Cinema (68)
Για να δείτε όλες τις ταινίες που παίζονται σε όλους τους κινηματογράφους της περιοχής μας κάντε κλικ εδώ (ΠΗΓΗ: ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ):
Σινεμά - αθηνόραμα.gr
"M*A*S*H", η καλύτερη αντιπολεμική σάτιρα όλων των εποχών την Τετάρτη στο ΤΥΠΕΤ.
Γραφει ο/η AdministratorΤετάρτη 21 Σεπτεμβρίου, στις 8:15΄μμ στο ΤΥΠΕΤ από το Σινέ Δράση.
Πριν 50 σχεδόν χρόνια, η ταινία M*A*S*H άλλαξε τον κινηματογράφο, έκανε τον σκηνοθέτη της Robert Altman θρύλο και τους πρωταγωνιστές της Donald Sutherland, Elliot Gould, Tom Skerrit, Sally Kellerman, κ.ά αστέρες. Τα μηνύματά του ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να είναι επίκαιρα και το ίδιο αναγνωρίζεται ως επαναστατικό ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου.
Ο σκηνοθέτης κινήθηκε εκτός της νόρμας της εποχής και άδραξε την ευκαιρία να μιλήσει για την εθνική τραγωδία των ΗΠΑ: τον πόλεμο του Βιετνάμ, που εκείνη την περίοδο ήταν σε πλήρη εξέλιξη, η έκβασή του δεν είχε ακόμα κριθεί, ενώ το κίνημα, ιδιαίτερα της νέας γενιάς εναντίον του, μέσα στην ίδια τη χώρα και σε ολόκληρο τον κόσμο, βρίσκονταν στο ζενίθ του. Δημιούργησε μια ανατρεπτική σατιρική και μαύρη κωμωδία που καταγγέλλει ωμά και ρεαλιστικά τον παραλογισμό του πολέμου. Κάθε πολέμου. Ο σαρκασμός, η ειρωνεία και η διακωμώδηση κυκλοφορεί ευρύτατα στην ταινία, απαξιώνοντας τις μυθολογίες της αμερικάνικης κοινωνίας και αποδιαρθρώνοντας τις αξίες του αμερικάνικου στρατού, διαμορφώνοντας του ένα πορτραίτο απογυμνωμένο από κάθε επικό και ηρωικό στοιχείο.
Το σενάριο επικεντρώνεται στην καθημερινότητα μιας ομάδας χειρουργών που υπηρετούν σε μια Κινητή Ιατρική Μονάδα του Αμερικανικού Στρατού στην πρώτη γραμμή του πολέμου της Κορέας, το 1951. Ο Ντιουκ Φόρεστ και ο Χώκαϊ "Ανοιχτομάτης" Πιρς δυο νεαροί γιατροί μαζί με τον μυστηριώδη χειρουργό θώρακος, Τζον Μακ Ίνταϊρ "Το Καμάκι", μπουχτισμένοι, κουρασμένοι και απελπισμένοι αντιμετωπίζουν καθημερινά την φρίκη και την παράνοια του πολέμου όπως και την ανοησία της στρατιωτικής γραφειοκρατίας. Μέσα στην αίθουσα του χειρουργείου είναι συνέχεια βουτηγμένοι στο αίμα, ακρωτηριάζουν τραυματισμένους στις μάχες στρατιώτες, κλείνουν αιμορραγούσες αρτηρίες. Προσποιούνται τους αδιάφορους και σκληρούς. Έξω από το χειρουργείο αφιερώνουν όλο το δυναμισμό τους στο να παραμείνουν ψυχικά υγιείς. Για να το πετύχουν επιλέγουν ένα διαφορετικό τρόπο αντίληψης και δράσης. Υιοθετούν αντί της αναισθησίας ή του ντοπαρίσματος με ουσίες, το καθαρό χιούμορ, μεταλλάσσουν τη θητεία τους σε μια ανεπανάληπτη, σουρεαλιστική περιπέτεια και αποδεικνύουν ότι ακόμα και μέσα στην κόλαση του πολέμου, υπάρχει χώρος για σάτιρα και χαμόγελο, έστω ειρωνικό.
Είναι σαν να υπάρχει κάτι στον ίδιο τον πόλεμο που τους εμπνέει να οργανώνουν, σαν παιδιά, φάρσες με τις οποίες φτιάχνουν το κέφι ολόκληρου του στρατοπέδου και μαζί του θεατή. Βάζουν μικρόφωνα κάτω από το κρεβάτι της αδελφής προϊστάμενης «Καυτά Χείλη», Μάργκαρετ Χούλιχαν και τα συνδέουν με μεγάφωνα έτσι που όλοι ακούν τις ερωτικές της περιπτύξεις ή στήνουν ενέδρα για να την δουν γυμνή στο ντους. Οι τρεις μαζί βιώνουν μια σειρά από «περίεργα» επεισόδια όπως ένας αγώνας ποδοσφαίρου με μια άλλη στρατιωτική μονάδα, ένα ταξίδι στο Τόκιο για να χειρουργήσουν το γιο ενός γερουσιαστή και να παίξουν γκολφ ή ανακαλύπτουν ότι η αδελφή προϊσταμένη, είναι φυσική ξανθιά. Στην ταινία ο πόλεμος παρουσιάζεται τόσο ρεαλιστικά που κάποιοι κριτικοί σχολίασαν αρνητικά το γεγονός ότι οι στρατιώτες εμφανίζονται βρώμικοι σε σχέση με εκείνους αντίστοιχων ταινιών, για να πάρουν την αποστομωτική απάντηση του σκηνοθέτη ότι οι στρατιώτες στον πόλεμο είναι πάντα βρώμικοι.
Ο Altman, ένας από τους σημαντικότερους αμερικανούς σκηνοθέτες, γύρισε στη διάρκειας μιας μακράς και ξέφρενα δημιουργικής καριέρας μερικές από τις κορυφαίες ταινίες (το Cine Δράση έχει προβάλει την ταινία του «Στιγμιότυπα») και έβαλε την υπογραφή του σε μερικά από τα πιο ασυνήθιστα και τολμηρά σε ύφος και θεματική σχέδια που ξεπήδησαν ποτέ στα χρονικά του μοντέρνου αμερικανικού σινεμά και της παγκόσμιας κινηματογραφίας.
Στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 70, όταν το Χόλυγουντ ακροβατούσε προσπαθώντας, μάταια από όσο αποδείχτηκε στη συνέχεια, να ισορροπήσει ανάμεσα στη δύναμη της ανερχόμενης τηλεόρασης που απειλούσε την μέχρι τότε παντοκρατορία του και την διάχυτη αμφισβήτηση της αμερικάνικης νεολαίας, που διάβρωνε υπόγεια τις εικόνες του, δημιούργησε το M*A*S*H το πρώτο του μεγάλο αριστούργημα και την καλύτερη αντιπολεμική σάτιρα όλων των εποχών με την οποία έγινε γνωστός στους εξεγερμένους της εποχής.
Εργάστηκε πάντα με τους δικούς του όρους εντός και εκτός χολιγουντιανού συστήματος, ύψωσε ανάστημα ενάντια σε ισχυρότατα στούντιο προκειμένου να υπερασπίσει το εκάστοτε όραμά του, ακολούθησε ανεξάρτητες και τυχοδιωκτικές διόδους για να χρηματοδοτήσει τις παράτολμες παραγωγές του. Λέγεται ότι όταν σκηνοθετούσε το φιλμ απήλαυσε μεγάλη καλλιτεχνική ελευθερία και καθόλου λογοκρισία γιατί την ίδια ακριβώς περίοδο η 20th Century Fox ήταν απορροφημένη στην επίβλεψη των πολεμικών υπερπαραγωγών «Πάττον, ο θρύλος της Νορμανδίας» και «Τόρα, Τόρα, Τόρα!» με τις οποίες φιλοδοξούσε να αποσπάσει μεγάλα χρηματικά ποσά και Βραβεία. Πράγματι ο «Πάττον» έκλεψε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας από το M*A*S*H αλλά διαχρονικά το τελευταίο είναι αυτό που επέζησε ενώ τα δύο άλλα ξεχάστηκαν. Οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών αλλά κυρίως των Sutherland και Gould, είναι κορυφαίες και συνέβαλαν ώστε το φιλμ να γίνει μεγάλη εμπορική επιτυχία και να έχει θερμή υποδοχή από κριτικούς και κοινό.
Το M*A*S*H κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών (1970), είχε 5 υποψηφιότητες για Όσκαρ: καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, διασκευασμένου σεναρίου (το κέρδισε), β΄ γυναικείου ρόλου και μοντάζ. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την περιέλαβε (56η) στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών και την κατέταξε 7η στη λίστα με τις καλύτερες κωμωδίες.
ΗΠΑ, 1970. Διάρκεια: 116'. Σκηνοθεσία: Robert Altman. Σενάριο: Robert Altman –Ring Lardner Jr, από το βιβλίο «MASH: A Novel About Three Army Doctors» του Richard Hooker. Πρωταγωνιστούν: Donald Sutherland, Elliot Gould, Tom Skerrit, Sally Kellerman, Robert Duvall.
"Το απαγορευμένο ποδήλατο" από το Cine - Δράση την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου στις 8:15 μμ στο ΤΥΠΕΤ.
Γραφει ο/η Administrator"Το Απαγορευμένο Ποδήλατο" (Wadjda) από το Cine - Δράση
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου, 8:15μμ: Επιστροφή στην αίθουσα ΤΥΠΕΤ, ακολουθούμε ωράριο χειμερινών προβολών.
Η πρώτη ταινία που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, μια χώρα όπου εδώ και τριάντα χρόνια απαγορεύεται η λειτουργία κινηματογραφικών αιθουσών. Σκηνοθετήθηκε δε από γυναίκα, η οποία, σε κάποιες υπέρ-συντηρητικές περιοχές έδινε εντολές με walkie-talkie για να μην προκαλέσει τους άντρες και τιμωρηθεί. Η τόλμη της δημιουργού να πραγματοποιήσει γυρίσματα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες προσδίδει ήδη στο φιλμ μια μεγάλη αξία. Αλλά οι αρετές του δεν περιορίζονται σε αυτό.
Όπως αποδεικνύουν οι πολλές διεθνείς διακρίσεις του και η ανταπόκριση του κοινού στις αίθουσες που προβλήθηκε, πρόκειται για ένα φιλμ που παρουσιάζει με διεισδυτικό τρόπο ένα ακριβές πορτρέτο της κατάστασης των γυναικών στο Βασίλειο και αναδεικνύει την ανάγκη θεσμικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων τους σε μια αυστηρή και απόλυτα ανδροκρατούμενη κοινωνία. Η ταινία ασκεί κριτική σε ακραίες και ανυπόφορες ιδεολογίες, λειτουργεί σε πολλά επίπεδα και αναδεικνύει με πείσμα, ευαισθησία, συγκίνηση και χιούμορ περίπλοκα θέματα όπως η ατομική ελευθερία, η ανοχή στο διαφορετικό, η ελπίδα και η επιμονή με τα οποία μπορούν να συνδεθούν όλοι οι πολιτισμοί του κόσμου.
Η Σαουδική Αραβία είναι μία χώρα, που όπως όλες οι θεοκρατούμενες (όποιος και να είναι ο θεός τους), κυριαρχείται από κουλτούρα σεξισμού, νοσηρού πουριτανισμού, τυπολατρίας, ψεύτικου σεβασμού και υποκρισίας. Υπάρχει πάντα η απαίτηση οι γυναίκες, που στερούνται ακόμα και το δικαίωμα ψήφου, να συμπεριφέρονται σύμφωνα με το δόγμα: «η φωνή της γυναίκας δεν πρέπει να ακούγεται γιατί αυτό είναι που την εξευτελίζει». Βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, οι γυναίκες έχουν παγκοσμίως περιορισμούς που τις εμποδίζουν να είναι ο εαυτός τους. Αν η συμπεριφορά τους αποκλίνει από τη νόρμα θεωρούνται αμφιλεγόμενες. Σε ένα οπισθοδρομικό μέρος όπως το Βασίλειο στιγματίζονται και τιμωρούνται αυστηρά. Οι άντρες, πατέρες κοριτσιών ενθαρρύνονται νομικά και κοινωνικά στην πολυγαμία ώσπου να βρουν την κατάλληλη νύφη που μαζί της θα αποκτήσουν αγόρι και θα διαιωνίσουν το όνομά τους.
Μία μαθήτρια της έκτης δημοτικού, για παράδειγμα, υποχρεώνεται να παντρευτεί έναν κανονισμένο από τα πριν, άγνωστό της γαμπρό, που μπορεί να είναι οποιασδήποτε ηλικίας αλλά δεν μπορεί να δείξει στις συμμαθήτριες της την τελετή και να «χαρεί» μαζί τους την «ευτυχία» της αφού οι φωτογραφίες όπως και τα λουλούδια είναι απαγορευμένα. Για έναν άντρα θεωρείται φυσικό να παρενοχλήσει στο δρόμο λεκτικά (και αυτό είναι το λιγότερο) μια νεαρή κοπέλα, αλλά το να ανέβει η ίδια σε ένα ποδήλατο αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την αγνότητά της. Εξάλλου η οδήγηση οποιουδήποτε οχήματος, συμπεριλαμβανομένου και του ποδηλάτου, απαγορεύεται για αυτές. Η συνάντηση στο σπίτι δύο συνομηλίκων εφήβων, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού, θεωρείται ραντεβού με «παράνομο» αγαπητικό, είναι ρετσινιά την οποία η αστυνομία καταγράφει στο βιβλίο συμβάντων ως «απόπειρα κλοπής».
Η ταινία βασίζεται σε μια απλή ιστορία. Η Wadjda είναι ένα δεκάχρονο πολυμήχανο καταφερτζίδικο αγοροκόριτσο με μεγάλα όνειρα, πολλές προοπτικές, αστείρευτο κέφι, δυναμικό χαρακτήρα και συνεχώς κινείται στα όρια του επιτρεπτού. Ζει σε ένα προάστιο του Ριάντ, της πρωτεύουσας της Σαουδικής Αραβίας, είναι κόρη δασκάλας και ενός «φευγάτου», σπάνια παρόντα παιχνιδοπώλη με συζυγικά προβλήματα. Για να ξεφεύγει από τους θρησκευτικούς ή κοινωνικούς περιορισμούς και τα σαθρά ήθη των μεγάλων καταφεύγει, όπως κάθε αθώο παιδί, στο ζην επικινδύνως: ακούει παράνομα στο σπίτι ποπ μουσική, ανταλλάσσει καλλυντικά με τις συμμαθήτριες της, πειράζει και κοντράρεται με ένα συνομήλικο φίλο της και άλλες τέτοιες «σατανικές» δραστηριότητες. Κάποια στιγμή ερωτεύεται ένα πράσινο ποδήλατο και αποφασίζει να κάνει τα πάντα για να το αποκτήσει. Στο δρόμο της θα βρει πολλά εμπόδια, με κυριότερα την απαγόρευση και την έλλειψη χρημάτων. Το χρηματικό βραβείο ενός σχολικού διαγωνισμού ανάγνωσης του Κορανίου, ενασχόληση που δεν είναι από τις αγαπημένες της, ίσως θα της επέτρεπε να το αποκτήσει. Θα τα καταφέρει να κατατροπώσει αυτό τον κυκεώνα των απαγορεύσεων και κατ΄ επέκταση αυτή και όλα τα κορίτσια σαν αυτή θα καταφέρουν να ανασχηματίσουν και να επαναπροσδιορίσουν τη χώρα τους;
Στην ταινία εκτός από την Wadjda εμφανίζονται μερικοί πολύ δυνατοί θετικοί και αρνητικοί γυναικείοι χαρακτήρες, όπως η μητέρα της, η διευθύντρια του σχολείου κ.ά. Αν και δείχνει σαν μια ταινία που απευθύνεται στις γυναίκες στην πραγματικότητα μιλάει για τον κάθε μέσο Σαουδάραβα. Οι αντρικοί χαρακτήρες της δεν παρουσιάζονται στερεοτυπικά ως «κακοί», αλλά όλοι άντρες και γυναίκες εμφανίζονται ως συνταξιδιώτες στο πλοίο της ζωής, υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες του συστήματος για οποιαδήποτε πράξη τους και πιεσμένοι αμφότεροι να συμπεριφέρονται και να αντιδρούν με συγκεκριμένο τρόπο.
Η σκηνοθέτης Haifaa Al Mansour έχει σαφείς επιρροές από τον ιρανικό σινεμά και θεωρείται από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του κινηματογράφου στη χώρα της. Εξ αιτίας της προσπάθειάς της έχει ανακινηθεί η ανάγκη να λειτουργήσουν πάλι οι κινηματογραφικές αίθουσες. Το έργο της έχει οπαδούς και αντίπαλους, καθώς τροφοδοτεί συζητήσεις για θέματα ταμπού και ανακινεί την υποχρέωση των Σαουδαράβων να αναθεωρήσουν τις παραδόσεις και την καταπιεστική τους κουλτούρα. Μέσα από τις ταινίες της και τη δουλειά της στην τηλεόραση και τα έντυπα, δίνει βήμα για να ακουστούν η φωνή βουβών και αποκομμένων από τη ζωή γυναικών.
Η δωδεκάχρονη πρωταγωνίστρια, Waad Mohammed, κάνει εδώ το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, δίνει μια εξαιρετική, σχεδόν καθηλωτική, ερμηνεία και λειτουργεί σαν alter ego της σκηνοθέτριας και όλων αυτών που, ανεξαρτήτως κουλτούρας, επιθυμούν κάτι διαφορετικό, δεν συμβιβάζονται με την κρατούσα κατάσταση και επιδιώκουν την ανατροπή της.
Η ταινία κατέκτησε 22 βραβεία σε διοργανώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο και είχε επιπλέον 32 υποψηφιότητες.
Σαουδική Αραβία 2012. Διάρκεια: 98'. Σκηνοθεσία- Σενάριο: Haifaa Al Mansour. Πρωταγωνιστούν: Reem Abdullah, Waad Mohammed, Abdullrahman Al Gohani, Ahd, Sultan Al Assaf.
* Πάρκο "Μ. Θεοδωράκης", Αίθουσα "Ν. Εγγονόπουλου" (ΤΥΠΕΤ), Υμηττού 57, Βριλήσσια.
"Ο Τρίτος Άνθρωπος". Η καλύτερη Αγγλική ταινία του 20ου αιώνα από το Cine - Δράση.
Γραφει ο/η AdministratorΤετάρτη 7 Σεπτεμβρίου, 9.00 το βράδυ, στο 2ο Γυμνάσιο Βριλησσίων (Ταϋγέτου και Ξάνθης) η τελευταία καλοκαιρινή προβολή.
Με μια μαγική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας, τον "Τρίτο Άνθρωπο" του Carol Reed, που θα προβληθεί την Τετάρτη 7/9, κλείνει ο κύκλος των καλοκαιρινών προβολών του Cine-Δράση στο 2o Γυμνάσιο. Από την Τετάρτη 14/9 το Cine-Δράση επιστρέφει πάλι στο ΤΥΠΕΤ (Π. Μπακογιάννη 38-42) και συνεχίζει μ' ένα πλούσιο πρόγραμμα προβολών και άλλων δραστηριοτήτων για όλο τον προσεχή χειμώνα.
Για τον «Τρίτο άνθρωπο» έχουν γραφτεί πολλά από κριτικές, σχόλια, άρθρα, διδακτορικές διατριβές μέχρι ολόκληρα βιβλία. Ένας από τους μεγαλύτερους κριτικούς του κινηματογράφου ο Roger Ebert, που έφυγε από τη ζωή πρόσφατα, σημείωνε: «Από όλες τις ταινίες που έχω δει, αυτή ενσαρκώνει τη μαγεία του να πηγαίνεις σινεμά».
Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία, ανάμεσά τους το Μεγάλο Ειδικό Βραβείο Φεστιβάλ Καννών (1949), Βραβείο καλύτερης Φωτογραφίας της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (1951), Βραβείο BAFTA καλύτερης βρετανικής ταινίας (1950). Θεωρείται η καλύτερη Αγγλική ταινία του 20ου αιώνα (British Film Institute) και ψηφίστηκε ως μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Και δικαίως αφού αποτελεί μια μαγική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας, ένα γρήγορο, απολαυστικό θρίλερ εντυπωσιακού κινηματογραφικού στυλ, με συνεχείς ανατροπές στη δράση και στους χαρακτήρες των ηρώων που δεν αφήνουν το θεατή να πάρει ανάσα από την αρχή μέχρι το τέλος της και ίσως και μετά από αυτό. Σήμερα, σχεδόν 70 χρόνια από την δημιουργία της εξακολουθεί να παραμένει εντελώς μοντέρνα και σύγχρονη από κάθε άποψη.
Από όλα όσα διαβάσαμε για το φιλμ η κριτική του Λουκά Κατσίκα: Carol Reed «Εκδόσεις του φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης» μας φάνηκε η πλέον αντιπροσωπευτική και σας την παραθέτουμε: «Πίσω από το εξαιρετικό σενάριο του Graham Greene, την απ’ όλες τις όψεις μοντέρνα σκηνοθεσία του Carol Reed, την ανορθόδοξη μουσική υπόκρουση του Anton Karas, τις υπέροχες φωτοσκιάσεις του Robert Krasker και την μυθική ολιγόλεπτη εμφάνιση του Orson Welles, το πιο επιδραστικό νουάρ στην ιστορία ολόκληρου του αγγλικού σινεμά εξακολουθεί να παραμένει στην καρδιά ένα περίτεχνο δράμα για μια χούφτα ανθρώπους και τα ίχνη που αφήνουν σε μια κατεστραμμένη από τον πόλεμο τοποθεσία της Ευρώπης.
Ο τρίτος άνθρωπος είναι η ιστορία του Χάρι Λάιμ, ενός αμοραλιστή ήρωα που διάλεξε να πουλήσει την ψυχή στο διάβολο και αμέσως μετά σκηνοθέτησε περίτεχνα την εξαφάνισή του. Έγινε και αυτός σκιά σε μια ασπρόμαυρη και σκυθρωπή πόλη. Είναι επίσης η ιστορία του Χόλι Μάρτινς, ενός αφελούς αμερικανού συγγραφέα που μέχρι τότε γνώριζε τις έννοιες του καλού και του κακού μόνο μέσα από τις απλουστευμένες εκδοχές που τους έδινε η λαϊκή πένα των συγγραμμάτων του, για να έρθει η στιγμή να τις αντικρίσει πρώτη φορά κατά πρόσωπο. Είναι τέλος η ιστορία μιας γυναίκας που ζει με πλαστή ταυτότητα και με τη νωπή ακόμα ανάμνηση μιας χαμένης αγάπης. Ενός κυνικού, πραγματιστή στρατιωτικού, ο οποίος θέτει ως καθήκον του να εξαρθρώσει τη δολοφονική δράση του Λάιμ. Και μιας ολόκληρης γωνιάς στην Ευρώπη που επιχειρεί να ορθοποδήσει μέσα από τα ερείπια και τις ανοιχτές ακόμη πληγές που της άφησε ο πόλεμος.
Στην πιο διάσημη από τις τρεις συνολικά συνεργασίες τους, ο συγγραφέας Graham Greene και ο σκηνοθέτης Carol Reed τοποθετούν τις αλληλοσυμπληρούμενες αυτές ιστορίες στο μέσο μιας επιβλητικής, μπαρόκ Βιέννης η οποία δεσπόζει στο φιλμ ως ρεαλιστικό σκηνικό αλλά και ως σύμβολο. Από τη μια πλευρά είναι η ρημαγμένη μητρόπολη που μαστίζεται καθημερινά από τη μαύρη αγορά, την παρανομία, την καταπιεστική αστυνόμευση, την πλήρη ψυχολογική κατάπτωση των κατοίκων της. Από την άλλη στέκει ως η ιδανικότερη αντανάκλαση ενός χαοτικού μεταπολεμικού κόσμου, ο οποίος τελεί κάτω από τον άγραφο νόμο της επιβίωσης, σε βάρος κάθε ηθικής αξίας.
Γέννημα θρέμμα αυτού του αδυσώπητου κόσμου είναι ασφαλώς ο Χάρι Λάιμ. Ο σκηνοθέτης επιλέγει, και σοφά, να τον κρατήσει εκτός κάδρου για το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ. Με έναν ευρηματικό, εντούτοις, τρόπο κατορθώνει και τον διατηρεί συνεχώς παρόντα στη δράση, μέσω της αναζήτησης που αποπειράται ο φίλος του Χόλι, γι’ αυτόν. Μέσα από το γεγονός του αιφνίδιου και παντελώς μυστηριώδους θανάτου του. Μέσα από τις αφηγήσεις μιας πλειάδας οικείων του ανθρώπων, οι οποίες όμως καταλήγουν να είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Μέσα από αυτά τα θραύσματα χαρακτηρολογίας ο Χάρι Λάιμ προκύπτει ως ένα γιγάντιο αίνιγμα, ένα συνεχές διφορούμενο για τον ερευνητή-ήρωα και για τον ίδιο τον θεατή. Υπήρξε πραγματικά ο εμπνευστής και εκτελεστής μιας μαζικής επιχείρησης νοθευμένων φαρμάκων, που είχε ως αποτέλεσμα μια ολόκληρη σειρά από ανθρώπινες απώλειες; Ή μήπως στάθηκε εξιλαστήριο θύμα για την αστυνομία και τον υπόκοσμο; Ο χαμός του ήταν όντως ατύχημα; Ή μήπως επρόκειτο για δολοφονία; Ο θάνατός του συνέβη πραγματικά; Ή μήπως αποτέλεσε μια έξοχα σκηνοθετημένη κίνηση;
Μυθολογώντας, για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, τον μεγάλο, αμφιλεγόμενο απόντα της πλοκής, ο Reed τραβά στη συνέχεια την κουρτίνα και σαν γνήσιος θαυματοποιός λύνει αιφνίδια τα μάγια της εξαφάνισής του. Μία ώρα ακριβώς μετά το ξεκίνημα της ταινίας ο Χάρι Λάιμ επιστρέφει άξαφνα από τον κόσμο των νεκρών όπου υποτίθεται πως είχε μετοικήσει. Ξεπροβάλει κυριολεκτικά μέσα από το σκοτάδι, για να χαθεί δευτερόλεπτα μετά πάλι μέσα του. Σαν να βρίσκει σε αυτό το ασφαλές καταφύγιό του. Το μόνο που μένει στον θεατή από τη φευγαλέα του εμφάνιση είναι ένα ζευγάρι διαβολικά έξυπνα μάτια και ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Λίγη ώρα αργότερα ο Λάιμ θα επιστρέψει ξανά για να συναντήσει τον παλιό του γνώριμο Χόλι και να του συνοψίσει ολόκληρη την παγερή κοσμοθεωρία του σε έναν μονόλογο που έμελλε να μείνει κλασικός (και ο οποίος φημολογείται ότι γράφτηκε από το χέρι του ίδιου του Welles που υποδύθηκε τον ρόλο).
Ερμηνευμένος με έναν ραδιούργο συνδυασμό γοητείας και κινδύνου από τον Orson Welles, ο Χάρι Λάιμ αποτελεί μια σαγηνευτική περίπτωση κακού. Γύρω από τον εντυπωσιακό αυτό χαρακτήρα που αποτελεί κινητήριο άξονα της δράσης, οι ήρωες του φιλμ συναντιούνται και χωρίζουν, κυνηγούν και κυνηγιούνται διανύοντας τις ίδιες κυκλικές, επαναληπτικές τροχιές που θα τους φέρουν μοιραία όλο και πιο κοντά στον προορισμό τους, την υποχρέωσή να διαλέξουν για τον εαυτό τους ένα σαφές ηθικό στρατόπεδο ανάμεσα στο Καλό και το Κακό. Να επιλέξουν την επαγρύπνηση ή τον εφησυχασμό. Την αντίσταση ή τη συνενοχή. Σε μια πραγματικότητα, όμως, όπου τα όρια ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την ανομία, το σωστό και το άδικο μοιάζουν πλέον δυσδιάκριτα και συχνά διφορούμενα, το να ταχθείς με σαφήνεια σε ένα από τα δύο θεμελιώδη αυτά άκρα ίσως να είναι και η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση.
Κάπου εδώ όμως βρίσκεται και το ουσιαστικό βάρος της ταινίας, το ζήτημα της ηθικής και η δυσκολία των ανθρώπων να αντεπεξέλθουν στα καλέσματα και τα αμέτρητα διλήμματά της, έτσι όπως αντανακλάται στις πράξεις και σφραγίζει τις επιλογές των πάντων μέσα στο φιλμ. Ο Reed διογκώνει το αίσθημα ανασφάλειας και αποπροσανατολισμού και διακρίνει τους ήρωες του, βάζοντάς τους να κινηθούν στους λαβυρίνθους ενός αστικού σκηνικού που αποπνέει μόνο αναρχία. Όλοι τους μοιάζουν κατατρεγμένοι από τις ίδιες σκιές που μεγεθύνονται τη νύχτα στους τοίχους, γλιστρούν από τις γωνίες της πόλης, παραμονεύουν σε κάθε στενό της ετοιμόρροπης αρχιτεκτονικής. Με τη βοήθεια της εντυπωσιακής εξπρεσιονιστικής φωτογραφίας, ο σκηνοθέτης συλλαμβάνει αυτούσια την υποβλητική συμφωνία του φωτός με το σκοτάδι, την ασταθή και κλειστοφοβική γεωμετρία της δαιδαλώδους Βιέννης, την αίσθηση της αβεβαιότητας, του αφιλόξενου και του απρόβλεπτου που αναδύεται από τα χαλάσματά της. Ο τρίτος άνθρωπος διαλέγει να χαθεί μέσα σε αυτό το ντεκόρ. Περιπλανιέται από την αρχή μέχρι το τέλος σε έναν κατ’ επίφασιν πολιτισμένο κόσμο όπου κάθε βήμα ισοδυναμεί συχνά με έναν μικρό ηθικό θάνατο».
Διάρκεια: 104’. Σκηνοθέτης: Carol Reed. Σενάριο: Graham Greene, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημά του. Φωτογραφία: Robert Krasker. Μουσική: Anton Karas. Πρωταγωνιστούν: Joseph Cotton, Orson Welles, Alida Valli, Trevor Howard, Bernard Lee, Ernst Deutsch.
«Τελευταία έξοδος - Ρίτα Χέιγουορθ» από το Cine - Δράση!
Γραφει ο/η AdministratorΤετάρτη 10 Αυγούστου, 9:00 το βράδυ, στο 2ο Γυμνάσιο Βριλησσίων (Ταϋγέτου & Ξάνθης).
«Όποια κι αν είναι η φυλακή σου, υπάρχει πάντα ελευθερία μέσα σου». Το 1947, ο Άντι Ντυφρένς, ένας νεαρός επιτυχημένος τραπεζίτης, άνθρωπος ήρεμος και χαμηλών τόνων συλλαμβάνεται για το φόνο της γυναίκας του και του εραστή της που βρέθηκαν δολοφονημένοι στο κρεβάτι με τέσσερις σφαίρες ο καθένας. Δικάζεται και παρά το γεγονός ότι δηλώνει στο δικαστήριο κατηγορηματικά αθώος και όπως αποδεικνύεται αργότερα έτσι και είναι, καταδικάζεται σε δις ισόβια, ποινή, την οποία εκτίει πίσω από τα ψηλά κάγκελα της αποτρόπαιης φυλακής Shawshank.
Όπως διηγείται αργότερα ο φίλος του: «Το πρώτο βράδυ του στη φυλακή του κόστισε ένα πακέτο τσιγάρα. Πολλοί έγκλειστοι τον έβρισκαν ψηλομύτη. Ήταν ήσυχος, περπατούσε και μιλούσε λες και όλα ήταν φυσιολογικά. Έκανε την βόλτα του στην αυλή, όπως ένας άντρας στο πάρκο χωρίς έγνοιες και στενοχώριες, λες και είχε ένα αόρατο παλτό που τον προστάτευε από αυτό το μέρος». Εκεί έρχεται σε επαφή με το σκληρό, απάνθρωπο και διεφθαρμένο σωφρονιστικό σύστημα των ΗΠΑ, την απληστία του διευθυντή, τη βία και την παράνομη συναλλαγή ανάμεσα σε δεσμοφύλακες και κρατούμενους. Υφίσταται μια σειρά παρενοχλήσεις και βίαιες συμπεριφορές από όλους, που στο ήπιο του χαρακτήρα του αναγνωρίζουν ένα πιθανό θύμα. Παρόλα αυτά μένει όρθιος και αξιοπρεπής.
Γνωρίζεται με τον Έλις Ρέντινγκ (Ρεντ) έναν αφροαμερικανό ισοβίτη που δηλώνει και ο «μόνος ένοχος σε όλη τη Shawshank». Ανάμεσα τους ξεκινάει μια σχέση φιλίας και παρά στις αντίξοες συνθήκες και το κλειστοφοβικό περιβάλλον της φυλακής βαθαίνει και χαρακτηρίζεται από ισχυρό αλληλοσεβασμό και υποστήριξη. Με τη βοήθεια Ρεντ θα κερδίσει σταδιακά την εμπιστοσύνη των συγκρατουμένων του και την εύνοια του διευθυντή και των υπόλοιπων σωφρονιστικών υπαλλήλων. Εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του στα οικονομικά και την γενικότερη παιδεία του κρατάει τα λογιστικά βιβλία του διευθυντή Νόρτον και των περισσότερων σωφρονιστικών υπαλλήλων. Τους δίνει συμβουλές για το πώς να κάνουν επικερδείς επενδύσεις των οικονομιών τους. Ξεπλένει τα κέρδη του Νόρτον από κάθε είδους βρώμικη δουλειά όπως η παράνομη και καταχρηστική «αξιοποίηση» των κρατουμένων (για παράδειγμα τους ενοικιάζει σε εργολάβους δημοσίων έργων, προσφέροντας φθηνή εργασία και κερδίζοντας μίζες). Σαν αντάλλαγμα ο Άντι κάνει ό,τι μπορεί για να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης μέσα στη φυλακή. Οργανώνει, ανανεώνει και εμπλουτίζει τη βιβλιοθήκη ανοίγοντας αλληλογραφία με την πολιτεία. Ο εγκλεισμός του στη Shawshank δεν αλλάζει μόνο τον ίδιο, αλλά και τους γύρω του και την ίδια την φυλακή. Με το πέρασμα του χρόνου καθιερώνεται ένα κλίμα αξιοπρέπειας και σεβασμού.
Ο Ρεντ διαθέτει την ικανότητα να βρίσκει διάφορα «περίεργα» πράγματα από τον εκτός φυλακής κόσμο, με τα οποία εφοδιάζει τους έγκλειστους. Ο Άντι του ζητά ένα σφυρί με το οποίο θα συνεχίσει το χόμπι του να δημιουργεί μικρά πιόνια σκακιού από πέτρα. Αργότερα του ζητάει μία αφίσα της Ρίτα Χέηγουορθ και στη συνέχεια μία της Μέριλιν Μονρόε και της Ράκελ Γουέλς, τις οποίες αναρτά σε περίοπτη θέση στον τοίχο του κελιού του χωρίς κανείς να μπορεί να φανταστεί τη σχέση που μπορεί να έχουν αυτές με το διακαή πόθο του για ελευθερία. Στον κύκλο των δύο φίλων ενσωματώνεται ένας άρτι αφιχθείς καταδικασμένος για κλοπές ο οποίος τους πληροφορεί ότι στην φυλακή που ήταν προηγούμενα άκουσε έναν κρατούμενο να κομπάζει ότι είχε διαπράξει τους φόνους για τους οποίους έχει καταδικαστεί ο Άντι. Ενημερώνουν το διευθυντή, ο οποίος φοβούμενος ότι με την αποφυλάκιση του Άντι κινδυνεύουν να αποκαλυφθούν οι απάτες του, όχι μόνον δεν πράττει τα νόμιμα για την απελευθέρωση του, αντίθετα σκληραίνει τη στάση του και τον στέλνει στην απομόνωση.
Μετά την έξοδό του από την απομόνωση ο Άντι αρνείται αρχικά να συνεχίσει το ξέπλυμα χρημάτων, λυγίζει όμως όταν ο Νόρτον τον απειλεί ότι θα κάψει τη βιβλιοθήκη και θα άρει την προστασία του. Εξηγεί στον Ρεντ πως μόνο η ελπίδα για ελευθερία τον κρατά ζωντανό και του εξομολογείται το όνειρο του να ζήσει στο Ζουιτανέχο, ένα χωριό στο Μεξικό, δίπλα στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο Ρεντ ανησυχεί για την ψυχική υγεία του Άντι, ειδικά όταν μαθαίνει ότι προμηθεύτηκε ένα σκοινί μήκους δύο μέτρων από έναν άλλο κρατούμενο. Παρόλα αυτά του υπόσχεται πως αν και όποτε αποφυλακιστεί θα επισκεφτεί ένα συγκεκριμένο χωράφι στο Μπάξτον, για να πάρει ένα πακέτο που είναι θαμμένο εκεί. Το επόμενο πρωί οι δεσμοφύλακες βρίσκουν το κελί του Άντι άδειο. Ο ήρωας μας, 19 χρόνια μετά τον εγκλεισμό έχει βρει το δρόμο για την ελευθερία, έχει δραπετεύσει. Αλλά πώς;
Ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει λιτά και χωρίς καμία τάση υπερβολής το θέμα του, ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στην απλή περιγραφή και την πλήρη σκιαγράφηση των χαρακτήρων αναδεικνύοντας τις υψηλές αξίες της φιλίας, της αξιοπρέπειας της ελπίδας για μια ελεύθερη ζωή που σπάνια θα περίμενε κάποιος να αναπτυχθούν και να επιβιώσουν στις ζοφερές συνθήκες της φυλακής. Το σκηνικό περιβάλλον είναι ρεαλιστικό, ψυχρό, σκοτεινό και μυστηριώδες.
Όλοι οι ηθοποιοί δίνουν υπέροχες, σχεδόν συνταρακτικές ερμηνείες. Ξεχωρίζουν ο Τιμ Ρόμπινς (Άντι) και ο πάντα εκπληκτικός αφροαμερικανός Μόργκαν Φρήμαν (Ρεντ). Όλοι οι συντελεστές συμβάλλουν στη δημιουργία μιας καθηλωτικής, σκοτεινής, γεμάτης αγωνία και δίψα για λύτρωση ταινίας, που μένει στη μνήμη του θεατή για πολύ μετά το εκπληκτικό τέλος της, εξιτάρει την φαντασία και κορυφώνει τη συγκίνηση του σε όλη τη διάρκεια της, τον ψυχαγωγεί αλλά και τον φέρνει αντιμέτωπο με πολλά εσωτερικά ερωτήματα περί ηθικής, δικαίου, αλήθειας, αλληλοκατανόησης και υποστήριξης.
Η ταινία είχε 7 υποψηφιότητες για Όσκαρ. Δεν κέρδισε όμως κανένα, γιατί την ίδια χρονιά σάρωσε ο «Forest Gamp» μια ταινία που πολλοί είδαμε τότε αλλά ελάχιστοι θα θέλαμε να ξαναδούμε και επιπλέον ήταν και παραμένει όνειρο απλησίαστο για έγχρωμο ηθοποιό να πάρει το Όσκαρ (για Α΄ αντρικού ρόλου είχε προταθεί ο Φρήμαν). Έμεινε όμως κλασική εξαιτίας, κυρίως, της τρομακτικής ανταπόκρισης του κοινού. Σύμφωνα με την αξιολόγηση των χρηστών κατέχει σήμερα την πρώτη θέση ανάμεσα στα καλύτερα 250 φιλμ στο IMDb (Internet Movie Dara Base) την μεγαλύτερη και πληρέστερη βάση δεδομένων στο διαδίκτυο για τον κινηματογράφο. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (AFI) έχει συμπεριλάβει το "Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ" στη λίστα «AFI 100 Χρόνια 100 Επευφημίες» όπου καταλαμβάνει την 23η θέση και τη λίστα «AFI 100 Χρόνια 100 Ταινίες», όπου βρίσκεται στην 72η θέση.
ΗΠΑ, 1994. Διάρκεια: 142΄. Σκηνοθεσία: Frank Darabont. Σενάριο: Frank Darabont, βασισμένο στο βιβλίο Stephen King "Rita Hayworth and Shawshank Redemption" (1982). Πρωταγωνιστούν: Tim Robbins, Morgan Freeman, Bob Gunton, William Sadler, Clancy Brown, Gil Belllows, Mark Rolston, James Whitmore.