Κυρ 9 Απρ 2017 07:01:23 μμ

Πνευματική Ζωή και Ορθοδοξία

Πνευματική Ζωή και Ορθοδοξία (55)

1. Η Μεγάλη Πέμπτη σύμφωνα με τον Χριστιανισμό η ιερή μέρα κατά την οποία εορτάζεται ο Μυστικός Δείπνος του Ιησού Χριστού με τους 12 Αποστόλους.

Ο ιερός νιπτήρας

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η ημέρα είναι αφιερωμένη στην ανάμνηση τεσσάρων γεγονότων τα οποία περιγράφονται στα Ευαγγέλια και τα οποία συνέβησαν σύμφωνα με τις ευαγγελικές αναφορές λίγο πριν τη Σταύρωση:

Ο Μυστικός Δείπνος, δηλαδή το δείπνο του Ιησού Χριστού με τους 12 Αποστόλους, όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου (26, 17-30α), του Μάρκου (14, 12-26) και του Λουκά (22, 7-23).
Ο Ιερός Νιπτήρας, δηλαδή το πλύσιμο των ποδιών των 12 Αποστόλων από τον Ιησού Χριστό, όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου (23, 6-12), του Λουκά (22, 24-28) και του Ιωάννη (13, 1-20).
Η Υπερφυής Προσευχή, δηλαδή η προσευχή του Ιησού προς τον Πατέρα του μετά τον Μυστικό Δείπνο και λίγο πριν τη σύλληψή του, όπως περιγράφεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη (17, 1-26) και
Η προδοσία του Ιούδα η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη του Ιησού, όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου (26, 47-56), του Μάρκου (14, 43-50), του Λουκά (22, 47-53) και του Ιωάννη (18, 1-11).

Σύμφωνα με τη διευθέτηση των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας, κατά την οποία ο εσπερινός και ο όρθρος της κάθε ημέρας τελούνται αντιστοίχως το πρωί και το βράδυ της προηγούμενης ημέρας, ο Εσπερινός της Μεγάλης Πέμπτης τελείται το πρωί της Μεγάλης Τετάρτης μαζί με τη Λειτουργία των Προηγιασμένων και ο Όρθρος το εσπέρας της Μεγάλης Τετάρτης, μετά το Ευχέλαιο.

Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης τελείται ο εσπερινός της Μεγάλης Παρασκευής μαζί με τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Οι ιερείς κατά την ετοιμασία της Θείας Κοινωνίας εξάγουν δύο "αμνούς" (το μέρος του άρτου το οποίο μεταβάλλεται σε σώμα Χριστού) και διατηρούν τον ένα αφού τον τεμαχίσουν και τον αποξηράνουν, σε ασφαλές σημείο (μέσα στο αρτοφόριο πάνω στην αγία τράπεζα) για έναν ολόκληρο χρόνο για την κοινωνία των πιστών σε έκτακτες περιπτώσεις.

Το βράδυ τελείται ο όρθρος της Μεγάλης Παρασκευής, στον οποίο αναπαριστάται το Θείο Δράμα της Σταύρωσης και διαβάζονται τα δώδεκα ευαγγέλια που περιγράφουν τα γεγονότα από τη σύλληψη έως και την ταφή του Χριστού.

Πηγή Βικιπαίδεια.

2. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Μεγάλη Πέμπτη εἶναι ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία παραδοσιακὰ ὅλος ὁ Ὀρθόδοξος κόσμος προσέρχεται νὰ μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι σήμερα ἔγινε ἡ παράδοση τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο. Ἐκεῖ ὁ Χριστός, ἐν ὄψει τοῦ Πάσχα τοῦ ἑβραϊκοῦ, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ προηγούμενα (ὄχι στὸ τελευταῖο τελικὸ συμπόσιο τοῦ ἑβραϊκοῦ Πάσχα ποὺ ἔθυαν τὸν ἀμνὸ τὸν ἐνιαύσιο) ἔφαγε μὲ τοὺς μαθητές Του· καὶ ἀφοῦ πῆρε ψωμὶ στὰ χέρια Του, εὐχαρίστησε, τὸ εὐλόγησε, καὶ τοὺς τόδωσε λέγοντάς τους: «Λάβετε, φάγετε, τοῦτο ἔστι τὸ σῶμα μου». Αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου, ποὺ σᾶς δίνω αὐτὴν τὴν στιγμή, τὸ ὁποῖο «κλᾶται», «τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον» (τὸ ρῆμα εἶναι κλάω-κλῶ, ἀπὸ κεῖ ποὺ βγαίνει καὶ ἡ λέξη τῶν μαθηματικῶν: τὰ κλάσματα, ὅπως καὶ ἡ ἀρτοκλασία: ἡ κλάσις τοῦ ἄρτου, κόβουμε τοὺς ἄρτους καὶ τοὺς μοιράζουμε), γιὰ πολλούς, γιὰ ὅσους θέλουν νὰ σωθοῦν. Κατόπιν πῆρε ἕνα ποτήρι κρασί, τὸ εὐλόγησε, εὐχαρίστησε τὸν Οὐράνιο Πατέρα καὶ τὸ πρόσφερε στοὺς μαθητὲς Του λέγοντας: «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο ἔστι τὸ αἷμα μου, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ πολλῶν ἔκχυνομενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Νά! τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας!
Πολλὲς φορὲς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἀναφέρθηκε στὴ Γραφὴ ὅτι Αὐτὸς εἶναι...
«ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς», «ὁ ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ καταβάς». Καὶ πάνω στὸ Σταυρὸ ἔρρευσε τὸ ἅγιο αἷμα Του, τὸ ὁποῖο ἔγινε τὸ «καινὸν πόμα», τὸ καινούριο πιοτό, στὸ ὁποῖο θὰ μᾶς καλέσει ὁ θεσπέσιος ἱερὸς Δαμασκηνὸς τὴ νύκτα τῆς Ἀναστάσεως: «Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου τερατουργούμενον», (ὄχι μὲ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ Μωϋσῆς στὰ παλιὰ τὰ χρόνια, σ’ ἕνα ἄγονο βράχο, κι ἔδωσε νερὸ σύνηθες, φυσικὸ νερὸ νὰ πιοῦνε, ἀλλὰ εἶναι ἄλλου εἴδους πόμα αὐτό, εἶναι τὸ ποτὸ τῆς Ζωῆς, τὸ ὁποῖο ἔρρευσε ἀπὸ τὴν ἄχραντο πλευρὰ καὶ ἀπὸ τὶς πληγὲς στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ).


Ἀπὸ τότε ἡ Εὐχαριστία συνιστᾶ τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ ζήσουμε τὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας, κάνουμε τὴν Λειτουργία. Καὶ ὅπως μαζεύτηκε τὸ σιτάρι σπυρὶ-σπυρὶ ἀπὸ κάθε γωνιὰ τοῦ χωραφιοῦ καὶ ἀλέστηκε κι ἔγινε τὸ ψωμί, ἔτσι μαζευόμαστε καὶ μεῖς ἕνας-ἕνας ἀπὸ κάθε γωνιά, γύρω ἀπὸ τὸν προεστώτα τῆς Εὐχαριστίας, καὶ ἀντιγράφοντας τὴν πρακτική τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν ἐντολή Του: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (αὐτὸ νὰ κάνετε γιὰ νὰ μὲ θυμάστε), «καὶ ὅσες φορὲς θὰ τρῶτε αὐτὸν τὸν ἄρτο καὶ θὰ πίνετε αὐτὸ τὸ κρασί, θὰ καταγγέλλετε καὶ θὰ μαρτυρεῖτε τὴν Ἀνάστασή μου, τὴν ἀλήθεια τῆς Θεότητάς μου», κι ἐμεῖς συναζόμαστε καὶ κάνουμε τὴ Λειτουργία, καὶ ἔτσι συνιστοῦμε τὴν Ἐκκλησία. Καὶ εἴμαστε ὅλοι καλεσμένοι νὰ μετάσχουμε αὐτῆς τῆς ἀθανάτου τραπέζης, ἀλλὰ ὑπὸ προϋποθέσεις. Ὄχι ἀπαράσκευοι, ὄχι ἀκάθαρτοι, ὄχι ἀμετανόητοι ὅπως ὃ Ἰούδας.


Λέει ἕνα πικρὸ λόγο, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀληθινό, ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀνάμεσά σας, λέει, ὑπάρχουν ἕνα σωρὸ ἄρρωστοι καὶ πεθαίνει πολὺς κόσμος. Καὶ αὐτό, γιατί κοινωνεῖτε ἀναξίως», «ἐσθίετε καὶ πίνετε ἀναξίως». Εἶναι πῦρ καταναλίσκον ἡ θεία Κοινωνία. Καὶ ἢ θὰ καταναλώσει τὶς ἁμαρτίες μας, ἐὰν προσερχόμαστε ἐν μετάνοια καὶ τακτοποιημένοι, ἢ θὰ καταναλώσει καὶ θὰ ἀφανίσει ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Χρειάζονται λοιπὸν προϋποθέσεις, καὶ ὄχι νὰ τὴν περνᾶ κανεὶς ὅτι εἶναι ὁ πρωινὸς καφὲς ποὺ πρέπει νὰ πᾶμε νὰ τὸν πιοῦμε, ἐπειδὴ ἔτσι συνηθίζουμε καὶ ἔτσι λέει τὸ πρωτόκολλο τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἢ τὸ ἔθιμο τῆς ἡμέρας καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Τὸν ἄξιο δὲν τὸν κάνει ἡ ἥμερα, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος, ὁποιαδήποτε ἡμέρα ἔχει ἑορτή, ἔχει Πάσχα, ἔχει Χριστούγεννα». Ἐπειδὴ εἶναι ἕτοιμος καὶ κοινωνεῖ ἀξίως.


Ὅσον ἄφορα τὴν προσευχή, τί νὰ πῶ ἐγὼ σὲ σᾶς, οἱ ὁποῖοι εἶσθε οἱ βιοῦντες τὸ μέγα μυστήριο τῆς προσευχῆς; Εἶσθε οἱ καλλιεργητὲς τῆς νοερᾶς καὶ μονολογίστου προσευχῆς. Εἶσθε ἐσεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζεσθε νὰ τηρεῖτε τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Μόνο γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας τοὺς προσκυνητὲς νὰ πῶ, ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδωσε ὑπόδειγμα προσευχῆς, καὶ μάλιστα μὲ αὐτὴ τὴν προσευχὴ τὴν ἐναγώνιο κατὰ τὴν ἀνθρωπινή Του φύση.


Ἡ ἀγωνία ἦταν στὴν ἀνθρωπινὴ φύση Του, γιὰ νὰ μὴν περάσει κανενὸς ἡ ἰδέα, ὅπως ἀργότερα στοὺς μονοφυσίτες, ὅτι ἦταν «κατὰ δόκησιν ἄνθρωπος» καὶ ὄχι τέλειος ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ φάνηκε ἡ ἀγωνία κι ἔσταξε ὁ ἵδρωτας ὡς θρόμβοι αἵματος ἀπὸ τὸ μέτωπό Του. Ἦταν ἡ ἀνθρωπινὴ φύση, ἡ ὁποία βεβαίωνε τὴν ἀλήθεια της ἐκείνη τὴ στιγμή, καὶ ὄχι βεβαίως ἡ θεία φύση, ἡ ὁποία οὐδέποτε εἶχε καμία ἀγωνία, διότι εἶναι ἀπαθὴς ὁ Θεός, καὶ οὐδέποτε εἶχε καμία ἐπιφύλαξη στὸ νὰ πιεῖ τὸ ποτήριο τὸ ὁποῖο ἔδωσε ὁ Πατέρας, τὸ νὰ δεχθεῖ δηλαδὴ τὸ Σταυρό, τὸ Πάθος, τὸ Θάνατο γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀδελφῶν Του, τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου.


Ἀλλὰ μᾶς ἔδωσε ὑπόδειγμα προσευχῆς. Νὰ θυμίσω μόνον ἕνα λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἂν δὲν κάνω λάθος: «μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον» (Εἶναι μεγαλύτερη ἀνάγκη νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ ἐπικαλεῖσαι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ νὰ ἀναπνέεις). Πόση ὥρα μπορεῖ νὰ μείνει κανεὶς χωρὶς νὰ ἀναπνέει; Νὰ κλείσει τὴ μύτη του, νὰ μὴν παίρνει μέσα ὀξυγόνο; Κάποια λεπτὰ ἀντέχει τὸ σῶμα ἀπὸ τὴν λεγομένη ἄδηλη ἀναπνοή, τὸ ὀξυγόνο ποὺ εἰσπράττει μέσα ἀπὸ τοὺς πόρους τοῦ σώματος. Ἀλλὰ πόσο; Μετὰ πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος.


Πόσο θ’ ἀντέξει ὁ ἄνθρωπος, ἡ ψυχή, χωρὶς τὴν προσευχή; Ἔχουμε μεγαλύτερη ἀνάγκη ἀπὸ τὴν προσευχὴ παρὰ ἀπὸ τὸ ὀξυγόνο. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀποκόπηκε ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ σταμάτησε νὰ μνημονεύει τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ εἶναι νεκρός! Αὐτὸς εἶναι γιὰ μνημόσυνα μὲ πλερέζες καὶ γιὰ κλάματα καὶ θρήνους ἄνευ παραμυθίας. Ἡ προσευχὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία δείχνει ὅτι ἡ καρδιὰ ἀπὸ μέσα κτυπᾶ. Ὅτι ὑπάρχει ζωή, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζωντανός.


Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω περισσότερο. Μᾶς τὰ εἶπε τόσο ὡραία ἡ ἀκολουθία. Θὰ μᾶς τὰ πεῖ περισσότερο ἡ μεγάλη ἀκολουθία τῆς ἀγρυπνίας τὸ βράδυ, τῶν Ἀχράντων Παθῶν, στὴν ὁποία ἂς ἔχουμε τεταμένη τὴν προσοχή μας καὶ ἂς ἀφήσουμε ἀνοιχτὰ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ νὰ δουλέψει ἡ Χάρις Του μέσα μᾶς αὐτὲς τὶς ἡμέρες τοῦ Ἀχράντου Πάθους τὴ σωτηρία μας, ὅπως Ἐκεῖνος ξέρει καὶ κατὰ τὸ ποσοστὸ στὸ ὅποιο ἔχουμε ἑτοιμασθεῖ καὶ εἴμαστε δεκτικοὶ ὅλοι μας. Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑπομονή σας.

(Περιοδικὸ «Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος». ἀριθ. 34).

Τι συμβολίζει η Μεγάλη Τετάρτη

Βρισκόμαστε στο μέσον της Μεγάλης Εβδομάδας, την Μεγάλη Τετάρτη που είναι αφιερωμένη στην μετάνοια, την προδοσία ενώ σηματοδοτεί και την αρχή του τέλους για τον Ιησού με τον Μυστικό Δείπνο.

Την σημερινή ημέρα η Εκκλησία είναι ανοιχτή από το πρωί καθώς τελείται ο εσπερινός της Μεγάλης Τετάρτης και η Θεία Λειτουργία. Κατά την διάρκεια της σημερινής ημέρας αναφέρεται η μετάνοια και η μεταστροφή της πόρνης που άλειψε με μύρο τα πόδια του Ιησού, ο Μυστικός Δείπνος, δηλαδή η παράδοση της Θείας Ευχαριστίας, η προσευχή του Χριστού στο Όρος των Ελαίων και η προδοσία του Ιούδα.

Η μετάνοια της αμαρτωλής πόρνης: Πόρνη προσῆλθέ σοι μύρα σὺν δάκρυσι κατακενούσά σου ποσί, φιλάνθρωπε, καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν λυτροῦται τῇ κελεύσει σου

Το περιστατικό με την αμαρτωλή πόρνη το διασώζουν με μικρές παραλλαγές και οι τέσσερις ευαγγελιστές. Ο Ματθαίος (26:6-13), ο Μάρκος (14:3-9) και ο Ιωάννης (12:1-8) ομιλούν για την ίδια γυναίκα, την Μαρία, την αδελφή του Λαζάρου, η οποία από ευγνωμοσύνη λόγω της ανάστασης του αδερφού της άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρο.

Όσον αφορά την τέταρτη παραλλαγή, είναι στο ευαγγέλιο του Λουκά όπου δεν αναφέρεται το όνομα της γυναίκας παρά μόνο ότι ήταν αμαρτωλή πόρνη. Προφανώς πρόκειται για ένα διαφορετικό περιστατικό, ίσως να είναι μία πόρνη που σώθηκε από λιθοβολισμό των Ιουδαίων λόγω παρέμβασης του Ιησού (Ιωάν.8:5).

Επίσης υπάρχει και μία άλλη εκδοχή, αυτή του Ιερού Χρυσόστομου που αναφέρει ότι τα πόδια του Ιησού άλειψαν δύο γυναίκες.

Κατά την διάρκεια του Εσπερινού της Μεγάλης Τετάρτης διαβάζεται η περικοπή από το ευαγγέλιο του Ιωάννη, όμως το περιεχόμενο και η υμνολογία της ημέρας είναι εμπνευσμένη από την περικοπή του ευαγγελίου του Λουκά.

Σύμφωνα με το ευαγγέλιο του Ιωάννη, ο Ιησούς προσκλήθηκε σε δείπνο στο σπίτι του Σίμωνος που άνηκε στην τάξη των Φαρισαίων. Επίσης στην πόλη βρισκόταν μία πόρνη που μόλις έμαθε ότι ο Ιησούς ήρθε στην πόλη θέλησε να μάθει σε ποιο σπίτι ήταν προκειμένου να πάει για να τον συναντήσει.

Ενώ ο Ιησούς έτρωγε και συζητούσε με τους άλλους παραβρισκόμενους μπήκε ξαφνικά στο σπίτι η γυναίκα κρατώντας στα χέρια της αλαβάστρινο δοχείο γεμάτο με μύρο. Προχώρησε στο μέρος του Ιησού και αφού στάθηκε πίσω του, γονάτισε και άρχισε να κλαίει και να οδύρεται γοερά.

Η γυναίκα άνοιξε το δοχείο και άρχισε να ρίχνει μύρο και να πλένει τα πόδια του Ιησού ενώ ταυτόχρονα έπεφταν τα δάκρυα της που έτρεχαν σαν ποτάμι από τα μάτια της. Αφού άδειασε το δοχείο ξέπλεξε τα μαλλιά της και σκούπισε με αυτά τα πόδια του Ιησού ενώ τα φιλούσε αδιάκοπα.

Ο Φαρισαίος οικοδεσπότης απόρησε με τον Ιησού καθώς αναρωτήθηκε ότι από την στιγμή που ήταν προφήτης γιατί δεν εμπόδισε αυτή την γυναίκα που ήταν μια πόρνη. Τότε ο Ιησούς τον κοίταξε και του είπε: «Έχω να πω το εξής στις σκέψεις σου» και ο Σίμωνας του απάντησε: «Μίλα μου δάσκαλε».

Ο Ιησούς του είπε: «Κάποιος δάνεισε χρήματα σε δύο ανθρώπους. Στον πρώτο έδωσε πεντακόσια δηνάρια και στον δεύτερο πενήντα. Όταν έπρεπε να τα επιστρέψουν δεν είχαν χρήματα και ο δανειστής τους τα χάρισε. Ποιος από τους δύο θα χρωστάει μεγαλύτερη χάρη στον δανειστή;» και ο Σίμωνας απάντησε: «Αυτός που του χαρίστηκε το μεγαλύτερο ποσό».

Τότε ο Ιησούς του είπε: «Σωστά απάντησες. Για κοίταξε αυτή την γυναίκα. Εγώ μπήκα στο σπίτι σου και δεν μου έπλυνες τα πόδια με νερό, όμως εκείνη μου τα έπλυνε με τα δάκρυα της και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Χαιρετισμό δε μου έδωκες, όμως αυτή δε σταμάτησε στιγμή να μου φιλάει τα πόδια. Με λάδι δεν μου άλειψες το κεφάλι, όμως αυτή με πανάκριβο μύρο μου άλειψε τα πόδια. Δεν αξίζει να της πω: “σου συγχωρούνται οι τόσες πολλές αμαρτίες σου, διότι με αγάπησες τόσο πολύ;”»

Αμέσως ο Ιησούς γύρισε προς την γυναίκα και της είπε: «Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Έπειτα όλοι οι παραβρισκόμενοι άρχισαν να διερωτώνται ποιος είναι αυτός που μπορεί να συγχωρέσει αμαρτίες και ο Χριστός γύρισε ξανά προς την γυναίκα και της είπε: «Η πίστη σου σε έσωσε, πήγαινε στο καλό».

Επιπροσθέτως είπε στην γυναίκα ότι η πράξη της θα αναφερθεί στο ευαγγέλιο που θα κηρυχτεί σε όλο τον κόσμο και αυτό θα αποτελεί ένα μνημόσυνο γι’ αυτήν.

«ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας• αὕτη δὲ μύρῳ ἤλειψέ μου τοὺς πόδας. οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ• ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ. εἶπε δὲ αὐτῇ• Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι» (Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, 7.46.).

Οι μαθητές του Ιησού θεώρησαν αυτή την πράξη σαν μεγάλη σπατάλη καθώς το μύρο ήταν ακριβό και αν το πουλούσαν θα κέρδιζαν χρήματα και θα τα έδιναν στους φτωχούς. Ο Ιησούς επέπληξε τους μαθητές του λέγοντας πως η γυναίκα του έκανε καλό με την πράξη της αφού τον ετοίμασε για την ταφή. Με την συγκεκριμένη φράση του προσπάθησε να αποτρέψει τον Ιούδα από την προδοσία αλλά ήταν μάταιο.

Επίσης τους θύμισε ότι μπορούν να βοηθήσουν τους φτωχούς καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής τους σε αντίθεση με εκείνον που θα τον έχουν για λίγο ακόμα.

Η παράδοση της Εκκλησίας χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο περιστατικό, συγκρίνοντας τη μετάνοια της πόρνης με το ολίσθημα του Ιούδα και παραλληλίζει τις δύο ψυχικές καταστάσεις. Η πόρνη ελευθερώνεται από την αμαρτία και μετανοεί, ενώ ο Ιούδας αιχμαλωτίζεται από τη φιλαργυρία και αποχωρίζεται απ’ το Θεό.

Το Μυστήριο του Ευχελαίου: δεινόν η ραθυμία, μεγάλη η μετάνοια

Το απόγευμα της Μεγάλης Τετάρτης, τελείται στις Εκκλησίες το Μυστήριο του Μεγάλου Ευχελαίου, κατά τη διάρκεια του οποίου διαβάζονται επτά Ευαγγέλια και επτά Ευχές. Ευλογείται με αυτό το τρόπο το λάδι με το οποίο ο ιερέας «σταυρώνει» τους πιστούς στο μέτωπο, στο πηγούνι, στα μάγουλα και στις παλάμες, προσφέροντας έτσι τη χάρη και την ευλογία του Ιησού και του Αγίου Πνεύματος.

Το Ευχέλαιο θεωρείται ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, οι γυναίκες πηγαίνουν στο Μεγάλο Ευχέλαιο, έχοντας μαζί τους μια σουπιέρα με αλεύρι. Σε αυτό στερεώνουν τρία κεριά, τα οποία καίνε κατά την τέλεση του Μυστηρίου. Το αλεύρι αυτό, το χρησιμοποιούν για να φτιάξουν τα πασχαλινά κουλούρια την επόμενη ημέρα.

Πηγή: http://www.ekriti.gr/

Του Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελετίου (†).

Σήμερα, δεύτερη ημέρα του Νυμφίου, μας θυ­μίζει η Εκκλησία την παραβολή των δέκα παρθέ­νων.

Είπε ο Χριστός στην παραβολή, ότι ο Νυμ­φίος, έρχεται «εν τω μέσω της νυκτός». Και γι’ αυτό πρέπει, όσοι θέλουν να πάνε στο γάμο Του, να ετοιμάζονται.

Επειδή δεν ξέρουμε πότε θα έρθει η ώρα που θα φύγουμε από εδώ, για να πάμε στο γάμο του Χριστού, γι’ αυτό πρέπει να πηγαίνουμε και να περιμένουμε έξω από την πόρτα, ώστε όταν θα έρθει, να προλάβουμε να μπούμε μαζί Του μέσα.

Πώς ό άνθρωπος πηγαίνει σωστά έξω από την πόρτα του Νυμφίου;

Όπως ξεκίνησαν και πήγαν οι πέντε φρόνιμες παρθένες. Από τις δέκα οι πέντε ήταν φρόνιμες και οι πέντε ήταν μωρές. Οι πέντε φρόνιμες εφοδιάστηκαν καλά. Είπε η καθεμιά: «Μπορεί και ν’ αργήσει, μπορεί και να έρθει στην ώρα του. Εγώ όμως πρέπει να είμαι έτοιμη». Γιατί; Γιατί ο γάμος με τον Νυμφίο της Εκκλησίας δεν είναι αστεία πράγματα. Η Αιώνια Ζωή δεν είναι αστεία πράγματα.

Τί σημαίνει αυτό στην καθημερινή μας πράξη;

Έρχεται ημέρα Κυριακή ή μεγάλη γιορτή. Δεν μπορώ εγώ να γυρίζω από το άλλο πλευρό και να κοιμάμαι. Πρέπει να ξεκινήσω να πάω και να Τον «περιμένω». Μακάρι να περιμέναμε και έξω από την πόρτα της Εκκλησίας ν’ ανοίξει! Μακάρι να είχαμε τέτοια αγωνία! Όμως πρέπει να την έχουμε! Να έχουμε αγωνία πως θα κάνουμε το κάθε μας έργο καλό και ευάρεστο στον Νυμφίο μας Χριστό. Πως θα είμαστε πάντοτε εύσπλαχνοι, γεμάτοι από τον πόθο να τηρούμε την πρώτη εντολή που λέει: «Να αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου». Και την δεύτερη μεγάλη εντολή, που λέει: «Να αγαπάς και τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου».

Αυτό είναι το «λάδι» που πήραν μαζί τους οι έξυπνες παρθένες. Και επειδή είχαν πλούσια έργα αγάπης και ευσπλαχνίας, όταν σώθηκε εκείνο το «λάδι» που είχαν, βάλανε άλλο. Οι μωρές δυστυχώς δεν είχαν.

Προφανώς όλες οι παρθένες, και οι δέκα ψά­χνανε. Αλλά οι πέντε έκαναν το λάθος να μη ψά­χνουν, όπως έπρεπε και όσο έπρεπε, να βρουν τον Νυμφίο.

Αλλοίμονο, υπάρχουν μερικοί, που δεν ψά­χνουν καθόλου και δεν ενδιαφέρονται να πάνε στην Εκκλησία καθόλου. Δεν τους καίγεται καρφί, για το έλεος του Θεού, για την ένωση με τον Χριστό, για την ευαρέστηση του Χριστού! Για τέτοιους ανθρώ­πους πρέπει να προσευχόμαστε και να κλαίμε. Πρέπει να πενθούμε. Γιατί άμα τους βρει το τέ­λος σε τέτοια κατάσταση, θα είναι πολύ θλιβερό πράγμα γι’ αυτούς.

Ξύπνημα και δουλειά

Να φιλοτιμούμεθα να κάνουμε ό,τι περισσότε­ρο μπορούμε, για να βρεθούμε κοντά στον Χριστό. Μακάριος ο άνθρωπος, που θα τον βρει ο Νυμφίος όχι «ραθυμούντα» αλλά «γρηγορούντα». Και μα­κάριος εκείνος που «ξυπνάει» όχι μόνο νωρίς, αλλά που «ξυπνάει» δυναμικά και ουσιαστικά. Γιατί μερικοί λένε πως ξυπνήσανε, αλλά δεν ξυπνήσανε. Στην πραγματικότητα κοιμούνται· και απλώς την υπόλοιπη μέρα, τρίβουν τα μάτια τους, χωρίς να τα ανοίγουν για να δουν κατάματα την Αλήθεια: τον Νυμφίο Χριστό!

Αυτό είναι το μυστικό νόημα της παραβολής των δέκα παρθένων. Ξύπνημα και δουλειά. Νήψη και εργασία.

Το τελευταίο τροπάριο της σημερινής ακολουθίας λέει: «Ο Χριστός μάς δίνει ένα τάλαντο. Και μας λέει: Δούλεψε!» Το «τάλαντο» είναι η καλή διάθεση μέσα μας, ο νόμος του Θεού που μας φω­τίζει, και ο χρόνος-ευκαιρία στη ζωή μας, για να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε.

Σου έδωσε τέτοιο «τάλαντο»; Δούλεψε! Για το συμφέρον σου δουλεύεις! Για τη ζωή την αιώνια δουλεύεις!

( Η χαρά διά του Σταυρού, εκδ. Ι. Μ. Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2014, σ. 134-136)

Από το https://www.pemptousia.gr/2015/04/i-deka-parthenes/.

Πώς θα μπορούσε η Μεγάλη Σαρακοστή να έχει όχι μια απλή επιφανειακή αλλά μια αληθινή επίδραση στην ύπαρξή μας;

Τούτη η ζωή είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων εκείνων που ζούσαν τον καιρό που γράφονταν αυτοί οι ύμνοι και οι ακολουθίες και συντάσσονταν οι κανόνες και τα τυπικά. Ζούσε τότε κανείς σε μια σχετικά μικρή καί βασικά αγροτική κοινωνία, μέσα σ’ ένα οργανωμένο ορθόδοξο κόσμο και η Εκκλησία διαμόρφωνε το γενικό ρυθμό της ζωής του. Τώρα όμως ζούμε σε τεράστια αστικά κέντρα, σε τεχνοκρατούμενες κοινωνίες, πληθωρικές στα θρησκευτικά «πιστεύω» τους με εκκοσμικευμένες απόψεις για τον κόσμο και μέσα σ’ αυτές εμείς οι ορθόδοξοι αποτελούμε μια ασήμαντη μειονότητα. Η Μεγάλη Σαρακοστή δεν είναι πια «αισθητή» όπως ήταν παλιά στην Ελλάδα ή στην Ρωσία, ας πούμε. Η ερώτησή μας λοιπόν είναι πολύ ουσιαστική: πώς μπορούμε εμείς -πέρα από το να κάνουμε μια ή δυο «συμβατικές» αλλαγές στην καθημερινή ζωή μας – να τηρήσουμε τή Σαρακοστή;

Είναι φανερό, λόγου χάρη, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, όπως έχουμε πεί, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μας μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής. Και εφ’ όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν’ απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή· δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις. Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής. Σαν Θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («… και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων…» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.

Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχθεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν’ αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό. Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή “τηρείται” ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετανοίας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική και πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα – θα έλεγα και μοναδικά – από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ’ αυτό δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».

Η πραγματική αιτία για την οποία βαθμιαία χάνουμε την επίδραση της Σαρακοστής στη ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Είναι η δική μας συνειδητή ή ασυνείδητη μείωση της θρησκείας σε ένα επιπόλαιο τυπικισμό και συμβολισμό, πράγμα που αποτελεί ακριβώς το ξεστράτισμα και μετριάζει τη σοβαρότητα των απαιτήσεων της θρησκείας από τη ζωή μας, την αίτηση για δέσμευση και προσπάθεια.

Αυτή η μείωση, θα πρέπει να προσθέσουμε, είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιόμορφη στην Ορθοδοξία. Οι χριστιανοί της Δύσης, Καθολικοί ή Προτεστάντες, όταν αντιμετωπίζουν αυτό που εκείνοι θεωρούν «αδύνατον» αλλάζουν την ίδια τη θρησκεία, τήν «προσαρμόζουν» στις νέες συνθήκες έτσι ώστε να την κάνουν «εφαρμόσιμη». Πρόσφατα, λόγου χάρη, είδαμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πρώτα να ελαττώνει τη νηστεία στο κατώτατο όριο και ύστερα να την ξεφορτώνεται τελείως. Με σωστή και δικαιολογημένη αγανάκτηση, καταγγέλουμε μια τέτοια «προσαρμογή» σαν προδοσία της χριστιανικής παράδοσης και σαν περιοσμό στο ελάχιστο της χριστιανικής πίστης. Και πραγματικά, η αλήθεια και η δόξα της Ορθοδοξίας είναι ότι δεν «προσαρμοζεται» και δεν συμβιβάζεται με τις χαμηλότερες επιδιώξεις και δεν κάνει το Χριστιανισμό «εύκολο». Αυτό είναι η δόξα για την Ορθοδοξία αλλά φυσικά, όχι για μας, τους ορθόδοξους. Δεν είναι σήμερα, ούτε και χθές, αλλά πολύ παλιότερα που βρήκαμε ένα τρόπο να συμφιλιώνουμε τις απόλυτες απαιτήσεις της Εκκλησίας με την ανθρώπινη αδυναμία μας· και αυτό δεν γίνεται μόνο με «απώλεια του προσώπου» αλλά και με πρόσθετες αφορμές για αυτοδικαίωση και ήσυχη συνείδηση. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η εκπλήρωση αυτών των απαιτήσεων συμβατικά, και ο συμβολικός τυπικισμός που διαποτίζει σήμερα όλη τη θρησκευτική μας ζωή. Έτσι, λόγου χάρη, δε θα σκεπτόμασταν ποτέ να αναθεωρήσουμε τη Λειτουργία μας καί τους μοναστικούς κανονισμούς της – Θεός φυλάξοι! – θα συνεχίζαμε όμως να ονομάζουμε την ακολουθία της μιας ώρας «ολονύκτια αγρυπνία» και υπερήφανα θα εξηγούσαμε ότι αυτή είναι η ίδια ακολουθία που έκαναν οι μοναχοί στη Λαύρα του Αγίου Σάββα τον 9ο αιώνα! Σε σχέση με τη Μεγ. Σαρακοστή, αντί να κάνουμε ουσιαστικές ερωτήσεις -«τι είναι νηστεία; ή «τι είναι Σαρακοστή»;- εμείς ικανοποιούμαστε με τα σύμβολά της. Στα εκκλησιαστικά περιοδικά και φυλλάδια εμφανίζονται συνταγές για «ένα υπέροχο νηστήσιμο πιάτο»! Μπορεί ακόμα η ενορία και να συγκεντρώσει μερικά πάρα πάνω χρήματα οργανώνοντας ένα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανό γεύμα». Είναι τόσα πολλά εκείνα που στις εκκλησίες μας εξηγούνται συμβολικά σαν ενδιαφέροντα, πολύχρωμα και διασκεδαστικά έθιμα και παραδόσεις, σαν κάτι δηλαδή που μας δένει όχι τόσο πολύ με το Θεό και με μια νέα ζωή «εν Αυτώ», όσο με το παρελθόν και τις συνήθειες των προγόνων μας, ώστε γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απ’ αυτά τα λαϊκά έθιμα τη σοβαρότητα της θρησκείας σε όλη της την έκταση.

Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει τίποτε το άσχημο στα διάφορα έθιμα. Όταν αυτά πρωτοεμφανίστηκαν ήταν τα μέσα με τα οποία η κοινωνία μπορούσε να δείξει ότι έπαιρνε στα σοβαρά τή θρησκεία. Τότε τα έθιμα δεν ήταν σύμβολα, αλλά η ίδια η ζωή. Αυτό που συνέβηκε πάντως ήταν το ότι καθώς άλλαξε η ζωή και έπαψε λίγο λίγο η θρησκεία να τη διαμορφώνει στην ολότητά της, λίγα από τα έθιμα διασώθηκαν σαν σύμβολα ενός τρόπου ζωής που δεν υπήρχε πια. Και αυτό που διασώθηκε ήταν εκείνο που, αφ’ ενός είναι έντονα ζωντανό και αφ’ ετέρου είναι λιγότερο δύσκολο. Ο πνευματικός κίνδυνος εδώ είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει τη θρησκεία σαν ένα σύστημα από σύμβολα και έθιμα μάλλον παρά να ερμηνεύει όλα αυτά σαν μια πρόκληση για πνευματική ανανέωση καί προσπάθεια.

Μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που γίνεται για να προετοιμάζονται νηστήσιμα φαγητα ή για το πασχαλινό τραπέζι, παρά για τη νηστεία και τη συμμετοχή στήν πνευματική πραγματικότητα του Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα έθιμα και οι παραδόσεις δε συνδεθούν και πάλι με τη γενική θρησκευτική αντίληψη από την οποία προέρχονται, όσο δηλαδή δεν παίρνουμε στα σοβαρά τα σύμβολα, η Εκκλησία θα παραμένει χωρισμένη από τη ζωή και δεν θα την επηρεάζει καθόλου. Αντί να παριστάνουμε με σύμβολα την «πλούσια κληρονομιά» μας καιρός είναι ν’ αρχίσουμε να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή ζωή μας.

Το να πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ότι θα τη θεωρούμε, πρώτα απ’ όλα με την πιο βαθιά έννοια, μια πνευματική πρόκληση που απαιτεί αντίδραση, απόφαση, πρόγραμμα και συνεχή προσπάθεια. Kαι ακριβώς για το λόγο αύτό, όπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν από την Εκκλησία οι εβδομάδες προετοιμασίας για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Η περίοδος αυτή είναι καιρός για δράση, για απόφαση, για προγραμματισμό. Και ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος είναι ν’ ακολουθήσουμε την καθοδήγηση της Εκκλησίας που είναι η με- λέτη και ο στοχασμός πάνω στα πέντε ευαγγελικά θέματα που μας προσφέρονται τις πέντε Κυριακές της περιόδου πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τα θέματα αυτά είναι: η διακαής επιθυμία (Ζακχαίος), η ταπείνωση (Τελώνης και φαρισαίος), επιστροφή από την εξορία (Άσωτος), η κρίση (Κυριακή της Απόκρεω) και η συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αυτές οι ευαγγελικές περικοπές δεν διαβάζονται μόνο και μόνο για ν’ ακουστούν στην Εκκλησία· σκοπός είναι να τις «πάρω μαζί μου στο σπίτι» και να στοχαστώ πάνω σ’ αυτές σχετίζοντάς τις μαλιστα με τη ζωή μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, τις επαγγελματικές ύποχρεώσεις μου, το ενδιαφέρον μου για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους ζω. Αν σ’ αυτή την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσει κανείς και την προσευχή αυτής της περιόδου: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα…» και τον ψαλμό 136 «επί των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν…» μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νιώθεις ότι είσαι με την Εκκλησία», και πώς μπορεί μια λειτουργική περίοδος να χρωματίσει τη καθημερινή ζωή. Επίσης είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να διαβάσει κανείς κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ο σκοπός δε αυτού του διαβάσματος δεν είναι μόνο ν’ αυξήσουμε τις θρησκευτικές γνώσεις μας· είναι βασικά να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ’ όλα όσα συνήθως το πλημμυρίζουν. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο στο μυαλό μας συνωστίζονται όλων των ειδών οι έννοιες, τα ενδιαφέροντα, οι αγωνίες και οι εντυπώσεις και πόσο ελάχιστο έλεγχο ασκούμε πάνω σ’ όλα αυτά. Διαβάζοντας ένα θρησκευτικό βιβλίο συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το συνηθισμένο περιεχόμενο των σκέψεών μας· δημιουργείται έτσι μια άλλη διανοητική και πνευματική ατμόσφαιρα. Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι «συνταγές» ίσως να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να προετοιμαστεί κανείς για τη Σαρακοστή. Το βασικό σημείο είναι ότι, στη διάρκεια αυτής της περιόδου βλέπουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, σαν κάτι δηλαδή που ακόμα έρχεται και που μας το στέλνει ο ίδιος ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για εμβάθυνση, και ότι παίρνουμε αυτή την επερχόμενη ευκαιρία πολύ στα σοβαρά. Έτσι, όταν την Κυριακή της Συγγνώμης αφήνουμε το σπίτι μας και πάμε στον Εσπερινό, μπορεί να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας – έστω και για λίγο – τα λόγια από το Μεγάλο Προκείμενο που ανοίγει τη Μεγάλη Σαρακοστή: Mη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι…

Alexander Schmemann

Απόσπασμα από το 5ο τεύχος του Μηνιαίου Ενημερωτικού Φυλλαδίου “ως στρουθίον”
του Ι. Ν. Αγίας Βαρβάρας Αργυρουπόλεως

Από το http://www.xfd.gr

Page 2 of 7