Κυρ 9 Απρ 2017 06:59:28 μμ

Monday, 24 January 2011 19:54

ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Γραφει ο/η Administrator

Με τη με αριθμό 34100/99 (Φ.Ε.Κ. 2131 Β΄/99) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά  τη με αριθμό 2701/16.11.99 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 & 1 και 15 του ν. 2639/98 για την «ρύθμιση εργασιακών σχέσεων κ.α.» καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων, 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών (προοίμιο και άρθρο 3 Υ.Α), συνολικής διάρκειας, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 10 της άνω Υ.Α., είκοσι τεσσάρων μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης, διάρκειας έντεκα μηνών από τους οποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και οι υπόλοιποι αφορούσαν την τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, με το ποσό των 8.650 δις δραχμών, θα γινόταν από τον Ο.Α.Ε.Δ. και της δεύτερης φάσης διάρκειας δέκα τριών μηνών με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, με το ποσό 8.650 δις δραχμών, θα γινόταν από το Υ. Π. Ε. Σ. Δ. Δ. Α. Στην ανωτέρω Υ.Α. ορίστηκαν μεταξύ άλλων : α) ότι το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του Ο.Α.Ε.Δ., της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και της Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), οι οποίοι θα συμβληθούν με προγραμματική σύμβαση, αντικείμενο της οποίας θα αποτελεί η συνεργασία τους, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινοχρήστων χώρων στους Ο.Τ.Α., στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως αυτού της φύλαξης  των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών – βλ. άρθρο 5,  β) ότι το έργο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους Ο.Τ.Α. και επιλογή των Ο.Τ.Α. που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των Ο.Τ.Α. που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα – βλ. άρθρο 6,  γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων (Υπουργείων, Ο.Α.Ε.Δ. ,  Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.,   Ε.Ε.Τ.Α.Α.) η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού και  δ)  οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα κάθε ενός εκ των επτά συνεργαζομένων φορέων (Υπουργείων, Ο.Α.Ε.Δ.,  Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.,  Ε.Ε.Τ.Α.Α.) για την υλοποίηση του έργου, μεταξύ των οποίων και τα καθήκοντα της Ε.Ε.Τ.Α.Α., στα οποία περιλαμβάνονται, εκτός από την οικονομική διαχείριση του προγράμματος, η εκπαίδευση των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, η δημιουργία και  εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και την έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων, η παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, παρακολούθηση των υποχρεώσεων των φυλάκων, διοργάνωση ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοση τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου – βλ. άρθρο 7ζ, αλλά και τα καθήκοντα του Ο.Α.Ε.Δ. μεταξύ των οποίων και η υποστήριξη για τον σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων – βλ. άρθρο 7ε. Οι επτά φορείς συμβλήθηκαν κατά το άρθρο 25 ν.2738/99, καταρτίζοντας προγραμματικές συμβάσεις, όπου στα άρθρα 1 & 2 περ. β΄ και γ΄ αυτών αναφέρθηκε ότι το έργο περιλαμβάνει το σχεδιασμό και τη διοργάνωση ενός προγράμματος πληροφόρησης και ενημέρωσης σε θέματα που αφορούν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις στο χώρο που θα τοποθετηθούν οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των Ο.Τ.Α. που θα ενταχθούν στο εν λόγω πρόγραμμα. Με τις προγραμματικές συμβάσεις επίσης, καθορίστηκαν και οι αρμοδιότητες κάθε φορέα, όπως αυτές προβλέφθηκαν στην Υ. Α. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο, μεταξύ άλλων όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος (Ο.Α.Ε.Δ.,  Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.,  Ε.Ε.Τ.Α.Α.) και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του Προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου, καθώς και για τη λήψη αποφάσεων, εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις, για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που ανακύπτουν από αυτή (άρθρο 31 κανονιστικού πλαισίου),  β) αναλυτικώς τα καθήκοντα και τις εν γένει υποχρεώσεις των απασχολουμένων στο πρόγραμμα (άρθρο 311 κανονιστικού πλαισίου) και γ) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι Ο.Τ.Α. πρέπει να είναι Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και ότι η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η α΄ βάρδια θα διαρκεί από τις 07:00-15:00, η β΄ βάρδια από τις 15:00-23:00 και η γ΄ βάρδια από τις 23:00 έως τις 07:00 και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο Ο.Τ.Α. Προβλέφθηκε επίσης, όπως και στην ως άνω Υ.Α το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα (βλ. άρθρο 1 &3.7 και άρθρο 4 κανονιστικού πλαισίου). Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβανόμεθα και εμείς με απόφαση της Επιτροπής Επιλογής, στο πλαίσιο του άρθρου 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι δικαιούχοι Ο. Τ. Α., συνεβλήθησαν με την Ε.Ε.Τ.Α.Α και αναλάβαμε την υποχρέωση να παρακολουθήσουμε μια επιμορφωτική συνάντηση για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουμε εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι σε βάρδιες, ως φύλακες οκτώ ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα. Με τις ίδιες συμβάσεις, οι Δήμοι ανέλαβαν την υποχρέωση 1) Να προβούν στην επιλογή σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του Προγράμματος και να ενημερώσουν εγγράφως την Ε.Ε.Τ.Α.Α. και να κατανείμει τους ασκούμενους σε αυτά σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα.  2) Να προμηθευτούν τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους φύλακες.  3) Να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να διανεμηθεί στους «ασκούμενους» το εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό των ενεργειών ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης που θα αποσταλεί από την Ε.Ε.Τ.Α.Α. 4) Να επιμεληθούν της οργάνωσης και του συντονισμού της προβλεπόμενης επιμορφωτικής συνάντησης για τους ασκούμενους, στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α. και με τη συνεργασία της.  5) Να αναπτύξουν και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. πριν την έναρξη εφαρμογής του  6) Να διενεργούν τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκούμενων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος.  7) Να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού του Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού, οι οποίοι θα επιφορτιστούν ειδικότερα με την ευθύνη εφαρμογής και παρακολούθησης του προγράμματος, για λογαριασμό τους και συγκεκριμένα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, να αποτελεί τον εκπρόσωπο του Δήμου στο Πρόγραμμα και να έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής του στα διοικητικά όρια αυτού και της σχετικής ενημέρωσης του Δήμου, να είναι υπεύθυνο για τα ακόλουθα: να συντονίσει, να παρακολουθήσει και να υποστηρίξει οργανωτικά το πρόγραμμα, σύμφωνα με τις υποδείξεις της Ε.Ε.Τ.Α.Α. να συντονίσει, οργανώσει και υλοποιήσει τις προβλεπόμενες επιμορφωτικές συναντήσεις για τους «ασκούμενους», στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α. και με τη συνεργασία της, να κατανείμει στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια και να διανείμει στους «ασκούμενους» φύλακες τον απαραίτητο εξοπλισμό, να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. εντός μίας εβδομάδας από την ολοκλήρωση της επιμορφωτικής συνάντησης πίνακα με τα στοιχεία των «ασκουμένων», να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. δίμηνο προγραμματισμό σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει ανά σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν, να συγκεντρώνει καθημερινά τα ημερήσια δελτία συμβάντων-παρουσιών που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι και να τα φυλάσσει ώστε να είναι διαθέσιμα στον φορέα υλοποίησης του προγράμματος, να συμπληρώνει μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου, μαζί με τα δελτία συμβάντων –παρουσιών στο αρμόδιο στέλεχος της Ε.Ε.Τ.Α.Α., να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και την επισήμανση περιστατικών που έχουν σχέση με την συμπεριφορά των ασκουμένων και να έχει συνεχή επικοινωνία και συνεργασία με τους ασκούμενους προκειμένου να επιλύονται τυχόν προβλήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του προγράμματος. Παρότι δε εργοδότες μας ήταν από κοινού ως ΣΥΝ-ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΗΣΑΝΤΑ, όλα τα νομικά πρόσωπα που συνεβλήθησαν στην άνω πολυμερή δικαιοπραξία και έλαβε την ονομασία «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ», κατά το αρχικό στάδιο της συμβατικής μας σχέσης με τους εναγόμενους μας προσεφέρθη προς υπογραφή κείμενο φέρον την ονομασία ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ», το περιεχόμενο του οποίου περιελάμβανε τους αναφερόμενους σ’ αυτό όρους.

Έτσι ως εργοδότης μας εμφαίνετο η ΕΕΤΑΑ αυτή μας κατέβαλε το μηνιαίο μισθό μας και μας ασφάλιζε στο ΙΚΑ ( μόνο για τον κλάδο υγείας μου και ουχί για τον κλάδο σύνταξης).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω κείμενα «ιδιωτικού συμφωνητικού» σε υλοποίηση αυτής της «προγραμματικής  συμφωνίας» προσελήφθημεν άπαντες από κοινού από τους εναγομένους, ο καθένας από εμάς με αλληλοδιάδοχες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εργαστήκαμε ως σχολικοί φύλακες καθ’ όλη τη διάρκεια των ετών 2004, 2005, 2006 σε σχολικές Μονάδες εντός των τοπικών ορίων του Δήμου ………..

Καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής μας στους φορείς του προγράμματος, εμείς απασχολούμεθα σε καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας σε οκτάωρη ημερήσια βάση, σε σύστημα βαρδιών και ειδικότερα α΄ βάρδια  διαρκούσε από τις 07:00-15:00, η β΄ βάρδια από τις 15:00-23:00 και η γ΄ βάρδια από τις 23:00 έως τις 07:00.Απασχολούμασταν δηλαδή για κάθε απογευματινή βάρδια που εκτελούσαμε μια (1) ώρα νυκτερινή εργασία και για κάθε βραδινή βάρδια που εκτελούσαμε εργαζόμασταν 7 ώρες νύκτα. Επίσης απασχολούμεθα καθ΄ ήμερα Κυριακή αργία ή εξαιρετέα, διότι ναι μεν τα σχολεία δεν λειτουργούσαν τις άνω ημέρες και ώρες, όμως εμείς, όμως εμείς εργαζόμασταν, διότι αυτά δεν ήταν δυνατόν να μείνουν αφύλακτα. Όμως παρά το γεγονός ότι εμείς εργαζόμασταν τόσο κατά τη διάρκεια Κυριακών αργιών και εξαιρετέων ημερών αλλά και σε νυκτερινή βάση, δεν μας καταβάλλονταν οι εκ του νόμου προβλεπόμενες προσαυξήσεις για την άνω πρόσθετη εργασία μας. Επίσης δεν μας καταβαλλόταν καμία αμοιβή για Δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και για επίδομα αδείας των ετών 2004, 2005 και 2006. Συγκεκριμένα εργαστήκαμε κατά τα έτη 2004, 2005 και 2006 τις κάτωθι νυκτερινές ώρες καθώς και Κυριακές και αργίες, όπως αυτές εμφανίζονται στους αντίστοιχους πίνακες κάθε έτους

Οι αντίδικοι επικαλούντο μάλιστα ως δικαιολογία για την άνω παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά τους ότι δήθεν εμείς συνδεόμεθα με τους συμβαλλομένους φορείς του προγράμματος και εργοδότες μας δια συμβάσεων μαθητείας και όχι δια συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, ώστε με βάση την κείμενη νομοθεσία να μην δικαιούμεθα  καμμίας τέτοιας αμοιβής. Αυτό όμως είναι προφανώς αβάσιμο, καθ΄ όσον δεν νοείται μαθητεία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά κυρίως όταν δεν υπάρχει καμμία επαγγελματική κατάρτιση ή εκπαίδευση και άλλη πάσης φύσεως γνωστική διαδικασία, όταν αμφότερα τα μέρη απέβλεψαν στην παροχή της εργασίας μας και όχι στην απόκτηση εργασίας  και εμπειρίας και γνώσης ή έστω κάποιας μορφής κατάρτιση. Αμφότερα τα μέρη επιθυμούσαμε την κάλυψη της πάγιας και διαρκούς ανάγκης των Δήμων για φύλαξη των σχολικών συγκροτημάτων τους.
Για αυτό άλλωστε και η πολιτεία αναγνωρίζοντας την αληθή φύση και το χαρακτήρα των συμβάσεων που μας συνέδεαν με τους αντιδίκους με το άρθρο 11 του Π.Δ 164/04, το οποίο εξεδόθη σε εναρμόνιση της εσωτερικής έννομης τάξης με την οδηγία 99/70 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μας έδωσε το δικαίωμα της μετατροπής των συμβάσεων μας σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ειδικότερα καθορίσθηκε ότι: «Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. Προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος Ο.Τ.Α στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του».

Σε εφαρμογή της άνω διατάξεως και αφού υποβάλλουμε σχετικές αιτήσεις άπαντες και άπασες εξ’ ημών και μετά την έκδοση σχετικών αποφάσεων  των αρμόδιων Υ.Σ, στην αρχή και του ΑΣΕΠ εν  συνέχεια, οι συμβάσεις  μετεράπησαν σε τοιούτες Ε>Ε>ΙΔΑΧ και ενταχθήκαμε τελικά στο τακτικό προσωπικό του Δήμου ……………………..
2. Νομική βάση  2α.       ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΤόσο η θεωρία όσο και η νομολογία των ελληνικών Δικαστηρίων έχει καταλήξει σε ένα ουσιαστικό διακριτικό γνώρισμα της εξαρτημένης εργασίας από την παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών, τη σύμβαση μίσθωσης έργου, από τη σχέση εντολής, μεσιτείας και εμπορικής αντιπροσωπίας και άλλες συγγενείς σχέσεις. Κατά την έννοια, που αποδέχεται λοιπόν τόσο η θεωρία (Ντάσιος, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τ.1, σελ 58 επ.) όσο και η νομολογία (ΑΠ 1356/1992, ΕΕΔ 52 270, ΑΠ 947/1992, ΕΕΔ 52 890, ΑΠ 1984/1990, ΕΕΔ 50 795, ΑΠ 1822/1990, ΕΕΔ 50 535, ΑΠ 1172/1991, ΕΕΔ 52 157, ΑΠ 329/1990, ΔΕΝ 47 283, ΑΠ 1898/1987, ΔΕΝ 44 1195, ΑΠ 107/1987, ΕλλΔνη 29 294, ΑΠ 740/1984, ΔΕΝ 41 502), εξαρτημένη είναι η εργασία, ανεξάρτητα με τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής, η οποία παρέχεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη, ως προς τον τρόπο χρόνο και τόπο της παροχής της και υπό την εποπτεία και έλεγχό του. Ο μισθωτός με την άνω έννοια είναι υποχρεωμένος να υπακούει σ’ αυτές και να δέχεται τον έλεγχο, χωρίς να έχει την ευθύνη για την επίτευξη του αποτελέσματος.Με την προρρηθείσα έννοια υποβαθμίζεται το στοιχείο της πρωτοβουλίας του μισθωτού, που είναι απαραίτητη μέσα στην εκμετάλλευση, αφού ο εργαζόμενος αποτελεί οργανική μονάδα της. Έγινε όμως δεκτό ότι η προσωπική ή νομική εξάρτηση δεν αποκλείει την ύπαρξη κάθε πρωτοβουλίας του εργαζομένου στην εκτέλεση της εργασίας του (ΑΠ 1026/1990, ΕΕΔ 50 320, ΑΠ 660/1970, ΕΕΔ 30 88, ΑΠ 82/1988, ΕΕΔ 48 166, ΑΠ 460/1986, ΕΕΔ 46 167, ΑΠ 525/1987, ΔΕΝ 44 297, ΕφΠειρ. 810/1992, ΕΕΔ 52 151) και ιδίως όταν αυτή επιβάλλεται από τη φύση και το είδος της εργασίας. Ωστόσο την περιορίζει μέσα στα όρια που καθορίζει ο εργοδότης ή που είναι αναγκαία στα καθήκοντα τα οποία ανατέθηκαν στον εργαζόμενο ή αρμόζουν στη θέση που εντάχθηκε (ΑΠ 1494/1991, ΕΕΔ 52 159, ΑΠ 528/1971, ΕΕΔ 30 1505, ΑΠ 351/1970, ΕΕΔ 29 1370). Από την έκταση της πρωτοβουλίας δίνεται και ο βαθμός της εξάρτησης, ο οποίος διαφέρει κατά περίπτωση.Απαραίτητο στοιχείο της εξαρτημένης εργασίας είναι η ρητή ή σιωπηρή συμφωνία για την πληρωμή από τον εργοδότη αμοιβής (ΑΠ 422/1994, ΕΕΔ 54 934), η οποία αν δεν συμφωνήθηκε τεκμαίρεται κατ’ άρθρο 649 ΑΚ, όχι όμως και ο τρόπος καταβολής του μισθού, αν δηλαδή προσδιορίζεται κατά χρονική περίοδο ή κατά μονάδα εργασία, κατ’ αποκοπή, με φιλοδωρήματα των πελατών ή αν καταβάλλεται αμοιβή σε είδος. Δεν ασκεί επίσης επίδραση το γεγονός ότι δε συμφωνήθηκε ή δεν υπάρχει νόμιμος μισθός, καθοριζόμενος από συλλογική σύμβαση ή άλλη κανονιστική διάταξη, γιατί στην περίπτωση αυτή οφείλεται ο συνηθισμένος μισθός κατ’ άρθρο 653 ΑΚ. Συνεπώς αν ο εργοδότης αρνείται την καταβολή μισθού αρνείται και την ύπαρξη εργασιακής σχέσης.Ως εργοδότης από το νόμο χαρακτηρίζεται, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου και του δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ, το οποίο χρησιμοποιεί με αμοιβή την εργασία άλλων φυσικών προσώπων (μισθωτών), με σχέση εργασία ιδιωτικού δικαίου. Ο εργοδότης είναι ο αντισυμβαλλόμενος του μισθωτού στη σχέση εργασίας. Υπό την άνω έννοια εργοδότες είναι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις – συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών – ή δημοσίου δικαίου (Οργανισμοί, ιδρύματα κ.ο.κ), το Δημόσιο και οι ΟΤΑ.

Ο εργοδότης, κατ’ άρθρο 662 ΑΚ, έχει υποχρέωση να διατηρεί σε καλή κατάσταση τους χώρους εργασίας και διαμονής των εργαζομένων καθώς επίσης και τις εγκαταστάσεις σύμφωνα με τις απαιτήσεις της τεχνικής, τα μηχανήματα, τα εργαλεία κλπ, κατά τέτοια τρόπο ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία τους. Έχει επίσης υποχρέωση να αποδέχεται την εργασία που συμφωνήθηκε να παρέχει ο μισθωτός, δηλαδή να απασχολεί πραγματικά το μισθωτό στην εργασία για την οποία έχει προσληφθεί καθώς και να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχείρισης κατ’ άρθρο 200 και 280.

Η σχέση μαθητείας αντίθετα με τα προαναφερθέντα έχει ως προέχον στοιχείο την επαγγελματική τεχνική εκπαίδευση, η δε παροχή εργασίας είναι δευτερεύον στοιχείο, οποία εκτελείται για την πρακτική άσκηση των μαθητών. Ο μαθητευόμενος φοιτά στην επαγγελματική σχολή και για την πρακτική εφαρμογή των διδασκόμενων απασχολείται στο εργαστήρι της σχολής ή σε αντίστοιχη με το επάγγελμα εκμετάλλευση (Ολομ. Α.ΟΠ 19/1987, ΕΕΔ 46/818, Α.Π 1268/1988, ΔΕΝ45,603, Εφετ. Θες. 333/1989, ΕΕΔ 48,477).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση εμείς εργαζόμεθα με συγκεκριμένο ωράριο σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, λαμβάνοντας εντολές από τους προϊστάμενους μας, δεχόμενοι δε ταυτοχρόνως και τον έλεγχο  και στην εποπτεία σχετικά με την παρουσία μας ή μη στους χώρους εργασίας μας αλλά και όσον αφορά την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών μας . Σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε η εργασία μας συμπλήρωση της επαγγελματικής μας θεωρητικής εκπαίδευσης, ή έστω δευτερεύον στοιχείο στη σχέση μας με τους εναγόμενους. Αντιθέτως η μόνη σχέση που μας συνέδεε με τους εναγομένους ήταν  αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι εμείς η μόνη υποχρέωση που είχαμε ήταν η παροχή της εργασίας μας αυτής καθ’ εαυτής και οι εναγόμενοι μοναδική υποχρέωση απέναντί μας είχαν την καταβολή του μισθού μας. Σε αυτήν την εργασία αυτή καθ’ εαυτή απέβλεψαν οι αντίδικοι και ουχί στην «επιμόρφωσή» μας, ήτις αποτέλεσε ένα νομότυπο πρόσχημα για την άμεση και κατά παρέκκλιση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας περί προσλήψεων προσωπικού στο Δημόσιο, απασχόλησή μας ως φύλακες σχολικών κτιρίων και αλήθεια σύμφωνα με τα διδάγματα της πείρας και την κοινή λογική, πόση και ποιά επιμόρφωση και μαθητεία χρειάζεται να λάβει κάποιος για να φυλάει/ επιτηρεί ένα σχολικό συγκρότημα?  .

Τα δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) θεωρούνται σύμφωνα με την πάγια νομολογία τακτικές αποδοχές (Ολ.ΑΠ 1139/1974, ΕΕΔ 34 9, Ολ.ΑΠ 32/1962, ΕΕΔ 21 200, ΑΠ 639/1967, ΕΕΔ 27 22). Πριν από το Ν. 1082/1980 η καταβολή του Δώρου Εορτών ρυθμιζόταν κάθε φορά με Υπουργική Απόφαση, η οποία εκδιδόταν σύμφωνα με την εξουσιοδότηση των α.ν 28/1945 και 1777/1951, που κυρώθηκε με το Ν. 1901/1951, δίχως να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της παροχής ως συμβατικής. Οι Υπουργικές Αποφάσεις ρύθμιζαν απλώς τον τρόπο καταβολής και δε δημιουργούσαν δικαίωμα, οπότε αν παραλειπόταν η έκδοση της σχετικής Υ.Α τα δώρα οφείλονταν κατά τον ίδιο τρόπο καταβολής και στην ίδια έκταση, που καταβλήθηκαν και τα προηγούμενα χρόνια. Ο συμβατικός χαρακτήρας των δώρων εορτών προϋπόθεταν έγκυρη σύμβαση εργασίας. Αν η σύμβαση ήταν άκυρη, υπήρχε αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 525/1977, ΔΕΝ 33 628, ΑΠ 413/1980, ΔΕΝ 36 644, ΜΠΑ 3305/1975, ΕΕΔ 35 73).

Με την έκδοση του Ν. 1082/1982 άλλαξε το νομικό καθεστώς των δώρων, τα οποία μετονομάστηκαν σε «επιδόματα» έκτακτων οικονομικών ενισχύσεων, που παρέχονται με την ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Ο αυτός νόμος καθόρισε επίσης και τα γενικά πλαίσια προσδιορισμού του ύψους και του χρόνου της καταβολής τους, με αποτέλεσμα το δικαίωμα να απορρέει από το νόμο, ανεξάρτητα από το αν η σύμβαση εργασίας είναι έγκυρη ή άκυρη. Μολαταύτα η νομολογία, παρά τη θεμελίωση της άνω αξιώσεως στο νόμο, εξακολουθεί να τη θεμελιώνει στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν η σύμβαση είναι άκυρη.

Τα δώρα εορτών δικαιούνται όλοι οι εργαζόμενοι, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία σε οποιοδήποτε εργοδότη ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, ανεξαρτήτως από το αν η σύμβαση εργασίας είναι έγκυρη ή άκυρη, δηλ. αν απασχολείται κάποιος με καθεστώς σύμβασης εργασίας ή έστω απλής εργασιακής σχέσης, γιατί αν και αποτελούν συμβατική παροχή, πηγάζουν από το νόμο (ΑΠ 141/1989, ΔΕΝ 46 21).   

Δυνάμει του Ν. 1082/1982, τα επιδόματα καταβάλλονται ακέραια, εφόσον η εργασιακή σχέση του μισθωτού έχει διαρκέσει σ’ όλη τη χρονική περίοδο, για το μεν δώρο Πάσχα από 1η Ιανουαρίου έως και 30η Απριλίου, για το δε δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου έως 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Αν η εργασιακή σχέση δεν διαρκέσει σ’ όλο το χρονικό διάστημα καταβάλλεται τμήμα του δώρου εορτών, ανάλογα με τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης (αναλογία δώρου Χριστουγέννων ή Πάσχα). Βάσει δε της υπ’ αριθμ. 19040/1981 κοινής Υ.Α των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, με την οποία το δώρο Χριστουγέννων καθορίστηκε για τους αμειβόμενους με μισθό σ’ ένα μισθό και για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο σε 25 ημερομίσθια. Το δε δώρο Πάσχα σε μισό μισθό ή σε δεκαπέντε ημερομίσθια αντίστοιχα. Το άρθρο 3 της άνω Κ.Υ.Α ορίζει ότι ο υπολογισμός των δώρων εορτών γίνεται βάσει των πράγματι καταβαλλομένων αποδοχών τη 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα αντίστοιχα μισθών ή ημερομισθίων. Ως καταβαλλόμενος μισθός ή ημερομίσθιο λογίζεται το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού.

Την κανονική ετήσια άδεια ανάπαυσης του α.ν 539/1945, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει ως σήμερα δικαιούνται κατά κανόνα άπαντες οι εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιοδήποτε εργοδότη ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ανεξάρτητα από τη φύση της εργασίας, τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής (άρθρο 8 α.ν. 549/1977) και το χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου (ΑΠ 374/1965, ΕΕΔ 24 854, ΑΠ 371/1962, ΕΕΔ 21 851) ή της εγκυρότητας ή μη της σύμβασης εργασίας, καθόσον πρόκειται για μέτρο πρόνοιας (ΟλΑΠ 218/1977, ΕΕΔ 36 339, ΑΠ 413/1980, ΔΕΝ 36 644, ΑΠ 993/1973, ΕΕΔ 33 196, ΑΠ 96/1977, ΔΕΝ 33 468, Εφ.Αθ 9176/1992, ΕΕΔ 53 925).

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 α.ν 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1346/1946, για να αποκτήσει ο εργαζόμενος το δικαίωμα της πρώτης ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, χρειάζονται δύο βασικές προϋποθέσεις: Η ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας και η συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στον υπόχρεο εργοδότη, που θεωρείται βασικός χρόνος ίδρυσης του δικαιώματος. Για την άδεια των επόμενων ημερολογιακών ετών δεν απαιτείται δωδεκάμηνη συνεχής απασχόληση από τότε που του χορηγήθηκε η προηγούμενη άδεια, αρκεί και μόνο η απασχόληση του μισθωτού στον ίδιο εργοδότη ή στο διάδοχό του και συνεπώς η άδεια μπορεί να του χορηγηθεί οποτεδήποτε μέσα στη διάρκεια του ημερολογιακού έτους.

Ο εργοδότης κατά την έναρξη της αδείας οφείλει να προκαταβάλει τις αποδοχές ολόκληρου του χρονικού διαστήματος της αδείας καθώς και το επίδομα αδείας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3 παρ. 16 ν. 4504/66 και καθορίζεται σε μισό μισθό για τους μισθωτούς. Τόσο οι αποδοχές αδείας (αποζημίωση αδείας), όσο και το επίδομα αδείας υπολογίζονται μα βάση τις τακτικές αποδοχές (α.ν 539/45), ήτοι ταυτόσημες με τις τακτικές αποδοχές που λαμβάνονται για τον υπολογισμό των Δώρων Εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) και τις οποίες θα δικαιούνταν ο μισθωτός αν απασχολούνταν κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του.

Το άρθρο 5 παρ. 4 και 5 α.ν 539/45 προέβλεπε την πλήρωση των αποδοχών αδείας και στους μισθωτούς των οποίων η εργασιακή σχέση και στους μισθωτούς των οποίων η καταγγελλόταν από τον εργοδότη πριν του χορηγηθεί η άδεια του ημερολογιακού έτους. Η υποχρέωση αυτή επεκτάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 1 ν.549/77 και στους μισθωτούς των οποίων η εργασιακή σχέση λύθηκε με οποιονδήποτε τρόπο , έστω και με οικειοθελή αποχώρηση ή λόγω συνταξιοδότησης, πριν πάρουν την ετήσια άδεια αναψυχής τους και του επιδόματος αδείας, μέσα στο ημερολογιακό έτος αποχώρησής τους από την εργασία τους.

……………………………….
ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΚΤΑΣ

Σχετικά με την πρόσθετη αμοιβή που καταβάλλεται στους μισθωτούς που απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες η 18310/1946 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών ορίζει τα εξής: «στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας, εάν απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες (δηλαδή από τη 10η βραδινή μέχρι την 6η πρωινή), καταβάλλονται οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές τους αυξημένες κατά 25%». Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους κατά τις νυκτερινές ώρες, άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύκτας ή μόνο σε μέρος αυτού και ασχέτως της εγκυρότητας ή μη της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού καθόσον κι αυτή η αξίωση προβλέπεται αυθέως εκ του νόμου. .
ΑΜΟΙΒΗ ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΘ΄ ΗΜΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΡΓΙΑ Η ΕΞΑΙΡΕΤΕΑΌσον αφορά στην απασχόληση του μισθωτού καθ’ ημέρα Κυριακή, σύμφωνα με την υπ’αριθ.8900/46 Υ.Α. Υπουργού Εργασίας, όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύθηκε με την υπ’αριθμ.25825/1995 Υ.Α. Υπουργού Εργασίας και το άρθρο 2 Ν.435/76 «..οι μισθωτοί που απασχολούνται σε ημέρα Κυριακή/αργία/εξαιρετέα δικαιούνται πέρα από το νόμιμο ή συμβατικό ημερομίσθιο και πρόσθετη αμοιβή ίση με το 75% του νομίμου ημερομισθίου τους..».

Ο υπολογισμός του ημερομισθίου, όταν οι αποδοχές του μισθωτού είναι οι ελάχιστες νόμιμες, δηλαδή αυτές που καθορίζονται από την εκάστοτε ισχύουσα και εφαρμοζομένη σ.σ.ε./δ.α. γίνεται επί τη βάσει των συνολικών τακτικών αποδοχών του μισθωτού, με όλα τα επιδόματα, παροχές σε χρήμα ή είδος (τρόφιμα, κατοικία κ.ο.κ ) (Α.Π. 2107/83 ΔΕΝ 40 1127).
Επειδή οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας (Υ.Α. 8900/46 και άρθρο 2 Ν.435/76 κ.λπ) που αφορούν την αμοιβή των μισθωτών που παρέχεται σε ημέρα Κυριακής/αργίας ή εξαιρετέας είναι δημόσιας τάξεως, συνεπώς δεν μπορεί να συμφωνηθεί ή μη εφαρμογή τους (Α.Π. 433/76, ΕΕΔ 35, 6863, ΑΠ 782/76 ΕΕΔ 35, 824, ΑΠ 1275/74 ΕΕΔ 34, 462, ΑΠ 436/70 ΕΕΔ 29, 88).ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟΔΟΧΩΝ

Α) Τα επιδόματα είναι πρόσθετες αποδοχές, οι οποίες αυξάνουν το βασικό μισθό. Η χορήγησή τους από τον εργοδότη εξαρτάται από γενικότερους όρους και συνθήκες του μισθωτού (λ.χ. προσωπική κατάσταση, επαγγελματική ευθύνη, αρχαιότητα, επίπεδο σπουδών) που ορίζονται κανονιστικά με νόμο, συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, κανονισμό, πρακτική είτε και με ατομική σύμβαση εργασίας. Έχουν μεγάλη σημασία για τον υπολογισμό των συνολικών αποδοχών του μισθωτού. Το οικογενειακό επίδομα (γάμου και παιδιών) χορηγείται στους μισθωτούς με οικογενειακά βάρη (σύζυγο, παιδιά). Μπορεί να είναι ποσοστό στον βασικό μισθό ή και σε ευρύτερη βάση ή ορισμένο ποσό. Ο μισθωτός για να λάβει το οικογενειακό επίδομα είναι απαραίτητο να γνωστοποιήσει και να αποδείξει στον εργοδότη ότι έχει τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς του, εκτός αν ήδη ο τελευταίος το γνωρίζει. Κατά το άρ. 4 του Ν. 1414/1984 δικαιούχος των επιδομάτων γάμου είναι η οικογένεια (παρ. 4) και των παιδιών τα παιδιά. Χορηγούνται σε κάθε μισθωτό, σύζυγο ή γονέα, ανεξάρτητα από φύλο (παρ. 5). Αν εργάζονται αμφότεροι οι σύζυγοι τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μόνο στον ένα, τον οποίο οι σύζυγοι υποδεικνύουν με κοινή δήλωσή τους στον αντίστοιχο εργοδότη (άρ. 13, παρ. 1, εδ. α) ή αν δεν κάνουν τέτοια δήλωση από 50% στον καθένα από τον εργοδότη του (άρ. 13, παρ. 1, εδ. β). Τα οικογενειακά επιδόματα έχουν γενικευθεί ως θεσμός και έχουν αποκτήσει το χαρακτήρα «κοινωνικού μισθού» μέσω των μηχανισμών της κοινωνικής ασφαλίσεως. Επιπλέον, με το επίδομα προϋπηρεσίας αμείβεται κατά κάποιον τρόπο η συνολική αρχαιότητα του μισθωτού στο επάγγελμα ή την επιχείρηση. Όμως και όταν για τη χορήγησή του λαμβάνεται υπόψιν μόνο η προϋπηρεσία του μισθωτού στον ίδιο εργοδότη, συχνά συνυπολογίζεται και η προϋπηρεσία του σε ορισμένες συναφείς επιχειρήσεις γενικά ή σε καθήκοντα παρεμφερή και ανάλογα με αυτά της θέσεως που κατέχει.
Επιπλέον, το ζήτημα της ίσης μεταχείρισης μεταξύ εργαζομένων με συμβάσεις και σχέσεις εργασίας (ως οι δικές μας) (ορισμένου) χρόνου και εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου, για την παροχή ίδιας εργασίας ίσης αξίας οι οποίοι προσφέρουν ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία κατά τα ίδια χρονικά διαστήματα ρυθμίζεται και στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Οδηγία 99/70 (ρήτρα 4) όπου ορίζεται ότι «.. Όσον αφορά στους όρους απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνο του λόγου ότι η σύμβαση ή σχέση εργασίας τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους «συγκρίσιμους εργαζομένους αορίστου χρόνου».Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση, οσάκις συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν…». Επομένως και σύμφωνα με την Οδηγία 99/70, ήτις έχει καταστεί  εσωτερικό δίκαιο της πατρίδας μας από 28.7.02 ότε παρήλθε ή παρήλθε η ταχθείσα υπό της Ε.Ε προθεσμίας εναρμόνισης της πατρίδας μας με την άνω Οδηγία, άλλως από 8.4.03 ότε δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ Α 77 20030402) το π.δ. 81/03   και είναι δυνατή η επίκλησή της από κάθε Έλληνα πολίτη αδιακρίτως προς δικαστική του προστασία, απαγορεύεται οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων που παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Άλλωστε ο νομοθέτης  στο ΠΔ 81/2003, όπως αυτό τροποποιημένο ισχύει με το Π.Δ.164/04 (ΦΕΚ Α 13420040719) , μετέφερε αυτούσια την Κοινοτική Οδηγία τόσο ως προς το πνεύμα όσο και ως προς το γράμμα και  αναφέρει στο άρθρο 4:
1.«Όσον αφορά στους όρους  απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι σύμβαση ή σχέση εργασίας τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους «συγκρίσιμους εργαζόμενους αορίστου χρόνου».Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση, οσάκις συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν».2. «Όταν τα δικαιώματα του εργαζόμενου εξαρτώνται από τη διάρκεια της υπηρεσίας του στον ίδιο ή σε άλλο εργοδότη δεν χωρεί διάκριση με το κριτήριο το χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου ή αορίστου χρόνου, εκτός εάν για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση».3. «Η απαιτούμενη περίοδος προϋπηρεσίας σε σχέση με ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης είναι ίδια τόσο για τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου όσο και για τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας».

Η ρήτρα 4  της υπ’ αριθ. 99/70 οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό μας δίκαιο με το άρθρο 4 του Π.Δ 81/2003, όπως αυτό τροποποιημένο ισχύει με το άρθρο 4 του Π.Δ.164/04 , επιτάσσει (ασχέτως του αν μια σύμβαση ή σχέση ορισμένου χρόνου δύναται να μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου τοιαύτη) την απαγόρευση της διαφοροποίησης της αμοιβής έναντι της εργασίας ενός υπαλλήλου του ιδίου εργοδότη από αυτή του άλλου όταν μοναδικό κριτήριο διαφοροποίησης τυγχάνει το αν η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου

Monday, 24 January 2011 19:50

Μισθώσεις κατοικιών

Γραφει ο/η Administrator

Μισθώσεις κατοικιών -  Παράταση ισχύος του Ν. 1703/1987 (ΦΕΚ Α 78)


--------------------------------------------------------------------------------


Παρατείνεται η ισχύς του ν. 1703/1987 (ΦΕΚ 78 Α'), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 του ν. 1810/1988 (ΦΕΚ 223 Α'), το ν. 1875/1990 (ΦΕΚ 21 Α'), το ν. 1898/1990 (ΦΕΚ Α'), καθώς και το ν. 1953/1993 (ΦΕΚ 96 Α'), μέχρι 30.9.1994 με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 3 του παρόντος.


Μισθώσεις κατοικιών ,Παράταση ισχύος του Ν. 1703/1987 (ΦΕΚ Α 78)


--------------------------------------------------------------------------------


Κείμενο Αρθρου

Παρατείνεται η ισχύς του ν. 1703/1987 (ΦΕΚ 78 Α'), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 του ν. 1810/1988 (ΦΕΚ 223 Α'), το ν. 1875/1990 (ΦΕΚ 21 Α'), το ν. 1898/1990 (ΦΕΚ Α'), καθώς και το ν. 1953/1993 (ΦΕΚ 96 Α'), μέχρι 30.9.1994 με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 3 του παρόντος.


Μισθώσεις κατοικιών ,Παράταση μισθώσεων άρθρου 2 Ν. 1953/1991 μισθώσεων ,Χρόνος καταβολής μισθώματος





--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Αρθρου

1. Οι μισθώσεις του άρθρου 2 του ν. 1953/1991 "τροποποίηση του ν.


1703/1987 Ρύθμιση μισθώσεων κατοικιών" παρατείνονται μέχρι 30.9.1994. Ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλλει από 1.9.1993 το κατά την 30.6.1993 νόμιμα καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα προσαυξημένο κατά ποσοστό 4% και από την 1.1.1994 το νόμιμα καταβαλλόμενο την 31.12.1993 μηνιαίο μίσθωμα, προσαυξημένο κατά ποσοστό επίσης 4%.


2. Για τις μισθώσεις που ο χρόνος λήξης τους επέρχεται μετά την 1.7.1993 το κατά την προηγούμενη παράγραφο καθοριζόμενο μίσθωμα καταβάλλεται μετά τη λήξη τους.


Μισθώσεις κατοικιών ,Δίδακτρα ιδιωτικών σχολείων, φροντιστηρίων, ινστιτούτων, εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών, βρεφονηπιακών και παιδικών σταθμών




Σχόλια

Η εντός " " φράση της παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 άρθρου 15 Ν. 2227/1994 (ΦΕΚ Α' 129).





--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Αρθρου

1. Τα ιδιωτικά σχολεία της Γενικής και Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, τα κάθε είδους φροντιστήρια, τα ιδιωτικά Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης, τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών και οι ιδιωτικοί βρεφονηπιακοί και παιδικοί σταθμοί υποχρεούνται να γνωστοποιούν εγγράφως στους γονείς των μαθητών τους ή στους ενήλικους μαθητές τους, καθώς και στις διευθύνσεις ή τα τμήματα Εμπορίου των κατά τόπους αρμόδιων νομαρχιών, "μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαίου" κάθε έτους, το ύψος των ετήσιων διδάκτρων τα οποία οφείλουν να καταβάλουν κατά το σχολικό έτος που αρχίζει τον επόμενο της


γνωστοποίησης Σεπτέμβριο. Στην έννοια του όρου "δίδακτρα"


περιλαμβάνονται και τα κάθε φύσης ποσά, που εισπράττονται για την παροχή πρόσθετων υπηρεσιών που συνδέονται με την εκπαιδευτική υπηρεσία, όπως τροφεία, έξοδα μεταφοράς, δαπάνες για εκμάθηση ξένων γλωσσών, μουσικής, χορού ή για τα φροντιστηριακά μαθήματα κλπ.


2. Ειδικά κατά το σχολικό έτος 1993-1994 τα καταβαλλόμενα ετήσια δίδακτρα, υπό την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, στα ιδιωτικά σχολεία Γενικής και Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, στα κάθε είδους φροντιστήρια, στα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών και στους ιδιωτικού βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς διατηρούνται στο ύψος των καταβαλλόμενων κατά περίπτωση κατά το σχολικό έτος 1992-1993. Προκαταβολές που έχουν δοθεί με την προοπτική αύξησης θεωρούνται ότι έχουν δοθεί έναντι των ετήσιων ποσών που προκύπτουν κατά την παρούσα παράγραφο.


3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο για παροχές που παρέχονταν από υφιστάμενες εκπαιδευτικές μονάδες και κατά το σχολικό έτος 1992-1993 και όχι παροχές νέες ως προς τη φύση ή το περιεχόμενο παρεχόμενες από υφιστάμενες εκπαιδευτικές μονάδες ή εκπαιδευτικές μονάδες που λειτουργούν για πρώτη φορά ή σχολεία ή φροντιστήρια ξένων γλωσσών που λειτουργούν με βάση διμερείς μορφωτικες συμβάσεις ή συμφωνίες ή εφαρμόζουν μόνο ξένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και δέχονται προς φοίτηση μόνο μαθητές ξένη υπηκοότητας.


4. Οι παραβάτες των διατάξεων του παρόντος άρθρου τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του άρθρου 31 του Αγορανομικού Κώδικα.

Monday, 24 January 2011 19:50

Νόμος Μισθώσεων Κατοικιών

Γραφει ο/η Administrator

Κύρια κατοικία ,Μικτή χρήση-προέχουσα χρήση ,Συμπληρωματική εφαρμογή διατάξεων Α.Κ.
Κείμενο Αρθρου
1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μισθώσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται κατά τη μισθωτική σύμβαση για κύρια κατοικία.2. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μικτή χρήση, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται μόνον αν η χρήση του μισθίου για κύρια κατοικία είναι η προέχουσα.3. Οι μισθώσεις αυτές, εφ' όσον δεν ορίζονται διαφορετικά στο νόμο αυτόν, διέπονται από τους συμβατικούς τους όρους και από τις διατάξεις του αστικού κώδικα.

ΝΟΜΟΣ - 1703 - 1987

Αρθρο:     2
Ημ/νία:     01.09.1994
Ημ/νία Ισχύος:     01.02.1987
Περιγραφή όρου θησαυρού:     ΔΙΑΡΚΕΙΑ (ΜΙΣΘΩΣΗ ΑΣΤΙΚΗ)





Τίτλος Αρθρου
Διάρκεια της μίσθωσης.
Λήμματα
Διάρκεια μίσθωσης ,Σύντμηση ,Μίσθωμα-αύξηση-προκαταβολή-καθυστέρηση ,Χρήση μισθίου-καταγγελία
Σχόλια
Η παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάσθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 2235/94 και ισχύει από 01.09.1994.
Κείμενο Αρθρου
"1. Η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστο για (3) έτη, κι αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικόδιάστημα ή για αόριστο χρόνο. Η διάταξη αυτή ισχύει και μετά την 1.7.1997. Σύντμηση της τριετίας επιτρέπεται με νεότερη συμφωνία απέχουσα από την έναρξη της μισθωτικής σύμβασης τουλάχιστον έξι (6) μήνες μετά την κατάρτισή της και αποδεικνυόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο.Αν ο συμβατικός χρόνος έχει καθορισθεί μικρότερος της τριετίας και δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος για τον υπόλοιπο χρόνο το καταβαλλόμενο μίσθωμα αυξάνεται με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 3 του παρόντος νόμου, ως και την 1.1.1997. Μετά την ημερομηνία αυτή, το καταβαλλόμενο μίσθωμα αυξάνεται ετησίως κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του τιμάριθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθορισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες".2. Προκαταβολή μισθώματος επιτρέπεται μόνο για τον τρέχοντα μισθωτικό μήνα. Απαγορεύεται η καταβολή από το μισθωτήεγγυοδοσίας για την εκτέλεση της σύμβασης ποσού μεγαλύτερου από τα μισθώματα δύο μηνών.3. Η καθυστέρηση καταβολής από το μισθωτή των δαπανών των κοινοχρήστων του μισθίου και κάθε άλλης χρηματικής οφειλής, που αφορά το μίσθιο και κατά τη συμφωνία τον βαρύνει, έχει τα έννομα αποτελέσματα καθυστέρησης του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και όταν ο μισθωτής δεν καταβάλλει την αποζημίωση που έχει επιδικαστεί τελεσίδικα για φθορές ή μεταβολές στο μίσθιο.4. Ο μισθωτής υποχρεούται να επιτρέψει στον εκμισθωτή ή σε αντιπρόσωπό του, οι οποίοι μπορούν να συνοδεύονται απόεμπειροτέχνη ή πραγματογνώμονα να επισκέπτονται το μίσθιο μία φορά κάθε τρίμηνο, για να διαπιστώσουν την καλή και σύμφωνη με τους όρους της μίσθωσης χρήση του.Αδικαιολόγητη άρνηση του μισθωτή παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα άμεσης καταγγελίας της σύμβασης.

ΝΟΜΟΣ - 1703 - 1987

Αρθρο:     3
Ημ/νία:     01.09.1994
Ημ/νία Ισχύος:     01.02.1987
Περιγραφή όρου θησαυρού:     ΙΔΙΟΚΑΤΟΙΚΗΣΗ-ΑΝΑΠΛΑΣΗ-ΕΠΑΝΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ





Τίτλος Αρθρου
Λύση της μίσθωσης για ιδιοκατοίκηση και ανοικοδόμηση.
Λήμματα
Λύση μίσθωσης-ιδιοκατοίκηση-ανοικοδόμηση ,Προϋποθέσεις-προθεσμία καταγγελίας
Σχόλια
Αντί της αναφερομένης στις παρ. 1 και 5 διετίας, ήδη εννοείται τριετία σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 παρόντος νόμου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 2235/94. - Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 1953/91. - Η παρ. 6 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 2235/94 και ισχύει από 01.09.1994.
Κείμενο Αρθρου
1. Αν ο εκμισθωτής ή ο κύριος του μισθίου, σύζυγός τους, ενήλικο τέκνο, ή γονέας τους δεν έχει ιδιόκτητη κατοικία στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της που να καλύπτει τις οικογενειακές ή ατομικές ανάγκες στέγασής του, ο εκμισθωτής ή εάν κατά τηδιάρκεια του μισθωτικού χρόνου έγινε μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου, ο νέος κύριος μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου μετά τη λήξη του συμφωνημένου μισθωτικού χρόνου, όχι όμως πριν από την πάροδο της κατά το άρθρο 2 παράγραφος 1 εδάφιο α [διετίας].Το δικαίωμα ιδιοκατοίκησης υφίσταται και όταν τα παραπάνω πρόσωπα έχουν άλλη ιδιόκτητη κατοικία στην ίδια πόλη ή προάστιό της στην οποία ενοικούν, εφ' όσον, λόγω μεταβολής τηςοικογενειακής τους κατάστασης, έχουν αυξηθεί οι στεγαστικές τους ανάγκες ή έχει καταστεί ασύμφορη η συνέχιση της χρήσης της. Ως πόλη της Αθήνας για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής θεωρείται η περιοχή της τέως Διοίκησης της Πρωτεύουσας.2. Αν το δικαίωμα της ιδιοκατοίκησης ασκείται υπέρ συζύγου, τέκνου ή γονέα, είναι απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, εφ' όσον δεν προσκομίζεται έγγραφη δήλωση των προσώπων αυτών που ναβεβαιώνει την πρόθεσή τους αυτή. Η δήλωση μπορεί να γίνει και προφορικά στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής. Τοδικαστήριο ελέγχει την αληθή πρόθεση και τη δυνατότητα τουπροσώπου υπέρ του οποίου ασκείται το δικαίωμα της ιδιοκατοίκησης, δυνάμενο να διατάξει την αυτοπρόσωπο ενώπιόν του εμφάνισή του.3. Η κατά την παράγραφο 1 ιδιοκατοίκηση πρέπει ναπραγματοποιηθεί μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών από την απόδοση του μισθίου και να διαρκέσει δύο τουλάχιστον έτη.4. Αν, εκτός περιπτώσεων ανωτέρας βίας, η ιδιοκατοίκηση δεν πραγματοποιηθεί εμπρόθεσμα ή δεν διαρκέσει δύο τουλάχιστον έτη σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ο εκμισθωτής και εκείνοι υπέρ των οποίων είχε ασκηθεί το δικαίωμα ιδιοκατοίκησηςυποχρεούνται εις ολόκληρο να καταβάλουν ως αποζημίωση του μισθωτή που αποβλήθηκε από το μίσθιο τα έξοδα μετακόμισης καιεικοσιτέσσερα μηνιαία μισθώματα. Αξίωση για αποκατάσταση άλλης περαιτέρω ζημίας δεν αποκλείεται.5. Ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, όχι όμως πριν από τηνπάροδο της κατά το άρθρο 2 παράγραφος 1 εδάφιο α [διετίας], αν ο κύριος του μισθίου προτίθεται να προβεί σε ανοικοδόμιση τουακινήτου και έχει λάβει τη σχετική οικοδομική άδεια. Αν ο κύριος του μισθίου δεν αρχίσει τις εργασίες ανοικοδόμησης μέσα σε δώδεκα μήνες από την απόδοση του μισθίου, οφείλει να καταβάλει στομισθωτή αποζημίωση ίση με είκοσι τέσσερα μηνιαία μισθώματα."6. Σε περίπτωση χρησιμοποίησης του μισθίου για κύρια κατοικία ή για μικτή χρήση (κατοικία και επαγγελματική χρήση), αν ο εκμισθωτής ή ο κύριος του μισθίου, σύζυγός τους ή τέκνο τους, δεν έχουν ιδιόκτητο χώρο στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της, που να καλύπτει τις ανάγκες στέγασης της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο εκμισθωτής ή ο κύριος μπορεί να καταγγείλει τη μίσωθση και να ζητήσει την απόδοση του μισθίου για ιδιόχρηση μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, όχι όμως πριν περάσει τριετία από την έναρξή της. Προϋποθέσεις της καταγγελίας είναι η πρόθεση και δυνατότητα ιδιόχρησης τον μισθίου. Στην περίπτωση αυτή τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά έξι (6) μήνες από την επίδοσή της στο μισθωτή. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος νόμου για την ιδιοκατοίκηση".

Λύση της μίσθωσης για διατήρηση και ανάπλαση.
Λήμματα
Διατήρηση, ανάπλαση μισθίου ,Λύση μίσθωσης, προϋποθέσεις ,Αποζημίωση
Κείμενο Αρθρου
Αν ο κύριος επικαρπωτής ή νομέας του κτιρίου στο οποίοβρίσκεται το μίσθιο, προτίθεται ή οφείλει να πραγματοποιήσει σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 1512/1985 (ΦΕΚ 4) εργασίες για τη διατήρηση ή ανάπλασή του που αποκλείουν τη χρήση του μισθίου, μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου, εφ' όσον η δαπάνη των εργασιών αυτών, βάσει της σχετικής οικοδομικής άδειας, υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές. Το δικαίωμα αυτό έχει και ο εκμισθωτής. Αν, εκτός περιπτώσεων ανωτέρας βίας, ο υπόχρεος δεν αρχίσει τις εργασίες διατήρησης ή ανάπλασης του κτιρίου μέσα σε ένα έτος από την απόδοση του μισθίου, οφείλει να καταβάλει στο μισθωτή αποζημίωση ίση με είκοσι τέσσερα μηνιαία μισθώματα.

ΝΟΜΟΣ - 1703 - 1987

Αρθρο:     5
Ημ/νία:     10.09.1994
Ημ/νία Ισχύος:     01.02.1987
Περιγραφή όρου θησαυρού:     ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ-ΝΠΔΔ-ΟΤΑ





Τίτλος Αρθρου
Λύση της μίσθωσης ακινήτων που ανήκουν στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδοίκησης (ΟΤΑ).
Λήμματα
Ακίνητα Ο.Τ.Α. ,Λύση μίσθωσης, προϋποθέσεις ,Αποζημίωση
Σχόλια
Αντί της αναφερομένης στην παρ. 1 διετίας, ήδη εννοείται τριετία, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 παρόντος νόμου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 2235/91
Κείμενο Αρθρου
1. Δήμοι ή κοινότητες που έχουν εκμισθώσει για κατοικία ακίνητα της κυριότητάς τους μπορούν να ζητήσουν την απόδοσή τους αμέσως μετά τη λήξη του συμφωνημένου μισθωτικού χρόνου, όχι όμως πριν από την πάροδο της κατά το άρθρο 2 παρ. 1 εδάφιο α [διετίας], εφ' όσον ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου πρόκειται να χρησιμοποιήσουν τα ακίνητα για κοινωνικούς σκοπούς και ιδιαίτερα για βρεφονηπιακούς σταθμούς, λέσχες για ηλικιωμένα άτομα, κέντρα νεότητας, σχολές γονέων ή σχολές επαγγελματικού προσανατολισμού.Η σχετική ειδοποίηση προς τον μισθωτή γίνεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας δύο τουλάχιστον μήνες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθεί το μίσθιο, για το σκοπό για τον οποίο ζητείται η απόδοσή του.2. Αν ο δήμος ή κοινότητα δεν αρχίσει μέσα σε ένατουλάχιστον έτος να χρησιμοποιεί το ακίνητο για το σκοπό για τον οποίο αυτό έχει αποδοθεί και δεν το χρησιμοποιήσει για δύοτουλάχιστον έτη για το σκοπό αυτό, οφείλει να καταβάλει στομισθωτή αποζημίωση ίση με είκοσι τέσσερα μηνιαία μισθώματα.Αξίωση για αποκατάσταση άλλης περαιτέρω ζημίας δεν αποκλείεται.

ΝΟΜΟΣ - 1703 - 1987

Αρθρο:     6
Ημ/νία:     01.02.1987
Ημ/νία Ισχύος:     01.02.1987
Περιγραφή όρου θησαυρού:     ΙΔΙΟΚΑΤΟΙΚΗΣΗ-ΑΝΑΠΛΑΣΗ-ΕΠΑΝΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ





Τίτλος Αρθρου
Δικαίωμα επανεγκατάστασης.
Λήμματα
Επανεγκατάσταση μισθωτή ,Προθεσμία ,Αποζημίωση
Κείμενο Αρθρου
1. Στις περιπτώσεις του άρθρου 3 παρ. 4 και 5 εδάφιο β, άρθρο 4 εδάφ. β και άρθρου 5 παρ. 2, ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει από τον εκμισθωτή την επανεγκατάστασης του στο μίσθιο, με τους όρους της μίσθωσης, που έχει καταγγελθεί και με δαπάνη τουεκμισθωτή και των προσώπων υπέρ των οποίων διατάχθηκε η απόδοση του μισθίου, οι οποίοι για τη δαπάνη αυτή ευθύνονται ειςολόκληρο.2. Αν ασκηθεί το δικαίωμα επανεγκατάστασης, ο μισθωτής δεν μπορεί να ζητήσει ως αποζημίωση την καταβολή των είκοσι τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων. Η απόφαση κατά του εκμισθωτή για παράδοση της χρήσης του μισθίου λόγω επανεγκατάστασης εκτελείται καιεναντίον εκείνου στον οποίο έχει παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου. Εάν αυτός είναι νέος μισθωτής η μίσθωση αυτή λύεται και οεκμισθωτής και εκείνος υπέρ του οποίου αποδόθηκε το μίσθιο για τους σκοπούς των άρθρων 3, 4 και 5 οφείλουν εις ολόκληρο νακαταβάλουν στο νέο μισθωτή την αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 3 παράγραφος 4.3. Το δικαίωμα επανεγκατάστασης δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την πάροδο ενός έτους, αφότου έληξαν οι προθεσμίες για τηνπραγματοποίηση της ιδιοκατοίκησης, ανοικοδόμησης ή των σκοπών που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 5.4. Απόδοση μισθίου για ιδιοκατοίκηση ή ανοικοδόμηση ή για εργασίες διατήρησης ή ανάπλασης του μισθίου ή για τηχρησιμοποίησή του από ΟΤΑ για κοινωνικούς σκοπούς που έγινε πριν από την ισχύ του νόμου αυτού ρυθμίζεται ως προς τα αποτελέσματα από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 έως 5 του ν. 1598/1986 (ΦΕΚ 73).

ΝΟΜΟΣ - 1703 - 1987

Αρθρο:     7
Ημ/νία:     10.09.1994
Ημ/νία Ισχύος:     01.02.1987
Περιγραφή όρου θησαυρού:     ΠΛΗΡΩΜΗ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ (ΜΙΣΘΩΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ)





Τίτλος Αρθρου
Ανώτατο επιτρεπόμενο μίσθωμα.
Λήμματα
Ανώτατο Επιτρεπόμενο Μίσθωμα (ΑΕΜ)
Σχόλια
Το εδάφιο (β) της παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 1953/91. Το εδάφιο (ε) της παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 1810/88.
Κείμενο Αρθρου
1. α) Το ανώτατο επιτρεπόμενο μίσθωμα (ΑΕΜ) ορίζεται ετησίως σε ποσό που προκύπτει από το γινόμενο του εμβαδού του μισθίου σε τετραγωνικά μέτρα επί την τιμή εκκίνησης για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 41 του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ 43), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1473/1984 (ΦΕΚ 127), επί το συντελεστή παλαιότητας, επί το συντελεστή ορόφου, επί το συντελεστή θέσης, επί το συντελεστή απόδοσης ακινήτων.β) Ο συντελεστής παλαιότητας ορίζεται για μίσθια μέχρι 5 ετών (1), από 5-15 ετών (0,9), από 15-20 ετών (0,8) και από 20 ετών και άνω (0,7). Η παλαιότητα αρχίζει να υπολογίζεται μετά δύο έτη από την έκδοση της οικοδομικής άδειας ή από την τελευταία αναθεώρησή της ή από την έκδοση πράξης νομιμοποίησης γιααυθαίρετα κτίσματα.γ) ο συντελεστής ορόφου ορίζεται για υπόγειο (0,8), ισόγειο (0,9), πρώτο όροφο (1), δεύτερο όροφο (1,04), τρίτο όροφο (1,08), τέταρτο όροφο (1,12), πέμπτο όροφο (1,16), έκτο όροφο (1,20), έβδομο όροφο (1,26), όγδοο όροφο και άνω (1,32).δ) Ο συντελεστής θέσης ορίζεται για κατοικίες που είναι πανταχόθεν ελεύθερες ή έχουν πρόσοψη σε πλατεία (1,08).ε) Ο συντελεστής απόδοσης ακινήτων καθορίζεται σε ποσοστό 5% από 16.8.1988.στ) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας,Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων 'Εργων και Εμπορίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αυξάνονται ή να μειώνονται οι συντελεστές των εδαφίων β, γ και δ, καθώς και ο συντελεστής απόδοσης ακινήτων του εδαφίου ε της παραγράφου αυτής.2. Σε περιοχές που δεν έχει επεκταθεί η εφαρμογή του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του ν.1473/1984, το μίσθωμα δεν επιτρέπεται να συμφωνηθεί προφανώς μεγαλύτερο από τη μισθωτική αξία του μισθίου, όπως αυτή προκύπτει με βάση τον όροφο, τη θέση, την παλαιότητα, τους χώρους, τοεμβαδόν, τα μισθώματα προηγουμένων τυχόν μισθώσεων, καθώς και τα μισθώματα των πλησιέστερων παρόμοιων μισθίων.Αν κατά την σύναψη της μίσθωσης το μίσθωμα που συμφωνήθηκε είναι προφανώς μεγαλύτερο από τη μισθωτική αξία όπως καθορίζεται παραπάνω, το αρμόδιο κατά το άρθρο 9 παρ. 1 δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του μισθωτή, το μειώνει για τον εφεξής χρόνο στοπροσήκον μέτρο.

ΝΟΜΟΣ - 1703 - 1987

Αρθρο:     8
Ημ/νία:     10.09.1994
Ημ/νία Ισχύος:     01.02.1987
Περιγραφή όρου θησαυρού:     ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ-ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ





Τίτλος Αρθρου
Παράταση μισθώσεων.
Λήμματα
Παράταση μισθώσεων
Σχόλια
1) Το άρθρο 8 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 1810/88. Σύμφωνα με το άρθρο 1 ν. 1875/1990, η ισχύς του παρόντος νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 22 ν. 1810/1987, παρατάθηκε μέχρι 31.8.1990. 2) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 εδ. γ' του Ν 1953/91, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν 2156/93 και αυτό το τελευταίο με το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν 2235/94, το μίσθωμα καθώς και η διάρκεια της μίσθωσης διαμορφώνεται ελεύθερα στις εξής κατηγορίες ακινήτων που έχουν εκμισθωθεί: α) Νεόδμητες κατοικίες ή κατοικίες το πρώτον μισθούμενες, που αποκτήθηκαν μέσα στην τελευταία προ της ισχύος του νόμου αυτού 5ετία, κατοικίες οι οποίες αποδεδειγμένα έχουν παραμείνει κενές τουλάχιστον ένα έτος και κατοικίες οι οποίες αποδεδειγμένα αποδεσμεύονται, για λόγους οφειλομένους στο μισθωτή. β) Κατοικίες αντικειμενικής αξίας τουλάχιστον 30.000.000 δρχ. εξαιρουμένων των ήδη μισθωμένων σε πολυτέκνους, στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ ή κοινωφελή ιδρύματα του ΑΝ 2039/1939. γ) Κατοικίες που αποκτήθηκαν αποδεδειγμένα με εισαγωγή συναλλάγματος, το οποίο αντιστοιχεί τουλάχιστον στα 2/3 της αξίας τους. δ) Κατοικίες που έχουν χαρακτηρισθεί ως διατηρητέες. ε) Κατοικίες που ο μισθωτής ή ο σύζυγος αυτού ή τα ανήλικα τέκνα τους έχουν στην ίδια πόλη ή προάστιό της ιδιόκτητη κατοικία η οποία καλύπτει τις οικογενειακές ή ατομικές ανάγκες στέγασής τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 3 του Ν 1591/1986, όπως έχει αντικατασταθεί από την παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν 1882/1990 ή εν πάση περιπτώσει είναι μεγαλύτερη η ιδιόκτητη κατοικία από τη μισθωμένη. στ) Κατοικίες εμβαδού τουλάχιστον 120 τετραγωνικών μέτρων, όπως το εμβαδόν ορίζεται στο συμβόλαιο κτήσεως, εξαιρουμένων των ήδη μισθωμένων σε πολυτέκνους, στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ ή κοινωφελή ιδρύματα του Ν 2039/1939 (βλ. άρθρο 3 Ν 1898/90, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 εδ. γ' Ν 1953/91 και άρθρο 3 παρ. 1 Ν 2156/93). Σε περίπτωση καταγγελίας μίσθωσης κατοικιών, με διαμορφώμενη κατά το παρόν ελεύθερα μισθωτική σχέση, τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά πάροδο τριών μηνών από ταύτης (άρθρο 3 παρ. 1 Ν 1953/91). Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 2235/94 "ελεύθερα διαμορφώνεται η μισθωτική σχέση και των ακόλουθων μισθώσεων: Α. Από την έναρξη ισχύος του Ν 2235/94 (δηλαδή από 1.9.1994): α) Μισθώσεις κατοικιών στις οποίες ο μισθωτής ή ο δικαιοπάροχός του έχει συμπληρώσει στη χρήση του μισθίου χρονικό διάστημα διάρκειας τουλάχιστον δώδεκα (12) ετών, ανεξαρτήτως εμβαδού του μισθίου και β) Μισθώσεις κατοικιών εμβαδού ενενήντα (90) έως εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικών μέτρων, εφόσον ο μισθωτής ή ο δικαιοπάροχός του έχει συμπληρώσει στη χρήση του μισθίου χρονικό διάστημα τουλάχιστον εννέα (9) ετών, με εξαίρεση τις κατοικίες που είναι μισθωμένες σε πολύτεκνους. Στις μισθώσεις αυτές (υπό Α', α' και β') εάν ο εκμισθωτής επιθυμεί την απόδοση του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης, η αγωγή απόδοσης του μισθίου δεν επιτρέπεται να ασκηθεί πριν από την 1.1.1995 Δικαστικές αποφάσεις, που διατάσσουν την απόδοση του μισθίου για το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να εκτελεσθούν πριν από την 1.7.1995. Β. Από 1.7.1995: α) Μισθώσεις κατοικιών στις οποίες ο μισθωτής ή ο δικαιοπάροχός του έχει συμπληρώσει στη χρήση του μισθίου χρονικό διάστημα διάρκειας τουλάχιστον εννέα (9) ετών, ανεξαρτήτως εμβαδού και β) Μισθώσεις κατοικιών εμβαδού ενενήντα (90) έως εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικών μέτρων, εφόσον ο μισθωτής ή ο δικαιοπάροχός του έχει συμπληρώσει στη χρήση του μισθίου χρονικό διάστημα διάρκειας τουλάχιστον πέντε (5) ετών με εξαίρεση τις κατοικίες που είναι μισθωμένες σε πολύτεκνους. Στις μισθώσεις αυτές (υπό Β', α' και β'), εάν ο εκμισθωτής επιθυμεί την απόδοση του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης, η αγωγή απόδοσης του μισθίου δεν επιτρέπεται να ασκηθεί πριν από την 1.1.1996. Δικαστικές αποφάσεις, που διατάσσουν την απόδοση του μισθίου για το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να εκτελεσθούν πριν από την 1.7.1996. Γ. Από 1.7.1996: Μισθώσεις κατοικιών στις οποίες ο μισθωτής ή ο δικαιοπάροχός του έχει συμπληρώσει στη χρήση του μισθίου χρονικό διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων (4) ετών. Στις μισθώσεις αυτές (υπό Γ) εάν ο εκμισθωτής επιθυμεί την απόδοση του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης, η αγωγή απόδοσης του μισθίου δεν επιτρέπεται να ασκηθεί πριν από την 1.1.1997. Δικαστικές αποφάσεις που διατάσσουν την απόδοση του μισθίου για το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να εκτελεσθούν πριν από την 1.7.1997. Το εμβαδόν λαμβάνεται υπόψη, όπως ορίζεται στο τίτλο κτήσεως. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 6 εδ. β' του Ν 2235/94: Συμφωνίες των μερών, λόγω συμπλήρωσης ή εν όψει επικείμενης συμπληρώσεως, δωδεκαετίας στη χρήση του μισθίου παραμένουν έγκυρες. 3: Παραθέτουμε τις αυξήσεις επί των νομίμως καταβαλλομένων μηνιαίων μισθωμάτων όπως αυτές θεσπίστηκαν διαδοχικά: 1) με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν 1875/90 δόθηκε αύξηση 15% επί του νομίμως καταβαλλομένου κατά την 31.1.1990 μηνιαίου μισθώματος. 2) με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν 1953/91 δόθηκε αύξηση 12% επί του νομίμως καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος κατά την 30.6.1991, προσαυξανομένου από 1.7.1992 κατά ποσοστό 8%. 3) με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν 2156/93 δόθηκε από 1.9.1993 αύξηση 4% επί του νομίμως καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος κατά την 30.6.1993, προσαυξανομένου κατά ποσοστό επίσης 4% από την 1.1.1994 και 4) με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν 2235/94 προβλέφθηκε αύξηση 4% από 1.7.1994 και ανά εξάμηνο μέχρι και την 1.1.1997 επί του εκάστοτε καταβαλλομένου νομίμου μισθώματος. Ως νόμιμο μίσθωμα στις παρατεινόμενες μισθώσεις κατοικιών θεωρείται το μίσθωμα που καταβλήθηκε κατά το μήνα Δεκέμβριο 1993 εφόσον δηλώθηκε στη φορολογία εισοδήματος του εκμισθωτή, προσαυξημένο από 1.1.1994 κατά ποσοστό 4%.
Κείμενο Αρθρου
1. Οι μισθώσεις ακινήτων, που χρησιμοποιούνται κατά τημισθωτική σύμβαση για κύρια κατοικία, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού έχουν λήξει ή είναι αορίστου χρόνου,παρατείνονται μέχρι 31.1.1990, εφ' όσον ο μισθωτής κάνει χρήση του μισθίου.2. Τα μισθώματα όλων των μισθώσεων του άρθρου αυτούπαραμένουν μέχρι 1.4.1989 στο ύψος που διαμορφώθηκαν, κατά τις διατάξεις αυτού του νόμου, στις 15.8.1988.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας,Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων και Εμπορίου, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως,μπορεί να καθορίζεται από 1.4.1989 ετήσιο ποσοστό αύξησης των μισθωμάτων των μισθώσεων του προηγούμενου εδαφίου.3. Αγωγές για απόδοση του μισθίου λόγω λήξης του χρόνου μίσθωσης στις μισθώσεις της παραγράφου 1 δεν μπορούν να ασκηθούν πριν από τη λήξη της μίσθωσης. Η διάταξη του άρθρου 69 τουΚ.Πολ.Δικ. δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση.4. Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, με τις οποίες έχειδιαταχθεί η απόδοση του μισθίου λόγω λήξης συμφωνημένου χρόνου ή λόγω καταγγελίας μίσθωσης αορίστου χρόνου, αναστέλλεται έως τη λήξη ισχύος του νόμου αυτού. Κατά το χρονικό διάστημα τηςαναστολής λογίζεται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών ότι η μισθωτική σύμβαση διατηρείται, διέπεται όμως από τις διατάξεις του νόμου αυτού.5. α) Στις μισθώσεις που έχουν συμφωνηθεί πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, καθώς και σε εκείνες που έχουν παραταθεί σύμφωνα με τα εδάφιο β' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1598/1986, εφ' όσον ο συμφωνημένος χρόνος λήξης τους ή η λήξη του χρόνου παράτασης επέρχεται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού,καταβάλλεται το μίσθωμα που έχει συμφωνηθεί.β) Οι μισθώσεις αυτές παρατείνονται μέχρι τη λήξη της ισχύος του νόμου αυτού. Από το συμφωνημένο χρόνο λήξης ή τη λήξη της παράτασης εφαρμόζονται για τον καθορισμό του μισθώματος αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 2.6. Στις μισθώσεις των παραγράφων 1 και 5 εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις του νόμου αυτού.

ΝΟΜΟΣ - 1703 - 1987

Αρθρο:     9
Ημ/νία:     01.02.1987
Ημ/νία Ισχύος:     01.02.1987
Περιγραφή όρου θησαυρού:     ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ





Τίτλος Αρθρου
Δικονομικές διατάξεις.
Λήμματα
Μισθώσεις κύριας κατοικίας-αρμοδιότητα δικαστηρίων-διαδικασία
Κείμενο Αρθρου
1. Κάθε διαφορά από μισθώσεις κύριας κατοικίας υπάγεται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου ή του ειρηνοδικείου ανάλογα με το ποσό του μισθώματος κατά τις διατάξεις των άρθρων 14 παράγραφος 1 εδάφιο β και 16 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ. Στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων αυτών υπάγονται και όλες οι παρεπόμενες διαφορές από τη σύμβαση μίσθωσης ή εξ αφορμής της, καθώς και οι διαφορές του άρθρου 601 του αστικού κώδικα. Οι διαφορές αυτές εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 647 και επ. του Κ.Πολ.Δικ. 2. Δικαστική απόφαση, που διατάσσει απόδοση μισθίου το οποίο χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία, μπορεί να παρέχει προθεσμία μέχρι έξι μήνες από την έκδοσή της για την εκτέλεσή της, εφ' όσον κατά την κρίση του δικαστηρίου συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να εκτελεσθεί η απόφαση που διατάσσει απόδοση μισθίου πριν παρέλθουν σαράντα μέρες από την επίδοση της επιταγής. Το άρθρο 69 του Κ.Πολ.Δικ. δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις άσκησης αγωγής για απόδοση του μισθίου κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.(Όπως αντικαταστάθηκε η παρ. 2 με το άρθρο 7 του Ν 1953/91).


ΝΟΜΟΣ - 1703 - 1987

Αρθρο:  10

Ημ/νία:  10.09.1994

Ημ/νία Ισχύος:  01.02.1987


--------------------------------------------------------------------------------



Τίτλος Αρθρου

Εναρξη και λήξη ισχύος.




Λήμματα

Κατάργηση άρθρων 1 έως 3 παρ. 1 έως 7 του Ν 1598/1986




Σχόλια

Η ισχύς του παρόντος Νόμου παρατάθηκε: μέχρι 28.2.1990 με το άρθρο 5 Ν 1872/90, μέχρι 31.8.1990 με το άρθρο 1 Ν 1875/90, μέχρι 30.6.1991 με το άρθρο 1 Ν 1898/90, μέχρι 30.6.1993 με το άρθρο 1 Ν 1953/91, μέχρι 30.9.1994 με το άρθρο 1 Ν 2156/93 και μέχρι 30.6.1997 με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 2235/94.

ΝΟΜΟΣ 3815/2010 - ΦΕΚ 5/Α'/26.1.2010Τροποποίηση του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία και του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:    Άρθρο 1    1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 29 του Κώδικα Φορο­λογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προι­κών και Κερδών από Λαχεία, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:    «2. Η αιτία θανάτου κτήση περιουσιακών στοιχείων, πλην αυτών που ορίζονται στις επόμενες παραγράφους 3 και 4, από κληρονόμους που υπάγονται στην Α' και Β' κατηγορία υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με βάση τις εξής ανά κατηγορία φορολογικές κλίμακες: ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α
Κλιμάκια (σε ευρώ)    Συντελεστής κλιμακίου (%)    Φόρος κλιμακίου (σε ευρώ)    Φορολογητέα περιουσία(σε ευρώ)    Φόρος που αναλογεί (σε ευρώ)
150.000    —    —    150.000    —
150.000    1    1.500    300.000    1.500
300.000    5    15.000    600.000    16.500
Υπερβάλλον    10               
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β'
Κλιμάκια (σε ευρώ)    Συντελεστής κλιμακίου (%)    Φόρος κλιμακίου (σε ευρώ)    Φορολογητέα περιουσία(σε ευρώ)    Φόρος που αναλογεί (σε ευρώ)
30.000         —    30.000    —
70.000    5    3.500    100.000    3.500
200.000    10    20.000    300.000    23.500
Υπερβάλλον    20               
2. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 29 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία αντικαθίστανται ως εξής:    «4. Η αιτία θανάτου κτήση χρηματικών ποσών υπό­κειται σε φόρο ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), προκειμένου για κληρονόμους που υπάγονται στην Α' κατηγορία, και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), προκειμένου για κληρονόμους που υπάγονται στη Β' κατηγορία.    5. Όταν ο κληρονόμος ή κληροδόχος έχει αναπηρία κατά ποσοστό 67% και άνω, ο φόρος που αναλογεί κατά τις προηγούμενες παραγράφους μειώνεται κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).»    3. Προστίθεται παράγραφος 9 στο άρθρο 29 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία, η οποία έχει ως εξής:    «9. Για τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο φόρος υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 4, 36 και 47 του νόμου αυτού.»    4. Η παράγραφος 1 του άρθρου 44 του Κώδικα Φορο­λογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προι­κών και Κερδών από Λαχεία αντικαθίσταται ως εξής:    «1. Το υπόλοιπο της περιουσίας που αποκτάται αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής, το οποίο απομένει μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων των άρθρων 41 και 43, υποβάλλεται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29, οι οποίες εφαρμόζονται ανάλογα. Από το φόρο που προκύπτει εκπίπτεται: α) ο φόρος που αναλογεί στις προγενέστερες δωρεές, γονι­κές παροχές ή προίκες, που συνυπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 36, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 και β) ο φόρος που αποδεδειγμένα κα­ταβλήθηκε ή οριστικά και τελεσίδικα βεβαιώθηκε στην αλλοδαπή για τις δωρεές ή γονικές παροχές κινητών που έγιναν εκεί, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 32.»    5. Η παράγραφος 2 του άρθρου 44 του Κώδικα Φο­ρολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία καταργείται και οι επόμενες παράγραφοι του ίδιου άρθρου, αναριθμούνται αντίστοιχα.    6. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρ­θρου 24 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία αντικαθίσταται ως εξής:    «Προκειμένου για κληρονόμους που υπάγονται στην Α' και Β' κατηγορία της παραγράφου 1 του άρθρου 29, τα χρέη και τα βάρη που εκπίπτονται αφαιρούνται κατ' αρχήν από την αξία των περιουσιακών στοιχείων της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου και, στην περί­πτωση που η αξία των περιουσιακών αυτών στοιχείων υπολείπεται της αξίας των χρεών, αφαιρούνται κατά σειρά από την αξία των περιουσιακών στοιχείων των παραγράφων 3 και 4.»    7. Η περίπτωση ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία αντικαθί­σταται ως εξής:    «ζ) Η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων για τα οποία εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 29 του πα­ρόντος, μέχρι του ποσού των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ ανά δικαιούχο, εφόσον δικαιούχοι είναι σύζυγος και ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου. Εφό­σον παρέχεται η απαλλαγή αυτή, κατά τον υπολογισμό του φόρου δεν ισχύει το πρώτο αφορολόγητο κλιμάκιο της κλίμακας της ίδιας αυτής παραγράφου και περιο­ρίζονται αντίστοιχα τα επόμενα κλιμάκια. Η απαλλαγή για τον επιζώντα σύζυγο παρέχεται εφόσον η έγγαμη συμβίωση είχε διάρκεια τουλάχιστον πέντε (5) ετών.»    8. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρ­θρου 28 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρε­ών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία καταργείται.    9. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 82 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία αντικαθί­σταται ως εξής:    «1. Ο φόρος που βεβαιώνεται ύστερα από δήλωση του υπόχρεου, ύστερα από πράξη προσδιορισμού φόρου, που έγινε οριστική λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, ύστερα από διοικητική επίλυση της διαφοράς και την καταβολή του ενός πέμπτου (1/5) ή ύστερα από απόφαση διοικητικού δικαστηρίου ή δι­καστικό συμβιβασμό, καταβάλλεται σε δώδεκα (12) ίσες διμηνιαίες δόσεις.»    10. Το άρθρο 90 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία αντικαθίσταται ως εξής:    «Για την υποβολή των δηλώσεων στη φορολογία δωρεών, γονικών παροχών και προικών και γενικά τη διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής του φόρου εφαρ­μόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 68, 69, 72, 73 παράγραφοι 1, 2 και 4 έως και 8, 74 έως και 81, 82 παράγραφοι 1 έως και 5 και 7, 83 και 84.»    11. Σε υποθέσεις φορολογίας κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννάται μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου αυτού, συνυπολογίζονται όλες οι δωρεές εν ζωή ή αιτία θανάτου, οι γονικές παροχές και οι προίκες κατά τις διατάξεις των άρθρων 4, 36 και 47 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία.    12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν για κτή­σεις περιουσίας αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννιέται από την 8η Ιανουαρίου 2010.    Άρθρο 2Τροποποιήσεις στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα    1. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 81 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, που κυρώθηκε με το ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α'), αντικαθίστανται ως εξής:    «2. Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης καθορίζεται σε χίλια πεντακόσια εβδομήντα (1.570) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυ­λικής αλκοόλης.    3. Εφαρμόζεται μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%) ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης, έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή για την αιθυλική αλκοόλη που προορίζε­ται για την παρασκευή ούζου ή που περιέχεται στο τσίπουρο και την τσικουδιά. Ο μειωμένος αυτός συ­ντελεστής καθορίζεται σε επτακόσια ογδόντα πέ­ντε (785) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.Ο κατά τα παραπάνω μειωμένος συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης εφαρμόζεται και στην περιοχή Δωδεκανήσου για την αιθυλική αλκοόλη που περιέχεται και στα λοιπά, πλην των παραπάνω, αλκοολούχα ποτά ή άλλα αλκοολούχα προϊόντα, τα οποία αποκτώνται από άλλα Κράτη - Μέλη της Κοινότητας, αποστέλλονται από φορολογική αποθήκη της λοιπής Ελλάδος ή εισάγονται στην περιοχή αυτή από τρίτες χώρες.Η ίδια μείωση του φόρου ισχύει και για την αιθυλική αλκοόλη που χρησιμοποιείται στην περιοχή αυτή για την παραγωγή των παραπάνω ποτών και προϊόντων.Οι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.»    2. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 87 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:    «2. Ο φόρος αυτός ορίζεται σε ένα ευρώ και εξήντα τρία λεπτά (1,63) ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκα­τόλιτρο μπύρας.    3. Εφαρμόζεται μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%) ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης μπύ­ρας, έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή, για την μπύρα που παράγεται στη χώρα μας ή στα άλλα Κράτη - Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία, εφόσον η παραγωγή τους δεν υπερ­βαίνει τα 200.000 εκατόλιτρα μπύρας ετησίως.Για την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή ο όρος «ανεξάρτητο μικρό ζυθοποιείο» σημαίνει το ζυθοποιείο το οποίο πληροί τις εξής προϋποθέσεις:- είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητο από οποιοδήποτε άλλο,- χρησιμοποιεί δικές του εγκαταστάσεις και- δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμεταλλεύσεως άλλου επιτηδευματία.Θεωρούνται επίσης ως ένα και μόνο ανεξάρτητο μι­κρό ζυθοποιείο δύο ή περισσότερα μικρά ζυθοποιεία όταν αυτά συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα 200.000 εκατόλιτρα μπύρας.Ο μειωμένος αυτός συντελεστής καθορίζεται σε ογδό­ντα δύο λεπτά (0,82) ευρώ ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων της πα­ρούσας παραγράφου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.»    3. Το άρθρο 89 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:    « Άρθρο 89Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης    Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα προϊόντα του προηγούμενου άρθρου ορίζεται σε εξήντα πέντε (65) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος, με εξαίρεση τα προϊόντα που ορί­ζονται στις παραγράφους 6 και 7 του σημείου Β του παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου 606/2009 (EEL 193/24.7.2009) για τα οποία ο συντελεστής ορίζεται σε τριάντα δύο ευρώ και πενήντα λεπτά (32,50) ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος.»    4. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 97 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:    «1. Στα τσιγάρα και στα προϊόντα που εξομοιώνονται με αυτά, ως βάση υπολογισμού του φόρου λαμβάνεται, σύμφωνα με τα στοιχεία φορολογίας που είναι γνωστά κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, η πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης αυτών, ανεξάρτητα από το σήμα και την προέλευσή τους. Στην τιμή αυτή ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται σε ποσοστό 63%, με ελάχιστο φόρο είσπραξης, τα 75,60 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα.Η πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης των τσιγά­ρων για τον υπολογισμό της νέας φορολογικής επιβά­ρυνσης καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικο­νομικών και η έναρξη εφαρμογής της ορίζεται μεταξύ της 1ης και 16ης Ιανουαρίου κάθε έτους.Σε περίπτωση που η μεταβολή της πλέον ζητούμενης τιμής λιανικής πώλησης των τσιγάρων έχει ως αποτέ­λεσμα τη μείωση της συνολικής επίπτωσης που προκύ­πτει από το ποσοστό του φόρου που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, η έναρξη εφαρμογής της απόφασης αυτής επιτρέπεται να ορίζεται το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου του δεύτερου έτους που έπεται εκείνου της μεταβολής.    Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης διαρθρώνεται:α) σε έναν πάγιο φόρο, ο οποίος επιβάλλεται ανά μονάδα προϊόντος, το ποσό του οποίου είναι ίσο προς 7,5% της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης, η οποία προκύπτει από το άθροισμα του ειδικού φόρου κατα­νάλωσης καπνού και του φόρου προστιθέμενης αξίας, που επιβάλλονται στην πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων και είναι το ίδιο (πάγιο στοιχείο) για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων, ανεξάρτητα από την τιμή λιανικής πώλησής του καιβ) σε έναν αναλογικό φόρο ο συντελεστής του οποίου είναι 57,07725% και προκύπτει από το κλάσμα που έχει ως αριθμητή το γινόμενο του συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης επί την πλέον ζητούμενη τιμή μείον τον πάγιο φόρο και παρονομαστή την πλέον ζητούμενη τιμή.Ο αναλογικός συντελεστής 57,07725% υπολογίζεται στην τιμή λιανικής πώλησης χιλίων (1.000) τεμαχίων τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι ο ίδιος για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων.Στα τσιγάρα που πωλούνται σε τιμή μικρότερη από την τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων της πλέον ζη­τούμενης κατηγορίας τιμών, το συνολικό ποσό του ειδι­κού φόρου κατανάλωσης, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις ανωτέρω περιπτώσεις α) και β) δεν μπορεί να είναι κατώτερο του εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνολικού ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα τσιγάρα της πλέον ζητούμενης κατηγορίας τιμών.    2. Στα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται ως εξής:α) Στα πούρα ή σιγαρίλλος σε ποσοστό 30% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.β) Στο λεπτοκομμένο καπνό, ο οποίος προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων και στα άλλα καπνά για κάπνισμα, σε ποσοστό 65% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.»    5. Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1 έως και 3 του άρθρου αυτού αρχίζει από 8.1.2010. Η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου 4 αρχίζει από 18.1.2010 (ημε­ρομηνία συζητήσεως του σχεδίου νόμου στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής).    Άρθρο 3 Έναρξη ισχύος    Η ισχύς των διατάξεων του νόμου αυτού αρχίζει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του.    Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

ΝΟΜΟΣ 3816/2010 - ΦΕΚ 6/Α'/26.1.2010Ρύθμιση επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, διατάξεις για την επεξεργασία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και άλλες διατάξεις. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ    Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:    Άρθρο 1Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών    ΜΕΡΟΣ Α'ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ    1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων για επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, δικαιούνται να ζητήσουν από τα ιδρύματα αυτά και να επιτύχουν την υπαγωγή σε ρύθμιση των συνολικών οφειλών από την κάθε σύμβαση δανείου ή πίστωσης οι οποίες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 30.6.2007 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Αν η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί, προϋπόθεση για τη ρύθμιση είναι να υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφει­λή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το υπό ρύθμιση συνολικά οφειλόμενο ποσό αφαιρούνται και διαγράφονται οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, πλην των ήδη καταβληθέντων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Το σύνολο της ληξιπρό­θεσμης οφειλής που υπάγεται σε ρύθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει για κάθε σύμβαση το ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ.    2. Η αποπληρωμή της κατά την προηγούμενη παρά­γραφο προκύπτουσας οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια ίση με αυτή που απομένει ή, σε περίπτωση σύμβασης που έχει καταγγελθεί θα απέμενε μέχρι τη λήξη της σύμβασης, προσαυξημένη κατά δύο έτη. Για ληξιπρό­θεσμη οφειλή από σύμβαση που έχει καταγγελθεί, η διάρκεια της αποπληρωμής δεν μπορεί να είναι μικρό­τερη από επτά έτη. Κατά τα δύο πρώτα έτη θα κατα­βάλλονται μόνο τόκοι και η εν συνεχεία αποπληρωμή της οφειλής που έχει ρυθμισθεί θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Για ληξιπρό­θεσμες οφειλές από συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που έχουν καταγγελθεί, η αποπληρωμή της οφειλής γίνεται κατ' αντιστοιχία προς τα παραπάνω σε επτά έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Οι πάσης φύσεως και με εκ του νόμου ημερομη­νία λήξεως ρευστοποιούμενες κινητές αξίες, που έχουν δοθεί ως ενέχυρο, θα καλύπτουν την κατά παράγρα­φο 1 οφειλή, θα μειώνουν το ρυθμιζόμενο ποσό και θα αναπροσαρμόζεται το ποσό των περιοδικών δόσεων. Ο υπολογισμός των τόκων θα γίνεται, καθ' όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφει­λής. Απόκλιση από τα παραπάνω επιτρέπεται μόνο αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Το σύνολο των υφιστάμενων πάσης φύσεως εξασφαλίσεων και εγ­γυήσεων διατηρείται χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη πράξη ή διατύπωση.    3. Από την ψήφιση του παρόντος και μέχρι την 15.3.2010 η καταγγελία σύμβασης της παραγράφου 1 εξαιτίας λη­ξιπρόθεσμων οφειλών παράγει τα αποτελέσματά της μόνο αν ο οφειλέτης δεν ζητήσει εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της καταγγελίας την υπαγωγή σε ρύθμιση της ληξιπρόθεσμης οφειλής σύμφωνα με την παράγραφο 2. Η προθεσμία του ενός μηνός δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμα αυτό.    4. Οφειλέτες από συμβάσεις της παραγράφου 1, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2005 και μέχρι την 30.6.2007 δικαιούνται να ζητή­σουν και να επιτύχουν να υπαχθούν στη ρύθμιση σύμφω­να με τα παραπάνω, υπό τον όρο ότι θα αποπληρωθεί μέχρι την 15.5.2010 ποσό ίσο με το δέκα τοις εκατό της οφειλής που προκύπτει, χωρίς να υπολογίζονται τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, για τους οποίους τηρείται χωριστός λογαριασμός. Αν ο οφειλέτης απο­πληρώσει το ήμισυ της οφειλής σύμφωνα με τη ρύθ­μιση, διαγράφονται οριστικά οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, πλην των ήδη καταβληθέντων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης, αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων.    5. Οι αιτήσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση των οφει­λών των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.4.2010. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον οφειλέτη μέσα σε τριάντα ημέ­ρες από την υποβολή της αίτησης το ύψος της οφειλής που προκύπτει κατά τα ανωτέρω. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 31.7.2010 δεν επιτρέ­πεται η έναρξη ή η συνέχιση της κύριας διαδικασίας της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός αν έχει διενεργηθεί ήδη ο πλειστηριασμός, για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων του Ελληνικού Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, για οποι­αδήποτε αιτία οφειλής και υπό τον όρο ότι ο οφει­λέτης θα έχει υποβάλει εμπρόθεσμα σχετική αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του παρόντος. Ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης.    6. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις χρηματο­δοτικής μίσθωσης με χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που δεν έχουν καταγγελθεί. Η διάρκεια της αποπληρωμής της οφειλής δεν μπορεί να υπερβαίνει τον εναπομένοντα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης χρόνο. Στην περίπτωση της υπέρβασης δεν εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2. Καταγγελίες μετά την 15.12.2009 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν παράγουν τα αποτελέσματά τους. Η παράγραφος 3 εφαρμόζεται και για τις συμβάσεις αυτές.    7. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, από ομολογιακά δάνεια, από δάνεια ή πιστώσεις εγγυημένα ή επιδοτούμενα από το Δημόσιο ή εγγυημένα από το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές Κοινωφελών Ιδρυμάτων.    8. Δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή στο νόμο αυτόν έχουν οι πρωτοφειλέτες, οι εγγυητές και οι καθολικοί διάδοχοί τους, εφόσον διαθέτουν φορολογική και ασφα­λιστική ενημερότητα.    Άρθρο 2 Αποπληρωμή ενήμερων οφειλών    1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων για επιχει­ρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, δικαιούνται να ζητήσουν από αυτά και να επιτύχουν για οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, εφόσον διαθέτουν φορολογική και ασφαλιστική ενημε­ρότητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων, να εφαρμοστούν ένα από τα ακόλουθα μέτρα:α) περίοδος χάριτος ενός έτους, χωρίς καταβολή τό­κων και κεφαλαίου, με αντίστοιχη παράταση της συμ­βατικής διάρκειας του δανείου και κεφαλαιοποίηση των τόκων στη λήξη της περιόδου χάριτος, εφόσον η σύμβα­ση δανείου δεν έχει διανύσει μέχρι την 15.4.2010 το ένα τρίτο της προβλεπόμενης συμβατικής διάρκειας,β) αναστολή επί διετία της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της αναστολής σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση, καιγ) παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου κατά τρία έτη.    2. Την επιλογή κατά την προηγούμενη παράγραφο και εφόσον το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου δεν υπερ­βαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ έχουν:α) φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, και εμφανίζουν κατά την τελευταία μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2009 χρήση ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότε­ρο των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ και έχουν κατά την ίδια χρήση ζημία,β) αγροτικοί συνεταιρισμοί, ενώσεις αυτών και ομάδες παραγωγών, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων που τηρούν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης περίπτωσης.    3. Την επιλογή κατά την παράγραφο 1 και εφόσον το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ, έχουν:α) φυσικά και νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορι­κή δραστηριότητα και κατά τη χρήση του έτους 2008 εμφανίζουν ετήσια ακαθάριστα έσοδα μικρότερα των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ,β) φυσικά πρόσωπα που ασκούν κατά κύριο επάγγελ­μα αγροτική δραστηριότητα,γ) επιχειρήσεις που έχουν υποστεί σημαντικές κα­ταστροφές από πυρκαγιές ή φυσικά φαινόμενα από το έτος 2007 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.    4. Αιτήσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.4.2010. Στην αίτηση επισυνάπτονται τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρ­μογής που απαιτούνται.    5. Αν καταγγελθούν από το πιστωτικό ίδρυμα συμβά­σεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέ­ρονται στην παράγραφο 1 μετά την πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να αποπληρώσει το κατάλοιπο του λογαριασμού σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καταβάλλοντας κατά το πρώτο έτος μόνο τόκους. Για τον υπολογισμό των τόκων ισχύει το συμβατικό επιτόκιο οφειλής, το οποίο θα εφαρμοζόταν αν η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί. Το δικαίωμα του οφειλέτη για ρύθμιση της οφειλής ασκείται μέσα σε έναν μήνα από την κοινοποίηση σε αυτόν της καταγγελίας. Η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμά του. Το συνολικό ποσό που ρυθμίζεται κατά τους όρους της παραγράφου αυτής δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.    6. Αν μειωθεί ή δεν ανανεωθεί μονομερώς από το πιστωτικό ίδρυμα το πιστωτικό όριο συμβάσεων ανοι­κτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τον τελευταίο μήνα πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού και κατά το μέρος που αυτό δεν υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγρά­φους 2 και 3 σε πέντε έτη σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.    7. Επιχειρήσεις και επαγγελματίες των πυρόπληκτων νομών κατά τις πυρκαγιές του 2007 στους οποίους χο­ρηγήθηκαν δάνεια δυνάμει της με αριθμό 2/54310/0025/ 13.9.2007 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 1858 Β') δικαιούνται να ζητήσουν μέχρι την 15.4.2010 αναστολή επί διετία και αναδρομικά από 1.1.2010 της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της ανα­στολής σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Υπόχρεοι προς αποπλη­ρωμή των τόκων είναι οι δανειολήπτες.    8. Οι εξαιρέσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του παρόντος ισχύουν και για τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου.    9. Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 εφαρμόζονται για δάνεια ή πιστώσεις που χορηγήθηκαν μέσω υποκατα­στημάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα από πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους ή έχουν νομίμως εγκατασταθεί στην Ελλάδα.    Άρθρο 3Γενική διαγραφή δυσμενών δεδομένων για εξοφληθείσες οφειλές    1. Διαγράφονται από τα αρχεία δεδομένων οικονο­μικής συμπεριφοράς που τηρούνται από τα πιστωτι­κά ή χρηματοδοτικά εν γένει ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών όλες οι καταχωρισμένες περιπτώσεις για απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητες κατά τη λήξη τους συναλλαγ­ματικές και γραμμάτια εις διαταγήν, καταγγελίες συμ­βάσεων δανείων και πιστώσεων, διαταγές πληρωμής, κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν.δ. της 17.7./13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προ­γράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της ή θα εξοφληθεί μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.    2. Αίρεται κάθε περιορισμός χορήγησης νέου βιβλια­ρίου επιταγών που έχει επιβληθεί με βάση τη με αριθμό 234/23/11.12.2006 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β 63/2007) για επιταγές που έχουν εξοφληθεί ή θα εξοφληθούν μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.    Άρθρο 4Περιορισμοί στην επεξεργασία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς    1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 40 του ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149 Α'), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατα­σταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009 (ΦΕΚ 27 Α'), αντικαθίσταται ως ακολούθως:    «1. Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά και εν γένει χρηματοδοτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα για τις αντίστοιχες ανα­φερόμενες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της και έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για το σύνολο των καταχωρημένων στο αρχείο δεδομένων, με την επιφύ­λαξη της περίπτωσης α', για την οποία αρκεί η πάροδος του χρόνου της συγκεκριμένης κατηγορίας:α) Απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητες κατά τη λήξη τους συναλλαγ­ματικές και γραμμάτια εις διαταγήν και καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων, δύο έτη. Επιταγές, που εξοφλούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σφράγισή τους δεν εμφανίζονται στα ανωτέρω αρχεία και οι καταχωρισμένες διαγράφονται.Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται αναλόγως και για συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν που εξοφλούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη λήξη τους.β) Διαταγές πληρωμής, τρία έτη.γ) Κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν.δ. της 17.7./13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύ­μων εταιρειών, περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προ­γράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομικών, τέσσερα έτη.»    2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 40 του ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149 Α'), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατα­σταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009 (ΦΕΚ 27 Α'), αντικαθίσταται ως ακολούθως:    «3. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους τα χίλια ευρώ, δεν εμφανίζονται στα αρ­χεία μεταδιδόμενων πληροφοριών.»    3. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους τις τρεις χιλιάδες ευρώ και δεν υπερβαίνουν τις τρεις καταχωρίσεις, δεν εμφανίζονται στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών.    4. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί διαγράφονται δέκα έτη μετά την εγγραφή.    5. Η παύση της εμφάνισης στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών επιταγών επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις προη­γούμενες παραγράφους, αίρει το μέτρο στέρησης του βιβλιαρίου επιταγών που έχει επιβληθεί κατ' εφαρμογή της με αριθμό 234/23/11.12.2006 απόφασης της Επιτρο­πής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β 63/2007), για τις επιταγές αυτές.    Άρθρο 5 Υποχρέωση ενημέρωσης    Το πιστωτικό και εν γένει το χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει διαβιβάσει σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα δυσμενή δεδο­μένα για οφειλές υποχρεούται μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες από την περιέλευση σε αυτό των στοιχείων που αποδεικνύουν την εξόφληση της οφειλής να προβεί αδαπάνως για τον οφειλέτη στην ενημέρωση του υπευθύνου επεξεργασίας των παραπάνω αρχείων.    Άρθρο 6 Προσωρινή δικαστική προστασία    1. Με αίτηση που στρέφεται κατά του δανειστή και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 682 επ. Κ.Πολ.Δ., το αρμόδιο κατά τις διατάξεις αυτές δι­καστήριο δικαιούται να διατάξει προσωρινά ως ασφα­λιστικό μέτρο τη μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που διατηρούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών, ληξιπρόθεσμης οφειλής, για την οποία έχει ασκηθεί αγωγή ή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής ή κατά πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης εφόσον σφόδρα πιθανολογείται η ανυπαρξία της οφειλής.    2. Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας των αρχείων υποχρεού­νται, με τη γνωστοποίηση σε αυτούς της δικαστικής από­φασης που δέχεται την αίτηση, να μεριμνήσουν μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες να μην εμφανίζονται στα αρχεία και να μην μεταβιβάζονται τα παραπάνω δεδομένα.    3. Η απόφαση που διατάζει το πιο πάνω ασφαλιστικό μέτρο παύει αυτοδικαίως να ισχύει, αν δημοσιευθεί ορι­στική απόφαση για την ουσία της κύριας υπόθεσης.    Άρθρο 7Παροχή βιβλιαρίου επιταγών με εγγύηση    Το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται να χορηγεί κατά τη διάρκεια ισχύος μέτρου στέρησης χορήγησης βιβλιαρί­ου επιταγών νέο βιβλιάριο επιταγών εφόσον παρέχεται επ' αυτών τριτεγγύηση έως πέντε χιλιάδες ευρώ για κάθε επιταγή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο δεν υφίσταται το ανωτέρω μέτρο στέρησης. Η πληρωτέα αξία της επιταγής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της εγγυήσεως.    Άρθρο 8 Κυρώσεις    Ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυ­τιλίας επιβάλλει για κάθε παράβαση των υποχρεώσεων από τον παρόντα νόμο πρόστιμο που ανέρχεται από δέκα χιλιάδες έως πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ.Κατά την επιμέτρηση του προστίμου λαμβάνονται ιδίως υπόψη και συνεκτιμώνται: α) η βαρύτητα της πα­ράβασης, β) η συχνότητα αυτής, γ) η διάρκειά της, δ) οι ειδικές συνθήκες τέλεσής της, ε) η ύπαρξη υπαιτιότητας, στ) ο κύκλος εργασιών του παραβάτη και ζ) η υπότρο­πη συμπεριφορά. Οι καταγγελίες για παράβαση του παρόντος νόμου κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστι­κότητας και Ναυτιλίας.    Άρθρο 9 Διαγραφή απαιτήσεων    Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που διαγράφο­νται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται το άρθρο 30 παρ. 10 του ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α'). Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.    Άρθρο 10Αναστολή υποβολής των αιτήσεων υπαγωγής επενδυτικών σχεδίων στις διατάξεις του ν. 3299/2004 ΜΕΡΟΣ Β' ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ    1.α. Αιτήσεις επενδυτικών σχεδίων για την υπαγωγή τους στις ενισχύσεις της επιχορήγησης ή και της επιδό­τησης χρηματοδοτικής μίσθωσης ή της επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3299/2004, όπως ισχύει, υποβάλ­λονται έως και την 29η Ιανουαρίου 2010.β. Η έναρξη δαπανών για την ένταξη των επενδυτικών σχεδίων στην ενίσχυση της φορολογικής απαλλαγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3299/2004, είναι δυνατή έως και την 29η Ιανουαρίου 2010.    2. Αιτήσεις επενδυτικών σχεδίων που θα κατατεθούν στις αρμόδιες υπηρεσίες έως και την 29η Ιανουαρίου 2010, καθώς και για όσες υποβληθείσες δεν έχει εκδο­θεί εγκριτική ή απορριπτική απόφαση της Διοίκησης εξετάζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 3299/ 2004 και τις κανονιστικές αποφάσεις κατ' εξου­σιοδότηση των διατάξεών του.    Άρθρο 11Α. Αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του ν.1220/1981 (ΦΕΚ 296 Α')    1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 29 του ν. 1220/1981 αντικαθίσταται ως εξής:    «1. Σε περίπτωση εγκατάλειψης στην αλλοδαπή ή ημε­δαπή Ελλήνων ναυτικών, που είναι ναυτολογημένοι σε πλοία υπό ελληνική σημαία ή ξένα, συμβεβλημένα με το «Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο» (Ν.Α.Τ.), λόγω μη τήρησης από τον πλοιοκτήτη των διατάξεων περί μισθοτροφοδοσίας:α) Καταβάλλονται από το Ν.Α.Τ. και ειδικότερα από το «Κεφάλαιο Ασθένειας και Ανεργίας» έναντι των καθυ­στερημένων βασικών μισθών και επιδομάτων, αποδοχές μέχρι ενός τριμήνου, όπως αυτές καθορίζονται από τις οικίες συλλογικές συμβάσεις. Η καταβολή αυτή γίνεται με βάση κατάσταση, που περιλαμβάνει το πλήρωμα και τις αποδοχές του και έχει εγκριθεί από την Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία ή από την Επιτροπή της παραγρά­φου 3. Σε περίπτωση διαφωνίας, υπερισχύει η γνώμη της Επιτροπής. Η βεβαίωση από το Ν.Α.Τ. ότι έχει εκδο­θεί για κάθε ναυτικό, που έχει εγκαταλειφθεί, επιταγή για την παραπάνω καταβολή, συνεπάγεται αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης ναυτικής εργασίας και κλείσιμο του ναυτολογίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2.β) Ο επαναπατρισμός των ναυτικών, που έχουν εγκα­ταλειφθεί στην αλλοδαπή, καθώς και η καταβολή των μικροεξόδων του ταξιδιού, γίνεται με τη φροντίδα της Εστίας Ναυτικών, σύμφωνα με τις σχετικές περί αυτής διατάξεις.»    2. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν αναδρο­μικά από 1ης Ιουνίου 2009. Για την περίοδο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος στο ΦΕΚ η Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του ν. 1220/1981 μπορεί να γνωμοδοτήσει ώστε η καταβολή της παραγράφου 1 στοιχείο α' του άρθρου 29 του ν. 1220/1981 να αφο­ρά περίοδο μεγαλύτερη του τριμήνου και μέχρι ενός εξαμήνου.    Β. Μετάθεση ημερομηνιών αποχώρησης προσωπικού Ο.Λ.Π.    1. Η ημερομηνία που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου τέταρτου του ν. 3654/2008 (ΦΕΚ 57 Α') «Κύρωση των Συμβάσεων Παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των Οργανισμών Λιμένος Πειραιώς (Ο.Λ.Π. Α.Ε.) και Θεσσαλονίκης (Ο.Λ.Θ. Α.Ε.), ρυθμίσεις για το προσωπικό της Ο.Λ.Π. Α.Ε. και της Ο.Λ.Θ. Α.Ε. και άλλες διατάξεις» αντικαθίσταται και ως νέα ημερομηνία ορί­ζεται η 30ή Ιουνίου 2010.    2. Η ημερομηνία που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου έκτου του ίδιου ως άνω νόμου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Υ.Α. 8312/11/18/2009 (ΦΕΚ 1051 Β') αντικαθίσταται και ως νέα ημερομηνία ορίζεται η 28η Φεβρουαρίου 2010. Γ. Χρηματοδότηση ΟΛΠ Α.Ε.Η εταιρεία επιτρέπεται να χρηματοδοτείται από εθνι­κούς ή κοινοτικούς πόρους για την εξυπηρέτηση σκοπών γενικού οικονομικού συμφέροντος μέσω του Προγράμ­ματος Δημοσίων Επενδύσεων. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Οικονομικών προσδιορίζονται οι προϋ­ποθέσεις εφαρμογής της παρούσας παραγράφου και μνημονεύονται ειδικά κατ' εφαρμογή ειδικής αποστολής δημοσίου συμφέροντος οι σκοποί γενικού οικονομικού συμφέροντος που δικαιολογούν την καταβολή της χρη­ματοδότησης σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία.    Δ. Προσθήκη εδαφίου στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 791/1978    Προστίθεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 791/1978 εδάφιο δεύτερο, το οποίο έχει ως εξής:    «Τα αυτά ισχύουν και για τις εταιρείες χαρτοφυλακίου των παραπάνω εταιρειών.»    Ε. Ρύθμιση θεμάτων διαχείρισης πλωτών μουσείων ή εκθεμάτων δωρεάς προς το Ελληνικό Δημόσιο    1. Εμπορικά πλοία ιστορικής σημασίας, που περιήλθαν ή περιέρχονται λόγω δωρεάς στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του α.ν. 2039/1939 (ΦΕΚ 455 Α') με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως πλω­τά μουσεία ή εκθέματα, περιέρχονται στη διαχείριση του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.    2. Η εγγραφή πλοίων της προηγούμενης παραγράφου στα ελληνικά νηολόγια, καθώς και η διαγραφή τους από αυτά σε περίπτωση διάλυσης ή ανακύκλωσής τους στο τέλος της ωφέλιμης ζωής τους, γίνεται με αίτηση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτι­λίας. Για τα πλοία αυτά δεν καταβάλλονται κατά το χρονικό διάστημα παραμονής τους υπό ελληνική σημαία, φόροι (συμπεριλαμβανομένου του φόρου του ν. 27/1975 και εκτός του ΦΠΑ), εισφορές, τέλη ή δασμοί με την επι­φύλαξη των ισχυουσών σχετικών εθνικών και κοινοτικών διατάξεων, ούτε απαιτούνται άλλες διατυπώσεις εκτός από την έκδοση τελωνειακής διασάφισης εισαγωγής, εγγράφου εθνικότητας και διορισμού αντικλήτου, αφού προηγηθεί η έκδοση πιστοποιητικού καταμέτρησης. Όσον αφορά στο ΦΠΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ [ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α')], όπως ισχύουν.    3. Η μεταβίβαση της κυριότητας του πλοίου απαγο­ρεύεται. Επιτρέπεται η παραχώρηση της χρήσης του πλοίου στο Ινστιτούτο Ιστορίας Εμπορικής Ναυτιλίας (Ι.Ι.Ε.Ν.), που συστάθηκε με το ν. 2638/1998 (ΦΕΚ 204 Α') ή σε άλλο φορέα που τελεί υπό την άμεση εποπτεία του Ελληνικού Δημοσίου, αποκλειστικά και μόνο για τη λειτουργία του ως πλωτού μουσείου ή εκθέματος, ύστερα από έγκριση του Υπουργού Οικονομίας, Αντα­γωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του Υπουργού που εποπτεύει τον φορέα στον οποίο γίνεται η παραχώρηση. Για την παραχώρηση συνάπτεται σύμβαση που καταρ­τίζεται μεταξύ του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνι­στικότητας και Ναυτιλίας και του Προέδρου του Δ.Σ. του Ι.Ι.Ε.Ν. ή του νομίμου εκπροσώπου του φορέα στον οποίο γίνεται η παραχώρηση με τη σύμφωνη γνώμη και του Υπουργού που εποπτεύει τον φορέα στον οποίο γίνεται η παραχώρηση. Η σύμβαση περιέχει τους όρους, το χρονικό διάστημα της παραχώρησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Η συντήρηση, διαχείριση και λειτουργία του πλοίου ως μουσείου ή εκθέματος ανήκει σε αυτόν προς τον οποίο παραχωρείται το πλοίο για το σκο­πό αυτόν και ουδεμία οικονομική υποχρέωση βαρύνει τον κύριο του πλοίου. Ο κύριος του πλοίου μπορεί να ζητήσει την άμεση απόδοσή του σε περίπτωση που διαπιστωθεί οποιαδήποτε απόκλιση από το σκοπό της ανάθεσης ή παραβίαση των όρων της σύμβασης.    4. Το Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ή το Ι.Ι.Ε.Ν. ή άλλος φορέας, στον οποίο το πλοίο παραχωρήθηκε για τη λειτουργία του ως πλωτού μουσείου ή εκθέματος, μπορεί να αναθέτει τη συντή­ρηση, διαχείριση και λειτουργία του πλοίου ως πλωτού μουσείου ή εκθέματος σε ενώσεις προσώπων, σωματεία ή άλλα μουσεία, που επιδιώκουν σκοπούς συναφείς με το Ι.Ι.Ε.Ν. και ιδίως την προβολή της ελληνικής ναυτικής ιστορίας και παράδοσης. Η ανάθεση πραγματοποιείται με σύμβαση που καταρτίζεται για τον ανωτέρω σκοπό από τον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ή, κατά περίπτωση, από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Ι.Ι.Ε.Ν. ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του φορέα στον οποίο έχει παραχωρηθεί το πλοίο και τον νόμιμο εκπρόσωπο της ένωσης προσώπων ή σωματείων ή μου­σείου, ύστερα από έγκριση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του Υπουργού που εποπτεύει τον φορέα στον οποίο έγινε η παραχώ­ρηση, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση. Η σύμβαση περιέχει τους όρους, το χρονικό διάστημα της ανάθεσης και κάθε άλλο σχετικό θέμα, η δε συντήρηση, διαχεί­ριση και λειτουργία του πλοίου ως πλωτού μουσείου ή εκθέματος βαρύνει εξ ολοκλήρου τον ανάδοχο. Ο κύριος του πλοίου ή και ο φορέας που προέβη στην ανάθεση μπορεί να ζητήσει την άμεση απόδοση του πλοίου σε περίπτωση που διαπιστωθεί οποιαδήποτε απόκλιση από το σκοπό της ανάθεσης ή παραβίαση των όρων της σύμβασης.    5. Ο τόπος ελλιμενισμού του πλοίου - πλωτού μουσεί­ου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.    Άρθρο 12Επανεισαγωγή καταλόγου συνταγογραφούμενων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και εξορθολογισμός πλαισίου χορήγησης ιδιοσκευασμάτων για σοβαρές ασθένειες    1. α. Το Δημόσιο, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης και κάθε φορέας και κλάδος ασφάλισης δικαιούχων περίθαλψης εγκρίνουν και εξοφλούν ιατρικές συνταγές μόνο εφόσον αυτές περιλαμβάνουν φάρμακα που περι­έχονται σε κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμακευ­τικών ιδιοσκευασμάτων και μόνο για τις εγκεκριμένες ενδείξεις, όπως αυτές καθορίζονται στην περίληψη χα­ρακτηριστικών του φαρμακευτικού προϊόντος.β. Για την κατάρτιση, την αναθεώρηση και τη συ­μπλήρωση του καταλόγου εφαρμόζονται αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία καθορίζονται και εξειδικεύονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων.γ. Ο κατάλογος του εδαφίου α' καταρτίζεται από συνιστώμενη στον Ε.Ο.Φ. Ειδική Επιτροπή και εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινω­νικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο κατάλογος αναθεωρείται και συμπληρώνεται του­λάχιστον κατ' έτος από την ίδια επιτροπή και με την ίδια διαδικασία.δ. Η Ειδική Επιτροπή του εδαφίου γ' συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλλη­λεγγύης, είναι εννεαμελής και αποτελείται από έναν καθηγητή φαρμακευτικής του πανεπιστημίου (οποιασ­δήποτε βαθμίδας), έναν καθηγητή ιατρικής του πανε­πιστημίου (οποιασδήποτε βαθμίδας), έναν εκπρόσωπο του Ε.Ο.Φ. (ιατρό ή φαρμακοποιό), που ορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, έναν εκπρόσωπο (ιατρό) του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕ.Σ.Υ.), που ορίζεται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής αυτού, έναν φαρμακοποιό με προϋπηρεσία άνω των πέντε ετών στο Ε.Σ.Υ., και από έναν εκπρόσωπο (ιατρό ή φαρμακοποιό) του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του ΟΓΑ, του ΟΠΑΔ και του ΟΑΕΕ, που ορίζονται με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων αυτών.Για καθένα μέλος ορίζεται αντίστοιχα και ο αναπλη­ρωτής του. Με την απόφαση συγκρότησης ορίζεται ο πρόεδρος της επιτροπής και ο αναπληρωτής του από τους ως άνω καθηγητές Πανεπιστημίου και ο γραμ­ματέας της επιτροπής με τον αναπληρωτή του από τους υπαλλήλους του Ε.Ο.Φ.. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οι­κονομικών ορίζεται η αποζημίωση των μελών της ειδικής επιτροπής και του γραμματέα που κατά τις κείμενες διατάξεις βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Φ., κα­θώς και κάθε διαδικαστική λεπτομέρεια για τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών της.ε. Εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση της κοινής υπουργικής απόφασης του εδαφίου γ' του πα­ρόντος, οι ενδιαφερόμενοι παρασκευαστές και εισαγω­γείς φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, που δεν έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση συμπερίληψής τους ενώπιον της ειδικής επι­τροπής. Με την αίτηση συνυποβάλλονται τα στοιχεία για την υποστήριξή της και οι αιτούντες καλούνται για προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών τους ενώπιον της ειδικής επιτροπής. Εντός τριάντα ημερών από την υπο­βολή της αίτησης η ειδική επιτροπή, εφόσον, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της παραγράφου 2, κρίνει το αίτημα ως βάσιμο, καταρτίζει συμπληρωματικό κατά­λογο, που εγκρίνεται με τον τρόπο που ορίζεται στο εδάφιο γ' του παρόντος.στ. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή του υπ' αυτού νομίμως εξουσιοδοτημένου οργάνου του φορέα ασφάλισης, η οποία εκδίδεται εντός δέκα ημερών από της υποβολής σχετικής αιτήσεως, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εγκρίνεται η χορήγηση φαρμάκων που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο για την περίοδο θερα­πείας του ασθενούς. Η απόφαση εκδίδεται κατόπιν αιτι­ολογημένης έκθεσης ιατρού του αιτούντος και ύστερα από γνώμη της ειδικής επιτροπής του εδαφίου γ' της παρούσας παραγράφου του παρόντος άρθρου.ζ. Από τη δημοσίευση του καταλόγου του εδαφίου α' της παρούσας παραγράφου του παρόντος νόμου καταρ­γείται η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3457/2006. Οι διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α') και του άρθρου 31 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α'), καθώς και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτών υπουργικές αποφάσεις εξακολουθούν να ισχύουν. Επίσης, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπουν την κάλυψη από το Δημόσιο και τους φορείς και κλάδους ασφάλισης ασθενείας της δαπάνης των φαρμάκων που χορηγού­νται στους οικονομικά αδύνατους και ανασφάλιστους.    2. α. Οι εξωτερικοί ασθενείς που είναι ασφαλισμένοι στο Δημόσιο και στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ή δυνάμει ειδικών διατάξεων δικαιούνται περίθαλψης μπο­ρούν να προμηθεύονται, τόσο από τα φαρμακεία των κρατικών νοσοκομείων όσο και από τα ιδιωτικά φαρμα­κεία, χωρίς συμμετοχή τους στη δαπάνη, φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για θεραπεία σοβαρών ασθενειών, που έχουν άδεια μόνο για νοσοκομειακή χρήση ή άδεια για έναρξη χορήγησης στο νοσοκομείο και παρακολούθηση από ειδικό ιατρό.β. Τα ιδιωτικά φαρμακεία προμηθεύονται τα χορηγού­μενα κατά το εδάφιο α' της παρούσας παραγράφου φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα με τους ίδιους όρους και στην ίδια τιμή που τα προμηθεύονται τα φαρμακεία των κρατικών νοσοκομείων.γ. Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εγκρίνεται, μετά από εισήγηση του Ε.Ο.Φ., κατάλογος με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για θεραπεία σοβαρών ασθενειών της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Με την ίδια διαδικασία ο εν λόγω κατάλογος αναθεωρείται και συμπληρώνεται τουλά­χιστον κατ' έτος. Για τον προσδιορισμό του κόστους λαμβάνεται υπόψη η χονδρική τιμή των ιδιοσκευασμά­των και η συσκευασία τους σε συνδυασμό με το κόστος ημερήσιας θεραπείας. Ο τρόπος διαμόρφωσης της τιμής διάθεσής τους από τα νοσοκομεία ή τα ιδιωτικά φαρ­μακεία καθορίζεται με αγορανομική διάταξη.δ. Ο κατάλογος των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εγκρίνεται υπό την προϋπόθεση ότι περιέχονται οπωσδήποτε στον κατάλογο των συνταγογραφούμενων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου του παρόντος νόμου. Η ως άνω προϋ­πόθεση δεν απαιτείται για το διάστημα μέχρι την έκδοση του πρώτου καταλόγου συνταγογραφούμενων ιδιοσκευ­ασμάτων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου του παρόντος νόμου, για το οποίο διάστημα και μέχρι την έκδοση του καταλόγου κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εξακολουθεί να ισχύει ο κατάλογος φαρμακευ­τικών ιδιοσκευασμάτων της κοινής υπουργικής απόφασης ΔΥΓ3α/Γ.Π.151509/19.12.2008 (ΦΕΚ 2717 Β', 31.12. 2008).ε. Το άρθρο 26 του ν. 2072/1992, όπως έχει αντικα­τασταθεί, καταργείται από τη δημοσίευση της κοινής υπουργικής απόφασης του εδαφίου γ' της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.    Άρθρο 13Μετάθεση ημερομηνίας σταδιακής αύξησης ορίου ηλικίας για συγκεκριμένη κατηγορία ασφαλισμένων    1. Το τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης δ' της παρα­γράφου 3 του άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α'), όπως η περίπτωση αυτή έχει αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 144 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ 58 Α'), αντικαθίσταται ως ακολούθως:    «Για τις μητέρες ανήλικων παιδιών, το ανωτέρω προ­βλεπόμενο όριο ηλικίας για λήψη μειωμένης σύνταξης καταργείται σταδιακά, με την αύξηση αυτού κατά ένα χρόνο, από 1.1.2011 και για κάθε επόμενο έτος μέχρι τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου από το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης αυτής ορίου ηλικίας για λήψη πλήρους σύνταξης.»    2. Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 33 του ν. 3232/2004 (ΦΕΚ 48 Α'), όπως αυτά προστέθηκαν με την περίπτωση β' της παραγράφου 3 του άρθρου 144 του ν. 3655/2008, αντικαθίστανται ως ακολούθως:    «Για τις μητέρες ανήλικων τέκνων, το όριο ηλικίας για λήψη μειωμένης σύνταξης καταργείται σταδιακά, με την αύξηση αυτού κατά ένα χρόνο από 1.1.2011 και για κάθε επόμενο έτος, μέχρι τη συμπλήρωση του προβλε­πόμενου για τη λήψη πλήρους σύνταξης ορίου ηλικίας. Από 1.1.2013 και για κάθε επόμενο έτος, ο απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης αυξάνεται σταδιακά κατά εκατόν πενήντα ημέρες μέχρι τη συμπλήρωση 6.000 ημερών ασφάλισης.»    Άρθρο 14 Τροποποίηση του π.δ. 260/2001    Στο π.δ. 260/2001 επέρχεται η πιο κάτω τροποποί­ηση:    Στο άρθρο 1 παράγραφος α' στοιχείο Α' απαλείφεται η φράση: «και δεν έχουν υπερβεί το 40ό έτος το οποίο θεωρείται ότι συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου του έτους απογραφής».    Άρθρο 15 Τελική διάταξη    Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερ­νήσεως.    Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

ΝΟΜΟΣ 3833/2010 - ΦΕΚ 40/Α'/15.3.2010Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ    Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΤΟΥΣ 2010 Άρθρο 1Μείωση αποδοχών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα    1. Τα έξοδα παράστασης του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 565/1977 (ΦΕΚ 85 Α), καθώς και του Προέδρου της Κυβέρνησης, του Προέδρου της Βουλής, του Αντιπροέ­δρου της Κυβέρνησης, των Υπουργών και των Υφυπουρ­γών, όπως καθορίζονται με την αριθ. 70025/1929/5.6.1979 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που κυρώθηκε με το άρθρο 55 του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ 43 Α), μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%).    2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ει­δική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλ­λήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδι­οίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%).Τα επιδόματα των παραγράφων Α3 των άρθρων 30 και 33 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α), όπως ισχύουν, μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα.Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλ­λογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.    3. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις πα­ρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά:α) οικογενειακής παροχής [άρθρο 11 παρ. 1, 30 και 33 παρ. Α4, 35 παρ. Α5, 36 και 37 παρ. 2ε, 38 παρ. 3δ, 40, 41 και 42 παρ. 2δ, 44 παρ. Α5, 47 παρ. Α4, 49 παρ. 3ε, 51 παρ. Α2 του ν. 3205/2003, άρθρο 16 παρ. 2ε του ν. 3432/2006 (ΦΕΚ 14 Α'), άρθρο 12 παρ. 2ε του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278Α'), άρθρο 11 παρ. 2ε του ν. 3450/2006 (ΦΕΚ 64 Α'), άρθρο 26 παρ. 2ε του ν. 3585/2007 (ΦΕΚ 148 Α')],β) χρόνου υπηρεσίας (άρθρα 30 και 33 παρ. Α1, 35 παρ. Α1, 36 και 37 παρ. 2α, 38 παρ. 3α, 40, 41 και 42 παρ. 2α, 44 παρ. Α1, 47 παρ. Α1, 48 παρ. 2α, 49 παρ. 3α και 51 παρ. Α1 του ν. 3205/2003, άρθρο 16 παρ. 2α του ν. 3432/2006, άρθρο 12 παρ. 2α του ν. 3413/2005, άρθρο 11 παρ. 2α του ν. 3450/2006, άρθρο 26 παρ. 2α του ν. 3585/2007),γ) εφημεριών (άρθρο 45 του ν. 3205/2003),δ) ραδιενέργειας (άρθρο 8 παρ. Α16 και άρθρο 38 παρ. 3ε του ν. 3205/2003),ε) ειδικής απασχόλησης (άρθρο 8 παρ. Α6 περ. α' του ν. 3205/2003),στ) ειδικών συνθηκών εργασίας (άρθρο 8 παρ. Α11 του ν. 3205/2003),ζ) επικίνδυνης εργασίας [άρθρο 78 του ν. 3421/2005 (ΦΕΚ 302 Α')],η) καταδυτικού [άρθρο 23 παρ. 3 του ν. 3511/2006 (ΦΕΚ 258 Α')],θ) αναπηρίας και κινδύνου [άρθρο 3 παρ. 2 του ν.2448/1996 (ΦΕΚ 279 Α')],ι) μεταπτυχιακών σπουδών [άρθρο 8 παρ. Α1, άρθρο 30 παρ. 2, άρθρο 33 παρ. 2, άρθρο 35 παρ. 2, άρθρο 37 παρ. 10, άρθρο 39 παρ. 1 β, άρθρο 44 παρ. 2, άρθρο 47 παρ. 2, άρθρο 48 παρ. 2β, άρθρο 49 παρ. 3β του ν. 3205/2003, άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 3450/2006 (ΦΕΚ 64 Α), άρθρο 16 παρ. 8 του ν. 3432/2006 (ΦΕΚ 14 Α')],ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης (άρθρο 8 παρ. Α2 του ν. 3205/2003) και αποφοίτων Εθνι­κής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης [άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3670/2008 (ΦΕΚ 117 Α)],ιβ) κινήτρου απόδοσης (άρθρο 12 παρ. 1 και 47 παρ. Α3 του ν. 3205/2003).    4. Στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου της παραγράφου 2 στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι δια­τάξεις του ν. 3205/2003, εξαιρούνται από τη μείωση, που προβλέπεται στην παράγραφο 2, τα επιδόματα που συν­δέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσι­ακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους ή με το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Αν στο ανωτέρω προσωπικό δεν καταβάλλονται επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος, οι πάσης φύσεως αποδοχές μειώνονται κατά επτά τοις εκατό (7%).    5. Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποι­αδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήπο­τε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδι­ωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος ή επι­χορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των πα­ραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης ερ­γασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.    6. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοι­κητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τα­κτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005.    7. Οι πάσης φύσεως αμοιβές, αποζημιώσεις και απο­λαβές των μελών των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ. και των μελών Δ.Σ. των Ν.Π.Ι.Δ. επί των οποίων εφαρμόζονται οι παράγραφοι 5 και 6 του άρ­θρου αυτού, μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή απόφασης οποιουδήποτε οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου.    8. Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 5, 6 και 7 δεν εφαρμόζονται στις εταιρείες που υπάγονται στο Κε­φάλαιο Β' του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), καθώς και στις Τράπεζες.    9. Τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση που προ­βλέπεται στο άρθρο αυτό και αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2010 μέχρι την εφαρμογή του νόμου αυ­τού παρακρατούνται από τη μισθοδοσία των επόμενων της ψήφισης του νόμου αυτού μηνών ως εξής:(α) για ποσά μέχρι εκατόν πενήντα ευρώ (150 €) εφά­παξ,(β) για ποσά μέχρι τριακόσια ευρώ (300 €) σε δύο μηνιαίες δόσεις,(γ) για ποσά μέχρι εξακόσια ευρώ (600 €) σε τέσσερις μηνιαίες δόσεις,(δ) για ποσά μέχρι χίλια ευρώ (1.000 €) σε έξι μηνιαίες δόσεις και(ε) για ποσά άνω των χιλίων ευρώ (1.000 €) σε οκτώ μηνιαίες δόσεις. Άρθρο 2Ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών    1. Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απα­γορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθο­ρίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις.    2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντι­προέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη δι­οικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος ή επι­χορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των πα­ραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005.Εξαιρούνται οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β' του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), οι Τράπεζες, καθώς και οι εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους.    3. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται υπέρβα­ση του ορίου που καθορίζεται στην παράγραφο 1 μέχρι ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%), ανάλογα με τα ειδικά προσόντα ή τις ειδικές συνθήκες απασχόλησης, στον πρόεδρο και στον αντιπρόεδρο ανεξάρτητης διοικητι­κής αρχής, στον διοικητή και στον πρόεδρο Ν.Π.Δ.Δ. και μέχρι του διπλάσιου του ορίου της παραγράφου 1, στον πρόεδρο ή στον διευθύνοντα σύμβουλο Ν.Π.Ι.Δ..    4. Από το όριο που ορίζεται στην παράγραφο 1 εξαι­ρούνται:α) οι δικαστικοί λειτουργοί και το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), για τους οποίους ως ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών, ορίζονται οι εκάστοτε αποδοχές του Προέδρου του Αρείου Πάγου χωρίς οικογενειακή παροχή και β) οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., για τους οποίους ως όριο ορίζεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3808/2009 (ΦΕΚ 227 Α).    5. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου κα­ταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που κα­θορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που ορίζεται στις προηγούμενες παραγράφους. Αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο των διατάξεων του άρθρου αυτού αναπροσαρμόζονται αυτοδίκαια στο αντίστοιχο όριο. Άρθρο 3Εισοδηματική πολιτική έτους 2010    1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι 31.12.2010 απαγορεύεται η συνομολόγηση, καθώς και η χορήγηση ή η καταβολή, με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο, αυξήσεων στις κάθε είδους, φύ­σεως και ονομασίας αποδοχές των λειτουργών, υπαλ­λήλων και εργαζομένων κατά την ίδια χρονική περίοδο και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο Δημόσιο εν γένει, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α., καθώς και τα Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και στις δημόσιες επιχειρήσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 2, πέραν των συνολικών αποδοχών που καταβάλλονται κατά τη δημοσίευση του παρόντος, όπως οι αποδοχές αυτές αναπροσαρμόζονται με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 2.    2. Η απαγόρευση αυτή: (α) καλύπτει κάθε συνομολόγηση αυξήσεων που γίνεται με γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητι­κής απόφασης, υπουργικής απόφασης ή οποιουδήποτε είδους διοικητικής πράξης κανονιστικού χαρακτήρα ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, (β) ισχύει για όλους τους εργαζομένους χωρίς εξαίρεση, στους φορείς της προηγούμενης παραγράφου, που συνδέονται είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε με σύμβαση ή σχέ­ση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, (γ) καλύπτει κάθε είδους αύξηση στις αποδοχές των εργαζομένων, δηλαδή τους μισθούς, τα ημερομίσθια, τα ωρομίσθια, τα επιδόματα, τα βοηθήματα ή τις οποιεσδήποτε άλλες παροχές προς αυτούς (μπόνους κ.λπ.), κατά οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε μορφή ή ονομασία επιχειρείται, είτε με αύξηση υφιστάμενων είτε με θέσπιση ή συνομολόγηση νέων τέτοιων αποδοχών ή παροχών.    3. Από τις ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων εξαιρούνται μόνο οι ήδη προβλεπόμενες από νόμο, κα­νονιστική πράξη, συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτη­τική απόφαση, καταστατικό ή κανονισμό εργασίας, αυ­ξήσεις αποδοχών που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή τη μισθολογική ή υπηρεσιακή εξέλιξη των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.    4. Πάσης φύσεως αποδοχές που καταβάλλονται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων αναζητού­νται υποχρεωτικώς. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού και ύστερα από ακρόαση των ενδιαφερομένων παύονται από τα καθήκοντά τους ο διοικητής ή πρόεδρος, ο διευ­θύνων σύμβουλος και τα μέλη του Δ.Σ. των φορέων που υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, οι οποίοι δεν εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος.    5. Κάθε διάταξη νόμου και κάθε διάταξη, όρος ή ρή­τρα συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής από­φασης, υπουργικής απόφασης ή οποιουδήποτε είδους διοικητικής πράξης κανονιστικού χαρακτήρα, καθώς και κάθε όρος ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνία που αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος και των προηγούμενων άρθρων καταργούνται. Άρθρο 4Αναπροσαρμογή χρηματοδότησης ΟΑΠ-ΔΕΗ και ΤΑΠ-ΟΤΕ    Η κατά το έτος 2010 και εφεξής χρηματοδότηση των ασφαλιστικών ταμείων ΟΑΠ-ΔΕΗ και ΤΑΠ-ΟΤΕ που προ­βλέπεται στο άρθρο 34 του ν. 2773/1999 (ΦΕΚ 286 Α) και 26 του ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 197 Α') δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το προβλεπόμενο στον προϋπολογισμό του έτους 2010 ποσό, μειωμένο κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).Τα διοικητικά συμβούλια των παραπάνω ασφαλιστικών ταμείων υποχρεούνται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού να προβούν με απόφασή τους, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Οικονομικών, σε αναπροσαρμογή των παροχών, ώστε να προκύπτει ισοσκελισμένος προϋπολογισμός.Αν τα Δ.Σ. δεν προβούν στην πιο πάνω ενέργεια, αναπροσαρμόζονται οι ασφαλιστικές παροχές των ταμείων αυτών με κοινή απόφαση των Υπουργών Ερ­γασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Οικονομικών. Άρθρο 5Έκτακτη οικονομική εισφορά στα φυσικά πρόσωπα με μεγάλο εισόδημα    1. Επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά ποσοστού ένα τοις εκατό (1%) επί του εισοδήματος των φυσικών προσώπων που φορολογούνται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολο­γίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), καθώς και στο εισόδημα σχολάζουσας κληρονομιάς. Επίσης στο εισόδημα των φυσικών προσώπων τα οποία φορολογούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ' Ψηφίσματος του έτους 1975 (ΦΕΚ 23 Α).    2. Για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προ­σώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2010, εφόσον αυτό είναι εκατό χιλιάδες ευρώ (100.000 €) και άνω.    3. Για την εξεύρεση του συνολικού εισοδήματος δεν προσμετρώνται τα εισοδήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε..    4. Για τον υπολογισμό, τη βεβαίωση, τον υπόχρεο καταβολής της εισφοράς, το χρόνο καταβολής της, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την έκτακτη εισφορά του άρθρου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 (ΦΕΚ 68 Α').    5. α. Στο άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 1914/1990 (ΦΕΚ 178 Α), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μετά τις λέξεις «και επανελέγχων» προστίθενται οι λέξεις «καθώς και για την έκδοση των καταλογιστικών πράξεων, τη βεβαίωση και την επιδίωξη είσπραξης των εσόδων».β. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 39 του ν. 1914/1990, όπως τροποποιήθη­κε και ισχύει, οι λέξεις «οι οποίοι κατά τη διενέργεια του ελέγχου εξομοιούνται με τους προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. και των περιφερειακών διευθύνσεων του Σ.Δ.Ο.Ε. και έχουν τα αυτά δικαιώματα και υποχρεώσεις με αυ­τούς» αντικαθίστανται από τις λέξεις και προστίθεται εδάφιο ως εξής: «οι οποίοι κατά τη διάρκεια της το­ποθέτησης εξομοιούνται με τους προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. και των περιφερειακών διευθύνσεων της ΥΠ.Ε.Ε. για όλες τις αρμοδιότητες που αφορούν έλεγχο, επα­νέλεγχο, καταλογισμό, βεβαίωση και επιδίωξη της εί­σπραξης των εσόδων και έχουν τα αυτά δικαιώματα και υποχρεώσεις με αυτούς. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.» ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'ΜΕΙΩΣΗ ΟΡΙΩΝ ΥΠΕΡΩΡΙΑΚΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ,ΔΑΠΑΝΩΝ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ Άρθρο 6Μείωση ορίων υπερωριακής απασχόλησης    1. Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται ως εξής:    «Οι κατά τα ως άνω ώρες απογευματινής υπερωριακής εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις σαράντα (40) ώρες μηνιαίως ανά υπάλληλο.»    2. Η περίπτωση α' και τα εδάφια πρώτο και δεύτερο της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται ως εξής:    «α. Εξήντα (60) ώρες μηνιαίως ανά υπάλληλο των Γρα­φείων του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου και Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, των Υπουργών, των Αναπληρωτών Υπουργών, των Υφυπουργών, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης, καθώς και των Γραφείων των Βουλευτών, των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβου­λίου, των Πολιτικών Κομμάτων και του Γραφείου Επι­τρόπου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για απογευματινή απασχόληση. Στην περίπτωση απασχόλησης κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες και νυκτερινές ώρες, μπορεί να χορηγηθούν μέχρι τριάντα (30) ώρες για εξαιρέσιμες ημέρες και είκοσι (20) ώρες για νυκτερινή εργασία μέσα στο όριο των εξήντα (60) ωρών.β. Πενήντα (50) ώρες μηνιαίως ανά υπάλληλο των Γρα­φείων των Γενικών Γραμματέων Υπουργείων, των Ειδι­κών Γραμματέων και των Διοικητών και των Υποδιοικη­τών των Ασφαλιστικών Οργανισμών, για απογευματινή απασχόληση. Στην περίπτωση απασχόλησης κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες και νυκτερινές ώρες, μπορεί να χο­ρηγηθούν μέχρι είκοσι (20) ώρες για εξαιρέσιμες ημέρες και δεκαπέντε (15) ώρες για νυκτερινή εργασία μέσα στο όριο των πενήντα (50) ωρών.»    3. Όρια που έχουν καθορισθεί σε διαφορετικό ύψος από αυτά που προβλέπονται στις προηγούμενες παρα­γράφους αναπροσαρμόζονται στα όρια αυτά.    4. Οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 3207/2003 (ΦΕΚ 302 Α) και του άρθρου 17 παρ. 7 του ν. 3226/2004 (ΦΕΚ 24 Α) και οι κατ' εξουσιοδότησή τους εκδοθεί­σες αποφάσεις καταργούνται. Ο αριθμός των ωρών νυκτερινής, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών εργασίας για το προσωπικό που ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις, καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, κατ' εξαίρεση των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3205/2003, όπως τροποποιείται με την παρ. 1 του άρθρου αυτού. Άρθρο 7Μείωση αμοιβών για συμμετοχή σε συλλογικά όργανα    Το άρθρο 17 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 17Αμοιβές συλλογικών οργάνων    1. Τα κάθε είδους μόνιμα ή προσωρινού χαρακτή­ρα συλλογικά όργανα (συμβούλια, επιτροπές, ομάδες εργασίας κ.λπ.) του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., τα οποία προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύ­ουσες διατάξεις ή συνιστώνται και συγκροτούνται με διοικητικές πράξεις λειτουργούν εντός του κανονικού ωραρίου εργασίας των οικείων Υπηρεσιών ή σε χρόνο που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση και δεν καταβάλλεται καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση στα μέλη τους. Κατ' εξαίρεση στους ιδιώτες - μέλη των ανωτέρω συλλογικών οργάνων καθορίζεται αποζημίωση με απόφαση του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ ανά συνεδρίαση και μέχρι πενήντα (50) συνεδριάσεις ετησί­ως. Οι ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις δεν υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 22 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α).    2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του συλλογικού οργάνου για την οικονομία της χώρας ή την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη και προκειμένου περί Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., με βάση το μέγεθος, τη σπουδαιότητα και τα στοιχεία του προϋπολογισμού τους, επιτρέπεται η λειτουργία τους εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας και εκτός του χρόνου που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόλη­ση και μπορεί να καθορίζεται αποζημίωση κατά μήνα ή κατά συνεδρίαση με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού.Η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να είναι κατά μήνα, μεγαλύτερη από τετρακόσια (400) ευρώ για τον πρό­εδρο και τριακόσια (300) ευρώ για τα μέλη και τους γραμματείς.Η ανωτέρω μηνιαία αποζημίωση καταβάλλεται με την προϋπόθεση συμμετοχής σε τέσσερις (4) τουλάχιστον συνεδριάσεις το μήνα. Σε περίπτωση συμμετοχής σε λιγότερες συνεδριάσεις η αποζημίωση περικόπτεται ανάλογα.    3. Σε ειδικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν είναι δυ­νατόν να χορηγηθεί αποζημίωση κατά μήνα, μπορεί, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, να καθορισθεί αποζημίωση ανά ώρα, έλεγχο ή αξιολογούμενο πρόγραμμα κ.λπ., ανάλογα με τις κατά περίπτωση προκύπτουσες ανάγκες. Το συνολικό μηνιαίο ποσό της ανωτέρω αποζημίωσης απαγορεύεται να υπερβαίνει το όριο της κατά μήνα αποζημίωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 για τα μέλη συλλογικών οργάνων.    4. Το σύνολο των πρόσθετων μηνιαίων αμοιβών ή απολαβών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων νομικών προ­σώπων δημοσίου δικαίου από συμμετοχή σε μόνιμα ή προσωρινά συλλογικά όργανα των υπηρεσιών αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των συνολικών μηνιαίων αποδοχών της οργανικής τους θέσης, συμπεριλαμβανομένης και της αναλογίας των επιδομάτων του άρθρου 9 του ν. 3205/2003. Οι πάσης φύσεως αμοιβές υπολογίζονται κατά το μήνα πραγματοποίησης της αντίστοιχης εργασίας.    5. Από τις παραπάνω παραγράφους εξαιρούνται τα συλλογικά όργανα της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρ­νησης, των οποίων η αμοιβή καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Γενικού Γραμματέα της Κυβέρνησης.    6. Ειδικά για τους εκπαιδευτικούς και το λοιπό προσω­πικό που αποδεδειγμένα συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών και ειδικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την έκδοση των αποτελεσμάτων επιλογής, καθώς και στις εξετά­σεις ιδιωτικών, Γενικών και Επαγγελματικών Λυκεί­ων (Ε.ΠΑ.Λ.) και Επαγγελματικών Σχολών (Ε.ΠΑΚ.) και στις αναβαθμολογήσεις γραπτών δοκιμίων μαθητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης καθορίζεται αποζημίωση με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παι­δείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Με όμοια απόφαση καθορίζεται εφάπαξ αμοιβή για το διοικητικό προσωπικό του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων που αποδεδειγμένα συμμετέχει στις ανωτέρω διαδικασίες.    7. Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 17 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α) εξακολουθούν να ισχύουν.» Άρθρο 8 Λοιπές μισθολογικές ρυθμίσεις    1. Οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 8 παράγραφος 3 εδάφιο δεύτερο, 30 και 33 παρ. Α7 του ν. 3205/2003 αναπροσαρμογές των εν λόγω επιδομάτων καταρ­γούνται και το ύψος αυτών καθορίζεται εφεξής στο διαμορφωμένο κατά την 31.12.2009.    2. Η μηνιαία αποζημίωση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 58 του ν. 1943/ 1991 (ΦΕΚ 50 Α) ορίζεται εφεξής στο ύψος που αυτή έχει διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009.    3. Αναστέλλεται η ισχύς των διατάξεων της παρ. 2, του άρθρου μόνου της αριθμ. 55682/10.9.2009 (ΦΕΚ 1967 Β) κοινής υπουργικής απόφασης, καθώς και των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου μόνου της αριθμ. 2/9247/0022/28.5.2009 (ΦΕΚ 1125 Β) κοινής υπουργικής απόφασης μέχρι τις 31.12.2010 και ο χρόνος καταβολής των προβλεπόμενων προσαυξήσεων ανακαθορίζεται με αντίστοιχες κοινές υπουργικές αποφάσεις.    4. Το ειδικό επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 49 παρ. 3, περίπτωση δ' του ν. 3205/2003, όπως αντικατα­στάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 3676/2008 (ΦΕΚ 117 Α), καθορίζεται εφεξής στο ύψος που έχει διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.    5. Το επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 51 παρ. 10 του ν. 3205/2003, όπως προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3408/2005 (ΦΕΚ 272 Α) και τροποποιήθη­κε με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3554/2007 (ΦΕΚ 80 Α) καθορίζεται εφεξής στο ύψος που έχει διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.    6. Το μηνιαίο επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 3172/2003 (ΦΕΚ 197 Α) καθορίζεται στο ύψος που έχει διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.    7. Τα αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α. που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 139 παρ. 1 του ν. 3463/2006 (ΦΕΚ 114 Α) και του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 3146/2003 (ΦΕΚ 125 Α) υποχρεούνται να επιλέξουν είτε τις αποδοχές της οργανικής θέσης από την οποία προέρχονται είτε τα έξοδα παράστασης που δικαιούνται, μέσα σε αποκλει­στική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, η καταβολή των αποδοχών της οργανικής θέσης από την οποία προέρχονται διακόπτεται.    8. Στα επιδόματα και αποζημιώσεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται οι περικοπές των διατάξεων του άρθρου 1 του παρόντος. Άρθρο 9Δαπάνες μετακινήσεων    1. Το ανώτατο όριο των επιτρεπόμενων κατ' έτος και κατά μήνα ημερών εκτός έδρας της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α') καθορίζεται σε εξήντα (60) ημέρες. Η υπέρβαση του ανωτέρω ορίου που προ­βλέπεται από τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες κατ' έτος.    2. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2685/ 1999, του άρθρου 10 του π.δ. 200/1993 (ΦΕΚ 75 Α), του άρ­θρου 10 της αριθμ. 2/72000/0022/4.12.2001 κοινής υπουρ­γικής απόφασης (ΦΕΚ 1702 Β), καθώς και του άρθρου 10 της αριθμ. 2/66739/0022/19.10.2000 κοινής υπουργικής απόφασης (ΦΕΚ 1394 Β) καταργούνται.    3. Το όριο των πεντακοσίων (500) χιλιομέτρων της πε­ρίπτωσης β' της παρ. 2Α του άρθρου 7 του ν. 2685/1999 μειώνεται σε τριακόσια (300) χιλιόμετρα μηνιαίως.    4. Τα όρια των εκατόν είκοσι (120) και ογδόντα (80) χιλιομέτρων της περίπτωσης α' της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν.2685/1999 αυξάνονται σε εκατόν εξήντα (160) και εκατόν είκοσι (120) χιλιόμετρα αντίστοιχα.    5. Οι προϋποθέσεις καταβολής των δαπανών που προ­βλέπονται από τα άρθρα 6 παρ. 2, 8 παράγραφοι 2 και 3 και 9 του ν. 2685/1999, καθώς και το ύψος αυτών καθορί­ζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες και τις διαμορφούμενες κάθε φορά συνθήκες.    6. Οι διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι 2Γ περί­πτωση γ' και 3 του ν. 2685/1999, των άρθρων 7 παρά­γραφοι 7α, 7β ως προς τον καθορισμό του ύψους της εκτός έδρας αποζημίωσης και των εξόδων μετακίνησης και 17 παράγραφος 6 εδάφιο β' του ν. 2860/2000 (ΦΕΚ 251 Α) καταργούνται και οι εκδοθείσες κατ' εξουσιο­δότηση των ανωτέρω διατάξεων κοινές υπουργικές αποφάσεις εξακολουθούν να ισχύουν έως την έκδοση της προβλεπόμενης από την προηγούμενη παράγραφο απόφασης.    7. Το όριο των τριάντα (30) χιλιομέτρων της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 2685/1999 αυξάνεται σε πενήντα (50) χιλιόμετρα.    8. Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 2685/ 1999, όπως προστέθηκαν με τις όμοιες της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ 163 Α) καταργούνται.    9. Το όριο των πενήντα (50) χιλιομέτρων της περί­πτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2685/1999 αυξάνεται σε εβδομήντα (70) χιλιόμετρα. Το όριο των πενήντα (50) χιλιομέτρων των περιπτώσεων β' και γ' της ίδιας παραγράφου αυξάνεται σε εβδομήντα (70) χιλιόμετρα. Το όριο των εκατό (100) χιλιομέτρων της περίπτωσης δ' της ίδιας παραγράφου αυξάνεται σε εκατόν πενήντα (150) χιλιόμετρα.    10. Η παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2685/1999 αντικαθί­σταται ως εξής:    «2. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις και για αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών αναγκών (φορολογικοί έλεγχοι, στελέχωση περιφερειακών αερολιμένων κατά τη θερινή περίοδο) μπορεί να κα­ταβάλλεται ημερήσια αποζημίωση, καθώς και δαπάνες διανυκτέρευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του παρόντος νόμου και για χρονικό διάστημα έως εβδομήντα (70) ημέρες συνολικά κατ' έτος για κάθε απόσπαση. Οι ημέρες αυτές καθορίζονται με κοινή απόφαση του αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών.»    11. Το όριο των εκατό (100) χιλιομέτρων των παραγρά­φων 4 και 6 του άρθρου 14 του ν. 2685/1999 αυξάνεται σε εκατόν πενήντα (150) χιλιόμετρα.    12. Στο τέλος του δεύτερου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 14 του ν. 2685/1999, διαγράφεται η φράση «και το τριάντα τοις εκατό (30%) του ποσού που προβλέπεται στις παραγράφους 4, 5 και 6 του παρόντος».    13. Στο άρθρο 17 του ν. 2685/1999 προστίθενται παρά­γραφοι 6 και 7, ως εξής:    «6. Το ποσοστό του επιδόματος αλλοδαπής των πα­ραγράφων 2 και 3 καταβάλλεται μειωμένο, κατά περί­πτωση, ως εξής:α) κατά είκοσι τοις εκατό (20%), αν παρέχεται δωρε­άν διανυκτέρευση από φορέα άλλον από εκείνον στον οποίον ανήκει ο μετακινούμενος,β) κατά τριάντα τοις εκατό (30%), σε περίπτωση που παρέχεται δωρεάν διανυκτέρευση και ημιδιατροφή από τον ως άνω φορέα,γ) κατά σαράντα τοις εκατό (40%), σε περίπτωση που παρέχεται δωρεάν διανυκτέρευση και πλήρης διατροφή από τον προαναφερόμενο φορέα,    7. Το ανωτέρω επίδομα αλλοδαπής περικόπτεται κατά το ποσό της αποζημίωσης ή αμοιβής που τυχόν κατα­βάλλεται από οποιονδήποτε άλλον φορέα ή πηγή κατά την εκτέλεση υπηρεσίας στην αλλοδαπή.»    14. Στην περίπτωση β' της παρ. 2Α του άρθρου 21 του ν. 2685/1999, διαγράφεται η φράση «και επιστροφής».    15. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ.1 του άρ­θρου 7 του π.δ. 200/1993 (ΦΕΚ 75 Α) απόσταση άνω των δεκαπέντε (15) χιλιομέτρων, καθώς και η προβλεπόμενη απόσταση άνω των σαράντα (40) χιλιόμετρων, σύμ­φωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 3 της αριθμ. 2/73099/0022/19.2.2008 (ΦΕΚ 344 Β) κοινής από­φασης των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζεται σε εξήντα (60) χιλιόμετρα ως προς την καταβολή της ημερήσιας αποζημίωσης.    16. Η παρ. 1 του άρθρου 8 του π.δ. 200/1993 αντικαθί­σταται ως εξής:    «1. Το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης για εκτέ­λεση υπηρεσίας εκτός έδρας καθορίζεται με τον ισχύοντα εκάστοτε νόμο περί κάλυψης δαπανών μετακινούμενων υπαλλήλων εντός και εκτός Επικρά­τειας και αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.»    17. Το όριο των εκατόν είκοσι (120) ημερών του άρ­θρου 23 του ν. 3613/2007 (ΦΕΚ 263 Α) και της αριθμ. 2/14889/0022/2.5.2003 (ΦΕΚ 643 Β) απόφασης μειώνεται σε εξήντα (60) ημέρες. Το όριο των τριάντα (30) χιλιομέτρων της προηγούμενης απόφασης αυξάνεται σε εξήντα (60) χιλιόμετρα.    18. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 24 του ν. 3536/2007 (ΦΕΚ 42 Α) τροποποιείται ως εξής:    «Για διανυκτερεύσεις που πραγματοποιούνται σε μετακινήσεις από εξήντα (60) χιλιόμετρα και άνω κατα­βάλλεται διπλάσια αποζημίωση από την προβλεπόμενη στην αριθμ. 2/14889/0022/2.5.2003 (ΦΕΚ 643 Β) απόφαση όπως ισχύει.»    19. Το άρθρο 1 του ν.δ. 1106/1972 (ΦΕΚ 17 Α), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 23/1973 (ΦΕΚ 131 Α), καταργείται. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ Άρθρο 10Αναστολή προσλήψεων για το έτος 2010    1. Κατά τη διάρκεια του έτους 2010 δεν χορηγούνται εγκρίσεις της Τριμελούς Επιτροπής της παρ. 1 του άρ­θρου 2 της ΠΥΣ 33/2006 (ΦΕΚ 280 Α), όπως ισχύει, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων ή προσλήψε­ων προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους φορείς του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ 234 Α). Για το ίδιο έτος, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, αναστέλλονται οι προσλήψεις και διορισμοί του ανωτέρω προσωπικού των φορέων αυτών. Εξαιρούνται οι τομείς: α) υγείας, προκειμένου για ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, β) παιδείας, προκειμένου για εκπαιδευτικό προσωπικό, γ) ασφάλειας, προκειμένου για ένστολο προσωπικό, κα­θώς και δ) ο υποχρεωτικός διορισμός των αποφοίτων της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και της Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ομοίως εξαιρείται το προσωπικό που προβλέπεται στις περιπτώσεις β' έως και κ της παρ. 1 του άρθρου 4 της ΠΥΣ 33/2006.    2. Οι επιτυχόντες σε διαδικασίες επιλογής τακτικού προσωπικού του Α.Σ.Ε.Π. και των φορέων για τους οποί­ους έχουν εκδοθεί οριστικά αποτελέσματα μέχρι την 31.12.2009, διορίζονται σταδιακά, βάσει σειράς επιτυχίας, με έναρξη το β' εξάμηνο του έτους 2010 και ο διορισμός όλων όσων περιλαμβάνονται στους οριστικούς πίνακες ολοκληρώνεται μέχρι την 31.12.2012.    3. Ο διορισμός των επιτυχόντων σε διαδικασίες επιλο­γής τακτικού προσωπικού του Α.Σ.Ε.Π. και των φορέων, οι οποίες προκηρύχθηκαν βάσει εγκριτικών αποφάσεων της Τριμελούς Επιτροπής της ΠΥΣ 33/2006, έτους 2009 ή και προγενέστερων ετών και για τους οποίους οι οριστικοί πίνακες αποτελεσμάτων θα εκδοθούν μετά την 1.1.2010, διενεργείται σταδιακά, βάσει σειράς επιτυ­χίας, εντός του έτους 2011 και ολοκληρώνεται, μέχρι την εξάντληση των περιλαμβανομένων στους οριστικούς πίνακες και πάντως όχι πέραν της 31.12.2013. Εγκριτικές αποφάσεις της Τριμελούς Επιτροπής της ΠΥΣ 33/2006, όπως ισχύει, που έχουν εκδοθεί μέχρι 31.12.2009 και για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές προκηρύξεις, παύουν να ισχύουν, με εξαίρεση όσες αφορούν προσω­πικό που υπάγεται στις ρυθμίσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.    4. Για το διορισμό των επιτυχόντων των παραγράφων 2 και 3 δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3528/2007. Άρθρο 11 Περιορισμός προσλήψεων για τα έτη 2011 έως και 2013    1. Από την 1η Ιανουαρίου 2011 και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013, ο αριθμός των ετήσιων προσλήψεων και διορισμών του μόνιμου προσωπικού και του προ­σωπικού με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος συνολικά από το λόγο ένα προς πέντε (μία πρόσληψη ανά πέντε αποχωρήσεις), στο σύνολο των φορέων. Οι αποχωρήσεις υπολογίζονται την 31η Δεκεμβρίου του αμέσως προηγούμενου έτους και αφορούν στο σύνολο του έτους αυτού. Στον υπολογισμό του αριθμού του προς πρόσληψη προσωπικού στο σύ­νολο των φορέων, συνυπολογίζεται και ο υποχρεωτικός διορισμός των αποφοίτων της Σχολής Δημόσιας Διοί­κησης και της Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ο υποχρεωτικός διορισμός που διενεργείται βάσει ειδικών διατάξεων.    2. Ειδικά για το εκπαιδευτικό προσωπικό, όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, τα Σώματα Ασφαλείας, το Λιμενικό Σώμα, καθώς και το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του τομέα υγείας, ο λόγος αυτός ορίζεται σε ένα προς ένα (μία πρόσληψη ανά μία αποχώρηση).    3. Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρούνται: α) οι μετακλητοί υπάλληλοι, β) το μη πολιτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, γ) οι προσλήψεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού νέων νοσηλευτικών μονάδων, δ) επιτυχό­ντες του Α.Σ.Ε.Π. και των φορέων, των παραγράφων 2 και 3 του προηγούμενου άρθρου.    4. Αν για οποιαδήποτε αιτία το σύνολο των προσλή­ψεων είναι μικρότερο του λόγου ένα προς πέντε, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι υπολειπόμενες θέσεις διατηρούνται για πλήρωση σε επόμενο έτος.    5. Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους προσλή­ψεις εγκρίνονται κατά περίπτωση από την Τετραμελή Επιτροπή της παρ. 1 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 33/2006, όπως ισχύει, με βάση τις προτεραιότητες και τις ανά­γκες, όπως προκύπτουν από τον ετήσιο προγραμματισμό προσλήψεων, στο σύνολο των φορέων του άρθρου 1 του ν. 3812/2009.    6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών καθορίζονται οι προτεραιότητες και τα κριτήρια για την κατανομή του προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου. Με απόφαση του Υπουρ­γού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Δια­κυβέρνησης κατανέμονται οι εγκριθείσες θέσεις ανά υπηρεσία και φορέα.    7. Εγκρίσεις πρόσληψης προσωπικού με σχέση εργα­σίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συμβάσεις μίσθωσης έργου για το έτος 2010 περιορίζονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), σε σχέση με τις αντίστοιχες εγκρίσεις του έτους 2009. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει για προσλήψεις προσωπικού ορισμένου χρόνου που γίνονται για κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών.    8. Από τη δημοσίευση του παρόντος δεν επιτρέπεται η απόσπαση εκπαιδευτικού προσωπικού σε θέσεις χω­ρίς πλήρη εκπαιδευτικά και διδακτικά καθήκοντα. Με ευθύνη του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αποσπάσεις εκπαιδευτικών μειώνονται υποχρεωτικά κατά πενήντα τοις εκατό (50%), το αργό­τερο μέχρι τις 30 Αυγούστου 2010. Επίσης απαγορεύ­ονται στο σύνολό τους οι αποσπάσεις σε καθήκοντα διάφορα της ειδικότητάς τους του ιατρικού και νοση­λευτικού προσωπικού, του στρατιωτικού προσωπικού, καθώς και του προσωπικού των Σωμάτων Ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένου και αυτού του Λιμενικού Σώματος. Στο νοσηλευτικό προσωπικό συμπεριλαμβάνεται το τε­χνικό προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, καθώς και το προσωπικό του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοή­θειας (Ε.Κ.Α.Β.). Όλες οι υπάρχουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αποσπάσεις του προσωπικού αυ­τού ανακαλούνται με ευθύνη των καθ' ύλην αρμόδιων Υπουργών, μέχρι 30 Απριλίου 2010.    9. Οι κατά νόμο υποχρεωτικές μετατάξεις συνοδεύ­ονται με κατάργηση ή μεταφορά των αντίστοιχων ορ­γανικών θέσεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ Φ.Π.Α. ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΦΟΡΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ - ΕΙΔΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ ΣΕ ΕΙΔΗ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ Άρθρο 12Αναπροσαρμογή Φ.Π.Α.    Τα πρώτο και δεύτερο εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α'), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:    «Ο συντελεστής του φόρου προστιθέμενης αξίας ορί­ζεται σε είκοσι ένα τοις εκατό (21%) στη φορολογητέα αξία.Κατ' εξαίρεση, για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος, ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε δέκα τοις εκατό (10%).» Άρθρο 13Ειδικός φόρος κατανάλωσης στα προϊόντα καπνού    1. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγρά­φου 1 του άρθρου 97 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως ακολούθως:    «Στην τιμή αυτή ο συντελεστής του ειδικού φόρου κα­τανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) ορίζεται σε ποσοστό 65% με ελάχι­στο ποσό είσπραξης τα 78 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα.»    2. Οι διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 97 του ν. 2960/2001, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:    «β) σε έναν αναλογικό φόρο ο συντελεστής του οποίου είναι 58,823 % και προκύπτει από το κλάσμα που έχει ως αριθμητή το γινόμενο του συντελεστή του ειδικού φό­ρου κατανάλωσης επί την πλέον ζητούμενη τιμή μείον τον πάγιο φόρο και παρονομαστή την πλέον ζητούμενη τιμή. Ο αναλογικός συντελεστής 58,823% υπολογίζεται στην τιμή λιανικής πώλησης χιλίων (1.000) τεμαχίων τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι ίδιος για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων. Στα τσιγάρα που πωλούνται σε τιμή μικρότερη από την τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων της πλέον ζητούμενης κατηγορίας τιμών, το συνολικό ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις ανωτέρω περιπτώσεις α' και β' δεν μπορεί να είναι κατώτερο του εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνολικού ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα τσιγάρα της πλέον ζητούμενης κατηγορίας τιμών.»    3. Οι διατάξεις των περιπτώσεων α' και β' της παρα­γράφου 2 του άρθρου 97 του ν. 2960/2001, όπως τροπο­ποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:    «α) Στα πούρα ή σιγαρίλλος σε ποσοστό 32% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.β) Στο λεπτοκομμένο καπνό, ο οποίος προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων και στα άλλα καπνά για κάπνισμα, σε ποσοστό 67% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.» Άρθρο 14Ειδικός φόρος κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης    1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 81 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α'), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικα­θίσταται ως εξής:    «2. Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης καθορίζεται σε χίλια οκτακόσια ογδόντα τέσσερα (1.884) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.»    2. Οι διατάξεις του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 81, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:    «Εφαρμόζεται μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%) ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης αι­θυλικής αλκοόλης, έναντι του ισχύοντος κανονικού συ­ντελεστή για την αιθυλική αλκοόλη που προορίζεται για την παρασκευή ούζου ή που περιέχεται στο τσίπουρο και την τσικουδιά. Ο μειωμένος αυτός συντελεστής κα­θορίζεται σε εννιακόσια σαράντα δύο (942) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.»    3. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 87 του ν. 2960/2001, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθί­στανται ως εξής:    «2. Ο φόρος αυτός ορίζεται σε ένα ευρώ και ενενή­ντα έξι λεπτά (1,96) ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.»    4. Οι διατάξεις του προτελευταίου εδαφίου της πα­ραγράφου 3 του άρθρου 87 του ν. 2960/2001, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:    «Ο μειωμένος αυτός συντελεστής καθορίζεται σε ενε­νήντα οκτώ λεπτά (0,98 ευρώ) ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.»    5. Το άρθρο 89 του ν. 2960/2001, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 89Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης    Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα προϊόντα του προηγούμενου άρθρου ορίζεται σε εβδομήντα οκτώ (78) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος, με εξαίρεση τα προϊόντα που ορί­ζονται στις παραγράφους 6 και 7 του σημείου Β του Παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού (Ε.Κ.) της Επιτροπής 606/2009 193/24.7.2009) για τα οποία ο συντελεστής ορίζεται σε τριάντα εννέα (39) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος.» Άρθρο 15Ειδικός φόρος κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων    1. Οι περιπτώσεις α' μέχρι και ιβ', καθώς και οι περι­πτώσεις κα' και κστ' του πίνακα της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α'), όπως τροπο­ποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως ακολούθως:
ειδοσ    κωδικοσ συνδυασμενησ ονοματολογίας (σ.ο.)    ποσο φορου σε ΕΥΡΩ    μοναδα ΕΠΙΒΟΛΗΣ
α) Βενζίνη με μόλυβδο    27101151 και 27101159    621    1.000 λίτρα
β) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο- με αριθμό οκτανίων μέχρι και 96,5- με αριθμό οκτανίων μεγαλύτερο των 96.5    27101141 και εχ27101145 εχ27101145 και 2710114s    610    1.000 λίτρα
γ) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, προσφέρεται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχοο βενζίνης των κωδικών της Σ.Ο. 2710 11 51 και 2711 1159    27101141, 27101145 και 27101149    610    1.000 λίτρα
δ) Βενζίνη αεροπλάνων    27101131    637    1 000 λίτρα
ε) Ειδικό καύσιμο αεριωθουμένων τύπου βενζίνας    27101170    637    1.000 λίτρα
στ) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (diesel) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων    27101941 27101945 και 271019 49    382    1.000 λίτρα
ζ) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (diesel) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης    27101941 27101945 271019 49    382    1.000 λίτρα
η) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (diesel) που χρησιμοποιείται για χρήσεις άλλες από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις στ) και ζ)    2710 19 41 2710 19 45 και 271019 49    362    1.000 λίτρα
θ) Πετρέλαιο εξωτερικής καύσης (fuel OIL-Μαζούτ)    27101961 27101963 27101965 271019 69    19    1.000 χιλιόγραμμα
ι) Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων    2710 19 21 και 271019 25    410    1.000 λίτρα
ια) Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης    2710 19 21 και 271019 25    410    1.000 λίτρα
ιβ) Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται για άλλες χρήσεις εκτός από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις ι) και ια)    2710 19 21 και 27101925    410    1.000 λίτρα
κα) Ηλεκτρική ενέργεια    2716          
- για επιχειρηματική χρήση         2,5    MWh
- για μη επιχειρηματική χρήση         5    MWn
κστ) Βιοντήζελ από μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων, όπως ορίζεται με την απόφαση Α.Χ.Σ. 334/2004, που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων, είτε αυτούσιο είτε σε ανάμιξη με πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (diesel) της παραπάνω I περίπτωσης στ")    3824 90 99    382    1.000 λίτρα
2. Η περίπτωση δ' του πίνακα της παραγράφου 2 του άρθρου 78 του ν. 2960/2001 καταργείται.    3. Μετά την παράγραφο 7 του άρθρου 73 του ν. 2960/2001 προστίθεται νέα παράγραφος 8, ως ακολούθως:    «8. Για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης κα' του πίνακα της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του ν. 2690/2001 ως «επιχειρηματική χρήση» νοείται η χρήση από μία επιχείρηση ικανή να λειτουργήσει αυτόνομα από οργανωτική άποψη, η οποία διενεργεί ανεξαρτήτως και οπουδήποτε την παροχή αγαθών και υπηρεσιών όποιος και να είναι ο σκοπός ή τα αποτελέσματα αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων. Με απόφαση του Υπουρ­γού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις που διέπουν τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του ειδικού φόρου κατανάλωσης της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής προσδιορίζονται, τα στοιχεία που διαβιβάζονται από τους διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας και τον Διαχει­ριστή Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ) στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και η συχνότητα και ο τρόπος διαβίβασής τους.»    4. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 78 του ν. 2960/2001 προστίθεται περίπτωση ι' ως ακολούθως:    «ι) Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται και χρησιμοποιείται για ιδία χρήση, εφόσον προέρχεται από αιολική, ηλιακή, γεωθερμική, παλιρροϊκή ενέργεια και ενέργεια κυμάτων.»    5. Η παράγραφος 2 του άρθρου 109 του ν. 2960/2001 αντικαθίσταται ως ακολούθως:    «2. Η βεβαίωση και είσπραξη του φόρου ενεργείται με παραστατικό έγγραφο, το οποίο υποβάλλεται από τον υπόχρεο στην αρμόδια αρχή και από την ημερομηνία αποδοχής του αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου. Το παραστατικό αυτό καταρτίζεται με ευθύνη του υπόχρε­ου και το περιεχόμενό του ελέγχεται και επαληθεύεται κατά τα οριζόμενα σε ειδικές προς τούτο διατάξεις.»    6. Μετά την παράγραφο 6 του άρθρου 109 του ν. 2960/2001 προστίθεται νέα παράγραφος 7, ενώ η ήδη υπάρχουσα παράγραφος 7 αναριθμείται σε 8.    «7. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που αναλογεί στην ηλεκτρική ενέργεια βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή, βάσει των εκδιδόμενων από τον διανομέα ή τον αναδιανομέα φορολογικών στοιχείων επί των οποίων προσδιορίζονται η μονάδα μέτρησης και οι ποσότητες που παραδίδονται, το αργότερο μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση των ανωτέρω σχετικών φορολογικών στοιχείων.Με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης βεβαιώνεται και εισπράττεται κατά την ίδια χρονική στιγμή ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και κάθε άλλη σχετική επιβάρυνση. Κατ' εξαίρεση προκειμένου για την ηλε­κτρική ενέργεια ο Φ.Π.Α. υπολογίζεται με τον οικείο φορολογικό συντελεστή επί του ποσού του ειδικού φό­ρου κατανάλωσης.» Άρθρο 16Επιβολή εφάπαξ φόρου επί των αποθεμάτων πετρελαίου θέρμανσης    1. Στα αποθέματα πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) - θέρμανσης που έχει στην κυριότητά του την 3.3.2010 κάθε επιτηδευματίας, που έχει λάβει αριθμό μη­τρώου Διακινητών Πετρελαίου Θέρμανσης (ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ.), τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση και έχει πραγματοποιηθεί η φυσική τους έξοδος από τις φορολογικές αποθήκες, αλλά δεν έχουν διατεθεί στην κατανάλωση, επιβάλλεται εφάπαξ φόρος ισόποσος με τη διαφορά των φορολο­γικών επιβαρύνσεων που εφαρμόζονται από 4.3.2010, ήτοι του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), και των ήδη καταβληθέ­ντων κατά την έξοδό τους από τη φορολογική αποθήκη ειδικού φόρου κατανάλωσης και Φ.Π.Α..    2. Ο εφάπαξ φόρος επιβάλλεται στα αποθέματα της προηγούμενης παραγράφου που έχει στην κυριότητά του ο επιτηδευματίας ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., την 3.3.2010 σε εγκα­ταστάσεις του ή σε εγκαταστάσεις τρίτων, ανεξάρτητα από το χρόνο λήξης της διαχειριστικής του περιόδου ή την κατηγορία των βιβλίων που τηρεί ή την απαλλαγή από την τήρηση βιβλίων.    3. Σε περίπτωση που ο επιτηδευματίας ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. πραγματοποιεί πωλήσεις σε δικαιούχους χρήσης πε­τρελαίου θέρμανσης και δικαιούται επιστροφής, τότε ο οφειλόμενος εφάπαξ φόρος συμψηφίζεται με τα προς επιστροφή ποσά των φορολογικών επιβαρύνσεων, λόγω της εξομοίωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) - θέρμανσης με το πετρέλαιο κίνησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3634/2008 (ΦΕΚ 9 Α).    4. Σε περίπτωση που ο επιτηδευματίας ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. δεν πραγματοποιεί πωλήσεις σε δικαιούχους χρήσης πε­τρελαίου θέρμανσης και δεν δικαιούται επιστροφής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3634/ 2008 τότε ο οφειλόμενος εφάπαξ φόρος καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή από τον υπόχρεο δήλωσης εις διπλούν στην αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματός του Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), το αργότερο μέχρι και τις 15.4.2010. Το ένα αντίτυπο της δήλωσης με ημερομηνία παραλαβής και θεωρημένο από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. επιστρέφεται στον υπόχρεο.Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την ταυτόχρονη κα­ταβολή του οφειλόμενου εφάπαξ φόρου θεωρείται απα­ράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης ή εκπρόθεσμης δήλωσης εφαρμόζονται οι κυ­ρώσεις οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α), καθώς και οι κυρώσεις των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του ν. 2960/2001 εφόσον συντρέχει περίπτωση.Για τη διαδικασία βεβαίωσης εφαρμόζονται ανάλογα οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α).    5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζε­ται ο τρόπος συμψηφισμού του εφάπαξ φόρου επί των αποθεμάτων με τα προς επιστροφή ποσά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3634/2008, ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης του εφάπαξ φόρου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.    6. Κάθε άλλη διάταξη, η οποία αντίκειται στις δια­τάξεις του παρόντος άρθρου, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις οι οποίες ρυθμίζονται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Άρθρο 17Ειδικός φόρος σε είδη πολυτελείας    1. Επιβάλλεται φόρος πολυτελείας στα επιβατι­κά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 8703 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, καθώς και στα αυτο­κίνητα τύπου jeep της δασμολογικής κλάσης 8704, το ποσοστό του οποίου ορίζεται για αυτοκίνητα με τιμή χονδρικής πώλησης από τον κατασκευαστή οίκο ως εξής:α) από 17.000 ευρώ μέχρι και 22.000 ευρώ, ποσοστό 10%,β) άνω των 22.000 ευρώ μέχρι και 30.000 ευρώ, πο­σοστό 20%,γ) άνω των 30.000 ευρώ, ποσοστό 30%. Ο ανωτέρω φόρος επιβάλλεται επί της φορολογητέας αξίας του άρθρου 126 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α').    2. Προκειμένου για μεταχειρισμένα όμοια αυτοκίνητα, το ποσοστό του φόρου καθορίζεται ως εξής:α) από 12.000 ευρώ μέχρι και 15.000 ευρώ, ποσοστό 10%,β) άνω των 15.000 ευρώ μέχρι και 20.000 ευρώ, πο­σοστό 20%,γ) άνω των 20.000 ευρώ, ποσοστό 30%.Ο ανωτέρω φόρος επιβάλλεται επί της φορολογητέας αξίας του άρθρου 126 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α').    3. Από το φόρο πολυτελείας της προηγούμενης πα­ραγράφου εξαιρούνται τα επιβατικά αυτοκίνητα που προορίζονται να κυκλοφορήσουν ως δημόσιας χρήσης, καθώς και τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα.    4. Επιβάλλεται φόρος πολυτελείας επί της φορολογη­τέας αξίας, όπως αυτή διαμορφώνεται από τα άρθρα 19 και 20 του ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α') για τα ενδοκοινοτικώς αποκτούμενα και τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες και επί της τιμής πώλησης προ Φ.Π.Α. για τα εγχωρίως παραγόμενα, στα παρακάτω είδη:
ΕΙΔΟΣ    ΠΟΣΟΣΤΟ ΦΟΡΟΥ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ
α) Δέρματα ερπετών, κροκοδείλων, σαυροειδών και αγρίων ζώων γενικά καθώς και πτηνών, ψαριών και θαλασσίων ζώων γενικά, κατεργασμένα ή μη. Κωδικός Σ.Ο. 41.06.40, 41.13.30, ΕΧ41.14.10.90     10%
β) Τεχνουργήματα από δέρμα της περίπτωσης α). Κωδικός Σ.Ο. 42.02.21.00, 42.02.31.00, 42.03.30.30    10%
γ) Υποδήματα από δέρμα της περίπτωσης α). Δ.Κ. ΕΧ 64.03    10%
δ) Ενδύματα, εξαρτήματα της ένδυσης και  άλλα είδη από γουνοδέρματα. Δ.Κ. 43.03    10%
ε) Τάπητες από οποιαδήποτε ύλη που περιέχουν μετάξι ή απορρίμματα από μετάξι σε ποσοστό πάνω από 10% στο   συνολικό   βάρος.   Κωδικός  Σ.Ο.   57.01.10.10, 57.01.90.10      10%
στ) Μαργαριτάρια ακατέργαστα ή κατεργασμένα, πολύτιμες ή ημιπολύτιμες πέτρες, πέτρες συνθετικές ή ανασχηματισμένες,  κατεργασμένες  ή  ακατέργαστες. Εξαιρούνται εκείνες που προορίζονται για βιομηχανική χρήση. Δ.Κ. 71.01, ΕΧ 71.02 και ΕΧ 71.03      10%
ζ)    Σκόνη διαμαντιού "και σκόνη από πολύτιμες ή ημιπολύτιμες πέτρες φυσικές ή συνθετικές. Δ.Κ. 71.05     10%
η) Κοσμήματα με ή χωρίς πολύτιμες πέτρες και μέρη αυτών,   από   πολύτιμα   μέταλλα   ή   από   μέταλλα επιστρωμένα με πολύτιμα μέταλλα. Δ.Κ. 71.13     10%
θ) Είδη χρυσοχοΐας και μέρη αυτών από πολύτιμα μέταλλα ή από μέταλλα επιστρωμένα με πολύτιμα μέταλλα. Δ.Κ. 71.14     10%
ι) Άλλα τεχνουργήματα από πολύτιμα μέταλλα ή από μέταλλα επιστρωμένα με πολύτιμα μέταλλα. Δ.Κ. 71.15     10%
ια) Τεχνουργήματα από μαργαριτάρια, από πολύτιμες ή ημιπολύτιμες πέτρες ή από πέτρες συνθετικές ή ανασχηματισμένες. Δ.Κ. 71.16     10%
ιβ) Αεροπλάνα, υδροπλάνα και ελικόπτερα ιδιωτικής χρήσης. Δ.Κ. Ε.Χ. 88.02     20%
ιγ) Πλοία, πλοιάρια και άλλα σκάφη κινούμενα με οποιοδήποτε τρόπο, που προορίζονται για αναψυχή. Δ.Κ. Ε.Χ. 89.03, με εξαίρεση τα προαναφερόμενα που υπάγονται στις δασμολογικές διακρίσεις 89.03.10.10, 89.03.91.92, 89.03.92.91, 89.03.99.10 και 89.03.99.91.      10%
5. Ο φόρος πολυτελείας για τα επιβατικά αυτοκίνητα ανεξάρτητα από τη χώρα προέλευσης βεβαιώνεται και εισπράττεται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές πα­ράλληλα με την είσπραξη του τέλους ταξινόμησης.Για τα είδη της παραγράφου 4 που προέρχονται από τρίτες προς την Ευρωπαϊκή Ένωση χώρες, ο φόρος πο­λυτελείας βεβαιώνεται και εισπράττεται από τις τελω­νειακές αρχές κατά τη θέση αυτών σε ανάλωση, ενώ τα προερχόμενα από άλλα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τα εγχωρίως παραγόμενα, ο φόρος αποδίδε­ται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. της έδρας του επιτηδευματία. Υπόχρεος για την απόδοση του φόρου για μεν τα εγ­χωρίως παραγόμενα είναι ο παραγωγός των προϊόντων, για δε τα προερχόμενα από τα λοιπά κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το πρόσωπο που πραγματοποιεί την ενδοκοινοτική απόκτηση.Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο χρόνος, ο τρόπος, η διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την απόδοση του φόρου αυτού στις Δ.Ο.Υ..    6. Τα είδη της παραγράφου 4 που παραλαμβάνονται ως πρώτες ύλες για την παραγωγή ετοίμων προϊόντων της ίδιας παραγράφου, απαλλάσσονται του φόρου πο­λυτελείας.Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζο­νται οι όροι και προϋποθέσεις και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την εφαρμογή του άρθρου αυτού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΠΑΓΙΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ Άρθρο 18Προγράμματα απασχόλησης ανέργων    1. Με στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας, την προώθηση της απασχόλησης και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας (Ν.Θ.Ε.), ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να επιδο­τεί μέχρι και το εκατό τοις εκατό (100%) των ασφα­λιστικών εισφορών (εργοδοτών και εργαζομένων) για προσλαμβανόμενους μισθωτούς σε επιχειρήσεις και γενικά εργοδότες, βάσει προγραμμάτων απασχόλησης ανέργων που καταρτίζονται με αποφάσεις του Υπουρ­γού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ..    2. Με τις προβλεπόμενες από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται:α) Ο τρόπος επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών, ο οποίος μπορεί να γίνεται και κατά παρέκκλιση των διατάξεων της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας.β) Το ποσοστό της επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών για τους προσλαμβανόμενους μισθωτούς, ο ανώτατος αριθμός των ως άνω επιδοτούμενων μισθωτών ανά επιχείρηση ή εργοδότη, η διάρκεια της επιδότησης κατά τα διάφορα στάδια του προγράμματος, ο χρό­νος της μετά από τη διάρκεια της επιδότησης πιθανής υποχρεωτικής απασχόλησης από τον εργοδότη των προσλαμβανομένων και η απαγόρευση της απόλυσης του υπόλοιπου προσωπικού.γ) Τα στοιχεία που οι επιχειρήσεις και οι εργοδότες υποβάλλουν στον Ο.Α.Ε.Δ. ή/ και στον οικείο ασφαλιστι­κό φορέα, εν όψει της υπαγωγής τους στα προγράμματα απασχόλησης του παρόντος άρθρου.δ) Τα όργανα, τα οποία παράλληλα με το Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., θα αποφασίζουν για την ύπαρξη ή μη των προ­ϋποθέσεων υπαγωγής των επιχειρήσεων και εργοδοτών στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.ε) Οι ειδικές περιπτώσεις της παραγράφου 3 του πα­ρόντος άρθρου.στ) Κάθε άλλη λεπτομέρεια, που είναι αναγκαία για τους όρους εφαρμογής των προγραμμάτων και τον έλεγχο αυτών.    3. Σε ειδικές περιπτώσεις, είναι δυνατόν τα καταρτιζόμενα κατά τη διαδικασία της παραγράφου 1 προγράμματα απασχόλησης να αφορούν επιδότηση μέχρι και του εκατό τοις εκατό (100%) των ασφαλι­στικών εισφορών (εργοδοτών και εργαζομένων) για τη διατήρηση θέσεων σε επιχειρήσεις ή εργοδότες.    4. Επιχειρήσεις και εργοδότες που έχουν υπαχθεί στα καταρτιζόμενα κατά τη διαδικασία αυτού του άρ­θρου προγράμματα απασχόλησης και παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των προγραμμάτων απασχόλησης για την πρόσληψη, τη διατήρηση και τη μη απόλυση του υπόλοιπου προσω­πικού και του προσωπικού που επιδοτείται και γενικά την εφαρμογή του προγράμματος, υποχρεούνται να καταβάλουν οι ίδιες τις ασφαλιστικές εισφορές (εργοδο­τών και εργαζομένων) που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα του συνολικού χρόνου απασχόλησης (επιχορηγούμενης και μη) των μισθωτών που καθορίζει το πρόγραμμα.Στην περίπτωση αυτή, η καταβολή των ασφαλιστι­κών εισφορών (εργοδοτών και εργαζομένων) από τις επιχειρήσεις και εργοδότες που έχουν παραβεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των προγραμμάτων γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ενώ το ποσό της δαπάνης που καταβλήθηκε από τον Ο.Α.Ε.Δ. αχρεωστήτως για τις ως άνω ασφαλιστικές εισφορές αποδίδεται από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα στον Ο.Α.Ε.Δ..    5. Για το ποσό που θα αποδοθεί στον Ο.Α.Ε.Δ. απο­φασίζει το διοικητικό συμβούλιο ή τα όργανα που ορί­ζει ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 περ. δ' του παρόντος άρθρου. Κάθε διαφορά που τυχόν προκύψει μεταξύ του Ο.Α.Ε.Δ. και του οικείου ασφαλιστικού φορέα ως προς το ύψος του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον Ο.Α.Ε.Δ. επιλύεται με απόφαση του Υπουργού Ερ­γασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Άρθρο 19Πάγιο σύστημα ρύθμισης οφειλόμενων εισφορών    1. Με αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Υπουργείου Εργα­σίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, παρέχεται η ευχέρεια εξόφλησης σε μηνιαίες δόσεις, των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών μετά των πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων, μετά από αίτηση του οφειλέτη.Στις οφειλόμενες εισφορές συμπεριλαμβάνονται και οι εισφορές που εισπράττονται από τους Φ.Κ.Α. για τρίτους.Ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται σε τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, με την προϋπόθεση, της καταβολής από τον οφειλέτη των τρεχουσών εισφορών.Η μηνιαία δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού των διακοσίων (200) ευρώ.Εάν ο οφειλέτης αδυνατεί να καταβάλει την προβλε­πόμενη δόση μέχρι και τέσσερις (4) συνεχόμενους μήνες ή έξι (6) μήνες για τους οφειλέτες του Ο.Γ.Α., μπορεί να συνεχίσει κανονικά την καταβολή από τον επόμενο μήνα. Το 36μηνο παρατείνεται τόσους μήνες όσοι είναι οι μήνες της μη καταβολής της δόσης. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται μέχρι και τρεις φορές κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, με την προϋπόθεση ότι καταβάλλονται κανονικά οι δόσεις και οι τρέχουσες εισφορές για οκτώ (8) συνεχόμενους μήνες κάθε φορά. Σε κάθε περίπτωση απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καταβολή από τον οφει­λέτη των δόσεων και των τρεχουσών εισφορών.Σε περίπτωση μηχανογραφικής εφαρμογής συστημάτων υπολογισμού των εισφορών σε διμηνιαία βάση ή εξαμηνιαία για τον Ο.Γ.Α., η καταβολή γίνεται σε ισόπο­σες διμηνιαίες δόσεις ή εξαμηνιαίες για τον Ο.Γ.Α..    2. Εάν ο οφειλέτης απολέσει ολοκληρωτικά το δικαίωμα της τμηματικής εξόφλησης εισφορών σε δό­σεις, δύναται να υποβάλλει νέα αίτηση για ρύθμιση, μετά από ένα (1) χρόνο από την έκδοση της πρώτης απόφασης.Το αρμόδιο όργανο δύναται να ρυθμίσει εκ νέου τις οφειλές σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου.    3.α. Σε περίπτωση εφάπαξ εξόφλησης των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών παρέχεται έκπτωση σαράντα τοις εκατό (40%) επί των πρόσθετων τελών.β. Σε περίπτωση τμηματικής εξόφλησης παρέχεται έκπτωση είκοσι τοις εκατό (20%) επί των πρόσθετων τελών.Το ποσό μείωσης των πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων στην περίπτωση τμηματικής καταβολής επιμερίζεται ισόποσα σε όλες τις δόσεις.    4. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή των δόσεων, καθώς και η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών συνεπά­γεται την έκπτωση από το δικαίωμα της τμηματικής εξόφλησης των οφειλόμενων εισφορών και καθιστά άμεσα απαιτητό το σύνολο του οφειλόμενου ποσού. Το οφειλόμενο ποσό υπολογίζεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία κάθε φορέα.    5. Στους οφειλέτες, που υπάγονται στην παρούσα ρύθμιση και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, χορηγείται βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας δι­άρκειας ενός (1) μηνός.Εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 5ε' του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α', 21.6.1951) και της παραγράφου 4 του άρθρου 51 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α', 5.1.1999), όπως ισχύει.    6. Στη ρύθμιση αυτή παρέχεται δυνατότητα υπαγωγής και όσων έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους με άλλες διατάξεις νόμων για το μέρος της οφειλής που δεν έχει εισπραχθεί.    7. Σε περίπτωση που υποβάλλεται αίτημα τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων εισφορών από:α) Επιχείρηση που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, αν δεν έχουν αποδώσει όλα τα αναγκαστικά ή άλλα μέτρα είσπραξης που ισχύουν, επιτρέπεται η ρύθμιση.β) Εποχική επιχείρηση, είναι δυνατόν τα αρμόδια όργανα να αποφασίζουν τη ρύθμιση σε μηνιαίες δόσεις σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα, με τη δυνατότητα αυξημένου ποσού μηνιαίας δόσης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυ­τής και μειωμένου ποσού μηνιαίας δόσης κατά τριάντα τοις εκατό (30%) όταν αυτή δεν λειτουργεί.    8. Όπου από τις κείμενες διατάξεις κάθε ασφαλιστικού οργανισμού ορίζεται ως προϋπόθεση για την έναρξη καταβολής σύνταξης η προηγούμενη εξόφληση των οφειλών, σε περίπτωση υπαγωγής του οφειλέτη στον παρόντα διακανονισμό, εξακολουθεί να ισχύει και η σύνταξη καταβάλλεται από την 1η του επόμενου της εξόφλησης μήνα.    9. Η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις, αν το οφειλόμενο ποσό δεν είναι μεγαλύτερο των είκοσι (20) μηνιαίων συντάξεων κατώτατων ορίων, όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά για καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό.    10. Τα ποσά οφειλής της ανωτέρω παραγράφου προσαυξημένα με τα πρόσθετα τέλη συμψηφίζονται ή παρακρατούνται από τα ποσά των συντάξεων σε ίσες μηνιαίες δόσεις που δεν μπορεί να είναι περισσότερες των τριάντα έξι (36). Η πρώτη (1η) δόση παρακρατείται από τον πρώτο μήνα απονομής της σύνταξης.    11. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης, που εκδίδεται μετά γνώμη των Διοικητι­κών Συμβουλίων των αρμόδιων Οργανισμών ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του πα­ρόντος.    12. Καταργείται κάθε διάταξη που ρυθμίζει αντίθετα τα θέματα αυτά. Άρθρο 20Έναρξη ισχύος    1. Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010.    2. Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 2, 6 και 7 αρ­χίζει από 1.3.2010.    3. Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 12 αρχίζει από 15.3.2010, με εξαίρεση τα βιομηχανοποιημένα κα­πνικά προϊόντα για τα οποία η ισχύς του αρχίζει από 4.3.2010.    4. Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 13 έως και 17 αρχίζει από 4.3.2010 με εξαίρεση την περίπτωση κα' του πίνακα της παρ. 1 του άρθρου 15, η ισχύς του οποίου αρχίζει από 2.5.2010.    5. Η ισχύς των λοιπών διατάξεων του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.    Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

ΝΟΜΟΣ 3818/2010 - ΦΕΚ 18/Α'/16.2.2010Προστασία δασών και δασικών εκτάσεων του Νομού Αττικής, σύσταση Ειδικής Γραμματείας Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπές διατάξεις. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ     Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΑΣΩΝ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ Αρθρο 1Αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών και απαγόρευση εκτέλεσης εργασιών     1. Αναστέλλεται η έκδοση οικοδομικών αδειών και απαγορεύεται η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στα γήπεδα και οικόπεδα που βρίσκονται, εν όλω ή εν μέρει, μέσα στις περιοχές του Νομού Αττικής οι οποίες επλήγησαν από τις πυρκαγιές του Αυγούστου 2009 και περιλαμβάνονται στο περίγραμμα του χάρτη, σε κλίμακα 1:50.000, των Δασαρχείων Πεντέλης και Καπανδριτίου, που δημοσιεύεται στο Παράρτημα Α' ως αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος νόμου.     2. Η αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών και η απαγόρευση εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών στις περιοχές της παραγράφου 1 ισχύουν:    α) για τις εκτάσεις εκτός σχεδίου πόλεων και εκτός ορίων οριοθετημένων οικισμών μέχρι την κύρωση των δασικών χαρτών και    β) για τις εκτάσεις εντός σχεδίου πόλεων και ορίων οριοθετημένων οικισμών μέχρι την κήρυξη ως αναδασωτέων των δασών και δασικών εκτάσεων των περιοχών της προηγούμενης παραγράφου.     3. Οι πράξεις κήρυξης της αναδάσωσης και κύρωσης των δασικών χαρτών αναρτώνται και στο διαδικτυακό τόπο της Περιφέρειας Αττικής. Αρθρο 2 Εξαιρέσεις     1. Κατ' εξαίρεση των όσων ορίζονται στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου επιτρέπεται:    α) η έκδοση οικοδομικών αδειών για ανέγερση ή επισκευή κτισμάτων τα οποία έχουν αναγερθεί με νόμιμη οικοδομική άδεια και καταστράφηκαν ολοσχερώς ή υπέστησαν ζημιές αντιστοίχως από τις ως άνω πυρκαγιές,    β) η έκδοση οικοδομικών αδειών για την εκτέλεση των δημοσίων έργων και των έργων υποδομής για τα οποία έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης.     2. Η έναρξη οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση κτισμάτων μέσα στο περίγραμμα των περιοχών της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος για τα οποία είχε εκδοθεί νόμιμη οικοδομική άδεια, επιτρέπεται μόνο μετά από βεβαίωση, και κατόπιν αυτοψίας, από την Ειδική Επιτροπή Ελέγχου του επόμενου εδαφίου, ότι η θέση του οικοπέδου ή γηπέδου και η τοποθέτηση του κτίσματος ταυτίζονται με τα αντίστοιχα στοιχεία της οικοδομικής άδειας. Οι Ειδικές Επιτροπές Ελέγχου αποτελούνται από έναν υπάλληλο της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, έναν υπάλληλο του οικείου Πολεοδομικού Γραφείου και έναν υπάλληλο του Δασαρχείου της περιοχής και συγκροτούνται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η βεβαίωση του πρώτου εδαφίου εκδίδεται από τις Ειδικές Επιτροπές Ελέγχου εντός προθεσμίας δύο μηνών από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Αρθρο 3Γεωγραφικές συντεταγμένες γηπέδων και κτισμάτων     Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην αίτηση για την έκδοση άδειας οικοδομής και στην άδεια οικοδομής που εκδίδεται, σε οικόπεδα ή γήπεδα που βρίσκονται εν όλω ή εν μέρει μέσα στο περίγραμμα των περιοχών της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος, αναγράφονται υποχρεωτικά οι γεωγραφικές συντεταγμένες εξαρτημένες από το εθνικό τριγωνομετρικό δίκτυο του οικοπέδου ή γηπέδου, καθώς και του υπό ανέγερση κτίσματος ή της κατασκευής. Η ίδια υποχρέωση ισχύει για τις εκτάσεις που αναφέρονται στα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις χαρακτηρισμού του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Με απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής δύναται να επεκτείνεται η διάταξη του πρώτου εδαφίου και σε περιοχές της χώρας εκτός του περιγράμματος της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Αρθρο 4Σύστημα τηλεπισκόπησης χαρτογράφησης     1. Η εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» θέτει σε λειτουργία, υπό την εποπτεία του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος που συγκροτήθηκε με το ν. 1647/1986 (ΦΕΚ 141 Α'), σύστημα τηλεπισκοπικής περιοδικής χαρτογράφησης του Νομού Αττικής και ενημερώνει μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε ημερολογιακού μήνα την Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων του άρθρου 7 για κάθε νέο κτίσμα που εντοπίζεται σε γήπεδο εκτός σχεδίων πόλεων και εκτός ορίων οριοθετημένων οικισμών στις περιοχές του περιγράμματος της παραγράφου 1 του άρθρου 1, αναφέροντας υποχρεωτικά τις γεωγραφικές συντεταγμένες του κτίσματος.     2. Με απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής καθορίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη λειτουργία του ως άνω συστήματος. Αρθρο 5Επιτάχυνση της διαδικασίας κύρωσης δασικών χαρτών Νομού Αττικής     Στο ν. 2664/1998 (ΦΕΚ 275 Α') «Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις» προστίθεται άρθρο 27Α, ως ακολούθως:    «Αρθρο 27Α Επιτάχυνση της διαδικασίας κύρωσης δασικών χαρτών Νομού Αττικής    Η κύρωση των δασικών χαρτών για το Νομό Αττικής γίνεται ως εξής:    1. Ο προσωρινός δασικός χάρτης θεωρείται από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή του σε αυτήν και στη συνέχεια αναρτάται από υπάλληλο των υπηρεσιών της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του ν. 2664/1998 (ΦΕΚ 275 Α') σε εμφανή θέση στα γραφεία των Διευθύνσεων Δασών, της εταιρείας «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» ή του γραφείου κτηματογράφησης του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού καταστήματος και στο οικείο Δασαρχείο. Εφόσον είναι τεχνικώς δυνατό, η ανάρτηση γίνεται και στο διαδίκτυο. Ανακοίνωση για την ανάρτηση του δασικού χάρτη δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας. Με τις ανακοινώσεις αυτές απευθύνεται δημόσια πρόσκληση προς κάθε ενδιαφερόμενο να λάβει γνώση του αναρτηθέντος ως ανωτέρω προσωρινού δασικού χάρτη και να υποβάλει κατ' αυτού τις αντιρρήσεις του, είτε αυτοπροσώπως είτε με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε ημερών που αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση. Οι προσωρινοί δασικοί χάρτες παραμένουν αναρτημένοι τουλάχιστον μέχρι τη λήξη των προθεσμιών.    2. Οι αντιρρήσεις αφορούν αποκλειστικά στην αμφισβήτηση του δασικού χαρακτήρα των εμφανιζόμενων στο χάρτη δασικών εκτάσεων. Κατά τη διαδικασία των αντιρρήσεων δεν επιτρέπεται να τεθούν ή να προβληθούν θέματα ιδιοκτησίας, ούτε να θιγούν δικαιώματα του Δημοσίου ή ιδιωτών. Οι αντιρρήσεις εξετάζονται μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής τους από τριμελείς επιτροπές που συγκροτούνται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, οι οποίες αποτελούνται από έναν συνταξιούχο δικαστικό λειτουργό, ως Πρόεδρο, από έναν δασολόγο και έναν τοπογράφο μηχανικό, υπαλλήλους της οικείας Περιφέρειας, ως μέλη. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο γραμματέας της επιτροπής. Η αποζημίωση των μελών της επιτροπής και του γραμματέα καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει.    3. Οι δασικοί χάρτες, μετά την τυχόν διόρθωσή τους, που διενεργείται από την εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» με βάση τις αποφάσεις των πιο πάνω τριμελών επιτροπών, θεωρούνται από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών εντός είκοσι ημερών και ακολούθως κυρώνονται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την υποβολή τους σε αυτόν.    4. Μετά την κύρωσή του ο δασικός χάρτης καθίσταται οριστικός και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή. Πάνω στους οριστικούς δασικούς χάρτες σημειώνονται οι περίμετροι όλων γενικά των δασικών εκτάσεων, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Αναμόρφωση κυρωμένου δασικού χάρτη με προσθήκη ή διαγραφή εκτάσεων είναι δυνατή εφόσον στηρίζεται σε διοικητικές πράξεις, που εκδίδονται κατ' εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας, και κυρώνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, που λαμβάνεται μετά από εισήγηση της οικείας Διεύθυνσης Δασών.    5. Οι περιοχές του Νομού Αττικής που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του Αυγούστου 2009, εάν δεν έχουν κηρυχθεί υπό κτηματογράφηση, κηρύσσονται υποχρεωτικά μέσα σε ένα μήνα από την ισχύ του παρόντος νόμου υπό κτηματογράφηση. Η ανάθεση μελετών σύνταξης του οικείου δασικού χάρτη γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 27 του παρόντος νόμου και τις διατάξεις του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ42 Α').    6. Μετά την κατάρτιση και κύρωση των δασικών χαρτών κάθε μεταβίβαση, σύσταση, αλλοίωση και γενικά κάθε μεταβολή των εμπραγμάτων σχέσεων στις δασικές εν γένει εκτάσεις που περιέχονται σε αυτούς είναι άκυρη και ανίσχυρη, αν δεν συνοδεύεται από πιστοποιητικό της αρμόδιας υπηρεσίας της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του ν. 2664/1998, με το οποίο θα βεβαιώνεται ο χαρακτήρας της έκτασης, η ανυπαρξία δικαιωμάτων του Δημοσίου επ' αυτής και η αυτοτέλεια ή η νόμιμη κατάτμησή της. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΣΥΣΤΑΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Αρθρο 6Σύσταση Ειδικής Γραμματείας Επιθεώρησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας     1. Στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Υ.Π.Ε.Κ.Α.) συνιστάται ενιαίος διοικητικός τομέας με τίτλο «Ειδική Γραμματεία Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Ε.Γ.ΕΠ.Ε.)» με αρμοδιότητα την επίβλεψη και το συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών, σε κεντρικό, περιφερειακό και νομαρχιακό επίπεδο και επίπεδο Ο.Τ.Α. με σκοπό τη διασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για θέματα περιβάλλοντος και ενέργειας και τη συμμόρφωση προς τις οικείες διατάξεις.     2. Στην Ειδική Γραμματεία Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπάγονται:    α) Η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π.), που συστήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 9 (παράγραφοι Α. 1-11) του ν. 2947/2001 (ΦΕΚ 228 Α') και του π.δ. 165/2003 (ΦΕΚ 137 Α').    β) Το Αυτοτελές Συντονιστικό Γραφείο για την Πρόληψη και Αποκατάσταση των Περιβαλλοντικών Ζημιών (ΣΥΓΑΠΕΖ), το οποίο συστήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 6 του π.δ. 148/2009 (ΦΕΚ 190 Α').    γ) Η Γνωμοδοτική Επιτροπή για την Πρόληψη και την Αποκατάσταση των Περιβαλλοντικών Ζημιών, εφεξής «Επιτροπή Αντιμετώπισης Περιβαλλοντικών Ζημιών» (ΕΑΠΕΖ), η οποία συστήθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 6 του π.δ. 148/2009 για την υποστήριξη του έργου του ΣΥΓΑΠΕΖ.     3. Στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής συνιστάται θέση μετακλητού ειδικού γραμματέα, ο οποίος προΐσταται της Ειδικής Γραμματείας Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας με βαθμό 2ο της κατηγορίας των ειδικών θέσεων.     4. Στην Ειδική Γραμματεία Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπάγεται επίσης και η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Ενέργειας (Ε.Υ.ΕΠ.ΕΝ.), η οποία συνιστάται με το παρόν και με αποστολή τον έλεγχο και την παρακολούθηση της επίτευξης των στόχων της εθνικής ενεργειακής πολιτικής για την εξοικονόμηση ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση και της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12 του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ 89 Α') «Μέτρα για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων και άλλες διατάξεις».    Στις αρμοδιότητες της Ε.Υ.ΕΠ.ΕΝ. ανήκουν: α. Ο έλεγχος και η παρακολούθηση της διαδικασίας έκδοσης Πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης, της επιθεώρησης λεβήτων και της επιθεώρησης εγκαταστάσεων κλιματισμού, όπως ορίζονται αντίστοιχα στα άρθρα 6, 7 και 8 του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ 89 Α'), ο έλεγχος και η παρακολούθηση του έργου των επιθεωρητών κτηρίων, επιθεωρητών λεβήτων και επιθεωρητών εγκαταστάσεων κλιματισμού, καθώς και η τήρηση σε ηλεκτρονική μορφή Αρχείου Επιθεωρήσεως Κτηρίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ 89 Α').    β. Ο έλεγχος ποιότητας της διαδικασίας έκδοσης πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης, από τους Ενεργειακούς Επιθεωρητές του άρθρου 9 του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ 89 Α').    γ. Η συλλογή, επεξεργασία και μελέτη των αποτελεσμάτων από τον έλεγχο των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης και της επιθεώρησης λεβήτων και εγκαταστάσεων κλιματισμού των άρθρων 6, 7 και 8 αντίστοιχα του ν. 3661/2008 (ΦΕΚ 89 Α'), με σκοπό τη διαπίστωση του βαθμού εφαρμογής των μέτρων για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας των κτηρίων και την παρακολούθηση της επίτευξης των στόχων της ενεργειακής πολιτικής για την εξοικονόμηση ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση.     5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, καθορίζεται η συγκρότηση της Ε.Υ.ΕΠ.ΕΝ., η διοικητική και οργανωτική δομή αυτής και των τομέων της και οι θέσεις και τα προσόντα του προσωπικού κατά κατηγορία και ειδικότητα, η κάλυψη των οποίων μπορεί να προβλέπεται ότι διενεργείται και με αποσπάσεις από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Με όμοιο διάταγμα ρυθμίζονται ο τρόπος διενέργειας των ελέγχων, τα πρόστιμα, οι λοιπές κυρώσεις και η διαδικασία επιβολής τους στους παραβάτες. Αρθρο 7 Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων     1. Συνιστάται Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων, ως Τμήμα της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π.), που έχει συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι Α. 1-11 του ν. 2947/2001 (ΦΕΚ 228 Α') και του π.δ. 165/2003 (ΦΕΚ 137 Α'), υπαγόμενη απευθείας στον Γενικό Επιθεωρητή της Ε.Υ.Ε.Π.. Η παραπάνω υπηρεσία είναι αρμόδια για τον εντοπισμό αυθαίρετων κατασκευών μέσα στις εκτάσεις των περιοχών του περιγράμματος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος και την εκτέλεση των πράξεων κατεδάφισης.     2. Η Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων ενημερώνεται από την εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» για κάθε νέο κτίσμα που εντοπίζεται στις περιοχές της παραγράφου 1 του άρθρου 1, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4, εντοπίζει τα αυθαίρετα κτίσματα και ενημερώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να προχωρήσουν άμεσα στην έκδοση των προβλεπόμενων πράξεων κατεδάφισης. Επίσης συντονίζει και παρακολουθεί το έργο τους και μπορεί να προβαίνει αυτεπάγγελτα και η ίδια στην εκτέλεση των εν γένει πράξεων κατεδάφισης που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Εκτός των υπηρεσιών του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. Α' και Β' βαθμού που διαθέτουν κατάλληλα προς κατεδάφιση μηχανικά μέσα και προβαίνουν σε κατεδάφιση αυθαίρετων κτισμάτων, μπορεί και η ίδια να αναθέτει την κατεδάφιση αυθαίρετων κτισμάτων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, μετά από σύναψη σχετικών συμβάσεων.     3. Η Ειδική Υπηρεσία Κατεδαφίσεων έχει έδρα στην Αθήνα και στελεχώνεται αποκλειστικά με υπαλλήλους που αποσπώνται από το Δημόσιο και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στην Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος για μία τριετία, η οποία μπορεί να παρατείνεται, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, με απόφαση του οικείου Υπουργού και του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από πρόταση του Ειδικού Γραμματέα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας.     4. Οι θέσεις του προσωπικού της Ειδικής Υπηρεσίας Κατεδαφίσεων είναι δώδεκα (12) και κατανέμονται ως εξής: Μία (1) θέση Προϊσταμένου του Τμήματος του κλάδου ΠΕ Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ή/και Πολιτικών Μηχανικών με Α' βαθμό. Τέσσερις (4) θέσεις υπαλλήλων ειδικού επιστημονικού προσωπικού, όπως ορίζεται στο π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ 39 Α'), με τις παρακάτω ειδικότητες: Ένας (1) αρχιτέκτονας, δύο (2) πολιτικοί μηχανικοί, ένας (1) δασολόγος. Επτά (7) θέσεις τακτικού προσωπικού: α. Κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ): δύο (2) θέσεις κλάδου ΠΕ Διοικητικού, μία (1) θέση κλάδου ΠΕ οικονομολόγων, μία (1) θέση του κλάδου ΠΕ αρχιτεκτόνων - μηχανικών, δύο (2) θέσεις κλάδου ΠΕ πολιτικών μηχανικών, β. Κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ): μία (1) θέση ΤΕ τεχνολογικών εφαρμογών.     5. Στους αποσπώμενους για τη στελέχωση της Ειδικής Υπηρεσίας Κατεδαφίσεων δύναται να καταβάλλεται ειδική πρόσθετη αμοιβή, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Αρθρο 8Κτηματογράφηση και σύνταξη δασικού χάρτη σε περίπτωση πυρκαγιάς     Στο ν. 2664/1998 (ΦΕΚ 275 Α') «Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις» προστίθεται άρθρο 27Β, ως ακολούθως:     «Αρθρο 27Β    Επιτάχυνση της διαδικασίας κτηματογράφησης και κύρωσης δασικών χαρτών εκτός Νομού Αττικής    Οι περιοχές που πλήττονται από πυρκαγιά κηρύσσονται υπό κτηματογράφηση μέσα σε ένα μήνα από την εκδήλωση της πυρκαγιάς, εφόσον δεν τελούν ή δεν έχουν κηρυχθεί υπό κτηματογράφηση. Η εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» αναθέτει χωρίς καθυστέρηση τη σύνταξη δασικού χάρτη της πληγείσας περιοχής κατά τις κείμενες διατάξεις.» Αρθρο 9 Κατάργηση διατάξεων     1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α'), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α'), καταργείται, πλην της περιπτώσεως υπό στοιχείο γ) η οποία διατηρείται σε ισχύ ως αυτοτελής παράγραφος 5. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, αναριθμούνται αντιστοίχως σε παραγράφους 3 και 4.     2. Η παράγραφος 15 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α') δεν εφαρμόζεται για τα πρωτόκολλα της παραγράφου 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, τα οποία εκδίδονται το πρώτον μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.     3. Η παράγραφος 17 του άρθρου 1 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α') καταργείται.     4. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του ν. 2664/1998 (ΦΕΚ 275 Α'), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:    «Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, απεικονίζονται σε κατάλληλης κλίμακας αεροφωτογραφικό ή χαρτογραφικό υλικό, το οποίο, αφού συμπληρωθεί με τα φωτοερμηνευτικά στοιχεία των αεροφωτογραφιών, αποτελεί τον προσωρινό δασικό χάρτη.» Αρθρο 10     Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.     Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

ΝΟΜΟΣ 3847  ΦΕΚ 67/Α/ 11.5.2010

Επανακαθορισμός των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο Μόνο    1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου γενικά χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του και το συνολικό ποσό της μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης δεν υπερβαίνει τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, το ύψος τους δε καθορίζεται ως εξής:α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, τετρακόσια (400) ευρώ.β) Το επίδομα εορτών Πάσχα, διακόσια (200) ευρώ.γ) Το επίδομα αδείας, διακόσια (200) ευρώ.Για τον προσδιορισμό του συνολικού ποσού της κα­ταβαλλόμενης σύνταξης του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης, καθώς και τα συγκαταβαλλόμενα με αυτή ποσά του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 3670/2008 (ΦΕΚ 117/A'), του επιδόματος ανικανότητας και της προσωπικής και αμεταβίβαστης διαφοράς.    2. Από το όριο ηλικίας που προβλέπεται στην προη­γούμενη παράγραφο εξαιρούνται όσοι εξ ιδίου δικαιώμα­τος δικαιούχοι λαμβάνουν πολεμική σύνταξη ή σύνταξη λόγω ανικανότητας ή συνταξιοδοτήθηκαν αναγκαστικά δυνάμει ειδικών διατάξεων ή αποστρατεύτηκαν με πρω­τοβουλία της Υπηρεσίας ή λαμβάνουν σύνταξη με το καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων ή λαμβάνουν με τη σύνταξή τους επίδομα ανικανότητας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 54 του π.δ. 169/2007, καθώς και οι δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως εφόσον οι τελευταίοι:α) είναι δικαιούχοι λόγω θανάτου συζύγου, ήβ) δεν έχουν υπερβεί το 18ο έτος και αν σπουδάζουν, το 24ο έτος της ηλικίας τους,γ) είναι ανίκανοι για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστι­κού επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67%.    3. Αν καταβάλλονται στο ίδιο πρόσωπο δύο κύριες συντάξεις από το Δημόσιο ή από το Δημόσιο και ασφα­λιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, τα επιδόματα της παραγράφου 1 καταβάλλονται μόνο από τον φορέα που καταβάλλει τη μεγαλύτερη σύνταξη.    4. Αν στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως, το ποσό των επιδομάτων επιμερίζεται αναλόγως στα συνδικαιούχα πρόσωπα.    5.α. Τα επιδόματα της παραγράφου 1 δεν καταβάλλο­νται σε όσους δικαιούχους και βοηθηματούχους κατα­βάλλεται μειωμένη σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165/A'), 6 παρ. 9 του ν. 2227/1994 (ΦΕΚ 129/A') και 8 παρ. 14 του ν. 2592/ 1998 (ΦΕΚ 57/A').β. Εάν η καταβαλλόμενη σύνταξη με συνυπολογισμό των επιδομάτων της παραγράφου 1 υπολογιζόμενη σε δωδεκάμηνη βάση, υπερβαίνει κατά μήνα το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, τα εν λόγω επιδόματα καταβάλλονται μέχρι του ορίου των δύο χι­λιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ με ανάλογη μείωσή τους.    6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθε­στώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των Ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδη­ροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (ΦΕΚ 276/Α').    7. Συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν θεμελιωθεί ή θεμελιώνονται μέχρι 31.12.2010 από τους τακτικούς υπαλλήλους και λειτουργούς, καθώς και τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος, που συνταξιοδοτούνται με βάση τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007, ΦΕΚ 210/Α') ή με διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτόν, καθώς και από τους ασφαλισμένους των πρώην Ειδικών Ταμεί­ων που έχουν ενταχθεί στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, δεν θίγονται από την παραμονή στην υπηρεσία μετά την ανωτέρω ημερομηνία και τυχόν συνταξιοδοτικές μεταβολές στη διάρκεια αυτής δεν επηρεάζουν τις προϋποθέσεις συ­νταξιοδότησης τους, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξής τους.    8. Όσοι από τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., που συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατι­ωτικών Συντάξεων ή με διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτόν, έχουν υποβάλλει αίτηση παραίτησης λόγω συνταξιοδότησης από 1.1.2010 και μετά, δύνανται να την ανακαλέσουν μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και να επανέλθουν στην υπηρεσία. Η αίτηση ανακαλείται ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται, έστω και αν έχει εκδοθεί διαπιστωτική πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης υπό τον όρο ότι δεν έχει εκδοθεί πράξη συνταξιοδότησης. Ο χρόνος από τη λύση της σχέσης αυτής μέχρι την επαναφορά τους στην υπηρεσία θεωρείται χρόνος πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσω­τερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνη­σης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρα­γράφου αυτής.    9. Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου πρώτου του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ 65/Α') αντί της λέξης «κύρωση» τίθενται οι λέξεις «συζήτηση και ενημέρωση. Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους.»    10. Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1 έως και 6 αρχίζουν από 1ης Ιουνίου 2010 και των παραγράφων 7 έως και 9 από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.    Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Monday, 24 January 2011 19:40

Αξιωσεις-Αποζημιώσεις

Γραφει ο/η Administrator

Δικαστήριο:  ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Τόπος:  ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης:  32

Ετος:  2008


--------------------------------------------------------------------------------

Περίληψη


Παραγραφή αξίωσης αποδοχών κατά του Δημοσίου - Εναρξη παραγραφής -. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει

δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία

των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως (Αντίθετη μειοψηφία).



--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 32/2008


Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο


(κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Γεώργιο Παναγιωτόπουλο, Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρόεδρο, Γεώργιο-Σταύρο Κούρτη, Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του

Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Προέδρου και των αρχαιοτέρων του Αντιπροέδρων), Νικόλαο Σκλία, αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένου του τακτικού Χρίστου Ράμμου), Γεώργιο Παπαγεωργίου, Ιωάννη Μαντζουράνη,

Συμβούλους της Επικρατείας, Αθανάσιο Θεμέλη, αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένου τόυ τακτικού Βασιλείου Κουρκάκη), Χρήστο Αλεξόπουλο, αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένου του τακτικού Μάριου-Φώτιου

Χατζηπανταζή), Βασίλειο Αυκούδη, αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένου του τακτικού Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες, Βασίλειο Γρατσία, Σύμβουλο της Επικρατείας, Νικόλαο Νίκα,

Κωνσταντίνο Φινοκαλιώτη, Καθηγητές Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης ως μέλη, και το Γραμματέα Βασίλειο Μανωλόπουλο, Προϊστάμενο Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας,


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 14η Μαΐου 2008, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των:


ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) ... - 9) ..... κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι παρέστησαν διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Νικολάου Σωτηρακόπουλου, (A.M. 14571), α) ο πρώτος και τέταρτος δυνάμει του αριθμ. 1.1783/30-4-2008

πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πατρών Α Κ, β) η δεύτερη και τρίτη, δυνάμει του αριθμ. 10450/24-4-2008 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Βαρθολομιού Ηλείας, Δ Π γ) η πέμπτη δυνάμει του αριθμ. 8043/9-5-

2008 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου, Σ Κ - Σ, δ) η έκτη, έβδομος και ένατος δυνάμει του αριθμ. 7226/30-4-2008 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α Μ, και ε) η όγδοη δυνάμει του αριθμ.

7254/5-5-2008 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α Μ.


ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο παρέστη με τον Αντώνιο Κλαδιά, "Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.


Οι αιτούντες με την από 22 Οκτωβρίου 2007 αίτηση τους, ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που κατέθεσαν κατά νόμο στο Γραμματέα του, με αριθμό 58/23-11-2007, ζήτησαν όσα αναφέρονται στο αιτητικό

της.


Η εκδίκαση της υποθέσεως άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτου.


Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων, καθώς και τον Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις προτάσεις τους.


Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα


Σκέφθηκε κατά νόμο.


1. Επειδή, κατά το άρθρο 48 παρ, 1 του Κώδικα Α.Ε.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Νόμου 345/1976 (ΦΕΚ 141 A΄), σε περίπτωση εκδόσεως αντίθετων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου

Πάγου ή του Ελεγκτικού συνεδρίου, ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεως τυπικού νόμου, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο αίρει την αμφισβήτηση, ύστερα από αίτηση, μεταξύ άλλων, και

καθενός που έχει έννομο συμφέρον (Α.Ε.Δ. 9/2003), τέτοιο δε έννομο συμφέρον κέκτηται εκείνος που είχε την ιδιότητα του διαδίκου είτε στη μία, είτε και στις δύο δίκες, στις οποίες εκδόθηκαν οι αντίθετες

αποφάσεις, με τις οποίες, έτσι, άμεσα σχετίζεται και ο οποίος, άλλωστε, θα μπορούσε να ασκήσει το ένδικο μέσο της επαναλήψεως της διαδικασίας (άρθρο 51 παρ. 2) κατά των αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν

πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Α.Ε.Δ. 2/2003, 36/2000).


Εν προκειμένω), με την κρινόμενη αίτηση, ζητείται η άρση της αμφισβητήσεως, η οποία δημιουργήθηκε, κατά τους αιτούντες, ως προς την έννοια των διατάξεων των άρθρων 91 εδ. α' και 90 παρ, 3, του Ν."

2362/1995, μετά την έκδοση αφ' ενός μεν της 29/2006 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και, αφ' ετέρου της 2765/2005 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η αίτηση, σύμφωνα με τα παραπάνω, με

έννομο συμφέρον ασκείται από τους αιτούντες, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη 29/2006 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω,

δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις οικείες εκθέσεις που ευρίσκονται στη δικογραφία, έχουν διεξαχθεί νομότυπους και εμπροθέσμως (άρθρα 10 παρ, 2, 49 παρ. 2, 50 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Α.Ε.Δ.) οι

δέουσες δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις (πρβλ. Α.Ε.Δ. 11/2007).


2. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 περ. ε' του Συντάγματος και 6 περ. ε' και 48 παρ. 1 του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, ιδρύεται δικαιοδοσία του Ανωτάτου

Ειδικού Δικαστηρίου, ως προς την άρση αμφισβητήσεως για την έννοια τυπικού νόμου, όταν τα ανώτατα δικαστήρια που εξέδωσαν τις αντίθετες αποφάσεις, αντιμετώπισαν και επέλυσαν το ίδιο νομικό ζήτημα,

ερμηνεύοντας τις ίδιες διατάξεις τυπικού νόμου και όχι διαφορετικές ή σε συνδυασμό με διαφορετικές το καθένα διατάξεις, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι εκατέρωθεν ερμηνευτικές εκδοχές δεν είναι

ασύμβατες, με συνέπεια να μη δημιουργούν αντίθεση (Α.Ε.Δ. 8/2004, 2/2003).


Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση, επιδιώκεται η άρση της αμφισβητήσεως που δημιουργήθηκε από τις αποφάσεις 29/2006 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και 2765/2005 του Συμβουλίου της

Επικρατείας, ως προς την έννοια των διατάξεων των άρθρων 91 εδ. α' και 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995. Eπιδιώκεται, ειδικότερα, να αρθεί η αμφισβήτηση που ανέκυψε μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων των

ανωτάτων δικαστηρίων, ως προς το αν, κατά την έννοια του άρθρου 91 εδ. α' του Ν. 2362/1995, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο

οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ακόμη και αν η απαίτηση αυτή έχει τον χαρακτήρα απαιτήσεως στρατιωτικού ή πολιτικού υπαλλήλου του Δημοσίου με σχέση είτε δημοσίου, είτε

ιδιωτικού δικαίου, για την οποία στο άρθρο 90 παρ. 3 ορίζεται ως χρόνος παραγραφής "η διετία από της γενέσεως της", όπως κρίθηκε με την 2765/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ή αν, αντιθέτως,

κατά την έννοια του άρθρου 91 εδ. α' του Ν. 2362/1995, το οποίο περιέχει επιφύλαξη υπέρ κάθε άλλης ειδικής διατάξεως τoυ εν λόγω νόμου, ειδικώς προκειμένου περί απαιτήσεων στρατιωτικoύ ή πολιτικού

υπαλλήλου του Δημοσίου με σχέση είτε δημοσίου, είτε ιδιωτικού δικαίου, το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής δεν είναι το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο οι εν λόγω απαιτήσεις γεννήθηκαν

και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες, αλλά ο ακριβής χρόνος γενέσεώς τους, όπως κρίθηκε με την 29/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Υπό τα δεδομένα αυτά, στοιχειοθετείται περίπτωση αμφισβητήσεως, ως προς

την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, για την άρση της οποίας ιδρύεται δικαιοδοσία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, κατά την έννοια των άρθρων 100 παρ, 1 εδ. δ' του Συντάγματος και 6 εδ. ε' του Κώδικα

Α.Ε.Δ.. Τούτο δε διότι τα ανώτατα δικαστήρια α) ερμήνευσαν εν προκειμένω τις ίδιες διατάξεις τυπικού νόμου και όχι διαφορετικές διατάξεις με, την ίδια διατύπωση, β) ερμήνευσαν αποκλειστικά και μόνο τις

ίδιες διατάξεις τυπικού νόμου, χωρίς να τις ερμηνεύσουν και σε συνδυασμό και με άλλες διατάξεις, οπότε το επτλυθέν ζήτημα θα εμφανιζόταν να διαφοροποιείται γ) το ως άνω νομικό ζήτημα ανέκυπτε στις

υποθέσεις, στις οποίες εκδόθηκαν και οι δύο προαναφερθείσες αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, η δε επίλυση του ήταν αναγκαία για τη διάγνωση των υποθέσεων αυτών και δ) η αντίθεση προκύπτει από τις

αναγκαίες για τη θεμελίωση του διατακτικού των αποφάσεων αιτιολογίες τους (πρβλ. Α.Ε.Δ. 27/1999, καθώς και 8/2004, 3/2003, κ Α).


3. Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου

υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεως, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις

περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του

παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".


Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του

Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί

αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91

εδ. α' του ανωτέρω Ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο

γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου,

κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 91 εδ. α' του αυτού Ν. 2362/1995. Κατά τη γνώμη, όμως, των μελών Ανδρέα Τσόλια και Βασιλείου Γρατσία, με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ως άνω Ν.

2362/1995, η οποία είναι γενική και αποτελεί ουσιαστικά αναδιατύπωση της προϊσχύουσας διατάξεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969, δεν σκοπήθηκε η μεταβολή του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής των

απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, αλλά η κατάργηση της νομολογιακώς παγιωμένης υπό το προγενέστερο του Ν. 2362/1995 νομοθετικό καθεστώς (Ν.Δ. 321/1969) διακρίσεως μεταξύ ευθείας και αποζημιωτικής αγωγής, η

οποία γινόταν από τα δικαστήρια όλων των δικαιοδοσιών. Kατά συνέπεια, και μετά τον Ν. 2362/1995, ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής των απαιτήσεων υπαλλήλων του Δημοσίου με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού

δικαίου, εξακολουθεί, κατά τη γνώμη αυτή, να είναι το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο έχει γεννηθεί, η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη και όχι το χρονικό σημείο γενέσεως της

αξιώσεως.


4. Επειδή, κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο αίρει την ανωτέρω αμφισβήτηση, αποφαινόμενο ότι με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των

αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν

βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.


5. Επειδή, τα έξοδα της αυτεπάγγελτης διαδικασίας πρέπει, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 του παραπάνω Κώδικα Α.Ε.Δ., να επιβληθούν στους ηττώ μένους αιτούντες.


ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ


Αίρει την αμφισβήτηση που ανέκυψε από την έκδοση της, αντίθετης προς την απόφαση 2765/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεως 29/2006 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ως προς τον κατά το άρθρο 90

παρ. 3 του Ν. 2362/1995, χρόνο ενάρξεως της παραγραφής της απαιτήσεως οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε

αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.


Αποφαίνεται ότι με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των ανωτέρω αξιώσεων και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής

αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.


Επιβάλλει στους αιτούντες υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τα έξοδα της αυτεπάγγελτης διαδικασίας που ανέρχονται σε ενενήντα τρία ευρώ και δεκαοκτώ λεπτά (93,18 ευρώ).


Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2008 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 2008.


Ο Πρόεδρος Ο Γραμματέας


Δικαστήριο:  ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

Τόπος:  ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης:  1344

Ετος:  2008


--------------------------------------------------------------------------------

Περίληψη


Γερμανικές κατοχικές αποζημιώσεις - Ετεροδικία Γερμανικού Δημοσίου - Σύμβαση Βρυξελλών -.Στην έννοια των αστικών και εμπορικών υποθέσεων δεν περιλαμβάνονται υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο αξιώσεις

αποζημιώσεως κατά ξένης πολιτείας, δημιουργούμενες από την άσκηση εκ μέρους της κυριαρχικών πράξεων και ειδικότερα πράξεων στρατευμάτων κατοχής εν καιρώ πολέμου (ΔΕΚ Αποφ. 15.2.2007, υποθ. C-292/05).

Ορθά απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, αγωγή αποζημίωσης λόγω του προνομίου της ετεροδικίας, που απολαμβάνει το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο.



--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 1344/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Α1' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.


ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :


Των αναιρεσειόντων : Χ1, Χ2 και Χ3, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Ιατρίδη.


Του αναιρεσιβλήτου : Γερμανικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Ομοσπονδιακό Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στο Βερολίνο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το οποίο δεν

εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.


Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.09.2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4665/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και

117/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12.03.2007 αίτησή τους.


Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 21.02.2008 έκθεσή

του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει

αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση

έγγραφα προκύπτει ότι με επιμέλεια των εις αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων αρχικώς αναιρεσειόντων που συνεχίζουν τη δίκη, το αναιρεσίβλητο κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, πρέπει να

συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του. Η Σύμβαση των Βρυξελλών της 27 Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε από

τις συμβάσεις προσχωρήσεως νέων μελών σ' αυτή, που τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα με το ν. 1814/1988, και ήδη ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και

εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων προς το σκοπό, παράλληλα προς την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, να εξασφαλισθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων στο

χώρο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που θεωρείται και αυτή ως αναγκαίος όρος για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.


Οι ρυθμίσεις τόσο της Συμβάσεως των Βρυξελλών όσο και του Κανονισμού, παρά τον αποκλειστικό χαρακτήρα τους εντός του πεδίου εφαρμογής τους, δεν θίγουν, μη αναφερόμενες άλλωστε σ' αυτούς, τους δημοσίου

διεθνούς δικαίου κανόνες που περιορίζουν τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων των συμβαλλομένων κρατών ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αντιστοίχως, εισάγοντας εξαίρεση ως προς την υπαγωγή σε αυτά

ορισμένων προσώπων (ετεροδικία), μεταξύ των οποίων και οι ξένες πολιτείες ως προς τις κυριαρχικές πράξεις τους (πράξεις jure imperii), και των σχετικών υποθέσεων, όπως αυτές που έχουν ως αντικείμενο

αξιώσεις αποζημιώσεως κατά ξένης πολιτείας, γεννώμενες από ζημιογόνες πράξεις στρατευμάτων κατοχής εν καιρώ πολέμου. Οι κανόνες που καθιερώνουν την ετεροδικία, υπαγορευόμενοι από την αρχή της κυρίαρχης

ισότητας μεταξύ των πολιτειών (par in parem non habet imperium), διαφοροποιούνται από τους λοιπούς περί διεθνούς δικαιοδοσίας κανόνες, οι οποίοι δεν διαμορφώνονται με κριτήρια αναγόμενα στην

προαναφερόμενη αρχή, αλλ' επιτελούν λειτουργία κατανεμητική των υποθέσεων που εμφανίζουν διεθνή στοιχεία μεταξύ των διαφόρων κρατών, με βάση άλλα, προεχόντως αντικειμενικά κριτήρια. Εξάλλου, ο θεσμός

της ετεροδικίας, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την λειτουργία της εσωτερικής ευρωπαϊκής αγοράς. Επομένως, θα υπερέβαινε τους εξυπηρετούμενους με τη Σύμβαση των

Βρυξελλών και του Κανονισμού κατά τα άνω σκοπούς η παραδοχή ότι οι περιεχόμενες στις διατάξεις τους ρυθμίσεις εκτοπίζουν σιωπηρώς τους σχετικούς με την ετεροδικία κανόνες (βλέπε και σημείο 4 του

προοιμίου του Κανονισμού 44/2001, κατά το οποίο ο κανονισμός περιορίζεται στο ελάχιστο που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων του και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία προς τούτο όρια). Σε κάθε περίπτωση,

υποθέσεις όπως οι προαναφερόμενες δεν εμπίπτουν στην έννοια των "αστικών και εμπορικών υποθέσεων", επί των οποίων εφαρμόζονται τόσο η Σύμβαση των Βρυξελλών, όσο και ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001, σύμφωνα με

το άρθρο 1 αυτών. Διότι στην έννοια των αστικών και εμπορικών υποθέσεων δεν περιλαμβάνονται υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο αξιώσεις θεμελιούμενες σε πραγματικό συνδεόμενο με την άσκηση δημόσιας

εξουσίας, έστω και αν αυτές έχουν αποκλειστικώς περιουσιακό χαρακτήρα, όπως είναι οι αξιώσεις αποζημιώσεως κατά ξένης πολιτείας, δημιουργούμενες από την άσκηση εκ μέρους της κυριαρχικών πράξεων και

ειδικότερα πράξεων στρατευμάτων κατοχής εν καιρώ πολέμου (ΔΕΚ αποφ. Της 15.2.2007, υποθ. C-292/05).


Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματός της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ζήτησαν να

αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει, στην μεν πρώτη ενάγουσα το ποσό των 134.644 ευρώ, στον δε δεύτερο το ποσό των 318.121 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την

επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, για την αποκατάσταση ισόποσης ζημίας τους ως και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον επισυμβάντα στις 20-5-1941 επί του πλοίου Α/Π

ΝΑΥΤΙΛΟΣ, πλησίον του λιμένος των Χανίων, θάνατο του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, που προκάλεσαν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε, όπως και το

πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την αγωγή ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω του προνομίου της ετεροδικίας, που απολαμβάνει το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο, σύμφωνα με όσα

παραπάνω προαναφέρθηκαν.


Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ (και όχι του 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ούτε εκείνου από το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες) και κατά το πρώτο

μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο το εφετείο κήρυξε ως απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος

λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) δεν δέχθηκε, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου Γερμανικού Δημοσίου, την αγωγή ως αποδειχθείσα, παρά

εχώρησε στην αυτεπάγγελτη έρευνα της δικαιοδοσίας του και απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας λόγω του προνομίου της ετεροδικίας που δέχθηκε ότι απολαμβάνει το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο, β)

δεν ώρισε παράβολο λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου και γ)δεν καταδίκασε το εναγόμενο στην εν γένει δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος α) κατά την υπό στοιχ. α'

αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, καθόσον το άρθρο 524 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου (Γερμανικού Δημοσίου) ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός

παρών και ακολούθως λόγω της, ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου νομίμως εχώρησε στην αυτεπάγγελτη έρευνα περί της ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, λόγω του προνομίου της ετεροδικίας που αυτό

(αναιρεσίβλητο) απολαμβάνει, β) από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, δεν ώρισε παράβολο ερημοδικίας, λόγω της νίκης του, δεχόμενο ότι το αναιρεσίβλητο δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση

ανακοπής ερημοδικίας, ενώ, γ) τέλος η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καταδίκασε το εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, αφού ο αναιρεσείων δεν

νίκησε (άρθρ. 176 Κ.Πολ.Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Απορρίπτει την από 12.3.2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 117/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.


Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ                                          

Δικαστήριο:  ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

Τόπος:  ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης:  1630

Ετος:  2008


--------------------------------------------------------------------------------

Περίληψη


Πλειστηριασμός - Προνομιακή κατάταξη απαιτήσεων από παροχή εξαρτημένης εργασίας - Δικηγόροι -.Αναιρετέα απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά την κατάταξη ως πιστωτή δικηγόρου, ως φορέα προνομιακής

απαιτήσεως κατά την διάταξη του άρθρου 6 § 16 του Ν. 2479/1997, για απαιτήσεις κατά του καθού η εκτέλεση από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική

αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις των εμμίσθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής.



--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 1630/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


A1' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη, Χαράλαμπο Δημάδη και

Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.


ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :


Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και στην προκείμενη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ

Α' Περιστερίου που κατοικοεδρεύει στο Περιστέρι, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια πάρεδρος του Ν.Σ.Κ Εμμανουέλα Πανοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.


Των αναιρεσιβλήτων : Ψ1, η οποία δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και Ψ2, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.


Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.02.2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5471/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και

3616/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 12.02.2007 αίτησή του.


Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 28.03.2008 έκθεσή του,

με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του

αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Ι. Επειδή εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς

αντίδικος του επισπεύσαντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.


Εν προκειμένω, από τις προσαγόμενες υπ' αριθμ. .../... και .../... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του

πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που

αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επεδόθησαν νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν ενεφανίσθη κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου,

ούτε εξεπροσωπήθη με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.


ΙΙ. Επειδή, στο άρθρο 31 εδάφ. α' του Ν. 1545/1985 ορίζονται τα εξής: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης

εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των διδασκάλων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως. Αποζημιώσεις λόγω

καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή". Στο άρθρο δε 6 § 16 α του Ν. 2479/1997 ορίζονται: "α) Στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 975

ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985, υπάγονται και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή,

καθώς και οι απαιτήσεις εμμίσθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής...". Εκ των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με το υπ' αυτών θεσπιζόμενο γενικό προνόμιο είναι

εξοπλισμένες, εκτός από τις απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας κ.λ.π. και οι απαιτήσεις των δικηγόρων κατά του καθού η εκτέλεση από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε

αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις των εμμίσθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής. Ειδικότερα, στην τρίτη τάξη των γενικών

προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι άνω απαιτήσεις των δικηγόρων κατά του καθού η εκτέλεση, οι οποίες απορρέουν από την συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση της εντολής, όπως είναι η απαίτηση του

δικηγόρου κατά του εντολέως του (καθού η εκτέλεση) προς καταβολή της αμοιβής για την διενέργεια δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων στα πλαίσια εκτελέσεως της εντολής, καθώς και η απαίτηση για την καταβολή

της νομίμου αποζημιώσεως στην περίπτωση της λύσεως της συμβάσεως της εμμίσθου εντολής. Τοιαύτη όμως απαίτηση, εξοπλισμένη με το προαναφερόμενο γενικό προνόμιο, δεν αποτελεί και η υπέρ του επισπεύδοντος

την εκτέλεση δανειστού επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη με δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, με την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, στην οποία δικαστική δαπάνη περιλαμβάνεται και η αμοιβή

του πληρεξουσίου του δικηγόρου. Το ποσό της απαιτήσεως αυτής, φορέας της οποίας είναι ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής, υπέρ του οποίου και επεδικάσθη, όχι όμως και ο πληρεξούσιος αυτού δικηγόρος, μη

συνδεόμενος με τον καθού η εκτέλεση με έννομη σχέση εντολής, δεν συγκαταλέγεται ούτε και μεταξύ των εξόδων της αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως το εννοιολογικό τους περιεχόμενο προσδιορίζεται υπό της

διατάξεως του άρθρου 932 ΚΠολΔ, τα οποία, προαφαιρούμενα από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα προς τον σκοπό της διανομής του υπολοίπου στους αναγγελθέντες πιστωτές, μη περιλαμβανόμενα μεταξύ των προνομίων

ούτε και κατατασσόμενα στον πίνακα, περιλαμβάνουν μόνο τα αναγκαία έξοδα που έγιναν προς το συμφέρον όλων των αναγγελθέντων δανειστών, ήτοι τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων

της αναγκαστικής εκτελέσεως και των εν συνεχεία πράξεων αυτής μέχρι την περάτωσή της, όχι όμως και εκείνα που δημιουργήθηκαν προς το αποκλειστικό συμφέρον του επισπεύδοντος ή των αναγγελθέντων

δανειστών, όπως π.χ. είναι τα έξοδα για τη δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως, για την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου, με τον οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση. (ΑΠ 1359/1998). Έξάλλου, κατά την

έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου,

ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως

προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως και μεταρρυθμίσεως του ανακοπτομένου υπ' αριθμ. .../... πίνακος κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών

Ν.Γ., κατέταξε τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, δικηγόρο, ως φορέα προνομιακής απαιτήσεως κατά την διάταξη του άρθρου 6 § 16 του Ν. 2479/1997, για το ποσό των 78.000 δραχμών, το οποίο, κατά τις παραδοχές της

προσβαλλομένης, περιλαμβανόμενο στα έξοδα εκτελέσεως, αντιστοιχεί στην επιδικασθείσα υπέρ του επισπεύδοντος αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου (αναιρεσιβλήτου) ως μέρους της δικαστικής δαπάνης για

την έκδοση της υπ' αριθμ.8616/1998 διαταγής πληρωμής, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο με βάση τον οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ανωτέρω

ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε, καίτοι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν ήσαν εφαρμοστέες, μη συντρεχόντων των για την εφαρμογή τους ουσιαστικών προϋποθέσεων,

αφού το ποσό των 78000 δραχμών, ούτε στα έξοδα εκτελέσεως περιλαμβάνεται, ούτε αποτελεί αξίωση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά του καθού η εκτέλεση, μετά του οποίου δεν συνδέεται με την έννομη σχέση

της εντολής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση των προμνημονευθεισών

ουσιαστικών διατάξεων είναι βάσιμος.


ΙΙI. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη

επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως

θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής, εφόσον σ' αυτόν περιέχεται αυτοτελής

πραγματικός ισχυρισμός οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για

οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό

8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως και την εν συνεχεία κατ' ουσίαν αναδίκαση της υπ' αυτού ασκηθείσης ανακοπής κατά του υπ' αριθμ. .../...

πίνακος κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.Γ., δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς διαλαμβανομένους στους λόγους αυτής, δια των οποίων πλήσσεται ο ανακοπτόμενος πίνακας, ότι κατά παραβάση των

ουσιαστικών διατάξεων τα στην κρισιολογουμένη ανακοπή μνημονευόμενα χρηματικά κονδύλια εχαρακτηρίσθησαν "ως έξοδα εκτελέσεως" και ως τοιαύτα προαφαιρεθέντα από το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα για να

αποδοθούν στην πρώτη αναιρεσίβλητη υπό την ιδιότητά της ως δικαστικής επιμελητού στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απήντησε

στους ανωτέρω λόγους ανακοπής, κρίναν ότι τα στην πρώτη αναιρεσίβλητη αποδοτέα "έξοδα εκτελέσεως" ανέρχονται στο ποσό των 453.576 δραχμών, προβαίνοντας μάλιστα και σε χωριστή νομική και ουσιαστική

αξιολόγηση ενός εκάστου των χρηματικών κονδυλίων, όπως ακριβώς αυτά μνημονεύονται στην ανακοπή και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της Εφέσεως της πρώτης αναιρεσιβλήτου. Επομένως, ο άνω

λόγος αναιρέσεως (δεύτερος από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει και νόμιμη βάση, είναι αβάσιμος.


ΙV. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη

περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. α' του ανωτέρω άρθρου, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, καίτοι

δεν υπεβλήθη ενώπιόν του διαπλαστικό αίτημα περί μεταρρυθμίσεως του ανακοπτομένου πίνακος και ως προς την τρίτη εκ των καθών η ανακοπή συμβολαιογράφο υπάλληλο επί του πλειστηριασμού, ως προς την οποία

το αναιρεσείον πρωτοδίκως ενίκησε, χωρίς αυτή να ασκήσει έφεση, μεταρρύθμισε τον πίνακα και ως προς αυτή, προς βλάβη του αναιρεσείοντος, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως. Όπως, όμως,

προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ναι μεν το Εφετείο για την ενότητα της εκτελέσεως εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, πλην όμως δεν προέβη στην συνέχεια στην μεταρρύθμιση

του ανακοπτομένου πίνακος, όπως αυτός διαμορφώθηκε πρωτοδίκως και ως προς την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, την θέση της οποίας στον πίνακα αυτό με την εκκληθείσα απόφαση, κατόπιν παραδοχής σχετικού

λόγου ανακοπής, κατέλαβε το αναιρεσείον ανακόπτον. Επομένως, ο ανωτέρω λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ακολούθως προς τα ανωτέρω η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει ως προς το κεφάλαιο

που αφορά την κατάταξη του δευτέρου αναιρεσιβλήτου για το ποσό των 78.000 δραχμών ή των 228,90 Ευρώ.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 3616/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο κεφάλαιο.


Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.


Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαϊου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Monday, 24 January 2011 19:39

Αυτοκινητιστικές Υποθέσεις

Γραφει ο/η Administrator

Δικαστήριο:  ΕΦΕΤΕΙΟ

Τόπος:  ΛΑΡΙΣΗΣ

Αριθ. Απόφασης:  11

Ετος:  2003


--------------------------------------------------------------------------------

Περίληψη


Έφεση - Συζήτηση - Παραίτηση από το δικόγραφο - Αντέφεση - Προτάσεις - Αυτοκινητικό ατύχημα - Στέρηση διατροφής - Στοιχεία ορισμένου αγωγής - Εξοδα κηδείας - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης -

Μέλη οικογενείας -. Η δήλωση του ασκούντος το ένδικο μέσο ότι "αυτό δεν εισάγεται προς συζήτηση" έχει την έννοια ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο δεν μετέχει της συζήτησής του και δεν εξομοιώνεται με τη

δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της έφεσης. Αντέφεση δια των προτάσεων στις αυτοκινητικές διαφορές. Για το ορισμένο αγωγής αποζημίωσης του συζύγου λόγω στέρησης διατροφής από τον αποβιώσαντα σύζυγο

δεν απαιτείται η αναφορά της αποτίμησης της συνεισφοράς κάθε συζύγου στις ανάγκες της οικογένειας. Στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνονται και οι δαπάνες κατασκευής τάφου. Αυτοκινητικό ατύχημα. Υπαιτιότητα

του εισελθόντος στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Ψυχική οδύνη δικαιούται και η νύφη του θύματος.



--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Απόφασης

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294, 297 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο των ενδίκων μέσων γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης ή με δικόγραφο

που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου. Η δήλωση αυτή πρέπει να είναι σαφής. Με τη δήλωση αυτή δεν εξομοιώνεται η δήλωση του ασκούντος το ένδικο μέσο ότι "αυτό δεν εισάγεται προς συζήτηση", η

οποία έχει την έννοια ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο δεν μετέχει της συζήτησής του (ΑΠ 1261/1989 ΑρχΝ 43.204, ΑΠ 283/1976 ΝοΒ 24.756).


Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 531 παρ. 1, 524 παρ. 1, 111, 115 παρ. 1 και 3, 159 και 237 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατάθεση προτάσεων το αργότερο ως την έναρξη της συζήτησης ενώπιον

του Εφετείου αποτελεί την αναγκαία έγγραφη προδικασία, η τήρηση της οποίας ερευνάται εξ επαγγέλματος από το δικαστήριο, η παράλειψη δε της κατάθεσης προτάσεων συνεπάγεται την ακυρότητα της παράστασης

του διαδίκου και την ερήμην αυτού, λόγω μη κανονικής εμφάνισης διεξαγωγή της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες Α.Σ.Κ. και Α.Δ.Κ. εμφανίστηκαν στο ακροατήριο και δια του πληρεξουσίου

δικηγόρου τους δήλωσαν ότι η έφεσή τους δεν εισάγεται προς συζήτηση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Η δήλωση αυτή καταχωρήθηκε στα

πρακτικά συνεδρίασης. Η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν κατέθεσε όμως έγγραφες προτάσεις και για το λόγο αυτό είναι δικονομικά απούσα. Με βάση τα όσα

προεκτέθηκαν εφόσον ο εκκαλών δεν μετέχει της συζήτησης της ανωτέρω έφεσής του και η εφεσίβλητη είναι δικονομικά απούσα και ερημοδικάζεται πρέπει κατά το άρθρο 260 ΚΠολΔ να κηρυχθεί ματαιωμένη η

συζήτηση της ανωτέρω έφεσης.


Οι κρινόμενες δύο εφέσεις, δηλαδή η έφεση των ανωτέρω εκκαλούντων κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των εφεσιβλήτων φυσικών προσώπων και η έφεση της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, κατά της 449/2000

οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του επί αγωγής των εφεσίβλητων

απευθυνομένης κατά των εκκαλούντων με αντικείμενο την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία αυτοκινητικού ατυχήματος, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και

κατά τις νόμιμες διατυπώσεις από τους εκκαλούντες εν μέρει νικημένους διαδίκους στην πρωτόδικη δίκη. Επομένως, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν στην ουσία συνεκδικαζόμενες σύμφωνα με το

άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη κατά το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ.


Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 Α , 674 παρ. 1 και 523 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο είναι παραδεκτή η αντέφεση που ασκείται με τις

προτάσεις και προσβάλλει κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά. Έτσι, η κρινόμενη αντέφεση των εφεσιβλήτων εν μέρει νικημένων διαδίκων με την ιδιότητα των

εναγόντων στην πρωτοβάθμια δίκη, η οποία ασκήθηκε με τις προτάσεις που κατατέθηκαν νομότυπα στη γραμματεία του δικαστηρίου και πλήττουν την πρωτόδικη απόφαση κατά τα κεφάλαια που αυτή έχει προσβληθεί με

τις εφέσεις είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία συνεκδικαζόμενη με τις εφέσεις.


Κατά το άρθρo ... εδ. α' ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει ... και τα έξοδα κηδείας σε εκείνο που κατά νόμο βαρύνεται μ' αυτά. Θεωρούνται ως έξοδα κηδείας οι δαπάνες

που αναφέρονται άμεσα στην πράξη της ταφής του προσώπου και στην τελετή η οποία συνήθως συνδέεται με την ταφή και είναι ανάλογη με την κοινωνική θέση του προσώπου που θανατώθηκε. Στα έξοδα κηδείας

περιλαμβάνονται και η δαπάνη κατασκευής του τάφου. Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε νόμιμο το αγωγικό κεφάλαιο επιδίκασης των δαπανών κατασκευής του τάφου του προσώπου που

απεβίωσε και πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.


Από τις διατάξεις των άρθρων 928 εδ. β', 1389 και 1390 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτωσης συζύγου στην αγωγή αποζημίωσης του άλλου συζύγου για την αποκατάσταση της ζημίας του από τη στέρηση του

δικαιώματός του διατροφής, πρέπει να αναφέρονται, για την αξιούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.


2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, πληρότητα του δικογράφου αυτής, πλην άλλων, η ύπαρξη έγκυρου γάμου μεταξύ του δικαιούχου και του υπόχρεου διατροφής, η θανάτωση του υπόχρεου συζύγου από παράνομη και

υπαίτια πράξη του εναγόμενου, ο πιθανός χρόνος ζωής του υπόχρεου σε διατροφή συζύγου και το ποσό της διατροφής που έπρεπε να καταβληθεί από αυτόν ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, χωρίς να

απαιτείται η αναφορά της αποτίμησης της συνεισφοράς που θα παρείχε ο καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας με την προσωπική εργασία, με τα εισοδήματα και την

περιουσία του. Η αποτίμηση αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξίωσης αποζημίωσης ισχυρισμό του εναγομένου (ΑΠ 747/1996 ΕλλΔικ 37.1544). Στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση

στο κεφάλαιο της αποζημίωσης της συζύγου του αποβιώσαντος λόγω στέρησης διατροφής περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα τα ανωτέρω στοιχεία. Για την πληρότητα του κεφαλαίου αυτού της αγωγής δεν ήταν

αναγκαία η αναφορά των εισοδημάτων του δικαιούχου συζύγου και της ατομικής περιουσίας του καθώς και η εκτίμηση της προσφοράς της προσωπικής εργασίας, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν καταλυτική

ένσταση των εναγομένων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με τον οποίο υποστηρίζεται μη αοριστία του κεφαλαίου αυτού της αγωγής λόγω παράλειψης της αναφοράς τους,

είναι αβάσιμος.


Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του και από τα

έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά γεγονότα: Στις 26-9-1999 ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας Ι... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό

αυτοκίνητο, κατοχής και ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου κατά την επιτρεπτή ομολογία του στην επαρχιακή οδό Μοσχολουρίου-Πύργου Κιερίου Καρδίτσας με κατεύθυνση προς το Μοσχολούρι. Το αυτοκίνητο αυτό

ήταν ασφαλισμένο, όπως ομολογείται στην τρίτη αναγόμενη ανώνυμη εταιρεία κατά του κινδύνου γένεσης αστικής ευθύνης για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες τρίτων, που θα προξενούνταν κατά την λειτουργία

του και την σε οδό κυκλοφορία. Τον ίδιο χρόνο ο Μ.Δ.Θ., κάτοικος Σ., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΤΡ ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο με κατεύθυνση προς τον Πύργο Κιερίου Καρδίτσας. Την

18:00' ώρα τα δύο οχήματα κινούνταν στο 1ο χιλιόμετρο της παραπάνω οδού. Στη χιλιομετρική αυτή θέση η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει πλάτος οδοστρώματος 5,60 μέτρων με επικάλυψη ασφάλτου και είναι

ευθεία σε μήκος 100 περίπου μέτρων. Η οδός έχει οριζόντια σήμανση κατά μήκος διαγράμμισης με διπλή διαχωριστική γραμμή δηλωτική του διαχωρισμού των λωρίδων αντιθέτων κατευθύνσεων. Κατά την προσέγγισή

του στη χιλιομετρική αυτή θέση, ο πρώτος εναγόμενος παραβιάζοντας τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κατεύθυνσης και επέπεσε με το μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου

του στο μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Μ.Θ. σε σημείο που απείχε 1,90 μέτρα από το δεξιό κατά την κατεύθυνσή του άκρο της οδού. Κατά το χρόνο της σύγκρουσης επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού

ημέρας και μη περιοριζόμενης ορατότητας. Ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 80 Χ/Ω. Ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε χωρίς να έχει αποκτήσει την κατά νόμο άδεια οδηγού. Η ανωτέρω σύγκρουση των

οχημάτων επήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και συγκεκριμένα από αμέλειά του που προσδιορίζεται στο ότι οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του

στην οδήγηση, δεν ασκούσε την εποπτεία και τον έλεγχο του οχήματός του εξαιτίας της ανεπιτηδειότητάς του λόγω της έλλειψης άδειας οδήγησης, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να εκτελέσει τους

απαιτούμενους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς και παραβιάζοντας τη συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή κατέλαβε ανεπίτρεπτα μέρος του οδοστρώματος που προοριζόταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή

του κυκλοφορία, χωρίς να προβλέψει, όπως όφειλε και μπορούσε με την καταβολή της επιμέλειας και προσοχής του μέσου συνετού και ευσυνείδητου οδηγού, το ενδεχόμενο της πρόκλησης του ατυχήματος. Στην

επέλευση της σύγκρουσης δεν συνέδραμε και πταίσμα του Μ. Θ. και ειδικότερα αμέλειά του καθόσον αυτός οδηγούσε το όχημά του με κανονική ταχύτητα μέσα στη λωρίδα κατεύθυνσής του, δε πρόλαβε δε να

αντιδράσει με την ενέργεια κατάλληλου για την αποφυγή ατυχήματος ελιγμού λόγω της αιφνίδιας εισόδου στη λωρίδα κατεύθυνσής του οδηγούμενου από τον πρώτο εναγόμενο οχήματος. Κρίνοντας κατά τον ίδιο τρόπο

ως προς την υπαιτιότητα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο δε πρώτος λόγος της έφεσης των εναγόμενων φυσικών προσώπων, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.


Aπό το ατύχημα τραυματίστηκε ο Μ.Θ., ο οποίος υπέστη πολλαπλά κατάγματα και πνευμονική εμβολή από την οποία επήλθε ο θάνατος στις 05-10-1999 στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, όπου είχε διακομιστεί. Η

κηδεία του θύματος έγινε με την μέριμνα του τρίτου ενάγοντος, τέκνου του, Σ. Θ., ο οποίος δαπάνησε για έξοδα ιερολογίας της κηδείας, εκφοράς του νεκρού, ταφής και συνεστίασης των παρευρισκομένων 252.579

δραχμές και έξοδα κατασκευής τάφου από μάρμαρο αναλόγου προς την κοινωνική θέση του αποβιώσαντος 300.000 δραχμές. Επομένως δεν έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, ο δε

τρίτος λόγος της έφεσης και ο πρώτος λόγος της αντέφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.


Ο αποβιώσας κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 57 ετών και ασκούσε το επάγγελμα του κρεοπώλη και ανθοπώλη διατηρώντας καταστήματα στην πόλη των Σ. Καρδίτσας. Από την επαγγελματική του αυτή

δραστηριότητα είχε καθαρές προσόδους τουλάχιστον 500.000 δραχμών το μήνα. Το θύμα είχε ακίνητη περιουσία 28 στρεμμάτων αγρών, τους οποίους κατά κύριο λόγο μίσθωνε σε τρίτους, τα εισοδήματα, όμως, τα

οποία του απέφερε η ανωτέρω ακίνητη περιουσία δεν αποδεικνύονται καθόσον δεν προσκομίζονται από τους ενάγοντες καμία απόδειξη. Ο αποβιώσας ήταν υγιής και ενόψει των ειδικών περιστάσεων της ηλικίας του

και της καλής κατάστασης της υγείας του πιθανολογείται κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ότι θα ζούσε επί μία πενταετία τουλάχιστο από του θανάτου του. Η πρώτη ενάγουσα, σύζυγος του θύματος δεν

αποδεικνύεται ότι είχε εισοδήματα από δική της περιουσία και εργασία παρά το ότι είχε μερική στο ανθοπωλείο, διότι αποκλειστική απασχόλησή της ήταν η αντιμετώπιση των οικιακών αναγκών. Ο αποβιώσας θα

διέθετε κατά το χρονικό διάστημα της πενταετίας από του θανάτου του για διατροφή της συζύγου του, η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας το ποσό των 120.000 δραχμών το μήνα, το οποίο εισέφερε για τη

διατροφή της συζύγου του κατά το αμέσως προ του θανάτου του χρονικό διάστημα ως ανάλογο με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Κρίνοντας με διαφορετική κάπως αιτιολογία κατά τον ίδιο τρόπο το

Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο δε πρώτος λόγος της έφεσης των εναγόμενων και ο δεύτερος λόγος της αντέφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.


Η πρώτη ενάγουσα, σύζυγος του θύματος, οι δεύτερος και τρίτος από τους ενάγοντες, τέκνα του και η τέταρτη ενάγουσα, νύφη του, σύζυγος του τέκνου του Σ.Θ. συνδέονταν με αυτόν με ιδιαίτερα ανεπτυγμένο

ψυχικό δεσμό. Ο πρώτος από τους εναγόμενους ηλικίας 18 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος ασκούσε το επάγγελμα του ιδιωτικού υπαλλήλου, ο δε δεύτερος από αυτούς, ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος, ήταν

συνταξιούχος του Ο.Γ.Α. Ο αδόκητος θάνατος του Μ.Θ. προκάλεσε σε όλους τους ενάγοντες, μέλη της οικογενείας του ψυχικό άλγος και οδύνη, εντονότερη στη σύζυγό του και στα τέκνα του, που γι' αυτούς άγγιξε

τα όρια της ψυχικής συντριβής. Λόγω της ψυχικής τους αυτής οδύνης οι ενάγοντες δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για ηθική παρηγοριά και ανακούφιση. Το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης πρέπει

να προσδιοριστεί για την ενάγουσα σύζυγο στα 10.000.000 δραχμές, για τον καθένα από τους ενάγοντες, τέκνα του θύματος στα 8.000.000 δραχμές και για την τέταρτη ενάγουσα, νύφη του θύματος στο 1.000.000

δραχμές. Για τον ανωτέρω προσδιορισμό λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, το πταίσμα του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και

η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, δεν έσφαλε, ο δε τέταρτος λόγος της έφεσης των εναγομένων φυσικών προσώπων, τρίτος

λόγος της έφεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και τρίτος λόγος της αντέφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.


Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν οι κρινόμενες εφέσεις και η αντέφεση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία. Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί λόγω

της μερικής νίκης και ήττας καθενός από τα διάδικα μέρη (άρθρα 173 και 178 ΚΠολΔ).


Δικαστήριο:  ΕΦΕΤΕΙΟ

Τόπος:  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Αριθ. Απόφασης:  890

Ετος:  1999


--------------------------------------------------------------------------------

Περίληψη


Δυνατότητα διαταγής νέας πραγματογνωμοσύνης από το εφετείο στις ειδικές διαδικασίες όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις των εργατικών διαφορών (αυτοκινητικές διαφορές). Η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται και

μετά την περάτωση της ενώπιον του ακροατηρίου διαδικασίας, με την έκδοση αποφάσεως περί αποδείξεων, χωρίς το δικαστήριο να εξαφανίσει την εκκαλουμένη. Νέα πραγματογνωμοσύνη μπορεί να διαταχθεί και όταν

οι προσκομισθείσες πρωτοδίκως πραγματογνωμοσύνες αντιφάσκουν μεταξύ τους.



--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Απόφασης

Με τη με αύξ. αριθμ. εκθ. καταθ. 26339/22.7.1996 αγωγή της η ενάγουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη από την προσωρινή διαχειρίστρια μητέρα της, εξέθεσε ότι την 20.5.1995 ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και βαίνοντας επί της οδού Γεωργικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη, από έλλειψη προσοχής, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, δεν την αντελήφθη εγκαίρως, διασχίζουσα

καθέτως την οδό αυτή, με αποτέλεσμα να την παρασύρει και να της προκαλέσει τις επικαλούμενες σοβαρές σωματικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων κατέστη βαρέως και ισοβίως πνευματικώς και σωματικώς ανάπηρη.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εν λόγω, του οποίου το ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστρο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, να της καταβάλει, εις ολόκληρον με το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό

Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης εξ Ατυχημάτων Αυτοκινήτων", τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη ζημία και την ηθική βλάβη, που υπέστη αντιστοίχως αυτή από το αδίκημα. Το

πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας την αγωγή αυτή με τις παρεμπίπτουσες αγωγές, αφενός του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του συνεναγομένου του οδηγού, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του

καταβάλει όποιο ποσό υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στην ενάγουσα και αφετέρου του πρώτου κυρίως εναγομένου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ε. ΕΑΕΖ", με την οποία αγωγή, επικαλούμενος

αυτός την ύπαρξη ασφαλιστικής μεταξύ τους συμβάσεως, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει όποιο ποσό υποχρεωθεί με την απόφαση να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, έκρινε τον κυρίως εναγόμενο

οδηγό, αλλά και την παθούσα ενάγουσα, συνυπαιτίους του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 80% και 20%, αντιστοίχως. Στη συνέχεια, κρίνοντας ότι μεταξύ εναγομένου οδηγού και της άνω ασφαλιστικής εταιρίας

υπήρχε ενεργή ασφαλιστική σύμβαση, απέρριψε την κυρία αγωγή καθόσον εστρέφετο κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, έκανε δε δεκτή κατά ένα μέρος της αυτήν καθόσον εστρέφετο κατά του πρώτου εναγομένου, όπως

επίσης έκανε δεκτή και την παρεμπίπτουσα αγωγή αυτού και υποχρέωσε την παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλει το ποσό (και δη μέχρι του ορίου του ασφαλιστικού ποσού, άρθρο 10 παρ.

1 ν.


489/1976) που υποχρεώθηκε να καταβάλει στην παθούσα, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατά της οποίας παραπονούνται ήδη οι διάδικοι για τους επικαλούμενους στις εφέσεις τους λόγους.


Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 368, 370 παρ. 1, 670, 671 παρ. 3, 674 παρ. 2 και 681 Α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει

ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Ειδικότερα, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670-676 ΚΠολΔ,

μπορεί να διαταχθεί με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, αν προκύψει ότι είναι αυτή αναγκαία, όχι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου ή

δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οπότε θα εφαρμοσθεί η διαδικασία του άρθρου 671 παρ. 3, σε συνδ. με άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά μετά από αυτήν, παρόλο που κατά την εν λόγω ειδική διαδικασία ισχύει ο

κανόνας της απαγορεύσεως εκδόσεως αποφάσεως περί αποδείξεων, ο οποίος όμως κάμπτεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και στην περίπτωση που υπάρχει ανάγκη ενέργειας πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 1618/1987 ΕλλΔνη

29.1375, ΑΠ 1532/1982 Δ 14.


773, ΑΠ 736/1976 ΝοΒ 25.70). Στην προκείμενη περίπτωση, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων της υποθέσεως, μεταξύ των οποίων και η διαταχθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ενεργηθείσα


πραγματογνωμοσύνη από γιατρό νευροχειρουργό, καταλείπονται πλείστα όσα κενά και αμφίβολα σημεία σχετικά με την ακριβή κατάσταση της υγείας της ενάγουσας κατά τους επίδικους χρόνους (ζητούνται

αποζημιώσεις μέχρι και για το έτος 2005) και το αναστρέψιμο ή μη αυτής. Ειδικότερα, η ενλόγω αναφέρει στην αγωγή της ότι, κατά το επίδικο ατύχημα, υπέστη σοβαρές κακώσεις σε διάφορα του σώματός της

μέρη, μεταξύ των οποίων και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση μετ' υποσκληριδίου αιματώματος, υπαραχνοειδή αιμορραγία και εκτεταμένο εγκεφαλικό οίδημα, με συνέπεια να καταστεί διά βίου ανάπηρη, τόσο

πνευματικώς, αφού απώλεσε μονίμως το θυμικό, τη νόηση και την ομιλία, μη επικοινωνούσα με το περιβάλλον της, όσο και σωματικώς, αφού της δημιουργήθηκε μόνιμη μετατραυματική επιληψία και της τοποθετήθηκε

μονίμως κοιλιοπεριτοναϊκό σύστημα παροχετεύσεως του εγκεφάλου, που την καθιστά ανίκανη να αυτοεξυπηρετηθεί. Εντούτοις, ο πραγματογνώμων νευροχειρουργός ιατρός Κ.Ν. επισημαίνει, στην με αριθμ.


32/19.3.1998 οικεία έκθεσή του, μεταξύ άλλων, ότι "κατά την εξέταση της ασθενούς στις 9.2.1998 διεπίστωσα τα κάτωθι: Καλό επίπεδο


συνειδήσεως... δυσκολία στη χρήση του δεξιού χεριού, καθώς και δυσκολία στην βάδιση... αντιλαμβάνεται με σχετική βραδύτητα το νόημα της συνομιλίας και δυσκολεύεται στην ομιλία της... Μπορεί να


αυτοεξυπηρετείται, αλλά με σημαντική δυσκολία και περιορισμό της αυτοεξυπηρέτησης στα στοιχειδώς απαραίτητα". Περαιτέρω, ο τεχνικός σύμβουλος, ομοίως νευροχειρουργός, γιατρός Ν.Μ., αναφέρει στην οικεία,

από 21. 4.1998 έκθεσή του, μεταξύ άλλων, ότι "Κατά την τελευταία νευρολογική της εξέταση 8.4.1998 (ήτοι μετά δύο μήνες από την πρώτη εξέταση) είχε πλήρη επαφή με το περιβάλλον.... Συμπερασματικά σήμερα

η ασθενής, λόγω του τροχαίου ατυχήματος παρουσιάζει αναπηρία μέτριας έντασης όσον αφορά την κινητικότητα της δεξιάς πλευράς και όσον αφορά τις ψυχικές της λειτουργίες. Θα μπορούσε να εκτελέσει στο

μέλλον απλή εργασία, που προβλέπεται για άτομα με ειδικές ανάγκες...". Ενόψει των αντιφάσεων αυτών, οι οποίες εντόνως επισημαίνονται από πλευράς εναγομένου οδηγού και ήδη εκκαλούντος (βλ. το δικόγραφο

της εφέσεώς του και τις προτάσεις του της παρούσας συζητήσεως), το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι τα ανωτέρω είναι ζητήματα, για τα οποία απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης, θα διατάξει τη διενέργεια νέας


πραγματογνωμοσύνης και δη χωρίς εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως (ΑΠ 1285/1982 ΝοΒ 31. 219), που θα διεξαχθεί από γιατρό νευροχειρουργό, όπως ειδικότερα στο διατακτικό ορίζεται, αναβαλλομένης της

εκδόσεως οριστικής αποφάσεως.


Δικαστήριο:  ΕΦΕΤΕΙΟ

Τόπος:  ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης:  832

Ετος:  1991


--------------------------------------------------------------------------------

Περίληψη


Αυτοκινητικές διαφορές - Δεδικασμένο - Η ασφαλιστική εταιρία δε δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται ανάμεσα στον ασφαλισμένο της και τους από αυτού ζημιωθέντες, γιατί δεν συντρέχει η προϋπόθεση

του άρθρου 324 ΚΠολΔ, δηλ. η ταυτότητα προσώπων των διαδίκων και δεν υπάρχειπερίπτωση διαδοχής, αλλά σωρευτικής αναδοχής χρέους, οπότε το δεδικασμένο ενεργεί υποκειμενικά - Αντίθετη ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ.



--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Απόφασης

Κατά της υπ' αριθ. 3555/1989 οριστικής απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681 Α, 666, 667, 670 - 676 ΠολΔ (διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο

και τη σύμβαση ασφάλισης) και αφού συνεκδίκασε α) την απο 6.12.1988 αγωγή αποζημίωσης του Σ.Μ. κατά των Π.Κ., της εταιρείας "Σ. ΑΕ,, (κυρίως του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και της ασφαλιστικής εταιρείας

"G.S.A.,, και β) την από 10.1.1989 αγωγή αποζημίωσης της τελευταίας ασφαλιστικής εταιρίας κατά του Σ.Μ.και της ασφαλιστικής εταιρίας "G.S.A." και αφού απέρριψε την πρώτη, έκανε δεκτή τη δεύτερη, η

εναγομένη της δεύτερης απο τις αγωγές αυτές, ασφαλιστική εταιρία "Ε.Ε. ΑΕΓΑ"άσκησε την υπό κρίση έφεση, την οποία και απευθύνει κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "G.I.C. S.A." μόνο η έφεση αυτή είναι

παραδεκτή, διότι ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή τυπικά και να εξεταστούν στην ουσία, οι λόγοι που περιέχει και αναφέρονται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων που έκανε η

εκκαλουμένη.


Της υπό κρίση εφέσεως, προηγήθηκε η συζήτηση στο δικαστήριο αυτό, της από 22.10.1989 όμοιας κατά της ίδιας εκκαλουμένης απόφασης του πρωτόδικα διαδίκου (ενάγοντος - εναγομένου) και ασφαλισμένου στην ήδπ

εκκαλούσα ασφαλιστικά εταιρεία "Ε. ΑΕΓΑ" Σ.Μ., η οποία (έφεση) και απορρίφθηκε με την προσαγόμενη και επικαλούμενη από τους διαδίκους, σε νόμιμο αντίγραφο, υπ αριθ. 10.678/1990 απόφαση του δικαστηρίου

τούτου, που έκρινε ότι καλώς απορρίφθηκε η πρώτη από τις αγωγές που αναφέρθηκαν στην αρχή, διότι ο ενάγων σ' αυτήν και ασφαλισμένος της ήδη εκκαλούσας, ήταν αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης των

αυτοκινήτων των διαδίκων. Ηδη δε η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταρεία (G.S.Α.), απαντώντας στην έφεση προβάλλει πρωτίστως την ένσταση του δεδικασμένου, που πηγάζει απο την άνω απόφαση του δικαστηρίου

τούτου. Κατά τη γνώμη ενός μέλους του δικαστηριόυ, η ένσταση αυτή είναι νόμιμη και πρέπει, εφόσον


αποδεικνύεται προαποδεικτικά, να γίνει δεκτή και στην ουσία. Αυτό δε, διότι το δημιουργούμενο ανάμεσα στον παθόντα και τον ευθυνόμενο απο αυτοκινητικό ατύχημα, δεδικασμένο, δεσμεύει κατ' ανάγκη και την

ασφαλιστική εταιρία που ασφάλισε το ζημιογόνο αυτοκίνητο, αφού η υποχρέωση αυτής, όπως καθορίστηκε απο το νόμο (άρθρο 11 παρ. 3 του ν. ΓπΝ/1911 "περι της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης"

και διαμορφώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3789/1929), συνίσταται "στην πληρωμή του επιδικασθησομένου ποσού", η δε φύση τπς ιδιόρρυθμης σχέσης, ανάμεσα στα ενεχόμενα απο αυτοκινητικό ατύχημα

πρόσωπα,αποκλείει την εφαρμογή του περί υποκειμενικής ενεργείας του δεδικασμένου, κανόνα του άρθρου 486 ΑΚ, κατα την σχετική, ρητή περι τούτου επιφύλαξη, του ίδιου αυτού άρθρου (βλ. ΑΠ 511/1965 ΝοΒ14,

1137. ΕφΑθ 1529/1965 ΝοΒ14, 1138 και ΠΠρΑθ 16306/76 ΕΑΔ 1977, σελ. 318 με εισηγητή τον ίδιο της παρούσας απόφασης).


Εδώ δε, θα πρέπει να σημειωθεί και ότι, στο γενικό κανόνα του άρθρου 324 ΠολΔ, θεμελιακή αφετηρία του οποίου είναι οτι η δέσμευση του δεδικασμένου ισχύει μόνο "μεταξύ των ιδίων προσώπων", έχουν εισαχθεί

αποκλίσεις που επεκτείνουν σε πλείστες όσες περιπτώσεις, τα


υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου, είτε θέματα που ρυθμίζονται από δικονομικές διατάξεις (πχ άρθρα 325 αρ. 2, 325 αρ. 3, 327 αρ. 1, 326, 328, 329, 613, 618 κ.α. ΠολΔ), είτε σε περιπτώσεις

εξωδικονομικές, που στηρίζονται στην επιφύλαξη "εφόσον δέν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", του άρθρου 486 ΑΚ (όπως είναι πχ οι περιπτώσεις του αχειράφετου ανήλικου που δεσμεύεται από το δεδικασμένο

απόφασης των νομίμων εκπροσώπων του, του κληρονόμου που εκπροσωπήθηκε στη δίκη απο τον κηδεμόνα της κληρονομίας, τον εκτελεστή της διαθήκης ή τον εκκαθαριστή της κληρονομίας, του πτωχού που

εκπροσωπείται απο το σύνδικο, του μηχανικού που δεσμεύεται απο τελεσίδικες αποφάσεις του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας που τον εκπροσωπεί, των δανειστών που ανακόπτουν τον πίνακα διανομής του

πλειστηριάσματος και δεσμεύονται απο το δεδικασμένο απόφασης που επιδίκασε την απαίτηση άλλου δανειστή του οποίου την κατάταξη ανακόπτουν και στην προκειμένη περίπτωση της ασφαλιστικής εταιρίας, της

οποίας η υποχρέωση συνίσταται κατα το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. ΓπΝ/1911 που αναφέρθηκε, στην λόγω αναδοχής, μέχρι του ασφαλισμένου ωρισμένου ποσού, πληρωμή στον παθόντα της κανονισθησομένης ή

επιδικασθησομένης αποζημίωσης). Τέλος, πρέπει να τονισθεί και ότι, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις δέν αφήνεται απροστάτευτος, εκείνος στον οποίο επεκτείνεται το βλαπτικό δεδικασμένο, αφού για την

περίπτωσπ που παρήχθη με συμπαίγνια των αντιδίκων του, έχει το δικαίωμα τριτανακοπής (586 παρ. 1 ΠολΔ) με την οποία μπορεί να ζητήσει την ακύρωση ή κατά περίπτωση, κήρυξη ανενεργού ως προς αυτόν (590

ΠολΔ) της απόφασης που εκδόθηκε δίχως τη συμμετοχή του.


Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας που επικράτησε, δέν δεσμεύεται η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία απο την υπ αριθ.10678/1990 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε ανάμεσα στον ασφαλισμένο της και του

απο αυτόν ζημιωθέντες γιατι δέν συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 324 ΠολΔ, δηλαδή η ταυτότητα προσώπων των διαδίκων και δεν υπάρχει περίπτωση διαδοχής, αλλά σωρευτικής αναδοχπς χρέους, οπότε το

δεδικασμένο ενεργεί υποκειμενικά (Βλ. Δ. Κονδύλη, Το δεδικασμένο σελ.


307 και 315), ενώ εξάλλου με την έφεση πλπττεται το κεφάλαιο της απόφασης που αφορά στην υπαιτιότητα του οδηγού και τις ζημίες απο τη σύγκρουση των οχημάτων, που στηρίζονται όχι στο άρθρο 11 παρ. 3 του

ν. ΓπΝ/1911, αλλά στα άρθρα 914, 297, 298 και 330 εδ. β' ΑΚ. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένσταση δεδικασμένου της εφεσίβλητης και να προχωρήσει το δικαστήριο στην κατ ουσία έρευνα της υπόθεσης.


Δικαστήριο:  ΕΦΕΤΕΙΟ

Τόπος:  ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης:  395

Ετος:  1990


--------------------------------------------------------------------------------

Περίληψη


Αυτοκινητικές διαφορές - Δημοτική γλώσσα - Αποδεικτικά μέσα - Εξέταση μαρτύρων - Ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου οφείλει να εξετάσει έναν τουλάχιστο μάρτυρα σε κάθε υπόθεση που συζητείται,

ανεξάρτητα εάν συνεκδικάζονται περισσότερες αγωγές - Επιτρεπτή η ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη - Οι δικηγόροι δεν είναι υποχρεωμένοι να συντάσσουν τα δικόγραφα στη δημοτική.



--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Απόφασης

Δια του άρθρου 38 του ν. 1406/1983 το μεν εισήχθη αμέσως στη δικαστηριακή πρακτική το μονοτονικό σύστημα, όπως καθιερώθηκε με το ν.


1228/1982 και το π.δ. 297/1982, το δε ορίσθηκε ότι μετά παρέλευση διετίας, ήτοι από της 16.12.1985 και εφεξής οι αποφάσεις όλων των δικαστηρίων, τα βουλεύματα, εισαγγελικές προτάσεις, διατάξεις,

εκθέσεις και κάθε είδους πράξεις, ως και όλα τα συμβόλαια συντάσσονται υποχρεωτικώς στη νεοελληνική γλώσσα (δημοτική), όπως αυτή καθορίζεται στο άθρ. 2 παρ. 2 του ν. 309/1976. Κατά την τελευταία διάταξη

ως νεοελληνική γλώσσα νοείται η δημοτική, όπως διαμορφώθηκε , όπως διαμορφώθηκε σε πανελλήνιο εκφραστικό όργανο υπό του ελληνικού λαού και των δοκίμων συγγραφέων του έθνους, συντεταμένη άνευ

ιδιωματισμών και ακροτήτων (βλ. εκτενέστερα Κ. Γιαννόπουλο στο ΝοΒ 32, σελ. 209 επ.). Ομως η ως άνω διάταξη του άρθρου 38 του ν. 1406/1983, που προσδιορίζει τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να συντάσσονται

στη δημοτική, απευθύνεται στους συντάκτες των εγγράφων τούτων δικαστικούς λειτουργούς (δικαστές και εισαγγελείς), τους δικαστικούς υπαλλήλους και τους συμβολαιογράφους, όχι δε και τους δικηγόρους,

καίτοι και αυτοί είναι κατά άρθρα 1 και 38 του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί. Επομένως αυτοί δεν έχουν ευθέως υπό την ως άνω διάταξη την υποχρέωση να

χρησιμοποιούν στη σύνταξη των δικογράφων γενικώς, άρα και του δικογράφου της εφέσεως, τη δημοτική γλώσσα και τυχόν σύνταξη του δικογράφου της εφεσεως στην καθαρεύουσα κατ' ουδεμία διάταξη δύναται να

θεωρηθεί για το λόγο αυτό άκυρο (Σαμουήλ, Η έφεση παρ. 16). Κατ' ακολουθίαν αυτών ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου Π.Β. περί ακυρότητας του δικογράφου της εφέσεως, γιατί δεν έχει συνταχθεί, όπως ορίζει το

άρθρο 38 ν. 1406/1984, στη δημοτική γλώσσα και κατά το μονοτονικό σύστημα είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.


Κατά το άρθρο 270 παρ. 3 εδ. β' ΠολΔ ο δικαστής οφείλει να εξετάζει ένα τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες κατά τη συζήτηση ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου χωρίς να

απαιτείται να έχουν προηγουμένως γνωστοποιηθεί. Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και κατά τις ειδικές διατάξεις (άρθρο 591 παρ. 1 ΠολΔ), συνάγεται ότι προκειμένης συζητήσεως αγωγής ο δικαστής

του μονομελούς πρωτοδικείου είναι υποχρεωμένος να εξετάσει ένα μάρτυρα από την κάθε πλευρά διαδίκων. Η υποχρέωση όμως αυτή δεν επιβάλλει στον ως άνω δικαστή όταν συνεκδικάζονται λόγω συναφείας

περισσότερες αγωγές να εξετάζει και ισάριθμους προς τις συζητήσεις - αγωγές μάρτυρες. Αν οι διάδικοι επιθυμούν την εξέταση και άλλων μαρτύρων πλην αυτών που θα εξετασθούν στο ακροατήριο, έχουν την

ευχέρεια να το κάνουν εξετάζοντας αυτούς ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατ' άρθρο 670 παρ. 1 ΠολΔ και με τις διατυπώσεις που διαγράφονται στη διάταξη αυτή προκειμένου περί αγωγής που δικάζεται

κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών Π.Β. παραπονείται με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του ότι παρά το νόμο ο δικαστής του μονομελούς

πρωτοδικείου δεν του επέτρεψε να εξετάσει και δεύτερο μάρτυρα, αφού επρόκειτο να συνεκδικαστούν δύο αντίθετες αγωγές και ο οποίος θα εξεταζόταν για το ύψος των ζημιών αυτού και του αντιδίκου του, καίτοι

ο τελευταίος είχε εξετάσει μάρτυρα στο συμβολαιογράφο, παραβιάζοντας έτσι διά της απορρίψεως του σχετικού αιτήματός του την αρχή της ισότητος των όπλων. Ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι απορριπτέος ως

αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου οφείλει να εξετάσει ένα τουλάχιστο μάρτυρα σε κάθε υπόθεση που συζητείται, ανεξαρτήτως του εάν συνεκδικάζονται κατ'

αυτή περισσότερες αγωγές, είχε δε τη δυνατότητα και ο ως άνω εκκαλών διάδικος να εξετάσει μάρτυρα ενώπιον συμβολαιογράφου τηρώντας τις νόμιμες διατυπώσεις, όπως έπραξε και ο αντίδικός του.


Δικαστήριο:  ΕΦΕΤΕΙΟ

Τόπος:  ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης:  2152

Ετος:  1990


--------------------------------------------------------------------------------

Περίληψη


Αυτοκινητικές διαφορές - Πλαγιαστική αγωγή του ζημιωθέντα τρίτου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας - Αν παραγραφεί η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή μπορεί αυτός ν' ασκήσει πλαγιαστικά την

από τη σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή - Προϋπόθεση = να έχει γεννηθεί η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, γεγονός που επέρχεται με την επίδοση της δικής του

αγωγής κατά του ζημιώσαντα.



--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Απόφασης

Επειδή, η κρινόμενη έφεση των εναγόντων κατά της υπ αριθ. 6344/1988 οριστικής αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676

ΠολΔ (άρθρο 681 Α' ΠολΔ) που προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 733/1977), επίδοση της οποίας δέν επικαλούνται οι διάδικοι, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί

κατ ουσίαν.


Επειδή, οι εκκαλούντες, με την από 25.5.1988 αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη απ' αυτούς ασφαλιστική εταιρία, με το υπ' αριθ. 148020/319787/21.2.1984 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ασφάλισε με σύμβαση

μικτής ασφαλίσεως το υπ' αριθ.ΟΖ-16421.Χ.Ε αυτοκίνπτο, ιδιοκτησίας του δεύτερου απ' αυτούς, για το απο 21.2.1984 έως 21.9.1984 χρονικό διάστημα, με τη ρήτρα της απαλλαγής της για ποσό 4.500 δραχμών.

Οτι, στις 20.8.1984, το ανωτέρω αυτοκίνητο συγκρούστηκε με το υπ' αριθ.269-Ζ-93881.Χ.Ε αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, ιδιοκτησίας του Ν.Γ., απο τον οποίο και

οδηγείτο, και ο οποίος είναι αποκλειστικά υπαίτιος της συγκρούσεως, και υπέστη ζημίες ποσού 166.267 δραχμών, για την αποκατάσταση των οποίων, η πρώτη απ αυτούς, βάσει της συμβάσεως ασφαλίσεως κατέβαλε

ποσό 162.267 δραχμών και έτσι υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του ασφαλισμένου της, το δε υπόλοιπο ποσό των 4.500 δραχμών κατέβαλλε ο δεύτερος,ο οποίος απο την ίδια σύγκρουση ζημιώθηκε και ποσό 350. 000

δραχμών, κατά το οποίο μειώθηκε η αξία του αυτοκινήτου του, καθώς και 20.000 για ηθική του βλάβη.Με βάση τα περιστατικά αυτά και με τον πρόσθετο ισχυρισμό οτι ο παραπάνω Ν.Γ.αδρανεί να αναγκάσει

δικαστικά την εφεσίβλητη να καλύψει την ευθύνη του απο την παραπάνω σύγκρουση, ζήτησαν όπως υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να καταβάλει στον ασφαλισμένο της Ν.Γ. τις ανωτέρω ζημίες τους, δηλαδή 162.367

δραχμές, ως αποζημίωση απο το ανωτέρω ατύχημα, για την πρώτη εκκαλούσα και 354.500 στο δεύτερο εκκαλούντα, με το νόμιμο τόκο απο της υπερημερίας. Περαιτέρω, σωρεύοντας στο δικόγραφο της αγωγής και

αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζήτησαν όπως κατασχεθούν συντηρητικά τα παραπάνω ποσά στα χέρια της εφεσίβλητης ως τρίτης. Επι της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο

δικαστήριο απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, κατά της αποφάσεως δε αυτής και ειδικότερα κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή (όχι και για την απόρριψη της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων) παραπονούνται οι

ενάγοντες για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνισή της, την παραδοχή της παραπάνω αγωγής τους στο σύνολό της και την καταδίκη της εφεσίβλητης στη δικαστική τους δαπάνη και των δύο

βαθμών.


Επειδή από την διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, με σαφήνεια προκύπτει οτι σε περίπτωση αδράνειας του οφειλέτη ως προς τη δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του,ο δανειστής του μπορεί να ζητήσει δικαστική

προστασία για λογαριασμό του, ασκώντας αυτός τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εκτός από εκείνα που έχουν στενά προσωποπαγή χαρακτήρα. Επίσης, είναι αυτονόητο οτι το δικαίωμα το οποίο αδρανεί να ασκήσει ο

οφειλέτης πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό. Εξάλλου, απο τη σύγκριση του χρόνου παραγραφής της αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή και των άλλων υπευθύνων προσώπων, προκύπτει οτι ο

πρώτος, σε περίπτωση παραγραφής της κατα τον ασφαλιστή αξιώσεώς τους (άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/1976),μπορεί να ασκήσει κατ αυτού πλαγιαστικά την απο τη σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του

ασφαλιστή, εφόσον η τελευταία υπόκειται σε τριετή παραγραφή, κατα το άρθρο 195 του ΕμπΝ. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την έγερση της πλαγιαστικής αυτής αγωγής είναι η γένεση της αξιώσεως του

ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστού, η οποία γένεση, κατα την κρατούσα και ορθότερη άποψη,επέρχεται όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε επιδόσει στον ασφαλισμένο τη σχετική αγωγή που ενεργοποιεί την ευθύνη του,

γιατι απο τότε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και άν ακόμα δέν έχει συγκεκριμενοποιηθεί, με δικαστική διάγνωση ή εξώδικο καθορισμό, το ύψος της αξιώσεως του τρίτου (ζημιωθέντος)

(βλ.Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση απο τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, εκδ.1987, σελ. 402.Α. Φλούδας, Αστική ευθύνη εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, εκδ.1985, σελ. 228. ΕφΑθ 6132/1982 ΝοΒ 31, 65). Συνακόλουθα η

αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, της οποίας το περιεχόμενο έχει όπως προαναφέρθηκε και στην οποία όχι μόνο δέν εκτίθεται ότι επιδόθηκε, από τους εκκαλούντες-ενάγοντες προς τον

ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη υπαίτιο της συγκρούσεως οδηγό, αγωγή για τις επίδικες ζημίες τους, αλλά ρητά συνομολογείται οτι τέτοια αγωγή δέν επιδόθηκε, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού ο στην αγωγή

φερόμενος ότι αδρανεί οφειλέτης δέν απέκτησε δικαίωμα κατά του ασφαλιστού του, δηλαδή κατά της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, το οποίο να μπορούν οι εκκαλούντες να ασκήσουν πλαγιαστικά.


Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια και στη συνέχεια απέρριψε ως μή νόμιμη την ανωτέρω αγωγή, ορθά το νόμο εφήρμοσε, και ο μόνος λόγος της ένδικης

έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ ουσίαν και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες και στη δικαστική δαπάνη της

εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΠολΔ).

Page 5 of 6