Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 2344/1940 αιγιαλός είναι η "περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων", είναι δε αυτός κτήμα κοινόχρηστο και ανήκει ως τέτοιο στο Δημόσιο κατά την περαιτέρω ρητή επιταγή της ίδιας διατάξεως. Η ίδια έννοια δίνεται στον αιγιαλό, ο οποίος κατά τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου περιλαμβάνεται στα δημόσια κτήματα κοινής χρήσεως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 στοιχ. Α' αυτού, αιγιαλός είναι η χερσαία ζώνη που από τη μια πλευρά βρίσκεται σε επαφή με τη θάλασσα και φθάνει μέχρι του ορίου του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος, με την προσθήκη ότι, έξω από τα αστικά κέντρα, περιλαμβάνει και μια ζώνη πλάτους 12 μέτρων. Τα όρια του αιγιαλού καθορίζονται με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 3 του α.ν. 2344/1940 (ήδη δε του άρθρου 100 του π.δ. 284/1988), η ιδιότητα όμως του αιγιαλού δεν δημιουργείται με την έκθεση της Επιτροπής αυτής, αλλά υπάρχει με βάση τα φυσικά δεδομένα, δηλαδή τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων. Παρέπεται ότι εάν ο χαρακτηρισμός εδαφικού τμήματος ως αιγιαλού αποτελεί ζήτημα
προδικαστικό, αναγκαίο για τη διάγνωση του κυρίου ζητήματος, ο δικαστής, οφείλει να καθορίσει την έκτασή του, δηλαδή να εξειδικεύσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τη νομική έννοια του αιγιαλού, με δικό του αποδεικτικό πόρισμα που θα συναγάγει σύμφωνα με τους συνήθεις περί αποδείξεων δικονομικούς κανόνες. Μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο του εν λόγω α.ν. 2344/1940 ισχύουν εκεί αμφότερες οι παραπάνω διατάξεις, ήτοι η διάταξη του άρθρου 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού ως τοπικό δίκαιο και η διάταξη του άρθρου 1 του α.ν.
2344/1940 ως γενικό δίκαιο, κατισχύει δε από αυτές η πρώτη. Σύμφωνα με αυτήν ο αιγιαλός αποτελεί και στη Δωδεκάνησο πράγμα κοινής χρήσεως και επομένως δεν ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, επεκτείνεται δε, έξω από τα αστικά κέντρα, και επί ζώνης 12 μέτρων πέρα της οριογραμμής του μέγιστου συνήθους χειμερινού κύματος. Συνεπώς κατά την εφαρμογή στη Δωδεκάνησο του α.ν. 2344/1940 περί καθορισμού των ορίων του αιγιαλού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, εκτός των αστικών κέντρων, και ζώνη 12 μέτρων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν.
2100/1952 ο Οργανισμός Διαχειρίσεως της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο μπορούσε να εκποιήσει την ακίνητη περιουσία αυτού, εκτός των αιγιαλών, μετά δε την κατάργηση του Οργανισμού αυτού με το άρθρο 2 του ν.δ. 195/1973, οι αιγιαλοί περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως για την οποία ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και προϋποθέσεις της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν ελλείπουν οι όροι και προϋποθέσεις διατάξεως που δεν εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ενόψει τούτων, για να μη στερείται νομίμου βάσεως η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει να αναφέρονται, ως παραδοχή του δικάσαντος Δικαστηρίου, τα περιστατικά, που κατά την ως άνω διάταξη (άρθρο 1 ν. 2344/1940 και 3 στοιχ. Κανονισμού), είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό της εκτάσεως αυτής ως αιγιαλού. Απλή επανάληψη της νομικής έννοιας η οποία προσδιορίζει την προϋπόθεση της εφαρμογής του νόμου δεν αρκεί.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο, όπως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, απέρριψε την ένδικη, από 30.6.1997 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας για καθορισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του ν. 2344/1940 και 17 του ν.δ. 797/1971, αποζημιώσεως για την αναφερόμενη στην αίτηση αυτήν εδαφική έκταση, η οποία κατά την αναιρεσείουσα της ανήκε, ως κτηθείσα με παράγωγο τρόπο, επειδή με απόφαση της επιτροπής του άρθρο 3 του α.ν. 2344/1940, επικυρωθείσα με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Δωδεκανήσου, η έκταση αυτή είχε χαρακτηρισθεί ως αιγιαλός, δεν νοείται δε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου πράγματος ανήκοντος ήδη εις αυτό (Δημόσιο), επομένως δεν υπήρχε πεδίο και καθορισμού αποζημιώσεως για τούτο, με βάση το δεκτό γενόμενο ότι κύριο της εκτάσεως αυτής ήταν το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και όχι η αναιρεσείουσα. Τη σχετική κρίση του, ότι δηλαδή κύριο της εκτάσεως αυτής είναι το Ελληνικό Δημόσιο και όχι η αναιρεσείουσα, το Εφετείο στήριξε στη δεκτή από αυτό γενομένη ιδιότητα της εκτάσεως αυτής ως αιγιαλού. Ως προς το ζήτημα δε τούτο, που έχει ουσιώδη επιρροή, στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή η κατά τα άνω έκταση αποτελούσε αιγιαλό, το Εφετείο διέλαβε τις εξής αιτιολογίες: Ύστερα από αίτηση της Κοινότητας Μ.** Ρόδου η Επιτροπή του άρθρου 100 του π.δ. 284/1988 καθορισμού ορίων αιγιαλού προέβη, επί υψομετρικού - τοπογραφικού διαγράμματος κλίμακος 1:1000, που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Κ.Π.** τον Δεκέμβριο του 1993 και θεωρήθηκε ως προς την ακρίβεια της αποτυπώσεως και των ορίων των προς τη θάλασσα ιδιοκτησιών, στη χάραξη, με την από 3-10-1944 έκθεσή της που συνοδεύει το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, της οριογραμμής του αιγιαλού στην παραλιακή περιοχή "Α.Α.**", μπροστά από την κτηματομερίδα 4980 Α ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, η οποία εμφαίνεται στο ως άνω διάγραμμα όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση και με τις περαιτέρω επισημάνσεις ότι: α) τα προς τη θάλασσα όρια της ως άνω ιδιοκτησίας της
αναιρεσείουσας φθάνουν μέχρι της κατά το κτηματολόγιο ακτογραμμής, β) η καθορισθείσα και χαραχθείσα ως άνω οριογραμμή αιγιαλού αποτελεί το όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερινού κύματος προσαυξημένο κατά 12 μέτρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, γ) οριογραμμή παραλίας δεν χαράχθηκε, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις, επειδή το όριο του αιγιαλού τέμνει τα προς τη θάλασσα όρια των ιδιοκτησιών και δ) ο καθορισμός των ορίων του αιγιαλού στη θέση αυτή έγινε προς εξυπηρέτηση των σκοπών των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.δ. 439/1970 και προς εντοπισμό και εξεύρεση της κοινόχρηστης ζώνης του αιγιαλού του δημοσίου και δη για πρώτη φορά στη θέση αυτή, ενώ δεν έχει καθορισθεί ούτε στις παράπλευρες περιοχές. Η έκθεση αυτή και το συνοδεύον αυτή τοπογραφικό διάγραμμα επικυρώθηκαν με την ΔΚ 668/1995 απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Δωδεκανήσου και δημοσιεύθηκαν μαζί με την τελευταία αυτή απόφαση στο ΦΕΚ 460/30.6.1995 τεύχος Δ΄. Σύμφωνα με το από Ιούλιο 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.Σ.**, η εδαφική έκταση που καταλαμβάνει ο αιγιαλός, μετά την ως άνω χάραξη των ορίων του, ανέρχεται σε 34.300 τ.μ., όπως άλλωστε ρητά συνομολογείται
Από το ακίνητο με αριθμό κτηματολογικής μερίδας 4980 γαιών Μαλώνας, που χαρακτηρίζεται από αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, ως demaniale, δηλαδή ως δημόσια γη, αποσπάσθηκε ένα τμήμα και αποτέλεσε τη μερίδα με αριθμό 4980 Α, το οποίο πωλήθηκε με το υπ' αριθ. 15195/1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Χ.Γ.** από τον ΟΔΑΠΔ στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.Α. Α.Τ.** Α.Ε.". Το πωληθέν με το ως άνω συμβόλαιο τμήμα της μερίδας 4980 (δηλ. η δημιουργηθείσα ακολούθως μερίδα 4980 Α) έχει, σύμφωνα μ' αυτό, έκταση 170.000 τ.μ. και συνορεύει νοτίως με "δημόσια παραλία", προφανώς νοουμένου με τον όρο τούτο του αιγιαλού, αφού ζώνη παραλίας όχι μόνο δεν υπήρχε τότε, αλλ' ούτε μέχρι τώρα έχει χαραχθεί, η ύπαρξη της οποίας κατά πάσα περίπτωση καθιστά δυσμενέστερη τη θέση της αναιρεσείουσας εταιρείας και αποδυναμώνει τους ισχυρισμούς της, αφού η παραλία αποτελεί εδαφική λωρίδα πέραν του αιγιαλού προς την πλευρά της ξηράς, μειώνει δηλαδή περαιτέρω την ιδιωτική ιδιοκτησία. Με το δεδομένο αυτό είναι προφανές όχι μόνον ότι το πωληθέν τμήμα δεν είχε όρια τη θάλασσα, αλλά και δεν μπορούσε να συμβεί αυτό, αφού ο πωλητής του ΟΔΑΠΔ εστερείτο ειδικώς της εξουσίας εκποιήσεως των αιγιαλών (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 ν. 2100/ 1952). Ακολούθως με το 12725/1988 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Μ.Λ.** το ακίνητο αυτό, δηλαδή η μερίδα 4980 Α, εκτάσεως 170.000 τ.μ., μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσείουσα εταιρεία. Στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο ως ανατολικό όριο του πωληθέντος και αποσπασθέντος τμήματος (από τη μερίδα 4980) φέρεται η θάλασσα (και κάποιες άλλες μερίδες) και όχι ο αιγιαλός, όπως έπρεπε, αφού είναι σαφές ότι το προς ανατολάς όριο της μερίδας 4980 Α (η οποία πράγματι καθ' όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς της έχει όριο τον αιγιαλό και πέραν αυτού τη θάλασσα) συμπίπτει με το προς νότο όριο της αρχικής μερίδας 4980, ως εκ της θέσεως του αποσπασθέντος τμήματος. Ενώ όμως με τα ως άνω συμβόλαια μεταβιβάσθηκε τμήμα 170.000 τ.μ., μετά από γενόμενη εμβαδομέτρηση της μερίδας 4980 Α, τόσο επί του κτηματολογικού διαγράμματος όσο και επί του εδάφους της, η μερίδα αυτή βρέθηκε να έχει επιφάνεια 204.500 τ.μ., δηλαδή 34.500 τ.μ. περισσότερα από τα αναγραφόμενα στα ως άνω συμβόλαια και μεταβιβασθέντα στη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια στην ίδια. Με τη διαφορά αυτή των 34.500 τ.μ. συμπίπτει σχεδόν απολύτως ο προσδιορισθείς και χαραχθείς με την ως άνω απόφαση αιγιαλός, αφού αυτός καταλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, επιφάνεια 34.300 τ.μ., δηλαδή από την επί πλέον έκταση, στην οποία επεκτάθηκε η 4980 Α μερίδα, δεν περιλήφθηκαν στον αιγιαλό 200 τ.μ. Από τα παραπάνω και αφού ληφθεί επίσης υπόψη ότι: α) ο αιγιαλός είναι δημιούργημα της φύσεως και όχι της βουλήσεως της πολιτείας, ο καθορισμός του δε από την αρμόδια Επιτροπή γίνεται για διοικητικούς καθαρά λόγους και έχει απλώς διαπιστωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα, β) όπως ρητά αναφέρεται στην έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής (και στην απόφαση που την επικύρωσε) για τη χάραξη των ορίων του αιγιαλού στην περιοχή της Α.Α.** (ρητά μάλιστα διευκρινίζεται ότι πρόκειται για χάραξη των ορίων του αιγιαλού μπροστά από την ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας και όχι περιλαμβάνουσα και τμήμα αυτής) λήφθηκε υπόψη το όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος προσαυξημένο κατά 12 μέτρα (άρθρο 3 του Κτημ. Κανονισμού) και γ) ως απαλλοτριωτέα κατ' άρθρο 4 του α.ν. 2344/1940 ιδιωτικά κτήματα νοούνται προδήλως τα κείμενα εκτός της ζώνης της μεγίστης συνήθους αναβάσεως των κυμάτων προσαυξημένης κατά 12 μέτρα εκτός των αστικών περιοχών, καθόσον τα εντός αυτής ανήκουν στον κοινόχρηστο αιγιαλό, παρέπεται ότι το προαναφερθέν τμήμα των 34.500 τ.μ. αποτελούσε ανέκαθεν τον ανήκοντα στο Δημόσιο κοινής χρήσεως αιγιαλό και όχι τμήμα της ανήκουσας στην αναιρεσείουσα 4980 Α μερίδας (μη μεταβιβασθέν στη δικαιοπάροχό της και σ' αυτήν με τα προαναφερόμενα συμβόλαια). Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ΄ αυτήν σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο επί του ζητήματος του χαρακτηρισμού της επίδικης εδαφικής εκτάσεως ως αιγιαλού, αφού από αυτές καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο, με δική του παραδοχή και διαπίστωση, που προέκυψε από τις μνημονευόμενες στην απόφασή του αποδείξεις, καθόρισε την έκταση του φυσικού φαινομένου της μέγιστης, πλην συνήθους, αναβάσεως του χειμερίου κύματος και με βάση τον καθορισμό αυτόν συμπέρανε ότι το επίδικο αποτελεί αιγιαλό κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, δηλαδή είναι χερσαία ζώνη η οποία από την μία πλευρά βρίσκεται σε επαφή με τη θάλασσα και από την άλλη φθάνει μέχρι το όριο του μεγαλύτερου αλλά συνηθισμένου χειμερινού κύματος, προσαυξημένη κατά δώδεκα μέτρα, δεδομένου ότι, ως δέχεται, αυτό κείται στη Ρόδο, εκτός αστικής περιοχής. Τούτο προκύπτει από τη συνεκτίμηση του συνόλου των ανωτέρω αιτιολογιών, πριν από τις οποίες προτάσσεται νομική σκέψη με την ορθή ως άνω έννοια του αιγιαλού, ιδίως δε από τον τρόπο της αναφοράς του Εφετείου στο περιεχόμενο της εκθέσεως της αρμοδίας επιτροπής ("όπως αναφέρεται..."), ότι δηλαδή η χαραχθείσα οριογραμμή ανταποκρίνεται στο όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος προσαυξημένο κατά 12 μέτρα. Την αναφορά αυτή επαναλαμβάνει το Εφετείο με τον ίδιο τρόπο και στις τελικές του επισημάνσεις, στις οποίες εκθέτει ότι ο αιγιαλός είναι δημιούργημα της φύσεως και όχι της βουλήσεως της πολιτείας, ότι ο καθορισμός του από την αρμόδια επιτροπή έχει διαπιστωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα και ότι απαλλοτριωτά ιδιωτικά κτήματα είναι εκείνα που κείνται εκτός της ζώνης της μεγίστης συνήθους αναβάσεως των κυμάτων προσαυξημένης, εκτός αστικών περιοχών κατά 12 μέτρα. Από τις αιτιολογίες αυτές προκύπτει ότι δεν γίνεται με αυτές απλή παραπομπή στο περιεχόμενο της αποφάσεως της επιτροπής του άρθρου 100 του π.δ.
284/1988, αλλά οι αιτιολογίες αυτές ενέχουν ουσιαστική παραδοχή και κρίση του δικαστηρίου, που προέκυψε από τις αποδείξεις, με την οποία αυτό υιοθετεί και αποδέχεται ως ακριβείς τις διαπιστώσεις της επιτροπής. Τούτο επιβεβαιώνεται και από την ειδικότερη διαπίστωση του Εφετείου ότι η έκταση αυτή ήταν κοινόχρηστος αιγιαλός ανέκαθεν. Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου 5ος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη γνώμη όμως τεσσάρων (4) μελών του Δικαστηρίου και δη του Θεοδώρου Τόλια Αντιπροέδρου και των Εμμανουήλ Δαμάσκου, Γεωργίου Χριστόφιλου και Σπυρίδωνος Μπαρμπαστάθη, Αρεοπαγιτών, οι ανωτέρω παρατεθείσες αιτιολογίες του Εφετείου για το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτηρισμού της επίδικης εκτάσεως ως αιγιαλού είναι ανεπαρκείς και ασαφείς, διότι από αυτές δεν προκύπτει σαφώς παραδοχή του Εφετείου, δική του, για τα περιστατικά που είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό της εδαφικής εκτάσεως, για την οποία η κατά τα άνω αίτηση της ήδη αναιρεσειούσης, ως αιγιαλού, κατά τις ως άνω περί αυτού ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα δεν προκύπτει σαφώς παραδοχή του Εφετείου, ότι η έκταση αυτή, που ευρίσκεται, όπως το Εφετείο δέχθηκε, στη Ρόδο εκτός αστικού κέντρου κείται εντός του ορίου του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος, προσηυξημένου κατά 12 μέτρα. Τούτο διότι γίνεται μεν στις πιο πάνω παρατεθείσες αιτιολογίες αναφορά στη συνταγείσα από την αρμόδια Επιτροπή καθορισμού ορίων Αιγιαλού από 3.10.1994 έκθεσή της, και την σ' αυτή γινόμενη επισήμανση ότι η καθορισθείσα και χαραχθείσα οριογραμμή αιγιαλού, που αφορά την εδαφική έκταση, για την οποία η πιο πάνω αίτηση της ήδη αναιρεσειούσης, αποτελεί το όριο του μεγίστου πλην συνηθισμένου χειμερινού κύματος προσαυξημένου κατά 12 μέτρα, δεν διευκρινίζεται όμως αν η επισήμανση αυτή της Επιτροπής, στην πιο πάνω Έκθεσή της, που επαναλήφθηκε στην κυρώσασα αυτή υπ΄ αριθ. 668/1995 απόφαση του περιφερειακού Δ/ντού Δωδεκανήσου, στην οποία επίσης στην αναιρεσιβαλλόμενη γίνεται αναφορά, αποτελεί δική του, του Εφετείου, παραδοχή για τα περιστατικά αυτά. Επίσης δε, διότι δεν προκύπτει σαφώς τέτοια παραδοχή (δική του του Εφετείου) υπό τα, ως άνω στις αιτιολογίες διαλαμβανόμενα, ότι "αφού ληφθεί υπόψη... β) όπως ρητά αναφέρεται στην Έκθεση της αρμοδίας Επιτροπής και στην απόφαση που την επικύρωσε για τη χάραξη των ορίων του αιγιαλού ... λήφθηκε υπόψη το όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος προσαυξημένου κατά 12 μέτρα ... παρέπεται ότι το προαναφερθέν τμήμα των 34.500 τ.μ. αποτελούσε ανέκαθεν τον ανήκοντα στο Δημόσιο κοινής χρήσεως αιγιαλό". Επομένως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας του Δικαστηρίου το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως αφού στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, ένεκα ανεπαρκών αιτιολογιών, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου περί αιγιαλού διατάξεων, ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και γι΄ αυτό έπρεπε να γίνει δεκτός ως και κατ΄ ουσίαν βάσιμος ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια ως άνω 5ος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου. [Επικυρώνει την 178/98 ΕφΔωδ]