Κυρ 9 Απρ 2017 07:00:44 μμ

Cinema

Cinema (68)

Για να δείτε όλες τις ταινίες που παίζονται σε όλους τους κινηματογράφους της περιοχής μας  κάντε κλικ εδώ (ΠΗΓΗ: ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ):

Σινεμά - αθηνόραμα.gr

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 8:15΄μμ στο ΤΥΠΕΤ από το Cine-Δράση
«Ένα τρυφερό Φιλί» (Ae Fond Kiss)

Βρετανία, Βέλγιο, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία,  2004. Διάρκεια: 104΄. Σκηνοθεσία: Ken Loach. Σενάριο: Paul Laverty. Πρωταγωνιστούν: Atta Yaqub, Eva Birthistle,  Shamshad Akhtar, Ahmad Riaz, Shabana Bakhsh,
Ο Cassim έχει πακιστανική καταγωγή άλλα είναι γεννημένος στην Γλασκόβη.  Επιλέγει να ζει μια "διπλή ζωή", προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των γονιών του, ενώ την ίδια στιγμή εργάζεται ως ανερχόμενος DJ. Όνειρό του είναι να αγοράσει κάποτε ένα δικό του club. Όταν   συναντά την Roisin, καθηγήτρια μουσικής στο Καθολικό σχολείο που φοιτά η αδελφή του, ο έρωτας μοιάζει μοιραίος. Η σχέση τους δεν θα καταφέρει να μείνει κρυφή και όταν τελικά αποκαλύπτεται, πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές δημιουργούν εμπόδια στην εξέλιξή της. Ο Casim θα ανατρέψει το προξενιό που του ετοιμάζει η οικογένειά του, ενώ η Roisin θα έχει προβλήματα στο μικρόκοσμο του αυστηρών αρχών καθολικού σχολείου που διδάσκει. Το ζευγάρι θα πρέπει να βρει τη δύναμη για να κρατήσει τη σχέση του και να υπερνικήσει την πίεση του κοινωνικού περίγυρου.
Ο Ken Loach συνεργάζεται για μια ακόμα φορά με τον σεναριογράφο Paul Laverty, δίνοντας μια ταινία στο γνώριμο ύφος του.  Και αυτή τη φορά πηγή της έμπνευσής του είναι η σύγχρονη πραγματικότητα. Η κλειστή Σκοτσέζικη κοινωνία -ειδικά όπως μεταλλάσσεται μετά την 11η Σεπτεμβρίου- μπαίνει στο μικροσκόπιο του σκηνοθέτη. Με αβανταδόρο σεναριακό πυρήνα τον έρωτα μεταξύ ενός μουσουλμάνου άνδρα και μιας καθολικής γυναίκας, η ταινία θέτει εύλογα ερωτήματα για τις κοινωνικές ρίζες, τους οικογενειακούς δεσμούς και την ομαλή συνύπαρξη κοινωνικών ομάδων διαφορετικών θρησκειών. Τα ερεθίσματα δίνονται και αφήνεται στο θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Για τα γυρίσματα της ταινίας ο Loach δούλεψε με μια πραγματική Πακιστανική οικογένεια στη Γλασκόβη, που κατάφερε να ανακαλύψει με πολύ κόπο, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα πιο ένα ρεαλιστικό αποτέλεσμα. Όλοι οι ηθοποιοί είναι σχεδόν ερασιτέχνες, προσφέροντας ειλικρινείς ερμηνείες. Από το cast ξεχωρίζει η Ιρλανδή Eva Birthistle στο ρόλο της Roisin, η οποία δίνει μια συγκινητική και ταυτόχρονα δυναμική ερμηνεία. Το Ae Fond Kiss είναι από τις πλέον ώριμες δουλειές του Loach, που και δεν θα αφήσει ανικανοποίητους τους φίλους του καλού σινεμά.
Εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=Y2YNgMqXh4I το trailer της ταινίας.

Βρετανία 2007. Διάρκεια: 123΄. Σενάριο :Ian McEwan (βιβλίο), Christopher Hampton (σενάριο). Σκηνοθεσία: Joe Wright. Μουσική και μουσική επένδυση: Dario Marianelli. Πρωταγωνιστούν: Keira Knightley, James McAvoy, Brenda Blethyn, Harriet Walter, Saoirse Ronan, Vanessa Redgrave.

Το φιλμ με αφορμή το ανεκπλήρωτο πάθος δύο νέων ανθρώπων πραγματεύεται τα αιώνια προβλήματα του έρωτα και της προδοσίας, της οργής και της εκδίκησης, της απώλειας, της ζηλοτυπίας, του φθόνου που συνοδεύεται από κακεντρέχεια, ραδιουργία και εκδικητική μανία. Κυρίως όμως αναφέρεται στην ουσιαστική μεταμέλεια, την κάθαρση, την εξιλέωση και την ουτοπική δυνατότητα αναίρεσης των σφαλμάτων. Αποτελεί μεταφορά στον κινηματογράφο του αριστουργηματικού ομότιτλου βιβλίου του πολυβραβευμένου Άγγλου συγγραφέα Ian McEwan (εκδόσεις Νεφέλη, 2008).

Χρονικά η ιστορία διαδραματίζεται στην Βρετανία λίγο πριν και κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το καυτό καλοκαίρι του 1935 η Σεσίλια, η μεγαλύτερη κόρη μιας αριστοκρατικής οικογένειας και ο Ρόμπι, γιος της οικονόμου και του κηπουρού τους, απελευθερώνουν τα αισθήματά τους και είναι έτοιμοι να ζήσουν το πάθος τους. Όμως η μοίρα, με τη μορφή της Μπριόνι της 13χρονης αδελφής της Σεσίλια, έχει άλλα σχέδια. Η μικρή, που τρέφει επίσης ένα εφηβικό έρωτα για τον αγαπημένο της αδελφής της, παρακολουθεί από κοντά και παρερμηνεύει τις περιπτύξεις των δύο ερωτευμένων. Μπερδεύοντας το ερωτικό πάθος με την βία, βρίσκει σε μια σειρά τυχαία γεγονότα την ευκαιρία να κατηγορήσει άδικα τον Ρόμπι για αποτρόπαιες ενέργειες, που αυτός δεν διέπραξε ποτέ, προκαλώντας ένα γαϊτανάκι καταστροφικών εξελίξεων. Η πειστικότητα της είναι τόσο μεγάλη- άλλωστε δεν διατάζει να ψευδομαρτυρήσει- που κανείς, εκτός από το ερωτευμένο ζευγάρι δεν αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της. Η αστυνομία επεμβαίνει, ο αθώος νεαρός συλλαμβάνεται, κρίνεται ένοχος και φυλακίζεται. Η οικογένεια του ισοπεδώνεται. Ο έρωτας του ζευγαριού σταματά πριν ανθίσει και οι ζωές τους καθορίζονται στο εξής από το ανεκπλήρωτο πάθος, τον πόνο της απώλειας και τις προσπάθειες να την διαχειριστούν.

Όταν ξεσπά ο πόλεμος, ο Ρόμπι κατατάσσεται στο στρατό και υπηρετεί στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Η Σεσίλια αφήνει τις σπουδές της και ανταλλάσσει τα προνόμια της αριστοκρατίας με τη δύσκολη ζωή της εθελόντριας νοσοκόμας. Και οι δυο ζουν με την προσμονή της επανασύνδεσής τους, αλλά σταδιακά οι ελπίδες τους εξανεμίζονται. Από την άλλη η Μπριόνι ώριμη πια και γεμάτη τύψεις εκλιπαρεί για συγχώρεση, χωρίς να είναι σίγουρο αν η εξασφάλισή της, θα της προσφέρει την ποθητή εξιλέωση ή θα εξακολουθήσει να μεταφέρει το βάρος της εκδικητικής της μανίας σε όλη τη ζωή της.

Τα κίνητρα της μικρής δεν αποκαλύπτονται ποτέ πλήρως. Οι θεατές αντιλαμβάνονται σοκαρισμένοι την παντελή έλλειψη αθωότητας, την ωμή εκδικητικότητα και την υπερβολική ζηλοφθονία που καθορίζουν τον ψυχισμό της έφηβης. Η διαπίστωση ότι οι ενέργειες της έχουν προκληθεί από ένα συνδυασμό παραγόντων όπως η γνωστή σε όλη την οικογένεια αντιπαλότητα προς την μεγαλύτερη αδελφή της, η αχαλίνωτη φαντασία που αργότερα θα την αναδείξει σε επιτυχημένη συγγραφέα και η ζηλοτυπία, απλά επιβεβαιώνουν αυτό που λέγεται συχνά: τα παιδιά είναι ενίοτε σκληρά, σχεδόν βάρβαρα και προς τους συνομηλίκους τους και προς τους μεγάλους.

Επιπλέον, αν και είναι εμφανές ότι οι ενέργειες της κατέστρεψαν ανεπίστρεπτα και την δική της ζωή, δεν πείθονται για την ειλικρίνεια της Μπριόνι στην αναζήτηση άφεσης αμαρτιών καθώς δείχνει ότι αντιλαμβάνεται την ενοχή της, αλλά αδυνατεί να κατανοήσει το μέγεθος του κακού που προκάλεσε.

Η ταινία είναι ένα κομψοτέχνημα, χάρμα οφθαλμών και πανδαισία αισθημάτων. Αναπαριστά έξοχα το κλίμα της εποχής του μεσοπολέμου. Ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος λειτουργούν με απόλυτο σεβασμό ως προ το πρωτότυπο λογοτεχνικό έργο. Είναι, κατά γενική ομολογία μάλιστα, από τις λίγες περιπτώσεις που ο γραπτός λόγος μεταφέρεται ισορροπημένα στην μεγάλη οθόνη. Στα θετικά του σεναρίου η εμπνευσμένη επιλογή να δίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις ξεχωριστά η εκδοχή της Μπριόνι για τα γεγονότα και ξεχωριστά αυτή των δυο εραστών. Η χρήση της παράλληλης αφήγησης δεν μπερδεύει τον θεατή, αντίθετα τον βοηθά να κατανοήσει ότι σε κάθε ιστορία υπάρχουν περισσότερες από μία αλήθειες. Ή καλύτερα υπάρχουν τόσες αλήθειες όσοι και οι εμπλεκόμενοι.

Το φιλμ διαθέτει εξαιρετική φωτογραφία, καταπληκτική μουσική επένδυση και εμπνευσμένες ερμηνείες από ηθοποιούς που συγκαταλέγονται στους καλύτερους κινηματογραφικούς και θεατρικούς του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Keira Knightley και ο James McAvoy στους ρόλους του ερωτευμένου ζευγαριού, η Brenda Blethyn σε αυτόν της μητέρας του Ρόμπι, οι Harriet Walter, Saoirse Ronan και Vanessa Redgrave στο ρόλο της έφηβης, ενήλικης και υπερήλικης, αντίστοιχα, Μπριόνι, πετυχαίνουν να αποδώσουν την ένταση και το πάθος των ηρώων που υποδύονται. Αλλά είναι ο συγκλονιστικός επίλογος που γράφεται με την περίπου 10λεπτη (και μόνον) ερμηνεία της Vanessa Redgrave που κάνει την ταινία ξεχωριστή και αξέχαστη. Είναι σε αυτό το σημείο, που η Μπριόνι, δια στόματος της εκπληκτικής ηθοποιού πείθει, ότι συνειδητοποιεί τις τρομερές του επιπτώσεις του ολέθριου σφάλματος της.

Η «Εξιλέωση» αποτελεί μία από τις καλύτερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών. Δικαίως κέρδισε Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ταινίας και 49 ακόμα βραβεία, ενώ είχε συνολικά 147 υποψηφιότητες.


Οι χειμερινές κινηματογραφικές προβολές - εκδηλώσεις του «Cine-Δράση» πραγματοποιούνται κάθε Τετάρτη στις 8.15 το βράδυ στην αίθουσα "Ν. Εγγονόπουλος" του πάρκου "Μ. Θεοδωράκης" (ΤΥΠΕΤ), Π. Μπακογιάννη 38-42, Βριλήσσια.

Η ταινία «Πατέρας και γιος» είναι μία τρυφερή, συγκινητική και πρωτότυπη ιστορία, σχετικά με οικουμενικά φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά ερωτήματα «γονιός γεννιέσαι ή γίνεσαι;» «παιδί σου είναι αυτό που γεννάς ή αυτό που ανατρέφεις;». Αφορμή για την ανάπτυξη της πλοκής είναι η ιστορία δύο οικογενειών στην Ιαπωνία οι οποίες ενημερώνονται 6 χρόνια μετά την ταυτόχρονη και στο ίδιο μαιευτήριο γέννηση των παιδιών τους, ότι από ένα «σκόπιμο» λάθος μιας νοσηλεύτριας, που επέλεξε αυτόν τον τρόπο για να εκδικηθεί την διοίκηση του ιδρύματος για μια αδικία σε βάρος της, έγινε ανταλλαγή των παιδιών τους και όλο αυτό το διάστημα μεγαλώνει η καθεμία το βιολογικό παιδί της άλλης.

Ο Ριότα, ένας εύπορος, άκαμπτος και φιλόδοξος γιαπωνέζος γιάπης, ζει μια τέλεια, ατσαλάκωτη και αποστειρωμένη ζωή με τη γυναίκα του και τον 6χρονο «γιο» του. Ό,τι έχει το κέρδισε με σκληρή δουλειά, είναι σίγουρος για τις επιλογές και τις προτεραιότητες του και έχει διαμορφώσει την πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην ανοδική πορεία του στην επαγγελματική και οικογενειακή ζωή. Είναι αυστηρός και απαιτητικός με τη γυναίκα του και το παιδί, του προσφέρει τα καλύτερα από σχολεία έως εξωσχολικές δραστηριότητες ώστε να του εξασφαλίσει ένα λαμπρό μέλλον, αντίστοιχο με το δικό του. Το παιδί μεγαλώνει με αγγλικά, πιάνο, καλούς τρόπους και κάποια ψέματα όταν το απαιτούν περιστάσεις, όπως για παράδειγμα η εγγραφή σε ένα καλό ιδιωτικό σχολείο. Η εργασιομανία του και η πίστη ότι η τρυφερότητα προκαλεί στους αποδέκτες της, ιδίως τα παιδιά, μαλθακότητα έχουν σαν αποτέλεσμα ελάχιστη παρουσία στο σπίτι και ψυχική απόσταση από το παιδί. Στον αντίποδα ο πατέρας της μικροαστικής οικογένειας στην οποία μεγαλώνει ο πραγματικός του γιος δεν είναι τόσο πετυχημένος, ούτε τόσο καλλιεργημένος όσο ο Ριότα. Βέβαια εξασφαλίζει τα απαραίτητα σε όλη του την οικογένεια και το σπουδαιότερο βρίσκει χρόνο για κοινές δραστηριότητες με τα παιδιά (έχει άλλα δύο μικρότερα) και την γυναίκα του, είναι μαζί τους χαλαρός, αστείος, τρυφερός, δοτικός. Χωρίς κόμπλεξ και με απλότητα βρίσκει χρόνο να πετάνε μαζί χαρταετό ή να κάνουν όλοι μπάνιο στην μικροσκοπική μπανιέρα.

Με πρωτοβουλία της διοίκησης του νοσοκομείου, που είναι διατεθειμένη να επωμιστεί το οικονομικό κόστος, οι δύο οικογένειες γνωρίζονται και αρχίζουν να περνούν χρόνο μαζί, ώστε από κοινού και σε εύλογο χρονικό διάστημα, να διευθετήσουν το πρόβλημα με τα λιγότερα ψυχικά τραύματα. Παράλληλα ξεκινούν οι νομικές διαδικασίες και η ψυχολογική υποστήριξη για την ανταλλαγή. Τα παιδιά αρχίζουν να περνούν λίγο χρόνο στο σπίτι των πραγματικών γονιών τους. Αλλά οι πρωτόγνωρες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν επηρεάζουν το συναισθηματικό κόσμο όλων.

Οι άντρες διαμορφώνουν μια ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τους, οι γυναίκες γίνονται φίλες και εμπιστεύονται η μία την άλλη. Ο Ριότα ανησυχώντας για τη χαλαρή διαπαιδαγώγηση του γιου του, αμφισβητεί, αρχικά, την ορθότητα της ανταλλαγής και με Σολομώντεια λογική προτείνει να αναλάβει η δική του οικογένεια και τα δυο παιδιά. Στην πορεία αποφασίζει να κρατήσει το παιδί που ανέθρεψε και όχι αυτό που γέννησε, αλλά ούτε και αυτή η λύση θα προχωρήσει όταν διαπιστώσει την αφοσίωση της γυναίκας του στο βιολογικό τους παιδί. Θα την κατηγορήσει, βέβαια, για έλλειψη μητρικού ενστίκτου. Αν το διέθετε, θα έπρεπε κατά τη γνώμη του, αποκλειστικά αυτή, να έχει αντιληφθεί από την αρχή και το τραγικό λάθος. Αλλά στη συνέχεια η συμπεριφορά των ίδιων των παιδιών, η συναναστροφή με τον πατέρα και όλη την άλλη οικογένεια, η διαπίστωση ότι παρά το γεγονός ότι ζουν πιο φτωχικά και χαλαρά, όλα της τα μελή είναι ψυχικά υγιή, χαρούμενα και περισσότερο ευτυχισμένα από αυτά της δικής του, θα ανατρέψουν όλες του τις βεβαιότητες. Για πρώτη φορά στη ζωή του, αυτό το απρόσμενο εμπόδιο, θα τον βγάλει από το αποστειρωμένο κλουβί του και θα τον κάνει να αμφισβητήσει τις αξίες και τις προτεραιότητες του. Κυρίως όμως θα αναρωτηθεί για την ουσία της πατρότητας, το πρότυπο πατέρα που εκπροσωπεί και την βιολογική και ουσιαστική σχέση γονιών και παιδιών.

Όπως λέει ο Hirokazu Kore-eda: «Σε ποιο σημείο, ένας πατέρας γίνεται πραγματικά γονιός; Όταν γεννήθηκε η κόρη μου...η σύζυγος μου μεταμορφώθηκε άμεσα σε μητέρα... Πέντε χρόνια αργότερα, πολύ συχνά ακούω να μου λένε πόσο μου μοιάζει…Συγκρίνοντας τα χαρακτηριστικά των προσώπων μας, διακρίνω όντως τις ομοιότητες, αλλά είναι η πατρότητα στο DNA ή στο χρόνο που περνάμε μαζί; Είναι το αίμα ή ο χρόνος; Κάπως έτσι ξεκίνησε το "Πατέρας και Γιος". Όλα μου τα διλήμματα, οι απορίες, και τα πράγματα που έχω μετανιώσει, είναι η πρώτη φορά που τα δίνω απλόχερα στον πρωταγωνιστή της ταινίας μου. Η ταινία τελείωσε, όσο για τον πρωταγωνιστή κι εμένα, τα ερωτήματα παραμένουν.»

Ο Hirokazu Kore-eda, ένας από τους πλέον χαρισματικούς Ιάπωνες σκηνοθέτες, που εδώ υπογράφει και το σενάριο, παρουσιάζει μια ταινία, που συγκλονίζει τόσο με το θέμα όσο και με τον τρόπο κινηματογράφησης της. Ακολουθώντας την αναζήτηση των συμπατριωτών του για το ρόλο της οικογένειας σε μια κοινωνία που άλλαξε δραματικά μέσα σε λίγες δεκαετίες, προσεγγίζει το θέμα του με ευαισθησία απέναντι στον άνθρωπο, κατανόηση για την αδυναμία του απέναντι στα παιχνίδια της μοίρας και μας δίνει την προσωπική του εκδοχή για τους παράγοντες που διαμορφώνουν την σχέση Πατέρα-Γιου.

Οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών είναι εξαιρετικές, ιδίως των δύο μικρών παιδιών που αποδίδουν τους ρόλους τους με ρεαλισμό και φυσικότητα. To φιλμ έχει κατακτήσει πολλά βραβεία στα Φεστιβάλ όλου του κόσμου με προεξάρχοντα το Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών (2013), Ειδική Μνεία από την Οικουμενική Επιτροπή και Βραβεία Καλύτερου Α΄ και Β΄ γυναικείου ρόλου από την Ιαπωνική Ακαδημία.

Ιαπωνία, 2013. Διάρκεια: 121΄. Σενάριο-Σκηνοθεσία: Hirokazu Kore-eda. Πρωταγωνιστούν: Masaharu Fukuyama, Machiko Ono, Yôko Maki, Rirî Furankî, JunFubuki, Shôgen Hwang, Arata Iura, Kirin Kiki, Jun Kunimura, Megumi Morisaki, Isao Natsuyagi, Keita Ninomiya.


* Οι χειμρινές κινηματογραφικές προβολές του Cine-Δράση πραγματοποιούνται κάθε Τετάρτη στις 8.15 το βράδυ στην αίθουσα "Ν. Εγγονόπουλος" του πάρκου "Μ. Θεοδωράκης" (ΤΥΠΕΤ), Π. Μπακογιάννη 38-42, Βριλήσσια.

Ο επί 20 χρόνια στενός συνεργάτης του Θόδωρου Αγγελόπουλου, την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου στο Cine-Δράση.

Την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016, στις 8.15 το βράδυ (ΤΥΠΕΤ), το Cine-Δράση προβάλει την τελευταία ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Η Σκόνη του Χρόνου», παρουσία του κινηματογραφιστή Αλέξανδρου Λαμπρίδη, επί 20 χρόνια στενού συνεργάτη του μεγάλου σκηνοθέτη, για να συζητήσει με το κοινό.

«Ο Αγγελόπουλος δεν κάνει «σινεμά. Ποίηση δημιουργεί. Αν δεν είχε την κάμερα και κρατούσε πένα, θα ήταν ίσως, ο Σεφέρης. Μόνο αν σταθείς έτσι απέναντι στη δουλειά του μπορείς να της επιτρέψεις να σε αγγίξει. Όλοι μιλάνε για το «υπερ-εγώ» του. Δεν ξέρω. Αυτό που γνωρίζω, είναι πως μια φορά τον συνάντησα τυχαία στο αεροδρόμιο και τον έπιασα διακριτικά από το μπράτσο για να του πω -ως θεατής των ταινιών του ή ως «αναγνώστης» της ποίησης του- ένα «ευχαριστώ». Αντέδρασε σχεδόν σα ντροπαλό παιδί, κοίταξε κάτω και ψέλλισε ένα ξαφνιασμένο «εγώ ευχαριστώ». Ακριβώς όπως θα περίμενε κάποιος από έναν πραγματικό δημιουργό. Σπάνιο είδος στην Ελλάδα των ξιπασμένων φελλών». (Γιώργος Πήττας, σε ένα σχόλιό του στον Πολίτη)


Στο χαμόγελο του Μπρούνο Γκανς (πέφτοντας από το πλωτό ταξί στο ποτάμι του Βερολίνου), νομίζουμε πως συμπυκνώνεται ο πλούτος και η ποικιλία των μηνυμάτων που μας στέλνει η νέα ταινία του Θ. Αγγελόπουλου. Ένα χαμόγελο γεμάτο, αποχαιρετισμός μιας γενιάς που δεν υπέκυψε, μιας γενιάς που μετρούσε το χρόνο με γεγονότα. Εμείς χάσαμε -σαν μας λέει- αλλά παίξαμε το παιχνίδι μέχρι τέλους, εσείς; Ένα χαμόγελο ειρωνικό προς την επόμενη γενιά, που ταλαντευόμενη ανάμεσα στο συλλογικό όνειρο και την ατομική καταξίωση, άφησε το ταξίδι στη μέση και έμεινε να μετρά τα γεγονότα με το χρόνο.

Ο Γιάκομπ (Μπρούνο Γκανς σε μια ερμηνεία που θα μείνει στην ιστορία) τα έχει ζήσει και τα έχει χάσει όλα. Την κοινωνία που ονειρευόταν, τη χώρα του, τους φίλους του και το μεγάλο του έρωτα, την Ελένη. Αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να παλεύει. Ακόμα και τώρα που τα μαλλιά έχουν ασπρίσει και τα δάχτυλα υγραίνονται, συνεχίζει να διεκδικεί την Ελένη, να την προσκαλεί σε χορό στα σκαλιά του μετρό. Κι όταν αυτή καταρρέει, τότε μόνο συνειδητοποιεί πως ήρθε το τέλος, ενώ ο Σπύρος, έχει από καιρό αποδεχτεί παθητικά την απόφαση της ιστορίας «που μας έβαλε στο περιθώριο».

Η Ελένη συλλαμβάνεται στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια του εμφύλιου. Ο μεγάλος της έρωτας, ο Σπύρος (Μελισσοκόμος, Ταξίδι στα Κύθηρα), την αναζητά και την βρίσκει στην Τασκένδη. Είμαστε στο 1953. Εξορίζονται και οι δυο στη Σιβηρία, από όπου φεύγουν μετά το θάνατο του Στάλιν. Δυο πλάνα σεκάνς, αυτό της ανακοίνωσης του θανάτου του Στάλιν και αυτό στο βαγόνι (που αιτιολογεί συμβολικά την εξορία), δίνουν αριστουργηματικά το κλίμα της εποχής.

Το ταξίδι συνεχίζεται, οι τόποι εναλλάσσονται, ο χρόνος γυρνά πίσω, όχι όμως με φλας μπακ, ο χώρος και ο χρόνος συμπλέκονται, διαστέλλονται και συστέλλονται, ο χρόνος γίνεται ο τόπος της ιστορίας, οι εποχές και οι γενιές συνομιλούν άμεσα, χωρίς διαμεσολαβήσεις. Φιλανδία, Αυστρία, Ρώμη, Νέα Υόρκη, Τορόντο, Βερολίνο, τα σύνορα έχουν πέσει, παγκοσμιοποίηση.

Ο Νταφόε, γιος της Ελένης και του Σπύρου, γυρίζει ταινία την ιστορία των γονιών του (Ταξίδι στα Κύθηρα). Εκπροσωπώντας την επόμενη γενιά, ψηλαφεί τις ανοιχτές πληγές του παρελθόντος προσπαθώντας να ανιχνεύσει το παρόν (η σκηνή στο πιάνο με την Πιτακή είναι από τις ωραιότερες της ταινίας). Μένοντας άναυδος αλλά και μετέωρος απέναντι στα γεγονότα, αναζητά κι αυτός την Ελένη, την κόρη του, που παραπαίει στο φόντο ενός άγριου καπιταλισμού (πλάνο σεκάνς με τις μοτοσικλέτες). Την Ελένη που προσπαθεί να καταλάβει, αλλά δεν μπορεί, που το βάρος του παρελθόντος (σκηνικό του παιδικού δωματίου) την πλακώνει, αναζητώντας το τέλος στο κατειλημμένο από άστεγους κτίριο. (Ένας από τους άστεγους έρχεται από τη σκηνή του θανάτου του Στάλιν)

Μετά το αρκετά επιτηδευμένο «Λιβάδι που δακρύζει», είναι φανερή η προσπάθεια του σκηνοθέτη να επικοινωνήσει με τον «παλιό» εαυτό του, κρατώντας μεν τον άξονα της νέας τριλογίας, (ατομικό-συλλογικό, έρωτας και επανάσταση, ως υποκείμενα και αντικείμενα της ιστορίας), αλλά αποφεύγοντας επιμελώς τόσο την τεχνική της συναισθηματικής ταύτισης, όσο και την οπτική της «αβάσταχτης ελαφρότητας» των πραγμάτων.

Όπως είναι φανερή και η αγωνία του να ξαναβρεθεί με τους «κάτω», λέγοντας μας με λόγια, πως «κάποιοι βιάστηκαν να μιλήσουν για το τέλος της ιστορίας», αλλά και δείχνοντάς μας μέσα από μια προκάτ μεν, αλλά περίτεχνη σκηνή (αυτή του σκονισμένου παλιού μουσικού οργάνου), πως η ταξική πάλη συνεχίζεται και στο χέρι μας είναι να βγει ξανά στο προσκήνιο της ιστορίας. Αρκεί να διώξουμε τη σκόνη; Θα ρωτήσουμε εμείς.

Όμως είναι και φανερή η αδυναμία του να προσεγγίσει τη νέα εποχή και τη νέα γενιά και να πιάσει τα σύγχρονα υπόγεια ρεύματα (η μορφή της μικρής Ελένης είναι μάλλον απλουστευτική και ξεπερασμένη από τις εξελίξεις).

Κινηματογραφική γλώσσα σταθερή, όπου τα γεγονότα αναγγέλλονται από τους ηθοποιούς και τα μηνύματα αναδείχνονται μέσα από τα πλάνα σεκάνς. Τα αγάλματα (του Σεφέρη;) επαναφέρονται με τα κομμένα κεφάλια (Τοπίο στην ομίχλη, Βλέμμα του Οδυσσέα), μετά την κατάρρευση ίσως θα μπορούσε να προστεθεί κι αυτό του Λένιν (για να συνδιαλέγονται τα αίτια της ήττας;)

Οι νεκροί χρόνοι κυριαρχούν ως σημείο τομής του ανθρωπολογικού και του φιλμικού, όπως και η φωνή οf και το espace of (σκηνή αναγγελίας του γάμου), ενώ στην πορεία μειώνονται τα πανοραμίκ εξωτερικά πλάνα και αυξάνονται τα κοντινότερα εσωτερικά, όπως και ο ρυθμός (η επικράτηση του ατομικού απέναντι στο συλλογικό;).

Ιδανική η φωτογραφία του Α. Σινάνου και επιβλητική η μουσική της Ε. Καραϊνδρου.

Τέλος ο σκηνοθέτης μας αφήνει ένα ανοιχτό παράθυρο με την αναφορά του στην επόμενη ταινία της τριλογίας. Θα ήταν άραγε η «Αιώνια επιστροφή», η ανάκληση και ανάπλαση εικόνων -απόκρυφων πτυχών- της σύγχρονης ανθρώπινης ύπαρξης, πάνω στο έδαφος της νέας κοινωνικής πραγματικότητας και των μεγάλων αντιθέσεων;

Διάρκεια: 125'. Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Αγγελόπουλος. Σενάριο: Θεόδωρος Αγγελόπουλος, Πέτρος Μαρκάρης, Tonino Guerra. Πρωταγωνιστούν: Willem Dafoe, Bruno Ganz, Michel Piccoli, Irène Jakob, Christiane Paul, Tiziana Pfiffner, Reni Pittaki, Kostas Apostolidis, Apostolos Mylonas.


*Kείμενο του Βασίλη Τσιράκη, δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ στις 30 Νοεμβρίου 2008. Τα στοιχεία είναι από το camerastyloonline.wordpress.com



Ο Αλέξανδρος Λαμπρίδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Με ρίζα (γένος Μάκος) στη Σωτήρα της Άνω Δερόπολης, με καταγωγή από το Πολύδροσο Θεσπρωτίας, πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε χωριά της παραμεθόριας Ηπείρου, ακολουθώντας τις μεταθέσεις των εκπαιδευτικών γονέων του.

Σαν μαθητής στο 2ο Λύκειο Αθήνας εκδίδει την σχολική εφημερίδα «Αναζήτηση», σαν φοιτητής στους Μεταλλειολόγους του Ε.Μ.Π. το περιοδικό «Επαφές». Δραστηριοποιείται σε φοιτητικές πολιτιστικές ομάδες και συμμετέχει σε κινηματογραφική ομάδα που γυρίζει σειρά ντοκιμαντέρ σε νεολαιίστικους και εργασιακούς χώρους τα οποία προβάλονται σε πολιτικά, κοινωνικά φεστιβάλ. Μαθητεύει σε Εργαστήρι Θεωρίας και Κριτικής Κινηματογράφου κοντά στον Σωτήρη Δημητρίου και σε Εργαστήρι Σκηνοθεσίας με τον Χρήστο Σιοπαχά. Ακολουθούν σπουδές Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης στις σχολές Χαντζίκου και Σταυράκου από όπου και αποφοιτεί.

Αρθρογραφεί με θέματα κριτικής και κινηματογράφου σε εφημερίδες και περιοδικά ενώ, παράλληλα, ξεκινά τις πρώτες εβδομαδιαίες και, κατόπιν, καθημερινές ραδιοφωνικές εκπομπές, στο ξεκίνημα της μη κρατικής ραδιοφωνίας. Αποχωρώντας από τον 902, θα πρωτοστατήσει στη δημιουργία του εναλλακτικού ραδιοφωνικού σταθμού «Ρωγμή στα FM». Μεταπτυχιακές σπουδές Κινηματογράφου και Οπτικοακουστικών για τρία χρόνια στο Παρίσι (PARIS 1- La Sorbonne), όπου παρακολουθεί και stages τελειοποίησης στη σκηνοθεσία με υποτροφία της Γαλλικής κυβέρνησης, σκηνοθετώντας ντοκιμαντέρ με θέμα τους μουσικούς του δρόμου.

Στη διάρκεια της θητείας του μετατίθεται στην Υπηρεσία Κινηματογραφίας Στρατού και σκηνοθετεί για εννέα μήνες την τηλεοπτική εκπομπή του Υ.ΕΘ.Α. «Με Αρετή και Τόλμη» στην ΕΡΤ καθώς και ιστορικά, ενημερωτικά ντοκιμαντέρ.

Το 1990 ξεκινά η συνεργασία του με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο ως βοηθός σκηνοθέτη και υπεύθυνος του casting – μια συνεργασία που έμελλε να διαρκέσει 22 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το τελευταίο πλάνο του μεγάλου δημιουργού. Συνεργάστηκε μαζί του σε 5 ταινίες («Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού”, «Το Βλέμμα του Οδυσσέα», «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα», «Το Λιβάδι που δακρύζει», «Η Άλλη Θάλασσα»).

Συνεργάστηκε και με άλλους σημαντικούς σκηνοθέτες ενώ ξεκίνησε να σκηνοθετεί ταινίες και ντοκιμαντέρ –ανάμεσά τους το «ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ», ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους με διεθνή διανομή, πολλαπλή τηλεοπτική προβολή και συμμετοχή σε πλήθος φεστιβάλ κι εκδηλώσεων σε όλο τον κόσμο. Σκηνοθετεί, παράλληλα, εκδηλώσεις σε μεγάλους χώρους και θεσμούς – ανάμεσά τους, τακτική, πολυετής συνεργασία με το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας, με τη σκηνοθεσία τελετών και τη διδασκαλία σε κινηματογραφικά σεμινάρια.

Το 1996 πρωτοστατεί στη δημιουργία του Πολυφωνικού Συνόλου «Χαονία» που πήρε το όνομά του από τη χώρα του αρχαιότερου Ηπειρωτικού φύλου που συμπίπτει με το χώρο επιβίωσης της Ηπειρώτικης Πολυφωνίας. Η «Χαονία», στα δεκαέξι χρόνια της διαδρομής της, έχει εμφανιστεί σε εκατοντάδες συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, σε φωνητικά φεστιβάλ στο εξωτερικό, έχει δισκογραφήσει σε Ελλάδα κι εξωτερικό ενώ έχει βραβευθεί για την προσφορά της από την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας.


*Όλες οι χειμερινές κινηματογραφικές προβολές και οι εκδηλώσεις του «Cine-Δράση» πραγματοποιούνται κάθε Τετάρτη στις 8.15 το βράδυ στην αίθουσα "Ν. Εγγονόπουλος" του πάρκου "Μ. Θεοδωράκης" (ΤΥΠΕΤ), Π. Μπακογιάννη 38-42, Βριλήσσια.

Page 3 of 9