αρμόδιο Τμήμα του ΑΣΕΠ εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής τους. Μετά την εξέταση των ενστάσεων το ΑΣΕΠ καταρτίζει πίνακες οριστικών αποτελεσμάτων των υποψηφίων που πληρούν τις προϋποθέσεις και τα προσόντα της προκήρυξης, οι οποίοι αποστέλλονται στο αρμόδιο ΕΙ.Σ.Ε.Π. και αναρτώνται στην ιστοσελίδα ΑΣΕΠ.

γ) Μετά τη διεξαγωγή της γραπτής εξέτασης αναρτώνται στην ιστοσελίδα του ΑΣΕΠ οι υποψήφιοι που περνούν στο επόμενο στάδιο της συνέντευξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προκήρυξη.

δ) Το αρμόδιο Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της συνέντευξης και τη βαθμολόγηση όλων των υποψηφίων και μέχρι την καθαρογραφή των πρακτικών, αποστέλλει βεβαίωση στο αρμόδιο ΕΙ.Σ.Ε.Π., υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο και τα μέλη του Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων, στην οποία περιλαμβάνεται η φθίνουσα σειρά κατάταξης των υποψηφίων που εξετάστηκαν στο στάδιο αυτό.

6. α) Η τελική βαθμολογία των υποψηφίων για επιλογή ανά επίπεδο θέσης ευθύνης εξάγεται από το αρμόδιο ΕΙ.Σ.Ε.Π. ως εξής:

αα) Για τους προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα της βαθμολογίας που έλαβαν από τη γραπτή εξέταση και τη συνέντευξη, υπολογιζόμενο επί ποσοστού 30% της βαθμολογίας που έλαβαν κατά τη γραπτή εξέταση και 70% από τη συνέντευξη.

ββ) Για τους προϊσταμένους Διεύθυνσης λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα της βαθμολογίας που έλαβαν από τη γραπτή εξέταση και τη συνέντευξη, υπολογιζόμενο επί ποσοστού 40% της βαθμολογίας που έλαβαν κατά τη γραπτή εξέταση και 60% από τη συνέντευξη.

γγ) Για τους προϊσταμένους Τμήματος λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα της βαθμολογίας που έλαβαν από τη γραπτή εξέταση και τη συνέντευξη, υπολογιζόμενο επί ποσοστού 50% της βαθμολογίας που έλαβαν κατά τη γραπτή εξέταση και 50% από τη συνέντευξη.

β) Για την επιλογή προϊσταμένων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης σε περίπτωση ισοβαθμίας προτάσσεται ο υποψήφιος που έλαβε τη μεγαλύτερη βαθμολογία στο στάδιο της συνέντευξης. Για την επιλογή προϊσταμένων επιπέδου Τμήματος σε περίπτωση ισοβαθμίας προτάσσεται ο υποψήφιος που έλαβε τη μεγαλύτερη βαθμολογία στο στάδιο της γραπτής εξέτασης.

7. Η επιλογή των προϊσταμένων γίνεται από το αρμόδιο ΕΙ.Σ.Ε.Π. σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου. Τα αποτελέσματα αποστέλλονται στον οικείο φορέα προκειμένου να προβεί το αρμόδιο όργανο στην τοποθέτηση των επιλεγέντων.

8. α) Όσοι επιλέγονται από το αρμόδιο ΕΙ.Σ.Ε.Π., τοποθετούνται, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου, η οποία εκδίδεται το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από τη γνωστοποίηση της επιλογής τους, ως προϊστάμενοι σε αντίστοιχου επιπέδου οργανικές μονάδες για θητεία πέντε (5) ετών. Οι προϊστάμενοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους και μετά τη λήξη της θητείας τους έως την επιλογή και τοποθέτηση νέων προϊσταμένων και πάντως όχι πέραν του ενός (1) έτους.

β) αα) Αν υπάλληλος άλλης δημόσιας υπηρεσίας ή Ν.Π.Δ.Δ. επιλεγεί ως προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης, με την τοποθέτησή του αποσπάται αυτοδίκαια στην υπηρεσία για τη θέση ευθύνης της οποίας έχει επιλεγεί. Ο χρόνος της θητείας του αποσπασμένου υπαλλήλου ως προϊσταμένου λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική του θέση για κάθε συνέπεια. Οι τοποθετούμενοι κατά τα προηγούμενα εδάφια ως προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους και μετά τη λήξη της θητείας τους ως την επιλογή και τοποθέτηση νέων προϊσταμένων και πάντως όχι πέραν του ενός (1) έτους.

ββ) Για τους υποψηφίους που ανήκουν οργανικά στο φορέα που προκηρύσσει τις θέσεις και επιλέγονται σε θέσεις προϊσταμένων σε περιφερειακή υπηρεσία του φορέα, εφόσον υφίστανται περιφερειακές υπηρεσίες, ή στην κεντρική υπηρεσία, εφόσον οι υποψήφιοι υπηρετούν σε περιφερειακές, η τοποθέτησή τους ως προϊσταμένων στις θέσεις ευθύνης λογίζεται ως μετακίνηση ή απόσπαση ανάλογα με το εάν οι θέσεις είναι οργανικά ενιαίες ή κατανεμημένες στην κεντρική και στις περιφερειακές υπηρεσίες. Ο χρόνος της θητείας του υπαλλήλου που έχει μετακινηθεί ή αποσπαστεί σε θέση προϊσταμένου κατά τα ανωτέρω οριζόμενα λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική του θέση για κάθε συνέπεια. Για την τοποθέτηση των επιλεγέντων κατά τα οριζόμενα ανωτέρω λαμβάνεται υπόψη η δήλωση σειράς προτίμησης του υποψηφίου.

γ) Σε όσους επιλέγονται κατά τις διατάξεις του παρόντος Προϊστάμενοι, κατά την ημερομηνία τοποθέτησής τους και για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους απονέμεται αποκλειστικά λόγω της επιλογής και τοποθέτησης ως προϊσταμένων ο βαθμός Α' σε όσους επιλέγονται προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης, ο βαθμός Β' σε όσους επιλέγονται Προϊστάμενοι Διεύθυνσης, ο βαθμός Γ' σε όσους επιλέγονται Προϊστάμενοι Τμήματος. Για τους υπαλλήλους που επιλέγονται προϊστάμενοι και τους απονέμεται ο αντίστοιχος βαθμός σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, αναγνωρίζεται για τη βαθμολογική και μισθολογική τους κατάταξη τυχόν πλεονάζων χρόνος που διαθέτουν κατά την ημερομηνία τοποθέτησης. Για τον υπολογισμό του πλεονάζοντος χρόνου στον κατά περίπτωση απονεμόμενο βαθμό εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 12 του ν. 4024/2011 (Α' 226). Με τη λήξη της θητείας τους και την επιλογή και τοποθέτηση νέων προϊσταμένων κατατάσσονται σε βαθμό και σε μισθολογικό κλιμάκιο σύμφωνα με το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους. Για την προαναφερόμενη κατάταξη εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 12 του ν. 4024/2011 καθ' υπέρβαση των προβλεπόμενων στο άρθρο 7 του ν. 4024/2011 ποσοστών περί προαγωγών. Σε καμία περίπτωση η εκ νέου κατάταξη του υπαλλήλου κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να γίνει σε βαθμό ανώτερο αυτού που του απονεμήθηκε λόγω της επιλογής και τοποθέτησής τους σε θέσεις προϊσταμένων. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται για όσους υπαλλήλους επιλέγονται προϊστάμενοι και κατά την ημερομηνία τοποθέτησής τους κατέχουν βαθμό κατώτερο του απονεμόμενου ανά επίπεδο θέσης ευθύνης.

δ) Όσοι επιλέγονται και τοποθετούνται Προϊστάμενοι με τις διατάξεις του παρόντος έχουν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας για θέση ευθύνης ανώτερου επιπέδου μετά από τρία (3) χρόνια από την τοποθέτησή τους. Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται επιλεγείς και τοποθετηθείς προϊστάμενος οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της θητείας του να υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας για θέση ευθύνης ίδιου ή κατώτερου επιπέδου.

9. Αν κενωθεί θέση προϊσταμένου πριν από τη λήξη της θητείας του υπηρετούντος ή συσταθεί νέα, η θέση προκηρύσσεται το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την κένωσή της ή από τη σύστασή της και επιλέγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, προϊστάμενος για πλήρη θητεία, σε περίπτωση σύστασης θέσης και για το υπόλοιπο της θητείας, σε περίπτωση κένωσης θέσης, με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος που υπολείπεται μέχρι τη λήξη της θητείας είναι ίσος ή μεγαλύτερος του ενός (1) έτους.

10. Οι επιλεγέντες σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων, εφόσον υποβάλλουν μετά τη λήξη της θητείας τους εκ νέου αίτηση υποψηφιότητας για θέση αντίστοιχου επιπέδου δεν υποχρεούνται, εφόσον το επιθυμούν, να συμμετέχουν εφεξής στο στάδιο της γραπτής εξέτασης. Εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια του πρώτου σταδίου επιλογής, καλούνται ως υπεράριθμοι στο τρίτο στάδιο της διαδικασίας εφόσον η βαθμολογία τους στη γραπτή εξέταση είναι ίση ή μεγαλύτερη από την αντίστοιχη του τελευταίου στη σειρά του πίνακα κατάταξης υποψηφίων στην οικεία προκήρυξη.

11. Οι διατάξεις της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου ισχύουν για πέντε (5) έτη για όσους υποψηφίους για θέσεις προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων κλήθηκαν στο στάδιο της συνέντευξης και τελικά δεν επελέγησαν.

12. Με απόφαση του αρμόδιου για τοποθέτηση προϊσταμένων οργάνου κατόπιν αιτιολογημένης γνώμης του οικείου ΕΙ.Σ.Ε.Π., ο προϊστάμενος οργανικής μονάδας μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του πριν από τη λήξη της θητείας του, για σοβαρό λόγο αναγόμενο στην πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, ιδίως για αδικαιολόγητη επιείκεια ή μεροληψία κατά τη σύνταξη των εκθέσεων αξιολόγησης, για πλημμελή άσκηση ή αδυναμία άσκησης ελέγχου επί των υπαλλήλων, για μη προσήκουσα συμπεριφορά προς τους πολίτες, ευθυνοφοβία, απροθυμία για την εφαρμογή νέων μεθόδων οργάνωσης, λειτουργίας και αποδοτικότητας, αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διεκπεραίωση των υποθέσεων, κακή συνεργασία με λοιπούς προϊσταμένους και μειωμένη ποιοτική και ποσοτική απόδοση. Ο προϊστάμενος μπορεί, επίσης, να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του με αίτηση του για προσωπικούς λόγους, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του αρμόδιου ΕΙ.Σ.Ε.Π., που συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες. Στις ανωτέρω περιπτώσεις και ανεξάρτητα από τους λόγους της απαλλαγής του στερείται του δικαιώματος υποψηφιότητας και επιλογής ως προϊσταμένου οργανικής μονάδας για μία τριετία από την επομένη της έκδοσης της απόφασης απαλλαγής του από τα καθήκοντα προϊσταμένου και ο υπάλληλος, εφόσον του είχε απονεμηθεί βαθμός λόγω της επιλογής του και ένεκα αυτής, κατατάσσεται σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση γ' της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου. Η στέρηση του δικαιώματος υποψηφιότητας και επιλογής δεν υφίσταται στην περίπτωση που ο υποψήφιος αιτηθεί την απαλλαγή του μετά την επιλογή του και προ της έκδοσης της απόφασης τοποθέτησης. Στην περίπτωση αυτή και μόνο τοποθετείται ο αμέσως επόμενος στη σειρά κατάταξης υποψήφιος.

13. Αν δεν υποβληθούν αιτήσεις, η προθεσμία της προκήρυξης παρατείνεται για μία ακόμη φορά και εφόσον πάλι δεν υποβληθούν αιτήσεις, τότε οι θέσεις πληρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 87 για μέγιστο χρονικό διάστημα ενός (1) έτους. Πέντε (5) μήνες προ της λήξης του έτους αυτού, οι θέσεις επαναπροκηρύσσονται.

14. Στο ΑΣΕΠ τηρείται ειδικό αρχείο - μητρώο, όπου περιλαμβάνονται ιδίως οι προκηρύξεις των θέσεων προϊσταμένων, η βαθμολογία που έλαβαν οι υποψήφιοι και οι επιλεγέντες κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 84, 85 και 86, τηρούμενων των διατάξεων του ν. 2472/1997 (Α' 50). Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ύστερα από γνώμη του Προέδρου του ΑΣΕΠ, ρυθμίζονται η διαδικασία, ο τρόπος και οι λεπτομέρειες τήρησης του μητρώου - αρχείου αυτού.

15. Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης, ο οποίος μετά τη λήξη της θητείας του δεν επιλέγεται εκ νέου ή δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής κατά τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4α του άρθρου 84, αποσπάται, κατόπιν αιτήσεώς του με απόφαση του οικείου Υπουργού και κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων περί στελέχωσης των ελεγκτικών υπηρεσιών και σωμάτων επιθεώρησης, ως Επιθεωρητής - Ελεγκτής στις ελεγκτικές υπηρεσίες ή σώματα επιθεώρησης, που υπάγονται ή εποπτεύονται από το Υπουργείο είτε ο υπάλληλος ανήκει οργανικά στο Υπουργείο είτε υπηρετεί σε εποπτευόμενα από το Υπουργείο αυτό φορέα.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν εποπτευόμενες ή υπαγόμενες ελεγκτικές υπηρεσίες και σώματα επιθεώρησης στο Υπουργείο η ανωτέρω απόσπαση διενεργείται κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου με απόφαση των κατά περίπτωση οικείων Υπουργών σε ελεγκτικές υπηρεσίες ή σώματα επιθεώρησης άλλων Υπουργείων.

16. Προϊστάμενος Διεύθυνσης, ο οποίος μετά τη λήξη της θητείας του δεν επιλέγεται εκ νέου, αποσπάται ή μετακινείται, κατά περίπτωση, κατόπιν αιτήσεώς του, σε σώματα επιθεώρησης ή ελέγχου, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων περί στελέχωσης των σωμάτων αυτών, με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού.

17. Σε περίπτωση κατάργησης ή συγχώνευσης οργανικών μονάδων, στις νέες οργανικές μονάδες ο προϊστάμενος λαμβάνεται μεταξύ των ασκούντων τα καθήκοντα θέσης ευθύνης κατόπιν επιλογής στις οργανικές μονάδες που καταργήθηκαν ή συγχωνεύθηκαν και τοποθετείται εκείνος που έλαβε την υψηλότερη τελική βαθμολογία κατά την επιλογή και σε περίπτωση ισοβαθμίας εκείνος που έλαβε την υψηλότερη βαθμολογία στο στάδιο της δομημένης συνέντευξης εφόσον καταργούνται ή συγχωνεύονται οργανικές μονάδες επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης και εκείνος που έλαβε την υψηλότερη βαθμολογία στο στάδιο της γραπτής εξέτασης εφόσον καταργούνται ή συγχωνεύονται οργανικές μονάδες επιπέδου Τμήματος.

Για όσους επιλεγέντες προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης δεν τοποθετηθούν κατά τα ανωτέρω, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 15 και 16 του παρόντος άρθρου.

18. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, καθορίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα, ιδίως υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση, αξιολόγηση, αρμοδιότητες, καθήκοντα, διάρκεια μετακίνησης ή απόσπασης, δυνατότητα ανανέωσης της απόσπασης των υπαλλήλων που αποσπώνται στα ελεγκτικά σώματα και σώματα επιθεώρησης κατά τις διατάξεις των παραγράφων 15, 16 και 17 του παρόντος άρθρου.»

Άρθρο 2

Τα άρθρα 157, 158, 160, 161 και 162 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/ 2007, αντικαθίστανται ως εξής:

«Αρθρο 157

Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.) - Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων

1. Σε κάθε Υπουργείο συνιστάται Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.), το οποίο είναι αρμόδιο για την επιλογή Προϊσταμένων του οικείου Υπουργείου, των δημοσίων υπηρεσιών και Ν.Π.Δ.Δ. που υπάγονται ή εποπτεύονται από το Υπουργείο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 158. Ειδικά για τις αποκεντρωμένες διοικήσεις αρμόδιο είναι το ΕΙ.Σ.Ε.Π. του Υπουργείου Εσωτερικών.

2. Το ΕΙ.Σ.Ε.Π. συγκροτείται με απόφαση του οικείου Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι πενταμελές και αποτελείται από δύο μέλη του ΑΣΕΠ, εκ των οποίων ο ένας ορίζεται Πρόεδρος, τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης ή τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών του οικείου Υπουργείου που προκηρύσσει τις θέσεις ή στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται ή εποπτεύεται ο φορέας ή το Ν.Π.Δ.Δ. που προκηρύσσει τις θέσεις, τον Προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης άλλου Υπουργείου ή του Ν.Π.Δ.Δ. ή της δημόσιας υπηρεσίας που προκηρύσσει τις θέσεις και έναν ιδιώτη - εμπειρογνώμονα σε θέματα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και διοίκησης, ως μέλη. Οι ανωτέρω ορίζονται με ισάριθμους αναπληρωτές, οι οποίοι πρέπει να έχουν την ίδια ιδιότητα με τα τακτικά μέλη.

Τα μέλη του ΕΙ.Σ.Ε.Π. εκτός από όσα ορίζονται να μετέχουν σε αυτό λόγω της ιδιότητάς τους, υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ και λαμβάνονται από μητρώο που δημιουργείται και τηρείται στο ΑΣΕΠ για το σκοπό αυτόν, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Γραμματέας του ΕΙ.Σ.Ε.Π. και αναπληρωτής αυτού ορίζονται υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ του οικείου Υπουργείου.

3. Οι ιδιώτες-εμπειρογνώμονες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και του άρθρου 158, θα πρέπει να διαθέτουν αυξημένη επιστημονική κατάρτιση και εμπειρία στα αντικείμενα των προκηρυσσόμενων θέσεων και δύνανται να είναι και πρώην Μέλη του ΑΣΕΠ ή άλλων ανεξάρτητων αρχών, συνταξιούχοι δικαστικοί ή συνταξιούχοι ανώτατοι δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, καθώς και προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους.

4. Με απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, κατόπιν γνώμης του Προέδρου του ΑΣΕΠ, ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά στη δημιουργία του μητρώου, στο οποίο εγγράφονται οι ιδιώτες-εμπειρογνώμονες και όλοι οι προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων και Διευθύνσεων που επιλέγονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και ιδίως η διαδικασία εγγραφής τους στο μητρώο, η απαιτούμενη ιδιότητα και τεχνογνωσία, η διαδικασία επιμόρφωσης και πιστοποίησή τους, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα.

5. Με την απόφαση συγκρότησης της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου ορίζονται ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο γραμματέας του ΕΙ.Σ.Ε.Π. για τετραετή θητεία, η οποία λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους λήξης της θητείας τους. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος η θητεία των μελών του ΕΙ.Σ.Ε.Π. αρχίζει από την ημερομηνία ορισμού τους και λήγει στις 31.12.2018.

6. Το ΕΙ.Σ.Ε.Π. είναι αρμόδιο για την επιλογή Προϊσταμένων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης, Τμήματος του οικείου Υπουργείου, καθώς και δημόσιων υπηρεσιών και των Ν.Π.Δ.Δ. που υπάγονται ή εποπτεύονται από αυτό. Ειδικότερα διενεργεί όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 85 και 86 και γνωμοδοτεί κατόπιν αιτήματος του οικείου φορέα για την έκδοση της σχετικής προκήρυξης θέσεων. Στη γνωμοδότηση του ΕΙ.Σ.Ε.Π. για την προκήρυξη περιλαμβάνονται ιδίως:

α) η προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων και

β) οι προϋποθέσεις επιλογής, τα τυπικά ή και τα πρόσθετα προσόντα που απαιτούνται, κατά περίπτωση, για τις θέσεις που προκηρύσσονται, σύμφωνα με τις οικείες οργανικές διατάξεις ή και σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 86.

7. Σε κάθε Υπουργείο συνιστάται Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων, το οποίο είναι αρμόδιο σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 85 και 86 για τη διεξαγωγή του τρίτου σταδίου της διαδικασίας επιλογής, της συνέντευξης των υποψηφίων για την επιλογή τους ως προϊσταμένων σε θέσεις ευθύνης του Υπουργείου και των δημόσιων υπηρεσιών και Ν.Π.Δ.Δ. που υπάγονται ή εποπτεύονται από αυτό.

8. Το Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων συγκροτείται με απόφαση του οικείου Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως εξής:

α) Για τη συνέντευξη Προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης είναι τριμελές και αποτελείται από ένα Μέλος του ΑΣΕΠ, ως Πρόεδρο, τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του οικείου Υπουργείου, αν προκηρύσσονται οι θέσεις ευθύνης του οικείου Υπουργείου ή τον Προϊστάμενο της αρμόδιας για θέματα ανθρώπινου δυναμικού Γενικής Διεύθυνσης της οικείας δημόσιας υπηρεσίας ή Ν.Π.Δ.Δ., όπου έχουν προκηρυχθεί οι θέσεις προϊσταμένων, και ένα στέλεχος - εμπειρογνώμονα από τον ιδιωτικό τομέα με εξειδίκευση στο αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης, ως μέλη. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται στους φορείς που εποπτεύονται ή υπάγονται στο Υπουργείο Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης, τότε ως μέλος ορίζεται ο Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης ή Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του οικείου Υπουργείου στο οποίο υπάγεται ή από το οποίο εποπτεύεται ο φορέας που προκηρύσσει τις θέσεις.

β) αα) Για τη συνέντευξη Προϊσταμένων Τμημάτων του οικείου Υπουργείου, το Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων αποτελείται από τρία μέλη τουλάχιστον, τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης ή τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών του οικείου Υπουργείου, ως Πρόεδρο, έναν Προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης του ίδιου Υπουργείου και τον Προϊστάμενο ή τους Προϊσταμένους Διεύθυνσης, στην αρμοδιότητα του οποίου ή των οποίων υπάγονται οι προς πλήρωση θέσεις προϊσταμένων Τμημάτων, ως μέλη.

ββ) Για τη συνέντευξη Προϊσταμένων Τμημάτων των δημόσιων υπηρεσιών ή Ν.Π.Δ.Δ. που υπάγονται ή εποπτεύονται από το οικείο Υπουργείο, το Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων αποτελείται από τρία μέλη τουλάχιστον, τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης ή τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών του οικείου Υπουργείου, ως Πρόεδρο, τον Προϊστάμενο της αρμόδιας για θέματα ανθρώπινου δυναμικού Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης της οικείας δημόσιας υπηρεσίας ή Ν.Π.Δ.Δ., όπου έχουν προκηρυχθεί οι θέσεις προϊσταμένων, εφόσον υπάρχει, και εν ελλείψει έναν Προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης του οικείου Υπουργείου και τον Προϊστάμενο ή τους Προϊσταμένους Διεύθυνσης, στην αρμοδιότητα του οποίου ή των οποίων υπάγονται οι προς πλήρωση θέσεις προϊσταμένων Τμημάτων, ως μέλη.

γ) Γραμματέας του Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων του παρόντος, καθώς και αναπληρωτής του, ορίζονται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ του οικείου Υπουργείου ή του οικείου φορέα που προκηρύσσει τις θέσεις.

δ) Με την απόφαση συγκρότησης του Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων ορίζονται ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο γραμματέας με ισάριθμους αναπληρωτές, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν την ίδια ιδιότητα με τα τακτικά μέλη. Τα μέλη του Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων υποδεικνύονται, εκτός από όσα ορίζονται να μετέχουν σε αυτό λόγω της ιδιότητάς τους, από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ, από το μητρώο που τηρείται στο ΑΣΕΠ σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου πρέπει, πριν από τον ορισμό τους, να έχουν επιμορφωθεί και πιστοποιηθεί από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. για την ικανότητά τους να διεξάγουν δομημένη συνέντευξη. Μέλος του ΕΙ.Σ.Ε.Π. επιτρέπεται να οριστεί και μέλος του Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων.

ε) Η θητεία του Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων λήγει με την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής Προϊσταμένων της οικείας προκήρυξης.

στ) Ανάλογα με τον αριθμό των υποψηφίων για συνέντευξη, οι υποψήφιοι μπορούν να εξετάζονται κατά ομάδες. Τα Συμβούλια Συνέντευξης Προϊσταμένων μπορούν να λειτουργούν με διπλή σύνθεση, τακτικά και αναπληρωματικά μέλη, οπότε στην περίπτωση αυτή τα αναπληρωματικά μέλη λογίζονται ως τακτικά. Με την απόφαση συγκρότησης του Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων προβλέπεται ρητώς η δυνατότητα αυτή.

Άρθρο 158

Κεντρικό Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π.) - Κεντρικό Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων

1. Συνιστάται στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Κεντρικό Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π.). Το Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π. συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι πενταμελές και αποτελείται από ένα Μέλος του ΑΣΕΠ, ως Πρόεδρο που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ, τον Προϊστάμενο της αρμόδιας για το σχεδιασμό και την παρακολούθηση εφαρμογής της πολιτικής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, τον Προϊστάμενο της αρμόδιας για την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση και θέματα Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, έναν Προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών με αρμοδιότητα σε θέματα οικονομικά, που υποδεικνύεται από τον Υπουργό Οικονομικών, και έναν ιδιώτη - εμπειρογνώμονα στο αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης. Τα μέλη του Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π. εκτός από όσα ορίζονται να μετέχουν σε αυτό λόγω της ιδιότητάς τους, υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ και λαμβάνονται από μητρώο που δημιουργείται και τηρείται στο ΑΣΕΠ για το σκοπό αυτόν, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 157. Γραμματέας του Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π. και αναπληρωτής αυτού ορίζονται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

2. Με την απόφαση συγκρότησης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ορίζονται ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο γραμματέας του Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π. με ισάριθμους αναπληρωτές, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν την ίδια ιδιότητα με τα τακτικά μέλη, υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ και λαμβάνονται από μητρώο που δημιουργείται και τηρείται στο ΑΣΕΠ για το σκοπό αυτόν, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 157. Τα μέλη του Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π. ορίζονται για τετραετή θητεία, η οποία λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους λήξης της θητείας τους. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος η θητεία των μελών του Συμβουλίου αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης ορισμού των μελών και λήγει στις 31.12.2018.

3. Το Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π. είναι αρμόδιο για την πλήρωση των οριζόντιων θέσεων ευθύνης του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 84 σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 85 και 86.

4. Συνιστάται στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Κεντρικό Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων, με αρμοδιότητα τη διεξαγωγή της συνέντευξης των υποψηφίων για την πλήρωση οριζόντιων θέσεων ευθύνης προϊσταμένων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 85 και 86.

5. Το Κεντρικό Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά περίπτωση, ως εξής:

α) Αν πρόκειται για θέσεις με αρμοδιότητα σε θέματα διαχείρισης ανθρωπίνου δυναμικού: Πρόεδρος ορίζεται μέλος του ΑΣΕΠ και μέλη ορίζονται ο Προϊστάμενος της αρμόδιας για το σχεδιασμό και την παρακολούθηση εφαρμογής της πολιτικής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ένας εμπειρογνώμονας ιδιωτικού τομέα με εξειδίκευση στο αντικείμενο της θέσης που προκηρύσσεται.

β) Αν πρόκειται για θέσεις με αρμοδιότητα σε θέματα οικονομικά: Πρόεδρος ορίζεται μέλος του ΑΣΕΠ και μέλη ορίζονται ο καθ' ύλην αρμόδιος Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών και ένας εμπειρογνώμονας ιδιωτικού τομέα με εξειδίκευση στο αντικείμενο της θέσης που προκηρύσσεται.

γ) Αν πρόκειται για θέσεις με αρμοδιότητα σε θέματα διοίκησης ανθρωπίνου δυναμικού και οικονομικά: Πρόεδρος ορίζεται μέλος του ΑΣΕΠ και μέλη ορίζονται ο Προϊστάμενος της αρμόδιας για το σχεδιασμό και την παρακολούθηση εφαρμογής της πολιτικής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο καθ' ύλην αρμόδιος Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών και ένας εμπειρογνώμονας ιδιωτικού τομέα με εξειδίκευση στο αντικείμενο της θέσης που προκηρύσσεται.

δ) Αν πρόκειται για θέσεις με αρμοδιότητα σε θέματα πληροφορικής: Πρόεδρος ορίζεται μέλος του ΑΣΕΠ και μέλη ορίζονται ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης με αρμοδιότητα την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση και ΤΠΕ του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ένας εμπειρογνώμονας ιδιωτικού τομέα με εξειδίκευση στο αντικείμενο της θέσης που προκηρύσσεται.

ε) Αν πρόκειται για θέσεις με αρμοδιότητα σε θέματα διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού, οικονομικά και πληροφορικής: Πρόεδρος ορίζεται μέλος του ΑΣΕΠ και μέλη ορίζονται ο Προϊστάμενος της αρμόδιας για το σχεδιασμό και την παρακολούθηση εφαρμογής της πολιτικής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο καθ' ύλην αρμόδιος σε οικονομικά θέματα Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών, ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με αρμοδιότητα την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση και ΤΠΕ και ένας εμπειρογνώμων ιδιωτικού τομέα με εξειδίκευση στο αντικείμενο της θέσης που προκηρύσσεται.

6. Με την απόφαση συγκρότησης της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου ορίζονται ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊστάμενων με ισάριθμους αναπληρωτές, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν την ίδια ιδιότητα με τα τακτικά μέλη. Τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων, εκτός από όσα ορίζονται να μετέχουν σε αυτό λόγω της ιδιότητάς τους, υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ από το μητρώο που τηρείται στο ΑΣΕΠ σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 157. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου πρέπει πριν από τον ορισμό τους να έχουν επιμορφωθεί και πιστοποιηθεί από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. για την ικανότητά τους να διεξάγουν δομημένη συνέντευξη. Μέλος του Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π. επιτρέπεται να οριστεί και μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων.

7. Η θητεία των μελών του Κεντρικού Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων λήγει με την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής Προϊσταμένων της οικείας προκήρυξης.

8. Ανάλογα με τον αριθμό των υποψηφίων για συνέντευξη, οι υποψήφιοι μπορούν να εξετάζονται κατά ομάδες. Το Κεντρικό Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων μπορεί να λειτουργεί με διπλή σύνθεση, τακτικά και αναπληρωματικά μέλη, οπότε στην περίπτωση αυτή τα αναπληρωματικά μέλη λογίζονται ως τακτικά. Με την απόφαση συγκρότησης του Κεντρικού Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων προβλέπεται ρητώς η δυνατότητα αυτή.

Άρθρο 160

Συμβούλιο Υπηρεσιακής Κατάστασης Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων

1. Συνιστάται στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Συμβούλιο Υπηρεσιακής Κατάστασης Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων. Το Συμβούλιο αυτό είναι αρμόδιο για την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση, εκτός των θεμάτων πειθαρχικού δικαίου και επιλογής, των προϊσταμένων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης των δημόσιων υπηρεσιών, με την επιφύλαξη τυχόν ειδικότερων διατάξεων και με εξαίρεση την Ακαδημία Αθηνών, τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, καθώς επίσης και για τη συμμόρφωση προς δικαστικές αποφάσεις που αφορούν σε επιλογές προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων που πραγματοποιήθηκαν από το εκάστοτε αρμόδιο όργανο για την επιλογή προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις περί επιλογής προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων.

2. Το Συμβούλιο Υπηρεσιακής Κατάστασης Προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι πενταμελές και αποτελείται από έναν συνταξιούχο Δικαστικό Λειτουργό της Διοικητικής Δικαιοσύνης, έναν Αντιπρόεδρο του ΑΣΕΠ, ένα μέλος του ΑΣΕΠ, ένα Βοηθό Συνήγορο του Πολίτη και έναν λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εν ενεργεία ή συνταξιούχο, οι οποίοι υποδεικνύονται αρμοδίως. Γραμματέας του Συμβουλίου ορίζεται υπάλληλος της κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου ορίζονται ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο γραμματέας του Συμβουλίου με ισάριθμους αναπληρωτές, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν την ίδια ιδιότητα με τα τακτικά μέλη. Εισηγητές στο Συμβούλιο ορίζονται τα μέλη του από τον Πρόεδρο.

3. Η θητεία του Συμβουλίου Υπηρεσιακής Κατάστασης Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων είναι τετραετής και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους λήξης της θητείας τους.

4. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος η θητεία των μελών του Συμβουλίου αρχίζει από την ημερομηνία ορισμού τους και λήγει στις 31.12.2018.

Άρθρο 161

Εκπροσώπηση των φύλων

Στα Συμβούλια που συγκροτούνται με τις διατάξεις των άρθρων 157, 158, 159 και 160 ο αριθμός των μελών που ορίζονται από κάθε φύλο ανέρχεται σε ποσοστό ίσο τουλάχιστον με το 1/3 του συνόλου των μελών του Συμβουλίου, εφόσον στην οικεία υπηρεσία υπηρετεί επαρκής αριθμός υπαλλήλων που συγκεντρώνει τις νόμιμες προϋποθέσεις για ορισμό και τα μέλη που ορίζονται είναι περισσότερα από ένα (1). Τυχόν δεκαδικός αριθμός στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα, εφόσον το κλάσμα είναι ίσο τουλάχιστον με το μισό της μονάδας.

Άρθρο 162

Λειτουργία των Συμβουλίων

1. Κάθε Συμβούλιο αποτελεί διακεκριμένη αρχή.

2. Κατά τη διάρκεια της θητείας απαγορεύεται η αντικατάσταση μελών των Συμβουλίων, εκτός αν συντρέχουν σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι.

3. Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος των τακτικών μελών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης στ' της παραγράφου 8 του άρθρου 157 και της παραγράφου 8 του άρθρου 158.

4. Το Κεντρικό Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων, το Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων, το Κεντρικό Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων, τα Συμβούλια Συνέντευξης Προϊσταμένων, το Συμβούλιο Υπηρεσιακής Κατάστασης Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και τα Υπηρεσιακά Συμβούλια βρίσκονται σε απαρτία, όταν είναι παρόντα τρία (3) τουλάχιστον μέλη τους.

Στις περιπτώσεις που είναι τριμελή, απαιτείται η παρουσία και των τριών (3) μελών. Σε κάθε περίπτωση για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία του Προέδρου ή του αναπληρωτή του. Τα Συμβούλια αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών.

5. Οι γνώμες και οι αποφάσεις όλων των Συμβουλίων διατυπώνονται σε πρακτικά που υπογράφονται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα το συντομότερο δυνατόν και πάντως όχι πέραν του τριμήνου από την ημερομηνία της συνεδρίασης κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση. Ως την καθαρογραφή των πρακτικών μπορεί να χορηγείται στην οικεία υπηρεσία βεβαίωση για τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί, η οποία υπογράφεται από τον πρόεδρο και τα μέλη του αρμόδιου Συμβουλίου. Βάσει της βεβαίωσης αυτής μπορεί να γίνονται από τη διοίκηση οι απαιτούμενες περαιτέρω ενέργειες για την εκτέλεση των πράξεων-αποφάσεων των Συμβουλίων. Όμοια βεβαίωση μπορεί να χορηγείται και στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, ύστερα από αίτησή τους. Στα πρακτικά καταχωρίζεται και η γνώμη όσων μειοψήφησαν.

6. Η ψηφοφορία των μελών των Συμβουλίων γίνεται κατά σειρά αντίστροφη από εκείνη της απόφασης ορισμού τους. Δεν επιτρέπεται η αποχή από την ψηφοφορία ή η λευκή ψήφος. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Εάν σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, όσοι ακολουθούν την ασθενέστερη οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις επικρατέστερες.

7. Η ιδιότητα του εισηγητή του Συμβουλίου δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μέλους αυτού.

8. Η λειτουργία όλων των Συμβουλίων διέπεται συμπληρωματικά από τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999) για τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων διοίκησης.

9. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης, τόσο του Κεντρικού όσο και του Συμβουλίου του οικείου φορέα, εκτός όσων ορίζονται να μετέχουν σε αυτά λόγω της ιδιότητάς τους μπορούν να ταυτίζονται ολικά ή μερικά με τα μέλη του Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων, τόσο του Κεντρικού όσο και του Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων του οικείου φορέα.

10. Οι αποφάσεις συγκρότησης του Κεντρικού Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων, των Ειδικών Συμβουλίων Επιλογής Προϊσταμένων και του Συμβουλίου Υπηρεσιακής Κατάστασης Προϊστάμενων Γενικών Διευθύνσεων εκδίδονται έναν (1) τουλάχιστον μήνα πριν από τη λήξη της θητείας τους και συγκεκριμένα το Δεκέμβριο του έτους που προηγείται της λήξης της θητείας τους. Οι αποφάσεις σύστασης και συγκρότησης των Συμβουλίων Συνέντευξης Προϊσταμένων εκδίδονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της προκήρυξης πλήρωσης θέσεων.

11. Τα μέλη των Συμβουλίων Συνέντευξης Προϊσταμένων των άρθρων 157 και 158, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτών - εμπειρογνωμόνων, προκειμένου να οριστούν μέλη των Συμβουλίων Συνέντευξης, πρέπει προηγουμένως να έχουν πιστοποιηθεί από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. για την ικανότητά τους να διεξάγουν δομημένη συνέντευξη.

12. Τα Συμβούλια που προβλέπονται στα άρθρα 157, 158 και 160 εδρεύουν στο κεντρικό κατάστημα του Υπουργείου όπου συνιστώνται.»

Άρθρο 3

Τροποποίηση του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.

1. Η παράγραφος 5 του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) αντικαθίσταται

ως εξής:

«5. Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια είναι αρμόδια για την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων δημοσίων υπηρεσιών, ορισμένου νομικού προσώπου ή περισσότερων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (κοινά), με εξαίρεση την πειθαρχική ευθύνη και τα θέματα που αφορούν στην επιλογή προϊσταμένων.»

2. Στο άρθρο 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) προστίθεται παράγραφος 14 ως εξής:

«14. Η θητεία των μελών των Υπηρεσιακών Συμβουλίων του παρόντος άρθρου είναι διετής και αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από τη συγκρότησή τους. Κατά την πρώτη εφαρμογή η θητεία των μελών των Υπηρεσιακών Συμβουλίων αρχίζει από την ημερομηνία συγκρότησής τους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2016.»

Άρθρο 4

Ειδικές διατάξεις

1. Ο χρόνος υπηρεσίας των αποσπασμένων υπαλλήλων που διανύθηκε στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνείς οργανισμούς, λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των άρθρων 84 και 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου Τμήματος.

2. Ο χρόνος υπηρεσίας, ο οποίος διανύθηκε σε θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας με νόμιμη αναπλήρωση, λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας του αυτού επιπέδου και λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 84 και 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ..

3. Μετά το διορισμό του υπαλλήλου, ο χρόνος άσκησης καθηκόντων σε θέση Γενικού και Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου και δημόσιων υπηρεσιών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχη, Γενικού Γραμματέα Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού, Δημάρχου, Αντιδημάρχου, μονομελούς οργάνου διοίκησης σε Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και ο χρόνος που διανύθηκε σε άλλη αιρετή θέση για την πρόσβαση στην οποία προηγήθηκε παραίτηση του υπαλλήλου εφόσον αναγνωρίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των άρθρων 84 και 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου Διεύθυνσης. Ως θέσεις αιρετών και μετακλητών των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού νοούνται και οι αντίστοιχες θέσεις, όπως ίσχυαν προ του ν. 3852/2010 (Α' 87). Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά ή αντίθετα προς τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, συμπεριλαμβανομένου και του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 4024/2011 (Α' 226).

4. Η θητεία των προϊσταμένων επιθεωρητών-ελεγκτών των Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου, των Ειδικών Επιθεωρητών που υπηρετούν στο Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και των προϊσταμένων των ειδικών Υπηρεσιών του ν. 3614/2007 (Α' 267) λογίζεται ως θητεία προϊσταμένου Διεύθυνσης για την εφαρμογή των άρθρων 84 και 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.. Η θητεία των Επιθεωρητών-Ελεγκτών και Επιθεωρητών των Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου και των προϊσταμένων μονάδων ειδικών υπηρεσιών του ν. 3614/2007, λογίζεται ως θητεία προϊσταμένου Τμήματος για την εφαρμογή των άρθρων 84 και 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ..

5. Ως θητείες προϊσταμένων που λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων 84 και 85, νοούνται αυτές που έχουν διανυθεί σε Υπουργεία, Γενικές και Ειδικές Γραμματείες, Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, Ν.Π.Δ.Δ., δημόσιες υπηρεσίες, Ανεξάρτητες Αρχές, Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού και Ν.Π.Δ.Δ. αυτών.

6. Ο χρόνος υπηρεσίας, ο οποίος με βάση ειδικές διατάξεις που ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου οποιουδήποτε επιπέδου, λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των άρθρων 84 και 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., εκτός κι αν άλλως ορίζεται στις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 5 του παρόντος άρθρου.

7. Κάθε άλλη διάταξη, γενική ή ειδική, που ρυθμίζει διαφορετικά από τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του παρόντος άρθρου καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Άρθρο 5

Μεταβατικές διατάξεις

1. Με την έναρξη ισχύος των προεδρικών διαταγμάτων που εκδίδονται για πρώτη φορά κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 και της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/2011:

α) Παύει αυτοδικαίως η άσκηση καθηκόντων ευθύνης των προϊσταμένων οργανικών μονάδων των δημοσίων υπηρεσιών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είτε αυτοί έχουν επιλεγεί με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. είτε με βάση ειδικές διατάξεις, καθώς επίσης παύει και η άσκηση καθηκόντων με αναπλήρωση.

β) αα) Με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του αρμόδιου για τοποθέτηση προϊσταμένων οργάνου τοποθετούνται προϊστάμενοι στις νέες οργανικές μονάδες που προβλέπονται στις οικείες οργανικές διατάξεις των δημοσίων υπηρεσιών και Ν.Π.Δ.Δ., υπάλληλοι, οι οποίοι λαμβάνονται κατά προτεραιότητα από τους Προϊσταμένους που υπηρετούν στον οικείο φορέα και ασκούσαν καθήκοντα προϊσταμένου του ίδιου επιπέδου κατόπιν επιλογής κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των οικείων προεδρικών διαταγμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι ανήκουν στον κλάδο, του οποίου οι υπάλληλοι προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις να προΐστανται στη συγκεκριμένη θέση. Κατ' εξαίρεση, ο οικείος Υπουργός ή το αρμόδιο για τοποθέτηση προϊσταμένων όργανο μπορεί, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, για λόγους που ανάγονται στην εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της υπηρεσίας να τοποθετήσει ως προϊσταμένους στις νέες οργανικές μονάδες υπαλλήλους που κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των οικείων προεδρικών διαταγμάτων υπηρετούν στον οικείο φορέα και την 31η Δεκεμβρίου 2013 ασκούσαν καθήκοντα προϊσταμένου του ίδιου επιπέδου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων περί αναπλήρωσης προϊσταμένων υπό την προϋπόθεση ότι σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω ανήκουν στον κλάδο, του οποίου οι υπάλληλοι προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις να προΐστανται στη συγκεκριμένη θέση. Για την ανωτέρω τοποθέτηση λαμβάνονται επίσης υπόψη τα ουσιαστικά προσόντα του υπαλλήλου, η ποιότητα της υπηρεσιακής δραστηριότητάς του, η γνώση του αντικειμένου του φορέα, της οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης γενικότερα και οι διοικητικές ικανότητές του να προγραμματίζει, να συντονίζει, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να λαμβάνει αποτελεσματικές αποφάσεις και να διαχειρίζεται κρίσεις. Σε περίπτωση που δεν επαρκούν οι υπάλληλοι που ασκούσαν καθήκοντα προϊσταμένου του ίδιου επιπέδου κατόπιν επιλογής ή κατ' εφαρμογή των διατάξεων περί αναπλήρωσης σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα, ως προϊστάμενοι τοποθετούνται υπάλληλοι που ασκούσαν καθήκοντα προϊσταμένου του ίδιου επιπέδου με αναπλήρωση μετά την 31η Δεκεμβρίου 2013, εφόσον η αναπλήρωση αυτή πραγματοποιήθηκε κατόπιν κένωσης θέσης λόγω λύσης υπαλληλικής σχέσης ή άλλης υπηρεσιακής μεταβολής που συνεπάγεται κένωση θέσης και αν δεν επαρκούν, τοποθετούνται υπάλληλοι που ασκούσαν καθήκοντα του αμέσως κατώτερου επιπέδου κατόπιν επιλογής και, εν ελλείψει, υπάλληλοι που ασκούσαν τα καθήκοντα αυτά κατ' εφαρμογή της αναπλήρωσης, υπό την προϋπόθεση ότι σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω ανήκουν στον κλάδο, του οποίου οι υπάλληλοι προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις να προΐστανται στη συγκεκριμένη θέση.

ββ) Η ανωτέρω τοποθέτηση προϊσταμένων λήγει αυτοδικαίως με την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος για τις αντίστοιχες θέσεις. Οι υπάλληλοι που τοποθετούνται προσωρινά προϊστάμενοι μέχρι την επιλογή και τοποθέτηση των νέων προϊσταμένων διατηρούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς που είχαν κατά την ημερομηνία παύσης των καθηκόντων τους. Κατά τη διάρκεια της προσωρινής αυτής τοποθέτησής τους ως προϊσταμένων λαμβάνουν τα προβλεπόμενο επίδομα προϊσταμένου για την αντίστοιχη θέση ευθύνης. Για τους ανωτέρω προσωρινά τοποθετούμενους προϊστάμενους Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης, οι οποίοι δεν θα επιλεγούν με τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συμμετοχής κατά τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4α του άρθρου 84 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 15 και 16 του άρθρου 86 του ίδιου Κώδικα.

2. Οι προϊστάμενοι των δημοσίων υπηρεσιών και των Ν.Π.Δ.Δ. που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου συνεχίζουν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την έναρξη ισχύος των οικείων οργανικών διατάξεων, όπως προβλέπονται στα οικεία προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται για πρώτη φορά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 και της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/2011.

3. Οι προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης που είχαν επιλεγεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. προ της αντικατάστασής τους με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή βάσει ειδικών διατάξεων και δεν θα τοποθετηθούν προϊστάμενοι αντίστοιχου επιπέδου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση β' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, δύνανται, κατόπιν αιτήσεώς τους και κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων περί στελέχωσης των ελεγκτικών υπηρεσιών και σωμάτων επιθεώρησης, να αποσπαστούν με απόφαση του οικείου Υπουργού ως Επιθεωρητές-Ελεγκτές στις ελεγκτικές υπηρεσίες ή σώματα επιθεώρησης, που υπάγονται ή εποπτεύονται από το Υπουργείο, είτε ο υπάλληλος ανήκει οργανικά στο Υπουργείο είτε υπηρετεί σε εποπτευόμενο από το Υπουργείο αυτό φορέα. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν εποπτευόμενες ή υπαγόμενες ελεγκτικές υπηρεσίες και σώματα επιθεώρησης στο Υπουργείο οι ανωτέρω αποσπώνται, κατόπιν αιτήσεώς τους με απόφαση των κατά περίπτωση οικείων Υπουργών σε ελεγκτικές υπηρεσίες ή σώματα επιθεώρησης άλλων Υπουργείων. Για τους Προϊστάμενους Διεύθυνσης που είχαν επιλεγεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. προ της αντικατάστασής τους με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή βάσει ειδικών διατάξεων και δεν θα τοποθετηθούν προϊστάμενοι αντίστοιχου επιπέδου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση β' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 16 του άρθρου 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.. Με το προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 18 του άρθρου 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. ρυθμίζονται ιδίως τα ζητήματα υπηρεσιακής και μισθολογικής κατάστασης, αξιολόγησης, αρμοδιοτήτων, καθηκόντων, διάρκειας της απόσπασης, δυνατότητας ανανέωσης της απόσπασης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα που αφορούν στους υπαλλήλους των προηγούμενων εδαφίων.

4. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου όσοι υπάλληλοι έχουν επιλεγεί προϊστάμενοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πέμπτου του ν. 3839/2010 και του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., πριν από την τροποποίησή του με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και έχουν καταταχθεί σε βαθμό σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 4024/2011, μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο παύση άσκησης των καθηκόντων ευθύνης αυτών, κατατάσσονται σε βαθμό σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις της παραγράφου 8γ του άρθρου 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ..

5. Από την έναρξη ισχύος των προεδρικών διαταγμάτων που εκδίδονται για πρώτη φορά κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 και της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/2011:

α) Λήγει αυτοδικαίως η θητεία των μελών, εκτός των αιρετών εκπροσώπων, των Υπηρεσιακών Συμβουλίων των δημοσίων υπηρεσιών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που συγκροτήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου πέμπτου του ν. 3839/2010.

β) Συγκροτούνται με απόφαση του καθ' ύλην αρμοδίου οργάνου Υπηρεσιακά Συμβούλια μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, τα οποία είναι πενταμελή και αποτελούνται από:

αα) Τρεις (3) μόνιμους υπαλλήλους, οι οποίοι λαμβάνονται μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν τοποθετηθεί ως Προϊστάμενοι Διεύθυνσης, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και έχουν τον περισσότερο χρόνο άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου Διεύθυνσης, υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και υπηρετούν στην έδρα του ή στο Νομό Αττικής, για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια που εδρεύουν στο νομό αυτό. Αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν υπάλληλοι της οικείας υπηρεσίας με τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να οριστούν μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ορίζονται υπάλληλοι από άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Αν ο αριθμός όσων υπηρετούν στην έδρα του Υπηρεσιακού Συμβουλίου δεν επαρκεί για τη συγκρότησή του, ορίζονται υπάλληλοι που υπηρετούν εκτός της έδρας του νομού αυτού, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις.

ββ) Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων με βαθμό τουλάχιστον Γ' των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ.

γγ) Τα υπό στοιχείο αα' μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου με τους αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

δδ) H θητεία των υπό στοιχείο αα' μελών του Υπηρεσιακού Συμβουλίου που συγκροτείται με τις διατάξεις της περίπτωσης β' της παρούσας παραγράφου λήγει με την τοποθέτηση Προϊσταμένων Διευθύνσεων που επιλέγονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του παρόντος νόμου, οπότε και συγκροτούνται τα Υπηρεσιακά Συμβούλια του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ..

γ) Τα υπηρεσιακά συμβούλια που συγκροτήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου πέμπτου του ν. 3839/2010, συνεχίζουν να λειτουργούν και να ασκούν τις αρμοδιότητές τους μέχρι τη συγκρότηση των Υπηρεσιακών Συμβουλίων της περίπτωσης β' της παρούσας παραγράφου. Αν κατά τη δημοσίευση του παρόντος τα υπηρεσιακά συμβούλια αυτά λειτουργούν με ελλιπή σύνθεση, τα μέλη που ελλείπουν για οποιονδήποτε λόγο, συμπληρώνονται από μόνιμους υπαλλήλους που ασκούν νομίμως τα καθήκοντα Προϊσταμένου Διεύθυνσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην υποπερίπτωση αα' της περίπτωσης β' της παρούσας παραγράφου.

6. Από την έναρξη ισχύος των προεδρικών διαταγμάτων που εκδίδονται για πρώτη φορά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 και της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/2011:

α) Εκδίδεται το αργότερο μέσα σε δύο (2) μήνες η απόφαση - προκήρυξη πλήρωσης θέσεων των Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων Οικονομικών Υπηρεσιών ή και Διοικητικών Υπηρεσιών ή και Πληροφορικής των Υπουργείων κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 84, 85 και 86. Κατ' εξαίρεση η προκήρυξη αυτή δύναται να εκδοθεί και προ της έναρξης ισχύος των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων υπό τον όρο ότι οι προκηρυσσόμενες θέσεις προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων Οικονομικών ή και Διοικητικών Υπηρεσιών και Πληροφορικής προβλέπονται και έχουν εγκριθεί με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης και έχουν δημοσιευτεί τα σχετικά προεδρικά διατάγματα.

β) Τίθεται αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) εργάσιμων ημερών για την υποβολή υποψηφιοτήτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οικεία προκήρυξη της προηγούμενης παραγράφου.

γ) Οι προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης που επιλέγονται κατά τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου και τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. ορίζονται μέλη των οικείων ΕΙ.Σ.Ε.Π. και Συμβουλίων Συνέντευξης Προϊσταμένων.

δ) Ακολούθως, προκηρύσσονται οι λοιπές θέσεις προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και με το πέρας της διαδικασίας αυτής, προκηρύσσονται οι θέσεις των Προϊστάμενων Διευθύνσεων και ακολούθως οι θέσεις των Προϊσταμένων Τμημάτων.

ε) Όλοι οι προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης που επιλέγονται με τις διατάξεις του παρόντος, πιστοποιούνται για την ικανότητά τους να διεξάγουν δομημένη συνέντευξη κατά τα οριζόμενα στις σχετικές διατάξεις του παρόντος νόμου, κατόπιν σχετικής επιμόρφωσής τους που διεξάγεται από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α., κατόπιν ενημέρωσής του από το αρμόδιο ΕΙ.Σ.Ε.Π..

7. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου για την επιλογή των Προϊσταμένων των Γενικών Διευθύνσεων της περίπτωσης α' της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου μεταβατικά:

α) Το Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π. που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 158 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως εξής:

αα) Έναν (1) Αντιπρόεδρο του ΑΣΕΠ ως Πρόεδρο με τον αναπληρωτή του και δύο (2) μέλη του ΑΣΕΠ με τους αναπληρωτές τους. Ο Πρόεδρος με τον αναπληρωτή του και τα μέλη με τους αναπληρωτές τους υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ.

ββ) Έναν (1) Βοηθό Συνήγορο του Πολίτη που υποδεικνύεται από τον Συνήγορο του Πολίτη με τον αναπληρωτή του, επίσης Βοηθό Συνήγορο του Πολίτη.

γγ) Έναν ιδιώτη - εμπειρογνώμονα με εμπειρία σε θέματα διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού ή/και οικονομικά, ή/και ΤΠΕ που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ.

β) Με την απόφαση συγκρότησης της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου ορίζονται τα μέλη του μεταβατικού Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π. με τους αναπληρωτές τους, καθώς και ο γραμματέας του Συμβουλίου με τον αναπληρωτή του υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

γ) Η θητεία των μελών του ανωτέρω συλλογικού οργάνου λήγει με την ολοκλήρωση του έργου του, ήτοι την επιλογή Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών ή και Πληροφορικής.

δ) Το Κεντρικό Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων που συνίσταται με τις διατάξεις του άρθρου 158 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. είναι τετραμελές και συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως εξής:

αα) Δύο (2) μέλη του ΑΣΕΠ με τους αναπληρωτές τους, εκ των οποίων ο ένας ορίζεται Πρόεδρος, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ.

ββ) Έναν (1) Βοηθό Συνήγορο του Πολίτη που υποδεικνύεται από το Συνήγορο του Πολίτη με τον αναπληρωτή του, επίσης Βοηθό Συνήγορο του Πολίτη.

γγ) Έναν ιδιώτη - εμπειρογνώμονα με εμπειρία σε θέματα διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού ή/και οικονομικά ή /και ΤΠΕ που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ από το μητρώο που τηρείται στο ΑΣΕΠ κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 157 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και οι οποίοι απαραιτήτως πρέπει πριν από τον ορισμό τους να έχουν επιμορφωθεί και πιστοποιηθεί από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. για την ικανότητά τους να διεξάγουν δομημένη συνέντευξη. Μέλος του Κ.ΕΙ.Σ.Ε.Π. επιτρέπεται να οριστεί και μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων.

ε) Με την απόφαση συγκρότησης της περίπτωσης δ' της παρούσας παραγράφου ορίζονται τα μέλη του μεταβατικού Κεντρικού Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων, με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν την ίδια ιδιότητα με τα τακτικά μέλη, καθώς και ο γραμματέας του Συμβουλίου με τον αναπληρωτή του, υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

στ) Ανάλογα με τον αριθμό των υποψηφίων για συνέντευξη, οι υποψήφιοι μπορούν να εξετάζονται κατά ομάδες. Το Κεντρικό Συμβούλιο Συνέντευξης Προϊσταμένων της παρούσας παραγράφου μπορεί να λειτουργεί με διπλή σύνθεση, τακτικά και αναπληρωματικά μέλη, οπότε στην περίπτωση αυτή τα αναπληρωματικά μέλη λογίζονται ως τακτικά.

Με την απόφαση συγκρότησης του Κεντρικού Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊσταμένων προβλέπεται ρητώς η δυνατότητα αυτή.

ζ) Η θητεία των μελών του ανωτέρω συλλογικού οργάνου λήγει με την ολοκλήρωση του έργου του ήτοι με την επιλογή Προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών ή και Διοικητικών Υπηρεσιών ή και Πληροφορικής.

8. Αρμοδιότητα των μεταβατικών Συμβουλίων της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου είναι η επιλογή Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων Οικονομικών ή/και Διοικητικών Υπηρεσιών και Πληροφορικής των Υπουργείων κατά την πρώτη εφαρμογή του συστήματος επιλογής που ορίζεται με τα άρθρα 84, 85 και 86, οπότε και στελεχώνονται τα πάγια αντίστοιχα συλλογικά όργανα των άρθρων 157 και 158 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.. Κατά την πρώτη εφαρμογή, η συγκρότηση των Συμβουλίων των άρθρων 157 και 158 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. θα αποτελείται μόνο από τακτικά μέλη και τα αναπληρωματικά θα συμπληρωθούν κατόπιν της επιλογής τους από τα αρμόδια Συμβούλια.

9. Ο πρόεδρος και τα μέλη του μεταβατικού Κεντρικού Συμβουλίου Συνέντευξης Προϊστάμενων της περίπτωσης δ' της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου, θα πρέπει προκειμένου να οριστούν στο Συμβούλιο αυτό, να έχουν προηγουμένως επιμορφωθεί και πιστοποιηθεί από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. για τη δυνατότητά τους να διεξάγουν δομημένη συνέντευξη.

Άρθρο 6

Τελικές - Καταργούμενες διατάξεις

1. Οι διατάξεις των άρθρων 84, 85, 86 και των άρθρων 157, 158, 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν και τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1, 2 και 3 του παρόντος νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση των οργανικών διατάξεων των δημοσίων υπηρεσιών, που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 κατόπιν αξιολόγησης των δομών τους, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/2011, εκτός και εάν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

2. Με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης των δομών των δημοσίων υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/2011 και τη δημοσίευση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 54 του ν. 4178/2013, καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 10 και 11 του ν. 4024/2011 και οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του άρθρου ένατου του ν. 4057/2012.

3. Μέχρι τη δημοσίευση των οικείων οργανικών διατάξεων των φορέων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, τα υπηρεσιακά συμβούλια δύνανται να επιλέγουν προϊσταμένους Διευθύνσεων και Τμημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου πέμπτου του ν. 3839/2010, τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 4024/2011, με εξαίρεση τις προϋποθέσεις που αφορούν στην υλοποίηση της στοχοθεσίας, και του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.

4. Εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου συγκροτείται το Ειδικό Συμβούλιο Υπηρεσιακής Κατάστασης Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων του άρθρου 160 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 2 του παρόντος νόμου και καταργείται αντιστοίχως το Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων που συγκροτήθηκε με το άρθρο 157 του ίδιου ως άνω Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου δεύτερου του ν. 3839/2010. Όσες υποθέσεις δεν εξετάστηκαν από το καταργούμενο με τις διατάξεις του παρόντος Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων, εξετάζονται από το Ειδικό Συμβούλιο Υπηρεσιακής Κατάστασης Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων του άρθρου 160 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του παρόντος νόμου.

5.α) Για την υπαγωγή των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς της Ακαδημίας Αθηνών, των Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι., του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, της Ανώτατης Σχολής Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.) και της Σιβιτανιδείου Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων στις διατάξεις των άρθρων 157 και 158 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007), όπως αντικαθίστανται με τις διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, απαιτείται η έκδοση απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση οικείου Υπουργού, με την οποία ρυθμίζονται, εφόσον απαιτείται, θέματα σύστασης, συγκρότησης και λειτουργίας των συλλογικών οργάνων που είναι αρμόδια για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων.

β) Ειδικές διατάξεις που αφορούν τα υπηρεσιακά συμβούλια των ανεξάρτητων αρχών και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δεν θίγονται.

Άρθρο 7

Τροποποιούμενες διατάξεις

1. Στην παρ. 7 του άρθρου 1 του π.δ. 57/2007 (Α' 59) προστίθεται περίπτωση ζ' ως εξής:

«ζ) Πιστοποιεί προγράμματα επιμόρφωσης και κατάρτισης ιδιωτών, όπου κατά τις κείμενες διατάξεις αυτό απαιτείται για τη συμμετοχή αυτών σε συλλογικά όργανα της διοίκησης.»

2. Η παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 3613/2007 (Α' 263) αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Καθιερώνεται η υποχρεωτική εκπαίδευση των Προϊσταμένων οργανικών μονάδων όλων των επιπέδων. Τα προγράμματα υποχρεωτικής εκπαίδευσης απευθύνονται στους Προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων, Διευθύνσεων και Τμημάτων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.. Μετά την ανάληψη καθηκόντων Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, Διευθύνσεων και Τμημάτων οι φορείς υποχρεούνται να κοινοποιούν σχετικό κατάλογο στο Ε.Κ.Δ.Δ.Α. μέσω των Γενικών Γραμματέων. Η πρόσκληση συμμετοχής στα προγράμματα αυτά πραγματοποιείται με σχετικό έγγραφο του Προέδρου του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. και η συμμετοχή σε αυτά είναι υποχρεωτική. Η διάρθρωση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και η διάρκειά τους καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ε.Κ.Δ.Δ.Α.».

3. Στο τέλος της περίπτωσης δ' της παρ. 2 του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ειδικά, για τις οριζόντιες θέσεις ευθύνης του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 84 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., η υπουργική απόφαση του προηγούμενου εδαφίου εκδίδεται από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Για όσες οριζόντιες θέσεις ευθύνης έχουν μόνο οικονομικές αρμοδιότητες ή και οικονομικές αρμοδιότητες η ανωτέρω υπουργική απόφαση εκδίδεται από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον Υπουργό Οικονομικών.»

4. Στην παρ. 8 του άρθρου 7 του π.δ. 318/1992, όπως αντικαταστάθηκε από τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 4250/2014 η φράση «Τα ποσοστά της παραγράφου 1 του παρόντος ...» αντικαθίσταται αφ' ης ίσχυσε «Τα ποσοστά των παραγράφων 1 και 7 του παρόντος ...».

5. Στο άρθρο 24 του π.δ. 318/1992, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 4250/2014, προστίθενται αφ' ης ίσχυσε παράγραφοι 3, 4 ως εξής:

«3. Όσες υπηρεσίες διαθέτουν υπηρεσιακό συμβούλιο, αλλά ο αριθμός των Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων ή Διευθύνσεων, οι οποίοι ανήκουν οργανικά στο φορέα, δεν επαρκεί για τη συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, υπάγονται στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του φορέα, από τον οποίο εποπτεύονται ή στον οποίο υπάγονται. Ειδικά, για τις ανεξάρτητες αρχές η ειδική επιτροπή αξιολόγησης συγκροτείται από τα τακτικά μη αιρετά μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου αυτών, όπως συγκροτήθηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4055/2012. Κατ' εξαίρεση σε όσες υπηρεσίες προβλέπεται η σύσταση υπηρεσιακού συμβουλίου αλλά για λόγους αντικειμενικής αδυναμίας αυτό δεν έχει συγκροτηθεί εφαρμόζονται οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

4. Η θητεία της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης είναι διετής. Κατά την πρώτη εφαρμογή η θητεία της Επιτροπής Αξιολόγησης, που συγκροτείται με τις διατάξεις του παρόντος, λήγει στις 31.12.2016.»

6. Η παρ. 8 του άρθρου 3 του ν. 3074/2002, όπως ισχύει, διατηρείται σε ισχύ για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 8

1. Τα εδάφια β' και γ' της παρ. 13 του άρθρου 17 του ν. 2190/1994 (Α' 28), όπως ισχύει, καταργούνται.

2. Στο τέλος της παρ. 21 του άρθρου ενάτου του ν. 4057/2012 (Α' 54) προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Απόφαση κατανομής απαιτείται και για τις περιπτώσεις όπου το ΑΣΕΠ διαθέτει με απόφασή του επόμενο κατά σειρά στον πίνακα επιτυχίας υποψήφιο για αντικατάσταση - αναπλήρωση διοριστέου που δεν αποδέχτηκε το διορισμό του ή έχει κώλυμα διορισμού ή παραιτήθηκε εντός ενός (1) έτους από το διορισμό του.

Δεν απαιτείται απόφαση κατανομής όταν οι αποφάσεις του ΑΣΕΠ αφορούν σε αντικαταστάσεις - αναπληρώσεις διοριστέων των ως άνω περιπτώσεων οι οποίοι περιλαμβάνονται σε προηγούμενες αποφάσεις κατανομής.»

3. Στο τέλος της παρ.1 του άρθρου 4 της ΠΥΣ 33/2006 (Α' 280), όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση κα' ως εξής:

«κα) το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ.»

4. Η παρ. 2 του άρθρου 68 του ν. 4002/2011 (Α' 180) αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Η διάταξη της υποπαραγράφου 1 του παρόντος δεν έχει εφαρμογή στις υποχρεωτικές μεταφορές προσωπικού, στις μετατάξεις υπαλλήλων εντός της ίδιας υπηρεσίας σε κλάδο της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας (άρθρα 69 και 70 του Υ.Κ.), καθώς και στην περίπτωση αμοιβαίας μετάταξης υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ, των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού και των Ν.Π.Δ.Δ αυτών. Η ισχύς της παρούσας παραγράφου ανατρέχει στο χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4002/2011.»

Άρθρο 9

Δαπάνες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών

Δαπάνες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και πληροφορικής για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2012 μέχρι την επικείμενη υπογραφή σύμβασης ή άλλως μέχρι τις 30.9.2014 μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των αναδόχων για την παροχή των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που εμπίπτουν στο έργο ΣΥΖΕΥΞΙΣ Ι, θεωρούνται νόμιμες υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και πληροφορικής να πιστοποιούνται ότι έχουν παρασχεθεί στους οικείους φορείς από την «Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε.», σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι της υπ' αριθμ. ΥΑΠ/Φ.19.6/Γ/61/394/2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β' 1566),

ii) οι πάροχοι των υπηρεσιών να αποδεχτούν πρακτικά γνωμοδοτήσεων που θα εκδοθούν από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους κατά τη διαδικασία του άρθρου 2 παρ. ζ' του ν. 3086/2002 (Α' 324),

iii) οι πάροχοι των υπηρεσιών να αποδεχτούν τις προσδιοριζόμενες στα πρακτικά γνωμοδοτήσεων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εκπτώσεις επί του αντίστοιχου συμβατικού ανταλλάγματος του έτους 2009 κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο άρθρο δεύτερο, παρ. 12 του ν. 4047/2012, οι οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις εκπτώσεις που αναφέρονται στο με αριθμ. 1244/11.3.2014 πρακτικό γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και

iv) οι πάροχοι των υπηρεσιών να παραιτηθούν από οποιαδήποτε άλλη αξίωση (συμπεριλαμβανομένων τόκων υπερημερίας και εξόδων), δικόγραφο και δικαίωμα, που προέρχονται από την ως άνω αιτία.

Άρθρο 10

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου, όπως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του, καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά ή είναι αντίθετη με τα θέματα που ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος.

Άρθρο 11

1. Το έκτο και το έβδομο εδάφιο της παρ. 3 τού άρθρου 3 του ν. 4186/2013 (Α' 193) «Αναδιάρθρωση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και λοιπές διατάξεις» αντικαθίστανται, αντιστοίχως, ως εξής:

«Απαραίτητη προϋπόθεση, για την προαγωγή του μαθητή αποτελεί: α) η επίτευξη γενικού βαθμού ίσου ή ανώτερου του δέκα (10) και β) Μ.Ο. προφορικής και γραπτής βαθμολογίας σε καθένα από τα μαθήματα της «Ελληνικής γλώσσας» και των «Μαθηματικών» τουλάχιστον δέκα (10) και Μ.Ο. προφορικής και γραπτής βαθμολογίας τουλάχιστον οκτώ (8) σε καθένα από τα υπόλοιπα μαθήματα. Όταν μαθητής δεν πληροί την προϋπόθεση α' του προηγούμενου εδαφίου επαναλαμβάνει τη φοίτηση. Όταν πληροί την προϋπόθεση α' και δεν πληροί την προϋπόθεση β' του προηγούμενου εδαφίου, κατά μάθημα ή μαθήματα, παραπέμπεται σε επανεξέταση στο μάθημα (ή στα μαθήματα) ή στον κλάδο (ή στους κλάδους) τον οποίο υστέρησε και προάγεται ή επαναλαμβάνει τη φοίτηση κατά τα οριζόμενα ως άνω. Όταν μαθητής έχει επιτύχει γενικό βαθμό ίσο ή ανώτερο του δέκα (10) και έχει επιτύχει βαθμό τουλάχιστον οκτώ (8) σε έναν ή δύο κλάδους των μαθημάτων «Ελληνική γλώσσα» ή «Μαθηματικά» και ταυτόχρονα έχει επιτύχει Μ.Ο. κλάδων ίσο ή ανώτερο του δώδεκα και πέντε δέκατα (12,5), ο οποίος προκύπτει από την προφορική και γραπτή βαθμολογία στους κλάδους των μαθημάτων «Ελληνική γλώσσα», «Μαθηματικά» και «Φυσικές επιστήμες», ο μαθητής δεν παραπέμπεται στους ανωτέρω κλάδους και προάγεται ή παραπέμπεται ή επαναλαμβάνει τη φοίτηση κατά τα οριζόμενα ως άνω.»

2. Η περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 32 του π.δ. 60/2006 (Α' 65) «Αξιολόγηση των μαθητών του Ενιαίου Λυκείου», ως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«α. Για την προαγωγή και απόλυση των μαθητών στην Α' τάξη Ημερήσιου και στις Α' και Β' τάξεις Εσπερινού Γενικού Λυκείου απαιτείται: i) Γενικός βαθμός προαγωγής ίσος ή ανώτερος του δέκα (10) και ii) βαθμός ετήσιας επίδοσης σε καθένα από τα μαθήματα της «Ελληνικής Γλώσσας» και των «Μαθηματικών» τουλάχιστον δέκα (10) και βαθμός ετήσιας επίδοσης σε καθένα από τα υπόλοιπα μαθήματα τουλάχιστον οκτώ (8). Όταν μαθητής δεν πληροί την προϋπόθεση i) επαναλαμβάνει τη φοίτηση. Όταν μαθητής πληροί την προϋπόθεση i) και δεν πληροί την προϋπόθεση ii), παραπέμπεται σε επανεξέταση σε ειδική εξεταστική περίοδο του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, στο μάθημα (ή στα μαθήματα) ή στον κλάδο (ή στους κλάδους) στον οποίο υστέρησε με τον τρόπο και τη διαδικασία των προαγωγικών εξετάσεων του Ιουνίου και προάγεται η επαναλαμβάνει τη φοίτηση κατά τα οριζόμενα ως άνω. Όταν μαθητής έχει επιτύχει γενικό βαθμό ίσο ή ανώτερο του δέκα (10) και έχει επιτύχει βαθμό τουλάχιστον οκτώ (8) σε έναν ή δύο κλάδους των μαθημάτων «Ελληνική γλώσσα» ή «Μαθηματικά» και ταυτόχρονα έχει επιτύχει Μ.Ο. κλάδων ίσο ή ανώτερο του δώδεκα και πέντε δέκατα (12,5), ο οποίος προκύπτει από την προφορική και γραπτή βαθμολογία στους κλάδους των μαθημάτων «Ελληνική γλώσσα», «Μαθηματικά» και «Φυσικές επιστήμες», ο μαθητής δεν παραπέμπεται στους ανωτέρω κλάδους και προάγεται ή παραπέμπεται ή επαναλαμβάνει τη φοίτηση κατά τα οριζόμενα ως άνω.»

3. Το πέμπτο και έκτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 4186/2013 αντικαθίστανται, αντιστοίχως, ως εξής:

«Απαραίτητη προϋπόθεση για την προαγωγή του μαθητή αποτελεί: α) η επίτευξη γενικού βαθμού ίσου ή ανώτερου του δέκα (10) και β) Μ.Ο. προφορικής και γραπτής βαθμολογίας σε καθένα από τα μαθήματα της «Ελληνικής γλώσσας», των «Μαθηματικών» και σε καθένα από τα μαθήματα της ομάδας προσανατολισμού τουλάχιστον δέκα (10), καθώς και τουλάχιστον οκτώ (8) σε καθένα από τα υπόλοιπα μαθήματα. Όταν ο μαθητής δεν πληροί την προϋπόθεση α' του προηγούμενου εδαφίου επαναλαμβάνει τη φοίτηση. Όταν πληροί την προϋπόθεση α' και δεν πληροί την προϋπόθεση β' του προηγούμενου εδαφίου κατά μάθημα ή μαθήματα παραπέμπεται σε επανεξέταση στο μάθημα (ή στα μαθήματα) ή στον κλάδο (ή στους κλάδους) στον οποίο υστέρησε και προάγεται ή επαναλαμβάνει τη φοίτηση κατά τα οριζόμενα ως άνω. Όταν μαθητής έχει επιτύχει γενικό βαθμό ίσο ή ανώτερο του δέκα (10) και έχει επιτύχει βαθμό τουλάχιστον οκτώ (8) σε έναν ή δύο κλάδους των μαθημάτων «Ελληνική γλώσσα» ή «Μαθηματικά» και ταυτόχρονα έχει επιτύχει Μ.Ο. κλάδων ίσο ή ανώτερο του δώδεκα και πέντε δέκατα (12,5), ο οποίος προκύπτει από την προφορική και γραπτή βαθμολογία στους κλάδους των μαθημάτων «Ελληνική γλώσσα», «Μαθηματικά» και «Φυσικές επιστήμες», ο μαθητής δεν παραπέμπεται στους ανωτέρω κλάδους και προάγεται ή παραπέμπεται ή επαναλαμβάνει τη φοίτηση κατά τα οριζόμενα ως άνω.»

4. Οι παράγραφοι 2Δ και 2Ε του άρθρου 34 του π.δ. 60/2006 αντικαθίστανται αντιστοίχως ως εξής:

«2Δ. Οι μαθητές Α' τάξης Ημερησίου και Α' και Β' τάξεων Εσπερινού Γενικού Λυκείου που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρ. 1 και της περίπτωσης 2Α του παρόντος άρθρου και φοιτούν σε Ελληνικό Γενικό Λύκειο προάγονται κατά περίπτωση ως εξής: α) Κατά το πρώτο έτος της φοίτησής τους σε Ελληνικό Γενικό Λύκειο εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του παρόντος προεδρικού διατάγματος, με παράλληλη μείωση του προβλεπόμενου Γενικού βαθμού προαγωγής και του βαθμού ετήσιας επίδοσης σε καθένα από τα μαθήματα κατά δύο (2) μονάδες. β) Κατά το δεύτερο έτος της φοίτησής τους σε Ελληνικό Γενικό Λύκειο εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του παρόντος προεδρικού διατάγματος, με παράλληλη μείωση του προβλεπόμενου Γενικού βαθμού προαγωγής και του βαθμού ετήσιας επίδοσης σε καθένα από τα μαθήματα κατά μία (1) μονάδα.

2Ε. Οι μαθητές Α' τάξης Ημερησίου και A' και Β' τάξεων Εσπερινού Γενικού Λυκείου που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1 και της περίπτωσης 2Β του άρθρου αυτού και φοιτούν σε Ελληνικό Γενικό Λύκειο προάγονται ως εξής: Για τους μαθητές αυτούς εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του παρόντος προεδρικού διατάγματος, με παράλληλη μείωση του προβλεπόμενου Γενικού βαθμού προαγωγής και του βαθμού ετήσιας επίδοσης σε καθένα από τα μαθήματα κατά μία (1) μονάδα.»

5. Η ισχύς των παραγράφων 1, 2 και 4 του παρόντος άρθρου άρχεται από το διδακτικό έτος 2013 - 2014.

Άρθρο 12

Ρυθμίσεις θεμάτων υπαλληλικού προσωπικού

Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2303/1995 (Α' 80) προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:

«Η απόσπαση όσων υπηρετούν στα πολιτικά γραφεία των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών ανατρέχει στο χρόνο στον οποίο ορίζεται στην απόφαση απόσπασης, εφόσον αυτή δημοσιεύεται εντός διμήνου. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει από 1.6.2014. Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και για τις πράξεις που προβλέπονται στην περίπτωση ε' της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3469/2006 (Α' 131), πλην των περιπτώσεων που συντρέχει αυτοδίκαιη λήξη.»

Άρθρο 13

1. Στο τέλος της παρ. 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παραγράφου Ζ', του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ειδικά, για την περίπτωση της υπ' αριθμ. 5/2013 (Β' 2999) Ανακοίνωσης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και μέχρι την έκδοση των οριστικών πινάκων διάθεσης, δίνεται η δυνατότητα σε υπαλλήλους, οι οποίοι συμμετείχαν στην ως άνω Ανακοίνωση να παραμείνουν, με αίτησή τους, στις υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις οποίες τοποθετήθηκαν με βάση τους αναρτημένους από το ΑΣΕΠ προσωρινούς πίνακες.»

2. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου του άρθρου 41 του ν. 4250/2014 (Α' 74) οι πινάκες διάθεσης στους νέους φορείς υποδοχής είναι οι οριστικοί πίνακες διάθεσης που αναρτώνται από το ΑΣΕΠ.

3. Όσοι διορίζονται σε εκτέλεση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης σε φορείς του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει, στους οποίους η προς πλήρωση με διορισμό/πρόσληψη οργανική θέση έχει καταργηθεί, διορίζονται στον ίδιο φορέα σε θέση άλλου κλάδου συναφούς με τα τυπικά τους προσόντα, και εφόσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε άλλο φορέα σε κλάδο ίδιο ή συναφή με αυτόν του διορισμού τους.

4. Η παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 3074/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«2α. Για τη συγκρότηση του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. συνιστώνται 152 θέσεις Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης.

Οι θέσεις αυτές μπορεί να αυξάνονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Οι συσταθείσες, με την παρ. 2 και το πρώτο εδάφιο της παρ. 3β του άρθρου 3 του ν. 3074/2002 και τα προεδρικά διατάγματα 10/2007 (Α' 6) και 36/2009 (Α' 54), σαράντα (40) θέσεις Βοηθών Επιθεωρητών- Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης καταργούνται.

2β. Οι υπηρετούντες Βοηθοί Επιθεωρητές-Ελεγκτές Δημόσιας Διοίκησης εξακολουθούν να υπηρετούν στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. έως τη λήξη της θητείας τους. Εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής πληρούν τα προβλεπόμενα τυπικά προσόντα για τους Επιθεωρητές-Ελεγκτές Δημόσιας Διοίκησης, κατατάσσονται για το υπόλοιπο του χρόνου απόσπασής τους στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. σε κενές θέσεις Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης κατόπιν αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων τους από την τριμελή επιτροπή της περίπτωσης γ' του άρθρου 3 του ν. 3074/ 2002. Για την κατάταξή τους εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Ειδικό Γραμματέα του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.. »

Άρθρο 14

Δαπάνες της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.) που αφορούν στη λειτουργία των αερολιμένων της χώρας και πραγματοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο και το τρέχον οικονομικό έτος κατά παρέκκλιση των κειμένων περί αναλήψεως υποχρεώσεων διατάξεων δύναται κατ' εξαίρεση να πληρωθούν σε βάρος του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων - Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, τρέχοντος οικονομικού έτους, εφόσον καλύπτονται από τις εγγεγραμμένες πιστώσεις του.

Άρθρο 15

Το δέκατο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 4024/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι υπάλληλοι που έχουν πριν από το διορισμό ή την πρόσληψή τους αποδεδειγμένη προϋπηρεσία στο δημόσιο τομέα των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει διανυθεί με τα ίδια ή αντίστοιχα τυπικά προσόντα της κατηγορίας στην οποία ανήκουν κατά το χρόνο της ένταξης, μπορούν να την αναγνωρίσουν για τη βαθμολογική και μισθολογική τους ένταξη, μετά τη μονιμοποίησή τους ή τη συνέχιση της απασχόλησής τους, μέχρι επτά (7) έτη κατ' ανώτατο όριο, ύστερα από ουσιαστική κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.»

Άρθρο 16

Το «Ψυχολογικό Κέντρο Βορείου Ελλάδος - Παράρτημα Ξάνθης», ως Παράρτημα του «Ψυχολογικού Κέντρου Βορείου Ελλάδος», το οποίο μετατράπηκε και μετονομάστηκε σύμφωνα με το άρθρο 23 του ν. 3402/2005 (Α' 258) από 1.1.2015 μετονομάζεται σε «Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης Παιδιών με Αναπηρία Ξάνθης» και εντάσσεται σε Παράρτημα στο Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση α' της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 4109/2012 (Α' 16).

Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται το «Ψυχολογικό Κέντρο Βορείου Ελλάδος - Παράρτημα Ξάνθης» νοείται ότι αναφέρεται το Παράρτημα Αποθεραπείας και Αποκατάστασης Παιδιών με Αναπηρία Ξάνθης.

Άρθρο 17

Το άρθρο 49 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 49

Αγώνες στις οδούς

1. Αγώνες ζωήλατων οχημάτων, ζώων, ποδηλάτων, αυτοκινήτων, τετράτροχων οχημάτων, μοτοσυκλετών και μοτοποδηλάτων σε οδούς και χώρους του πεδίου εφαρμογής του παρόντος, επιτρέπεται να γίνονται μόνο έπειτα από σχετική άδεια.

2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο άδεια χορηγείται:

α) Για τους αγώνες ζωήλατων οχημάτων και ζώων, από τις κατά τόπους Αστυνομικές Διευθύνσεις ή Διευθύνσεις Τροχαίας.

β) Για τους αγώνες ποδηλάτων, ομοίως από τις παραπάνω Αρχές, έπειτα από προηγούμενη αίτηση των ενδιαφερομένων και γνώμη της Ελληνικής Ομοσπονδίας Ποδηλασίας (Ε.Ο.Π.).

γ) Για όλους τους αγώνες μοτοσυκλετών, μοτοποδηλάτων και τετράτροχων οχημάτων, που διενεργούνται από συλλόγους, μέλη της ειδικώς αναγνωρισμένης Αθλητικής Ομοσπονδίας, ή από την ίδια, από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ή τις εξουσιοδοτημένες από αυτόν Αρχές, έπειτα από σύμφωνη γνώμη της Αθλητικής Ομοσπονδίας Μοτοσυκλετών ή του νομικού προσώπου που εκπροσωπεί νόμιμα το άθλημα στη Διεθνή Ομοσπονδία Μοτοσυκλέτας (Δ.Ο.Μ.), σύμφωνα με τους κανόνες ασφαλείας που ορίζει η Διεθνής Ομοσπονδία Μοτοσυκλέτας (Δ.Ο.Μ.). Ειδικά για τους αγώνες που διοργανώνονται από την Αθλητική Ομοσπονδία Μοτοσυκλετών, απαιτείται γνωστοποίηση προς τις αρμόδιες Αρχές.

δ) Για όλους τους εθνικούς αγώνες αυτοκινήτων, οχημάτων καρτ, παλαιών αυτοκινήτων ιστορικού ενδιαφέροντος, από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ή τις εξουσιοδοτημένες από αυτόν Αρχές, έπειτα από σύμφωνη γνώμη της, αναγνωρισμένης από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, Αθλητικής Ομοσπονδίας Αυτοκινήτων.

Για όλους τους διεθνείς αγώνες αυτοκινήτων, οχημάτων καρτ, παλαιών αυτοκινήτων ιστορικού ενδιαφέροντος, που αναγράφονται στο πρόγραμμα αγώνων της Διεθνούς Ομοσπονδίας Αυτοκινήτου, από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ή τις εξουσιοδοτημένες από αυτόν Αρχές, έπειτα από σύμφωνη γνώμη του νομικού προσώπου που εκπροσωπεί νόμιμα το άθλημα στη Διεθνή Ομοσπονδία Αυτοκινήτου (Δ.Ο.Α.) ή της, αναγνωρισμένης από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, Αθλητικής Ομοσπονδίας για το μηχανοκίνητο αθλητισμό, σύμφωνα με τους κανόνες ασφαλείας που ορίζει η Διεθνής Ομοσπονδία Αυτοκινήτων (Δ.Ο.Α.).

ε) Για τις εκδηλώσεις των παλαιών αυτοκινήτων ιστορικού ενδιαφέροντος από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ή τις εξουσιοδοτημένες από αυτόν Αρχές, έπειτα από σύμφωνη γνώμη του νομικού προσώπου που εκπροσωπεί νόμιμα τα παραπάνω στη Διεθνή Ομοσπονδία Παλαιού Αυτοκινήτου (Δ.Ο.Π.Α.) ή τη Διεθνή Ομοσπονδία Αυτοκινήτων (Δ.Ο.Α.).

Η αίτηση των ενδιαφερομένων για τις ανωτέρω περιπτώσεις γ', δ' και ε' του παρόντος υποβάλλεται κατά περίπτωση στις ανωτέρω Αθλητικές Ομοσπονδίες (Αυτοκινήτου ή Μοτοσυκλετών) ή στα νομικά πρόσωπα που εκπροσωπούν νόμιμα το άθλημα στην Ελλάδα είτε τη Διεθνή Ομοσπονδία Αυτοκινήτου (Δ.Ο.Α.) είτε τη Διεθνή Ομοσπονδία Μοτοσυκλέτας (Δ.Ο.Μ.) είτε τη Διεθνή Ομοσπονδία Παλαιού Αυτοκινήτου (Δ.Ο.Π.Α.) και διαβιβάζεται στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ή στις εξουσιοδοτημένες από αυτόν Αρχές, μαζί με την απαιτούμενη σύμφωνη γνώμη τους, προκειμένου να εκδοθεί η σχετική άδεια.

3. Για την περίπτωση των οχημάτων καρτ, απαιτείται άδεια οδήγησης αυτοκινήτου ή άδεια οδηγού αγώνων κάρτινγκ οποιασδήποτε κατηγορίας, που έχει εκδοθεί από την αναγνωρισμένη από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού Αθλητική Ομοσπονδία για το Μηχανοκίνητο Αθλητισμό ή σε ό,τι αφορά τους διεθνείς αγώνες καρτ από το νομικό πρόσωπο που εκπροσωπεί νόμιμα το άθλημα στη Διεθνή Ομοσπονδία Αυτοκινήτου (Δ.Ο.Α.). Τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από το Διεθνή Κανονισμό Καρτ, τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους θεατές, εφαρμόζονται αναλόγως.

4. Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ και με ποινή απαγόρευσης διοργάνωσης αγώνων για χρονικό διάστημα μέχρι πέντε (5) ετών από την ημερομηνία παράβασης.»

Άρθρο 18

Έναρξη ισχύος

Ο παρών νόμος ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 24
Ετος: 2000

Περίληψη

Κοινόχρηστος αιγιαλός που ανήκει στο Δημόσιο σύμφωνα και με τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου (σε συνδ. προς τις διατάξεις του α.ν. 2344/1940) -. Ο ορισμός του αιγιαλού με τον α.ν. 2344/1940 είναι γεωφυσικός (το όριο των μέγιστων αλλά συνήθων αναβάσεων των κυμάτων). Ως εκ τούτου ο αιγιαλός δεν δημιουργείται αλλά διαπιστώνεται επίσημα με την απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 3 του ως άνω νόμου. Η εν λόγω ρύθμιση ισχύει και στη Δωδεκάνησο, με μόνη διαφορά ότι εκεί ισχύει ως τοπικό δίκαιο και η διάταξη του άρθρου 3 στοιχ. Α' του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, σύμφωνα με την οποία στον αιγιαλό, ειδικώς όσον αφορά τις εκτός αστικών κέντρων περιοχές, προστίθεται και ζώνη πλάτους 12 μέτρων πέραν του αιγιαλού, που είναι επίσης κοινόχρηστο κτήμα ανήκον στο Δημόσιο. Αντικείμενο έγκυρης εκποίησης μπορεί να είναι επομένως στις εν λόγω περιοχές μόνον ακίνητα πέραν της ως άνω ζώνης. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (αντίθ. μειοψ. 4 μελών που δέχεται ότι συντρέχει ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως).


Κείμενο Απόφασης

<webtop:message key= Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 2344/1940 αιγιαλός είναι η "περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων", είναι δε αυτός κτήμα κοινόχρηστο και ανήκει ως τέτοιο στο Δημόσιο κατά την περαιτέρω ρητή επιταγή της ίδιας διατάξεως. Η ίδια έννοια δίνεται στον αιγιαλό, ο οποίος κατά τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου περιλαμβάνεται στα δημόσια κτήματα κοινής χρήσεως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 στοιχ. Α' αυτού, αιγιαλός είναι η χερσαία ζώνη που από τη μια πλευρά βρίσκεται σε επαφή με τη θάλασσα και φθάνει μέχρι του ορίου του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος, με την προσθήκη ότι, έξω από τα αστικά κέντρα, περιλαμβάνει και μια ζώνη πλάτους 12 μέτρων. Τα όρια του αιγιαλού καθορίζονται με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 3 του α.ν. 2344/1940 (ήδη δε του άρθρου 100 του π.δ. 284/1988), η ιδιότητα όμως του αιγιαλού δεν δημιουργείται με την έκθεση της Επιτροπής αυτής, αλλά υπάρχει με βάση τα φυσικά δεδομένα, δηλαδή τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων. Παρέπεται ότι εάν ο χαρακτηρισμός εδαφικού τμήματος ως αιγιαλού αποτελεί ζήτημα

προδικαστικό, αναγκαίο για τη διάγνωση του κυρίου ζητήματος, ο δικαστής, οφείλει να καθορίσει την έκτασή του, δηλαδή να εξειδικεύσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τη νομική έννοια του αιγιαλού, με δικό του αποδεικτικό πόρισμα που θα συναγάγει σύμφωνα με τους συνήθεις περί αποδείξεων δικονομικούς κανόνες. Μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο του εν λόγω α.ν. 2344/1940 ισχύουν εκεί αμφότερες οι παραπάνω διατάξεις, ήτοι η διάταξη του άρθρου 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού ως τοπικό δίκαιο και η διάταξη του άρθρου 1 του α.ν.

2344/1940 ως γενικό δίκαιο, κατισχύει δε από αυτές η πρώτη. Σύμφωνα με αυτήν ο αιγιαλός αποτελεί και στη Δωδεκάνησο πράγμα κοινής χρήσεως και επομένως δεν ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, επεκτείνεται δε, έξω από τα αστικά κέντρα, και επί ζώνης 12 μέτρων πέρα της οριογραμμής του μέγιστου συνήθους χειμερινού κύματος. Συνεπώς κατά την εφαρμογή στη Δωδεκάνησο του α.ν. 2344/1940 περί καθορισμού των ορίων του αιγιαλού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, εκτός των αστικών κέντρων, και ζώνη 12 μέτρων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν.

2100/1952 ο Οργανισμός Διαχειρίσεως της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο μπορούσε να εκποιήσει την ακίνητη περιουσία αυτού, εκτός των αιγιαλών, μετά δε την κατάργηση του Οργανισμού αυτού με το άρθρο 2 του ν.δ. 195/1973, οι αιγιαλοί περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως για την οποία ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και προϋποθέσεις της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν ελλείπουν οι όροι και προϋποθέσεις διατάξεως που δεν εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ενόψει τούτων, για να μη στερείται νομίμου βάσεως η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει να αναφέρονται, ως παραδοχή του δικάσαντος Δικαστηρίου, τα περιστατικά, που κατά την ως άνω διάταξη (άρθρο 1 ν. 2344/1940 και 3 στοιχ. Κανονισμού), είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό της εκτάσεως αυτής ως αιγιαλού. Απλή επανάληψη της νομικής έννοιας η οποία προσδιορίζει την προϋπόθεση της εφαρμογής του νόμου δεν αρκεί.

Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο, όπως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, απέρριψε την ένδικη, από 30.6.1997 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας για καθορισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του ν. 2344/1940 και 17 του ν.δ. 797/1971, αποζημιώσεως για την αναφερόμενη στην αίτηση αυτήν εδαφική έκταση, η οποία κατά την αναιρεσείουσα της ανήκε, ως κτηθείσα με παράγωγο τρόπο, επειδή με απόφαση της επιτροπής του άρθρο 3 του α.ν. 2344/1940, επικυρωθείσα με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Δωδεκανήσου, η έκταση αυτή είχε χαρακτηρισθεί ως αιγιαλός, δεν νοείται δε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου πράγματος ανήκοντος ήδη εις αυτό (Δημόσιο), επομένως δεν υπήρχε πεδίο και καθορισμού αποζημιώσεως για τούτο, με βάση το δεκτό γενόμενο ότι κύριο της εκτάσεως αυτής ήταν το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και όχι η αναιρεσείουσα. Τη σχετική κρίση του, ότι δηλαδή κύριο της εκτάσεως αυτής είναι το Ελληνικό Δημόσιο και όχι η αναιρεσείουσα, το Εφετείο στήριξε στη δεκτή από αυτό γενομένη ιδιότητα της εκτάσεως αυτής ως αιγιαλού. Ως προς το ζήτημα δε τούτο, που έχει ουσιώδη επιρροή, στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή η κατά τα άνω έκταση αποτελούσε αιγιαλό, το Εφετείο διέλαβε τις εξής αιτιολογίες: Ύστερα από αίτηση της Κοινότητας Μ.** Ρόδου η Επιτροπή του άρθρου 100 του π.δ. 284/1988 καθορισμού ορίων αιγιαλού προέβη, επί υψομετρικού - τοπογραφικού διαγράμματος κλίμακος 1:1000, που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Κ.Π.** τον Δεκέμβριο του 1993 και θεωρήθηκε ως προς την ακρίβεια της αποτυπώσεως και των ορίων των προς τη θάλασσα ιδιοκτησιών, στη χάραξη, με την από 3-10-1944 έκθεσή της που συνοδεύει το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, της οριογραμμής του αιγιαλού στην παραλιακή περιοχή "Α.Α.**", μπροστά από την κτηματομερίδα 4980 Α ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, η οποία εμφαίνεται στο ως άνω διάγραμμα όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση και με τις περαιτέρω επισημάνσεις ότι: α) τα προς τη θάλασσα όρια της ως άνω ιδιοκτησίας της

αναιρεσείουσας φθάνουν μέχρι της κατά το κτηματολόγιο ακτογραμμής, β) η καθορισθείσα και χαραχθείσα ως άνω οριογραμμή αιγιαλού αποτελεί το όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερινού κύματος προσαυξημένο κατά 12 μέτρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, γ) οριογραμμή παραλίας δεν χαράχθηκε, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις, επειδή το όριο του αιγιαλού τέμνει τα προς τη θάλασσα όρια των ιδιοκτησιών και δ) ο καθορισμός των ορίων του αιγιαλού στη θέση αυτή έγινε προς εξυπηρέτηση των σκοπών των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.δ. 439/1970 και προς εντοπισμό και εξεύρεση της κοινόχρηστης ζώνης του αιγιαλού του δημοσίου και δη για πρώτη φορά στη θέση αυτή, ενώ δεν έχει καθορισθεί ούτε στις παράπλευρες περιοχές. Η έκθεση αυτή και το συνοδεύον αυτή τοπογραφικό διάγραμμα επικυρώθηκαν με την ΔΚ 668/1995 απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Δωδεκανήσου και δημοσιεύθηκαν μαζί με την τελευταία αυτή απόφαση στο ΦΕΚ 460/30.6.1995 τεύχος Δ΄. Σύμφωνα με το από Ιούλιο 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.Σ.**, η εδαφική έκταση που καταλαμβάνει ο αιγιαλός, μετά την ως άνω χάραξη των ορίων του, ανέρχεται σε 34.300 τ.μ., όπως άλλωστε ρητά συνομολογείται… Από το ακίνητο με αριθμό κτηματολογικής μερίδας 4980 γαιών Μαλώνας, που χαρακτηρίζεται από αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, ως demaniale, δηλαδή ως δημόσια γη, αποσπάσθηκε ένα τμήμα και αποτέλεσε τη μερίδα με αριθμό 4980 Α, το οποίο πωλήθηκε με το υπ' αριθ. 15195/1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Χ.Γ.** από τον ΟΔΑΠΔ στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.Α. Α.Τ.** Α.Ε.". Το πωληθέν με το ως άνω συμβόλαιο τμήμα της μερίδας 4980 (δηλ. η δημιουργηθείσα ακολούθως μερίδα 4980 Α) έχει, σύμφωνα μ' αυτό, έκταση 170.000 τ.μ. και συνορεύει νοτίως με "δημόσια παραλία", προφανώς νοουμένου με τον όρο τούτο του αιγιαλού, αφού ζώνη παραλίας όχι μόνο δεν υπήρχε τότε, αλλ' ούτε μέχρι τώρα έχει χαραχθεί, η ύπαρξη της οποίας κατά πάσα περίπτωση καθιστά δυσμενέστερη τη θέση της αναιρεσείουσας εταιρείας και αποδυναμώνει τους ισχυρισμούς της, αφού η παραλία αποτελεί εδαφική λωρίδα πέραν του αιγιαλού προς την πλευρά της ξηράς, μειώνει δηλαδή περαιτέρω την ιδιωτική ιδιοκτησία. Με το δεδομένο αυτό είναι προφανές όχι μόνον ότι το πωληθέν τμήμα δεν είχε όρια τη θάλασσα, αλλά και δεν μπορούσε να συμβεί αυτό, αφού ο πωλητής του ΟΔΑΠΔ εστερείτο ειδικώς της εξουσίας εκποιήσεως των αιγιαλών (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 ν. 2100/ 1952). Ακολούθως με το 12725/1988 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Μ.Λ.** το ακίνητο αυτό, δηλαδή η μερίδα 4980 Α, εκτάσεως 170.000 τ.μ., μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσείουσα εταιρεία. Στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο ως ανατολικό όριο του πωληθέντος και αποσπασθέντος τμήματος (από τη μερίδα 4980) φέρεται η θάλασσα (και κάποιες άλλες μερίδες) και όχι ο αιγιαλός, όπως έπρεπε, αφού είναι σαφές ότι το προς ανατολάς όριο της μερίδας 4980 Α (η οποία πράγματι καθ' όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς της έχει όριο τον αιγιαλό και πέραν αυτού τη θάλασσα) συμπίπτει με το προς νότο όριο της αρχικής μερίδας 4980, ως εκ της θέσεως του αποσπασθέντος τμήματος. Ενώ όμως με τα ως άνω συμβόλαια μεταβιβάσθηκε τμήμα 170.000 τ.μ., μετά από γενόμενη εμβαδομέτρηση της μερίδας 4980 Α, τόσο επί του κτηματολογικού διαγράμματος όσο και επί του εδάφους της, η μερίδα αυτή βρέθηκε να έχει επιφάνεια 204.500 τ.μ., δηλαδή 34.500 τ.μ. περισσότερα από τα αναγραφόμενα στα ως άνω συμβόλαια και μεταβιβασθέντα στη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια στην ίδια. Με τη διαφορά αυτή των 34.500 τ.μ. συμπίπτει σχεδόν απολύτως ο προσδιορισθείς και χαραχθείς με την ως άνω απόφαση αιγιαλός, αφού αυτός καταλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, επιφάνεια 34.300 τ.μ., δηλαδή από την επί πλέον έκταση, στην οποία επεκτάθηκε η 4980 Α μερίδα, δεν περιλήφθηκαν στον αιγιαλό 200 τ.μ. Από τα παραπάνω και αφού ληφθεί επίσης υπόψη ότι: α) ο αιγιαλός είναι δημιούργημα της φύσεως και όχι της βουλήσεως της πολιτείας, ο καθορισμός του δε από την αρμόδια Επιτροπή γίνεται για διοικητικούς καθαρά λόγους και έχει απλώς διαπιστωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα, β) όπως ρητά αναφέρεται στην έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής (και στην απόφαση που την επικύρωσε) για τη χάραξη των ορίων του αιγιαλού στην περιοχή της Α.Α.** (ρητά μάλιστα διευκρινίζεται ότι πρόκειται για χάραξη των ορίων του αιγιαλού μπροστά από την ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας και όχι περιλαμβάνουσα και τμήμα αυτής) λήφθηκε υπόψη το όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος προσαυξημένο κατά 12 μέτρα (άρθρο 3 του Κτημ. Κανονισμού) και γ) ως απαλλοτριωτέα κατ' άρθρο 4 του α.ν. 2344/1940 ιδιωτικά κτήματα νοούνται προδήλως τα κείμενα εκτός της ζώνης της μεγίστης συνήθους αναβάσεως των κυμάτων προσαυξημένης κατά 12 μέτρα εκτός των αστικών περιοχών, καθόσον τα εντός αυτής ανήκουν στον κοινόχρηστο αιγιαλό, παρέπεται ότι το προαναφερθέν τμήμα των 34.500 τ.μ. αποτελούσε ανέκαθεν τον ανήκοντα στο Δημόσιο κοινής χρήσεως αιγιαλό και όχι τμήμα της ανήκουσας στην αναιρεσείουσα 4980 Α μερίδας (μη μεταβιβασθέν στη δικαιοπάροχό της και σ' αυτήν με τα προαναφερόμενα συμβόλαια). Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ΄ αυτήν σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο επί του ζητήματος του χαρακτηρισμού της επίδικης εδαφικής εκτάσεως ως αιγιαλού, αφού από αυτές καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο, με δική του παραδοχή και διαπίστωση, που προέκυψε από τις μνημονευόμενες στην απόφασή του αποδείξεις, καθόρισε την έκταση του φυσικού φαινομένου της μέγιστης, πλην συνήθους, αναβάσεως του χειμερίου κύματος και με βάση τον καθορισμό αυτόν συμπέρανε ότι το επίδικο αποτελεί αιγιαλό κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, δηλαδή είναι χερσαία ζώνη η οποία από την μία πλευρά βρίσκεται σε επαφή με τη θάλασσα και από την άλλη φθάνει μέχρι το όριο του μεγαλύτερου αλλά συνηθισμένου χειμερινού κύματος, προσαυξημένη κατά δώδεκα μέτρα, δεδομένου ότι, ως δέχεται, αυτό κείται στη Ρόδο, εκτός αστικής περιοχής. Τούτο προκύπτει από τη συνεκτίμηση του συνόλου των ανωτέρω αιτιολογιών, πριν από τις οποίες προτάσσεται νομική σκέψη με την ορθή ως άνω έννοια του αιγιαλού, ιδίως δε από τον τρόπο της αναφοράς του Εφετείου στο περιεχόμενο της εκθέσεως της αρμοδίας επιτροπής ("όπως αναφέρεται..."), ότι δηλαδή η χαραχθείσα οριογραμμή ανταποκρίνεται στο όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος προσαυξημένο κατά 12 μέτρα. Την αναφορά αυτή επαναλαμβάνει το Εφετείο με τον ίδιο τρόπο και στις τελικές του επισημάνσεις, στις οποίες εκθέτει ότι ο αιγιαλός είναι δημιούργημα της φύσεως και όχι της βουλήσεως της πολιτείας, ότι ο καθορισμός του από την αρμόδια επιτροπή έχει διαπιστωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα και ότι απαλλοτριωτά ιδιωτικά κτήματα είναι εκείνα που κείνται εκτός της ζώνης της μεγίστης συνήθους αναβάσεως των κυμάτων προσαυξημένης, εκτός αστικών περιοχών κατά 12 μέτρα. Από τις αιτιολογίες αυτές προκύπτει ότι δεν γίνεται με αυτές απλή παραπομπή στο περιεχόμενο της αποφάσεως της επιτροπής του άρθρου 100 του π.δ.

284/1988, αλλά οι αιτιολογίες αυτές ενέχουν ουσιαστική παραδοχή και κρίση του δικαστηρίου, που προέκυψε από τις αποδείξεις, με την οποία αυτό υιοθετεί και αποδέχεται ως ακριβείς τις διαπιστώσεις της επιτροπής. Τούτο επιβεβαιώνεται και από την ειδικότερη διαπίστωση του Εφετείου ότι η έκταση αυτή ήταν κοινόχρηστος αιγιαλός ανέκαθεν. Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου 5ος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη γνώμη όμως τεσσάρων (4) μελών του Δικαστηρίου και δη του Θεοδώρου Τόλια Αντιπροέδρου και των Εμμανουήλ Δαμάσκου, Γεωργίου Χριστόφιλου και Σπυρίδωνος Μπαρμπαστάθη, Αρεοπαγιτών, οι ανωτέρω παρατεθείσες αιτιολογίες του Εφετείου για το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτηρισμού της επίδικης εκτάσεως ως αιγιαλού είναι ανεπαρκείς και ασαφείς, διότι από αυτές δεν προκύπτει σαφώς παραδοχή του Εφετείου, δική του, για τα περιστατικά που είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό της εδαφικής εκτάσεως, για την οποία η κατά τα άνω αίτηση της ήδη αναιρεσειούσης, ως αιγιαλού, κατά τις ως άνω περί αυτού ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα δεν προκύπτει σαφώς παραδοχή του Εφετείου, ότι η έκταση αυτή, που ευρίσκεται, όπως το Εφετείο δέχθηκε, στη Ρόδο εκτός αστικού κέντρου κείται εντός του ορίου του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος, προσηυξημένου κατά 12 μέτρα. Τούτο διότι γίνεται μεν στις πιο πάνω παρατεθείσες αιτιολογίες αναφορά στη συνταγείσα από την αρμόδια Επιτροπή καθορισμού ορίων Αιγιαλού από 3.10.1994 έκθεσή της, και την σ' αυτή γινόμενη επισήμανση ότι η καθορισθείσα και χαραχθείσα οριογραμμή αιγιαλού, που αφορά την εδαφική έκταση, για την οποία η πιο πάνω αίτηση της ήδη αναιρεσειούσης, αποτελεί το όριο του μεγίστου πλην συνηθισμένου χειμερινού κύματος προσαυξημένου κατά 12 μέτρα, δεν διευκρινίζεται όμως αν η επισήμανση αυτή της Επιτροπής, στην πιο πάνω Έκθεσή της, που επαναλήφθηκε στην κυρώσασα αυτή υπ΄ αριθ. 668/1995 απόφαση του περιφερειακού Δ/ντού Δωδεκανήσου, στην οποία επίσης στην αναιρεσιβαλλόμενη γίνεται αναφορά, αποτελεί δική του, του Εφετείου, παραδοχή για τα περιστατικά αυτά. Επίσης δε, διότι δεν προκύπτει σαφώς τέτοια παραδοχή (δική του του Εφετείου) υπό τα, ως άνω στις αιτιολογίες διαλαμβανόμενα, ότι "αφού ληφθεί υπόψη... β) όπως ρητά αναφέρεται στην Έκθεση της αρμοδίας Επιτροπής και στην απόφαση που την επικύρωσε για τη χάραξη των ορίων του αιγιαλού ... λήφθηκε υπόψη το όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος προσαυξημένου κατά 12 μέτρα ... παρέπεται ότι το προαναφερθέν τμήμα των 34.500 τ.μ. αποτελούσε ανέκαθεν τον ανήκοντα στο Δημόσιο κοινής χρήσεως αιγιαλό". Επομένως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας του Δικαστηρίου το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως αφού στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, ένεκα ανεπαρκών αιτιολογιών, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου περί αιγιαλού διατάξεων, ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και γι΄ αυτό έπρεπε να γίνει δεκτός ως και κατ΄ ουσίαν βάσιμος ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια ως άνω 5ος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου. [Επικυρώνει την 178/98 ΕφΔωδ]

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 766
Ετος: 1995

Περίληψη

Κοινόχρηστα - Ιδιωτική οδός - Συνεισφορά -. Ιδιωτική οδός που κατασκευάσθηκε με τη συνεισφορά εδάφους από τους κυρίους γειτονικών ακινήτων (για την εξυπηρέτηση τους) δεν είναι κοινής χρήσεως, αλλά ανήκει σ' αυτούς κατά το μέρος της συνεισφοράς τους).


Κείμενο Απόφασης

<webtop:message key= Αριθμός 766/1995

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 

A' Πολ. Τμήμα

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές, Σωκράτη Σωκρατείδη, Αντιπρόεδρο, Στέφανο Ματθία, Αγησίλαο Μπακόπουλο, Νικόλαο Στυλιανάκη, και Νικόλαο Θεοδωρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

 

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 1995, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Βολονάση (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και της γραμματέως Αντωνίας Παπασταματίου, για να δικάσει μεταξύ:

 

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Χ. Γ., κατοίκου Κορωπίου Αττικής, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της

Κωνσταντίνος Σιδέρης.

 

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Α. Λ., 2) Α.

Ιω. Λ., κατοίκων Κορωπίου Αττικής, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Κωνσταντίνος Κανδρής.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Δεκεμβρίου 1991 αγωγή που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/1992 του ίδιου Δικαστηρίου και 2818/1993 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιουνίου 1993 αίτηση.

 

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αγησίλαος Μπακόπουλος ανέγνωσε την από 7 Απριλίου 1994 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

 

Ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη της αιτήσεως.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Επειδή κατά το άρθρο 28 του Ν. 1337/1983 ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως, που είχαν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι, που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή την Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στο άρθρο 17 του Συντάγματος 1975. Εξάλλου κατά το άρθρο 967 του ΑΚ κοινής χρήσεως πράγματα είναι τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αιγιαλοί, τα λιμάνια και οι όχθες τους. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 968, 969 και 970 του ΑΚ, προκύπτει ότι κοινής χρήσεως είναι τα πράγματα, τα οποία, είτε από το νόμο, είτε από τη βούληση του ιδιοκτήτη (όπως με διαθήκη ή δωρεά) έλαβαν τον προορισμό αυτό με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, χαρακτηριστικό στοιχείο της κοινής χρήσης είναι η εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσης εξαρτάται από τον προορισμό που δόθηκε στο πράγμα, την επάρκειά του και τον αριθμό των προσώπων που μετέχουν στην κοινή χρήση, όσο δε ευρύτερος είναι ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν σ'αυτήν, τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Δεν είναι, όμως, κοινής χρήσης, κατά την έννοια του άρθρου 967 ΑΚ, η ιδιωτική οδός που κατασκευάσθηκε με τη συνεισφορά εδάφους από τους κυρίους γειτονικών ακινήτων για την εξυπηρέτησή τους, αφού μάλιστα ανήκει σ'αυτούς κατά το μέρος της συνεισφοράς τους. Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στη θέση "'Αγιος Βασίλειος" του Δήμου Κορωπίου, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και στο 93ο Ο.Τ η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) με το δεύτερο των εναγομένων (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) έχουν οικόπεδα που συνορεύουν μεταξύ τους, τα οποία όμως δεν επικοινωνούν με δημοτικό δρόμο. Με το 13062/1977 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Δ. Κ., ο δεύτερος των εναγομένων απέκτησε από τον πατέρα του, πρώτο των εναγομένων (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) το οικόπεδό του που συνορεύει με εκείνο της ενάγουσας. Ο πρώτος εναγόμενος και δικαιοπάροχος του δευτέρου συμφώνησε με την ενάγουσα, για να μπορούν να οικοδομηθούν τα οικόπεδά τους, να αφήσουν τμήμα τούτων ως ιδιωτική οδό και συγκεκριμένα εδαφικές λωρίδες πλάτους 5 μέτρων και μήκους 16,95 μέτρων η ενάγουσα και πλάτους 5 μέτρων και μήκους 15,60 μέτρων ο πρώτος των εναγομένων, εκδόθηκε δε σχετικά η με αριθμό πρωτ. 6313/581/877 απόφαση της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής που θεώρησε τα οικόπεδά τους

οικοδομήσιμα. 'Ετσι οι ιδιοκτησίες των διαδίκων επικοινωνούν έκτοτε με την οδό Π. από την παραπάνω ιδιωτική οδό, η έκταση της οποίας αποτελεί ιδιοκτησία των πιο πάνω εισφερόντων κατά το μέρος της συνεισφοράς τους. Μετά την έκδοση της πιο πάνω Νομαρχιακής απόφασης εκδόθηκε η 4643/1978 άδεια ανεγέρσεως οικοδομής στο όνομα του πρώτου, ο οποίος έχει ήδη ανεγείρει οικία στο οικόπεδό του, αποκλείοντας με την ύπαρξη παλαιάς οικίας (3,5μ Χ 4,10μ) επί του επιδίκου δρόμου τη διέλευση της ενάγουσας προς το οικόπεδό της. Περαιτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο, για την στήριξη της κρίσης του ότι ο επίδικος δρόμος είναι ιδιωτικός και όχι κοινόχρηστος, αναφέρεται και πάλι στον κατά τη θέληση των συμβληθέντων προορισμό του και δέχεται ότι ο δρόμος αυτός αφέθηκε από τους διαδίκους για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω γειτονικών ακινήτων τους, τα οποία δεν είχαν πρόσοψη σε γειτονική οδό και όχι για την εξυπηρέτηση ευρύτερου αριθμού προσώπου, αφού μοναδικός σκοπός αυτών, για τον οποίο προκάλεσαν και την έκδοση της παραπάνω απόφασης της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, ήταν να καταστήσουν τα αποκλεισμένα από δημοτική οδό οικόπεδά τους οικοδομήσιμα και όχι να αφήσουν το χώρο αυτό στην κοινή χρήση, πράγμα που επιβεβαιώνεται, όωπς δέχεται και από το 11602/1990 έγγραφο της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής (Γραφείο Πολεοδομίας Μαρκόπουλου) με το οποίο αυτή, απαντώντας σε αίτηση της ενάγουσας, αναφέρει ότι η εν λόγω οδός δημιουργήθηκε με συνεισφορά εδάφους και των δυο ιδιοκτησιών για την εξυπηρέτησή τους, αποτελεί ιδιοκτησία των διαδίκων κατά το μέρος της συνεισφοράς τους και γιαυτό οι αφημένες εκτάσεις μπορούν να συμπεριληφθούν στο εμβαδόν των οικοπέδων για εκμετάλλευση συντελεστών. Με βάση δε τις σαφείς αυτές παραδοχές του επί της ουσίας το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι, αφού ο επίδικος δρόμος δεν είναι κοινόχρηστος, δεν προσβάλλεται παράνομα η προσωπικότητα της ενάγουσας, από την οποία και απορρέει το δικαίωμά της, ώστε να προστατεύεται από το άρθρο 57 ΑΚ. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο και απορρίπτοντας με εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης την αγωγή της αναιρεσείουσας, που, κατά τις παραπάνω παραδοχές του, είχε στηριχθεί στο άρθρο 57 ΑΚ, δηλαδή στην προσβολή της προσωπικότητάς της από την παρακώλυσή της στην ελεύθερη χρήση κοινοχρήστου πράγματος, ιδιότητα την οποία δεν δέχτηκε τούτο για τον επίδικο δρόμο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 28 του Ν.

1337/1983 και 967 έως 970 και 57 ΑΚ και ο αντίθετος μοναδικός λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 

Για τους λόγους αυτούς

 

Απορρίπτει την από 28 Ιουνίου 1993 αίτηση της Ε. συζ. Χ. Γ. για αναίρεση της 2818/1993 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

Και

 

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των

αναιρεσιβλήτων την οποία προσδιορίζει σε εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) δραχμές

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1271
Ετος: 2011

Περίληψη

Κτήση κυριότητας από ιδιώτες επί ακινήτων του Δημοσίου -. Προς τούτο απαιτούνται αθροιστικώς οι ακόλουθες προϋποθέσεις : Α) Να πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ως άνω νόμου) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2.000 κατοίκους. Β) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετρ. μέτρων ή β) μείζονος των 2.000 τετρ. μέτρων, εφόσον στο ακίνητο αυτό υπήρχε στις 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης, Γ) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του νόμου α) επί 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή β) επί 30 έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως. Στο χρόνο νομής των περιπτ. α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Εξαιρούνται από τη ρύθμιση τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Δημοσίου.


Κείμενο Απόφασης

<webtop:message key=Αριθμός 1271/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Π. και 2. Α. συζ. Ν. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Καλαϊτζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2006 μη οριστική, 68/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-12-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003 ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α)νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι τη έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις στις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Από την ως άνω σαφή διατύπωση των προπαρατεθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις εφαρμογής του είναι αθροιστικώς, οι ακόλουθες: Α) Να πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ως άνω νόμου) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2.000 κατοίκους. Β) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετρ. μέτρων ή β) μείζονος των 2.000 τετρ. μέτρων, εφόσον στο ακίνητο αυτό υπήρχε στις 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης, Γ) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του ως άνω νόμου α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή β) επί τριάντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. Εξάλλου, στο χρόνο νομής των ως άνω περιπτώσεων α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 966, 968 και 1054 ΑΚ προκύπτει ότι τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κοινής χρήσεως είναι ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και, επομένως, δεν μπορούν να είναι αντικείμενο της κατά το ιδιωτικό δίκαιο κτήσεως είτε κατά κυριότητα είτε κατά νομή από οποιονδήποτε τρίτο, του οποίου το δικαίωμα προς χρήση των πραγμάτων αυτών δεν συνιστά νομή ή οιονεί νομή ή κατοχή αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του ανθρώπου και προστατεύεται με την ΑΚ 57 μόνο στην περίπτωση παρακωλύσεως ή αποβολής από τη χρήση του κοινοχρήστου πράγματος.

Συνεπώς, τα ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο κοινόχρηστα πράγματα δεν καταλαμβάνονται από το ως άνω άρθρο 4 του ν. 3127/2003. Πράγματα δε κοινής χρήσεως, κατά τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 966 και 968 ΑΚ, είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αιγιαλοί, τα λιμάνια και όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Δεδομένου δε ότι από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υφίσταται όταν, σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, οι παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση του κανόνα δικαίου, παρέπεται, ότι, όταν προβάλλεται λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ότι προσάπτονται πράγματι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, όταν από τις εκτιθέμενες παραδοχές της αποφάσεως, λόγω της ανεπάρκειας ή της αντιφατικότητάς τους, δεν καθίσταται μεν βέβαιη η παραβίαση, αλλά δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν έγινε ή όχι παραβίαση ορισμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων - αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου: "Με το .../24-12-1990 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης ..., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 35, οι Ι. Λ. και Δ. Λ. του Μ. πώλησαν και μεταβίβασαν στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτούς, ποσοστό 39,31% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, κείμενου στην Αλεξανδρούπολη, στο 429 Ο.Τ., επί της μέλλουσας να διανοιγεί οδού ..., συνολικής εκτάσεως 552 τ.μ., το οποίο συνορεύει νοτιοανατολικώς με την οδό ..., με πλευρά μέτρων 22,50, βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία Β., με πλευρά μέτρων 26,50 νοτιοδυτικώς με την οδό ... με πλευρά μέτρων 20 και βορειοανατολικούς με ιδιοκτησία των πωλητών, με πλευρά μέτρων 21 στο οποίο εξ αδιαιρέτου ποσοστό αντιστοιχεί αυτοτελές και διηρημένο, κατά τις διατάξεις των ν. 3741/1929 και 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, τμήμα οικοπέδου, εκτάσεως 217 τ.μ, που συνορεύει βορειο-ανατολικώς με ιδιοκτησία των πωλητών, με πλευρά μέτρων 21, βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία Β., με πλευρά μέτρων 10,50 νοτιοανατολικώς με την οδό ... με πλευρά μέτρων 10,50. και νοτιοδυτικώς με υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου με πλευρά μέτρων 20,50. Κατά τα ιστορούμενα στο συμβόλαιο αυτό, οι πωλητές φέρονται ότι απέκτησαν την κυριότητα μεγαλύτερης εκτάσεως, στην οποία περιλαμβάνεται και το πωληθέν τμήμα (επίδικο), δυνάμει δωρητηρίου συμβολαίου που συντάχθηκε το έτος 1944, το οποίο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της διπλής κατοχής της πόλεως από τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους κατά τα έτη 1941-1944. Στο άνω συμβόλαιο δεν αναφέρεται το όνομα του δωρητή. Με την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες, υπ'αριθμ. 35/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) βεβαιώθηκε ότι το μήνα Μάρτιο 1944 συντάχθηκε ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Πασχάλη Ζωίου δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο ο πατέρας των προαναφερόμενων δικαιοπαρόχων των εναγόντων (πωλητών), Μ. Λ., δώρησε, μεταξύ άλλων, στους γιους του Ι. και Δ. Λ., ένα τμήμα εκτάσεως 335 τ.μ, του προαναφερόμενου μείζονος οικοπέδου συνολικής εκτάσεως 552 τ.μ, ότι το δωρητήριο αυτό συμβόλαιο είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης και ότι τόσο τα αρχεία του ανωτέρω συμβολαιογράφου, όσο και του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Γερμανοβουλγαρικής κατοχής κατά τα έτη 1941-1994. Το οικοπεδικό τμήμα που βεβαιώνεται με την απόφαση αυτή δωρήθηκε από τον Μ. Λ. στους γιους του Ι. και Δ. Λ.; δυνάμει δωρητηρίου συμβολαίου νομίμως μεταγεγραμμένου, είναι άλλο από το επίδικο τμήμα εκτάσεως 217 τμ που οι τελευταίοι μεταβίβασαν στους ενάγοντες, κατά τα προαναφερόμενα, και συγκεκριμένα, είναι το υπόλοιπο τμήμα του μείζονος οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 552 τ.μ, (335+217τ.μ=552), το οποίο συνορεύει, κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση αυτή, βορειοανατολικώς με ιδιοκτησία του πρώτου των εναγόντων (ήτοι με το επίδικο τμήμα), νοτιοανατολικώς με την οδό ..., νοτιοδυτικώς με την οδό ... και βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία Β.. Τα παραπάνω ενισχύονται και από τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων στην κρινομένη έφεση, και δη στην 6η σελίδα, όπου και αναφέρεται επί λέξει: "Απλά στην απόφαση αυτή (35/2001 εκούσιας δικαιοδοσίας) αναφέρεται ότι το 2001, που εκδικάσθηκε η σχετική αίτηση βεβαίωσης του γεγονότος της σύνταξης, υπογραφής, και μεταγραφής του δωρητηρίου συμβολαίου του Μ. Λ..-.είχε μείνει, μετά την μεταβίβαση των 217 τ.μ σε μας (εννοεί στους εκκαλούντες) οικόπεδο 335 τμ. Για το αληθές του ισχυρισμού αυτού η απόφαση 35/2001 αναφέρει ότι το οικόπεδο των 335 τ.μ βορειοανατολικά συνορεύει με ιδιοκτησία μας, διότι ήδη από το έτος 1990 εμείς έχουμε αποκτήσει την κυριότητα των 217 αυτών τετραγωνικών μέτρων". Συνακόλουθα, η ανωτέρω 35/2001 απόφαση δεν αφορά το επίδικο ακίνητο των 217 τ.μ αλλά το όμορο αυτού των 335 τ.μ τα οποία, και τα δύο μαζί, αποτελούσαν την μείζονα έκταση των 552 τ.μ στην οποία γίνεται αναφορά αφ' ενός μεν στο συμβόλαιο υπ' αριθ..../1990 σχετικά με το επίδικο ακίνητο εκτάσεως 217 τ.μ αφ' ετέρου δε στην υπ' αριθ. 35/2001 απόφαση σχετικά με την υπόλοιπη έκταση των 335 τμ. Έτσι, η αναφερόμενη στο υπ' αριθ. .../1990 συμβόλαιο και όσον αφορά το επίδικο ακίνητο των 217 τ.μ, "δωρεά που έγινε στους δικαιοπαρόχους (πωλητές) των εναγόντων κατά το έτος 1944 των συμβολαίων απολεσθέντων κατά τη Γερμανο-βουλγαρική κατοχή" δεν προσεπιβεβαιώνεται ούτε φυσικά με την προσκόμιση συμβολαίου αλλά ούτε και με απόφαση του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την εκούσια δικαιοδοσία. Σε κάθε περίπτωση, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ως δωρεοδόχοι, αποδέχθηκαν την επικαλούμενη, από τους ενάγοντες δωρεά με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμένο, ενόψει μάλιστα και της ηλικίας τους (γεννήθηκαν τα έτη 1928 και 1930 αντιστοίχως), οι οποίοι, κατά το φερόμενο χρόνο της δωρεάς, ήτοι το 1944, αυτοί θα ήσαν ανήλικοι και δη 16 και 14 ετών αντίστοιχα. Πέραν δε τούτων, από κανένα επίσης αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε οι ενάγοντες επικαλούνται, νόμιμο τρόπο κτήσεως της κυριότητας του μεγαλυτέρου αυτού ακινήτου από τον (αναφερόμενο στο .../1990 συμβόλαιο) δωρητή και τους δικαιοπαρόχους του, δεδομένου ότι η περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στις "Νέες Χώρες", για τις οποίες ίσχυε ιδιαίτερο νομοθετικό πλαίσιο. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός του τεμαχίου 1740 Α'. Το τεμάχιο 1740 Α' αποτελεί το εναπομείναν τμήμα του τεμαχίου 1740 της οριστικής διανομής του 1932 του αγροκτήματος Καλλιθέας-Ν. Χιλής μετά τη μεταβολή που υπέστη, προκειμένου να τεμαχισθεί και μέρη αυτού (1740 Β', 1740 Γ', 1740 Δ') να δοθούν σε ιδιώτες. Το τεμάχιο 1740, ως σύνολο είχε έκταση 23.765 τ.μ, και το οποίο καταχωρίσθηκε στους κτηματολογικούς πίνακες ως "Συνοικισμός". Το υπ' αριθμ. 1740 τεμάχιο διαιρέθηκε στα υπ' αριθμ. 1740 Α, 1740 Β, 1740 Γ και 1740 Δ επί μέρους τεμάχια, εκ των οποίων το υπ' αριθμ. 1740 Α, εκτάσεως 21.380,25 τ.μ, χαρακτηρίσθηκε ως "Συνοικισμός" και έμεινε αδιάθετο, ενώ τα υπόλοιπα διατέθηκαν σε ιδιώτες. Το επίδικο αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 1740 Α τεμαχίου, το οποίο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως της Αλεξανδρούπολης το έτος 1978. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην επακολουθήσασα οριστική διανομή του συνοικισμού ... Αλεξανδρούπολης του έτους 1940, δεν περιελήφθη το ανωτέρω υπ' αριθμ. 1740 Α τεμάχιο, πλην μικρού τμήματος αυτού, που αντιστοιχεί, μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως και τη ρυμοτόμηση, στο Ο.Τ. 17, ενώ το επίδικο βρίσκεται στο Ο.Τ 429, όπως προεκτέθηκε. Ο πιο πάνω χαρακτηρισμός "Συνοικισμός" έχει την έννοια ότι το εν λόγω τεμάχιο (1740 Α) προοριζόταν για τη διανομή για τη δημιουργία συνοικισμού και, επομένως, εφόσον δε διανεμήθηκε ποτέ, παρέμεινε στην ιδιοκτησία του Δημοσίου για κοινή χρήση, ως κοινόχρηστο, και, συνεπώς, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, κατ' άρθρα 966, 967 και 1054 ΑΚ. Για τα περιστατικά αυτά σαφής είναι η ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Σ. Κ., η οποία επιβεβαιώνεται από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από το εναγόμενο, 17/1993 και 32/2003 γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, (αρθρ.90 ΠΔ 284/1988) από τις οποίες η πρώτη έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1059441/3199/Α0010/11-5-1993 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Ειδικότερα, με την 17/1993 γνωμοδότησή του το Γ.Σ.Δ.Κ, κρίνοντας το ιδιοκτησιακό καθεστώς, μεταξύ άλλων, και του υπ' αριθμ. 1740 τεμαχίου του χάρτη διανομής του έτους 1932 στο αγρόκτημα Καλλιθέας-Ν.Χιλής, επ' ευκαιρία των από 20-5-1990, 25-5-1990 και 14-11-1991 έγγραφων καταγγελιών προς το Δήμο Αλεξανδρούπολης, τη Νομαρχία Έβρου και την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, του Συνοικισμού Συμβουλίου της 4ης Συνοικίας Αλεξανδρούπολης, με τα οποία το άνω Συνοικιακό Συμβούλιο ζητούσε να γίνει κατάληψη από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου της ."κοινόχρηστης έκτασης που βρίσκεται μεταξύ των οδών ...-... (νυν ...) και ..., την οποία ορισμένοι θέλουν να ιδιοποιηθούν και να διαμορφωθεί και να αξιοποιηθεί από το Δήμο η έκταση που κατείχε ο Θ. Λ. στο Ο.Τ. 429", γνωμοδότησε ότι το 1740 τεμάχιο της διανομής του έτους 1932 παρέμεινε κοινό ως "Συνοικισμός" και ουδέποτε διανεμήθηκε, επομένως παρέμεινε στην κυριότητα του Δημοσίου ως κοινόχρηστο και ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Με την 32/20-3-2003 γνωμοδότησή του, το Συμβούλιο του άρθρου 90 του π.δ.284/1988, κρίνοντας επί της από 14-8-2001 αιτήσεως διαφόρων κατοίκων της περιοχής, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, οι οποίοι ζητούσαν να αναγνωρισθούν κύριοι της επίδικης εκτάσεως, γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της απορρίψεως της αιτήσεως. Τα περιστατικά αυτά δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες, υπ' αριθμ. πρωτ. Ζ/15184/5-11-1975 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Έβρου (Τμήμ. Εποικ. Αναδ.) 14203/31-10-1975 της Επιθεώρησης Υπηρεσίας Τοπογραφήσεων και Μηχ/σεως Ανατ. Μακεδονίας-Θράκης (Τμήμα Ελέγχου Τοπ. Εργασιών), και 47/10-1-2002 της Διεύθυνσης Τοπογραφίας του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου, στα οποία όλως αορίστως αναφέρεται ότι ολόκληρο το 1740 τεμάχιο απετέλεσε αντικείμενο της αρχικής διανομής του έτους 1940 του συνοικισμού ... και χωρίς τις διακρίσεις σε τμήματα μετά την προαναφερθείσα διανομή, και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται στο επίδικο. Τέλος το επίσης επικαλούμενο, από τους εκκαλούντες, υπ' αριθμ. πρωτ. 253/26-2-93 έγγραφο της κτηματικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Έβρου αφορά άλλα οικοδομικά τετράγωνα (429 Α', 429 Β' και 431) και όχι αυτό (429) που βρίσκεται το επίδικο. Περαιτέρω και σε εκτέλεση της ως άνω υπ' αριθμ. πρωτ. 1059441/3199/Α0010/11-5-1993 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, τμήμα του τεμαχίου 1740 Α, εμβαδού 2.022,62 τ.μ., που βρίσκεται στα Ο.Τ. 429 (όπου και το επίδικο) και 429 Α του σχεδίου πόλεως Αλεξανδρούπολης, καταχωρίσθηκε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων με αριθμό ΑΒΚ 2665. Παρά ταύτα, οι ενάγοντες εξακολουθούν να κάνουν χρήση του επιδίκου δημοσίου κτήματος. Ως εκ τούτου, ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Έβρου με το υπ' αριθμ. πρωτ. 886/11-5-2001 πρωτόκολλο καθόρισε την αποζημίωση της αυθαίρετης αυτής χρήσεως. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ασκήθηκε η από 23-5-2001 (υπ αριθμ. καταθέσεως 105/2001) ανακοπή των εναγόντων, η οποία απορρίφθηκε με την 144/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης. Με το από 24-5-2004 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, το ως άνω δημόσιο κτήμα με αριθμό 2665, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο παραδόθηκε από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Έβρου στον Διευθυντή Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου, ως διαχειριστή των εποικιστικών εκτάσεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υπό κρίση αγωγή, εφόσον το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να τύχει εφαρμογής το άρθρο 4 του ν. 3127/2003". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή, η οποία ως θεμέλιό της είχε την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, και απέρριψε την έφεση των εναγόντων κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, που έκρινε ομοίως. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως κοινοχρήστου και συνακόλουθα, της μη εφαρμογής (λόγω της ιδιότητας αυτής) του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται το είδος του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. 1740 Α τεμαχίου, τμήμα του οποίου κατά ανελέγκτως δεκτά γενόμενα αποτελεί το επίδικο ακίνητο, ούτε αναφέρεται αν το τοπογραφικό συνεργείο του Δημοσίου, που αποτύπωσε το έτος 1932 τις ιδιοκτησίες του αγροκτήματος Καλλιθέας -Ν Χιλής κατέγραψε το εν λόγω ακίνητο ως κοινόχρηστο και αν αυτό διατήρησε έκτοτε την ιδιότητά του αυτή, ενώ, τέλος, δεν προσδιορίζεται η χρήση του επίδικου ακινήτου κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή κρίσιμους χρόνους, προκειμένου να κριθεί αν με αυτή υπάρχει θεραπεία του κοινού συμφέροντος και κατά πόσο είναι η προσήκουσα για να προσδώσει σ' αυτό (επίδικο) την ιδιότητα του κοινοχρήστου. Συνεπώς, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη και σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί του, αν το επίδικο απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, προκειμένου να κριθεί στη συνέχεια αν συντρέχουν ή όχι οι όροι εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικού διατάξεως του άρθρου 4 του ν. 2127/2003. Επομένως, είναι βάσιμος ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, παρότι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προβάλλοντος, κατ' ορθή εκτίμησή του, αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ.

2- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και εκείνοι που στηρίζουν την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του, αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ.1 και 8 του ίδιου άρθρου, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει στις κοινόχρηστες (εποικιστικές) εκτάσεις του Δημοσίου. Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1) το με αριθμό πρωτ. 2470/18-10-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Τοπογραφίας της Νομαρχίας Έβρου, 2) την με ημερομηνία 4/5-12-1991 έκθεση έρευνας του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Έβρου και 3) το με αριθμό πρωτ. 253/26-2-1993 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Έβρου. Επίσης, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη το με αριθμό 46/10-1-2002 έγγραφο της Διευθύνσεως Τοπογραφίας της Νομαρχίας Έβρου, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις ίδιες ως άνω προτάσεις προς απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και αυτό γιατί το Εφετείο δεν κάνει καμία απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων, δεδομένου ότι, υπό το εκτιθέμενο ειδικότερα, στο αναιρετήριο, περιεχόμενό τους μπορούσαν αυτά να ενισχύσουν τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων. Είναι συνεπώς βάσιμοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης.

3.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 194/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<webtop:message key=

Saturday, 23 August 2014 09:49

Πράγμα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966)

Γραφει ο/η Administrator

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 444
Ετος: 2011

Περίληψη

Ιδιοκτησιακό καθεστώς της "αγοράς" Π. Ψυχικού -. Αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966), περιήλθε στη κυριότητα της Κοινότητας και ακολούθως του Δήμου Π. Ψυχικού, εφόσον δεν απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, ουδέποτε, περιήλθε στην ιδιωτική περιουσία του Δήμου και δεν ήταν δεκτικό συναλλαγής, ούτε χρησικτησίας.


Κείμενο Απόφασης

<webtop:message key=Αριθμός 444/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ο ΚΕΚΡΟΨ ΑΕ", που εδρεύει στο Παλαιό Ψυχικό, και εκπροσωπείται νόμιμα,, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της: 1. Φώτιο Κρεμμύδα, 2. Γρηγόριο Λογοθέτη και 3. Σπυρίδωνα-Ιωάννη Κλαδά.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δήμου Παλαιού Ψυχικού, που εδρεύει στο Παλαιό Ψυχικό Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του α) Πλάτωνα Νιάδη και β) Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη, 2. Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Περιβαλλοντικής Προστασίας Ψυχικού", που εδρεύει στο Π. Ψυχικό Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πολυζωγόπουλο και 3. Κωνσταντίνος Πολυζωγόπουλος, δικηγόρος κατοίκου Π. Ψυχικού Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1992 αγωγή του Δήμου Π. Ψυχικού, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5970/1993 του ίδιου Δικαστηρίου και 10.184/1995 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1415/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τις 3867/1998 μη οριστική, 169/2006 οριστική αποφάσεις, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-1-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι τρεις πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι δύο πληρεξούσιοι του πρώτου αναιρεσίβλητου και ο 3ος αναιρεσίβλητος ατομικά και ως πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσίβλητου ζήτησαν την απόρριψή της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 967 του ΑΚ κοινής χρήσεως πράγματα είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αιγιαλοί, τα λιμάνια και οι όχθες τους. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 968, 969 και 970 του ΑΚ, προκύπτει, ότι κοινής χρήσεως είναι τα πράγματα, τα οποία είτε από το νόμο, είτε από τη βούληση του ιδιοκτήτη (όπως με διαθήκη ή δωρεά), έλαβαν τον προορισμό αυτό με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων. Χαρακτηριστικό στοιχείο της κοινής χρήσεως είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσεως εξαρτάται από τον προορισμό που δόθηκε στο πράγμα, την επάρκειά του και τον αριθμό των προσώπων που μετέχουν στην κοινή χρήση, αφού, όσο ευρύτερος είναι ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν σ' αυτή, τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Εκτός από τα ενδεικτικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 967 ΑΚ, κοινόχρηστα, της κατηγορίας των προορισμένων στην εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών, είναι και οι μόνιμοι τόποι ή κτίρια αγορών, η ίδρυση των οποίων αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση των κατοίκων του αντίστοιχου Δήμου ή της Κοινότητας. Αυτά θεωρούνται ως πράγματα εκτός συναλλαγής (άρθρ. 966) και ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν στο Δήμο ή στη Κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει αλλιώς. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδαφ. β, 3 παρ. 2, 7 παρ. 1 και 2, 29, 30 παρ. 1 και 37 παρ. 3 του Ν.Δ. της 17/7/1923 "περί σχεδίων πόλεων κ.λ.π", που, σε θέματα πολεοδομίας, εκφράζει το πνεύμα των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων του 1911 και 1952 και του ισχύοντος Σ/1975, κατά το άρθρο 24 παρ. 2 του οποίου, η πολεοδόμηση ανήκει στη ρυθμιστική αρμοδιότητα του Κράτους, προκύπτουν τα εξής: Η ανέγερση κτιρίων που εξυπηρετούν δημόσιους, δημοτικούς (ή κοινοτικούς) θρησκευτικούς γενικά σκοπούς, και όχι μόνο ανάγκες της συγκεκριμένης πόλης του Δήμου ή της Κοινότητας, δηλαδή γενικά κοινωφελών κτιρίων και εγκαταστάσεων, είναι στενά συνδεδεμένη με το σχέδιο πόλης, γιατί επηρεάζει τη μορφή και την εν γένει οικονομία της πόλης και γενικότερα του οικισμού. Γι' αυτό και η ανέγερση των κτιρίων αυτών επιτρέπεται όχι οπουδήποτε αλλά μόνο στους χώρους, τους οποίους το ίδιο το σχέδιο πόλης, κατά την έγκρισή του, καθορίζει για το σκοπό αυτό (Σ.Τ.Ε. 3177/1984). Ο καθορισμός χώρων - στην έννοια του χώρου (οικοπέδου) για το σκοπό αυτό υπάγεται όχι μόνο ο χώρος που καταλαμβάνεται από το κτίριο, αλλά και ο ακάλυπτος χώρος που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα για την ομαλή λειτουργία του κτιρίου - για την ανέγερση των κοινωφελών κτιρίων πρέπει να γίνεται με πολεοδομικά κριτήρια, αλλά και με κριτήρια που ανάγονται στην εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού (Σ.Τ.Ε. 2549/1987). Ο καθορισμός αυτός, που συνεπάγεται περιορισμό της ιδιοκτησίας επιτρεπτό πρέπει να αιτιολογείται και από την άποψη ανάγκης ανέγερσης του κτιρίου και της καταλληλότητας του που επιλέχτηκε.

Προκειμένης ένταξης σε σχέδιο πόλης μεγάλων ιδιοκτησιών με πρωτοβουλία των ιδιοκτητών ή εκείνων που έχουν αναλάβει την εκμετάλλευση των σχετικών εκτάσεων, η έγκριση του σχεδίου στις περιπτώσεις αυτές συναρτάται με την επιβολή στους ιδιοκτήτες ορισμένων υποχρεώσεων στις οποίες περιλαμβάνεται η δωρεάν παραχώρηση εκτάσεων που καθορίζονται ως χώροι κοινόχρηστοι ή προοριζόμενοι για κοινωφελείς σκοπούς και η εκτέλεση έργων, με τα οποία εξυπηρετούνται οι ανάγκες του οικισμού. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 3, 5, 6 και 8, 12 παρ. 1 και 2 του Ν. Δ. 690/1948 "Περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων", προκύπτει ότι, οι καθοριζόμενοι εις συγκεκριμένο σχέδιο πόλης κοινόχρηστοι χώροι, περιέρχονται στην κοινή χρήση, από την έγκριση του σχεδίου, του κατά το χρόνο της έγκρισης του σχεδίου ιδιοκτήτη των υπό των κοινοχρήστων χώρων καταλαμβανομένων γηπέδων, θεωρουμένου κατ' αμάχητο τεκμήριο παραιτηθέντος της κυριότητας νομής ή κατοχής και παντός δικαιώματος επί τούτων, εφόσον επέσπευσε ή επεδίωξε την έγκριση του σχεδίου, άνευ άλλης διατύπωσης (και μεταγραφής) και ότι οι, έτσι, καθιστάμενοι κοινόχρηστοι χώροι, περιέρχονται, χωρίς αποζημίωση, εις τον κατά νόμο κύριο αυτών, Δημόσιο, Δήμο ή Κοινότητα, ακόμη και αν δεν παραδόθηκαν εις την κοινή χρήση μη επανερχόμενοι στους πρώην ιδιοκτήτες τους και εάν με τροποποίηση του σχεδίου απέβαλαν την ιδιότητα του κοινοχρήστου, καταστάντες οικοδομήσιμοι χώροι ή και τέθηκαν εκτός σχεδίου, εκτός εάν με την τροποποίηση καθίστανται κοινόχρηστοι άλλοι χώροι των ιδιοκτητών και κατά ίσο προς αυτούς εμβαδόν ή οι κατά την έγκριση του σχεδίου ιδιοκτήτες, είχαν με σχετική σύμβαση, επιφυλάξει εις εαυτούς την κυριότητά των επί των χώρων αυτών, σε περίπτωση αποβολής της ιδιότητός των ως κοινοχρήστων ή θέσης αυτών εκτός σχεδίου. Οι διατάξεις δε της παρ. 1 (ν.δ 690/1948) εφαρμόζονται και στην περίπτωση χώρων, οι οποίοι δεν καθορίσθηκαν μεν κοινόχρηστοι εκ του εγκριθέντος σχεδίου, τους οποίους, όμως, οι επισπεύσαντες την έγκριση αυτού εκδήλωσαν είτε με επαγγελία είτε με διαφημιστικούς χάρτες και διαγράμματα ή αγγελίες προς το σκοπό της προσέλευσης αγοραστών και εν γένει κατά οποιονδήποτε τρόπο την πρόθεση αυτών όπως θέσουν τούτους στη χρήση του κοινού (παρ. 3). Με τις ανωτέρω διατάξεις επιδιώκεται να εξασφαλιστεί η εφαρμογή του σχεδίου της ρυμοτομίας χωρίς δαπάνες για τους κοινόχρηστους χώρους και χώρους προοριζόμενους για κτίρια κοινής ωφέλειας, δια της εθελοντικής παραχώρησης των αναγκαίων για το σκοπό αυτό γηπέδων από τους ιδιοκτήτες των 5. Και ο σκοπός δεν εκπληρώνεται μόνον με το "αμάχητον τεκμήριον", ότι οι ιδιοκτήτες των γηπέδων, των καταλαμβανόμενων εκ του σχεδίου ως κοινοχρήστων χώρων, παραιτήθηκαν σιωπηρώς από κάθε δικαίωμά των επ' αυτών, πράγμα το οποίο αναγκαίως συνάγεται από το γεγονός, ότι αυτοί επιδίωξαν την έγκριση ή ζήτησαν την τροποποίηση του σχεδίου, άνευ της εφαρμογής του οποίου δεν θα ηδύναντο να διαιρέσουν τις υπόλοιπες εκτάσεις των σε οικόπεδα οικοδομήσιμα και να διαθέσουν αυτά σε τιμές, στις οποίες περιέλαβαν φυσικά και την αξία των γηπέδων των αφεθέντων σε κοινή χρήση. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τη ρητή, νομότυπη, παραίτησή τους από την κυριότητά τους και από κάθε δικαίωμά τους επί των γηπέδων αυτών (Ολ. ΑΠ 228/1983). Περαιτέρω, κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 5 του προαναφερόμενου άρθρου 1 (ΝΔ 690/1948) η ίδια συνέπεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χώρων αυτών επέρχεται και αν οι ιδιοκτήτες, συμμορφούμενοι προς σχετικό όρο, από τον οποίο είχε εξαρτηθεί η ισχύς του σχεδίου, παραιτήθηκαν μεν από τα δικαιώματά τους με σύμβαση που καταρτίσθηκε και εγκρίθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του από 17/7/1923 ν.δ/τος, στη συνέχεια, όμως, και μέχρι την έναρξη της ισχύος του προαναφερόμενου ν.δ/τος 690/1948, καταρτίστηκε νεότερη σύμβαση, κατά την οποία τα δικαιώματα αυτά περιέρχονται και πάλι στον αρχικό ιδιοκτήτη, χωρίς παραλλήλως να καταργηθεί ο αντίστοιχος κοινόχρηστος χώρος ή χώρος κοινωφελούς κτιρίου με ανάλογη τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου. Διότι όχι μόνο δεν προκύπτει βούληση του νομοθέτη να αναγνωρίσει τέτοιες μεταγενέστερες, μη προβλεπόμενες από το νόμο, συμφωνίες, με τις οποίες οι ιδιοκτήτες απαλλάσσονται από υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει προκειμένου να ενταχθούν τα ακίνητά τους σε σχέδιο πόλης, αλλά αντιθέτως η αναγνώριση αυτή αντιστρατεύεται τον προαναφερόμενο σκοπό του νόμου. Δεδομένου, ότι η καθιέρωση ενός πράγματος ως δημόσιου πράγματος, είναι πράξη δημόσιου δικαίου που δεν μπορεί να μετατραπεί ή ανατραπεί με ιδιωτικές συναλλαγές. Αν το δημόσιο πράγμα είχε καθιερωθεί με διοικητική πράξη, τότε η αποκαθιέρωση μπορεί να γίνει είτε με νόμο είτε με διοικητική πράξη, που εκδίδεται, αν δεν προβλέπεται ειδική διαδικασία, κατ' αρχήν από το ίδιο όργανο, κατά τη διαδικασία εκδόσεως και με τον ίδιο τύπο. Ο αποχαρακτηρισμός γίνεται με την έγκριση ή την τροποποίηση του διατάγματος ρυμοτομίας, γιατί από τότε παύει ο αρχικός προορισμός του κοινοχρήστου. Μόνο η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου δεν συνεπάγεται και κατάργηση του κοινοχρήστου. Η κατάργηση πρέπει να προβλέπεται από το σχέδιο ρυμοτομίας. (ΑΠ 142/1985). Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας παρ. 5 του άρθρου 1 ν.δ/τος 690/1948, στην κυριότητα του αρμόδιου νομικού προσώπου περιέρχονται τα ακίνητα που κατά το ρυμοτομικό σχέδιο προορίζονται για την ανέγερση κτιρίου κοινής ωφέλειας, αδιαφόρως αν έως την έναρξη ισχύος του νομοθετήματος αυτού είχε ήδη ανεγερθεί ή όχι το αντίστοιχο κτίριο. Σχετική διάκριση δεν δικαιολογείται, αφού κατά νόμο το ακίνητο σε κάθε περίπτωση παραμένει οριστικώς στην κυριότητα του νομικού προσώπου, δηλαδή και μετά την ανέγερση του κτιρίου, το οποίο, άλλωστε, λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα του προορίζεται προεχόντως για τη θεραπεία αναγκών των πολιτών και όχι για οικονομική εκμετάλλευση από μέρους του ιδιοκτήτη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς, με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος και νομέας του περιγραφόμενου ακινήτου, ήτοι του οικοδομικού τετραγώνου … του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Παλαιού Ψυχικού, και αναφορικώς με την ένσταση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας περί αποχαρακτηρισμού του επιδίκου από χώρο κοινής ωφέλειας σε χώρο ιδιωτικό, δέχτηκε τα ακόλουθα: Με επίσπευση της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί-Τουριστικαί-Οικοδομικαί και Λατομικαί Επιχειρήσεις Ο ΚΕΚΡΩΨ ΑΕ", ιδιοκτήτριας έκτασης 4.000 περίπου στρεμμάτων κειμένης στη θέση "Ψυχικό" Αθηνών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του από 17-7/16-8-1923 ν.δ/τος, με το από 20-11-1923 Β.Δ/μα (ΦΕΚ 342/24-11-1923 τευχ. Α') εγκρίθηκε, μετά την 3997/1923 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων και την 1079/1923 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων, το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού "Ψυχικού" και εντάχθηκε σ' αυτό η ως άνω εδαφική περιοχή, σύμφωνα με το οποίο το οικοδομικό τετράγωνο 69, συνολικού εμβαδού 7.230 τ.μ, χαρακτηρίστηκε ως χώρος Αγοράς. Ορίστηκε δε στο ίδιο διάταγμα, ότι η έγκριση του σχεδίου γίνεται υπό τον όρο αναλήψεως της επισπευδούσης την έγκριση οικοδομικής εταιρίας Κέκρωψ υποχρεώσεων ως προς την δωρεάν παραχώρηση γηπέδων προοριζομένων για κοινοχρήστους χώρους και άλλους κοινωφελείς σκοπούς, την εκτέλεση γενικής φύσεως έργων εξυπηρετικών του συνοικισμού και "την ανέγερσιν οικοδομών προς τους εις ους η εν λόγω εταιρεία θέλει εκποιήσει οικόπεδα του συνοικισμού, αι οποίαι υποχρεώσεις θέλουσι ορισθή λεπτομερώς δι' ειδικής μεταξύ του Δημοσίου ή του Δήμου Αθηναίων και της εταιρίας συμβάσεως". Ακολούθως, σε εκπλήρωση του όρου αυτού, μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας και του αναιρεσιβλήτου Δήμου Αθηναίων, στην περιφέρεια του οποίου ενέπιπτε τότε ο οικισμός Ψυχικού, υπογράφηκε το ... συμβόλαιο (πράξη) του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Σκούταρη, με το οποίο συμφωνήθηκαν, εκτός των άλλων, τα εξής: "Η εταιρεία δηλώνει ότι ουδεμία απαίτηση αποζημιώσεως από το Δήμο Αθηναίων έχει για τα καταλαμβανόμενα και περιγραφόμενα στο συμβόλαιο αυτό γήπεδα του εγκεκριμένου σχεδίου, στα οποία περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. … οικοδομικό τετράγωνο, προοριζόμενα για κοινή χρήση και κοινή ωφέλεια, ήτοι πλατεία, πρασιά, αγορά, εκκλησία, σχολεία, γυμναστήρια, αστυνομικά ή κοινοτικά καταστήματα, οδούς κ.λ.π., τα οποία βαρύνουν την εταιρεία". Το παραπάνω συμβόλαιο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. 965 αρ. 126), κυρώθηκε με το από 18-11-1924 Π.Δ/γμα (ΦΕΚ 292 Α/20-11-1924), που εκδόθηκε κατ' επίκληση του ίδιου άρθρου 7 του από 17-7/16-8-1923 ν.δ/τος. Έτσι, η μέχρι τότε ιδιοκτήτρια της έκτασης που περιλαμβάνεται στο παραπάνω ρυμοτομικό σχέδιο, αναιρεσίβλητη εταιρεία παραιτήθηκε με τη σύμβαση αυτή από οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης για την κατάληψη από μέρους του Δήμου (Αθηναίων) του ακινήτου, το οποίο καθορίστηκε στο σχέδιο αυτό ως χώρος Αγοράς. Το Δήμο Αθηναίων, στα εκ της συμβάσεως αυτής δικαιώματα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του από 16/8/1923 ν.δ/τος "Περί Ιδρύσεως Ταμείου Κοινοτικών Έργων και Υπηρεσιών του Συνοικισμού Ψυχικού" (ΦΕΚ 280 Α/1926), διαδέχθηκε το Ταμείο αυτό (αυτοτελές Νομικό Πρόσωπο) και το τελευταίο η Κοινότητα Ψυχικού, η οποία ιδρύθηκε με το από 9/10/1929 Π.Δ/γμα (ΦΕΚ 367/17-10-1929 τευχ. Α), με περιφέρεια τον ομώνυμο οικισμό. Με τον προεκτεθέντα τρόπο, δηλαδή με την καθιέρωσή του, δια του αρχικού ρυμοτομικού σχεδίου Ψυχικού που εγκρίθηκε με το από 20-11-1923 β.δ/γμα, ως χώρου κτιρίου κοινής ωφελείας και την, σε εκπλήρωση υποχρέωσης, νομότυπη παραίτηση της ιδιοκτήτριας της υπό ένταξη έκτασης από κάθε απαίτηση αποζημίωσης (ΑΠ 442/2003, Σ.τ.Ε 95/1997), το επίδικο ακίνητο (Ο.Τ. 69) περιήλθε στην κυριότητα της Κοινότητας Ψυχικού, ως διάδοχο του Δήμου Αθηναίων, και εξ αρχής (25/9/1924) κατέστη πράγμα εκτός συναλλαγής (αρθρ. 966 ΑΚ. Πέραν τούτου, η επισπεύδουσα την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου Ψυχικού αναιρεσείουσα εταιρεία, με διαφημιστικούς χάρτες και αγγελίες, προς προσέλκυση αγοραστών, εκδήλωσε την πρόθεσή της να διαθέσει το επίδικο ακίνητο ως χώρο ανέγερσης κοινωφελούς κτιρίου. Και είναι μεν αληθές, ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο του νέου αυτού οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, με τις πράξεις του 224, 229, 244 και 267/1932, οι οποίες εγκρίθηκαν με το από 30/12/1932 π.δ/γμα (ΦΕΚ 449 Α/31-12-1932), αποφάσισε να παραχωρήσει κατά πλήρη κυριότητα στην παραπάνω εταιρεία, προς συμβιβαστική επίλυση υφιστάμενης διένεξης μεταξύ της Κοινότητας και της εταιρίας πλην άλλων, τα χαρακτηριζόμενα κατά το ρυμοτομικό σχέδιο ως χώρος αγοράς ακίνητα, δηλαδή εκείνα που είχαν προηγουμένως παραχωρηθεί από την εταιρεία στο δικαιοπάροχο της εν λόγω Κοινότητας Δήμο Αθηναίων. Ακολούθησε το από 3/4/1933 Π.Δ/μα (ΦΕΚ 85Α/1933), με το οποίο εγκρίθηκε αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου Ψυχικού, συνισταμένη, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, σε διάσπαση του προαναφερόμενου οικοδομικού τετραγώνου σε δύο τμήματα, διαχωριζόμενα από οδό, αριθμούμενα ως οικοδομικά τετράγωνα 2 και 2α (ή 69 και 69α) και χαρακτηριζόμενα "ως οικόπεδα προορισμένα δι' αγοράν τροφίμων", ορίσθηκε στο ίδιο διάταγμα, ότι η ισχύς του "άρχεται από της νομίμου κυρώσεως της μεταξύ της Κοινότητας Ψυχικού και εταιρείας Κέκρωψ οριστικής συμβάσεως, ης το περιεχόμενο ενεκρίθη υπό του οικείου Κοινοτικού Συμβουλίου δια των ως άνω πράξεών του". Τέλος, με το 4591/1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Κομπλή, καταρτίσθηκε σύμβαση μεταξύ της Κοινότητας και της εταιρείας, στην οποία αναφέρεται, ότι ακυρώνεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της η προηγούμενη σύμβαση της εταιρείας με τον Δήμο Αθηναίων, ότι αναγνωρίζεται η κυριότητα της εταιρείας επί ορισμένων εκτάσεων, οι οποίες με βάση την προηγούμενη αυτή σύμβαση είχαν παραχωρηθεί από την ίδια εταιρεία χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης και στις οποίες περιλαμβάνεται το παραπάνω οικοδομικό τετράγωνο 69 και τμήμα του οικοδομικού τετραγώνου 69α και ότι οι εκτάσεις αυτές "αι οποίαι κοινόχρηστοι ούσαι κατά το αρχικό σχέδιο ρυμοτομίας και την υπ' αριθμ. 21829 σύμβασιν έπαυσαν και παύουσι κατά το συνημμένο σχέδιον και την παρούσα σύμβασιν ούσαι τοιαύται και κατέστησαν και καθίστανται χώροι οικοδομήσιμοι, της Κοινότητος αποξενουμένης παντός επ' αυτών δικαιώματος .....". Η νεότερη δε αυτή σύμβαση εγκρίθηκε με το από 12-3-1934 Π.Δ που εκδόθηκε κατ' επίκληση του άρθρου 7 παρ. 2 του από 17/7/16-8-1923 Π.Δ/τος. Όμως η σύμβαση αυτή (4591/1933) και το εγκριτικό της Π.Δ/μα δεν επέφεραν αποχαρακτηρισμό του επίδικου χώρου, ρητώς ή σιωπηρώς, αφού τα ρυμοτομικά σχέδια και στην περίπτωση επίσπευσης της σχετικής διαδικασίας από τους ενδιαφερομένους ιδιοκτήτες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του προαναφερθέντος Ν.Δ/τος, εγκρίνονται και τροποποιούνται με μονομερή πράξη της πολιτείας και με βάση πολεοδομικά κριτήρια, οι δε ρυμοτομικές διαρρυθμίσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο της συναπτόμενης και εγκρινόμενης με διάταγμα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ίδιου Ν.Δ/τος, σύμβασης, η οποία έχει ως αντικείμενο την ανάληψη από μέρους των ιδιοκτητών των υποχρεώσεων από τις οποίες εξαρτήθηκε η έγκριση του σχεδίου. Επομένως, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας εταιρείας, ότι επήλθε αποχαρακτηρισμός του επιδίκου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο γιατί το επίδικο, χαρακτηριζόμενο στο αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο ως "χώρος αγοράς", με το Δ/μα αυτό (από 3-4-1933) χαρακτηρίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, "ως οικόπεδα (λόγω διάσπασης, κατά τα άνω, του αρχικού ενιαίου ακινήτου σε δύο τμήματα) προοριζόμενα δι' αγοράν τροφίμων", δηλαδή και στα δύο Π.Δ/τα, το επίδικο χαρακτηρίζεται ως χώρος (οικόπεδο) προοριζόμενος για αγορά, ήτοι για ανέγερση επ' αυτού κτιρίου κοινής ωφέλειας (αγοράς). Ως εκ τούτου, δεν μεταβλήθηκε με το τελευταίο Π.Δ ο με το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο ως άνω προορισμός του επιδίκου, επί του οποίου, όπως συνομολογείται, η εναγόμενη-αναιρεσείουσα είχε αναγείρει το έτος 1927 κτίριο αγοράς. Τούτο προσεπιβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι με την επικαλούμενη πιο πάνω αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου δεν προσδιορίστηκε για τον ίδιο σκοπό (ανέγερση αγοράς) άλλος χώρος της αρχικής ιδιοκτήτριας ίσου εμβαδού με το επίδικο. Επομένως, δεν έγινε νομότυπα αποχαρακτηρισμός (αποκαθιέρωση) του επιδίκου ως χώρου προς ανέγερση κτιρίου κοινής ωφέλειας (αγοράς) και τούτο κατελήφθη από τις διατάξεις του Ν.Δ 690/1948, από τότε που ίσχυσε τούτο.

Συνεπώς, το επίδικο, το οποίο ως πράγμα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966), περιήλθε στη κυριότητα της Κοινότητας και ακολούθως του Δήμου Π. Ψυχικού, εφόσον δεν απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, ουδέποτε, περιήλθε στην ιδιωτική περιουσία του ως άνω Δήμου και δεν ήταν δεκτικό συναλλαγής, ούτε χρησικτησίας. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο ως πράγμα εκτός συναλλαγής περιήλθε στην κυριότητα της Κοινότητας και ακολούθως του αναιρεσιβλήτου Δήμου και εφόσον δεν απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, ουδέποτε περιήλθε στην ιδιωτική περιουσία του Δήμου και δεν ήταν δεκτικό συναλλαγής ούτε χρησικτησίας και ότι μετά ταύτα η μεταξύ της Κοινότητας και της εναγόμενης σύμβαση, που έγινε με το 4591/1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Στ. Κομπλή, καθόσον αφορά το επίδικο, ως προς το οποίο ακύρωσε το προηγούμενο 21829/1924 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Σ. και αναγνώρισε την κυριότητα της αναιρεσείουσας σ' αυτό, είναι άκυρη, όπως και το 4591/1933 συμβόλαιο και έτσι τόσο η σύμβαση όσο και το συμβόλαιο θεωρούνται σαν να μην έγιναν, αφού η γενόμενη με το 4591/1933 συμβόλαιο σύμβαση αφορούσε πράγμα εκτός συναλλαγής, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για έγκριση αυτής και το σχετικό από 12-3-1934 προεδρικό διάταγμα δεν είχε κάποιο έννομο αποτέλεσμα. Κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας περί αποχαρακτηρισμού του επιδίκου από χώρο κοινής ωφέλειας σε χώρο ιδιωτικό, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο Δήμο κύριο και νομέα του επίδικου ακινήτου. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966 επ. του ΑΚ, 2 παρ. 1 εδ. β, 3 παρ. 2, 7 παρ. 1 και 2, 29, 30 παρ. 1 και 37 παρ. 3 του Ν.Δ. της 17/7/1923, 1 παρ. 1, 2, 3, 5, 6 και 8, 12 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 690/1948, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του μη αποχαρακτηρισμού του επιδίκου, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, καθόλα τα μέρη αυτών, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237. Από τις τελευταίες διατάξεις προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ. ΑΠ 27/2007). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον ’ρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 1415/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε στο σύνολό της η 10184/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, διότι κρίθηκε ότι η απόφαση αυτή δεν έχει νόμιμη βάση, αφού η αιτιολογία της εμφανίζεται το μεν αντιφατική, το δε ανεπαρκής ως προς την εφαρμογή ή μη των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 7 του Ν.Δ. της 17-7/16-8-1923, άρθρου 1 του Ν.Δ. 690/1948 και του από 3-4-1933 νομοθετικού διατάγματος. Επομένως, εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση του ενάγοντος Δήμου, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεώς του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 62/1990). Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. Έτσι, το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς με την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, δέχτηκε, τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία σε τμήμα του επίδικου ακινήτου το έτος 1927 ανήγειρε κτίριο κεντρικής αγοράς, γνωστό με την ονομασία "...", αποτελούμενο από καταστήματα κυρίως τροφίμων, τα οποία εκμισθώνει η ίδια σε διάφορους επαγγελματίες, εισπράττοντας το αντίστοιχο μίσθωμα. Στο χώρο αυτό διακινούνται και πωλούνται εμπορεύματα, είναι και από όλες τις πλευρές προσπελάσιμος και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής υπήρχε φούρνος, παντοπωλεία, κρεοπωλείο, φαρμακείο, ξυλουργείο και άλλα καταστήματα, τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες των δημοτών του Δήμου Π. Ψυχικού. Δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι παρεμποδίζεται με οποιοδήποτε τρόπο τόσο η προσφορά εμπορευμάτων όσο και η προσέλευση των δημοτών στο χώρο της εν λόγω αγοράς, αλλά αντιθέτως και οι μάρτυρες του αναιρεσιβλήτου καταθέτουν, ότι η εν λόγω αγορά εξυπηρετεί τους δημότες Π. Ψυχικού και στον περιβάλλοντα χώρο αυτής στάθμευαν αυτοκίνητα, έπαιζαν παιδιά και διέρχονταν οι περίοικοι. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία ως επικαρπώτρια του κτιρίου κεντρικής αγοράς, γνωστό με την ονομασία "...", αποτελούμενο από καταστήματα κυρίως τροφίμων, εισέπραττε τα μισθώματα από την εκμίσθωση των καταστημάτων, πλήρωνε δημοτικά τέλη και φόρους, προέβαινε σε επισκευές του κτιρίου, πράξεις οι οποίες ανάγονται στις υποχρεώσεις του επικαρπωτή και δεν οδηγούν στην εύλογη πεποίθηση ότι είναι η αναιρεσείουσα κυρία του επίδικου ακινήτου, το γεγονός δε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προέβαλε επί σειρά ετών δικαιώματα επί του επιδίκου, δεν καθιστά από μόνο του καταχρηστική την άσκηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου Δήμου. Κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο Δήμο κύριο και νομέα του επίδικου ακινήτου. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, που εφάρμοσε. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, καθόλα τα μέρη αυτών, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2058/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι "ο ενάγων δεν προέβαλε επί σειρά ετών δικαιώματα επί του επιδίκου δεν καθιστά από μόνο του καταχρηστική την άσκηση της αγωγής του", δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι η άσκηση της αγωγής είναι καταχρηστική, ήτοι: 1) την ... επιστολή της τότε Κοινότητας Ψυχικού προς την αναιρεσείουσα, 2) επίσης την ... επιστολή της Κοινότητας Ψυχικού προς αυτήν, 3) την ... επιστολή της ως άνω Κοινότητας, καθώς και την από 26-5-1960 επιστολή σε συνδυασμό με την από 27-11-1959 έκθεση του επόπτη εξυγίανσης Ι. Σ., 4) επίσης την από 15-4-1976 επιστολή της ίδιας Κοινότητας, 5) την 3652/27-9-1979 επιστολή του Προέδρου της Κοινότητας Ψυχικού, 6) την από 31-5-1941 επιστολή της Κοινότητας, με την οποία της κοινοποιεί αντίγραφο της ... απόφασης της πρωτοβαθμίου επιτροπής εκδίκασης φορολογικών ενστάσεων, 7) την ... απάντηση της Κοινότητας για τη χορήγηση βεβαιώσεως πασσαλώσεως του … Οικοδομικού Τετραγώνου, 8) την ... απάντηση του Υπουργείου Δημοσίων Έργων προς την Κοινότητα Παλαιού Ψυχικού, 9) την ... επιστολή της Κοινότητας με το συνημμένο 4/1975 Πρακτικό του Κοινοτικού Συμβουλίου, 10) απόσπασμα του ... πρακτικού της συνεδρίασης του κοινοτικού συμβουλίου της Κοινότητας της ..., 11) το ... έγγραφο του ενάγοντος Δήμου προς το Υπουργείο Πολιτισμού, 12) απόσπασμα βεβαιωτικού καταλόγου φόρου ακαλύπτων χώρων του ενάγοντος έτους της 10-6-1985, 13) τις 3789/1980, 1954/1982, 9421/1982 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, 14) την 127/1974 απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής εκδικάσεως φορολογικών διαφορών της Κοινότητας Ψυχικού, 15) την 563/1995 ειδοποίηση του ενάγοντος, με την οποία της επιβάλει τέλος ακίνητης περιουσίας ύψους 226.094 δραχμών για το οικονομικό έτος 1993 για το επίδικο ακίνητο και 16) απόσπασμα πρακτικών της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης αναιρεσείουσας στις 27-5-1926. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από το σύνολο των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Απορρίπτει την από 9-1-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ 0 ΚΕΚΡΩΨ Α.Ε." για αναίρεση της 169/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της 3867/1998 προδικαστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, λόγω της χωριστής υπεράσπισής τους.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Saturday, 23 August 2014 09:48

Αιγιαλός, ως κοινόχρηστο πράγμα

Γραφει ο/η Administrator
Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 45
Ετος: 2014

Περίληψη

Αιγιαλός, ως κοινόχρηστο πράγμα - Αναιρετικός έλεγχος για αντιφατικές διατάξεις -. Ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από την αρμόδια διοικητική επιτροπή, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια ύδατα. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. Ο αιγιαλός είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας, εκτός αν, λόγω προσχώσεων στην ακτή ή υποχώρησης του αιγιαλού στη θάλασσα, απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, γιατί έπαυσε ο για την κοινή χρήση προορισμός του, οπότε εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού (ΟλΑΠ 24/00. Βλ. και ΟλΑΠ 75/87∙ ΑΠ 104/13, 332/10, 897/09, 33, 573/08∙ 255/07). ). Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού ή του διατακτικού. Βλ. και ΑΠ 1259/13.


Κείμενο Απόφασης

<webtop:message key=Αριθμός 45/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Π. Σ. και 2)Ν. Π. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτη Χατζηφώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1479/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 6459/2011 του Εφετείου Αθηνών και 3813/2012 διορθωτική αυτής του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της πρώτης εφετειακής απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/5/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, πέμπτος και έβδομος (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρο 34 παρ.2 του ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξης τους, συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρο 968 ΑΚ). Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας. Μόνος ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης το οποίο στερείται των παραπάνω χαρακτηριστικών, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο, όπως πιο πάνω, από θαλάσσια ύδατα. Έτσι, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. Περαιτέρω, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940 αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου: ν. 93 βασ. Ββ', ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διοικήσεως κτημάτων" της 10/7/1837). Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (βλ. και άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Επομένως, ο παλαιός αιγιαλός, έστω και αν απώλεσε το χαρακτήρα του, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσεως ή διατηρήσεως της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (ολ ΑΠ 24/2000, ΕλλΔνη 42.62). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν ελλείπουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης που δεν εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 24/2000). Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (ολ ΑΠ 24/2000). Ενόψει τούτων, για να μη στερείται νόμιμης βάσης η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με τη οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει ν' αναφέρονται ως παραδοχή του δικαστηρίου που δίκασε, τα περιστατικά που κατά την άνω διάταξη (άρθρο 1 α.ν. 2344/1940) είναι αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής ως αιγιαλού (ΑΠ 255/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 1479/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το τελευταίο, αποδεχόμενο την ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο αποτελεί αιγιαλό, απέρριψε την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των αναιρεσειόντων, μετ' αποδοχή των ακόλουθων πραγματικών περιστατικών:

"Το επίδικο τμήμα εμβαδού 53,70 τμ. που βρίσκεται στη … επί της οδού … αρ…., της περιφέρειας του Δήμου …, όπως αυτό έχει αποτυπωθεί στο από 4/8/1923 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών, αποτελούσε από το έτος 1923 τμήμα ενεργού αιγιαλού, ήτοι τμήμα ξηράς βρεχόμενο από το ύψιστο χειμέριο κύμα, ήταν κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής πράγμα και ανήκε στην κυριότητα το Δημοσίου. Οι διάφορες, όμως, φυσικές γεωλογικές ανακατατάξεις (προσχώσεις κλπ.) αλλά και οι ανθρώπινες επεμβάσεις (επιχωματώσεις, εκτελέσεις έργων στην παραλία) επέφεραν με την πάροδο του χρόνου μεταβολές στην πραγματική κατάσταση αυτού, δηλαδή επέκταση της ξηράς προς τη θάλασσα. Έτσι, κατέστη αναγκαίος ο καθορισμός ορίων παλαιού και νέου αιγιαλού και η δημιουργία ζώνης παραλίας, καθώς αυξανόταν ο πληθυσμός και τα κτήρια στην ως άνω περιοχή. Ο καθορισμός αυτός πραγματοποιήθηκε με την υπ' αριθμόν 716262/12-5-1988 (ΦΕΚ 6/7/1988, τεύχος Δ') απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς "περί καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας στη θέση Γλυφάδα από το Αθλητικό Κέντρο Αγ. Κοσμά μέχρι τα Αστέρια Γλυφάδας". Η ως άνω απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς επικύρωσε την από 23/3/1988 έκθεση της Επιτροπής ορίων αιγιαλού και παραλίας του τότε ισχύοντος άρθρου 2 του α.ν. 2344/1940 και το από Ιουλίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Λ., που θεωρήθηκε στις 1/1/1985 από τη Διεύθυνση Τοπογραφικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και συνοδεύει την έκθεση της ως άνω Επιτροπής. Με την έκθεση αυτή και το διάγραμμα, καθορίστηκε η οριογραμμή του αιγιαλοί) με συνεχή πολυγωνική γραμμή χρώματος ερυθρού, η οριογραμμή της παραλίας παράλληλα προς τη γραμμή του αιγιαλού σε σταθερή απόσταση 10μ. με συνεχή κίτρινη πολυγωνική γραμμή και, τέλος, καθορίστηκε η οριογραμμή του παλιού αιγιαλού σε συνεχή κυανή πολυγωνική γραμμή. Η οριογραμμή του παλιού αιγιαλού (κυανή) τοποθετήθηκε στο σημείο εκείνο, όπως είχε χαραχθεί το έτος 1923, σύμφωνα με το από 4/8/1923 διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών, ήτοι της οριογραμμής του ύψιστου χειμέριου κύματος του έτους 1923. Εντός της ως άνω καθορισθείσης ζώνης του παλιού αιγιαλού βρίσκεται το υπ' αριθμόν ... Δημόσιο Κτήμα που καταχωρήθηκε στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφών της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων, αιγιαλού, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη έκταση, εμβαδού 53,70 τμ. Περαιτέρω, η Κτηματική Υπηρεσία του Πειραιά με το υπ' αριθμόν 3137/2-9-1994 έγγραφο της, το οποίο απέστειλε στο Υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου Αττικής ζήτησε τη μεταγραφή του καθορισμού των ως άνω ορίων του αιγιαλού... Να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι αμφισβητούν τη νομιμότητα των ως άνω διοικητικών πράξεων του Δημοσίου, που εκδόθηκαν σε βάρος τους, μπορούσαν να τις προσβάλουν ως ακυρωτέες ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχουν πράξει. Με βάση τα παραπάνω, το επίδικο ήταν και εξακολουθεί να είναι αιγιαλός, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη στη αρχή αυτής της απόφασης και, συνεπώς, κοινόχρηστο πράγμα που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στο εναγόμενο. Επομένως: α) αφού δεν είναι δεκτικό συναλλαγής, οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του με το υπ' αριθμόν .../6-10-1983 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Σιαράβα, που μεταγράφηκε νόμιμα, αφού ο δικαιοπάροχος πατέρας τους, Π. Σ., δεν ήταν κύριος αυτού. Και τούτο, γιατί δεν είχε νόμιμα αποκτήσει την κυριότητα του από το δικαιοπάροχο του Ι. Ζ. και ο τελευταίος από τους δικούς τους δικαιοπαρόχους με τα αναφερόμενα συμβόλαια και β) αφού το ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, οι πράξεις νομής που επικαλούνται οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους, δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κτήση της κυριότητας αυτού. Η ένταξη του μείζονος ακινήτου των εναγόντων στο ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού ... δεν αναιρεί τα ως άνω γενόμενα δεκτά". Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παραδοχής της ένστασης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου ως τμήματος παλαιού αιγιαλού, αφού αφενός μεν, από αυτές σαφώς προκύπτει ότι έγινε διοικητικός προσδιορισμός του ως άνω παλαιού αιγιαλού από την αρμόδια επιτροπή καθορισμού ορίων που αναφέρθηκα στη μείζονα πρόταση, αφετέρου δε παρατίθενται όλα τα αναγκαία περιστατικά που προέκυψαν από τις μνημονευόμενες αποδείξεις (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, ένορκη βεβαίωση) για το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως τμήματος παλαιού αιγιαλού από το έτος 1923 μέχρι σήμερα και, συνεπώς, προστατευόμενου κτήματος του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου "περί αιγιαλού" και ο περί αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 379/2006). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ1 άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 259/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια από τον αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι αφενός δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ότι "η επίδικη εδαφική έκταση αποτελούσε τμήμα ενεργού αιγιαλού του έτους 1923", χωρίς απόδειξη και χωρίς να εκθέτει, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την κρίση του για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, και, αφετέρου, ότι από κανένα από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Εφετείου (τοπογραφικά διαγράμματα, εκθέσεις μηχανικών) δεν αποδείχθηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το πρώτο μέρος του, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ανεξάρτητα από την ορθότητα του ή μη, ενώ, κατά το δεύτερο μέρος του, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ολ ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 4/8/1923 τοπογραφικού διαγράμματος του Υπουργείου Οικονομικών, γιατί έκρινε ότι η επίδικη εδαφική έκταση εμβαδού 53,70 τμ. έχει αποτυπωθεί σ' αυτό ως τμήμα ενεργού αιγιαλού, με βάση δε την παραδοχή αυτή κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφαση του στο επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα της αποδοχής της ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στην επίδικη έκταση ως τμήματος του αιγιαλού του 1923, το οποίο στη συνέχεια περιλήφθηκε ως τμήμα του αιγιαλού του 1988, ενώ στο πιο πάνω διάγραμμα που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσίβλητο στο Εφετείο και το οποίο δεν φέρει τα απαιτούμενα στοιχεία (όνομα και υπογραφή συντάκτη, τόπο και χρόνο έκδοσης κλπ.) δεν αποτυπώνεται η επίδικη έκταση ούτε και καμία άλλη ιδιοκτησία. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, και δη τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα τοπογραφικά διαγράμματα, οι φωτογραφίες και οι τεχνικές εκθέσεις) και την ένορκη βεβαίωση. Επόμενως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της παραμόρφωσης του περιεχομένου του αναφερόμενου σε αυτόν εγγράφου, αληθώς όμως της εσφαλμένης εκτίμησης του περιεχομένου του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα (άρθρο 340 ΚΠολΔ), έκρινε περισσότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα ή όταν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου. Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνο αν παράγουν πλήρη απόδειξη, τέτοια δε είναι τα δημόσια έγγραφα, κατ' άρθρο 438 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός των άλλων, τα σε αυτά βεβαιούμενα προέρχονται από πρόσωπο που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια. Δεν ελέγχεται, όμως, η in concretο κρίση περί του περιεχομένου των εγγράφων, αφού αυτά εκτιμώνται ελεύθερα, εξαιρουμένης βεβαίως της περίπτωσης παραμόρφωσης του περιεχομένου τους (ΑΠ 259/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, διότι δεν έπρεπε να λάβει υπόψη του για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του αιγιαλού του 1923, το από 4/8/1923 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών και το από Ιουλίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Λ., από τα οποία, όπως διατείνονται, το μεν πρώτο δεν έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του, το δε δεύτερο έχει συνταχθεί από ιδιώτη μηχανικό και όχι από μηχανικό της τεχνικής Υπηρεσίας της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών ή άλλης τεχνικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, άλλως ότι τα πιο πάνω διαγράμματα αποτελούν δικαστικά τεκμήρια και έπρεπε να συνεκτιμηθούν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (αεροφωτογραφίες, τεχνικές εκθέσεις, συμβόλαια, καταθέσεις μαρτύρων και λοιπά έγγραφα) που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε τα πιο πάνω τοπογραφικά διαγράμματα μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (τις καταθέσεις μαρτύρων, την 3492/2007 ένορκη βεβαίωση και τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τοπογραφικά διαγράμματα, φωτογραφίες και τεχνικές εκθέσεις), εκτιμώντας ελεύθερα το περιεχόμενο τους και χωρίς να τους προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των -διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού ή του διατακτικού. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο και με τον έβδομο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους της αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναφερόμενη στο άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα, ότι δέχτηκε αντιφατικά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης του ότι το επίδικο ακίνητο: α) αποτελεί τμήμα τόσο του παλαιού αιγιαλού του έτους 1923 όσο και του αιγιαλού με τη σημερινή του μορφή και β) δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας ως πράγμα εκτός συναλλαγής, επειδή από το έτος 1923 ήταν και εξακολουθεί να είναι αιγιαλός, ενώ συγχρόνως δέχτηκε ότι αυτό βρίσκεται εντός της καθορισθείσης το 1988 ζώνης του παλαιού αιγιαλού, που σημαίνει, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι έπαυσε ν' αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα και δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια, η οποία αναφέρεται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ιδρύει τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδάφ. α' ΚΠολΔ, παρέχεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" με την έννοια της παραπάνω διάταξης αποτελούν, μεταξύ άλλων, και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, αφορώντας αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (αγωγών, ενστάσεων κλπ.). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτονται στο Εφετείο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ, οι αιτιάσεις ότι: α) έλαβε υπόψη του μη προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων "για ένταξη του μείζονος ακινήτου τους στο ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού ...", ο οποίος (ισχυρισμός) ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την ιδιότητα του επιδίκου ως πράγματος εκτός συναλλαγής (αιγιαλού) και β) άλλως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της ότι η ένταξη του ακινήτου των εναγόντων στο ΠΣ …δεν αναιρεί τα ως άνω γενόμενα δεκτά. Ο λόγος αυτός ως προς την πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο πιο πάνω ισχυρισμός, έστω και με διαφορετική (αλλά με το ίδιο νόημα) διατύπωση ως προς το υπαχθέν στην ένταξη του ΡΣ ... ακίνητο, προτάθηκε ως λόγος έφεσης από τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες, παραπονούμενοι κατά της πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ίδιος λόγος ως προς τη δεύτερη αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος υπάρχει, όταν από προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά ή συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την μεταγενέστερη άσκηση του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις. Εξάλλου, όταν η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8β' ΚΠολΔ, και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τη συνδρομή ή μη το)ν γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την έλλειψη αιτιολογιών ή από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Δεν υπάρχει, όμως, η έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 75/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσειοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναφερόμενες στο άρθρο 559 αρ.8 β' και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, και ειδικότερα ότι το Εφετείο: α) απέρριψε την προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσθήκη των προτάσεων τους αντένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, για την απόκρουση της προβληθείσας ένστασης ιδίας κυριότητας του τελευταίου στην επίδικη εδαφική λωρίδα, την οποία (αντένσταση) επανέφεραν με λόγο έφεσης, χωρίς να λάβει υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της, και συγκεκριμένα: "ότι η Διοίκηση με προγενέστερες πράξεις της αναγνώρισε ότι το επίδικο τμήμα όχι μόνο δεν αποτελεί αιγιαλό αλλά βρίσκεται εντός σχεδίου ως δομήσιμη έκταση, καθώς με το από 28/4/1922 ΒΔ "περί εγκρίσεως σχεδίου ρυμοτομίας του συνοικισμού Ευρυάλης εις θέσιν Γλυφάδα" (ΦΕΚ Α' 64/1922) η περιοχή, στην οποία εντάσσεται και το επίδικο ακίνητο εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού ... από το έτος 1922, μάλιστα δε η ρυμοτομική γραμμή είχε προσδιορισθεί στο οικόπεδο τους, επί του υπάρχοντος μανδροτοίχου. Έκτοτε δε παρέμεινε εντός αυτού και με το ΠΔ του έτους 1934 (ΦΕΚ 408Α/22.11.34), το οποίο σημειωτέον αναθεώρησε το ρυμοτομικό σχέδιο το 1922 χωρίς να το τροποποιήσει ως προς το συγκεκριμένο σημείο, όπως θα συνέβαινε, εάν η επίμαχη έκταση ιδιοκτησίας τότε Ι. Ζ. και λοιπών και σήμερα δικής τους βρισκόταν πράγματι εντός ζώνης του αιγιαλού, καθώς είχε ήδη μεσολαβήσει η χάραξη του αιγιαλού το 1923", υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι, εάν το Εφετείο είχε λάβει υπόψη του τα ανωτέρω περιστατικά, προφανώς και θα θεωρούσε ότι αυτά συνιστούν τις αναγκαίες "ειδικές περιστάσεις" που συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου και ότι αυτό, μεταβάλλοντας τη στάση του μετά από τη μακρά αδράνεια του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί υπέρ αυτών (αναιρεσειόντων) και β) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης και ανεπάρκειας αιτιολογιών, ως προς τη διάγνωση ή μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με την αντένσταση των αναιρεσειόντων από το άρθρο 281 ΑΚ δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι μόνη επί μακρό χρονικό διάστημα αδράνεια του εναγομένου δεν καθιστά καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του, εφόσον μάλιστα οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν, ούτε άλλωστε και αποδείχθηκαν, επί πλέον συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η αδράνεια συνοδευόταν από ειδικές περιστάσεις που συνδέονταν με προηγούμενη συμπεριφορά του και ότι αυτό, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα τους επιπτώσεις. Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο απεμπόλησε τα δικαιώματα του στο επίδικο, αφού α) είχε ήδη με πράξεις των οργάνων του καταγράψει, μεταξύ άλλων, και το επίδικο ως κοινόχρηστη έκταση και δη αιγιαλό, όπως προαναφέρεται και β) εξέδωσε κατά του δικαιοπαρόχου και πατέρα των εναγόντων το με αριθμό 9/2002 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και το με αριθμό 18/2002 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα 1997-2001, το οποίο επικυρώθηκε τελεσίδικα με την 5089/2010 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου". Από τις πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο: α) έλαβε υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες ως προς τη συνδρομή των "ειδικών περιστάσεων" που απαιτούνται, μεταξύ άλλων, για τη θεμελίωση της προαναφερθείσας αντένστασης τους, πλην όμως την απέρριψε, διότι έκρινε ότι αυτή δεν ήταν νόμιμη, και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της και β) δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο ένατος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ.8β' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πέραν του ότι προβάλλεται κατ' επίφαση, πλήττοντας ουσιαστικά τις μη δεκτικές αναιρετικού ελέγχου πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το δέκατο λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο απέρριψε τους προβληθέντες ως λόγους έφεσης ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για το ότι : α) το επίδικο βρίσκεται εκτός του αιγιαλού του 1923, β) δεν έγινε ορθή μεταφορά της οριογραμμής του αιγιαλού του 1923 στο διάγραμμα του Λύκου (1985), γ) ολόκληρο το ακίνητο τους μαζί με το επίδικο είχε ενταχθεί στο ΡΣ του συνοικισμού ... χωρίς να λάβει υπόψη του τα παρακάτω κρίσιμα για την απόδειξη των ισχυρισμών αυτών έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν στην έκκλητη δίκη, και ειδικότερα: 1) το ΒΔ του έτους 1922 (ΦΕΚ Α'64/1922) για την έγκριση του ΡΣ του συνοικισμού ..., 2) το ΠΔ του 1934 (ΦΕΚ 408A'/22.11.34), που αναθεώρησε το ΡΣ του 1922, 3) τις ληφθείσες κατά τα έτη 1937 και 1953 αεροφωτογραφίες Ο.Κ.Χ.Ε., 4) την από Ιανουαρίου 2003 τεχνική έκθεση του μηχανικού Σ. Α., 5) την από 17/7/2004 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου αγρονόμου μηχανικού Η. Τ., 6) την από 18/4/2005 τεχνική έκθεση του Η. Τ., 7) την από 28/8/2006 τεχνική έκθεση τοπογραφικών εργασιών του ίδιου μηχανικού, 8) το από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό σχέδιο αποτύπωσης της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, επίσης του ίδιου μηχανικού, 9) την από 5/12/2007 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του ίδιου μηχανικού, 10) το από 2/8/2002 ακριβές απόσπασμα του διαγράμματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, 11) το ΚΤ/14564/131/Φ.130/ΟΙΚ/7.4.189 έγγραφο της Διεύθυνσης κτηματολογίου του ΥΠΕΧΩΔΕ, καθώς και το 1075/13.3.2003 έγγραφο της Υδατογραφικής Υπηρεσίας Π.Ν., που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσίβλητο. Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου ότι σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από την εκτίμηση "όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", ορισμένα των οποίων ενδεικτικώς και μόνον αναφέρονται, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκαν τα πιο πάνω έγγραφα κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/5/2012 αίτηση των Ε. και Ν. Σ. για αναίρεση της 6459/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΡΑΞΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ 31/12/2011 ΦΕΚ 268/Α/ 31.12.2011

Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων εφαρμογής του ν.4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» και των Υπουργείων Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων που αφορούν την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. την παράγραφο 1 του άρθρου 44 του Συντάγματος,

2. την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης για την αντιμετώπιση κατεπειγόντων θεμάτων που ανέδειξε η εφαρμογή του ν.4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» καθώς και όμοιας φύσεως θεμάτων των Υπουργείων Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, τα οποία αφορούν την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015 και ειδικότερα:

α) να προωθηθούν οι άμεσα αναγκαίες τροποποιήσεις στο θεσμικό πλαίσιο του ν.4024/2011 (Α' 226), με σκοπό να αποσαφηνιστούν θέματα που αφορούν την εφαρμογή του,

β) να βελτιωθεί το θεσμικό πλαίσιο εξυγίανσης των δήμων με τη δυνατότητα συμψηφισμού οφειλών τους προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία και να διασφαλιστεί η απρόσκοπη συνέχιση του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι» μέχρι 30.6.2012.

γ) να ρυθμιστούν επείγοντα φορολογικά θέματα καθώς και θέματα του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, που έχουν προκύψει από τη μέχρι σήμερα λειτουργία του και αποσκοπούν στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση του έργου του,

δ) να ρυθμιστούν κατεπείγοντα θέματα αρμοδιότητας των Υπουργείων Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, μεταξύ των οποίων και θέματα εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015,

3. τη σχετική πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων εφαρμογής του ν.4024/2011 και του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης

1. Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 20 του ν.4024/2011 (Α' 226) μετά τις λέξεις «Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» τίθενται οι λέξεις «και των τελωνειακών και φοροελεγκτικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών, ».

2. Στο τέλος του άρθρου 25 του ν. 4024/2011 προστίθενται λέξεις και εδάφιο ως εξής: «, καθώς και τις διατάξεις του ν.3691/2008 (Α' 166), όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του ν. 3932/2011 (Α' 49) για την «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης». Οι υπάλληλοι που αποσπώνται ή μετακινούνται από την υπηρεσία τους στις υπηρεσίες, την αρχή και τα νομικά πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου, συνεχίζουν να λαμβάνουν τις αποδοχές τους από την υπηρεσία από την οποία έχουν αποσπαστεί ή έχουν μετακινηθεί.»

3. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ' ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου.»

4. Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%.»

5. Η παράγραφος 3 του άρθρου 32 του ν.4024/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι αποδοχές των δημοσιογράφων που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στους φορείς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και του άρθρου 31 του νόμου αυτού καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μετά από διαβούλευση με τις οικείες δημοσιογραφικές ενώσεις.

Ως προς τους λοιπούς όρους απασχόλησης ισχύουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας στις οποίες υπάγονται οι δημοσιογράφοι του προηγούμενου εδαφίου.

Σε κάθε περίπτωση οι δημοσιογράφοι της παραγράφου αυτής υπάγονται στο ασφαλιστικό καθεστώς που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου.»

6. Στο τέλος της περίπτωσης γ' της παραγράφου 7 του άρθρου 33 του ν.4024/2011 προστίθενται οι λέξεις «καθώς και, μέχρι την 31η Μαρτίου 2012, οι υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπηρετούν στο εξωτερικό.»

7. Στο τέλος της περίπτωσης ζ' της παραγράφου 7 του άρθρου 33 του ν. 4024/2011 , μετά τη λέξη «Διεύθυνσης» προστίθεται λέξεις ως εξής:

« συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ζήτησαν την παραμονή τους στην υπηρεσία δυνάμει των διατάξεων που καταργήθηκαν, έχει δε εκδοθεί η σχετική διαπιστωτική πράξη μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.»

8. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 66 του ν. 4002/2011 (Α' 180), προστίθεται από τότε που ίσχυσε ο ν. 4002/2011, εδάφιο ως εξής:

«Αν μεταφέρονται αρμοδιότητες σε Υπουργείο ή ν.π.δ.δ., με την απόφαση της προηγουμένης παραγράφου, για την έκδοση της οποίας συμπράττει εν προκειμένω και ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, καθορίζονται ή συνιστώνται οι οργανικές μονάδες επιπέδου Διεύθυνσης ή Τμήματος, οι οποίες ασκούν τις αρμοδιότητες αυτές και μπορεί να ορίζονται οι οργανικές θέσεις προσωπικού με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου οι οποίες μεταφέρονται, μαζί με το προσωπικό που υπηρετεί σε αυτές, στην οργανική μονάδα που ασκεί εφεξής τις αρμοδιότητες που μεταφέρονται.»

9. α. Το «Παρατηρητήριο για την Ψηφιακή Ελλάδα» συγχωνεύεται στην «Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε», αντί της συγχώνευσής του στην «Ελληνική Στατιστική Αρχή», που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 61 του ν.4002/2011. Η αναφορά στον τίτλο και στις διατάξεις του άρθρου 61 του ν.4002/2011 της φράσης «Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.)» ή «ΕΛ.ΣΤΑΤ.», αντικαθίσταται από τη φράση «Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε».

β. Από την έναρξη ισχύος του ν. 4002/2011 η Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε, καθίσταται καθολικός διάδοχος όλων των υποχρεώσεων και απαιτήσεων του Παρατηρητηρίου για την Ψηφιακή Ελλάδα.

γ. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 61 του ν.4002/2011.

10. Στη διάταξη της παραγράφου 7, υποπαράγραφος β του άρθρου 37 του ν.3986/2011 (Α' 152) , όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 34 του ν. 4024/2011 προστίθεται περίπτωση υπό στοιχείο εε) ως εξής:

«εε) με (α) την ειδικότητα i) οδηγού και ii) τεχνίτη στην ανώνυμη εταιρία «ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ» (Ο.ΣΥ.),

i) ηλεκτροδηγού, ii) σταθμάρχη, iii) τεχνίτη και iv) αρχιτεχνίτη στην ανώνυμη εταιρία «ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.» (ΣΤΑ.ΣΥ), και (β) των κλάδων i) σταθμαρχών,

ii) προσωπικού ελιγμών και iii) προσωπικού συντήρησης γραμμής στην ανώνυμη εταιρία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» (Ο.Σ.Ε.) και μηχανοδηγών στην ανώνυμη εταιρία «ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.» (ΤΡΑΙΝΟΣΕ).

Η διάταξη αυτή ισχύει για τους εργαζόμενους στις ανωτέρω Α.Ε., υπό την προϋπόθεση ότι κατά την 1.1.2012 παρέχουν την εργασία τους με τις ανωτέρω ειδικότητες και στο αντικείμενο του κλάδου στον οποίο ανήκουν, που διαπιστώνεται με απόφαση του οικείου διοικητικού συμβουλίου».

11. Εξαιρούνται από την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 7 του άρθρου 34 του ν.4024/2011, ως ισχύει, και παραμένουν στην υπηρεσία είκοσι (20) εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατηγοριών ΥΕ και ΔΕ, οι οποίοι μεταφέρθηκαν από το συγχωνευθέν δια της Υ.Α. 25200/2011 (ΦΕΚ Β 2612/8-11-2011) Ινστιτούτο Γεωλογικών Μελετών στο Εθνικό Κέντρο Βιώσιμης και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΚΒΑΑ), και ειδικότερα δύο (2) εργαζόμενοι ειδικότητας εργοδηγών χημικών, ένας (1) εργαζόμενος ειδικότητας βοηθού χημικού, τέσσερις (4) εργαζόμενοι ειδικότητας παρασκευαστών, δύο (2) εργαζόμενοι ειδικότητας εργοδηγών μεταλλείων, ένας (1) εργαζόμενος ειδικότητας οδηγού Γ, δύο (2) εργαζόμενοι ειδικότητας εργατών γεωτρύπανων, ένας (1) εργαζόμενος ειδικότητας μηχανοτεχνίτη, τέσσερις (4) εργαζόμενοι ειδικότητας διοικητικών-οικονομικών, ένας (1) εργαζόμενος ειδικότητας σχεδιαστή, ένας (1) εργαζόμενος ειδικότητας ηλεκτρολόγου εργοδηγού και ένας (1) εργαζόμενος ειδικότητας τεχνικού ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Ο αριθμός των παραπάνω εργαζομένων ανά κατηγορία ΥΕ και ΔΕ καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΚΒΑΑ. Με την ίδια απόφαση το Διοικητικό Συμβούλιο επιλέγει, για να παραμείνουν στην υπηρεσία, όσους έχουν την πιο μακρά προϋπηρεσία στις παραπάνω ειδικότητες.

Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου εκδίδεται μέχρι τις 20.1.2012, διαφορετικά παύει να ισχύει η παραπάνω εξαίρεση.

12. Δαπάνες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και πληροφορικής, οι οποίες πιστοποιείται από την Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε. ότι έχουν παρασχεθεί στους οικείους φορείς από την 1η Ιανουαρίου 2010 μέχρι τη συμπλήρωση χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας πράξης σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι της υπ' αριθ. ΥΑΠ/Φ. 19. 6/Γ/61/394/2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β' 1566), θεωρούνται νόμιμες υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Οι πάροχοι των υπηρεσιών να αποδεχτούν εκπτώσεις επί του συμβατικού ανταλλάγματος του έτους 2009 ως εξής: Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 30.6.2010 τις εκπτώσεις που αναφέρονται στα υπ' αριθ. 453 και 454/3.2.2011 πρακτικά γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και για το χρονικό διάστημα από 1.7.2010 μέχρι τη συμπλήρωση έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας πράξης την τελική μέση έκπτωση, η οποία θα συμφωνηθεί στο πλαίσιο της εξώδικης επίλυσης των διαφορών μεταξύ του Δημοσίου και των παρόχων υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. ζ του ν. 3086/2002 (Α' 324) και η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπολείπεται ανά πάροχο υπηρεσιών της τελικής μέσης έκπτωσης που αναφέρεται στα ανωτέρω πρακτικά γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σε σχέση με το αντίστοιχο συμβατικό αντάλλαγμα του έτους 2009.

β) Οι πάροχοι υπηρεσιών να αποδεχτούν πρακτικά γνωμοδοτήσεως που θα εκδοθούν από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους κατά την άνω διαδικασία του άρθρου 2 παρ. ζ του ν. 3086/2002 και παραιτηθούν από οποιαδήποτε άλλη αξίωση (συμπεριλαμβανομένων τόκων υπερημερίας και εξόδων), δικόγραφο και δικαίωμα.

Εξουσιοδοτείται ο Υφυπουργός αρμόδιος για την Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε. να προβεί σε κάθε ενέργεια που απαιτείται για την υλοποίηση των ανωτέρω και την καταβολή των σχετικών δαπανών στους παρόχους υπηρεσιών και να υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο, εντολή ή απόφαση, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων για τη μεταφορά, διάθεση, αύξηση και δέσμευση πιστώσεων, καθώς και των πράξεων έγκρισης δαπανών και έκδοσης των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων.

13. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 193 του ν.4001/2011 (Α' 179), μετά τις λέξεις «του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής», τίθενται οι λέξεις «ή του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.»

Άρθρο 2

Ρυθμίσεις επειγόντων θεμάτων Υπουργείου Εσωτερικών

1. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, οφειλές δήμων στο Ελληνικό Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, μετά των κάθε είδους προστίμων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής τους, συμψηφίζονται με τα συνολικά προβλεπόμενα στο άρθρο 27 του ν.3756/2009 (Α' 53) έσοδα εκάστου, κατόπιν συγκέντρωσης στοιχείων βεβαιωτικών, ως προς το ύψος και το είδος των οφειλών κάθε δήμου, με μέριμνα της Διεύθυνσης Οικονομικών ΟΤΑ του Υπουργείου Εσωτερικών.

Κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας, οφειλές ύψους μικρότερου ή ίσου των ανωτέρω συνολικών εσόδων, συμψηφίζονται στο σύνολό τους και δεν υπόκεινται σε πρόστιμα ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για χρονική περίοδο μεταγενέστερη της θέσης σε ισχύ του παρόντος νόμου. Το τμήμα των εσόδων που απομένει, ανεξαρτήτως του χρόνου που πρέπει να αποδοθεί στους δήμους, μπορεί να συμψηφίζεται και στο μέλλον με παρόμοιες οφειλές τους. Οφειλές που υπερβαίνουν το ύψος των εσόδων, συμψηφίζονται με αυτά στο σύνολό τους και το τμήμα των οφειλών που συμψηφίζεται δεν υπόκειται σε πρόστιμα ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.

Στις ανωτέρω οφειλές συμπεριλαμβάνονται και όσες έχουν υπαχθεί σε ρυθμίσεις τμηματικής καταβολής, μετά των προβλεπόμενων ευεργετημάτων και απαλλαγών, καθώς και οφειλές των δήμων που προέρχονται από τα νομικά τους πρόσωπα, δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου. Μπορεί επίσης να συμψηφιστούν οφειλές για τις οποίες εκκρεμεί προσφυγή ή έφεση στα αρμόδια δικαστήρια, ή δεν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησής τους, κατόπιν προηγούμενης έγγραφης παραίτησης των ενδιαφερομένων από το ένδικο βοήθημα ή από το δικαίωμα άσκησης αυτού. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να καθορίζονται επιπλέον στοιχεία ως προς τη διαδικασία του συμψηφισμού των οφειλών, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, των δήμων και των ασφαλιστικών ταμείων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

2. Δήμοι και περιφέρειες, που έχουν προβεί, έπειτα από απόφαση του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου τους, σε διακανονισμό των ληξιπροθέσμων οφειλών τους προς ιδιώτες, εγγράφουν στον ετήσιο προϋπολογισμό τους, μόνο το μέρος της διακανονισθείσας οφειλής που αντιστοιχεί στο έτος που αναφέρεται ο προϋπολογισμός και όχι το σύνολό της.

3. Το άρθρο 275 του ν.3852/2010 τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι δαπάνες των δήμων, των περιφερειών, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των κοινωφελών επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων ύδρευσης αποχέτευσης και των δημοτικών ανωνύμων εταιρειών του άρθρου 266 του Κ.Δ.Κ. ανεξαρτήτως πληθυσμού, εξαιρουμένων των σχολικών επιτροπών, υπάγονται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις 1 έως 3 του άρθρου 169 του Κ.Δ.Κ.»

4. H διάρκεια του Προγράμματος «Θησέας» παρατείνεται ως την 31 Δεκεμβρίου 2012.

5. Η περίπτωση ε) της παραγράφου 6 του άρθρου 12 του ν. 4018/2011 (Α' 215) καταργείται. Η οριζόμενη στην παράγραφο 6 του άρθρου 267 του ν.3852/2010 προθεσμία παρατείνεται ως την 30.9.2012. Η ίδια προθεσμία ισχύει και για τις περιφέρειες.

6. α. Το πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι» που, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, υλοποιείται με την Πράξη «Εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής μέσω παροχής κατ' οίκον υπηρεσιών φροντίδας σε εξαρτώμενα μέλη των οικογενειών ανέργων και αναγνωρισμένα επαπειλούμενων με ανεργία εργαζομένων που ωφελούνται από ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης» στο πλαίσιο του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς για την Προγραμματική περίοδο 2007-2013» σύμφωνα με την υπ' αριθ. 1.605/οικ.3.85/14.1.2011 (Β' 17) κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης-Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, συνεχίζεται έως την 30.6.2012.

β. Για τη συνέχιση του προγράμματος παρατείνονται οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του προσωπικού των ΟΤΑ και νομικών τους προσώπων, που απασχολούνται στην υλοποίηση της παραπάνω Πράξης έως την 30.6.2012. Οι παραπάνω συμβάσεις σε καμία περίπτωση δεν μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, κατά τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 21 του ν.2190/1994.

γ. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μπορεί να διατίθεται, από τους πόρους του άρθρου 259 του ν.3852/2010 (Α' 87), ποσό μέχρι τριανταπέντε εκατομμύρια ευρώ ετησίως, με σκοπό τη χρηματοδότηση του προγράμματος της υποπαραγράφου α της παρούσης παραγράφου ή άλλων πρωτοβουλιών για την παροχή υπηρεσιών κατ' οίκον φροντίδας.

7. Οι συμβάσεις που έχουν συνάψει οι περιφέρειες για την μεταφορά των μαθητών και παρατάθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 70 του ν.4002/2011 (Α' 180) παρατείνονται έως την 28η Φεβρουαρίου 2012.

Άρθρο 3

Ρυθμίσεις θεμάτων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων και του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου

1. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 9 του ν.δ. 356/1974 (Α' 90, ΚΕΔΕ), όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 9 του άρθρου 18 του ν.4002/2011 αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής:

«Με όμοια απόφαση καθορίζεται η ειδική διαδικασία ανάθεσης η οποία εφαρμόζεται κατ' αποκλειστικότητα στις αναθέσεις αυτές, ο τρόπος της αμοιβής του αναδόχου , που μπορεί να συνδέεται κα με το τελικό αποτέλεσμα της έρευνας ή της είσπραξης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.»

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του ν. 3943/2011 (Α'66) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 2579/1998 (Α' 31) και της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του ν. 2703/1999 (Α' 72) εξακολουθούν να εφαρμόζονται για μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών (Χ.Α.) ή σε αλλοδαπό χρηματιστήριο ή σε άλλο διεθνώς αναγνωρισμένο χρηματιστηριακό θεσμό, κατά περίπτωση, οι οποίες έχουν αποκτηθεί μέχρι και την 31η Μαρτίου 2012. Για τις πιο πάνω μετοχές που αποκτώνται από την 1η Απριλίου 2012 και μετά έχουν εφαρμογή αποκλειστικά οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 38 του Κ.Φ.Ε.».

3. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) που κυρώθηκε με το ν. 2238/1994 (Α' 151) αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Τα κέρδη τα οποία αποκτούν φυσικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α.. σε τιμή ανώτερη της τιμής απόκτησής τους, φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις, όταν οι μετοχές αυτές αποκτώνται με οποιονδήποτε τρόπο από 1η Απριλίου 2012 και μετά».

4. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 38 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Τα κέρδη από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α. σε τιμή ανώτερη της τιμής απόκτησής τους, που αποκτούν επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής με βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις, όταν οι μετοχές αυτές αποκτώνται με οποιονδήποτε τρόπο από την 1η Απριλίου 2012 και μετά».

5. Η παράγραφος 5 του άρθρου 16 του ν. 3943/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 38 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος εξακολουθούν να εφαρμόζονται για μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών ή σε αλλοδαπό χρηματιστήριο και οι οποίες έχουν αποκτηθεί μέχρι και την 31η Μαρτίου 2012.»

6. Η προθεσμία που παρέχεται με τις διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 4002/2011 (Α' 180) παρατείνεται έως τις 30 Δεκεμβρίου 2011.

7. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 48 του ν. 3842/2010 (Α' 58) προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Όταν ο πωλητής είναι φυσικό πρόσωπο το πιστοποιητικό της παραγράφου 1 απαιτείται για συμβολαιογραφικά έγγραφα που καταρτίζονται μετά την 1η Ιανουαρίου 2013.»

8. Η προθεσμία που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 και 2 του άρθρου 10 του ν.2579/1998 (Α' 31), όπως αυτή ισχύει σήμερα, παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2012 για τις περιπτώσεις γ', δ' και ε' της παραγράφου 1 και γ' και δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ν.2579/1998.

9. Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 12 του άρθρου πέμπτου του ν.3845/2010 (Α' 65), όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 4 του ν.3899/2010 (Α' 212), αντί της ημερομηνίας «1.1.2012» τίθεται η ημερομηνία «1.1.2013».

10. Εγκρίνεται η ανάθεση, από 24.7.2011, διεθνών νομικών υποστηρικτικών υπηρεσιών από το δικηγορικό γραφείο «Cleary Gottlieb Steen and Hamilton LLP» και υπηρεσιών χρηματοοικονομικού συμβούλου από την εταιρεία «Lazard Freres SAS», προς τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. και το Ελληνικό Δημόσιο, όπως οι υπηρεσίες αυτές εξειδικεύονται στην υπ' αριθ.2/71421/0023/31.10.2011 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β' 2454) και με δαπάνη, όπως αυτή έχει εγκριθεί με την ίδια ως άνω απόφαση.

Ομοίως εγκρίνεται η ανάθεση, από 1.1.2012, υπηρεσιών Αντιπροσώπων Ολοκλήρωσης Συναλλαγής (Closing Agents) από τις Τράπεζες «Deutsche Bank AG» και «Hongkong and Shanghai Banking Corporation (HSBC)», προς τον ΟΔΔΗΧ και το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Δ.ΔΗ. Χ., που περιλαμβάνεται στο υπ' αριθ. 190/22.12.2011 πρακτικό συνεδριάσεώς του και με δαπάνη, όπως αυτή έχει εγκριθεί στο ως άνω πρακτικό. Στις ως άνω νομικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες περιλαμβάνεται, εκτός από τη νομική και τεχνική υποστήριξη για την πραγματοποίηση των από 21.7.2011 αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής για το Ευρώ, και η νομική και τεχνική υποστήριξη του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Δ.ΔΗ.Χ. επί κάθε θέματος σχετικού με την πραγματοποίηση των κατά την 26η Οκτωβρίου 2011 αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής για το Ευρώ, που αφορούν στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής της Ελλάδος, καθώς και κάθε τυχόν μεταγενέστερης σχετικής αποφάσεως.

11. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του ν.3986/2011 (Α' 152) προστίθεται, από τότε που ίσχυσε ο ν.3986/2011, τελευταίο εδάφιο ως εξής:

«Σε κάθε περίπτωση, αν η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος έχει εκδοθεί από την Ειδική Γραμματεία Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, μπορεί μετά από αίτημα του Ταμείου, οι σχετικές διαδικασίες να συνεχίζονται και η σύμβαση να υπογράφεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3049/2002, από την Δ.Ε.Α.Α. για λογαριασμό του Ταμείου, το οποίο από την υπογραφή της συμβάσεως αποκτά αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τα δικαιώματα και υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις αυτής.»

Άρθρο 4

Ρυθμίσεις επειγόντων θεμάτων Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής

1. α. Η προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών, που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 24 του ν. 4014/2011 (Α' 209), παρατείνεται μέχρι την 28.2.2012.

β. Η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης του ενιαίου ειδικού προστίμου του άρθρου 24 του ν. 4014/2011 για όλες τις υποβαλλόμενες μέχρι 31.12.2011 αιτήσεις παρατείνεται μέχρι τις 31.1.2012.

γ. Η προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης του ενιαίου ειδικού προστίμου του άρθρου 24 του ν. 4014/2011 για όλες τις υποβαλλόμενες μετά τις 31.12.2011 αιτήσεις είναι ένας μήνας από την υποβολή τους. Για τις υποβαλλόμενες, από 1.12.2011 μέχρι 28.2.2012, αιτήσεις η προθεσμία του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 24 του ίδιου ως άνω νόμου παρατείνεται μέχρι την 30.5.2012.

δ. Δικαιολογητικά, που έχουν υποβληθεί μετά τις 30.11.2011 και μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος θεωρούνται νομίμως υποβληθέντα.

2. α. Η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 3899/2010, όπως τροποποιείται με την παράγραφο β' της παρούσης παραγράφου και της παραγράφου 5 του άρθρου 30 του ν.3943/2011 παρατείνεται μέχρι το τέλος του 2012.

β. Το στοιχείο (ε) της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 3899/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«ε) Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται μετά από δέκα (10) ημέρες από την έκδοση της απόφασης της προηγούμενης περίπτωσης και για αυτοκίνητα που θα αποσυρθούν μέχρι 20.12.2012. »

γ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 20 του ν.4001/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3899/ 2010 και της παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 3943/2011, εφαρμόζονται για αυτοκίνητα που θα τελωνισθούν και θα καταβάλουν τις οφειλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις μέχρι και 31.12.2012.»

3. Τα άρθρα 67 παράγραφος 4 και 97 παράγραφος 5 του ν. 4001/2011 (Α' 179), όπως ισχύουν, καταργούνται.

Άρθρο 5

Ρυθμίσεις επειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων

1. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 12 του άρθρου 16 του ν. 3848/2010, η χρονολογία «2011» αντικαθίσταται από τη χρονολογία «2012».

2. Η θητεία των διορισμένων μελών των Περιφερειακών Υπηρεσιακών Συμβουλίων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Π.Υ.Σ.Π.Ε.) και των Περιφερειακών Υπηρεσιακών Συμβουλίων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Π.Υ.Σ.Δ.Ε.) που έχουν συγκροτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 8, 9, 10, 11 και 12 του άρθρου 47 του ν. 3848/2010 (Α' 71) παρατείνεται μέχρι την 31.12.2012.

3. α. Στο άρθρο 33 του ν. 3966/2011 (Α' 118) επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

αα) Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, η φράση «Από 31.12.2011» αντικαθίσταται ως εξής:

«Την 31.3.2012».

ββ) Στην αρχή του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 προστίθεται η φράση «Από την 1.1.2012».Ύστερα από τα δύο πρώτα εδάφια της ίδιας παραγράφου προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται χωρίς γνώμη των υπηρεσιακών συμβουλίων κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, το μεταφερόμενο προσωπικό μπορεί να αποσπάται στον Ο.Ε.Δ.Β. έως την κατάργηση του Οργανισμού.»

γγ) Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη μεταφορά σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 έως τη δημοσίευση της απόφασης οριστικής μεταφοράς και την πράξη ανάληψης υπηρεσίας του προσωπικού που τακτοποιείται με τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου, θεωρείται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του προσωπικού αυτού στον φορέα στον οποίο μεταφέρεται.»

δδ) Στο τέλος της παραγράφου 7 προστίθενται τα ακόλουθα:

«, με εξαίρεση το προσωπικό το οποίο αποσπάται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3, το οποίο ύστερα από την κατάργηση του Ο.Ε.Δ.Β. και έως την οριστική μεταφορά του υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.»

εε) Στην παράγραφο 16, η χρονολογία «2011» αντικαθίσταται από τη χρονολογία «2012».

β. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 61 του ν. 3966/2011, η ημερομηνία «31.12.2011» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31.3.2012».

3. Η αναστολή ισχύος των διατάξεων του ν. 3653/2008 (Α' 49) παρατείνεται από τη λήξη της κατά την 31.12.2011, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26 παρ. 3 του ν. 3879/2010, (Α' 21), έως την 31.12.2013.

4. Οι εκπαιδευτικοί, που κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4024/2011 (Α' 226) πληρούσαν τις προϋποθέσεις επιλογής σε θέση στελέχους της εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Β' Κεφαλαίου του ν. 3848/2010, διατηρούν το δικαίωμα υποβολής αίτησης υποψηφιότητας για την πλήρωση των θέσεων αυτών, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του ν. 4024/2011, ανεξάρτητα από το βαθμό στον οποίον κατατάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ίδιου νόμου.

Άρθρο 6

Έναρξη Ισχύος

Η ισχύς της παρούσας, η οποία θα κυρωθεί νομοθετικά κατά το άρθρο 44 παράγραφος 1 του Συντάγματος, αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Page 2 of 6