Κυρ 9 Απρ 2017 06:59:25 μμ

ΑΠ 310/2011

Ευκαιριακά απασχολούμενο προσωπικό ΟΠΑΠ - Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου -.

Αναγνωρίζεται ότι οι ένδικες συμβάσεις εργαζομένων στον ΟΠΑΠ συνάπτονται καταχρηστικά και με σκοπό την καταστρατήγηση των σχετικών διατάξεων ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (μιας ημέρας), ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου καθώς πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. Βάσιμος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που είχε απορρίψει τη σχετική αγωγή των εργαζομένων ως μη νόμιμη.

ΦΕΚ 182/Α/ 14.10.2010

ΝΟΜΟΣ 3889

Χρηματοδότηση Περιβαλλοντικών Παρεμβάσεων, Πράσινο Ταμείο, Κύρωση Δασικών Χαρτών και άλλες διατάξεις.


Saturday, 12 March 2011 16:23

ΦΕΚ 1615/Β/6.10.2010

Γραφει ο/η Administrator

ΦΕΚ 1615/Β/6.10.2010

ΥΑ 116889/Δ2

Καθορισμός ως προσόντος διορισμού πτυχίου ομοταγούς ιδρύματος της αλλοδαπής, το οποίο παρέχει δικαίωμα στον κάτοχό του να διδάξει στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση μαθήματα της ειδικότητάς του.


ΕιρΠειρ 21/2009

Εννοια υπογραφής ως τυπικού στοιχείου της έγκυρης επιταγής - Διάκριση υπογραφής από μονογραφή -.

Προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής είναι η χρηματική απαίτηση του αιτούντος να αποδεικνύεται εγγράφως. Δεν υπάρχει έγγραφη απόδειξη, όταν από το έγγραφο δεν προκύπτει ονομαστικά ο υπόχρεος. Επιταγή η οποία δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη, αλλά τη μονογραφή του, από την οποία ουδόλως προκύπτει η ταυτότητά του, είναι άκυρη ελλείψει τυπικού στοιχείου. Ακυρη και η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε βάσει της ως άνω άκυρης επιταγής.

ΑΠ 1618/2010

Οριζόντια ιδιοκτησία - Πυλωτή - Χώροι στάθμευσης -.

Η πυλωτή μπορεί να μην καταλαμβάνει ολόκληρο το ισόγειο του κτιρίου, αλλά το 50% αυτού τουλάχιστον. Το υπόλοιπο τμήμα και μέχρι το 50% μπορεί να είναι περίκλειστο πανταχόθεν, οπότε δεν περιλαμβάνεται στην πυλωτή και δεν είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος. Ο χώρος της πυλωτής δεν προσμετράται στο συντελεστή δόμησης, ενώ ο περίκλειστος προσμετράται εκτός αν αποτελεί χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων. Το περίκλειστο μέρος του ισογείου μπορεί να αποτελεί αυτοτελή διαιρεμένη ιδιοκτησία ή να ανήκει ως παρακολούθημα σε τέτοια. Η επίδικη θέση σταθμεύσεως που ανήκει στον αναιρεσίβλητο, εφόσον είναι περίκλειστη σύμφωνα με την οικοδομική άδεια και εφόσον ο ελεύθερος ημιυπαίθριος χώρος καταλαμβάνει τουλάχιστον το 50%, δεν είναι κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος. Απορρίπτει αναίρεση.

ΕΔΑΔ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ κατά ΕΛΛΑΔΟΣ (22.7.2010)

Παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 και του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ (καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης στο Ελεγκτικό Συνέδριο). Ενσταση και έφεση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου για παρακράτηση από σύνταξη πολιτικού συνταξιούχου του Δημοσίου εθνικής εισφοράς του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν. 2084/1992. Επί παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ως προς την «εύλογη διάρκεια» της δίκης, η αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ δεν πληρεί, στην παρούσα φάση, τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, ήτοι δεν αποτελεί «πραγματική προσφυγή» κατά την έννοια του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο δεν αποκλείει ότι η άσκηση της ως άνω αγωγής αποζημίωσης μπορεί να οδηγήσει, στα πλαίσια της εξέλιξης της νομολογίας, σε αποτέλεσμα σύμφωνο με τις επιταγές του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ. Ομοίως στην παρούσα φάση η ως άνω αγωγή αποζημίωσης δεν συνιστά εσωτερικό ένδικο μέσο που πρέπει να εξαντληθεί πριν την άσκηση προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ, κατά την έννοια του άρθρου 35 της ΕΣΔΑ. Η «εύλογη προθεσμία» κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ξεκινά από την κατάθεση της ένστασης στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και όχι από τη διαβίβαση της ένστασης από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Η διαδικασία ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εκτείνεται σε χρονικό διάστημα άνω των (6) ετών για δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και είναι ακόμα εκκρεμής. Η υπόθεση ενώπιον του ΕΣ δεν παρουσίαζε ιδιαίτερη δυσκολία και δεν ευθύνεται ο προσφεύγων με τη συμπεριφορά του για τη διάρκεια της διαδικασίας. Η μακροχρόνια συμφόρηση του πινακίου ενός Δικαστηρίου δεν αποτελεί έγκυρη δικαιολογία για την καθυστέρηση εκδίκασης μιας υπόθεσης. Η υπόθεση αφορούσε στο ποσό της σύνταξης του προσφεύγοντα, που είναι το μόνο μέσο διαβίωσής του. Επομένως η υπόθεση είχε ιδιαίτερη σημασία και απαιτούσε ιδιαίτερη επιμέλεια από πλευράς δικαστικών Αρχών. Παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

ΣτΕ 319/2011

Σύμβαση μερικής απασχολήσεως - Παράλειψη γνωστοποιήσεως σε Επιθεώρηση Εργασίας - Τεκμήριο υπέρ πλήρους απασχολήσεως -.

Παραπέμπεται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος υπόθεση στην οποία ετέθησαν τα ζητήματα της αμεσότητας εφαρμογής της ρήτρας 5 της ενσωματωμένης συμφωνίας-πλαισίου στην Οδηγία 1997/81 ΕΚ του Συμβουλίου που αφορά την εργασία μερικής απασχολήσεως, καθώς και της συμβατότητας του άρθρου 2 του ν. 2639/1998 προς την ως άνω ρήτρα.

... Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 1892/1990, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2639/1998, ιδρύεται τεκμήριο από την παράλειψη του εργοδότη να γνωστοποιήσει εμπροθέσμως στην Επιθεώρηση Εργασίας την κατάρτιση με το μισθωτό έγγραφης συμβάσεως μερικής απασχολήσεως ή από την παράλειψή του να υποβάλει εμπροθέσμως σ’ αυτήν κατάσταση για τις έγγραφες συμβάσεις μερικής απασχολήσεως, που είχαν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ότι οι σχετικές συμβάσεις αφορούν πλήρη απασχόληση. Το ως άνω, όμως, τεκμήριο είναι μαχητό, ο δε εργοδότης φέρει το βάρος της ανταποδείξεως περί του είδους της απασχολήσεως ως μερικής ή πλήρους εάν αποδειχθεί ότι οι συμβάσεις αυτές αφορούσαν πράγματι μερική και όχι πλήρη απασχόληση. Εξ άλλου, στις 6.6.1997 συνήφθη συμφωνία για την εργασία μερικής απασχολήσεως των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP, η οποία ενσωματώθηκε, ως Παράρτημα, στην Οδηγία 1997/81/ΕΚ του Συμβουλίου και προσέλαβε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την ισχύ παραγώγου κοινοτικού δικαίου. Η συμφωνία αυτή έχει ως στόχο την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως και την προώθηση της εργασίας με μερική απασχόληση. Στο πλαίσιο των στόχων αυτών, με τη ρήτρα 5 της ως άνω συμφωνίας καθορίζεται το ρυθμιστικό πλαίσιο εντός του οποίου δύναται να κινηθεί ο εθνικός νομοθέτης, στον οποίο παρέχεται η δυνατότητα, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, να εντοπίζει, να αντιμετωπίζει και, όπου είναι αναγκαίο, να εξαλείφει εμπόδια νομικής ή διοικητικής φύσεως που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχολήσεως. Εν τω μεταξύ, με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24.4.2008, Michaeler & Subito κλπ., οι οποίες εκδόθηκαν κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος που διατύπωσε η Ιταλική Κυβέρνηση σχετικά με τη συμβατότητα προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας 97/81 διατάξεων της εθνικής της νομοθεσίας, οι οποίες επέβαλλαν σε κάθε εργοδότη την υποχρέωση κοινοποιήσεως των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχολήσεως εντός 30 ημερών από της συνάψεως των σχετικών συμβάσεων, το ΔΕΚ έκρινε ότι η ρήτρα 5 παρ. 1, στοιχ. α της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχολήσεως, η οποία προσαρτάται στην ως άνω Οδηγία, απαγορεύει εθνική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει την κοινοποίηση στη διοίκηση ενός αντιγράφου των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχολήσεως εντός 30 ημερών από της συνάψεώς τους. Τούτο δε, διότι η υποχρέωση αυτή δημιουργεί ένα διοικητικής φύσεως εμπόδιο, ικανό να περιορίσει τις ευκαιρίες για εργασία μερικής απασχολήσεως (ΔΕΚ, 24.4.2008, Othmar Michaeler and alii, υποθέσεις C-55/07 και C-56/07). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση εις βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρείας εξεδόθη πράξη επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Σερρών, διότι κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο στις μισθολογικές καταστάσεις της εταιρείας αυτής διαπιστώθηκε ότι εργαζόμενοι στην επιχείρησή της ασφαλίζονταν με μειωμένη απασχόληση, χωρίς αυτή να έχει κοινοποιήσει εμπροθέσμως (εντός 15 ημερών από την κατάρτισή τους) τις σχετικές συμβάσεις εργασίας για μερική απασχόληση στην Επιθεώρηση Εργασίας. Το διοικητικό εφετείο, στην υπόθεση αυτή, έλαβε υπόψη ότι το αναιρεσείον Ι.Κ.Α. είχε θεμελιώσει την πλήρη απασχόληση των μισθωτών στην εκπρόθεσμη κοινοποίηση των σχετικών συμβάσεων εργασίας μερικής απασχολήσεως στην Επιθεώρηση Εργασίας κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, καθώς και ότι η σχετική υποχρέωση εμπροθέσμου κοινοποιήσεως των συμβάσεων μερικής απασχολήσεως θεσπίζεται από την εργατική νομοθεσία και δεν αποτελεί, κατά την ασφαλιστική νομοθεσία, ουσιώδη τύπο για την παροχή εργασίας με μερική απασχόληση. Συνεπώς, κατά την κρίση του, η σχετική παράλειψη δεν οδηγεί αναγκαίως και άνευ ετέρου στην συναγωγή συμπεράσματος περί πλήρους απασχολήσεως των ανωτέρω εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Με τα δεδομένα αυτά και εν όψει όσων έγιναν δεκτά από το διοικητικό εφετείο αλλά και από την απόφαση του ΔΕΚ, το Τμήμα έκρινε ότι γεννάται εν προκειμένω ζήτημα α) αμέσου εφαρμογής της ως άνω ρήτρας 5 της ενσωματωμένης συμφωνίας-πλαισίου στην προαναφερθείσα Οδηγία 1997/81 ΕΚ, και β) συμβατότητας της διατάξεως του άρθρου 2 του ν. 2639/1998 προς την ως άνω ρήτρα 5 της ενσωματωμένης συμφωνίας-πλαισίου στην Οδηγία 1997/81 ΕΚ. Λόγω δε της μείζονος σπουδαιότητος των ζητημάτων αυτών, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Τμήμα υπό επταμελή σύνθεση.

ΜΠρΑθ 3177/2010

Αίτηση γονέα για διατροφή από το ενήλικο τέκνο του -.

Ο ανιών έναντι του κατιόντος έχει δικαίωμα διατροφής μόνο επί απορίας του, δηλαδή όταν δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία, την εργασία ή τα εν γένει εισοδήματα του και συγχρόνως ο υπόχρεος κατιών είναι σε θέση να την δώσει χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή ενόψει και των λοιπών υποχρεώσεων του, εκτός αν ο δικαιούχος ανιών είναι έγγαμος, οπότε η υποχρέωση του κατιόντος για διατροφή του υπάρχει μόνο αν ο σύζυγος του δικαιούχου δεν είναι σε θέση να του παρέχει την οφειλόμενη διατροφή χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του. Δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός Αποφάσεως 3177/2010

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Βασιλική Μπουκιστάνου, Πρόεδρο Πρωτοδικών την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 05.02.2010 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αιτούντος Ι. Θ. του Π. κατοίκου Αθηνών, Α. **, Πλατεία Αττικής ο οποίος εμφανίστηκε στο δικαστήριο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αντιγόνη Μαυρομάτη και Αγγελική Αντωνέα.

Του καθού η αίτηση Π. Θ. του Ι., κατοίκου Ιλίου Αττικής, Π. *, ο οποίος εμφανίστηκε στο δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κουρή.

Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η αίτηση του, που κατατέθηκε στη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 13372/2009, προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1487 και 1491 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο ανιών έναντι του κατιόντος έχει δικαίωμα διατροφής μόνο επί απορίας του, δηλαδή όταν δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία, την εργασία η τα εν γένει εισοδήματα του και συγχρόνως ο υπόχρεος κατιών είναι σε θέση να την δώσει χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή ενόψει και των λοιπών υποχρεώσεων του, εκτός αν ο δικαιούχος ανιών είναι έγγαμος, οπότε η υποχρέωση του κατιόντος για διατροφή του υπάρχει μόνο αν ο σύζυγος του δικαιούχου δεν είναι σε θέση να του παρέχει την οφειλόμενη διατροφή χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του. Γενικές προϋποθέσεις της διατροφής του γονέα από το ενήλικο τέκνο του είναι 1. η απορία του δικαιούχου κατά τα παραπάνω, πρέπει δηλαδή να εξαντληθούν προηγουμένως όλες οι οικονομικές δυνατότητες που του παρέχονται από τα εισοδήματα ή την περιουσία του, υπό την έννοια ότι υποχρεούται να καταναλώσει και από τα κεφάλαια της περιουσίας του, εφόσον, όμως, πρόκειται για μεγάλη απρόσοδη περιουσία και όχι μικρή, που η διατήρηση της επιβάλλεται για εξασφάλιση εισοδήματος και λόγους προνοίας και μόνο αν και τότε δεν δύναται να εξασφαλίσει τη διατροφή του μπορεί να στραφεί κατά του τέκνου του και να ζητήσει διατροφή και 2. η ευπορία του υπόχρεου τέκνου, που νοείται, όχι κάποιος ιδιαίτερος πλούτος, αλλά η δυνατότητα να παράσχει αυτή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή (βλ, Εφ.Πατρ. 244/2006 Αχ.Νομ. 2007, 193, Εφ.Λαρ. 509/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 228/2000 Ελ.Δ. 41, 1314, Α.Π., 1306/1993 Ελ.Δ. 36, 149, Εφ.Θεσ. 937/1993 Αρμ 48, 425, Εφ.Αθ. 11488/1988 ΝοΒ 37, 755).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση, όπως παραδεκτά διορθώθηκε πριν τη συζήτηση στο ακροατήριο, με δήλωση των πληρεξουσίων του δικηγόρων, ο αιτών εκθέτει ότι, μετά τον θάνατο της συζύγου του, το έτος 1998, με την οποία απέκτησαν ένα τέκνο, τον καθ' ου η αίτηση, αλλά, κυρίως, λόγω της επιβάρυνσης της κατάστασης της υγείας του, προέβη σε πώληση του μοναδικού περιουσιακού του στοιχείου, ήτοι μιας κατοικίας που διέθετε στη Χίο και σε άτυπη δωρεά του ληφθέντος τιμήματος 150.000 ευρώ, στη σύζυγο του καθ' ου, κατόπιν των υποσχέσεων της τελευταίας ότι εφεξής και εφόρου ζωής του θα διέμενε στην οικογενειακή στέγη αυτής και του καθ' ου και θα τον περιέθαλπε. Ότι μετά την ως άνω άτυπη δωρεά εκδιώχθηκε από την κατοικία του καθ' ου και της συζύγου του και έκτοτε περιήλθε σε απορία, καθόσον αδυνατεί να διατρέφει τον εαυτό του, φιλοξενείται εκ περιτροπής από τις αδελφές του, οι οποίες επίσης, αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα. Εκθέτει, επίσης, τις κατά μήνα δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη διατροφή του, καθώς και τα εισοδήματα του καθ' ου και ζητεί, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει ως προσωρινή διατροφή του το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως, από την επίδοση της αίτησης και εφεξής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής.

Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ. Κ.Πολ,Δ.), είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων του αιτούντος Α. Κ. και του καθ' ου η αίτηση Ν. Δ., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, της υπ' αρ. 22165/2010 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ., που προσκομίζει ο αιτών και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.

Ο αιτών, ο οποίος διέμενε στη Χίο σε ιδιόκτητη κατοικία και μετερχόταν το επάγγελμα του επιπλοποιού, από το νόμιμο γάμο του απέκτησε ένα τέκνο, τον καθ' ου η αίτηση. Το έτος 1998 απεβίωσε η σύζυγος του και έκτοτε υπέστη εγκεφαλικά επεισόδια και έπασχε από ισχαιμική και υπερτασική καρδιοπάθεια, νεφρολιθίαση, υπερτροφία προστάτη. Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε ότι πάσχει από βαρύτατη πυραμιδική συνδρομή, λόγω αυχενικής μυελοπάθειας και, για το λόγο αυτό, υποβλήθηκε τον Ιανουάριο του 2008, σε χειρουργική επέμβαση στο Γ.Ν.Α. Γ. Γεννηματάς, όπου έγινε αποσυμπίεση και σπονδυλοδεσία. Παρά τη μερική βελτίωση, όμως, παρέμεινε με βαριά τετραπάρεση, δυσχέρεια - σχεδόν αδυναμία - βαδίσεως, η οποία έβαινε επιδεινούμενη, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και να καθίσταται αναγκαία η βοήθεια τρίτου προσώπου (βλπ. την υπ' αρ. πρωτ. 9059/2009 βεβαίωση νοσηλείας του ως άνω Νοσοκομείου). Λόγω της κατάστασης της υγείας του απαιτείται, και κατά τον παρόντα χρόνο, η τακτική νευρολογική και καρδιολογική παρακολούθηση του μια φορά το μήνα και η ρύθμιση της φαρμακευτικής του αγωγής. Λόγω της κατάστασης της υγείας του, ο αιτών κρίθηκε ανίκανος, με ποσοστό αναπηρίας 85% και ανατομικής βλάβης 70%, από 01.08.2006 έως 31.07.2009, αποφασίσθηκε η συνταξιοδότηση του και στη συνέχεια η εφ' όρου ζωής παράταση της (βλ. την υπ' αρ. 3/03041/2006 απόφαση του Ο.Α.Ε.Ε.), ενώ η σύνταξη του ανέρχεται στο ποσό των 679,36 ευρώ μηνιαίως, από την οποία γίνεται κράτηση 4% υπέρ του Ι.Κ.Α. για τον κλάδο υγείας, πλέον Ε.Κ.Α.Σ. 230 ευρώ (βλπ. το υπ' αρ. πρωτ. 116917/2009 πιστοποιητικό του Ο.Α.Ε.Ε.). Μ|ετά την ως άνω χειρουργική επέμβαση, από τον Φεβρουάριο περίπου του 2008, ο αιτών διέμεινε στην κατοικία του καθ' ου και της συζύγου του, ενώ πιθανολογείται ότι προέβη σε πώληση της κατοικίας του στη Χίο, που αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο και το τίμημα που έλαβε, ύψους 150.000 ευρώ, παρέδωσε, περί τον Απρίλιο του 2008, στη σύζυγο του καθ' ου, η οποία το κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό, προτιθέμενη, όπως τον διαβεβαίωνε, να προβεί σε αγορά άλλης κατοικίας όπου θα υπήρχε ιδιαίτερος χώρος διαμονής του, με δικαίωμα οίκησης. Πλην όμως, μετά από αυτά, η συμπεριφορά της συζύγου του καθ' ου προς τον αιτούντα μετεστράφη, άρχισε να τον εξυβρίζει και να μη του επιτρέπει να εξέρχεται από το δωμάτιο του, μέχρι την 24η.07.2009, κατά την οποία τον εξύβρισε εκ νέου και την επομένη η ίδια τηλεφώνησε στην αδελφή του Β. Κ. και στη συνέχεια μετέφερε τον αιτούντα στην κατοικία της τελευταίας, λέγοντας στην ίδια και στον σύζυγο της «θα τον πάρετε ή θα τον πετάξω στο δρόμο, αν δεν τον πάρετε τον πάω στο γηροκομείο». Έκτοτε ο αιτών φιλοξενείται εκ περιτροπής από την ως άνω και την άλλη αδελφές του, οι οποίες, επίσης, αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και οικονομικά. Ο αιτών αδυνατεί να εργασθεί, δεν έχει άλλα εισοδήματα ή περιουσία και δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη διατροφή του με την σύνταξη που λαμβάνει, ευρισκόμενος ως εκ τούτου σε κατάσταση απορίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας. Υπόχρεος, συνεπώς, για την κατά νόμο συναφή υποχρέωση διατροφής του είναι ο καθ' ου η αίτηση, μοναδικό τέκνο του. Οι αναγκαίες δαπάνες διατροφής του αιτούντος, ο οποίος διάγει το 70° έτος της ηλικίας του, στις οποίες περιλαμβάνονται τα αναγκαία έξοδα διαμονής, διατροφής, αμοιβής οικιακής βοηθού, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (κατά το μέρος που δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστικό του φορέα), ανέρχονται στο ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως. Ο καθ' ου η αίτηση είναι ανθυποπλοίαρχος κατά τα τελευταία 15 έτη και πραγματοποιεί πλόες στο εξωτερικό, διάρκειας 6, 8 ή και 12 μηνών, όπως και η μαρτυράς του καταθέτει, με μηνιαίες αποδοχές που δεν προέκυψαν με βεβαιότητα, απλά πιθανολογήθηκε ότι ανέρχονται στο ποσό των 6.000 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη ότι οι καθαρές ελάχιστες μηνιαίες αποδοχές ανθυποπλοιάρχου ανέρχονται στα ποσά των 4.000 ευρώ στα φορτηγά πλοία και των 5.000 ευρώ στα πετρελαιοφόρα πλοία. Ο ίδιος, δυνάμει του υπ' αρ. 3447/21.12.2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ν. Ερυθραίας Β. Γ., προέβη σε αγορά καινούριου διαμερίσματος του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στο Μπουρνάζι Αττικής, επί της οδού Ι. αριθ. *, επιφάνειας 70,77 τ.μ., στο οποίο ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση ανοικτή θέση στάθμευσης της πυλωτής και αποθήκης, επιφάνειας 13,02 τ.μ., αντί τιμήματος 83.887,58 ευρώ, και, όπως η μάρτυράς του και μητέρα της συζύγου του καταθέτει, το ποσό αυτό κατέβαλε από εκείνο των 150.000 ευρώ που έλαβε η σύζυγος του από τον αιτούντα. Ο ίδιος διαθέτει Ι.Χ. αυτοκίνητο και πιθανολογείται ότι διαθέτει μετρητά, καθόσον, όπως η εξετασθείσα μάρτυρας του αιτούντος στο ακροατήριο και εκείνη που κατέθεσε ενόρκως ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως ότι στις οχλήσεις του αιτούντος να του επιστρέψουν το ποσό των 150.000 ευρώ, ο καθ' ου πρότεινε να του επιστρέψει το ήμισυ του ποσού αυτού. Άλλα εισοδήματα ή περιουσία δεν πιθανολογήθηκε ότι διαθέτει. Στο διαμέρισμα αυτό διαμένει με τη σύζυγο του και δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, αλλά με τις δαπάνες λειτουργίας του. Η σύζυγος του καθ' ου η αίτηση δεν πιθανολογήθηκε ότι εργάζεται κατά τον παρόντα χρόνο, αλλά προτίθεται άμεσα να εργασθεί, όπως, επίσης, η μαρτυράς του καταθέτει και ο καθ' ου βαρύνεται με την κατά νόμο υποχρέωση διατροφής της. Ο ίδιος βαρύνεται με την καταβολή μηνιαίων δόσεων προς αποπληρωμή δανείων που έλαβε από την Εθνική Τράπεζα, ποσών 667,37 και 630 ευρώ περίπου, ποσά που πιθανολογείται ότι αποπληρώνει από τα ως άνω εισοδήματα του και το υπόλοιπο από το ποσό που έλαβε η σύζυγός του από τον αιτούντα. Άλλες τακτικές μηνιαίες δαπάνες δεν πιθανολογήθηκε ότι έχει. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα, πιθανολογούμενης της απορίας του αιτούντος και της ευπορίας του καθ' ου η αίτηση, με την προεκτεθείσα έννοια ότι είναι σε θέση να καταβάλει διατροφή στον αιτούντα χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή, καθώς και επείγουσας περίπτωσης, λόγω του χαρακτήρα της ένδικης αξίωσης και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης του αιτούντος κατά τον παρόντα χρόνο, πιθανολογείται ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι σε θέση και υποχρεούται να καταβάλει στον αιτούντα, ως προσωρινή μηνιαία διατροφή του τελευταίου το ποσό των 900 ευρώ, από την επίδοση της αίτησης, εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας παροχής, το υπόλοιπο ποσό, δε, που απαιτείται για την κατά μήνα διατροφή του καλύπτει ο ίδιος με το ως άνω εισόδημα του. Πρέπει, επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση, κατά τα παραπάνω και να επιβληθεί, για το λόγο αυτό, ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του αιτούντος σε βάρος του καθ' ου η αίτηση (αρθρ. 178 Κ.Πολ,Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Υποχρεώνει τον καθ' ου η αίτηση να καταβάλει στον αιτούντα, ως προσωρινή μηνιαία διατροφή του, εντός των τριών πρώτων ημερών κάθε μήνα, το ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ, από την επίδοση της αίτησης και εφεξής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας παροχής μέχρι την εξόφληση της.

Επιβάλλει σε βάρος του καθ' ου η αίτηση ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του αιτούντος, που ορίζει σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 13.04.2010, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Γνδτ ΑΠΔ 1/2011

Δημοσιοποίηση φορολογικών δεδομένων στο διαδίκτυο από το Υπουργείο Οικονομικών ως υπεύθυνος επεξεργασίας.

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Αθήνα, 14-02-2011

Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1163/14-02-2011

ΓΝΩΜΩΔΟΤΗΣΗ 1/2011

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, μετά από

πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της, την 24/01/2011, προκειμένου να εκδώσει την παρούσα γνωμοδότηση. Παρέστησαν οι Χρ. Γεραρής, Πρόεδρος της Αρχής, και οι Λ. Κοτσαλής, Αγ. Παπανεοφύτου, Αν. Πράσσος, Αν. – Ιωάν. Μεταξάς, Αντ. Ρουπακιώτης, τακτικά μέλη της Αρχής, και το αναπληρωματικό μέλος της Αρχής Γρ. Πάντζιου, σε αντικατάσταση του τακτικού μέλους Αν. Πομπόρτση, ο οποίος αν και κλήθηκε νομίμως εγγράφως δεν παρέστη, λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστη, επίσης, με εντολή του Προέδρου, ο Δημήτριος Ζωγραφόπουλος, Δικηγόρος (ΔΝ) – Νομικός ελεγκτής, ως εισηγητής, ενώ απουσίαζε κατά τη συνεδρίαση αυτή, λόγω κωλύματος, η έτερη εισηγήτρια Γεωργία Παναγοπούλου, πληροφορικός ελεγκτής. Επίσης, παρέστη, με εντολή του Προέδρου, και η Γεωργία Παλαιολόγου, υπάλληλος του Διοικητικού – Οικονομικού Τμήματος της Αρχής, ως γραμματέας.

Η Αρχή συνεδρίασε προκειμένου να γνωμοδοτήσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. (θ΄) και (ιγ΄) του Ν. 2472/1997 για την Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σχετικά με το εάν συνάδει με την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα η δημοσιοποίηση από το Υπουργείο Οικονομικών, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, καταλόγων φορολογουμένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ). Το ερώτημα αυτό έθεσε ενώπιον της Αρχής το Υπουργείο Οικονομικών – Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του (εφεξής: Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ), ως υπεύθυνος επεξεργασίας. Η παρούσα συνεδρίαση γίνεται σε συνέχεια των τακτικών συνεδριάσεων της Αρχής των 02/12/2010, 09/12/2010, 16/12/2010, 23/12/2010 και 20/01/2010. Στη συνεδρίαση της Αρχής της 02/12/2010 είχαν κληθεί (με την υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΞ/7101/25-11-2010 κλήση), παρέστησαν και εξέφρασαν τις απόψεις τους επί του θέματος οι εκπρόσωποι της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών.

Η Αρχή έλαβε υπόψη τα ακόλουθα:

Ι. Με τις διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010 για την αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις θεσπίστηκε η ακόλουθη ρύθμιση: «Στο άρθρο 85 παρ. 3 του ΚΦΕ μετά το τέταρτο εδάφιο προστίθεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής: “Ο κατάλογος είναι διαθέσιμος στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων. Η πρόσβαση στον κατάλογο γίνεται κατόπιν ταυτοποίησης του χρήστη και περιορίζεται με βάση συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την πρόσβαση στον κατάλογο αυτόν».

ΙΙ. Το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, με το υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ0001498ΕΞ2010/07.10.2010 έγγραφό του (όπως αυτό συμπληρώθηκε μεταγενέστερα), διαβίβασε στην Αρχή το σχέδιο Υπουργικής Απόφασης, που προβλέπει πλέον η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 85 παρ. 3 του ΚΦΕ – όπως αυτή τροποποιήθηκε από την παρ. 20 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010 – ως αναγκαία για την υλοποίηση της δημοσιοποίησης των καταλόγων φορολογουμένων στο διαδίκτυο. Το εν λόγω σχέδιο Υπουργικής Απόφασης, προβλέπει, ως προς την έκταση εφαρμογής των ρυθμίσεών της, τα ακόλουθα: «1.1 Η Γενική Γραμματεία πληροφοριακών συστημάτων καθιστά προσβάσιμους σε ηλεκτρονική μορφή τους καταλόγους φορολογουμένων, φυσικών και νομικών προσώπων, που συντάσσονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών της χώρας. 1.2. Οι ηλεκτρονικοί κατάλογοι των φορολογουμένων φυσικών προσώπων δημοσιοποιούνται στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων εντός 30 ημερών μετά το πέρας της κεντρικής εκκαθάρισης των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα, οι σχετικοί κατάλογοι δημοσιοποιούνται εντός 30 ημερών μετά τη λήξη των προθεσμιών υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος που ισχύουν κατά περίπτωση».

Σχετικά με τα στοιχεία φορολογουμένων, που δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο, προβλέπονται τα ακόλουθα: «2.1 Τα στοιχεία των φυσικών προσώπων μη επιτηδευματιών που δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο είναι τα ακόλουθα: α) όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο, β) ΑΦΜ, γ) περιοχή κατοικίας και ΤΚ, δ) αρμόδια -ΔΟΥ, ε) το συνολικό καθαρό εισόδημα που υπόκειται σε φορολογία και στ) ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημα. 2.2. Τα στοιχεία των φυσικών προσώπων επιτηδευματιών και των νομικών προσώπων που δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο είναι τα ακόλουθα: α) άνομα, επώνυμο και πατρώνυμο ή επωνυμία και τίτλος μιας επιχείρησης β) ΑΦΜ, γ) διεύθυνση έδρας και ΤΚ, δ) κύρια δραστηριότητα, ε) αρμόδια -ΟΥ, στ) ημερομηνία έναρξης / διακοπής, ζ) τα καθαρό εισόδημα από -' και Ζ' πηγή, η) το συνολικό καθαρό εισόδημα που υπόκειται σε φορολογία και θ) ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημα». Εξάλλου, σχετικά με τη διαδικασία πρόσβασης στα εν λόγω στοιχεία, προβλέπονται τα εξής: «3.1 Τα στοιχεία είναι προσβάσιμα οπό όλους τους ταυτοποιημένους χρήστες του πληροφοριακού συστήματος TAXISNET. Η ταυτοποίηση γίνεται μέσω των κωδικών TAXISNET που διαθέτουν οι χρήστες. 3.2. Η αναζήτηση γίνεται: α) βάσει ΑΦΜ και μέρους του επωνύμου και ονόματος του φυσικού προσώπου ή της επωνυμίας ή τίτλου μιας επιχείρησης ή β) βάσει διεύθυνσης και μέρους του επωνύμου και ονόματος του φυσικού προσώπου ή της επωνυμίας ή τίτλου μιας επιχείρησης. 3.3. Ο κάθε χρήστης δύναται να διενεργεί είκοσι ανακτήσεις πληροφοριών μηνιαίως. 3.4. Για κάθε ανάκτηση πληροφορίας το σύστημα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων καταγράφει μόνο την ημερομηνία και τον ΑΦΜ του χρήστη που πραγματοποίησε την αναζήτηση, προκειμένου να διασφαλιστεί ο περιορισμός υπό 2.3».

Σχετικά, τέλος, με την έναρξη εφαρμογής της, το εν λόγω σχέδιο Υπουργικής Απόφασης, προβλέπει: «Η παρούσα εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2011. Κατά την πρώτη εφαρμογή θα αναρτηθούν στοιχεία φορολογικών καταλόγων του οικονομικού έτους 2010. Τα στοιχεία θα ανανεώνονται ετησίως χωρίς δυνατότητα ανάκτησης πληροφοριών για τα προηγούμενα έτη».

ΙΙΙ. Στο προαναφερόμενο διαβιβαστικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ αναφέρονται, επιπλέον, σχετικά με τη σύνταξη των καταλόγων φορολογουμένων τα εξής: «Οι κατάλογοι αυτοί συντάσσονταν μετά το πέρας της κεντρικής εκκαθάρισης από τη Μηχανογράφηση και αποστέλλονταν στις -ΔΟΥ – πρακτική που έχει ατονήσει τα τελευταία έτη λόγω του απαιτούμενου όγκου των εκτυπώσεων. Περιελάμβαναν το σύνολο των φορολογουμένων, φυσικών και νομικών προσώπων (επιτηδευματίες, μισθωτούς συνταξιούχους κ.λ.π.). 0ς λοιπά στοιχεία θεωρούντο η διεύθυνση κατοικίας ή επιτηδεύματος και ο ΑΦΜ, άπου ήταν απαραίτητος δεδομένου ότι ο ΑΦΜ ως προσδιοριστέο στοιχείο των φορολογουμένων εμπίπτει στην έννοια των λοιπών στοιχείων, είναι απαιτητό στοιχείο για την υποβολή των πάσης φύσεως φορολογικών δηλώσεων και δεν είναι απόρρητος (βλ. γνωμοδ. ΝΣΚ υπ’ αρ. 552/95). Επιπροσθέτως όπως προκύπτει από το εδάφιο η' της παρ. 5 του άρθρου 85 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 12 του ΠΑ 186/1992 του ΚΒΣ, ως πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων επιτηδευματιών νοούνται το ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, το επάγγελμα (δραστηριότητα), η διεύθυνση, ο ΑΦΜ και η αρμόδια -ΔΟΥ Ειδικά για τους επιτηδευματίες θεωρούμε ότι στα λοιπά στοιχεία θα πρέπει να συμπεριληφθεί η ημερομηνία έναρξης και διακοπής των δραστηριοτήτων τους, ώστε να καθίσταται αποτελεσματικότερος ο έλεγχος της γνησιότητας των εκδιδομένων στοιχείων επί συναλλαγής μεταξύ επιτηδευματιών, οι οποίοι ενεργούν είτε ως πελάτες είτε ως προμηθευτές.

Με τη νέα διάταξη το δικαίωμα πρόσβασης στο συγκεκριμένο κατάλογο φορολογούμενων, που αποτελεί δημόσια πληροφορία, περιλαμβάνει και τη χρήση του διαδικτύου».

Εξάλλου, στο ίδιο έγγραφο αναφέρονται, σχετικά με τους σκοπούς, που επιδιώκονται με τη δημοσιοποίηση των καταλόγων φορολογουμένων κατά τα προαναφερόμενα, τα ακόλουθα: «Η δημοσιοποίηση των καταλόγων των φορολογουμένων στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφορικών Συστημάτων αποτελεί ένα εύλογο μέτρο αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Με τη δυνατότητα πρόσβασης, υπό προϋποθέσεις, σε αυτή την ηλεκτρονική υπηρεσία, το Υπουργείο προσβλέπει στο να καλλιεργήσει κλίμα φορολογικής συμμόρφωσης με απώτερο στόχο την πάταξη της φοροδιαφυγής, καθόσον θα είναι πλέον προσβάσιμη η πληροφορία για το σύνολο των εισοδημάτων των φορολογουμένων.

Συγκεκριμένα, μέσω της δημοσίευσης των δηλουμένων εισοδημάτων θα ασκείται κοινωνική πίεση σε φορολογουμένους που φοροδιαφεύγουν προκλητικά, προκειμένου να δηλώνουν εισοδήματα ανάλογα με τα προφανή έσοδα τους ή τον τρόπο ζωής τους.

Περαιτέρω, η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων στο διαδίκτυο έχει ως στόχο την εξυπηρέτηση των πολιτών και των επιχειρήσεων διασφαλίζοντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό την εγκυρότητα των συναλλαγών. Η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων θα λειτουργήσει αποτρεπτικά στα φαινόμενα εξαπάτησης για συναλλαγές με πλαστά ή ψευδή στοιχεία μέσω υπηρεσίας που θα δίνει τη δυνατότητα επιβεβαίωσης των στοιχείων των συναλλασσομένων μερών.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

Επιβεβαίωση στοιχείων εκδότη ή λήπτη φορολογικού στοιχείου: Ταυτοποίηση των στοιχείων του ΑΦΜ και της ύπαρξης της επιχείρησης ως ενεργής κατά την ημερομηνία της συναλλαγής. Υποβοηθητική διαδικασία και κατά τη δημιουργία του αρχείου της συγκεντρωτικής κατάστασης πελατών / προμηθευτών ή της οριστικής δήλωσης ΦΜΥ κλπ.

Επιβεβαίωση στοιχείων συμβαλλομένων μερών: διαδικασία αναγκαία στο στάδιο σύνταξης μισθωτηρίων συμβολαίων, καταστατικών σύστασης ή τροποποίησης εταιριών και παντός είδους συμφωνητικών, όπου είτε από κείμενες διατάξεις ο ΑΦΜ αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του εγγράφου, είτε φορείς και επιχειρήσεις έχουν εισάγει ως απαραίτητη προϋπόθεση ολοκλήρωσης μίας συναλλαγής τους την ύπαρξη ΑΦΜ, ανάγοντας με αυτόν τον τρόπο το Υπουργείο Οικονομικών ως θεματοφύλακα των συμφερόντων τους και ως τη μόνη αξιόπιστη αρχή καταγραφής των συναλλασσομένων –φορολογουμένων».

Τέλος, στο ίδιο πάντα έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων αναφέρονται, σχετικά με την διαδικασία πρόσβασης στους εν λόγω φορολογικούς καταλόγους μέσω διαδικτύου, τα ακόλουθα: «Η πρόσβαση στους ηλεκτρονικούς καταλόγους θα διενεργείται από πιστοποιημένους χρήστες των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και θα υπάρχει ποσοτικός περιορισμός στον αριθμό των αναζητήσεων και των αποτελεσμάτων. Περαιτέρω η ανάκτηση πληροφοριών δε θα είναι δυνατή για προηγούμενα έτη. Με αυτόν τον τρόπο δυσχεραίνεται η μαζική εξαγωγή δεδομένων προστατεύοντας τα έτσι από επεξεργασία που δε δικαιολογείται από το σκοπό της διάταξης αυτής, όπως πχ, την εμπορική εκμετάλλευση των οικονομικών στοιχείων. Έτσι, τηρείται η αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής».

IV. Από τα έγγραφα, που υπέβαλε το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως συμπληρωματικά του αιτήματος γνωμοδότησης επί του σχεδίου Υπουργικής Απόφασης (Βλ. ιδίως, το με αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6310/22.10.2010 ενημερωτικό σημείωμα του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ καθώς, επίσης, και το υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ 00001675 ΕΞ 2010/04.11.2010 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας), καθώς και από τα στοιχεία, που τέθηκαν υπόψη των εισηγητών της Αρχής κατά τη συνάντηση εργασίας με υπηρεσιακούς παράγοντες της εν λόγω υπηρεσίας, στην έδρα της Αρχής, τη 03/11/2010, προκύπτει ότι το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ είναι σε θέση, από τεχνική άποψη, εφόσον το επιτρέψει η Αρχή, να υλοποιήσει δύο διαφορετικές εφαρμογές σχετικά με την πρόσβαση σε δεδομένα των προαναφερομένων φορολογικών καταλόγων μέσω διαδικτύου.

Επισημαίνεται ότι – από καθαρά τεχνική άποψη – οι δύο αυτές τεχνικές εφαρμογές είναι δυνατό να λειτουργήσουν κατά τρόπο αυτόνομο, ώστε η Αρχή να δύναται: 1) είτε να επιτρέψει την υλοποίηση και των δύο αυτών εφαρμογών, 2) είτε να επιτρέψει την υλοποίηση της μίας μόνο εφαρμογής, 3) είτε να απαγορεύσει την υλοποίηση και των δύο εφαρμογών.

Ειδικότερα:

V. Η πρώτη εφαρμογή αποτελεί ουσιαστικά την κύρια εφαρμογή, που έχει επεξεργαστεί το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, προκειμένου να υλοποιηθεί η σκοπούμενη δημοσιοποίηση στοιχείων των φορολογικών καταλόγων, η σύνταξη των οποίων προβλέπεται ρητά στις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 ΚΦΕ, μέσω διαδικτύου.

Πρόκειται για την εφαρμογή, η οποία αποσκοπεί – κατά το Υπουργείο Οικονομικών – πρωτίστως στην καλλιέργεια κλίματος φορολογικής συμμόρφωσης, με απώτερο στόχο την πάταξη της φοροδιαφυγής, καθόσον θα είναι πλέον προσβάσιμη ηλεκτρονικά και μέσω διαδικτύου η πληροφορία για το σύνολο των εισοδημάτων των φορολογουμένων. Το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ ρητά αποβλέπει, μέσω και της ηλεκτρονικής δημοσίευσης των δηλουμένων εισοδημάτων στο διαδίκτυο, στην άσκηση κοινωνικής πίεσης σε φορολογουμένους που – κατά τους υπολογισμούς του – φοροδιαφεύγουν προκλητικά, προκειμένου να δηλώνουν εισοδήματα ανάλογα με τα προφανή έσοδα τους ή τον τρόπο ζωής τους.

Στο πλαίσιο της εν λόγω εφαρμογής, οι ηλεκτρονικοί κατάλογοι, που θα καταρτίζονται, θα δημοσιοποιούνται στο διαδικτυακό τόπο της ΓΓΠΣ εντός 20 ημερών από το πέρας της κεντρικής εκκαθάρισης των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα, οι σχετικοί κατάλογοι δημοσιοποιούνται εντός 30 ημερών από τη λήξη των προθεσμιών υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος που ισχύουν κατά περίπτωση. Τα στοιχεία θα ανανεώνονται ετησίως χωρίς τη δυνατότητα ανάκτησης πληροφοριών για τα προηγούμενα έτη. Η υπηρεσία θα είναι διαθέσιμη στους πιστοποιημένους χρήστες των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών. Τα στοιχεία των φορολογούμενων, που θα δημοσιεύονται, εξάγονται επίσης από τις βάσεις δεδομένων του TAXISnet. Η αυθεντικοποίηση των χρηστών της υπηρεσίας δημοσιοποίησης φορολογικών καταλόγων θα γίνεται με χρήση ζεύγους κωδικών (όνομα χρήστη και συνθηματικό), το οποίο αποδίδεται στους χρήστες μέσω της υπηρεσίας πιστοποίησης του TAXISnet, κατά τα προαναφερόμενα.

Η αναζήτηση στοιχείων γίνεται με τη συμπλήρωση συγκεκριμένων κριτηρίων και θα έχει πάντα ως αποτέλεσμα μία εγγραφή, δηλαδή τα στοιχεία ενός μόνο φορολογουμένου, ο οποίος ταυτοποιήθηκε με τα κριτήρια αναζήτησης. Εάν η αναζήτηση δεν είναι επιτυχής, ενημερώνεται ο χρήστης με μήνυμα λάθους. Όπως και στην προηγούμενη εφαρμογή, το αποτέλεσμα της αναζήτησης θα εμφανίζεται στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του χρήστη, δεν θα δίνεται δυνατότητα άμεσης αποθήκευσης του αποτελέσματος σε κάποια διαρθρωμένη και επεξεργάσιμη μορφή αρχείου (πχ .xls, .doc, .pdf) και δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί το αποτέλεσμα αυτό ως επίσημο έγγραφο.

Θα καταγράφεται το ΑΦΜ του χρήστη, που πραγματοποίησε την αναζήτηση, και η ημερομηνία, κατά την οποία πραγματοποίησε την αναζήτηση, χωρίς να καταγράφεται κάποιο άλλο στοιχείο σχετικό με το περιεχόμενο της αναζήτησης. Σκοπός της εν λόγω καταγραφής θα είναι να υπάρχει ένας μετρητής, ο οποίος θα μηδενίζεται μετά από την πάροδο ενός μηνός, ώστε να διασφαλιστεί ότι κάθε χρήστης μπορεί να εκτελεί έως είκοσι (20) ανακτήσεις στοιχείων φορολογουμένων μηνιαίως.

Βασικό χαρακτηριστικό της πρώτης αυτής εφαρμογής αποτελεί η δυνατότητα πρόσβασης του χρήστη σε όλες τις πληροφορίες, που περιέχουν οι εν λόγω κατάλογοι φορολογουμένων, συμπεριλαμβανομένων και των πληροφοριών σχετικά με τα δηλωθέντα εισοδήματα του προσώπου (φυσικού ή νομικού), το οποίο αφορά η αναζήτηση, ή το φόρο, που αναλογεί σε αυτά.

Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ ενημέρωσε την Αρχή με νεώτερο έγγραφό του (με αρ. πρωτ. ΓρΠΠ 0001711 ΕΞ 2010 και υπ’ αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6764/15-11-2010) για τη δυνατότητα δημοσιοποίησης «των εισοδημάτων των φορολογουμένων σε βαθμίδες σύμφωνο με την ισχύουσα φορολογική κλίμακα του Ν. 3842/2010 (12.000 ευρώ, 16.000 ευρώ, 22.000 ευρώ, 26.000 ευρώ, 32.000 ευρώ, 40.000 ευρώ, 60.000 ευρώ, 100.000 ευρώ, άνω των 100.000 ευρώ) και πρόβλεψη αντίστοιχης κλίμακας αναλογούντος φόρου για κάθε φορολογικό κλιμάκιο».

VI. Η δεύτερη εφαρμογή θα συνιστά ουσιαστικά μία υπηρεσία επαλήθευσης στοιχείων μητρώου φορολογουμένων, με βάση τα δεδομένα που τηρούνται στις βάσεις δεδομένων του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ. Πρόκειται για υπηρεσία, που αποσκοπεί στη δυνατότητα επιβεβαίωσης των στοιχείων των συναλλασσομένων μερών με απώτερο στόχο την αποτροπή των φαινομένων εξαπάτησης σε συναλλαγές με πλαστά ή ψευδή στοιχεία. Μέσω της υπηρεσίας θα ταυτοποιείται ο ΑΦΜ και θα δηλώνεται η ύπαρξη της επιχείρησης ως ενεργής. Ενδεικτικά, θα μπορεί να γίνει επιβεβαίωση στοιχείων εκδότη ή λήπτη τιμολογίου αλλά και επιβεβαίωση στοιχείων συναλλασσόμενων μερών.

Κατά το Υπουργείο Οικονομικών, η εφαρμογή θα συμβάλει στην ασφάλεια των συναλλαγών, μειώνοντας τις πιθανότητες διακίνησης πλαστών και εικονικών τιμολογίων.

Στο πλαίσιο της εν λόγω εφαρμογής, τα στοιχεία των φορολογούμενων θα εξάγονται από τις βάσεις δεδομένων του TAXISnet. Η αυθεντικοποίηση των χρηστών της υπηρεσίας θα γίνεται με χρήση ζεύγους κωδικών (όνομα χρήστη και συνθηματικό), το οποίο αποδίδεται στους χρήστες μέσω της υπηρεσίας πιστοποίησης του TAXISnet. Η αναζήτηση στοιχείων θα γίνεται με τη συμπλήρωση συγκεκριμένων κριτηρίων και θα έχει πάντα ως αποτέλεσμα μία εγγραφή, δηλαδή τα στοιχεία ενός μόνο φορολογουμένου (φυσικού ή νομικού προσώπου), ο οποίος ταυτοποιήθηκε με τα κριτήρια αναζήτησης. Εάν η αναζήτηση δεν είναι επιτυχής, θα ενημερώνεται ο χρήστης με μήνυμα λάθους. Το αποτέλεσμα της αναζήτησης θα εμφανίζεται στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του χρήστη της εφαρμογής.

Δεν θα δίνεται δυνατότητα άμεσης αποθήκευσης του αποτελέσματος σε κάποια διαρθρωμένη και επεξεργάσιμη μορφή αρχείου (πχ. .xls, .doc, .pdf) και δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επίσημο έγγραφο.

Δεν προβλέπεται περιορισμός στον αριθμό των αναζητήσεων και δεν θα γίνεται καμία καταγραφή σχετικά με τη χρήση της υπηρεσίας.

Συμπερασματικά, η εν λόγω εφαρμογή για τη λειτουργία της θα αντλεί πληροφορίες από τα στοιχεία των καταλόγων φορολογουμένων, όπως αυτοί προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 ΚΦΕ, αλλά οι πληροφορίες, στις οποίες τελικά θα έχει πρόσβαση ο χρήστης της εφαρμογής, είναι λιγότερες από εκείνες, που περιέχουν συνολικά οι κατάλογοι φορολογουμένων. Βασικό χαρακτηριστικό της αποτελεί η απουσία πληροφοριών σχετικά με τα δηλωθέντα εισοδήματα του προσώπου (φυσικού ή νομικού), το οποίο αφορά η αναζήτηση, ή το φόρο, που αναλογεί σε αυτά.

VIII. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθούν σχετικά με το μέτρο της σύνταξης καταλόγων φορολογουμένων και της δημοσιοποίησης αυτών και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς του «για την αύξηση του αισθήματος ευθύνης των πολιτών, τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την επίτευξη της φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιοσύνης», όπως ρητά αναφέρει το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, τα ακόλουθα: Το εν λόγω μέτρο προβλέπεται παλαιόθεν στην ελληνική έννομη τάξη, από σειρά διαδοχικών ρυθμίσεων (Βλ. σχετικά και τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στην Αρχή με το υπ’ αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6300/22-10-2010 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ). Ειδικότερα, το άρθρο 14 του Ν 3765/1957 περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων του Ν. 3323/1955 περί φορολογίας του εισοδήματος προέβλεπε τη σύνταξη ετησίως από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο, στη βάση των φορολογικών δηλώσεων που είχαν υποβληθεί και μετά από τις οριστικές εγγραφές, καταλόγου φορολογουμένων, που περιείχε τα ονοματεπώνυμα και λοιπά στοιχεία των προσώπων που υπόκειντο σε φορολογία, το καθαρό εισόδημα καθενός τους και το φόρο που αναλογούσε στο εισόδημα αυτό. Ο εν λόγω κατάλογος φορολογουμένων προβλεπόταν να παραμένει εκτεθειμένος καθ’ όλη τη διάρκεια του οικονομικού έτους σε κατάλληλο μέρος του καταστήματος της οικείας οικονομικής εφορίας, «ώστε να δύναται να λαμβάνη γνώσιν τούτου πας τρίτος». Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του προαναφερομένου άρθρου θα καθορίζονταν με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4045/1960 αντικαταστάθηκαν οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις του άρθρου 14 του Ν 3765/1957. Οι ρυθμίσεις του άρθρου 8 του Ν. 4045/1960 προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, τη σύνταξη ετησίως από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο καταλόγου φορολογουμένων «κατά κλιμάκια καθαρού εισοδήματος», τα οποία προσδιορίζονταν επακριβώς. Παρεχόταν στον Υπουργό Οικονομικών η δυνατότητα να προβλέπει στην οικεία απόφασή του για τη σύνταξη και δημοσιοποίηση των καταλόγων φορολογουμένων ότι δεν αναγράφονται στους καταλόγους φορολογούμενοι, των οποίων το καθαρό εισόδημα ήταν κατώτερο ποσού, που καθοριζόταν με την εν λόγω υπουργική απόφαση. Εξάλλου, επιτρεπόταν η δημοσίευση από τον Τύπο ολόκληρου του καταλόγου φορολογουμένων, όπως αυτός συντασσόταν από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο, αλλά απαγορευόταν – με την απειλή ποινών – η δια του Τύπου δημοσίευση μεμονωμένων ονομάτων φορολογουμένων ή τμημάτων μόνο του εν λόγω καταλόγου. Τέλος, με τις διατάξεις της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου 8 του Ν. 4045/1960 προβλεπόταν διαδικασία δημοσιοποίησης καταλόγου παραβατών διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας.

Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν 4444/1964 τροποποιήθηκαν εκ νέου οι οικείες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας σχετικά με τη σύνταξη καταλόγων φορολογουμένων και τη δυνατότητα δημοσιοποίησης αυτών δια της ανάρτησής τους στα καταστήματα των οικείων οικονομικών εφοριών. Ειδικότερα, με τις νεώτερες αυτές ρυθμίσεις οι κατάλογοι φορολογουμένων περιείχαν εφεξής στοιχεία φορολογουμένων ανάλογα με αυτά που προβλέπουν πλέον οι διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 ΚΦΕ.

Επιτρεπόταν η σύνταξη των εν λόγω καταλόγων ενδεχομένως και «κατά κατηγορία επαγγέλματος». Τέλος, προβλεπόταν εφεξής απλώς ότι «επιτρέπεται η δια των εφημερίδων δημοσίευσις των φορολογικών καταλόγων», γεγονός που σήμαινε την κατάργηση των προαναφερόμενων υποχρεώσεων που προέβλεπαν για τον Τύπο οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4045/1960.

Ακολούθως, το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 1828/1989 προέβλεπε ότι «ο κατάλογος των φορολογουμένων τοποθετείται σε πρόσφορη θέση του καταστήματος όχι μόνο της Οικονομικής Εφορίας αλλά και του Δήμου ή της Κοινότητας όπου εδρεύει η Οικονομική Εφορία ώστε να μπορεί να λαμβάνει γνώση αυτού οποιοσδήποτε» (Βλ. σχετικά το προαναφερόμενο υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ 00001675 ΕΞ 2010 / 04.11.2010 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ).

Η δυνατότητα δημοσιοποίησης καταλόγων φορολογουμένων προβλέπεται πλέον ρητά από τις διατάξεις του άρθρου 85 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ), ο οποίος κυρώθηκε από το Ν. 2238/1994 (ΦΕΚ Α΄ 151/16.09.1994), όπως αυτές ισχύουν. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι εν λόγω διατάξεις, όπως τροποποιήθηκαν από την παρ. 20 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010, προβλέπουν τη δημοσιοποίηση των καταλόγων φορολογουμένων και στο διαδίκτυο.

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αν και η δυνατότητα έντυπης δημοσιοποίησης των καταλόγων φορολογουμένων προβλέπεται ήδη από το 1957 (άρθρο 14 του Ν. 3765/1957), η εφαρμογή της στην πράξη δεν ήταν ούτε συνεπής ούτε ομοιόμορφη. Ειδικότερα, από τα στοιχεία που υπέβαλε στην Αρχή το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ (Βλ. το προαναφερόμενο υπ’ αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6300/22-10-2010 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ καθώς, επίσης, και τα συνημμένα στο προαναφερόμενο υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ 00001675 ΕΞ 2010 / 04.11.2010 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας) προκύπτει ότι οι εν λόγω κατάλογοι τυπώθηκαν κατά τρόπο περιστασιακό και αποσπασματικό (πχ. στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, κατά τα έτη 1980 και 1983).

Δεν προσκομίστηκαν στην Αρχή οι σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις για την εκτέλεση των σχετικών διατάξεων νόμου, αλλά ενημερωτικά σημειώματα των φορολογικών αρχών που αναφέρονται στη δημοσιοποίηση των εν λόγω καταλόγων φορολογουμένων, χωρίς να μνημονεύουν ρητά τις σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις. Παραμένει, επίσης, αδιευκρίνιστο το εάν οι έντυπες εκδόσεις των εν λόγω καταλόγων φορολογουμένων κυκλοφόρησαν πραγματικά ή εάν οι κατά τόπου εφορίες προέβησαν όντως στην ανάρτησή τους. Εξάλλου, οι σχετικές εκδόσεις δεν ήταν ομοιόμορφες, αλλά το περιεχόμενό τους (ιδίως, όσον αφορά τις κατηγορίες των ενδιαφερομένων φορολογουμένων) προσδιοριζόταν εκάστοτε από τις σχετικές εγκυκλίους, κυρίως για πρακτικούς λόγους, που αφορούσαν το μεγάλο αριθμό των ενδιαφερομένων φορολογουμένων.

IX. Σχετικά με το μέτρο της δημοσιοποίησης φορολογικών καταλόγων σε άλλες έννομες τάξεις, αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα στοιχεία, που υπέβαλε στην Αρχή το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ (Βλ. τα υπ’ αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6761/15-11-2010 και Γ/ΕΙΣ/6766/15-11-2010 τηλεομοιοτυπικά μηνύματα του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ), το Υπουργείο υπέβαλε σειρά έγγραφων ερωτημάτων σε Κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης «σχετικά με τη δημοσίευση φορολογικών στοιχείων, με τα αντίστοιχα ονόματα των φορολογουμένων στο -διαδίκτυο». Έλαβε απαντήσεις από τις ακόλουθες χώρες: Ηνωμένο Βασίλειο, Ρουμανία, Κύπρο, Λετονία, Φινλανδία, Αυστρία, Σλοβενία, Σλοβακία, Ισπανία, Εσθονία και Νορβηγία. Από τις χώρες αυτές, μόνο στη Νορβηγία και στη Φινλανδία οι αρμόδιες φορολογικές αρχές προβαίνουν σε δημοσιοποίηση καταλόγων με στοιχεία φορολογουμένων στο διαδίκτυο. Εξάλλου, και στις δύο αυτές χώρες επιτρέπεται, επίσης, η δημοσιοποίηση καταλόγων με στοιχεία φορολογουμένων σε έντυπη μορφή καθώς, επίσης, και η δημοσίευση των καταλόγων αυτών στον Τύπο (τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή).

Το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ επικαλείται (Βλ. το προαναφερόμενο υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ 00001675 ΕΞ 2010 / 04.11.2010 έγγραφό του) το παράδειγμα της Νορβηγίας και της Φινλανδίας, σχετικά με το μέτρο της δημοσιοποίησης φορολογικών καταλόγων, ως εξής: «Θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι η αποτελεσματικότητα του μέτρου έχει ήδη κριθεί στην πράξη στις σκανδιναβικές χώρες που κατέχουν την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στα φορολογικά έσοδα, τα έσοδα από άμεσους φόρους και τα έσοδα από φυσικό και νομικό πρόσωπα ως ποσοστό του ΑΕΠ. Περαιτέρω, οι χώρες που εφαρμόζουν το μέτρο της δημοσίευσης των φορολογικών δεδομένων βρίσκονται στις 10 καλύτερες θέσεις της κατάταξης που προαναφέρθηκε για τη διαφθορά».

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί συνοπτικά και η περίπτωση της Ιταλίας, όπου σε ρυθμίσεις για τη δημοσιοποίηση καταλόγων φορολογουμένων δια της αναρτήσεώς τους στις έδρες φορολογικών αρχών και ΟΤΑ επιχειρήθηκε και η δημοσιοποίησή τους από τις φορολογικές αρχές στο διαδίκτυο ωστόσο, η εν λόγω δημοσιοποίηση καταλόγων φορολογουμένων στο διαδίκτυο κρίθηκε παράνομη από τον ιταλό Επόπτη για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (Garante per la protezione dei dati personali), με την απόφασή του της 06/05/2008.

Μετά από την εξέταση των προαναφερομένων στοιχείων, αφού αναγνώστηκαν τα πρακτικά των συνεδριάσεων της 02/12/2010, 09/12/2010, 16/12/2010 και 23/12/2010 άκουσε τους εισηγητές και μετά από διεξοδική συζήτηση,

Η Αρχή εκδίδει την ακόλουθη ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

1. Το άρθρο 9Α του Συν/τος ορίζει ότι «καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί όπως νόμος ορίζει». Το άρθρο 5Α του Συν/τος ορίζει τα εξής: «1. Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων. 2. Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9Α και 19». Τέλος, το άρθρο 25 παρ. 1 του Συν/τος ορίζει ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.

Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

2. Το άρθρο 8 της ΕΣΑ, που αναφέρεται στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, ορίζει ότι: «1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».

3. Το άρθρο 8 του Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα ακόλουθα: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. 2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους. 3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής». Εξάλλου, το άρθρο 51 παρ. 1 του ιδίου Χάρτη ορίζει ότι: «1. Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.

Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους». Ακολούθως, το άρθρο 52 του Χάρτη ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «1. Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να τηρεί το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. (…)». Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εφαρμοστέος, καθόσον το αντικείμενο της γνωμοδοτήσεως διέπεται και από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ειδικότερα της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

4. Το άρθρο 6 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ ορίζει για τις αρχές, που πρέπει να τηρούνται ως προς την ποιότητα των δεδομένων, τα ακόλουθα: «1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει: α) να υφίστανται σύννομη και θεμιτή επεξεργασία. β) να συλλέγονται για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και η μεταγενέστερη επεξεργασία τους να συμβιβάζεται με τους σκοπούς αυτούς. Η μεταγενέστερη επεξεργασία για ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασυμβίβαστη εφόσον τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες εγγυήσεις. γ) να είναι κατάλληλα, συναφή προς το θέμα και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέγονται και υφίστανται επεξεργασία. δ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να ενημερώνονται πρέπει να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα ώστε δεδομένα ανακριβή ή ελλιπή σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους έχουν συλλεγεί ή υφίστανται κατόπιν επεξεργασία, να διαγράφονται ή να διορθώνονται. ε) να διατηρούνται με μορφή που επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων στα οποία αναφέρονται μόνο κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει την απαιτούμενη για την επίτευξη των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεγεί ή για τους οποίους αργότερα υφίστανται επεξεργασία. Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες εγγυήσεις για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διατηρούνται πέραν της περιόδου αυτής για σκοπούς ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς. 2. Εναπόκειται στον υπεύθυνο της επεξεργασίας να εξασφαλίσει την τήρηση της παραγράφου 1».

5. Το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 ορίζει ότι: «Συνιστάται Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά».

6. Το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «Η Αρχή έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες: (…) (θ΄) Γνωμοδοτεί για κάθε ρύθμιση που αφορά την επεξεργασία και προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. (…) (ιγ΄) (…) Εξετάζει επίσης αιτήσεις του υπευθύνου επεξεργασίας με τις οποίες ζητείται ο έλεγχος και η εξακρίβωση της νομιμότητας της επεξεργασίας. (…)».

7. Οι διατάξεις του άρθρου 85 ΚΦΕ, όπως τροποποιήθηκαν πρόσφατα από την παρ. 20 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010 για την αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 58/23.04.2010), έχουν ως εξής: «1. Οι δηλώσεις φόρου του παρόντος χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για φορολογικούς σκοπούς και δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίησή τους για δίωξη εκείνου που υπέβαλε τη δήλωση ή του προσώπου από το οποίο αυτός απέκτησε το εισόδημα, για παράβαση των κειμένων διατάξεων. 2. Οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίησή τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από το φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά. 3. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας συντάσσει κάθε έτος, με βάση τις δηλώσεις που του επιδίδονται, κατάλογο φορολογουμένων, ο οποίος περιέχει το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τον τίτλο και τα λοιπά στοιχεία τους, το καθαρό εισόδημα από τις κατηγορίες - και Ζ, το συνολικό καθαρό εισόδημα το οποίο υπόκειται σε φορολογία, καθώς και το φόρο που αναλογεί σε αυτό. Ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων και συμπληρώνεται με τα αντίστοιχα στοιχεία της οριστικοποίησης της εγγραφής του υποχρέου. Τοποθετείται σε πρόσφορη θέση στο κατάστημα της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και των δήμων ή κοινοτήτων όπου εδρεύει δημόσια οικονομική υπηρεσία, ώστε να μπορεί να λαμβάνει γνώση αυτού οποιοσδήποτε. Επιτρέπεται η έκδοση καταλόγων των φορολογουμένων όλης της χώρας, καθώς και η δημοσίευση τους στις εφημερίδες. Ο κατάλογος είναι διαθέσιμος στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων. Η πρόσβαση στον κατάλογο γίνεται κατόπιν ταυτοποίησης του χρήστη και περιορίζεται με βάση συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την πρόσβαση στον κατάλογο αυτόν.

Επιτρέπεται να γίνεται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών η προεκτύπωση στις ετήσιες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων των ποσών του καθαρού εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών και του αναλογούντος και παρακρατηθέντος φόρου επί αυτών, καθώς και των λοιπών διαθέσιμων στοιχείων του υποχρέου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2006 και μετά. 4. Τα στοιχεία που αναφέρονται στους καταλόγους των φορολογουμένων δεν αποτελούν απόρρητο και ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να χορηγεί, ύστερα από αίτηση, βεβαίωση για τα στοιχεία αυτά σε οποιονδήποτε τρίτο ο οποίος έχει έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει.

5. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, αποκλειστικά και μόνο: (στη συνέχεια της παραγράφου αυτής ορίζονται κατά τρόπο ειδικό και περιοριστικό έντεκα περιπτώσεις κάμψης του φορολογικού απορρήτου, όπως αυτό ορίζεται στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου) (…) 9. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται για όλη τη χώρα ή για ορισμένες μόνο περιφέρειες, ανάλογα με τον πληθυσμό, το ύψος του εισοδήματος πάνω από το οποίο, οι φορολογούμενοι που το αποκτούν, θα περιλαμβάνονται στους καταλόγους των φορολογουμένων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3».

Εξάλλου, οι παρ. 6, 7 και 8 του άρθρου 85 του ΚΦΕ προβλέπουν πειθαρχικές και ποινικές ευθύνες για τα πρόσωπα, που παραβιάζουν φορολογικό απόρρητο του ιδίου άρθρου.

8. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. (θ΄) και (ιγ΄) του Ν. 2472/1997, η Αρχή έχει αρμοδιότητα να γνωμοδοτήσει στο ερώτημα του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως υπευθύνου επεξεργασίας, σχετικά με το εάν συνάδει με την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα η δημοσιοποίηση από το Υπουργείο Οικονομικών καταλόγων φορολογουμένων στο διαδίκτυο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, ερμηνευομένων υπό το πρίσμα του άρθρου 28 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι η γνωμοδοτική αρμοδιότητα της Αρχής πρέπει να ασκείται εγκαίρως τόσο στο στάδιο καταρτίσεως νομοθετικών ή κανονιστικών ρυθμίσεων όσο και στο σχεδιασμό επιμέρους επεξεργασιών. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αρχή δεν είχε μέχρι τώρα την ευκαιρία να εξετάσει τη συμβατότητα των ρυθμίσεων του άρθρου 85 παρ. 3 του ΚΦΕ προς κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως το άρθρο 9Α του Συντάγματος, το άρθρο 8 της ΕΣ Α και η Οδηγία 95/46/ΕΚ. Συνεπώς, με την παρούσα γνωμοδότησή της η Αρχή πρέπει να κρίνει το κατά πόσον συνάδει με τις ρυθμίσεις για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα όχι μόνο η δημοσιοποίηση από το Υπουργείο Οικονομικών, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, καταλόγων φορολογουμένων στο διαδίκτυο, εν όψει του ως άνω υποβληθέντος σχεδίου Υπουργικής Απόφασης, αλλά και ευρύτερα η δημοσιοποίηση καταλόγων φορολογουμένων δια της αναρτήσεώς τους στα καταστήματα των κατά τόπους δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών και των δήμων ή κοινοτήτων, όπου εδρεύει δημόσια οικονομική υπηρεσία, καθώς, επίσης, και η δημοσιοποίησή τους δια του Τύπου.

9. Ειδικότερα, η Αρχή έχει αρμοδιότητα να γνωμοδοτήσει σχετικά με τα προαναφερθέντα ζητήματα, καθόσον: (1) οι πληροφορίες, που περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων, συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, εφόσον αφορούν φυσικά πρόσωπα. Αντίθετα, τα φορολογικά δεδομένα, που αναφέρονται σε νομικά πρόσωπα, δεν συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως ρητά προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997.

10. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 85 ΚΦΕ, ο πρωταρχικός σκοπός των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στην κατοχύρωση του φορολογικού απορρήτου, ως βασικής αρχής του φορολογικού δικαίου, και, ακολούθως, στην πρόβλεψη των κατ’ εξαίρεση περιοριστικά οριζόμενων περιπτώσεων κάμψης του. Στο πλαίσιο αυτό, όπως παγίως δέχεται η νομολογία των δικαστηρίων της χώρας του φορολογούμενου και φορολογικής αρχής, οι οποίες υποστηρίζουν την αποτελεσματικότερη ευόδωση των δημοσιονομικών σκοπών. Είναι προφανές επίσης ότι, θεσπίζοντας ο νομοθέτης το φορολογικό απόρρητο, σκοπό έχει και την προστασία του φορολογούμενου, με την απαγόρευση υπεισελεύσεως αναρμόδιων τρίτων στον κύκλο της οικονομικής του δράσεως και γενικότερα της περιουσιακής του καταστάσεως. (…)». Συνεπώς, από την αυστηρή και απόλυτη διατύπωση των περί φορολογικού απορρήτου διατάξεων προκύπτει ότι το φορολογικό απόρρητο δεσμεύει την αρμόδια φορολογική αργή έναντι του εκάστοτε ενδιαφερόμενου φορολογουμένου προσώπου και υποχρεώνει τα αρμόδια φορολογικά όργανα να απέχουν από κάθε ενέργεια, εξ αιτίας της οποίας τα φορολογικά στοιχεία του εν λόγω φορολογουμένου θα μπορούσαν να περιέλθουν σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, εκτός από τις εξαιρέσεις, που ορίζονται κατά τρόπο περιοριστικό στο νόμο.

11. Ωστόσο, από τις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 και 9 ΚΦΕ προβλέπεται, επίσης ρητά, η δυνατότητα δημοσιοποίησης καταλόγων φορολογουμένων τόσο σε έντυπη μορφή (από τη Διοίκηση και δια του Τύπου) όσο, πλέον, και σε ηλεκτρονική μορφή μέσω διαδικτύου. Οι πληροφορίες, που αναφέρονται κατά τρόπο περιοριστικό στο άρθρο 85 παρ. 3 ΚΦΕ ως στοιχεία των καταλόγων φορολογουμένων, που δύνανται να καταρτιστούν ετησίως και να δημοσιοποιηθούν, εξαιρούνται, συνεπώς, ρητά από την προστασία του φορολογικού απορρήτου, που κατοχυρώνεται, κατά τα προαναφερόμενα, στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Οι πληροφορίες αυτές είναι: το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία του υπόχρεου, ο τίτλος και τα λοιπά στοιχεία τους (εδώ δύνανται να υπαχθούν και οι πληροφορίες σχετικά με το ΑΦΜ του υπόχρεου και τη δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας ή έδρας), το καθαρό εισόδημα από τις κατηγορίες και Ζ (δηλαδή, τις κατηγορίες Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις και Εισόδημα από υπηρεσίες ελεύθερων επαγγελμάτων και από κάθε άλλη πηγή), το συνολικό καθαρό εισόδημα το οποίο υπόκειται σε φορολογία. καθώς και το φόρο που αναλογεί σε αυτό.

12. Στην υπό κρίση περίπτωση τίθεται το ζήτημα του αναγκαίου συγκερασμού μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της καταχρηστικής φοροαποφυγής και των επιταγών της ουσιαστικής κατοχύρωσης του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος των άρθρων 9Α του Συν/τος, 8 της ΕΣ Α, 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Σύμβασης 108 (1981) του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ατόμων από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992 (ΦΕΚ Α΄ 118) και τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα την 01/12/1995 με την Ανακοίνωση Υπ. Εξωτερικών Φ.0546/4173 (ΦΕΚ Α΄ 207/1995) και της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, καθόσον το προαναφερόμενο δημόσιο συμφέρον προτείνεται ως λόγος δικαιολογήσεως ενός περιορισμού του συγκεκριμένου θεμελιώδους δικαιώματος.

Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΚ σχετικά με την ανάγκη εφαρμογής των επιταγών της αρχής της αναλογικότητας κατά τη θέσπιση περιορισμών στην άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, ο νομοθέτης διαθέτει καταρχήν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την επιλογή του ενδεδειγμένου μέτρου, πού θα υλοποιεί τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος τους οποίους εκάστοτε επιδιώκει. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να εξυπηρετούν όντως σκοπούς γενικού συμφέροντος και να μην αποτελούν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο με τους εν λόγω περιορισμούς σκοπό, υπέρμετρη παρέμβαση που θίγει την ίδια την υπόσταση των δικαιωμάτων που προστατεύονται (Βλ., ιδίως, ΕΚ, Απόφαση 12/06/2003, στην υπόθεση C-112/00, Eugen Schmidberger, Internationale Transporte und Planzüge, σκέψεις 77-82, και τις αποφάσεις που αναφέρονται στη σκέψη υπ’ αρ. 80).

Εξάλλου, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει ως προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συν/τος εδ. δ΄) ότι οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί σε συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν. Όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας των μέτρων, που θεσπίζονται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης, για τον καθορισμό των ρυθμίσεων, που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση για το εάν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη, είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (Βλ. σχετικά, ιδίως, ΟλΣτΕ 3031/2008, σκέψη υπ’ αρ. 9, και ΟλΣτΕ 2010/2010, σκέψη υπ’ αρ.24, in NOMOS).

13. Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3842/2010, με τις διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 8 του νόμου αυτού τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 του ΚΦΕ, προκειμένου να επιτρέπεται στο εξής η δημοσιοποίηση ενιαίου καταλόγου φορολογουμένων δια της αναρτήσεώς του στο διαδικτυακό τόπο της ΓΓΠΣ του Υπουργείου Οικονομικών. Σχετικά με τον επιδιωκόμενο από το νομοθέτη σκοπό επεξεργασίας αναφέρονται επιγραμματικά τα εξής: «η δημοσιότητα των φορολογικών δεδομένων συγκεκριμένων κατηγοριών φορολογουμένων, που – σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία – αποφεύγουν να δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα, αποτελεί ένα εύλογο μέτρο αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής». Αν και η Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3842/2010 αναφέρεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογουμένων (προφανώς, τις κατηγορίες εισοδημάτων και Ζ) και στην ανάγκη αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής των κατηγοριών αυτών, η σαφής έννοια των διατάξεων του άρθρου 85 παρ. 3 του ΚΦΕ – όπως συμπληρώθηκαν από τις προαναφερόμενες διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010 – είναι ότι η σύνταξη καταλόγων φορολογουμένων και δημοσιοποίηση των καταλόγων αυτών αφορούν το σύνολο των φορολογουμένων της χώρας. Εξάλλου, το υπό κρίση σχέδιο Υπουργικής Απόφασης, το οποίο αποσκοπεί – σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περιεχόμενη στη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 85 του ΚΦΕ νομοθετική εξουσιοδότηση – να υλοποιήσει το μέτρο της δημοσιοποίησης ενιαίου καταλόγου φορολογουμένων της χώρας στο διαδίκτυο, αναφέρεται σε φορολογικά δεδομένα του συνόλου των φορολογουμένων της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών εισοδημάτων και Ζ.

14. Σχετικά πάντοτε με τους σκοπούς της δημοσιοποίησης ενιαίου καταλόγου φορολογουμένων, και μάλιστα στο διαδίκτυο, το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, με το προαναφερόμενο υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ 00001675 ΕΞ 2010 / 04.11.2010 έγγραφό του, επιχειρεί ουσιαστικά μία διεύρυνση των επιδιωκόμενων από το νομοθέτη σκοπών επεξεργασίας σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα στην προαναφερόμενη Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3842/2010, προβάλλοντας ενώπιον της Αρχής τα εξής: «οι σκοποί δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούνται από το μέτρο δημοσιοποίησης των φορολογικών καταλόγων στο διαδίκτυο είναι δύο, ένας κύριος κι ένας παρεπόμενος. Ο κύριος σκοπός αφορά στον περιορισμό της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής και στην επίτευξη φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιοσύνης μέσω της ενίσχυσης της διαφάνειας. Ο παρεπόμενος σκοπός σχετίζεται με την επαλήθευση των στοιχείων μητρώου και τον περιορισμό των συναλλαγών με πλαστά στοιχεία και παραστατικά».

15. Οι ως άνω προβαλλόμενοι από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ σκοποί για τη δημοσιοποίηση, και μάλιστα στο διαδίκτυο, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων του άρθρου 85 παρ. 3 ΚΦΕ, δηλαδή ο περιορισμός της φοροδιαφυγής και καταχρηστικής φοροαποφυγής, η επίτευξη φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιοσύνης μέσω της ενίσχυσης της διαφάνειας και η επαλήθευση των στοιχείων μητρώου και τον περιορισμό των συναλλαγών με πλαστά στοιχεία και παραστατικά, είναι καταρχήν καθορισμένοι, σαφείς και νόμιμοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. (α΄) του Ν. 2472/1997. Υπό την έννοια αυτή, οι εν λόγω επιδιωκόμενοι σκοποί επεξεργασίας αυτοί καθαυτοί δεν έρχονται σε αντίθεση με κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως το άρθρο 9Α του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. (β΄) της Οδηγίας 95/46/ΕΚ.

16. Περαιτέρω, η εν λόγω Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3842/2010 αναφέρει ότι «με την τροποποιημένη διάταξη το δικαίωμα πρόσβασης στο συγκεκριμένο κατάλογο φορολογουμένων, που αποτελεί δημόσια πληροφορία, περιλαμβάνει και τη χρήση του διαδικτύου». Η πρόσβαση στον κατάλογο θα γίνεται κατόπιν ταυτοποίησης του χρήστη και θα περιορίζεται με βάση συγκεκριμένα «ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια». Ειδικότερα: «η ταυτοποίηση του χρήστη που έχει πρόσβαση στο συγκεκριμένο κατάλογο επιτρέπει τη θέσπιση ποσοτικών κριτηρίων ως προς τον αριθμό των δεδομένων που θα εξαχθούν. Αυτό το μέτρο δυσχεραίνει τη μαζική εξαγωγή δεδομένων προστατεύοντάς τα έτσι από επεξεργασία που δεν δικαιολογείται από το σκοπό της διάταξης αυτής, όπως πχ. την εμπορική εκμετάλλευση των οικονομικών στοιχείων. Έτσι, επειδή η πρόσβαση στον κατάλογο δεν είναι ανοικτή, αλλά ελέγξιμη και γίνεται με βάση συγκεκριμένες διαδικασίες και ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, που θα καθοριστούν από Υπουργική Απόφαση, τηρείται η αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής».

17. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με το προαναφερόμενο έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ «η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων στο διαδίκτυο κρίνεται ως αναγκαίο, πρόσφορο και αναλογικό μέτρο σε σχέση με τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούνται, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα μας μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης». Ειδικότερα, το εν λόγω μέτρο προκρίνεται από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ ως αναγκαίο «λόγω της υφιστάμενης δημοσιονομικής κατάστασης, της αυξημένης φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής και της μεγάλης έκτασης της διαφθοράς που υπάρχει στη χώρα μας», λαμβανομένων υπόψη και των σχετικών στατιστικών δεδομένων. Ακολούθως, το εν λόγω μέτρο προκρίνεται από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ ως πρόσφορο, «διότι θα βελτιώσει τη δημοσιονομική θέση της χώρας μέσω του περιορισμού της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς. Ειδικότερα, θα ενισχύσει τη διαφάνεια αναφορικά με τη συνεισφορά του καθενός στα φορολογικά βάρη κι έτσι θα λειτουργήσει ως κίνητρο για φορολογική αυτό-συμμόρφωση. Η διαφάνεια στα εισοδήματα που δηλώνονται μπορεί επιπλέον να αποκαλύψει και να περιορίσει μη δηλούμενα εισοδήματα που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες. Περαιτέρω, η χρήση του διαδικτύου κρίνεται πρόσφορη για τη δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων, διότι εκμηδενίζει αποστάσεις, χρονικούς περιορισμούς και επιτρέπει σε όλους τους πολίτες να έχουν πρόσβαση χωρίς αποκλεισμούς π.χ. άτομα με ειδικές ανάγκες (άρ. 5Α παρ. 2 Σ)».

Στη συνέχεια, το εν λόγω μέτρο προκρίνεται από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ ως αναλογικό, «διότι η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων δεν περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχείων της φορολογικής δήλωσης και του περιουσιολογίου, αλλά τα ελάχιστα δυνατά στοιχεία που προάγουν τη διαφάνεια σχετικά με τη φορολογική συνέπεια και συνεισφορά του καθενός στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του (άρ. 4 παρ. 5 Σ).

Έτσι, στον κατάλογο δεν περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα τα πεδία της φορολογικής δήλωσης αλλά ούτε και τα περιουσιακά στοιχεία των φορολογουμένων, όπως ακίνητα, αυτοκίνητα ΙΧ, σκάφη αναψυχής ούτε αναλύει στοιχεία της δήλωσης κτλ. (…) Τέλος η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων είναι το λιγότερο αυστηρό μέτρο που θα μπορούσε να επιλέξει ένα κράτος από το νομικό του οπλοστάσιο προκειμένου να επιτύχει σκοπούς όπως οι επιδιωκόμενοι. Το μέτρο της δημοσιοποίησης είναι ένα μέτρο που στοχεύει στην αύξηση του αισθήματος ευθύνης των πολιτών μέσω της αυτό-συμμόρφωσης που θα επέλθει ως αποτέλεσμα της διαφάνειας. Συνεπώς δεν είναι μέτρο κατασταλτικό αλλά προληπτικό και άρα ανώδυνο για τους νομοταγείς φορολογούμενους».

Τέλος, σύμφωνα με τα όσα περιέχονται στο ίδιο πάντοτε έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ, «ο παρεπόμενος σκοπός που επιδιώκεται μέσω του μέτρου της δημοσιοποίησης των φορολογικών καταλόγων στο διαδίκτυο είναι ο περιορισμός των συναλλαγών με πλαστά στοιχεία και παραστατικά μέσω της υποβοήθησης κυρίως των ιδιωτών κατά τη σύνταξη ιδιωτικών συμφωνητικών. Η επιβεβαίωση των στοιχείων των συμβαλλομένων μερών μέσω της ταυτοποίησης των στοιχείων του ΑΦΜ και της ύπαρξης μιας επιχείρησης ως ενεργούς κατά την ημερομηνία της συναλλαγής είναι απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα των συναλλαγών και η δημοσιοποίηση τους στο διαδίκτυο αποτελεί ένα αποτελεσματικό εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση».

Το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ καταλήγει στο ότι «από τα παραπάνω προκύπτει ότι υπάρχει η απαιτούμενη “συνάφεια μέσου και σκοπού” και η δημοσιοποίηση του φορολογικού καταλόγου στο διαδίκτυο θεωρούμε πως στις μέρες μας και υπό τις ειδικές συνθήκες που διανύουμε αποτελεί αναγκαίο, κατάλληλο και αναλογικό μέτρο – μεταξύ άλλων που έχει δρομολογήσει η κυβέρνηση – για την αύξηση του αισθήματος ευθύνης των πολιτών, τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την επίτευξη της φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιοσύνης».

18. Καταρχάς, η Αρχή κρίνει ότι το μέτρο της δημοσιοποίησης από το Υπουργείο Οικονομικών, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, καταλόγων φορολογουμένων δια της αναρτήσεώς τους στα καταστήματα των κατά τόπους δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών και των δήμων ή κοινοτήτων, όπου εδρεύει δημόσια οικονομική υπηρεσία, καθώς, επίσης, και δια του Τύπου και στο διαδίκτυο συνιστά έντονο περιορισμό του δικαιώματος του ατόμου για την προστασία του από την επεξεργασία, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτό κατοχυρώνεται ιδίως από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 9Α του Συν/τος, 8 της ΕΣ Α, 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς, επίσης, από τις διατάξεις της Οδηγίας 95/46/ΕΚ και της Σύμβασης 108 (1981) του Συμβουλίου της Ευρώπης.

19. Παρά τα όσα υποστηρίζει το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, το μέτρο της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, δεν είναι ένα μέτρο ανώδυνο για τους ειλικρινείς φορολογούμενους, αλλά αντίθετα ενέχει σοβαρούς κινδύνους γι’ αυτούς. Ειδικότερα, το μέτρο της δημοσιοποίησης των καταλόγων φορολογουμένων ενέχει για κατηγορίες ολόκληρες ειλικρινών φορολογουμένων όχι μόνο τον κίνδυνο της αναίτιας έκθεσης των φορολογικών τους δεδομένων στη βορά της απλής περιέργειας τρίτων, αλλά, πολύ περισσότερο, στον κίνδυνο τα φορολογικά δεδομένα τους να τύχουν επεξεργασίας για σκοπούς, που επηρεάζουν άμεσα την ατομική ελευθερία συμμετοχής τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Συναφώς, η δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε φορολογικά δεδομένα μπορεί να επηρεάζει αθεμίτως τις συναλλακτικές σχέσεις, διότι θα είναι δυνατό να εξυπηρετούνται σκοποί ξένοι προς εκείνους, για τους οποίους τα δεδομένα αυτά έχουν συλλεγεί από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές (για παράδειγμα, θα μπορεί να γίνει χρήση των δεδομένων αυτών για τον καθορισμό τιμήματος σε αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όπως είναι οι πωλήσεις, για τον καθορισμό του ύψους ενοικίου κατοικίας, για τη διαπραγμάτευση του ύψους της αμοιβής σε σχέσεις εργασίας, για την επιλογή προσώπων προς απόλυση στο πλαίσιο της διενέργειας ατομικών ή ομαδικών απολύσεων προσωπικού, κλπ.). Εξάλλου, το μέτρο της δημοσιοποίησης καταλόγων φορολογουμένων ενέχει και σοβαρούς κινδύνους εγκληματικών ενεργειών (πχ. εκβιασμούς, κλοπές, ληστείες, απαγωγές) σε βάρος μερίδας, τουλάχιστον, των φορολογουμένων. Οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι απλά θεωρητικοί, αλλά, αντίθετα, είναι πολύ πιθανοί, καθόσον, όπως προκύπτει και από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στην Αρχή, στην επίσημη απάντησή τους προς το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ οι νορβηγικές αρχές παραδέχονται ότι η νορβηγική αστυνομία έχει αποκαλύψει περιπτώσεις εγκληματικών ενεργειών, όπου είναι αποδεδειγμένο ότι στοιχεία από τους εκεί δημοσιευμένους καταλόγους φορολογουμένων χρησιμοποιήθηκαν από δράστες εγκληματικών ενεργειών για την επιλογή θυμάτων με βάση το εισόδημά τους.

20. Περαιτέρω, το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, ισχυρίζεται ότι η αποτελεσματικότητα του μέτρου της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, έχει ήδη δοκιμαστεί θετικά στις σκανδιναβικές χώρες. Όμως, το επιχείρημα αυτό δεν προδικάζει την αποτελεσματικότητα εφαρμογής του μέτρου στην ελληνική έννομη τάξη, διότι η δημοσιοποίηση καταλόγων με στοιχεία φορολογουμένων στη Νορβηγία και στη Φινλανδία – τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή και στο διαδίκτυο – θεμελιώνεται πρωτίστως στις διαφορετικές συνθήκες, που επικρατούν στις χώρες αυτές για τις έννοιες της διαφάνειας, της πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα, του φορολογικού απορρήτου και των κοινωνικών παροχών. Στο πλαίσιο της συγκριτικής επισκόπησης εννόμων τάξεων, η αξιολόγηση της συμβολής αυτού καθαυτού του μέτρου της δημοσιοποίησης καταλόγων με στοιχεία φορολογουμένων στην εδραίωση φορολογικής συνείδησης στις χώρες αυτές πρέπει να αποτιμηθεί αφού ληφθούν διεξοδικά υπόψη οι ιδιάζουσες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές τους συνθήκες, οι οποίες σαφώς επηρεάζουν τα ποσοστά φορολογικής συμμόρφωσης των φορολογουμένων.

21. Αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, το μέτρο της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, είναι αλυσιτελές για την αποκάλυψη και τον περιορισμό μη δηλούμενων εισοδημάτων που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και, με τον τρόπο αυτό, για τη βελτίωση της δημοσιονομικής θέση της χώρας μέσω του περιορισμού της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς. Η αποκάλυψη και ο περιορισμός μη δηλούμενων εισοδημάτων, που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες, μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη διενέργεια πρόσφορων και ενδελεχών ελέγχων από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές και με τη διασταύρωση από τις αρχές αυτές των πληροφοριών που συλλέγονται σχετικά με την πραγματική περιουσιακή κατάσταση των φορολογουμένων. Η βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας μέσω της αντιμετώπισης της καταχρηστικής φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής και του περιορισμού της διαφθοράς δύνανται να επιτευχθούν με τη διαμόρφωση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα αποβλέπει πρωτίστως στην ενίσχυση των δυνατοτήτων των αρμόδιων φορολογικών αρχών να εντοπίζουν και να ελέγχουν τη φορολογητέα ύλη.

Ο νομοθέτης έχει ήδη εισάγει πληθώρα τέτοιου είδους ρυθμίσεων ιδίως με τις διατάξεις του προαναφερθέντος Ν. 3842/2010 για την αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις. Οι πρόσφορες και αναγκαίες ρυθμίσεις για την επίτευξη του σκοπού αυτού προσδιορίζονται από τον ίδιο το νομοθέτη στην Εισαγωγική Έκθεση του πρόσφατου Ν. 3888/2010 για την εκούσια κατάργηση φορολογικών διαφορών, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών, διατάξεις για την αποτελεσματική τιμωρία της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 175/30.09.2010), όπου αναφέρονται ως αναγκαία και πρόσφορα σχετικά μέτρα τα εξής: «Το ΣΔΟΕ επανασυστήθηκε και ενισχύθηκε με δυνατότητες απευθείας επιβολής φορολογικών ποινών.

Καθιερώθηκαν οι έλεγχοι στη βάση διασταυρώσεων και με βάση κριτήρια κινδύνου από τη ΓΓΠΣ. Η ΓΓΠΣ αποκτά πρόσβαση σε κάθε βάση οικονομικών δεδομένων του -δημοσίου, ώστε να υπάρχει δυνατότητα συγκέντρωσης και διασταύρωσης κάθε πληροφορίας με οικονομικό ενδιαφέρον. Καθιερώθηκαν τεκμήρια προσδιορισμού εισοδήματος, ώστε να μπορεί με βάση τα μέσα διαβίωσης να προσεγγίζεται το ελάχιστο δυνατό εισόδημα όλων των φορολογούμενων. Πολλαπλασιάζονται και αξιοποιούνται τα δεδομένα – τραπεζικά και φορολογικά – από το εξωτερικό, στο πλαίσιο διεθνών διμερών συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας ή / και ανταλλαγής πληροφοριών. Από 01.01.2011 όλα τα τιμολόγια άνω των 3.000 ευρώ θα υποβάλλονται μόνο ηλεκτρονικά. Από 01.01.2011 όλες οι πληρωμές άνω των 1.500 ευρώ θα πραγματοποιούνται μόνο μέσω τραπεζικής συναλλαγής (πιστωτική ή χρεωστική κάρτα, τραπεζική κατάθεση ή επιταγή). Όλες οι επαγγελματικές συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της μισθοδοσίας, θα γίνονται μόνο μέσω του τραπεζικού συστήματος». Επιπλέον, στην ίδια Εισηγητική Έκθεση αναφέρεται η ανάγκη για «μείζονες θεσμικές αλλαγές στη διαδικασία εκδίκασης των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών από τα διοικητικά δικαστήρια», καθώς, επίσης, και στην ανάγκη εισαγωγής ρυθμίσεων για το σκοπό «της δραστικής ποινικής καταστολής της φοροδιαφυγής σε όλες της τις εκφάνσεις».

Τέτοιου είδους ρυθμίσεις εισήχθησαν ήδη στην ελληνική έννομη τάξη με τις διατάξεις των νόμων 3900/2010 για τον εξορθολογισμό διαδικασιών και την επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄213/17.12.2010) και 3904/2010 για τον εξορθολογισμό και τη βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 218/23.12.2010).

Είναι ενδεικτικό ότι τόσο από τις προαναφερόμενες αναφορές του ίδιου του νομοθέτη στα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού όσο και από την κριτική επισκόπηση των μέτρων αυτών από την Τράπεζα της Ελλάδος απουσιάζει κάθε ειδικότερη μνεία στο μέτρο της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων. Το γεγονός αυτό ενισχύει την κρίση της Αρχής ότι το εν λόγο μέτρο είναι προδήλως απρόσφορο για την αποκάλυψη και τον περιορισμό μη δηλούμενων εισοδημάτων που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και, με τον τρόπο αυτό, για τη βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας μέσω του περιορισμού της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς.

22. Ακολούθως, παρατηρείται ότι το μέτρο της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, δεν προφέρεται για την ενίσχυση της διαφάνειας αναφορικά με τη συνεισφορά του καθενός στα φορολογικά βάρη, καθόσον – όπως το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ – αναφέρει ενώπιον της Αρχής «η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων δεν περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχείων της φορολογικής δήλωσης και του περιουσιολογίου, αλλά τα ελάχιστα δυνατά στοιχεία (…). Έτσι, στον κατάλογο δεν περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα τα πεδία της φορολογικής δήλωσης αλλά ούτε και τα περιουσιακά στοιχεία των φορολογουμένων, όπως ακίνητα, αυτοκίνητα ΙΧ, σκάφη αναψυχής ούτε αναλύει στοιχεία της δήλωσης κτλ. (…)». Κατά τον τρόπο, όμως, αυτό δεν προάγεται η διαφάνεια σχετικά με τη φορολογική συνέπεια και τη συνεισφορά του καθενός στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 Συν/τος, καθόσον δεν παρέχονται αναλυτικές πληροφορίες ούτε για τη συνολική περιουσιακή κατάσταση του κάθε φορολογουμένου, ούτε για την ακριβή προέλευση των περιουσιακών του στοιχείων, ούτε για τον ακριβή τρόπο φορολόγησής του, ούτε για τους ακριβείς λόγους που δηλωθέντα εισοδήματα ενδεχομένως εκπίπτουν του φορολογητέου εισοδήματος, κλπ. Συνεπώς, καθ’ όσον αφορά την ενίσχυση της διαφάνειας αναφορικά με τη συνεισφορά του καθενός στα φορολογικά βάρη η σκοπούμενη δημοσιοποίηση, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων αποτελεί μάλλον απρόσφορο ημίμετρο, παρά αποτελεσματικό μέτρο.

23. Τέλος, παρά τα όσα υποστηρίζει το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, το μέτρο της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, είναι ιδιαιτέρως αμφίβολο κατά πόσο θα συνεισφέρει στην «αύξηση του αισθήματος ευθύνης των πολιτών μέσω της αυτό-συμμόρφωσης». Από το σύνολο των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας προκύπτει η νομική υποχρέωση κάθε φορολογουμένου να δηλώνει ειλικρινώς τα εισοδήματά του στις αρμόδιες φορολογικές αρχές. Όπως προαναφέρθηκε, έχει καθιερωθεί στην ελληνική έννομη τάξη αυστηρή έννοια του φορολογικού απορρήτου, προκειμένου αυτή να ενισχύσει την εκπλήρωση της σχετικής νομικής υποχρέωσης από κάθε φορολογούμενο. Η ύπαρξη νομικής υποχρέωσης και οι προβλεπόμενες διοικητικές και ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση διαπίστωσης – μέσω των διενεργούμενων φορολογικών ελέγχων – περιπτώσεων φοροδιαφυγής και καταχρηστικής φοροαποφυγής αρκούν πλήρως για την «αυτό-συμμόρφωση» των φορολογουμένων. Ο κατά σύστημα ανειλικρινής φορολογούμενος, που δεν υπολογίζει τις αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, δεν αναμένεται με τη δημοσιοποίηση των ετήσιων φορολογικών καταλόγων ότι θα «αυτό-συμμορφωθεί» προς τη φορολογική του υποχρέωση υπό το βάρος της ενδεχόμενης προσωπικής ηθικής αποδοκιμασίας από τους συμπολίτες του. Αντίθετα, η σκοπούμενη δημοσιοποίηση, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, όπως προτείνεται από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, δηλαδή ως μέτρο έκθεσης κάθε φορολογουμένου στην επιτήρηση οιουδήποτε τρίτου, στην κοινωνική αποδοκιμασία καθώς και στο ενδεχόμενο καταγγελίας, λειτουργεί μάλλον ως μέσο ενστάλαξης φόβου και ψυχολογικού καταναγκασμού των φορολογουμένων, το οποίο υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο για τη συμμόρφωσή τους.

24. Με βάση τα προαναφερόμενα, η Αρχή σταθμίζοντας, αφενός, τις δυσμενείς επιπτώσεις, που ενέχει το επίμαχο μέτρο για την ελεύθερη συμμετοχή των ειλικρινών φορολογουμένων στην οικονομική και κοινωνική ζωή καθώς και τους κινδύνους για τη διάπραξη σε βάρος τους εγκληματικών ενεργειών και, αφετέρου, τη λίαν αμφίβολη αποτελεσματικότητα του μέτρου για τον εντοπισμό και τη σύλληψη της φορολογητέας ύλης, έχει τη γνώμη ότι η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων δια της αναρτήσεώς τους στα καταστήματα των κατά τόπους δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών και των δήμων ή κοινοτήτων, όπου εδρεύει δημόσια οικονομική υπηρεσία, καθώς και δια του Τύπου και στο διαδίκτυο δεν τηρεί την αρχή της αναλογικότητας για τον επιδιωκόμενο σκοπό της πάταξης της φοροδιαφυγής. Συνεπώς, το εν λόγω μέτρο κρίνεται, κατά πλειοψηφία, ότι δεν συνάδει προς κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως τα άρθρα 9Α και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 8 του Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 6 παρ. 1 στοιχ. (γ΄) της Οδηγίας 95/46/ΕΚ και 9 παρ. 2 της Σύμβασης 108 (1981) του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι τόσο οι σκοποί δημοσίου συμφέροντος, που επιδιώκει η Πολιτεία, όσο και τα ειδικά έννομα συμφέροντα, που έχουν τρίτοι, προστατεύονται επαρκώς. Η Πολιτεία έχει ικανά πρόσφορα μέσα, όπως τα μνημονευόμενα στη σκέψη υπ’ αρ. 21, ενώ κάθε τρίτος, που έχει πραγματικό έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει να αποκτήσει πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συγκεκριμένου φορολογουμένου ή συγκεκριμένων φορολογουμένων, τα οποία περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων, μπορεί να έχει τη σχετική πληροφορία κατ’ εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 85 ΚΦΕ. Η εν λόγω διάταξη συνάδει προς τους κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος των άρθρων 5 παρ. 1 και 9Α του Συντάγματος και 7 στοιχ. (στ΄) της Οδηγίας 95/46/ΕΚ.

25. Ωστόσο, ένα μέλος της Αρχής έχει την άποψη ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των φορολογουμένων, με την ανάρτηση στο διαδίκτυο στοιχείων τους εκ των φορολογικών καταλόγων, σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 3 του ΚΦΕ, δεν αντίκειται στο Ν. 2472/1997, διότι η επεξεργασία των δεδομένων αυτών από το Υπουργείο Οικονομικών είναι αναγκαία προς αντιμετώπιση της εκτεταμένης και από ετών υφισταμένης φοροδιαφυγής. Προς τούτο πρέπει να ληφθεί υπόψη η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Χώρα, η οποία απειλείται με χρεοκοπία, οπότε, όπως είναι ευνόητο, διακινδυνεύονται μείζονα αγαθά, που είναι υπέρτερα των προσωπικών δεδομένων των φορολογουμένων. Είναι δε, κατά την άποψη αυτή, η επεξεργασία αυτή και πρόσφορο μέσο προς περιστολή της φοροδιαφυγής, διότι θα εμπεδωθεί εκ των πραγμάτων η ειλικρίνεια των φορολογουμένων προ του κινδύνου αποκαλύψεως της τυχόν σκοπούμενης φοροδιαφυγής.

26. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη από τις ως άνω εφαρμογές, κρίνεται ότι η επιχειρούμενη από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, κατά τα προαναφερόμενα, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων, για το σκοπό της επαλήθευσης των στοιχείων μητρώου και τον περιορισμό των συναλλαγών με πλαστά στοιχεία και παραστατικά, συνάδει προς τις προαναφερόμενες διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος, προεχόντως διότι δεν αποκαλύπτονται πληροφορίες σχετικές με το εισόδημα των ενδιαφερομένων φορολογουμένων και το φόρο, που αναλογεί σε αυτό. Αν και θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η επεξεργασία των επίμαχων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τον εν λόγω θεμιτό σκοπό επεξεργασίας έχει ως έρεισμα το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν 3842/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 αρ. 2 στοιχ. (δ΄) του Ν. 2472/1997, επισημαίνεται ότι, προς αποφυγή αμφισβητήσεων, ενδείκνυται να εισαχθεί ρητή και σαφής νομοθετική πρόβλεψη για τη διενέργεια της σχετικής επεξεργασίας με σχετική συμπλήρωση του άρθρου 20 παρ. 4 του Ν. 3842/2010.

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι οι κατάλογοι φορολογουμένων, από τους οποίους θα αντλεί στοιχεία η εν λόγω εφαρμογή, συνιστούν, από την κατάρτισή τους, διοικητικά έγγραφα, υπό την έννοια του άρθρου 5 του ΚΦΕ, στα οποία – σύμφωνα με την πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων – καθένας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) έχει δικαίωμα πρόσβασης, εφόσον έχει τουλάχιστον εύλογο ενδιαφέρον. Επιπλέον, οι προαναφερόμενες πληροφορίες, που δεν καλύπτονται από το φορολογικό απόρρητο, συνιστούν πληροφορίες φορέων του δημόσιου τομέα (καθόσον όντως τηρούνται σε αρχεία δημόσιων υπηρεσιών) προς περαιτέρω χρήση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Ν. 3448/2006. Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι οι σχετικοί κατάλογοι φορολογουμένων θα καταρτίζονται από τις φορολογικές αρχές και στοιχεία από τους καταλόγους αυτούς θα τίθενται στη διάθεση των χρηστών το διαδικτυακού τόπου της ΓΓΠΣ για το σκοπό της επιβεβαίωσης των στοιχείων των συναλλασσομένων μερών με απώτερο στόχο την αποτροπή των φαινομένων εξαπάτησης σε συναλλαγές με πλαστά ή ψευδή στοιχεία, δεν δύναται, υπό το ισχύον νομικό πλαίσιο, να αποκλειστεί ακόμα και η εμπορική χρήση των πληροφοριών αυτών από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο (φυσικό ή νομικό) πρόσωπο και, ιδίως, από εκδοτικές επιχειρήσεις ή εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Και τούτο, διότι ούτε οι διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 3448/2006 ούτε άλλες διατάξεις εξαιρούν ρητά τις πληροφορίες αυτές από την περαιτέρω χρήση πληροφοριών φορέων του δημόσιου τομέα. Εκτός και εάν γίνει δεκτό ότι η επιφύλαξη τήρησης των διατάξεων για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 3448/2006 για την περαιτέρω χρήση εγγράφων του δημόσιου τομέα μπορεί να εφαρμοστεί, προκειμένου να αποκλείσει την περαιτέρω χρήση των προαναφερόμενων πληροφοριών, που περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων του άρθρου 85 παρ. 3 ΚΦΕ. Τα προαναφερόμενα τέθηκαν ήδη υπόψη των εκπροσώπων του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ από τους εντεταλμένους εισηγητές της Αρχής και ήδη το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, με το ως άνω έγγραφό του (με αρ. πρωτ. ΓρΠΠ 0001711 ΕΞ 2010), ενημέρωσε την Αρχή ότι εξετάζει το ενδεχόμενο να εισαχθεί ρητή νομοθετική πρόβλεψη για μη δυνατότητα περαιτέρω χρήσης κατά το Ν. 3448/2006 των πληροφοριών, που περιέχονται στους φορολογικούς καταλόγους. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να εισαχθεί ρητή και σαφής νομοθετική πρόβλεψη για τη μη δυνατότητα περαιτέρω χρήσης κατά το Ν. 3448/2006 των πληροφοριών, που περιέχονται στους φορολογικούς καταλόγους, πριν τεθεί σε λειτουργία η δεύτερη αυτή εφαρμογή.

27. Εξάλλου, προκειμένου να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 10 του Ν. 2472/1997, η δεύτερη αυτή εφαρμογή πρέπει να πληροί τις αναγκαίες προδιαγραφές ασφαλείας. Όπως προαναφέρθηκε, η εφαρμογή αυτή θα αποτελεί μέρος του πληροφοριακού συστήματος του ΤΑΧΙSnet και η πιστοποίηση των χρηστών της υπηρεσίας θα γίνεται μέσω της υπηρεσίας πιστοποίησης του TAXISnet με τη χρήση των πρωτοκόλλων ασφαλούς επικοινωνίας με τους χρήστες του συγκεκριμένου πληροφοριακού συστήματος.

Τα πληροφοριακά συστήματα της ΓΓΠΣ, στα οποία εντάσσονται το ΤΑΧΙSnet καθώς και η εφαρμογή για την επαλήθευση στοιχείων μητρώου, υπόκεινται σε συγκεκριμένη πολιτική ασφαλείας, η τρέχουσα έκδοση της οποίας υποβλήθηκε πρόσφατα στην Αρχή (με το υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6837/16-11-2010 έγγραφο). Τα μέτρα ασφάλειας, που λαμβάνονται κατά το άρθρο 10 του Ν. 2472/1997, πρέπει να περιγράφονται σε ολοκληρωμένο σχέδιο ασφαλείας της εφαρμογής, το οποίο θα αποτελεί τμήμα του σχεδίου ασφαλείας για το TAXISnet. Επιπλέον, η αρχική ιστοσελίδα του διαδικτυακού τόπου της ΓΓΠΣ, που θα φιλοξενεί την εν λόγω υπηρεσία επαλήθευσης στοιχείων μητρώου, θα πρέπει να περιλαμβάνει κατάλληλη ενημέρωση των ενδιαφερομένων υποκειμένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 11 του Ν. 2471/1997 και 3 παρ. 2 στοιχ. (ε΄) της Κανονιστικής Πράξης της Αρχής 1/1999. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχεται στους φορολογούμενους, στοιχεία των οποίων περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων, ενημέρωση για το σκοπό, για τον οποίο οι χρήστες της εφαρμογής για την επαλήθευση στοιχείων μητρώου θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις παρεχόμενες πληροφορίες.

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Χρίστος Γεραρής Γεωργία Παλαιολόγου

ΝΟΜΟΣ 3912/2011 - ΦΕΚ 17/Α/ 17.2.2011

Σύσταση Εθνικού Ταμείου Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο πρώτο

Σύσταση εταιρείας

1. Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.» και τον ειδικό τίτλο «Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.» (στο εξής η Εταιρεία), η οποία από της ισχύος του παρόντος υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑΣ ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ» και τον ειδικό τίτλο ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε., που συστήθηκε με το ν. 3066/2002, όπως αυτός ισχύει σήμερα.

2. Η Eταιρεία διέπεται από τον παρόντα νόμο και τον κ.ν. 2190/1920, όπως αυτός ισχύει σήμερα.

Άρθρο δεύτερο

Καταστατικό

Το Καταστατικό της Εταιρείας έχει ως εξής:

«ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΝΟΜΙΚΗ ΜΟΡΦΗ - ΕΠΩΝΥΜΙΑ - ΕΔΡΑ -ΣΚΟΠΟΣ - ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Άρθρο 1

Νομική μορφή

1. Συνιστάται με το παρόν ανώνυμη εταιρεία, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της κείμενης νο­μοθεσίας.

2. Η εποπτεία της Εταιρείας ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφαση της οποίας εξειδικεύεται το πλαίσιο εποπτείας της, όσον αφορά τους κανόνες κε­φαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας και τους όρους τοποθέτησης διαθεσίμων.

3. Η Εταιρεία μπορεί να ανοίγει Λογαριασμούς Τα­μειακής Διαχείρισης και Διαθέσιμων Κεφαλαίων στην Τράπεζα της Ελλάδος.

4. Η εποπτεία της Εταιρείας, όσον αφορά τη χάραξη της πολιτικής της και του προγράμματος δράσης της, καθώς και για θέματα που αφορούν το ανθρώπινο δυ­ναμικό της και για την υλοποίηση της επενδυτικής και αναπτυξιακής πολιτικής της προς επίτευξη του σκοπού της, ασκείται από τον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνι­στικότητας και Ναυτιλίας.

Άρθρο 2

Επωνυμία

Η επωνυμία της Εταιρείας είναι «ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙ­ΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.» και φέρει το διακριτικό τίτλο «Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.». Στις διεθνείς συναλλαγές της η Εταιρεία χρησιμοποιεί την επωνυμία «HELLENIC FUND FOR ENTREPRENEURSHIP AND DEVELOPMENT και το διακριτικό τίτλο «Ε.Τ.Ε.ΑΝ. SA» ή πιστή μετάφραση αυτών σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα.

Άρθρο 3

Έδρα

1. Έδρα της Εταιρείας είναι ο Δήμος Αθηναίων. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων μπο­ρεί ως έδρα να ορίζεται άλλος δήμος της Περιφέρειας Αττικής.

2. Η Εταιρεία μπορεί να ιδρύει υποκαταστήματα, γραφεία ή πρακτορεία οπουδήποτε στην Ελλάδα με αποφάσεις του Διοικητικού της Συμβουλίου, οι οποίες καθορίζουν τις αρμοδιότητες και τους όρους σύστασης και λειτουργίας τους.

Άρθρο 4

Σκοπός

1. Σκοπός της Εταιρείας είναι:

α) Η προώθηση της επιχειρηματικότητας και ειδικό­τερα η ενίσχυση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση για την ίδρυση νέων, καινοτόμων και δυναμικών επιχει­ρήσεων, που συμβάλλουν στη βιώσιμη και φιλική στο περιβάλλον ανάπτυξη.

β) Η διευκόλυνση και βελτίωση της πρόσβασης των Επιχειρήσεων και των τριών τομέων της οικονομίας, πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς και ιδίως των Πολύ Μικρών, Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων, σύμφωνα με τον ορισμό αυτών στη Σύσταση της Ε.Ε. 2003/361/ΕΚ, όπως ισχύει κάθε φορά, στη χρηματοδότηση για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας τους, της ανάπτυξης τους, του τεχνολογικού και οργανωτικού εκσυγχρονισμού τους και για την εισαγωγή καινοτομιών στην οργάνωση και λειτουργία τους.

γ) Η προώθηση της κοινωνικής οικονομίας και επιχει­ρηματικότητας και ειδικότερα η πρόσβαση στη χρη­ματοδότηση επιχειρήσεων ή άλλων οργανισμών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της κοινωνικής οικο­νομίας, καθώς και η πρόσβαση στη χρηματοδότηση για την προώθηση της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης, στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινω­νικής συνοχής.

δ) Η προώθηση της συνεπένδυσης ή συμμετοχής σε Επενδυτικά Ταμεία, σε Μέσα Χρηματοοικονομικής Τεχνικής ή σε Επενδυτικά Σχήματα, στα οποία περι­λαμβάνονται σχήματα και συμβάσεις παραχώρησης ή Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα, με στόχο:

i) την προώθηση της επιχειρηματικότητας, της καινο­τομίας, της έρευνας και της ανάπτυξης των επιχειρήσε­ων ή άλλων νομικών προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα,

ii) τη βιώσιμη και φιλική προς το περιβάλλον ανα­συγκρότηση, ανάπλαση και ανάπτυξη αστικών ή άλ­λων περιοχών και οργανωμένων περιοχών οικονομικής δραστηριότητας, όπως ΒΙ.ΠΕ., ΒΙ.Ο.ΠΑ., τεχνολογικά και ερευνητικά πάρκα, ζώνες καινοτομίας, ελεύθερες ζώ­νες,

iii) την εξοικονόμηση ενέργειας, την προώθηση δρα­στηριοτήτων που αξιοποιούν νέες και ανανεώσιμες πη­γές ενέργειας και την παραγωγή τεχνολογίας για την εξοικονόμηση ενέργειας,

iv) την αναβάθμιση και προστασία του περιβάλλοντος και τη διαχείριση των υδάτινων πόρων.

2. Για την επίτευξη του σκοπού της, η Εταιρεία δύ­ναται να λαμβάνει επιχορήγηση, η οποία ορίζεται για το σκοπό αυτόν ως άμεση χρηματοδοτική συνεισφορά μέσω δωρεάς, από την αρμόδια δημόσια αρχή ή τη δι­αχειριστική αρχή του κατά περίπτωση επιχειρησιακού προγράμματος ή άλλης δράσης που συγχρηματοδο­τείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από άλλη πηγή χρηματοδότησης για να ιδρύει και να διαχειρίζεται:

α) Ταμεία Χαρτοφυλακίου, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 44 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1083/2006, όπως ισχύουν κάθε φορά, και στο άρθρο 36 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 498/2007, όπως ισχύουν κάθε φορά.

β) Μέσα Χρηματοοικονομικής Τεχνικής, όπως Ταμεία Επιχειρηματικών Κεφαλαίων, Ταμεία Εγγυήσεων, Ταμεία Δανειοδοτήσεων, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 44 του Κανονισμού (ΕΚ) 1083/2006, 71 παράγραφος 5 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1698/2005 και 50, 51, 52, 53, 54 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1974/2006, 55 παράγραφος 8 του Κανονισμού 1198/2006 και 34, 35, 36 και 37 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 498/2007, όπως ισχύουν κάθε φορά.

Στις συμφωνίες χρηματοδότησης μεταξύ του Ελληνι­κού Δημοσίου και της Εταιρείας, καθώς και στις κοινές υπουργικές αποφάσεις για τη σύσταση των ανωτέρω Ταμείων καθορίζονται οι όροι, οι διαδικασίες και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια υλοποίησης και διαχείρισης των ανωτέρω.

3. Επίσης, η Εταιρεία μπορεί, μετά από απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανταγωνιστικό­τητας και Ναυτιλίας, να διαχειρίζεται και να υλοποιεί προγράμματα που χρηματοδοτούνται από τον Τακτικό Προϋπολογισμό ή το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, κοινοτικά και διακρατικά προγράμματα, προγράμματα ΕΣΠΑ ή άλλα παρεμφερή προγράμματα, προγράμματα Διεθνών Πολυμερών Οργανισμών, περιλαμβανομένων και προγραμμάτων που αφορούν επιδότηση επιτοκίων, επιδότηση προμηθειών και άτοκα δάνεια.

Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι, η δια­δικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια υλοποίησης των ανωτέρω προγραμμάτων και ενεργοποίησης των χρηματοδοτικών μέσων.

4. Οι σκοποί αυτοί πραγματοποιούνται:

α) Με την παροχή εγγυήσεων ή αντεγγυήσεων υπέρ των Επιχειρήσεων των Πολύ Μικρών, Μικρών και Με­σαίων, για την κάλυψη υποχρεώσεών τους έναντι πι­στωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή εταιρειών Επιχειρηματικών Συμμετοχών, οι οποίες απορρέουν από πάσης μορφής χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις, όπως δάνεια, προεξόφληση επιχειρηματικών απαιτήσεων, χρη­ματοδοτική μίσθωση, υβριδική χρηματοδότηση.

β) Με τη συνεπένδυση των ποσών που διαχειρίζεται η Εταιρεία, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, με μέσα χρηματοοικονομικής τεχνι­κής, όπως ταμεία δανειοδοτήσεων των επιχειρήσεων, που λειτουργούν είτε ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα είτε ως αυτόνομα τμήματα υφιστάμενων χρηματοπιστωτι­κών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, ταμεία εγγυήσεων, ταμεία επιχειρηματικού κεφαλαίου, ταμεία σποράς, τα­μεία στήριξης νέων και καινοτόμων επιχειρήσεων. Η εν λόγω συνεπένδυση μπορεί να πραγματοποιείται με την ίδρυση θυγατρικών εταιρειών.

γ) Με τη συνεπένδυση των ποσών που διαχειρίζεται η Εταιρεία, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, σε επενδυτικά ταμεία, σχήματα πα­ραχώρησης ή ΣΔΙΤ ή άλλα κατάλληλα εταιρικά σχήματα που επενδύουν για τη βιώσιμη και φιλική στο περιβάλ­λον ανάπτυξη αστικών ή άλλων περιοχών, είτε για την εξοικονόμηση ενέργειας είτε για την προώθηση δραστη­ριοτήτων που αξιοποιούν νέες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η εν λόγω συνεπένδυση μπορεί να πραγμα­τοποιείται με την ίδρυση θυγατρικών εταιρειών.

δ) Με την παροχή συναφών προς τις ανωτέρω δρα­στηριότητες υπηρεσιών, πλην της απευθείας παροχής πιστώσεων.

ε) Με την εκπόνηση ειδικών μελετών, ερευνών αγοράς και επιχειρηματικών σχεδίων.

Άρθρο 5

Διάρκεια

Η διάρκεια της Εταιρείας ορίζεται σε τριάντα έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, που μπορεί να παραταθεί ή να συντμηθεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΕΣΟΔΑ

Άρθρο 6

Κεφάλαιο

1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ορίζεται σε 1.712.885.700 ευρώ και διαιρείται σε 17.128.857 ονομαστι­κές μετοχές, ονομαστικής αξίας 100 ευρώ η καθεμία.

Από το παραπάνω κεφάλαιο ποσό 1.500.000.000 ευρώ αποτελείται από ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, που εκδόθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3775/2009, όπως ισχύει και ποσό 212.885.700 ευρώ από μετρητά. Το μετοχικό κεφάλαιο με τη μορφή μετρητών δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση οποιασδήποτε μορφής επιδότησης, όπως επιδότηση επιτοκίου και προμηθειών.

2. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης το μετοχικό κεφάλαιο μπορεί να αυξάνεται με την έκδοση νέων ονομαστικών μετοχών.

Άρθρο 7

Μετοχές

1. Οι μετοχές της Εταιρείας είναι ονομαστικές και ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο.

2. Οι τίτλοι των μετοχών φέρουν αύξοντα αριθμό τίτ­λου και μετοχών, πλήρη στοιχεία κατόχου, τη σφραγίδα της Εταιρείας και τις υπογραφές του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και ενός Συμβούλου, οριζόμενου από το Διοικητικό Συμβούλιο.

Οι υπογραφές αυτές μπορούν να αποτυπωθούν και με μηχανικό μέσο. Κάθε τίτλος μετοχών δύναται να παριστά περισσότερες από μία μετοχές, όπως ορίζεται ειδικότερα από το Διοικητικό Συμβούλιο.

3. Είναι δυνατή η έκδοση προσωρινών τίτλων μετοχών, οι οποίοι ανταλλάσσονται με τους οριστικούς, αμέσως μόλις εκδοθούν οι τελευταίοι. Οι προσωρινοί τίτλοι με­τοχών φέρουν όλα τα στοιχεία των οριστικών, πλην μερισματαποδείξεων.

Άρθρο 8

Έσοδα

Τα έσοδα της Εταιρείας προέρχονται από:

α) την επένδυση ή συνεπένδυση των διαθεσίμων της ή άλλων κεφαλαίων που διαχειρίζεται,

β) τις προμήθειες από τις παρεχόμενες εγγυήσεις και άλλες παρεχόμενες υπηρεσίες, όπως η αμοιβή δι­αχείρισης των ταμείων χαρτοφυλακίων και των μέσων χρηματοδοτικής τεχνικής.

γ) κεφαλαιουχικές και άλλες ενισχύσεις από το Δη­μόσιο ή φορείς του Δημοσίου,

δ) ενισχύσεις και άλλους πόρους από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή φορείς της,

ε) προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών,

στ) δωρεές, κληρονομιές και κληροδοσίες και

ζ) κάθε άλλη νόμιμη αιτία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΟΡΓΑΝΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Άρθρο 9

Γενική Συνέλευση

1. Η Γενική Συνέλευση (Γ.Σ.) της Εταιρείας έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως κάθε φορά ισχύουν.

2. Το Ελληνικό Δημόσιο κατά την άσκηση των δικαι­ωμάτων του ως μετόχου εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση από τους Υπουργούς Οικονομικών και Οι­κονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ή εκπρόσωπό τους.

Άρθρο 10

Αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο ασκεί τη διοίκηση και δια­χείριση των υποθέσεων της Εταιρείας. Αποφασίζει και ενεργεί κάθε πράξη για τη διαχείριση των υποθέσεων και της περιουσίας της, καθώς και την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού.

2. Ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα την Εταιρεία.

3. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί, με απόφασή του, που λαμβάνεται με την απαρτία και πλειοψηφία του άρ­θρου 13 του παρόντος, να αναθέτει μέρος των εξουσιών του, περιλαμβανομένης της εξουσίας εκπροσώπησης και δέσμευσης της Εταιρείας, με εξαίρεση τις εξουσί­ες εκείνες που ασκούνται συλλογικά, στον Πρόεδρο, στον Αντιπρόεδρο, καθώς επίσης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη ή μη του Διοικητικού Συμβουλίου, κα­θορίζοντας συγχρόνως στην παραπάνω απόφασή του και την έκταση της σχετικής ανάθεσης.

Άρθρο 11

Σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίζεται από επτά (7) μέλη και η θητεία του είναι τριετής. Τα μέλη του Δ.Σ. εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση, η οποία και ορί­ζει τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και τον Αντιπρόεδρο αυτού. Τα μέλη πρέπει να διαθέτουν, ως σύνολο, επαρκείς γνώσεις ή και εμπειρία σε θέματα χρηματοοικονομικά, διοίκησης και διαχείρισης επιχειρή­σεων, Ευρωπαϊκής Ένωσης, διεθνών χρηματοοικονομι­κών οργανισμών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ώστε να έχουν τη δυνατότητα άσκησης εποπτείας επί του συνόλου των λειτουργιών της εταιρείας.

2. Οι Σύμβουλοι είναι επανεκλέξιμοι από τη Γενική Συνέλευση και ελευθέρως ανακλητοί από αυτήν.

3. Το Διοικητικό Συμβούλιο, αμέσως μετά την εκλογή του από τη Γενική Συνέλευση, συνέρχεται και συγκρο­τείται σε σώμα.

4. Τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, όταν απου­σιάζει, κωλύεται ή παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του για οποιονδήποτε λόγο, αναπληρώνει ο Αντιπρόεδρος και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος αυτών, Σύμβουλος που ορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο.

5. Εάν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ή ο Αντι­πρόεδρος παύσει να ασκεί για οποιονδήποτε λόγο τα καθήκοντά του, πέραν του τριμήνου, συγκαλείται Γενική Συνέλευση, με θέμα την εκλογή Προέδρου και Διευθύ­νοντα Συμβούλου ή Αντιπροέδρου.

6. Εάν μείνει κενή η θέση Συμβούλου, λόγω θανάτου, παραίτησης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πριν λήξει η θητεία του, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται, εφόσον οι εναπομείναντες Σύμβουλοι δεν συνιστούν τη νόμιμη προς λήψη αποφάσεων απαρτία, να ορίσει προσωρινό ή προσωρινούς αντικαταστάτες μέχρι την προσεχή Γενική Συνέλευση, οπότε αυτή αποφασίζει οριστικά. Τυχόν αρνητική απόφαση της Γενικής Συνέ­λευσης δεν θίγει την εγκυρότητα των πράξεων του προσωρινού Συμβούλου στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε.

7. Χρέη Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου ασκεί πρόσωπο που ορίζεται από αυτό.

Άρθρο 12

Συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο συνέρχεται σε συνεδρίαση κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου του τουλάχιστον μία (1) φορά το μήνα στον τόπο της έδρας της Εται­ρείας.

Το Διοικητικό Συμβούλιο έγκυρα συνεδριάζει και εκτός της έδρας του, είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή, εφόσον στη συνεδρίαση αυτή παρίστανται ή αντιπρο­σωπεύονται όλα τα μέλη του και κανένα μέλος δεν αντιλέγει στην πραγματοποίηση της συνεδρίασης.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο συνέρχεται με πρόσκληση του Προέδρου, που γνωστοποιείται, με οποιονδήποτε τρόπο στα μέλη δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Στην πρόσκληση αυτή πρέ­πει απαραίτητα να αναγράφονται με σαφήνεια και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, διαφορετικά η λήψη αποφάσεων επιτρέπεται μόνον εφόσον παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται όλα τα μέλη του και κανένα δεν αντιλέγει στη λήψη αποφάσεων.

3. Τη σύγκληση του Διοικητικού Συμβουλίου μπορούν επίσης να ζητήσουν δύο (2) από τα μέλη του, με αίτησή τους προς τον Πρόεδρο, η οποία πρέπει να περιλαμβά­νει όλα τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου υποχρεούται να συγκαλέσει το Διοικητικό Συμβούλιο εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την υποβολή της αίτησης.

Σε περίπτωση άρνησης του Προέδρου να συγκαλέ­σει το Διοικητικό Συμβούλιο μέσα στην ανωτέρω προ­θεσμία ή σε περίπτωση εκπρόθεσμης σύγκλησής του, επιτρέπεται στα μέλη, που ζήτησαν τη σύγκληση, να συγκαλέσουν το Διοικητικό Συμβούλιο μέσα σε προ­θεσμία πέντε (5) ημερών από τη λήξη του δεκαημέρου, γνωστοποιώντας τη σχετική πρόσκληση στα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

4. Οι συζητήσεις και αποφάσεις του Διοικητικού Συμ­βουλίου καταχωρούνται περιληπτικά σε ειδικό βιβλίο, που μπορεί να τηρείται και κατά το μηχανογραφικό σύστημα. Κατόπιν αιτήσεως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, ο Πρόεδρος υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά ακριβή περίληψη της γνώμης του.

Στο βιβλίο αυτό καταχωρείται, επίσης, κατάλογος των παραστάντων ή αντιπροσωπευθέντων κατά τη συνεδρί­αση μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

Τα πρακτικά των συνεδριάσεων πρέπει να υπογράφο­νται από όλα τα παρόντα μέλη. Αν ένας ή περισσότεροι Σύμβουλοι αρνούνται να υπογράψουν τα πρακτικά, η άρνησή τους καταγράφεται στα πρακτικά.

5. Τα αντίγραφα και τα αποσπάσματα των πρακτι­κών του Διοικητικού Συμβουλίου επικυρώνονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, ειδικά οριζόμενο από τον ίδιο για το σκοπό αυτόν.

Άρθρο 13

Απαρτία - Λήψη αποφάσεων

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα, όταν παρίστανται αυτοπροσώπως ή αντιπροσωπεύονται το ήμισυ πλέον ενός των μελών του, ουδέποτε όμως τα αυτοπροσώπως παριστάμενα μέλη δύνανται να είναι λιγότερα των τεσσάρων.

2. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνο­νται με πλειοψηφία των παριστάμενων και αντιπροσω­πευόμενων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας κατισχύει η ψήφος του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Επί προσωπικών ζητημάτων, οι αποφάσεις λαμβάνονται με μυστική ψηφοφορία δια ψηφοδελτίων.

3. Κάθε μέλος έχει μία (1) ψήφο, όταν όμως αντιπρο­σωπεύει απόν μέλος μπορεί να έχει δύο (2) ψήφους, εφόσον είναι ειδικά εξουσιοδοτημένο με έγγραφη εντο­λή (επιστολή, τηλεγράφημα, τηλεομοιοτυπικό μήνυμα ή ηλεκτρονικό μήνυμα) του απουσιάζοντος μέλους, η οποία (εξουσιοδότηση) μπορεί να αφορά περισσότερες από μία συνεδριάσεις. Στο πρόσωπο του αυτού μέλους δεν επιτρέπεται να συγκεντρωθούν περισσότερες από δύο (2) ψήφοι, περιλαμβανομένης της δικής του.

4. Απαγορεύεται η αντιπροσώπευση μέλους στο Δι­οικητικό Συμβούλιο από πρόσωπο που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου.

5. Το μέλος που απουσιάζει αδικαιολόγητα από τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το εξάμηνο, θεωρείται ότι έχει υποβάλλει την παραίτησή του, η οποία συντελείται όταν το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίσει σχετικά και καταχωρίσει την απόφασή του στα πρακτικά του.

Άρθρο 14

Αμοιβές και αποζημιώσεις Διοικητικού Συμβουλίου

Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης καθορίζεται η αποζημίωση του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου, του Αντιπροέδρου, των μελών και του Γραμματέα του Δ.Σ., καθώς και οποιαδήποτε άλλη αμοιβή ή αποζημίωση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου για τη συμμε­τοχή τους σε άλλα συλλογικά όργανα της Εταιρείας ή ομάδες εργασίες.

Άρθρο 15

Ευθύνη και υποχρεώσεις του Διοικητικού Συμβουλίου

1. Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται έναντι της Εταιρείας, για κάθε πταίσμα κατά την άσκη­ση των καθηκόντων του, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει.

2. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου υποχρεούνται να τηρούν απόλυτη και αυστηρή εχεμύθεια για εμπι­στευτικά θέματα της Εταιρείας, για τα οποία έλαβαν γνώση υπό την ιδιότητά τους ως Συμβούλων. Η υποχρέ­ωση αυτή ισχύει και για δύο έτη μετά την αποχώρησή τους από τη θέση αυτή.

3. Απαγορεύεται σε Συμβούλους, που μετέχουν στη διεύθυνση της Εταιρείας και σε Διευθυντές της, να ενερ­γούν κατ' επάγγελμα, χωρίς την προηγούμενη άδεια της Γενικής Συνέλευσης, για ίδιο λογαριασμό ή για λο­γαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται σε κάποιον από τους επιδιωκόμενους από την Εταιρεία σκοπούς ή να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς. Σε περίπτωση παράβα­σης της ανωτέρω απαγόρευσης, η Εταιρεία δικαιούται αποζημίωση κατά τα άρθρα 23 παράγραφοι 2 και 3 του κ.ν. 2190/1920.

4. Δάνεια της Εταιρείας προς μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντές ή Διευθυντές αυτής, συγγενείς αυτών, μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίμα­τος ή εξ αγχιστείας, ή συζύγους των ανωτέρω, ως και η παροχή πιστώσεων προς αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. Για οποια­δήποτε άλλη σύμβαση μεταξύ της Εταιρείας και των προσώπων αυτών χρειάζεται απαραίτητα προηγούμενη ειδική άδεια της Γενικής Συνέλευσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ - ΕΛΕΓΚΤΕΣ

Άρθρο 16

Διαχείριση

1. Η διαχειριστική χρήση της Εταιρείας συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος. Η πρώτη διαχειριστική χρήση περιλαμβάνει τη χρονική περίοδο από την σύσταση της Εταιρείας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011.

2. Στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης το Διοικητικό Συμ­βούλιο καταρτίζει τους ετήσιους λογαριασμούς (ετήσιες οικονομικές καταστάσεις), σύμφωνα με τα άρθρα 110 έως 131 του κ.ν. 2190/1920. Οι ετήσιες οικονομικές κα­ταστάσεις πρέπει να εμφανίζουν με απόλυτη σαφήνεια την πραγματική εικόνα της περιουσιακής διάρθρωσης, της χρηματοοικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων χρήσης της Εταιρείας.

3. Ο προϋπολογισμός και τυχόν ανακατανομή κον­δυλίων υποβάλλονται για έγκριση στους Υπουργούς Οικονομικών και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Άρθρο 17

Ελεγκτές

1. Ο τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης και των ετήσιων λογαριασμών (ετήσιων οικονομικών καταστάσεων) της Εταιρείας, ασκούνται από ορκωτούς ελεγκτές - λογιστές, που είναι γραμμένοι στα μητρώα του άρθρου 13 παρ. 5 του π.δ. 226/1992.

2. Η Τακτική Γενική Συνέλευση εκλέγει, κάθε χρόνο, μία από τις εταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών - λογιστών που είναι εγγεγραμμένες στην ιδιαίτερη μερίδα του μητρώου ορκωτών - ελεγκτών - λογιστών, εγκρίνοντας συγχρόνως και το ποσό της αμοιβής της, η οποία οφείλει να αναθέτει, σύμφωνα με την ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία, την ευθύνη του ελέγχου σε έναν ορκωτό ελεγκτή - λογιστή, διορίζοντάς τον για το σκο­πό αυτόν, καθώς και τον αναπληρωτή του.

3. Ο διορισμός και η για οποιονδήποτε λόγο παύση των ελεγκτών, με τα στοιχεία ταυτότητάς τους, υπο­βάλλεται σε δημοσιότητα κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7α και 7β του κ.ν. 2190/1920.

4. Κατά τη διάρκεια της εταιρικής χρήσεως, οι ορκωτοί ελεγκτές - λογιστές παρακολουθούν τη λογιστική και διαχειριστική κατάσταση της Εταιρείας και δικαιού­νται να λαμβάνουν γνώση κάθε βιβλίου, λογαριασμού ή εγγράφου, περιλαμβανομένων και των πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου.

Οι ελεγκτές υποδεικνύουν στο Διοικητικό Συμβούλιο μέτρα που τυχόν πρέπει να λάβει και, σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων της νομοθεσίας ή του Κα­ταστατικού, υποβάλλουν αναφορά στον εποπτεύοντα Υπουργό.

5. Μετά τη λήξη της χρήσεως, ελέγχουν τον ισολογι­σμό και το λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως και υποβάλλουν στην Τακτική Γενική Συνέλευση έκθεση με τα πορίσματα του ελέγχου τους. Στην έκθεση αυτή, αφού ελεγχθεί η ακρίβεια και η νομιμότητα των εγγρα­φών, εκτίθεται με σαφήνεια εάν ο ισολογισμός απεικο­νίζει πράγματι την οικονομική κατάσταση της Εταιρείας κατά την ημερομηνία λήξεως της ελεγχόμενης χρήσης και ο λογαριασμός αποτελεσμάτων χρήσεως τα αποτε­λέσματα που προέκυψαν διαρκούσης της χρήσεως.

6. Οι ορκωτοί ελεγκτές - λογιστές της Εταιρείας οφείλουν να ασκούν το έργο τους με επιμέλεια και ευθύνονται έναντι της Εταιρείας και των τρίτων σε αποζημίωση για κάθε ζημία που προκάλεσαν με πράξεις ή παραλείψεις τους.

Η ευθύνη των ορκωτών ελεγκτών - λογιστών δεν δύ­ναται να περιοριστεί ή να αποκλειστεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'

ΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Άρθρο 18

Λόγοι λύσης

1. Η Εταιρεία λύεται:

α) με τη λήξη του χρόνου της διάρκειάς της, εκτός αν με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, αποφασισθεί η παράταση του χρόνου της διάρκειάς της,

β) με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης,

γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και

δ) για οποιονδήποτε άλλο λόγο, προβλεπόμενο στην κείμενη νομοθεσία.

Η συγκέντρωση όλων των μετοχών της Εταιρείας σε ένα πρόσωπο δεν αποτελεί λόγο λύσης της.

2. Η λύση της Εταιρείας υποβάλλεται στη δημοσιότητα των άρθρων 7α και 7β του κ.ν. 2190/1920.

Άρθρο 19

Εκκαθάριση

1. Εκτός από την περίπτωση της πτώχευσης, τη λύση της Εταιρείας ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής.

2. Οι εκκαθαριστές ορίζονται από τη Γενική Συνέλευση και είναι δύο (2) έως τέσσερις (4) μέτοχοι της εταιρείας. Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης οι εκκαθαριστές ασκούν όλες τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβου­λίου, τις συναφείς με τη διαδικασία και το σκοπό της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης.

3. Στην περίπτωση του εδαφίου (α) της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, το Διοικητικό Συμβούλιο εκτελεί χρέη εκκαθαριστή μέχρι το διορισμό εκκαθα­ριστών από τη Γενική Συνέλευση.»

Άρθρο τρίτο

Περιουσία - Υφιστάμενες δικαιοπραξίες Εκκρεμείς δίκες

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. παύει να υφίσταται και όλα τα περιουσιακά στοι­χεία που έχουν αποκτηθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος επ' ονόματι της εταιρείας αυτής, περιέρχονται στην Εταιρεία, η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Επίσης, περιέρχονται στην εταιρεία τα κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία, πόροι και δικαιώματα που έχουν περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. μετά την ημερομηνία του ισολογισμού της 31.12.2010, τα οποία θα εγγραφούν στα βιβλία της Εταιρείας.

2. Στις κάθε είδους, τύπου, φύσεως και περιεχομένου δικαιοπραξίες και συμβάσεις εργασίας, στις οποίες το μοναδικό ή ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι η «ΤΕ-ΜΠΜΕ Α.Ε.», στη θέση αυτού υπεισέρχεται η Εταιρεία, χωρίς κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να δικαιούται να ζητήσει για το λόγο αυτό τη λύση των δικαιοπρα­ξιών ή τη μη εκτέλεση αυτών ή τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από αυτές.

3. Όπου σε έγγραφα ιδιωτικά ή δημόσια αναγράφεται η επωνυμία «ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε.», από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου νοείται η ανώνυμη εταιρεία «Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.».

4. Οι εκκρεμείς δίκες της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. συνεχίζονται από την Εταιρεία, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτούνται άλλες ειδικότερες δι­ατυπώσεις ή ενέργειες για τη συνέχισή τους. Για τις δίκες αυτές εξακολουθούν να ισχύουν τα ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε..

5. Κάθε πράξη που αφορά στην εφαρμογή των δια­τάξεων του παρόντος άρθρου απαλλάσσεται από κάθε τέλος, εισφορά, καθώς και δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών και δικαι­ωμάτων όλων των υποθηκοφυλάκων.

6. Το ποσό των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, ύψους 1.500.000.000 ευρώ, που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 του Καταστατικού της Εταιρείας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί, εκτός των πληρωμών καταπτώσεων εγγυήσεων, και για την κάλυψη πληρωμών επιδοτήσε­ων κόστους δανεισμού, εγγυημένων από την Εταιρεία δανείων και κεφαλαίων κίνησης.

Άρθρο τέταρτο

Κανονισμοί λειτουργίας

1. Εντός διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου καταρ­τίζεται ο Κανονισμός Λειτουργίας, ο οποίος εγκρίνεται, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, από τον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

2. Με τον Κανονισμό Λειτουργίας καθορίζονται:

α. Η οργανωτική δομή της Εταιρείας, οι αρμοδιότητες των λειτουργικών μονάδων και ο τρόπος λειτουργίας τους, οι θέσεις ευθύνης με τα απαιτούμενα προσόντα για καθεμία από αυτές, καθώς και η περιγραφή των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου.

β. Οι κατευθύνσεις και γενική περιγραφή των εργασιών λογιστικής παρακολούθησης, παροχής εγγυήσεων και ανάληψης διαχείρισης ταμείων χαρτοφυλακίου - κεφαλαίου, καθώς και ο τρόπος προσδιορισμού προμηθειών και δαπανών.

3. Ο Κανονισμός Λειτουργίας συντάσσεται σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του Καταστατικού της Εταιρείας, περιλαμβάνει δε και τις ακόλουθες αρχές που αφορούν:

α. Στον επιμερισμό του επιχειρηματικού κινδύνου μετα­ξύ των Πολύ Μικρών, Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων (σύμφωνα με τους ορισμούς της Σύστασης της Επιτρο­πής ΕΚ/361/2003, όπως ισχύει κάθε φορά), των χρηματο­πιστωτικών ιδρυμάτων και της Εταιρείας, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων κάθε κατηγορίας.

β. Στην αξιολόγηση του εκάστοτε αναλαμβανόμενου κινδύνου, είτε προέρχονται εκ των εγγυήσεων είτε λοι­πών χρηματοοικονομικών εργαλείων και μέσων χρημα­τοοικονομικής τεχνικής είτε εκ της λειτουργίας της.

γ. Στην εφαρμογή των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων, όπως ισχύουν κάθε φορά.

δ. Στη μη στήριξη προβληματικών επιχειρήσεων, σύμ­φωνα με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές (2004/C 244/02), όπως ισχύουν κάθε φορά.

ε. Στην άσκηση νομικών δικαιωμάτων και ένδικων μέσων για τη διασφάλιση του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας και των γενικότερων συμφερόντων της Εταιρείας (π.χ. ένσταση διζήσεως, άσκηση δικαιώματος αναγωγής).

στ. Στη δέσμευση ότι η εγγύηση δεν θα υπερβαίνει το 80% του εγγυημένου δανείου ή άλλου χρηματοοικονομι­κού εργαλείου, ειδικά δε για τα δάνεια, το καλυπτόμενο από την εγγύηση μέρος του δανείου δεν υπερβαίνει το ενάμισι εκατομμύριο (1.500.000) ευρώ, ανά επιχείρηση.

4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσί­ας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα θέματα που αφορούν τους όρους, τις διαδικασίες και τον τρόπο επιλογής των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής, όπως χρη­ματοπιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, επενδυ­τικά ταμεία και άλλους αντίστοιχους φορείς, που λει­τουργούν στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.), προκειμένου να συνεπενδύουν ή να συνεργάζονται με την Εταιρεία, καθώς και συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων ή άλλους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ρυθμίζονται με Κανονισμούς, που εκδίδονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστι­κότητας και Ναυτιλίας.

Άρθρο πέμπτο

Θέματα προσωπικού

1. Το προσωπικό, που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος στην ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε., μεταφέρεται αυτο­δικαίως στην Εταιρεία με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτήν.

2. Το μεταφερόμενο προσωπικό κατανέμεται με από­φαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις θέσεις και ειδι­κότητες που καθορίζονται στον Κανονισμό Λειτουργίας, σύμφωνα με τη νέα οργανωτική δομή της εταιρείας, αφού συνεκτιμηθούν τα τυπικά και ουσιαστικά προσό­ντα εκάστου υπαλλήλου, υπογράφεται δε νέα ατομική σύμβαση εργασίας.

3. Οι θέσεις που θα ορισθούν με τον Κανονισμό Λει­τουργίας ως θέσεις ευθύνης, θα πληρωθούν από το υπάρχον προσωπικό, που θα εκδηλώσει ενδιαφέρον σε σχετική πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου, εφόσον διαθέτει τα ειδικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που καθορίζονται στην πρόσκληση.

4. Για όλα τα δικαιώματα και τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από τις κείμενες διατάξεις, ο χρόνος εκάστου υπαλλήλου στην ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε., καθώς και εκεί­νος που έχει αναγνωρισθεί ως χρόνος υπηρεσίας από αυτήν, λογίζεται ότι έχει διανυθεί στην Εταιρεία.

5. Το προσωπικό της Εταιρείας υπάγεται στην ασφά­λιση του κλάδου συντάξεων και του κλάδου ασθενείας του Ι.Κ.Α. και διέπεται από τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδι­ωτικού δικαίου.

6. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονο­μικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυ­βέρνησης μπορεί να συνιστώνται μέχρι σαράντα (40) θέσεις εξειδικευμένου προσωπικού με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου.

Στην ίδια απόφαση καθορίζονται οι ειδικότητες, τα προσόντα και η διαδικασία επιλογής. Η σχετική προ­κήρυξη εκδίδεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και υποβάλλεται στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού προς έγκριση. Στο παραπάνω Συμβούλιο υποβάλλεται προς έγκριση και ο πίνακας των αποτελεσμάτων.

7. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και μετά από γνώμη της αντιπροσωπευτικότερης πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων καταρ­τίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού ο Κανονισμός Προσωπικού, με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της Εταιρείας, τα καθήκο­ντα και τις υποχρεώσεις αυτού.

Ο Κανονισμός Προσωπικού εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Άρθρο έκτο

Έργα - Προμήθειες - Υπηρεσίες

Οι όροι και οι διαδικασίες ανάθεσης μελετών, εκτέλε­σης έργων και εργασιών, παροχής υπηρεσιών, προμη­θειών κινητών πραγμάτων και εξοπλισμού και συναφών εργασιών, αγορών ακινήτων, ανταλλαγών και πωλήσε­ων κινητών και ακινήτων πραγμάτων και μισθώσεων, εκμισθώσεων και γενικά παραχωρήσεων χρήσης και κάθε άλλου ενοχικού ή εμπράγματου δικαιώματος σε περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας, ρυθμίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται με απόφαση του Διοικη­τικού Συμβουλίου της Εταιρείας, με την επιφύλαξη των διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι Κανονισμοί εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Άρθρο έβδομο

Απαλλαγές - προνόμια

Η Εταιρεία δεν υπόκειται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου, απαλλάσσεται από το φόρο έναρξης της δραστηριότητας και την καταβολή του ανταποδοτικού τέλους υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού και έχει όλα τα διοικητικά, οικονομικά και δικαστικά προνόμια του Δημοσίου, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου.

Άρθρο όγδοο

Μεταβατικές διατάξεις

1. Μέχρι τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης, το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας απαρτίζεται από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε., όπως αυτό έχει συγκροτηθεί σε σώμα.

2. Μέχρι την έκδοση των Κανονισμών που προβλέπο­νται στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται οι Κανονισμοί Προμηθειών, Επιλογής Συνεργατών - Συνεπενδυτών και Λειτουργίας και Παροχής Εγγυήσεων της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε.

Άρθρο ένατο

Τροποποίηση του ν. 3775/2009

Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 22 του ν.3775/2009, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Μετά τη συντέλεση της ως άνω μείωσης του μετοχι­κού κεφαλαίου της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε., οι σχετικές απαιτήσεις της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. κατά των πρωτοφειλετών επιχειρήσε­ων υπέρ των οποίων εγγυήθηκε και κατέπεσε τελικώς η εγγύησή της, μέσω απόδοσης ομολόγων στα πιστωτικά ιδρύματα, καθίστανται πλέον απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την είσπραξη κατά ΚΕΔΕ των σχετικών καταπιπτομένων ποσών εγγυήσεων.

Προς το σκοπό αυτόν η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. αποστέλλει στην αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τα απαραίτητα έγγραφα για τη βεβαίωση των ποσών κατάπτωσης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ως δημόσιο έσοδο. Τα έγγραφα αυτά καθορίζονται με από­φαση του Υπουργού Οικονομικών.»

Άρθρο δέκατο

Τροποποίηση διατάξεων για την άσκηση του επαγγέλματος του Λογιστή Φοροτεχνικού

1. Η περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 αντικαθίσταται ως εξής:

«β. από τους πτυχιούχους των Τμημάτων Λογιστι­κής, Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσε­ων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοί­κησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.)».

2. Στην περίπτωση β' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 17 του ν. 3470/2006, αντί της φράσης «των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Δι­οίκησης Επιχειρήσεων και Τουριστικών Επιχειρήσεων της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τ.Ε.Ι. που ασκούν επί τετραετία από τη λήψη του πτυχίου τους το επάγγελμα του Λογιστή», τίθεται η φράση «των Τμη­μάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρή­σεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοί­κησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) που ασκούν επί διετία από τη λήψη του πτυχίου τους το επάγγελμα του Λογιστή Φοροτε­χνικού».

3. Στην περίπτωση γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 17 του ν. 3470/2006, αντί της φράσης «των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοί­κησης Επιχειρήσεων και Τουριστικών Επιχειρήσεων της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τ.Ε.Ι. μετά από τρι­ετή άσκηση του επαγγέλματος Λογιστή Φοροτεχνικού Γ' τάξεως», τίθεται η φράση «των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρημα­τοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομί­ας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) μετά από πενταετή άσκηση του επαγγέλματος Λογιστή Φοροτεχνικού Γ' τάξεως.»

Άρθρο ενδέκατο

Εγγραφή μελών στο Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος

1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του ν. 1100/1980, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 1479/1984, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Υποχρεούνται επίσης να εγγραφούν ως μέλη του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος:

α. οι διδάκτορες των οποίων η διδακτορική διατριβή αφορά στο γνωστικό αντικείμενο της οικονομικής επι­στήμης, εφόσον χρησιμοποιούν το διδακτορικό τους δίπλωμα για επαγγελματικούς λόγους,

β. οι κάτοχοι βασικού πτυχίου πανεπιστημίου, οι οποίοι είναι και κάτοχοι μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στην οικονομική επιστήμη των ελληνικών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ή ισότιμου μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στην οικονομική επιστήμη της αλλοδαπής, εφόσον αποδεδειγμένως χρησιμοποιούν το μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης για την κατάληψη θέσης στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα ή για την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος,

γ. οι κάτοχοι πτυχίου τμημάτων Λογιστικής, Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρημα­τοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονο­μίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, οι οποίοι είναι και κάτοχοι μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στην οικονομική επιστήμη των ελληνικών Α.Ε.Ι. ή ισότιμου μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευ­σης στην οικονομική επιστήμη της αλλοδαπής, εφόσον αποδεδειγμένως χρησιμοποιούν το πτυχίο τους ή το μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης για την κατάληψη θέσης στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα ή για την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος.»

Άρθρο δωδέκατο

Αναμόρφωση Εθνικού Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας και Ανάπτυξης

1. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3279/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«Το Ε.Σ.Α.Α. είναι το ανώτατο γνωμοδοτικό όργανο της Κυβέρνησης σε θέματα ανταγωνιστικότητας, εξω­στρέφειας και καινοτομίας.»

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του ν. 3279/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Το Ε.Σ.Α.Α. έχει τις ακόλουθες, ιδίως, αρμοδιότητες:

α) Προσδιορίζει τους άξονες και εξειδικεύει τους επί μέρους στόχους της στρατηγικής για την ανταγωνιστι­κότητα και την ανάπτυξη.

β) Επεξεργάζεται θέσεις, γενικές κατευθύνσεις και προτάσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

γ) Υποβάλλει προτάσεις για το σχεδιασμό των εθνικών και κοινοτικών αναπτυξιακών προγραμμάτων, με ιδιαί­τερη μέριμνα για τις νησιωτικές και ορεινές περιοχές της Χώρας, καθώς και τη βιώσιμη και συμβατή προς την περιβαλλοντική προστασία ανάπτυξη.

δ) Συντάσσει προτάσεις για την κωδικοποίηση και απλοποίηση της νομοθεσίας με στόχο την άρση των εμποδίων βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, της εξω­στρέφειας και της καινοτομίας.

ε) Παρακολουθεί τις εργασίες και συγκεντρώνει τα συ­μπεράσματα και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Υπουρ­γών Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ομάδας Επιτρόπων για το Συμβούλιο Ανταγωνιστι­κότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

στ) Διατυπώνει γνώμη, επί των θεμάτων αρμοδιότητάς του, κατόπιν σχετικών ερωτημάτων, που υποβάλλονται από τον Πρωθυπουργό ή τον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

ζ) Καταρτίζει ετήσιο σχέδιο δράσης με ιεράρχηση των προτεραιοτήτων του.

η) Εγκρίνει τις ετήσιες εκθέσεις για την ανταγωνι­στικότητα και τις υποβάλλει στον Πρωθυπουργό, τον Πρόεδρο της Βουλής και τα μέλη του Υπουργικού Συμ­βουλίου.

θ) Εγκρίνει και υποβάλλει στον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας περιοδικές ειδικές εκθέσεις για την ανταγωνιστικότητα,

ι) Εγκρίνει τις ετήσιες εκθέσεις πεπραγμένων.

ια) Προτείνει την αναμόρφωση του Ελληνικού Συστή­ματος Μέτρησης της Ανταγωνιστικότητας (Ε.Σ.Μ.Α.).»

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του ν. 3279/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Το Ε.Σ.Α.Α. καταρτίζει τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του, ο οποίος εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλί­ας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Κανονισμό αυτόν προβλέπονται τα σχετικά με τη συγκρότηση του Ε.Σ.Α.Α., τη σύνθεση, τις συνεδριάσεις, την εν γένει λειτουργία του και τον τρόπο έκδοσης των γνωμοδοτήσεων και λήψης των αποφάσεών του, καθώς και τα σχετικά με τη λειτουργία της Μόνιμης Επιτροπής της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου. Το Ε.Σ.Α.Α. συνεδριάζει, τουλάχιστον τρεις (3) φορές ετησίως και εκτάκτως μετά από πρόσκληση του Υπουρ­γού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.»

4. Το άρθρο 2 του ν. 3279/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 2

Σύνθεση και λειτουργία

1. Το Ε.Σ.Α.Α. συγκροτείται από:

α) Τους Γενικούς Γραμματείς των Υπουργείων Εσω­τερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνη­σης, Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμά­των, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Θαλασσίων Υποθέσεων, Νή­σων και Αλιείας, Πολιτισμού και Τουρισμού.

β) Τους Γενικούς Γραμματείς Βιομηχανίας, Εμπορί­ου, Έρευνας και Τεχνολογίας, Καταναλωτή, Δημοσίων Έργων, Επενδύσεων και Ανάπτυξης και Στρατηγικών Επενδύσεων.

γ) Τον Ειδικό Γραμματέα για την Ανταγωνιστικότητα.

δ) Τον προϊστάμενο της Μονάδας Παραγωγής Πολι­τικής της Γ. Γ. Πρωθυπουργού.

ε) Τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

στ) Τους Προέδρους της Γενικής Συνομοσπονδί­ας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.), της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Ε.), της Ανώτατης Διοίκησης Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.), του Συνδέσμου Επι­χειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.), της Εθνικής Συνομο­σπονδίας Ελληνικού Εμπορίου (Ε.Σ.Ε.Ε.), της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΠΑΣΕΓΕΣ), του Φορέα Εκπροσώπησης των Περιφερειών, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλά­δας (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.), της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος, της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (Ε.Ε.Τ.), του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδας, του Συνδέσμου Ελληνικών Του­ριστικών Επιχειρήσεων (Σ.Ε.Τ.Ε.), του Τεχνικού Επιμελη­τηρίου Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.).

ζ) Τους προέδρους των Επιτροπών Εμπειρογνωμόνων του άρθρου 5 του παρόντος.

2. Ως Πρόεδρος του Ε.Σ.Α.Α. ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτι­λίας, πρόσωπο εγνωσμένου κύρους με εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρίες σε θέματα ανταγωνιστικότητας. Ο Πρόεδρος συγκαλεί το Συμβούλιο και ορίζει τα θέ­ματα της ημερήσιας διάταξης, το χρόνο και τον τόπο της συνεδρίασης. Στις συνεδριάσεις του Ε.Σ.Α.Α. μπο­ρούν να συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ύστερα από σχετική πρόσκληση του Προέδρου του, Γενικοί ή Ειδικοί Γραμματείς Υπουργείων, προσωπικότητες από το δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, καθώς και εκπρόσωποι άλλων φορέων.

3. Για τη συμμετοχή του προέδρου και των μελών στο Ε.Σ.Α.Α. δεν καταβάλλεται αποζημίωση.

4. Συγκροτείται στο Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγω­νιστικότητας και Ναυτιλίας Μόνιμη Επιτροπή Γενικών και Ειδικών Γραμματέων των Υπουργείων που μετέχουν στο Ε.Σ.Α.Α. για την αντιμετώπιση τρεχούσης φύσεως θεμάτων που σχετίζονται με τις αρμοδιότητές του. Πρόεδρος της Μόνιμης Επιτροπής ορίζεται ο Γενικός Γραμματέας Βιομηχανίας του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Η Μόνιμη Επιτροπή συγκαλείται, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της και για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις της δεν κατα­βάλλεται αποζημίωση.

5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγω­νιστικότητας και Ναυτιλίας μπορεί να τροποποιείται η σύνθεση του Ε.Σ.Α.Α., ως προς τον αριθμό και τις ιδιότητες των μελών του.

6. Η διοικητική υποστήριξη του Ε.Σ.Α.Α. ανατίθεται στη Διεύθυνση Προώθησης της Ανταγωνιστικότητας της Ειδικής Γραμματείας για την Ανταγωνιστικότητα.»

5. Το άρθρο 5 τον ν. 3279/2004 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 5

Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων

1. Το Ε.Σ.Α.Α. επικουρείται από επιτροπές εμπειρο­γνωμόνων που λειτουργούν ως εισηγητικά όργανα και συγκροτούνται από εκπροσώπους φορέων που μπορεί να είναι και μέλη του Ε.Σ.Α.Α., διακεκριμένα στελέχη της αγοράς και της διοίκησης, καθώς και μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) Ανώτατων Εκπαιδευ­τικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) και Ανώτατων Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Τ.Ε.Ι.), των οποίων τα σχε­τικά καθήκοντα ανατίθενται κατά παρέκκλιση από κάθε σχετική ρύθμιση και από τη διαδικασία ανάθεσης και ανάληψης εξωπανεπιστημιακής απασχόλησης. Οι επι­τροπές αυτές είναι οι ακόλουθες:

α) Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Εξωστρέφειας

β) Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Ανταγωνιστικότητας

γ) Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Καινοτομίας

δ) Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Μικρομεσαίων Επι­χειρήσεων

ε) Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Βιώσιμης Ανάπτυξης.

2. Οι Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων μελετούν τα θέμα­τα που ανήκουν στον τομέα ευθύνης τους και:

α) εισηγούνται προς το Ε.Σ.Α.Α. μέτρα και ενέργειες βελτίωσης,

β) καταρτίζουν τις ετήσιες και περιοδικές εκθέσεις δράσης τους,

γ) προετοιμάζουν το ετήσιο σχέδιο δράσης των φο­ρέων υλοποίησης,

δ) συντάσσουν τις ετήσιες εκθέσεις πεπραγμένων του Ε.Σ.Α.Α.,

ε) υποβάλλουν προτάσεις για τη διαρκή βελτίωση του Ελληνικού Συστήματος Μέτρησης της Ανταγωνι­στικότητας,

στ) αξιολογούν τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων του Ε.Σ.Α.Α.,

ζ) παρέχουν επιστημονική υποστήριξη στη διαδικασία εφαρμογής των γνωμοδοτήσεων του Ε.Σ.Α.Α. και

η) συντάσσουν εισηγήσεις, εκθέσεις και αναφορές, κατόπιν ανάθεσης από το Ε.Σ.Α.Α., για θέματα της αρμοδιότητάς τους.

3. Οι Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, υποστηρίζονται από υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ως ακολούθως:

α) Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Εξωστρέφειας από τη Γενική Διεύθυνση Διεθνούς Οικονομικής Πολιτικής.

β) Οι Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων Ανταγωνιστικότη­τας και Βιώσιμης Ανάπτυξης από τη Διεύθυνση Προώθη­σης της Ανταγωνιστικότητας της Ειδικής Γραμματείας για την Ανταγωνιστικότητα και την Υπηρεσία Εποπτείας της Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, ανάλο­γα με τη φύση του θέματος που χειρίζονται.

γ) Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Καινοτομίας από την αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Βι­ομηχανίας.

δ) Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Μικρομεσαίων Επι­χειρήσεων από τη Διεύθυνση Μικρομεσαίων Επιχειρή­σεων της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας.

4. Οι ανωτέρω Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας έχουν, μεταξύ άλλων, τις εξής αρμοδιότητες:

α) Υποστηρίζουν τη διαχείριση του έργου των Επι­τροπών Εμπειρογνωμόνων και του Ε.Σ.Α.Α. και όσων δράσεων προκύπτουν από αυτό.

β) Συγκεντρώνουν και επεξεργάζονται αξιόπιστα και συνεχώς επικαιροποιημένα στοιχεία για την ανταγωνι­στικότητα από εθνικές και διεθνείς πηγές, δημιουργώ­ντας και σχετική βάση δεδομένων.

γ) Συνεργάζονται με διεθνείς οργανισμούς.

δ) Διοργανώνουν ημερίδες και εκδηλώσεις, που αφο­ρούν στην προώθηση της ελληνικής ανταγωνιστικότη­τας και στην προβολή παγκόσμιων καλών πρακτικών.

ε) Μεριμνούν για την υλοποίηση δράσεων για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της ανταγωνι­στικότητας.

5. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονο­μίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ορίζονται τα μέλη των Επιτροπών Εμπειρογνωμόνων, στα οποία καταβάλλε­ται αποζημίωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.»

6. Τα άρθρα 4 και 8 του ν. 3279/2004 καταργούνται.

Άρθρο δέκατο τρίτο

Τροποποίηση του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 1796/1988

Η περίπτωση θ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1796/ 1988, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρ­θρο 42 παρ. 1 του ν. 3427/2005 (ΦΕΚ 312 Α'), αντικαθί­σταται ως εξής:

«θ. Επενδύσεις που πραγματοποιούνται σε χώρες εντός και εκτός Ε.Ε. από ελληνικές επιχειρήσεις ή ορ­γανισμούς ή από κοινοπραξίες ή εταιρίες, στις οποίες μετέχουν ελληνικές επιχειρήσεις κατά το ποσοστό συμ­μετοχής τους.»

Άρθρο δέκατο τέταρτο

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 11 Φεβρουαρίου 2011

Page 4 of 6