Πνευματική Ζωή και Ορθοδοξία (55)
Γυναίκες στις οποίες αξίζει να υποκλινόμαστε
Γραφει ο/η Administrator
Το μεγάλωμα ενός παιδιού δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση και αυτό είναι κάτι που το αντιλαμβάνεσαι μόνο όταν γίνεις η ίδια μαμά. Πόσες φορές δεν έχετε θυμηθεί τα λόγια των μαμάδων σας, όταν σας έλεγαν «κάποτε θα γίνεις κι εσύ μαμά και θα με καταλάβεις». Ναι, τώρα που έχετε δικά σας παιδιά τις καταλαβαίνετε και αναγνωρίζετε όλα όσα έκαναν, για να σας μεγαλώσουν.
Υπάρχουν, όμως, και κάποιες μαμάδες, που έχουν να αντιμετωπίσουν περισσότερες δυσκολίες.
Μαμάδες, που τα παιδιά τους έχουν κινητικά, διανοητικά ή ψυχολογικά προβλήματα. Μαμάδες, που δεν έχουν ακούσει ούτε μια φορά τη λέξη «μαμά» από τα χείλη των παιδιών τους και ενδεχομένως να μην την ακούσουν ποτέ. Μαμάδες, που μεγαλώνουν τα παιδιά τους με απεριόριστη αγάπη και αξιοπρέπεια σε μια χώρα που, ας μη γελιόμαστε, δεν στέκεται καθόλου στο πλευρό τους.
Σε αυτές τις μαμάδες αξίζει όλοι μας να υποκλινόμαστε:
Επειδή άκουσαν τα χειρότερα από το στόμα των γιατρών, αλλά κατάφεραν να μαζέψουν τα κομμάτια τους και να συνεχίσουν.
Επειδή αντιμετωπίζουν καθημερινά τα βλέμματα, τις κακίες και τα αρνητικά σχόλια με αξιοπρέπεια και στωικότητα.
Επειδή είναι δυνατές, τόσο δυνατές που και οι ίδιες απορούν με τη δύναμη τους.
Επειδή, εκτός από μαμάδες, είναι και γιατροί και φυσιοθεραπευτές και λογοθεραπευτές και οτιδήποτε άλλο χρειάζεται το παιδί τους.
Επειδή κάποιες μέρες είναι πιο δύσκολες από τις άλλες, όμως αυτές δεν το βάζουν κάτω
Επειδή πάντα ελπίζουν, ακόμα κι όταν φαινομενικά δεν υπάρχει ελπίδα
Επειδή έχουν ανεξάντλητη υπομονή
Επειδή γνωρίζουν πως το παιδί τους τις χρειάζεται όσο τίποτα άλλο στον κόσμο
Επειδή θα έδιναν και τη ζωή τους, για να κάνουν τα παιδιά τους όλα αυτά τα μικρά …δηθεν ενοχλητικά πράγματα, που κάνουν τα άλλα παιδιά
Επειδή, τελικά, όταν κοιτάζουν τα παιδιά τους, δεν βλέπουν παιδιά με ειδικές ανάγκες, αλλά μονάχα τα αγγελούδια τους…
Από το http://istologio.org/?p=5714 και από http://metamorfosi-vrilission.gr
Δάσκαλος ο μπαλωματής και ο ουρανός (Από το βίο του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου)
Χρόνια κράτησε ο διωγμός των χριστιανών. Ποτάμια χύθηκε το τίμιο αίμα των Μαρτύρων. Κι ήρθε κάποια στιγμή που η ειδωλολατρική μανία του αυτοκράτορα κορέστηκε, αφού είχε πια τελειωθεί μαρτυρικά και ο άγιος Επίσκοπος της Αλεξάνδρειας, ο Πέτρος.
— Δεν με έκρινε άξιο ο Κύριος να μαρτυρήσω για την πίστη, δίπλα στους αδελφούς μου, σκεπτόταν ο Αντώνιος. Θα πορευτώ λοιπόν στη βαθιά έρημο για να δώσω την τελική μάχη με τον πονηρό μονολόγησε αποφασιστικά και κάτι σαν κρυμμένη υπερηφάνεια πήγε να σκιάσει της απόφασης του τούτης τη χάρη. Σαν να ‘νιωσε κείνη την ώρα ο ασκητής πως ξεχωρίζει ο ερημίτης από τους πολλούς -σαν να ήταν η παλαίστρα της ερήμου ανώτερη μορφή χριστιανικής ζωής.
Τον πείραξε τούτος ο λογισμός, σαν αγκαθιών κάρφωμα βαθύ κι όρμησε τούτη η σκέψη να του πνίξει όλα τα λουλούδια που η μαρτυρική του προαίρεση είχε συλλέξει όλα τα χρόνια του διωγμού. Έμπειρος όμως πια αγωνιστής γρήγορα κατανόησε πως είχε πάλι να κάνει με παγίδα του αντίδικου· Γι’ αυτό έπεσε σε βαθιά προσευχή.
— Κύριε, φανέρωσε μου, αν μέσα στην πόλη με τους θορύβους της μπορεί να φτάσει ο πιστός τα μέτρα τα πνευματικά που κατακτάει στη βαθιά έρημο ο ασκητής…
Δεν είχε ακόμα αποτελειώσει τούτο το αίτημα στον Πανάγαθο και φωνή ακούστηκε να του λέει:
— Το Ευαγγέλιο είναι ένα για όλους τους ανθρώπους, Αντώνιε. Κι αν θέλεις να βεβαιωθείς, πως αν κανείς κάνει το θέλημα του Θεού σώζεται και αγιάζεται όπου και να ‘ναι, πέρασε, καθώς φεύγεις από την Αλεξάνδρεια, από το μαγαζάκι του μπαλωματή, που είναι άσημο και φτωχικό. Είναι εκεί κάτω στο τελευταίο της πόλης παραδρόμι.
— Στο μαγαζάκι του μπαλωματή, Κύριε; Και ποιος μπορεί εκεί να με βοηθήσει, να ρίξει φως στο λογισμό; απάντησε απορημένος ο Αντώνιος.
— Θα σου εξηγήσει ο μπαλωματής, ξανάκουσε την ίδια φωνή.
— Ο μπαλωματής; Τι ξέρει αυτός ο άνθρωπος από αγώνες και πειρασμούς; Τί γνώρισε ο πτωχός βιοπαλαιστής, από της πίστης τις κορυφές κι απ” την αλήθεια; αναρωτήθηκε.
Αντίρρηση όμως δεν μπόρεσε να ορθώσει στη θεία υπόδειξη. Γι αυτό μόλις ξημέρωσε πήρε το δρόμο που έβγαζε από την πόλη. Όπως του είχε υποδείξει ο Θεός, στάθηκε, καθώς συνάντησε το τελευταίο παραδρόμι, και βρήκε το μαγαζάκι του μπαλωματή.
Χαρούμενα και σεβαστικά ο απλός άνθρωπος τον υποδέχτηκε και τον ρώτησε:
— Σε τί μπορώ να σου φανώ χρήσιμος, Αββά; Αγράμματος κι άξεστος χωρικός είμαι, μα για το ξένο, όποιος και ‘ναι, ο ντόπιος χρήσιμος πάντα είναι.
— Ο Κύριος με έχει στείλει να με διδάξεις, είπε ταπεινά ο ασκητής.
Πετάχτηκε επάνω απορημένος ο φτωχός βιοπαλαιστής.
— Εγώ; Τι μπορώ εγώ ο αγράμματος να διδάξω την αγιοσύνη σου; Δεν ξέρω να ‘χω κάνει στη ζωή μου τίποτα το καλό και το αξιόλογο, κάτι που να μπορεί να σταθεί αψεγάδιαστο, μπροστά στα μάτια του Θεού.
— Πες μου τί κάνεις, πώς περνάς την ήμερα σου; Ξέρει ο Θεός, αλλιώς Εκείνος ζυγίζει και κρίνει τα πράγματα, επέμενε ο Αντώνιος.
— Εγώ, Αββά, ποτέ δεν έκανα ποτέ τίποτα το καλό, μονάχα που αγωνίζομαι σύμφωνα με τις άγιες εντολές του Ευαγγελίου. Κι ακόμα προσπαθώ ποτέ να μην ξεχνώ και να μην παραβλέπω τις ελλείψεις και την πνευματική ακαρπία μου. Καθώς λοιπόν δουλεύω ολημερίς σκέπτομαι και λέω στον εαυτό μου: Ταλαίπωρε άνθρωπε, όλοι θα σωθούν και μόνο εσύ άκαρπος μένεις. Εξαιτίας της αμαρτίας σου, το Άγιο Πρόσωπο Του ποτέ δεν θα αξιωθείς να δεις.
— Σ’ ευχαριστώ Κύριε, είπε υψώνοντας τα δακρυσμένα μάτια του προς τον ουρανό ο ασκητής. Κι ενώ ο μπαλωματής στεκόταν απορημένος για τούτο το φέρσιμο, ο ασκητής τον αγκάλιασε στοργικά και τον αποχαιρέτησε λέγοντας:
— Σ’ ευχαριστώ και σένα, άγιε άνθρωπε. Σ’ ευχαριστώ, γιατί με δίδαξες πώς τόσο εύκολα, μονάχα με τον ταπεινό λογισμό, μπορεί ο καθένας να ζει στη χάρη του Παραδείσου.
Κι ενώ ο φτωχός μπαλωματής συνέχιζε να κοιτάζει αμήχανα, χωρίς τίποτα απ’ όλα αυτά να καταλαβαίνει, ο Αντώνιος πήρε το ραβδί κι ωφελημένος τράβηξε το μονοπάτι που οδηγούσε στη βαθιά έρημο.
Βάδιζε με μόνη συντροφιά του ραβδιού του το χτύπημα. Βάδιζε κι η προσευχή του καυτή σαν της έρημης γης τη λάβα υψωνόταν ολόισια στον ουρανό.
Πορευόταν ολημερίς και προσευχητικά αναλογιζόταν το μάθημα που είχε πάρει εκείνη την ήμερα από το φτωχό μπαλωματή.
— Η ταπεινοφροσύνη! Αυτό λοιπόν είναι το γρήγορο στρατί για του Παράδεισου την πόρτα, έλεγε με το λογισμό. Η ταπεινοφροσύνη είναι η στολή που ντύθηκε ο Θεός κι ήρθε στη γη σαν άνθρωπος, μονολογούσε ο Αντώνιος κι αγωνιζόταν να συλλάβει το μεγαλείο τούτης της άγιας αρετής.
Βάδιζε, προσευχόταν και στο νου του έφερνε όσα τον είχε διδάξει ο Θεός, ώσπου έξαφνα μπροστά του αντίκρισε ριγμένο καταγής πλήθος αναρίθμητο από πρωτόγνωρες παγίδες. Παγίδες κάθε είδους, επινοήσεις φοβερές, πανούργου νου πρωτότυπα εφευρήματα.
— Θεέ μου, αναφώνησε κι έστρεψε τρομαγμένο το βλέμμα και τη ψυχή του στον ουρανό. Ποιος θα μπορούσε, Κύριε, να ξεφύγει ποτέ, από τέτοια εφευρήματα και πανουργίες;
Η ταπεινοφροσύνη, Αντώνιε. Αυτή μπορεί με μιας όλες αυτές να τις διαλύσει, ακούστηκε πάλι η γλυκιά, η γνώριμη φωνή βαθιά μέσ’ την καρδιά του. Κι ήταν αυτή η απάντηση που έχυσε μέσα του φως και που του ‘δωσε κουράγιο για τις καινούργιες μάχες, που έμελλε βαθιά στην έρημο να δώσει, με του ανθρώπου τον προαιώνιο εχθρό.
(«Ο Μέγας Αντώνιος». Εκδ. «Ετοιμασία». Αθήνα 2002)
Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων 12 Αποστόλων Βριλησσίων: agioi12apostoloi.g
Προ παντός πρέπει να αποφεύγουμε να θεωρούμε τον Χριστιανό ως καταναλωτή, γιατί τότε όχι μόνον τον υποτιμούμε και τον κατεβάζουμε στην κατηγορία του προϊόντος, αλλά και δείχνουμε έτσι ότι καθιστούμε την ορθόδοξη αλήθεια ως ιδεολογία, πράγμα που αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Σημείωση (Πηγή: 'Εκκλησιαστική Παρέμβασις' Ιούλιος 2005)
Οι σημερινοί νέοι δυσκολεύονται να πλησιάσουν γενικά την Εκκλησία
Γραφει ο/η AdministratorΥπάρχουν μερικές δυσκολίες στα σημερινά μας παιδιά να πλησιάσουν το μυστήριο της Μετανοίας. Οι σημερινοί νέοι δυσκολεύονται να πλησιάσουν γενικά την Εκκλησία και τους κληρικούς γιατί καλλιεργείται μία προκατάληψη κατά της Εκκλησίας. Η Εκκλησία σήμερα χλευάζεται, συκοφαντείται, διαβάλλεται, εξευτελίζεται στα μάτια του κόσμου και της νεολαίας και όποιοι νέοι θα εκδηλώσουν την πίστη τους, θα γίνουν αντικείμενο ειρωνείας.

