Κυρ 9 Απρ 2017 07:02:21 μμ

Δικαιοσύνη για όλους

Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Κ. Παναγόπουλου και Ιουλίας Γ. Εξαρχάκου

Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Κ. Παναγόπουλου και Ιουλίας Γ. Εξαρχάκου

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Με τη με αριθμό 34100/99 (Φ.Ε.Κ. 2131 Β΄/99) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά  τη με αριθμό 2701/16.11.99 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 &...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Μετάδοση σε τηλεοπτική εκπομπή στιγμιοτύπων ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας»

Απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως εταιρίας που εκμεταλλεύεται ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας κατά αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., με την οποία επιβλήθηκαν στο σταθμό, λόγω μεταδόσεως κατά τη διάρκεια δύο εκπομπών στιγμιοτύπων που είχαν ληφθεί με τη μέθ...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Επίκαιρες Δικαστικές Αποφάσεις
Επίκαιρες Δικαστικές Αποφάσεις

Επίκαιρες Δικαστικές Αποφάσεις (33)

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1271
Ετος: 2011

Περίληψη

Κτήση κυριότητας από ιδιώτες επί ακινήτων του Δημοσίου -. Προς τούτο απαιτούνται αθροιστικώς οι ακόλουθες προϋποθέσεις : Α) Να πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ως άνω νόμου) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2.000 κατοίκους. Β) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετρ. μέτρων ή β) μείζονος των 2.000 τετρ. μέτρων, εφόσον στο ακίνητο αυτό υπήρχε στις 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης, Γ) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του νόμου α) επί 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή β) επί 30 έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως. Στο χρόνο νομής των περιπτ. α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Εξαιρούνται από τη ρύθμιση τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Δημοσίου.


Κείμενο Απόφασης

<webtop:message key=Αριθμός 1271/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Π. και 2. Α. συζ. Ν. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Καλαϊτζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2006 μη οριστική, 68/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-12-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003 ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α)νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι τη έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις στις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Από την ως άνω σαφή διατύπωση των προπαρατεθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις εφαρμογής του είναι αθροιστικώς, οι ακόλουθες: Α) Να πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ως άνω νόμου) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2.000 κατοίκους. Β) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετρ. μέτρων ή β) μείζονος των 2.000 τετρ. μέτρων, εφόσον στο ακίνητο αυτό υπήρχε στις 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης, Γ) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του ως άνω νόμου α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή β) επί τριάντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. Εξάλλου, στο χρόνο νομής των ως άνω περιπτώσεων α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 966, 968 και 1054 ΑΚ προκύπτει ότι τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κοινής χρήσεως είναι ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και, επομένως, δεν μπορούν να είναι αντικείμενο της κατά το ιδιωτικό δίκαιο κτήσεως είτε κατά κυριότητα είτε κατά νομή από οποιονδήποτε τρίτο, του οποίου το δικαίωμα προς χρήση των πραγμάτων αυτών δεν συνιστά νομή ή οιονεί νομή ή κατοχή αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του ανθρώπου και προστατεύεται με την ΑΚ 57 μόνο στην περίπτωση παρακωλύσεως ή αποβολής από τη χρήση του κοινοχρήστου πράγματος.

Συνεπώς, τα ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο κοινόχρηστα πράγματα δεν καταλαμβάνονται από το ως άνω άρθρο 4 του ν. 3127/2003. Πράγματα δε κοινής χρήσεως, κατά τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 966 και 968 ΑΚ, είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αιγιαλοί, τα λιμάνια και όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Δεδομένου δε ότι από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υφίσταται όταν, σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, οι παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση του κανόνα δικαίου, παρέπεται, ότι, όταν προβάλλεται λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ότι προσάπτονται πράγματι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, όταν από τις εκτιθέμενες παραδοχές της αποφάσεως, λόγω της ανεπάρκειας ή της αντιφατικότητάς τους, δεν καθίσταται μεν βέβαιη η παραβίαση, αλλά δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν έγινε ή όχι παραβίαση ορισμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων - αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου: "Με το .../24-12-1990 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης ..., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 35, οι Ι. Λ. και Δ. Λ. του Μ. πώλησαν και μεταβίβασαν στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτούς, ποσοστό 39,31% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, κείμενου στην Αλεξανδρούπολη, στο 429 Ο.Τ., επί της μέλλουσας να διανοιγεί οδού ..., συνολικής εκτάσεως 552 τ.μ., το οποίο συνορεύει νοτιοανατολικώς με την οδό ..., με πλευρά μέτρων 22,50, βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία Β., με πλευρά μέτρων 26,50 νοτιοδυτικώς με την οδό ... με πλευρά μέτρων 20 και βορειοανατολικούς με ιδιοκτησία των πωλητών, με πλευρά μέτρων 21 στο οποίο εξ αδιαιρέτου ποσοστό αντιστοιχεί αυτοτελές και διηρημένο, κατά τις διατάξεις των ν. 3741/1929 και 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, τμήμα οικοπέδου, εκτάσεως 217 τ.μ, που συνορεύει βορειο-ανατολικώς με ιδιοκτησία των πωλητών, με πλευρά μέτρων 21, βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία Β., με πλευρά μέτρων 10,50 νοτιοανατολικώς με την οδό ... με πλευρά μέτρων 10,50. και νοτιοδυτικώς με υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου με πλευρά μέτρων 20,50. Κατά τα ιστορούμενα στο συμβόλαιο αυτό, οι πωλητές φέρονται ότι απέκτησαν την κυριότητα μεγαλύτερης εκτάσεως, στην οποία περιλαμβάνεται και το πωληθέν τμήμα (επίδικο), δυνάμει δωρητηρίου συμβολαίου που συντάχθηκε το έτος 1944, το οποίο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της διπλής κατοχής της πόλεως από τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους κατά τα έτη 1941-1944. Στο άνω συμβόλαιο δεν αναφέρεται το όνομα του δωρητή. Με την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες, υπ'αριθμ. 35/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) βεβαιώθηκε ότι το μήνα Μάρτιο 1944 συντάχθηκε ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Πασχάλη Ζωίου δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο ο πατέρας των προαναφερόμενων δικαιοπαρόχων των εναγόντων (πωλητών), Μ. Λ., δώρησε, μεταξύ άλλων, στους γιους του Ι. και Δ. Λ., ένα τμήμα εκτάσεως 335 τ.μ, του προαναφερόμενου μείζονος οικοπέδου συνολικής εκτάσεως 552 τ.μ, ότι το δωρητήριο αυτό συμβόλαιο είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης και ότι τόσο τα αρχεία του ανωτέρω συμβολαιογράφου, όσο και του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Γερμανοβουλγαρικής κατοχής κατά τα έτη 1941-1994. Το οικοπεδικό τμήμα που βεβαιώνεται με την απόφαση αυτή δωρήθηκε από τον Μ. Λ. στους γιους του Ι. και Δ. Λ.; δυνάμει δωρητηρίου συμβολαίου νομίμως μεταγεγραμμένου, είναι άλλο από το επίδικο τμήμα εκτάσεως 217 τμ που οι τελευταίοι μεταβίβασαν στους ενάγοντες, κατά τα προαναφερόμενα, και συγκεκριμένα, είναι το υπόλοιπο τμήμα του μείζονος οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 552 τ.μ, (335+217τ.μ=552), το οποίο συνορεύει, κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση αυτή, βορειοανατολικώς με ιδιοκτησία του πρώτου των εναγόντων (ήτοι με το επίδικο τμήμα), νοτιοανατολικώς με την οδό ..., νοτιοδυτικώς με την οδό ... και βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία Β.. Τα παραπάνω ενισχύονται και από τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων στην κρινομένη έφεση, και δη στην 6η σελίδα, όπου και αναφέρεται επί λέξει: "Απλά στην απόφαση αυτή (35/2001 εκούσιας δικαιοδοσίας) αναφέρεται ότι το 2001, που εκδικάσθηκε η σχετική αίτηση βεβαίωσης του γεγονότος της σύνταξης, υπογραφής, και μεταγραφής του δωρητηρίου συμβολαίου του Μ. Λ..-.είχε μείνει, μετά την μεταβίβαση των 217 τ.μ σε μας (εννοεί στους εκκαλούντες) οικόπεδο 335 τμ. Για το αληθές του ισχυρισμού αυτού η απόφαση 35/2001 αναφέρει ότι το οικόπεδο των 335 τ.μ βορειοανατολικά συνορεύει με ιδιοκτησία μας, διότι ήδη από το έτος 1990 εμείς έχουμε αποκτήσει την κυριότητα των 217 αυτών τετραγωνικών μέτρων". Συνακόλουθα, η ανωτέρω 35/2001 απόφαση δεν αφορά το επίδικο ακίνητο των 217 τ.μ αλλά το όμορο αυτού των 335 τ.μ τα οποία, και τα δύο μαζί, αποτελούσαν την μείζονα έκταση των 552 τ.μ στην οποία γίνεται αναφορά αφ' ενός μεν στο συμβόλαιο υπ' αριθ..../1990 σχετικά με το επίδικο ακίνητο εκτάσεως 217 τ.μ αφ' ετέρου δε στην υπ' αριθ. 35/2001 απόφαση σχετικά με την υπόλοιπη έκταση των 335 τμ. Έτσι, η αναφερόμενη στο υπ' αριθ. .../1990 συμβόλαιο και όσον αφορά το επίδικο ακίνητο των 217 τ.μ, "δωρεά που έγινε στους δικαιοπαρόχους (πωλητές) των εναγόντων κατά το έτος 1944 των συμβολαίων απολεσθέντων κατά τη Γερμανο-βουλγαρική κατοχή" δεν προσεπιβεβαιώνεται ούτε φυσικά με την προσκόμιση συμβολαίου αλλά ούτε και με απόφαση του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την εκούσια δικαιοδοσία. Σε κάθε περίπτωση, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ως δωρεοδόχοι, αποδέχθηκαν την επικαλούμενη, από τους ενάγοντες δωρεά με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμένο, ενόψει μάλιστα και της ηλικίας τους (γεννήθηκαν τα έτη 1928 και 1930 αντιστοίχως), οι οποίοι, κατά το φερόμενο χρόνο της δωρεάς, ήτοι το 1944, αυτοί θα ήσαν ανήλικοι και δη 16 και 14 ετών αντίστοιχα. Πέραν δε τούτων, από κανένα επίσης αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε οι ενάγοντες επικαλούνται, νόμιμο τρόπο κτήσεως της κυριότητας του μεγαλυτέρου αυτού ακινήτου από τον (αναφερόμενο στο .../1990 συμβόλαιο) δωρητή και τους δικαιοπαρόχους του, δεδομένου ότι η περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στις "Νέες Χώρες", για τις οποίες ίσχυε ιδιαίτερο νομοθετικό πλαίσιο. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός του τεμαχίου 1740 Α'. Το τεμάχιο 1740 Α' αποτελεί το εναπομείναν τμήμα του τεμαχίου 1740 της οριστικής διανομής του 1932 του αγροκτήματος Καλλιθέας-Ν. Χιλής μετά τη μεταβολή που υπέστη, προκειμένου να τεμαχισθεί και μέρη αυτού (1740 Β', 1740 Γ', 1740 Δ') να δοθούν σε ιδιώτες. Το τεμάχιο 1740, ως σύνολο είχε έκταση 23.765 τ.μ, και το οποίο καταχωρίσθηκε στους κτηματολογικούς πίνακες ως "Συνοικισμός". Το υπ' αριθμ. 1740 τεμάχιο διαιρέθηκε στα υπ' αριθμ. 1740 Α, 1740 Β, 1740 Γ και 1740 Δ επί μέρους τεμάχια, εκ των οποίων το υπ' αριθμ. 1740 Α, εκτάσεως 21.380,25 τ.μ, χαρακτηρίσθηκε ως "Συνοικισμός" και έμεινε αδιάθετο, ενώ τα υπόλοιπα διατέθηκαν σε ιδιώτες. Το επίδικο αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 1740 Α τεμαχίου, το οποίο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως της Αλεξανδρούπολης το έτος 1978. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην επακολουθήσασα οριστική διανομή του συνοικισμού ... Αλεξανδρούπολης του έτους 1940, δεν περιελήφθη το ανωτέρω υπ' αριθμ. 1740 Α τεμάχιο, πλην μικρού τμήματος αυτού, που αντιστοιχεί, μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως και τη ρυμοτόμηση, στο Ο.Τ. 17, ενώ το επίδικο βρίσκεται στο Ο.Τ 429, όπως προεκτέθηκε. Ο πιο πάνω χαρακτηρισμός "Συνοικισμός" έχει την έννοια ότι το εν λόγω τεμάχιο (1740 Α) προοριζόταν για τη διανομή για τη δημιουργία συνοικισμού και, επομένως, εφόσον δε διανεμήθηκε ποτέ, παρέμεινε στην ιδιοκτησία του Δημοσίου για κοινή χρήση, ως κοινόχρηστο, και, συνεπώς, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, κατ' άρθρα 966, 967 και 1054 ΑΚ. Για τα περιστατικά αυτά σαφής είναι η ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Σ. Κ., η οποία επιβεβαιώνεται από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από το εναγόμενο, 17/1993 και 32/2003 γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, (αρθρ.90 ΠΔ 284/1988) από τις οποίες η πρώτη έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1059441/3199/Α0010/11-5-1993 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Ειδικότερα, με την 17/1993 γνωμοδότησή του το Γ.Σ.Δ.Κ, κρίνοντας το ιδιοκτησιακό καθεστώς, μεταξύ άλλων, και του υπ' αριθμ. 1740 τεμαχίου του χάρτη διανομής του έτους 1932 στο αγρόκτημα Καλλιθέας-Ν.Χιλής, επ' ευκαιρία των από 20-5-1990, 25-5-1990 και 14-11-1991 έγγραφων καταγγελιών προς το Δήμο Αλεξανδρούπολης, τη Νομαρχία Έβρου και την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, του Συνοικισμού Συμβουλίου της 4ης Συνοικίας Αλεξανδρούπολης, με τα οποία το άνω Συνοικιακό Συμβούλιο ζητούσε να γίνει κατάληψη από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου της ."κοινόχρηστης έκτασης που βρίσκεται μεταξύ των οδών ...-... (νυν ...) και ..., την οποία ορισμένοι θέλουν να ιδιοποιηθούν και να διαμορφωθεί και να αξιοποιηθεί από το Δήμο η έκταση που κατείχε ο Θ. Λ. στο Ο.Τ. 429", γνωμοδότησε ότι το 1740 τεμάχιο της διανομής του έτους 1932 παρέμεινε κοινό ως "Συνοικισμός" και ουδέποτε διανεμήθηκε, επομένως παρέμεινε στην κυριότητα του Δημοσίου ως κοινόχρηστο και ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Με την 32/20-3-2003 γνωμοδότησή του, το Συμβούλιο του άρθρου 90 του π.δ.284/1988, κρίνοντας επί της από 14-8-2001 αιτήσεως διαφόρων κατοίκων της περιοχής, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, οι οποίοι ζητούσαν να αναγνωρισθούν κύριοι της επίδικης εκτάσεως, γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της απορρίψεως της αιτήσεως. Τα περιστατικά αυτά δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες, υπ' αριθμ. πρωτ. Ζ/15184/5-11-1975 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Έβρου (Τμήμ. Εποικ. Αναδ.) 14203/31-10-1975 της Επιθεώρησης Υπηρεσίας Τοπογραφήσεων και Μηχ/σεως Ανατ. Μακεδονίας-Θράκης (Τμήμα Ελέγχου Τοπ. Εργασιών), και 47/10-1-2002 της Διεύθυνσης Τοπογραφίας του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου, στα οποία όλως αορίστως αναφέρεται ότι ολόκληρο το 1740 τεμάχιο απετέλεσε αντικείμενο της αρχικής διανομής του έτους 1940 του συνοικισμού ... και χωρίς τις διακρίσεις σε τμήματα μετά την προαναφερθείσα διανομή, και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται στο επίδικο. Τέλος το επίσης επικαλούμενο, από τους εκκαλούντες, υπ' αριθμ. πρωτ. 253/26-2-93 έγγραφο της κτηματικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Έβρου αφορά άλλα οικοδομικά τετράγωνα (429 Α', 429 Β' και 431) και όχι αυτό (429) που βρίσκεται το επίδικο. Περαιτέρω και σε εκτέλεση της ως άνω υπ' αριθμ. πρωτ. 1059441/3199/Α0010/11-5-1993 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, τμήμα του τεμαχίου 1740 Α, εμβαδού 2.022,62 τ.μ., που βρίσκεται στα Ο.Τ. 429 (όπου και το επίδικο) και 429 Α του σχεδίου πόλεως Αλεξανδρούπολης, καταχωρίσθηκε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων με αριθμό ΑΒΚ 2665. Παρά ταύτα, οι ενάγοντες εξακολουθούν να κάνουν χρήση του επιδίκου δημοσίου κτήματος. Ως εκ τούτου, ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Έβρου με το υπ' αριθμ. πρωτ. 886/11-5-2001 πρωτόκολλο καθόρισε την αποζημίωση της αυθαίρετης αυτής χρήσεως. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ασκήθηκε η από 23-5-2001 (υπ αριθμ. καταθέσεως 105/2001) ανακοπή των εναγόντων, η οποία απορρίφθηκε με την 144/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης. Με το από 24-5-2004 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, το ως άνω δημόσιο κτήμα με αριθμό 2665, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο παραδόθηκε από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Έβρου στον Διευθυντή Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου, ως διαχειριστή των εποικιστικών εκτάσεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υπό κρίση αγωγή, εφόσον το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να τύχει εφαρμογής το άρθρο 4 του ν. 3127/2003". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή, η οποία ως θεμέλιό της είχε την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, και απέρριψε την έφεση των εναγόντων κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, που έκρινε ομοίως. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως κοινοχρήστου και συνακόλουθα, της μη εφαρμογής (λόγω της ιδιότητας αυτής) του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται το είδος του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. 1740 Α τεμαχίου, τμήμα του οποίου κατά ανελέγκτως δεκτά γενόμενα αποτελεί το επίδικο ακίνητο, ούτε αναφέρεται αν το τοπογραφικό συνεργείο του Δημοσίου, που αποτύπωσε το έτος 1932 τις ιδιοκτησίες του αγροκτήματος Καλλιθέας -Ν Χιλής κατέγραψε το εν λόγω ακίνητο ως κοινόχρηστο και αν αυτό διατήρησε έκτοτε την ιδιότητά του αυτή, ενώ, τέλος, δεν προσδιορίζεται η χρήση του επίδικου ακινήτου κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή κρίσιμους χρόνους, προκειμένου να κριθεί αν με αυτή υπάρχει θεραπεία του κοινού συμφέροντος και κατά πόσο είναι η προσήκουσα για να προσδώσει σ' αυτό (επίδικο) την ιδιότητα του κοινοχρήστου. Συνεπώς, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη και σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί του, αν το επίδικο απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, προκειμένου να κριθεί στη συνέχεια αν συντρέχουν ή όχι οι όροι εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικού διατάξεως του άρθρου 4 του ν. 2127/2003. Επομένως, είναι βάσιμος ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, παρότι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προβάλλοντος, κατ' ορθή εκτίμησή του, αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ.

2- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και εκείνοι που στηρίζουν την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του, αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ.1 και 8 του ίδιου άρθρου, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει στις κοινόχρηστες (εποικιστικές) εκτάσεις του Δημοσίου. Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1) το με αριθμό πρωτ. 2470/18-10-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Τοπογραφίας της Νομαρχίας Έβρου, 2) την με ημερομηνία 4/5-12-1991 έκθεση έρευνας του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Έβρου και 3) το με αριθμό πρωτ. 253/26-2-1993 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Έβρου. Επίσης, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη το με αριθμό 46/10-1-2002 έγγραφο της Διευθύνσεως Τοπογραφίας της Νομαρχίας Έβρου, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις ίδιες ως άνω προτάσεις προς απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και αυτό γιατί το Εφετείο δεν κάνει καμία απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων, δεδομένου ότι, υπό το εκτιθέμενο ειδικότερα, στο αναιρετήριο, περιεχόμενό τους μπορούσαν αυτά να ενισχύσουν τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων. Είναι συνεπώς βάσιμοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης.

3.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 194/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<webtop:message key=

Saturday, 23 August 2014 09:49

Πράγμα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966)

Γραφει ο/η Administrator

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 444
Ετος: 2011

Περίληψη

Ιδιοκτησιακό καθεστώς της "αγοράς" Π. Ψυχικού -. Αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966), περιήλθε στη κυριότητα της Κοινότητας και ακολούθως του Δήμου Π. Ψυχικού, εφόσον δεν απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, ουδέποτε, περιήλθε στην ιδιωτική περιουσία του Δήμου και δεν ήταν δεκτικό συναλλαγής, ούτε χρησικτησίας.


Κείμενο Απόφασης

<webtop:message key=Αριθμός 444/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ο ΚΕΚΡΟΨ ΑΕ", που εδρεύει στο Παλαιό Ψυχικό, και εκπροσωπείται νόμιμα,, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της: 1. Φώτιο Κρεμμύδα, 2. Γρηγόριο Λογοθέτη και 3. Σπυρίδωνα-Ιωάννη Κλαδά.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δήμου Παλαιού Ψυχικού, που εδρεύει στο Παλαιό Ψυχικό Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του α) Πλάτωνα Νιάδη και β) Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη, 2. Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Περιβαλλοντικής Προστασίας Ψυχικού", που εδρεύει στο Π. Ψυχικό Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πολυζωγόπουλο και 3. Κωνσταντίνος Πολυζωγόπουλος, δικηγόρος κατοίκου Π. Ψυχικού Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1992 αγωγή του Δήμου Π. Ψυχικού, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5970/1993 του ίδιου Δικαστηρίου και 10.184/1995 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1415/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τις 3867/1998 μη οριστική, 169/2006 οριστική αποφάσεις, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-1-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι τρεις πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι δύο πληρεξούσιοι του πρώτου αναιρεσίβλητου και ο 3ος αναιρεσίβλητος ατομικά και ως πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσίβλητου ζήτησαν την απόρριψή της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 967 του ΑΚ κοινής χρήσεως πράγματα είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αιγιαλοί, τα λιμάνια και οι όχθες τους. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 968, 969 και 970 του ΑΚ, προκύπτει, ότι κοινής χρήσεως είναι τα πράγματα, τα οποία είτε από το νόμο, είτε από τη βούληση του ιδιοκτήτη (όπως με διαθήκη ή δωρεά), έλαβαν τον προορισμό αυτό με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων. Χαρακτηριστικό στοιχείο της κοινής χρήσεως είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσεως εξαρτάται από τον προορισμό που δόθηκε στο πράγμα, την επάρκειά του και τον αριθμό των προσώπων που μετέχουν στην κοινή χρήση, αφού, όσο ευρύτερος είναι ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν σ' αυτή, τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Εκτός από τα ενδεικτικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 967 ΑΚ, κοινόχρηστα, της κατηγορίας των προορισμένων στην εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών, είναι και οι μόνιμοι τόποι ή κτίρια αγορών, η ίδρυση των οποίων αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση των κατοίκων του αντίστοιχου Δήμου ή της Κοινότητας. Αυτά θεωρούνται ως πράγματα εκτός συναλλαγής (άρθρ. 966) και ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν στο Δήμο ή στη Κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει αλλιώς. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδαφ. β, 3 παρ. 2, 7 παρ. 1 και 2, 29, 30 παρ. 1 και 37 παρ. 3 του Ν.Δ. της 17/7/1923 "περί σχεδίων πόλεων κ.λ.π", που, σε θέματα πολεοδομίας, εκφράζει το πνεύμα των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων του 1911 και 1952 και του ισχύοντος Σ/1975, κατά το άρθρο 24 παρ. 2 του οποίου, η πολεοδόμηση ανήκει στη ρυθμιστική αρμοδιότητα του Κράτους, προκύπτουν τα εξής: Η ανέγερση κτιρίων που εξυπηρετούν δημόσιους, δημοτικούς (ή κοινοτικούς) θρησκευτικούς γενικά σκοπούς, και όχι μόνο ανάγκες της συγκεκριμένης πόλης του Δήμου ή της Κοινότητας, δηλαδή γενικά κοινωφελών κτιρίων και εγκαταστάσεων, είναι στενά συνδεδεμένη με το σχέδιο πόλης, γιατί επηρεάζει τη μορφή και την εν γένει οικονομία της πόλης και γενικότερα του οικισμού. Γι' αυτό και η ανέγερση των κτιρίων αυτών επιτρέπεται όχι οπουδήποτε αλλά μόνο στους χώρους, τους οποίους το ίδιο το σχέδιο πόλης, κατά την έγκρισή του, καθορίζει για το σκοπό αυτό (Σ.Τ.Ε. 3177/1984). Ο καθορισμός χώρων - στην έννοια του χώρου (οικοπέδου) για το σκοπό αυτό υπάγεται όχι μόνο ο χώρος που καταλαμβάνεται από το κτίριο, αλλά και ο ακάλυπτος χώρος που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα για την ομαλή λειτουργία του κτιρίου - για την ανέγερση των κοινωφελών κτιρίων πρέπει να γίνεται με πολεοδομικά κριτήρια, αλλά και με κριτήρια που ανάγονται στην εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού (Σ.Τ.Ε. 2549/1987). Ο καθορισμός αυτός, που συνεπάγεται περιορισμό της ιδιοκτησίας επιτρεπτό πρέπει να αιτιολογείται και από την άποψη ανάγκης ανέγερσης του κτιρίου και της καταλληλότητας του που επιλέχτηκε.

Προκειμένης ένταξης σε σχέδιο πόλης μεγάλων ιδιοκτησιών με πρωτοβουλία των ιδιοκτητών ή εκείνων που έχουν αναλάβει την εκμετάλλευση των σχετικών εκτάσεων, η έγκριση του σχεδίου στις περιπτώσεις αυτές συναρτάται με την επιβολή στους ιδιοκτήτες ορισμένων υποχρεώσεων στις οποίες περιλαμβάνεται η δωρεάν παραχώρηση εκτάσεων που καθορίζονται ως χώροι κοινόχρηστοι ή προοριζόμενοι για κοινωφελείς σκοπούς και η εκτέλεση έργων, με τα οποία εξυπηρετούνται οι ανάγκες του οικισμού. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 3, 5, 6 και 8, 12 παρ. 1 και 2 του Ν. Δ. 690/1948 "Περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων", προκύπτει ότι, οι καθοριζόμενοι εις συγκεκριμένο σχέδιο πόλης κοινόχρηστοι χώροι, περιέρχονται στην κοινή χρήση, από την έγκριση του σχεδίου, του κατά το χρόνο της έγκρισης του σχεδίου ιδιοκτήτη των υπό των κοινοχρήστων χώρων καταλαμβανομένων γηπέδων, θεωρουμένου κατ' αμάχητο τεκμήριο παραιτηθέντος της κυριότητας νομής ή κατοχής και παντός δικαιώματος επί τούτων, εφόσον επέσπευσε ή επεδίωξε την έγκριση του σχεδίου, άνευ άλλης διατύπωσης (και μεταγραφής) και ότι οι, έτσι, καθιστάμενοι κοινόχρηστοι χώροι, περιέρχονται, χωρίς αποζημίωση, εις τον κατά νόμο κύριο αυτών, Δημόσιο, Δήμο ή Κοινότητα, ακόμη και αν δεν παραδόθηκαν εις την κοινή χρήση μη επανερχόμενοι στους πρώην ιδιοκτήτες τους και εάν με τροποποίηση του σχεδίου απέβαλαν την ιδιότητα του κοινοχρήστου, καταστάντες οικοδομήσιμοι χώροι ή και τέθηκαν εκτός σχεδίου, εκτός εάν με την τροποποίηση καθίστανται κοινόχρηστοι άλλοι χώροι των ιδιοκτητών και κατά ίσο προς αυτούς εμβαδόν ή οι κατά την έγκριση του σχεδίου ιδιοκτήτες, είχαν με σχετική σύμβαση, επιφυλάξει εις εαυτούς την κυριότητά των επί των χώρων αυτών, σε περίπτωση αποβολής της ιδιότητός των ως κοινοχρήστων ή θέσης αυτών εκτός σχεδίου. Οι διατάξεις δε της παρ. 1 (ν.δ 690/1948) εφαρμόζονται και στην περίπτωση χώρων, οι οποίοι δεν καθορίσθηκαν μεν κοινόχρηστοι εκ του εγκριθέντος σχεδίου, τους οποίους, όμως, οι επισπεύσαντες την έγκριση αυτού εκδήλωσαν είτε με επαγγελία είτε με διαφημιστικούς χάρτες και διαγράμματα ή αγγελίες προς το σκοπό της προσέλευσης αγοραστών και εν γένει κατά οποιονδήποτε τρόπο την πρόθεση αυτών όπως θέσουν τούτους στη χρήση του κοινού (παρ. 3). Με τις ανωτέρω διατάξεις επιδιώκεται να εξασφαλιστεί η εφαρμογή του σχεδίου της ρυμοτομίας χωρίς δαπάνες για τους κοινόχρηστους χώρους και χώρους προοριζόμενους για κτίρια κοινής ωφέλειας, δια της εθελοντικής παραχώρησης των αναγκαίων για το σκοπό αυτό γηπέδων από τους ιδιοκτήτες των 5. Και ο σκοπός δεν εκπληρώνεται μόνον με το "αμάχητον τεκμήριον", ότι οι ιδιοκτήτες των γηπέδων, των καταλαμβανόμενων εκ του σχεδίου ως κοινοχρήστων χώρων, παραιτήθηκαν σιωπηρώς από κάθε δικαίωμά των επ' αυτών, πράγμα το οποίο αναγκαίως συνάγεται από το γεγονός, ότι αυτοί επιδίωξαν την έγκριση ή ζήτησαν την τροποποίηση του σχεδίου, άνευ της εφαρμογής του οποίου δεν θα ηδύναντο να διαιρέσουν τις υπόλοιπες εκτάσεις των σε οικόπεδα οικοδομήσιμα και να διαθέσουν αυτά σε τιμές, στις οποίες περιέλαβαν φυσικά και την αξία των γηπέδων των αφεθέντων σε κοινή χρήση. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τη ρητή, νομότυπη, παραίτησή τους από την κυριότητά τους και από κάθε δικαίωμά τους επί των γηπέδων αυτών (Ολ. ΑΠ 228/1983). Περαιτέρω, κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 5 του προαναφερόμενου άρθρου 1 (ΝΔ 690/1948) η ίδια συνέπεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χώρων αυτών επέρχεται και αν οι ιδιοκτήτες, συμμορφούμενοι προς σχετικό όρο, από τον οποίο είχε εξαρτηθεί η ισχύς του σχεδίου, παραιτήθηκαν μεν από τα δικαιώματά τους με σύμβαση που καταρτίσθηκε και εγκρίθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του από 17/7/1923 ν.δ/τος, στη συνέχεια, όμως, και μέχρι την έναρξη της ισχύος του προαναφερόμενου ν.δ/τος 690/1948, καταρτίστηκε νεότερη σύμβαση, κατά την οποία τα δικαιώματα αυτά περιέρχονται και πάλι στον αρχικό ιδιοκτήτη, χωρίς παραλλήλως να καταργηθεί ο αντίστοιχος κοινόχρηστος χώρος ή χώρος κοινωφελούς κτιρίου με ανάλογη τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου. Διότι όχι μόνο δεν προκύπτει βούληση του νομοθέτη να αναγνωρίσει τέτοιες μεταγενέστερες, μη προβλεπόμενες από το νόμο, συμφωνίες, με τις οποίες οι ιδιοκτήτες απαλλάσσονται από υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει προκειμένου να ενταχθούν τα ακίνητά τους σε σχέδιο πόλης, αλλά αντιθέτως η αναγνώριση αυτή αντιστρατεύεται τον προαναφερόμενο σκοπό του νόμου. Δεδομένου, ότι η καθιέρωση ενός πράγματος ως δημόσιου πράγματος, είναι πράξη δημόσιου δικαίου που δεν μπορεί να μετατραπεί ή ανατραπεί με ιδιωτικές συναλλαγές. Αν το δημόσιο πράγμα είχε καθιερωθεί με διοικητική πράξη, τότε η αποκαθιέρωση μπορεί να γίνει είτε με νόμο είτε με διοικητική πράξη, που εκδίδεται, αν δεν προβλέπεται ειδική διαδικασία, κατ' αρχήν από το ίδιο όργανο, κατά τη διαδικασία εκδόσεως και με τον ίδιο τύπο. Ο αποχαρακτηρισμός γίνεται με την έγκριση ή την τροποποίηση του διατάγματος ρυμοτομίας, γιατί από τότε παύει ο αρχικός προορισμός του κοινοχρήστου. Μόνο η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου δεν συνεπάγεται και κατάργηση του κοινοχρήστου. Η κατάργηση πρέπει να προβλέπεται από το σχέδιο ρυμοτομίας. (ΑΠ 142/1985). Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας παρ. 5 του άρθρου 1 ν.δ/τος 690/1948, στην κυριότητα του αρμόδιου νομικού προσώπου περιέρχονται τα ακίνητα που κατά το ρυμοτομικό σχέδιο προορίζονται για την ανέγερση κτιρίου κοινής ωφέλειας, αδιαφόρως αν έως την έναρξη ισχύος του νομοθετήματος αυτού είχε ήδη ανεγερθεί ή όχι το αντίστοιχο κτίριο. Σχετική διάκριση δεν δικαιολογείται, αφού κατά νόμο το ακίνητο σε κάθε περίπτωση παραμένει οριστικώς στην κυριότητα του νομικού προσώπου, δηλαδή και μετά την ανέγερση του κτιρίου, το οποίο, άλλωστε, λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα του προορίζεται προεχόντως για τη θεραπεία αναγκών των πολιτών και όχι για οικονομική εκμετάλλευση από μέρους του ιδιοκτήτη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς, με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος και νομέας του περιγραφόμενου ακινήτου, ήτοι του οικοδομικού τετραγώνου … του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Παλαιού Ψυχικού, και αναφορικώς με την ένσταση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας περί αποχαρακτηρισμού του επιδίκου από χώρο κοινής ωφέλειας σε χώρο ιδιωτικό, δέχτηκε τα ακόλουθα: Με επίσπευση της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί-Τουριστικαί-Οικοδομικαί και Λατομικαί Επιχειρήσεις Ο ΚΕΚΡΩΨ ΑΕ", ιδιοκτήτριας έκτασης 4.000 περίπου στρεμμάτων κειμένης στη θέση "Ψυχικό" Αθηνών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του από 17-7/16-8-1923 ν.δ/τος, με το από 20-11-1923 Β.Δ/μα (ΦΕΚ 342/24-11-1923 τευχ. Α') εγκρίθηκε, μετά την 3997/1923 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων και την 1079/1923 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων, το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού "Ψυχικού" και εντάχθηκε σ' αυτό η ως άνω εδαφική περιοχή, σύμφωνα με το οποίο το οικοδομικό τετράγωνο 69, συνολικού εμβαδού 7.230 τ.μ, χαρακτηρίστηκε ως χώρος Αγοράς. Ορίστηκε δε στο ίδιο διάταγμα, ότι η έγκριση του σχεδίου γίνεται υπό τον όρο αναλήψεως της επισπευδούσης την έγκριση οικοδομικής εταιρίας Κέκρωψ υποχρεώσεων ως προς την δωρεάν παραχώρηση γηπέδων προοριζομένων για κοινοχρήστους χώρους και άλλους κοινωφελείς σκοπούς, την εκτέλεση γενικής φύσεως έργων εξυπηρετικών του συνοικισμού και "την ανέγερσιν οικοδομών προς τους εις ους η εν λόγω εταιρεία θέλει εκποιήσει οικόπεδα του συνοικισμού, αι οποίαι υποχρεώσεις θέλουσι ορισθή λεπτομερώς δι' ειδικής μεταξύ του Δημοσίου ή του Δήμου Αθηναίων και της εταιρίας συμβάσεως". Ακολούθως, σε εκπλήρωση του όρου αυτού, μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας και του αναιρεσιβλήτου Δήμου Αθηναίων, στην περιφέρεια του οποίου ενέπιπτε τότε ο οικισμός Ψυχικού, υπογράφηκε το ... συμβόλαιο (πράξη) του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Σκούταρη, με το οποίο συμφωνήθηκαν, εκτός των άλλων, τα εξής: "Η εταιρεία δηλώνει ότι ουδεμία απαίτηση αποζημιώσεως από το Δήμο Αθηναίων έχει για τα καταλαμβανόμενα και περιγραφόμενα στο συμβόλαιο αυτό γήπεδα του εγκεκριμένου σχεδίου, στα οποία περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. … οικοδομικό τετράγωνο, προοριζόμενα για κοινή χρήση και κοινή ωφέλεια, ήτοι πλατεία, πρασιά, αγορά, εκκλησία, σχολεία, γυμναστήρια, αστυνομικά ή κοινοτικά καταστήματα, οδούς κ.λ.π., τα οποία βαρύνουν την εταιρεία". Το παραπάνω συμβόλαιο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. 965 αρ. 126), κυρώθηκε με το από 18-11-1924 Π.Δ/γμα (ΦΕΚ 292 Α/20-11-1924), που εκδόθηκε κατ' επίκληση του ίδιου άρθρου 7 του από 17-7/16-8-1923 ν.δ/τος. Έτσι, η μέχρι τότε ιδιοκτήτρια της έκτασης που περιλαμβάνεται στο παραπάνω ρυμοτομικό σχέδιο, αναιρεσίβλητη εταιρεία παραιτήθηκε με τη σύμβαση αυτή από οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης για την κατάληψη από μέρους του Δήμου (Αθηναίων) του ακινήτου, το οποίο καθορίστηκε στο σχέδιο αυτό ως χώρος Αγοράς. Το Δήμο Αθηναίων, στα εκ της συμβάσεως αυτής δικαιώματα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του από 16/8/1923 ν.δ/τος "Περί Ιδρύσεως Ταμείου Κοινοτικών Έργων και Υπηρεσιών του Συνοικισμού Ψυχικού" (ΦΕΚ 280 Α/1926), διαδέχθηκε το Ταμείο αυτό (αυτοτελές Νομικό Πρόσωπο) και το τελευταίο η Κοινότητα Ψυχικού, η οποία ιδρύθηκε με το από 9/10/1929 Π.Δ/γμα (ΦΕΚ 367/17-10-1929 τευχ. Α), με περιφέρεια τον ομώνυμο οικισμό. Με τον προεκτεθέντα τρόπο, δηλαδή με την καθιέρωσή του, δια του αρχικού ρυμοτομικού σχεδίου Ψυχικού που εγκρίθηκε με το από 20-11-1923 β.δ/γμα, ως χώρου κτιρίου κοινής ωφελείας και την, σε εκπλήρωση υποχρέωσης, νομότυπη παραίτηση της ιδιοκτήτριας της υπό ένταξη έκτασης από κάθε απαίτηση αποζημίωσης (ΑΠ 442/2003, Σ.τ.Ε 95/1997), το επίδικο ακίνητο (Ο.Τ. 69) περιήλθε στην κυριότητα της Κοινότητας Ψυχικού, ως διάδοχο του Δήμου Αθηναίων, και εξ αρχής (25/9/1924) κατέστη πράγμα εκτός συναλλαγής (αρθρ. 966 ΑΚ. Πέραν τούτου, η επισπεύδουσα την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου Ψυχικού αναιρεσείουσα εταιρεία, με διαφημιστικούς χάρτες και αγγελίες, προς προσέλκυση αγοραστών, εκδήλωσε την πρόθεσή της να διαθέσει το επίδικο ακίνητο ως χώρο ανέγερσης κοινωφελούς κτιρίου. Και είναι μεν αληθές, ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο του νέου αυτού οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, με τις πράξεις του 224, 229, 244 και 267/1932, οι οποίες εγκρίθηκαν με το από 30/12/1932 π.δ/γμα (ΦΕΚ 449 Α/31-12-1932), αποφάσισε να παραχωρήσει κατά πλήρη κυριότητα στην παραπάνω εταιρεία, προς συμβιβαστική επίλυση υφιστάμενης διένεξης μεταξύ της Κοινότητας και της εταιρίας πλην άλλων, τα χαρακτηριζόμενα κατά το ρυμοτομικό σχέδιο ως χώρος αγοράς ακίνητα, δηλαδή εκείνα που είχαν προηγουμένως παραχωρηθεί από την εταιρεία στο δικαιοπάροχο της εν λόγω Κοινότητας Δήμο Αθηναίων. Ακολούθησε το από 3/4/1933 Π.Δ/μα (ΦΕΚ 85Α/1933), με το οποίο εγκρίθηκε αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου Ψυχικού, συνισταμένη, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, σε διάσπαση του προαναφερόμενου οικοδομικού τετραγώνου σε δύο τμήματα, διαχωριζόμενα από οδό, αριθμούμενα ως οικοδομικά τετράγωνα 2 και 2α (ή 69 και 69α) και χαρακτηριζόμενα "ως οικόπεδα προορισμένα δι' αγοράν τροφίμων", ορίσθηκε στο ίδιο διάταγμα, ότι η ισχύς του "άρχεται από της νομίμου κυρώσεως της μεταξύ της Κοινότητας Ψυχικού και εταιρείας Κέκρωψ οριστικής συμβάσεως, ης το περιεχόμενο ενεκρίθη υπό του οικείου Κοινοτικού Συμβουλίου δια των ως άνω πράξεών του". Τέλος, με το 4591/1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Κομπλή, καταρτίσθηκε σύμβαση μεταξύ της Κοινότητας και της εταιρείας, στην οποία αναφέρεται, ότι ακυρώνεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της η προηγούμενη σύμβαση της εταιρείας με τον Δήμο Αθηναίων, ότι αναγνωρίζεται η κυριότητα της εταιρείας επί ορισμένων εκτάσεων, οι οποίες με βάση την προηγούμενη αυτή σύμβαση είχαν παραχωρηθεί από την ίδια εταιρεία χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης και στις οποίες περιλαμβάνεται το παραπάνω οικοδομικό τετράγωνο 69 και τμήμα του οικοδομικού τετραγώνου 69α και ότι οι εκτάσεις αυτές "αι οποίαι κοινόχρηστοι ούσαι κατά το αρχικό σχέδιο ρυμοτομίας και την υπ' αριθμ. 21829 σύμβασιν έπαυσαν και παύουσι κατά το συνημμένο σχέδιον και την παρούσα σύμβασιν ούσαι τοιαύται και κατέστησαν και καθίστανται χώροι οικοδομήσιμοι, της Κοινότητος αποξενουμένης παντός επ' αυτών δικαιώματος .....". Η νεότερη δε αυτή σύμβαση εγκρίθηκε με το από 12-3-1934 Π.Δ που εκδόθηκε κατ' επίκληση του άρθρου 7 παρ. 2 του από 17/7/16-8-1923 Π.Δ/τος. Όμως η σύμβαση αυτή (4591/1933) και το εγκριτικό της Π.Δ/μα δεν επέφεραν αποχαρακτηρισμό του επίδικου χώρου, ρητώς ή σιωπηρώς, αφού τα ρυμοτομικά σχέδια και στην περίπτωση επίσπευσης της σχετικής διαδικασίας από τους ενδιαφερομένους ιδιοκτήτες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του προαναφερθέντος Ν.Δ/τος, εγκρίνονται και τροποποιούνται με μονομερή πράξη της πολιτείας και με βάση πολεοδομικά κριτήρια, οι δε ρυμοτομικές διαρρυθμίσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο της συναπτόμενης και εγκρινόμενης με διάταγμα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ίδιου Ν.Δ/τος, σύμβασης, η οποία έχει ως αντικείμενο την ανάληψη από μέρους των ιδιοκτητών των υποχρεώσεων από τις οποίες εξαρτήθηκε η έγκριση του σχεδίου. Επομένως, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας εταιρείας, ότι επήλθε αποχαρακτηρισμός του επιδίκου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο γιατί το επίδικο, χαρακτηριζόμενο στο αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο ως "χώρος αγοράς", με το Δ/μα αυτό (από 3-4-1933) χαρακτηρίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, "ως οικόπεδα (λόγω διάσπασης, κατά τα άνω, του αρχικού ενιαίου ακινήτου σε δύο τμήματα) προοριζόμενα δι' αγοράν τροφίμων", δηλαδή και στα δύο Π.Δ/τα, το επίδικο χαρακτηρίζεται ως χώρος (οικόπεδο) προοριζόμενος για αγορά, ήτοι για ανέγερση επ' αυτού κτιρίου κοινής ωφέλειας (αγοράς). Ως εκ τούτου, δεν μεταβλήθηκε με το τελευταίο Π.Δ ο με το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο ως άνω προορισμός του επιδίκου, επί του οποίου, όπως συνομολογείται, η εναγόμενη-αναιρεσείουσα είχε αναγείρει το έτος 1927 κτίριο αγοράς. Τούτο προσεπιβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι με την επικαλούμενη πιο πάνω αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου δεν προσδιορίστηκε για τον ίδιο σκοπό (ανέγερση αγοράς) άλλος χώρος της αρχικής ιδιοκτήτριας ίσου εμβαδού με το επίδικο. Επομένως, δεν έγινε νομότυπα αποχαρακτηρισμός (αποκαθιέρωση) του επιδίκου ως χώρου προς ανέγερση κτιρίου κοινής ωφέλειας (αγοράς) και τούτο κατελήφθη από τις διατάξεις του Ν.Δ 690/1948, από τότε που ίσχυσε τούτο.

Συνεπώς, το επίδικο, το οποίο ως πράγμα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966), περιήλθε στη κυριότητα της Κοινότητας και ακολούθως του Δήμου Π. Ψυχικού, εφόσον δεν απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, ουδέποτε, περιήλθε στην ιδιωτική περιουσία του ως άνω Δήμου και δεν ήταν δεκτικό συναλλαγής, ούτε χρησικτησίας. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο ως πράγμα εκτός συναλλαγής περιήλθε στην κυριότητα της Κοινότητας και ακολούθως του αναιρεσιβλήτου Δήμου και εφόσον δεν απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, ουδέποτε περιήλθε στην ιδιωτική περιουσία του Δήμου και δεν ήταν δεκτικό συναλλαγής ούτε χρησικτησίας και ότι μετά ταύτα η μεταξύ της Κοινότητας και της εναγόμενης σύμβαση, που έγινε με το 4591/1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Στ. Κομπλή, καθόσον αφορά το επίδικο, ως προς το οποίο ακύρωσε το προηγούμενο 21829/1924 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Σ. και αναγνώρισε την κυριότητα της αναιρεσείουσας σ' αυτό, είναι άκυρη, όπως και το 4591/1933 συμβόλαιο και έτσι τόσο η σύμβαση όσο και το συμβόλαιο θεωρούνται σαν να μην έγιναν, αφού η γενόμενη με το 4591/1933 συμβόλαιο σύμβαση αφορούσε πράγμα εκτός συναλλαγής, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για έγκριση αυτής και το σχετικό από 12-3-1934 προεδρικό διάταγμα δεν είχε κάποιο έννομο αποτέλεσμα. Κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας περί αποχαρακτηρισμού του επιδίκου από χώρο κοινής ωφέλειας σε χώρο ιδιωτικό, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο Δήμο κύριο και νομέα του επίδικου ακινήτου. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966 επ. του ΑΚ, 2 παρ. 1 εδ. β, 3 παρ. 2, 7 παρ. 1 και 2, 29, 30 παρ. 1 και 37 παρ. 3 του Ν.Δ. της 17/7/1923, 1 παρ. 1, 2, 3, 5, 6 και 8, 12 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 690/1948, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του μη αποχαρακτηρισμού του επιδίκου, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, καθόλα τα μέρη αυτών, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237. Από τις τελευταίες διατάξεις προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ. ΑΠ 27/2007). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον ’ρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 1415/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε στο σύνολό της η 10184/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, διότι κρίθηκε ότι η απόφαση αυτή δεν έχει νόμιμη βάση, αφού η αιτιολογία της εμφανίζεται το μεν αντιφατική, το δε ανεπαρκής ως προς την εφαρμογή ή μη των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 7 του Ν.Δ. της 17-7/16-8-1923, άρθρου 1 του Ν.Δ. 690/1948 και του από 3-4-1933 νομοθετικού διατάγματος. Επομένως, εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση του ενάγοντος Δήμου, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεώς του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 62/1990). Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. Έτσι, το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς με την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, δέχτηκε, τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία σε τμήμα του επίδικου ακινήτου το έτος 1927 ανήγειρε κτίριο κεντρικής αγοράς, γνωστό με την ονομασία "...", αποτελούμενο από καταστήματα κυρίως τροφίμων, τα οποία εκμισθώνει η ίδια σε διάφορους επαγγελματίες, εισπράττοντας το αντίστοιχο μίσθωμα. Στο χώρο αυτό διακινούνται και πωλούνται εμπορεύματα, είναι και από όλες τις πλευρές προσπελάσιμος και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής υπήρχε φούρνος, παντοπωλεία, κρεοπωλείο, φαρμακείο, ξυλουργείο και άλλα καταστήματα, τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες των δημοτών του Δήμου Π. Ψυχικού. Δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι παρεμποδίζεται με οποιοδήποτε τρόπο τόσο η προσφορά εμπορευμάτων όσο και η προσέλευση των δημοτών στο χώρο της εν λόγω αγοράς, αλλά αντιθέτως και οι μάρτυρες του αναιρεσιβλήτου καταθέτουν, ότι η εν λόγω αγορά εξυπηρετεί τους δημότες Π. Ψυχικού και στον περιβάλλοντα χώρο αυτής στάθμευαν αυτοκίνητα, έπαιζαν παιδιά και διέρχονταν οι περίοικοι. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία ως επικαρπώτρια του κτιρίου κεντρικής αγοράς, γνωστό με την ονομασία "...", αποτελούμενο από καταστήματα κυρίως τροφίμων, εισέπραττε τα μισθώματα από την εκμίσθωση των καταστημάτων, πλήρωνε δημοτικά τέλη και φόρους, προέβαινε σε επισκευές του κτιρίου, πράξεις οι οποίες ανάγονται στις υποχρεώσεις του επικαρπωτή και δεν οδηγούν στην εύλογη πεποίθηση ότι είναι η αναιρεσείουσα κυρία του επίδικου ακινήτου, το γεγονός δε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προέβαλε επί σειρά ετών δικαιώματα επί του επιδίκου, δεν καθιστά από μόνο του καταχρηστική την άσκηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου Δήμου. Κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο Δήμο κύριο και νομέα του επίδικου ακινήτου. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, που εφάρμοσε. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, καθόλα τα μέρη αυτών, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2058/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι "ο ενάγων δεν προέβαλε επί σειρά ετών δικαιώματα επί του επιδίκου δεν καθιστά από μόνο του καταχρηστική την άσκηση της αγωγής του", δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι η άσκηση της αγωγής είναι καταχρηστική, ήτοι: 1) την ... επιστολή της τότε Κοινότητας Ψυχικού προς την αναιρεσείουσα, 2) επίσης την ... επιστολή της Κοινότητας Ψυχικού προς αυτήν, 3) την ... επιστολή της ως άνω Κοινότητας, καθώς και την από 26-5-1960 επιστολή σε συνδυασμό με την από 27-11-1959 έκθεση του επόπτη εξυγίανσης Ι. Σ., 4) επίσης την από 15-4-1976 επιστολή της ίδιας Κοινότητας, 5) την 3652/27-9-1979 επιστολή του Προέδρου της Κοινότητας Ψυχικού, 6) την από 31-5-1941 επιστολή της Κοινότητας, με την οποία της κοινοποιεί αντίγραφο της ... απόφασης της πρωτοβαθμίου επιτροπής εκδίκασης φορολογικών ενστάσεων, 7) την ... απάντηση της Κοινότητας για τη χορήγηση βεβαιώσεως πασσαλώσεως του … Οικοδομικού Τετραγώνου, 8) την ... απάντηση του Υπουργείου Δημοσίων Έργων προς την Κοινότητα Παλαιού Ψυχικού, 9) την ... επιστολή της Κοινότητας με το συνημμένο 4/1975 Πρακτικό του Κοινοτικού Συμβουλίου, 10) απόσπασμα του ... πρακτικού της συνεδρίασης του κοινοτικού συμβουλίου της Κοινότητας της ..., 11) το ... έγγραφο του ενάγοντος Δήμου προς το Υπουργείο Πολιτισμού, 12) απόσπασμα βεβαιωτικού καταλόγου φόρου ακαλύπτων χώρων του ενάγοντος έτους της 10-6-1985, 13) τις 3789/1980, 1954/1982, 9421/1982 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, 14) την 127/1974 απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής εκδικάσεως φορολογικών διαφορών της Κοινότητας Ψυχικού, 15) την 563/1995 ειδοποίηση του ενάγοντος, με την οποία της επιβάλει τέλος ακίνητης περιουσίας ύψους 226.094 δραχμών για το οικονομικό έτος 1993 για το επίδικο ακίνητο και 16) απόσπασμα πρακτικών της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης αναιρεσείουσας στις 27-5-1926. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από το σύνολο των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Απορρίπτει την από 9-1-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ 0 ΚΕΚΡΩΨ Α.Ε." για αναίρεση της 169/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της 3867/1998 προδικαστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, λόγω της χωριστής υπεράσπισής τους.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Saturday, 23 August 2014 09:48

Αιγιαλός, ως κοινόχρηστο πράγμα

Γραφει ο/η Administrator
Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 45
Ετος: 2014

Περίληψη

Αιγιαλός, ως κοινόχρηστο πράγμα - Αναιρετικός έλεγχος για αντιφατικές διατάξεις -. Ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από την αρμόδια διοικητική επιτροπή, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια ύδατα. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. Ο αιγιαλός είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας, εκτός αν, λόγω προσχώσεων στην ακτή ή υποχώρησης του αιγιαλού στη θάλασσα, απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, γιατί έπαυσε ο για την κοινή χρήση προορισμός του, οπότε εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού (ΟλΑΠ 24/00. Βλ. και ΟλΑΠ 75/87∙ ΑΠ 104/13, 332/10, 897/09, 33, 573/08∙ 255/07). ). Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού ή του διατακτικού. Βλ. και ΑΠ 1259/13.


Κείμενο Απόφασης

<webtop:message key=Αριθμός 45/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Π. Σ. και 2)Ν. Π. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτη Χατζηφώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1479/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 6459/2011 του Εφετείου Αθηνών και 3813/2012 διορθωτική αυτής του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της πρώτης εφετειακής απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/5/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, πέμπτος και έβδομος (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρο 34 παρ.2 του ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξης τους, συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρο 968 ΑΚ). Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας. Μόνος ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης το οποίο στερείται των παραπάνω χαρακτηριστικών, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο, όπως πιο πάνω, από θαλάσσια ύδατα. Έτσι, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. Περαιτέρω, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940 αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου: ν. 93 βασ. Ββ', ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διοικήσεως κτημάτων" της 10/7/1837). Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (βλ. και άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Επομένως, ο παλαιός αιγιαλός, έστω και αν απώλεσε το χαρακτήρα του, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσεως ή διατηρήσεως της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (ολ ΑΠ 24/2000, ΕλλΔνη 42.62). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν ελλείπουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης που δεν εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 24/2000). Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (ολ ΑΠ 24/2000). Ενόψει τούτων, για να μη στερείται νόμιμης βάσης η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με τη οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει ν' αναφέρονται ως παραδοχή του δικαστηρίου που δίκασε, τα περιστατικά που κατά την άνω διάταξη (άρθρο 1 α.ν. 2344/1940) είναι αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής ως αιγιαλού (ΑΠ 255/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 1479/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το τελευταίο, αποδεχόμενο την ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο αποτελεί αιγιαλό, απέρριψε την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των αναιρεσειόντων, μετ' αποδοχή των ακόλουθων πραγματικών περιστατικών:

"Το επίδικο τμήμα εμβαδού 53,70 τμ. που βρίσκεται στη … επί της οδού … αρ…., της περιφέρειας του Δήμου …, όπως αυτό έχει αποτυπωθεί στο από 4/8/1923 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών, αποτελούσε από το έτος 1923 τμήμα ενεργού αιγιαλού, ήτοι τμήμα ξηράς βρεχόμενο από το ύψιστο χειμέριο κύμα, ήταν κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής πράγμα και ανήκε στην κυριότητα το Δημοσίου. Οι διάφορες, όμως, φυσικές γεωλογικές ανακατατάξεις (προσχώσεις κλπ.) αλλά και οι ανθρώπινες επεμβάσεις (επιχωματώσεις, εκτελέσεις έργων στην παραλία) επέφεραν με την πάροδο του χρόνου μεταβολές στην πραγματική κατάσταση αυτού, δηλαδή επέκταση της ξηράς προς τη θάλασσα. Έτσι, κατέστη αναγκαίος ο καθορισμός ορίων παλαιού και νέου αιγιαλού και η δημιουργία ζώνης παραλίας, καθώς αυξανόταν ο πληθυσμός και τα κτήρια στην ως άνω περιοχή. Ο καθορισμός αυτός πραγματοποιήθηκε με την υπ' αριθμόν 716262/12-5-1988 (ΦΕΚ 6/7/1988, τεύχος Δ') απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς "περί καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας στη θέση Γλυφάδα από το Αθλητικό Κέντρο Αγ. Κοσμά μέχρι τα Αστέρια Γλυφάδας". Η ως άνω απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς επικύρωσε την από 23/3/1988 έκθεση της Επιτροπής ορίων αιγιαλού και παραλίας του τότε ισχύοντος άρθρου 2 του α.ν. 2344/1940 και το από Ιουλίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Λ., που θεωρήθηκε στις 1/1/1985 από τη Διεύθυνση Τοπογραφικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και συνοδεύει την έκθεση της ως άνω Επιτροπής. Με την έκθεση αυτή και το διάγραμμα, καθορίστηκε η οριογραμμή του αιγιαλοί) με συνεχή πολυγωνική γραμμή χρώματος ερυθρού, η οριογραμμή της παραλίας παράλληλα προς τη γραμμή του αιγιαλού σε σταθερή απόσταση 10μ. με συνεχή κίτρινη πολυγωνική γραμμή και, τέλος, καθορίστηκε η οριογραμμή του παλιού αιγιαλού σε συνεχή κυανή πολυγωνική γραμμή. Η οριογραμμή του παλιού αιγιαλού (κυανή) τοποθετήθηκε στο σημείο εκείνο, όπως είχε χαραχθεί το έτος 1923, σύμφωνα με το από 4/8/1923 διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών, ήτοι της οριογραμμής του ύψιστου χειμέριου κύματος του έτους 1923. Εντός της ως άνω καθορισθείσης ζώνης του παλιού αιγιαλού βρίσκεται το υπ' αριθμόν ... Δημόσιο Κτήμα που καταχωρήθηκε στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφών της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων, αιγιαλού, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη έκταση, εμβαδού 53,70 τμ. Περαιτέρω, η Κτηματική Υπηρεσία του Πειραιά με το υπ' αριθμόν 3137/2-9-1994 έγγραφο της, το οποίο απέστειλε στο Υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου Αττικής ζήτησε τη μεταγραφή του καθορισμού των ως άνω ορίων του αιγιαλού... Να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι αμφισβητούν τη νομιμότητα των ως άνω διοικητικών πράξεων του Δημοσίου, που εκδόθηκαν σε βάρος τους, μπορούσαν να τις προσβάλουν ως ακυρωτέες ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχουν πράξει. Με βάση τα παραπάνω, το επίδικο ήταν και εξακολουθεί να είναι αιγιαλός, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη στη αρχή αυτής της απόφασης και, συνεπώς, κοινόχρηστο πράγμα που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στο εναγόμενο. Επομένως: α) αφού δεν είναι δεκτικό συναλλαγής, οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του με το υπ' αριθμόν .../6-10-1983 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Σιαράβα, που μεταγράφηκε νόμιμα, αφού ο δικαιοπάροχος πατέρας τους, Π. Σ., δεν ήταν κύριος αυτού. Και τούτο, γιατί δεν είχε νόμιμα αποκτήσει την κυριότητα του από το δικαιοπάροχο του Ι. Ζ. και ο τελευταίος από τους δικούς τους δικαιοπαρόχους με τα αναφερόμενα συμβόλαια και β) αφού το ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, οι πράξεις νομής που επικαλούνται οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους, δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κτήση της κυριότητας αυτού. Η ένταξη του μείζονος ακινήτου των εναγόντων στο ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού ... δεν αναιρεί τα ως άνω γενόμενα δεκτά". Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παραδοχής της ένστασης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου ως τμήματος παλαιού αιγιαλού, αφού αφενός μεν, από αυτές σαφώς προκύπτει ότι έγινε διοικητικός προσδιορισμός του ως άνω παλαιού αιγιαλού από την αρμόδια επιτροπή καθορισμού ορίων που αναφέρθηκα στη μείζονα πρόταση, αφετέρου δε παρατίθενται όλα τα αναγκαία περιστατικά που προέκυψαν από τις μνημονευόμενες αποδείξεις (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, ένορκη βεβαίωση) για το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως τμήματος παλαιού αιγιαλού από το έτος 1923 μέχρι σήμερα και, συνεπώς, προστατευόμενου κτήματος του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου "περί αιγιαλού" και ο περί αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 379/2006). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ1 άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 259/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια από τον αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι αφενός δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ότι "η επίδικη εδαφική έκταση αποτελούσε τμήμα ενεργού αιγιαλού του έτους 1923", χωρίς απόδειξη και χωρίς να εκθέτει, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την κρίση του για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, και, αφετέρου, ότι από κανένα από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Εφετείου (τοπογραφικά διαγράμματα, εκθέσεις μηχανικών) δεν αποδείχθηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το πρώτο μέρος του, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ανεξάρτητα από την ορθότητα του ή μη, ενώ, κατά το δεύτερο μέρος του, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ολ ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 4/8/1923 τοπογραφικού διαγράμματος του Υπουργείου Οικονομικών, γιατί έκρινε ότι η επίδικη εδαφική έκταση εμβαδού 53,70 τμ. έχει αποτυπωθεί σ' αυτό ως τμήμα ενεργού αιγιαλού, με βάση δε την παραδοχή αυτή κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφαση του στο επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα της αποδοχής της ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στην επίδικη έκταση ως τμήματος του αιγιαλού του 1923, το οποίο στη συνέχεια περιλήφθηκε ως τμήμα του αιγιαλού του 1988, ενώ στο πιο πάνω διάγραμμα που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσίβλητο στο Εφετείο και το οποίο δεν φέρει τα απαιτούμενα στοιχεία (όνομα και υπογραφή συντάκτη, τόπο και χρόνο έκδοσης κλπ.) δεν αποτυπώνεται η επίδικη έκταση ούτε και καμία άλλη ιδιοκτησία. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, και δη τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα τοπογραφικά διαγράμματα, οι φωτογραφίες και οι τεχνικές εκθέσεις) και την ένορκη βεβαίωση. Επόμενως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της παραμόρφωσης του περιεχομένου του αναφερόμενου σε αυτόν εγγράφου, αληθώς όμως της εσφαλμένης εκτίμησης του περιεχομένου του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα (άρθρο 340 ΚΠολΔ), έκρινε περισσότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα ή όταν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου. Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνο αν παράγουν πλήρη απόδειξη, τέτοια δε είναι τα δημόσια έγγραφα, κατ' άρθρο 438 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός των άλλων, τα σε αυτά βεβαιούμενα προέρχονται από πρόσωπο που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια. Δεν ελέγχεται, όμως, η in concretο κρίση περί του περιεχομένου των εγγράφων, αφού αυτά εκτιμώνται ελεύθερα, εξαιρουμένης βεβαίως της περίπτωσης παραμόρφωσης του περιεχομένου τους (ΑΠ 259/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, διότι δεν έπρεπε να λάβει υπόψη του για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του αιγιαλού του 1923, το από 4/8/1923 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών και το από Ιουλίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Λ., από τα οποία, όπως διατείνονται, το μεν πρώτο δεν έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του, το δε δεύτερο έχει συνταχθεί από ιδιώτη μηχανικό και όχι από μηχανικό της τεχνικής Υπηρεσίας της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών ή άλλης τεχνικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, άλλως ότι τα πιο πάνω διαγράμματα αποτελούν δικαστικά τεκμήρια και έπρεπε να συνεκτιμηθούν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (αεροφωτογραφίες, τεχνικές εκθέσεις, συμβόλαια, καταθέσεις μαρτύρων και λοιπά έγγραφα) που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε τα πιο πάνω τοπογραφικά διαγράμματα μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (τις καταθέσεις μαρτύρων, την 3492/2007 ένορκη βεβαίωση και τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τοπογραφικά διαγράμματα, φωτογραφίες και τεχνικές εκθέσεις), εκτιμώντας ελεύθερα το περιεχόμενο τους και χωρίς να τους προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των -διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού ή του διατακτικού. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο και με τον έβδομο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους της αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναφερόμενη στο άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα, ότι δέχτηκε αντιφατικά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης του ότι το επίδικο ακίνητο: α) αποτελεί τμήμα τόσο του παλαιού αιγιαλού του έτους 1923 όσο και του αιγιαλού με τη σημερινή του μορφή και β) δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας ως πράγμα εκτός συναλλαγής, επειδή από το έτος 1923 ήταν και εξακολουθεί να είναι αιγιαλός, ενώ συγχρόνως δέχτηκε ότι αυτό βρίσκεται εντός της καθορισθείσης το 1988 ζώνης του παλαιού αιγιαλού, που σημαίνει, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι έπαυσε ν' αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα και δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια, η οποία αναφέρεται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ιδρύει τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδάφ. α' ΚΠολΔ, παρέχεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" με την έννοια της παραπάνω διάταξης αποτελούν, μεταξύ άλλων, και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, αφορώντας αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (αγωγών, ενστάσεων κλπ.). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτονται στο Εφετείο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ, οι αιτιάσεις ότι: α) έλαβε υπόψη του μη προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων "για ένταξη του μείζονος ακινήτου τους στο ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού ...", ο οποίος (ισχυρισμός) ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την ιδιότητα του επιδίκου ως πράγματος εκτός συναλλαγής (αιγιαλού) και β) άλλως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της ότι η ένταξη του ακινήτου των εναγόντων στο ΠΣ …δεν αναιρεί τα ως άνω γενόμενα δεκτά. Ο λόγος αυτός ως προς την πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο πιο πάνω ισχυρισμός, έστω και με διαφορετική (αλλά με το ίδιο νόημα) διατύπωση ως προς το υπαχθέν στην ένταξη του ΡΣ ... ακίνητο, προτάθηκε ως λόγος έφεσης από τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες, παραπονούμενοι κατά της πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ίδιος λόγος ως προς τη δεύτερη αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος υπάρχει, όταν από προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά ή συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την μεταγενέστερη άσκηση του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις. Εξάλλου, όταν η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8β' ΚΠολΔ, και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τη συνδρομή ή μη το)ν γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την έλλειψη αιτιολογιών ή από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Δεν υπάρχει, όμως, η έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 75/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσειοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναφερόμενες στο άρθρο 559 αρ.8 β' και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, και ειδικότερα ότι το Εφετείο: α) απέρριψε την προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσθήκη των προτάσεων τους αντένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, για την απόκρουση της προβληθείσας ένστασης ιδίας κυριότητας του τελευταίου στην επίδικη εδαφική λωρίδα, την οποία (αντένσταση) επανέφεραν με λόγο έφεσης, χωρίς να λάβει υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της, και συγκεκριμένα: "ότι η Διοίκηση με προγενέστερες πράξεις της αναγνώρισε ότι το επίδικο τμήμα όχι μόνο δεν αποτελεί αιγιαλό αλλά βρίσκεται εντός σχεδίου ως δομήσιμη έκταση, καθώς με το από 28/4/1922 ΒΔ "περί εγκρίσεως σχεδίου ρυμοτομίας του συνοικισμού Ευρυάλης εις θέσιν Γλυφάδα" (ΦΕΚ Α' 64/1922) η περιοχή, στην οποία εντάσσεται και το επίδικο ακίνητο εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού ... από το έτος 1922, μάλιστα δε η ρυμοτομική γραμμή είχε προσδιορισθεί στο οικόπεδο τους, επί του υπάρχοντος μανδροτοίχου. Έκτοτε δε παρέμεινε εντός αυτού και με το ΠΔ του έτους 1934 (ΦΕΚ 408Α/22.11.34), το οποίο σημειωτέον αναθεώρησε το ρυμοτομικό σχέδιο το 1922 χωρίς να το τροποποιήσει ως προς το συγκεκριμένο σημείο, όπως θα συνέβαινε, εάν η επίμαχη έκταση ιδιοκτησίας τότε Ι. Ζ. και λοιπών και σήμερα δικής τους βρισκόταν πράγματι εντός ζώνης του αιγιαλού, καθώς είχε ήδη μεσολαβήσει η χάραξη του αιγιαλού το 1923", υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι, εάν το Εφετείο είχε λάβει υπόψη του τα ανωτέρω περιστατικά, προφανώς και θα θεωρούσε ότι αυτά συνιστούν τις αναγκαίες "ειδικές περιστάσεις" που συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου και ότι αυτό, μεταβάλλοντας τη στάση του μετά από τη μακρά αδράνεια του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί υπέρ αυτών (αναιρεσειόντων) και β) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης και ανεπάρκειας αιτιολογιών, ως προς τη διάγνωση ή μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με την αντένσταση των αναιρεσειόντων από το άρθρο 281 ΑΚ δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι μόνη επί μακρό χρονικό διάστημα αδράνεια του εναγομένου δεν καθιστά καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του, εφόσον μάλιστα οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν, ούτε άλλωστε και αποδείχθηκαν, επί πλέον συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η αδράνεια συνοδευόταν από ειδικές περιστάσεις που συνδέονταν με προηγούμενη συμπεριφορά του και ότι αυτό, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα τους επιπτώσεις. Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο απεμπόλησε τα δικαιώματα του στο επίδικο, αφού α) είχε ήδη με πράξεις των οργάνων του καταγράψει, μεταξύ άλλων, και το επίδικο ως κοινόχρηστη έκταση και δη αιγιαλό, όπως προαναφέρεται και β) εξέδωσε κατά του δικαιοπαρόχου και πατέρα των εναγόντων το με αριθμό 9/2002 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και το με αριθμό 18/2002 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα 1997-2001, το οποίο επικυρώθηκε τελεσίδικα με την 5089/2010 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου". Από τις πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο: α) έλαβε υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες ως προς τη συνδρομή των "ειδικών περιστάσεων" που απαιτούνται, μεταξύ άλλων, για τη θεμελίωση της προαναφερθείσας αντένστασης τους, πλην όμως την απέρριψε, διότι έκρινε ότι αυτή δεν ήταν νόμιμη, και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της και β) δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο ένατος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ.8β' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πέραν του ότι προβάλλεται κατ' επίφαση, πλήττοντας ουσιαστικά τις μη δεκτικές αναιρετικού ελέγχου πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το δέκατο λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο απέρριψε τους προβληθέντες ως λόγους έφεσης ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για το ότι : α) το επίδικο βρίσκεται εκτός του αιγιαλού του 1923, β) δεν έγινε ορθή μεταφορά της οριογραμμής του αιγιαλού του 1923 στο διάγραμμα του Λύκου (1985), γ) ολόκληρο το ακίνητο τους μαζί με το επίδικο είχε ενταχθεί στο ΡΣ του συνοικισμού ... χωρίς να λάβει υπόψη του τα παρακάτω κρίσιμα για την απόδειξη των ισχυρισμών αυτών έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν στην έκκλητη δίκη, και ειδικότερα: 1) το ΒΔ του έτους 1922 (ΦΕΚ Α'64/1922) για την έγκριση του ΡΣ του συνοικισμού ..., 2) το ΠΔ του 1934 (ΦΕΚ 408A'/22.11.34), που αναθεώρησε το ΡΣ του 1922, 3) τις ληφθείσες κατά τα έτη 1937 και 1953 αεροφωτογραφίες Ο.Κ.Χ.Ε., 4) την από Ιανουαρίου 2003 τεχνική έκθεση του μηχανικού Σ. Α., 5) την από 17/7/2004 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου αγρονόμου μηχανικού Η. Τ., 6) την από 18/4/2005 τεχνική έκθεση του Η. Τ., 7) την από 28/8/2006 τεχνική έκθεση τοπογραφικών εργασιών του ίδιου μηχανικού, 8) το από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό σχέδιο αποτύπωσης της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, επίσης του ίδιου μηχανικού, 9) την από 5/12/2007 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του ίδιου μηχανικού, 10) το από 2/8/2002 ακριβές απόσπασμα του διαγράμματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, 11) το ΚΤ/14564/131/Φ.130/ΟΙΚ/7.4.189 έγγραφο της Διεύθυνσης κτηματολογίου του ΥΠΕΧΩΔΕ, καθώς και το 1075/13.3.2003 έγγραφο της Υδατογραφικής Υπηρεσίας Π.Ν., που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσίβλητο. Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου ότι σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από την εκτίμηση "όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", ορισμένα των οποίων ενδεικτικώς και μόνον αναφέρονται, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκαν τα πιο πάνω έγγραφα κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/5/2012 αίτηση των Ε. και Ν. Σ. για αναίρεση της 6459/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΜΠρΚαλ 24.11.2011 Εκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών. Απαγόρευση διακοπής παροχής ηλεκτροδότησης σε βάρος βιομηχανικής επιχείρησης (Δικόγραφο και Προσωρινή Διαταγή). «ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) ΑΙΤΗΣΗ Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «που εδρεύει στη…………………………. Δήμου Καλαμάτας …………………………………………. και εκπροσωπείται νομίμως. ΚΑΤΑ Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ……………………………, που εδρεύει στο……………………… οδός ……………………., όπως εκπροσωπείται νομίμως. __________________****************_______________ /Α/. Ιστορικό ένδικης υπόθεσης Η εταιρεία μας δραστηριοποιείται για πολλά συναπτά έτη, με εντιμότητα και επιτυχία, τόσο στην εγχώρια, όσο και ευρύτερα στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά, στον αμιγώς βιομηχανικό τομέα της παραγωγής οινικών προϊόντων (όπως π.χ. κρασί, τσίπουρο κ.α.). Για τον λόγο αυτό, η εταιρεία μας διατηρεί τις ιδιόκτητες βιομηχανικές μονάδες και εγκαταστάσεις της (εργοστάσιο παραγωγής οινικών προϊόντων) σε ιδιόκτητη έκταση, βιομηχανικού χαρακτήρα και χρήσης, που ευρίσκεται στην θέση …………………………….. της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος …………………., του διευρυμένου Δήμου Καλαμάτας, εκτός σχεδίου πόλεως του ανωτέρω Δήμου Καλαμάτας, επιφανείας μέτρων τετραγωνικών δεκατριών χιλιάδων επτακοσίων τριάντα οκτώ (13.738,00 τ.μ.), η οποία και συνορεύει γύρωθεν, …………………………………………. Την 1/11/2011, εξεδόθη από την καθ’ ης η παρούσα αίτηση μου και εν συνεχεία μου κοινοποιήθηκε, ο υπ’ αρ. 702277 λογαριασμός κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος των βιομηχανικών εγκαταστάσεων που διατηρώ στο ανωτέρω ακίνητο μου (στοιχεία μετρητή / αρ. παροχής: 3 33679316-02 0), συνολικού ποσού 7.149,82 ευρώ για το αντίτιμο του ηλεκτρικού ρεύματος και λοιπών τελών. Πλην, όμως, στον ως άνω λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, που εξέδωσε η καθ’ ης εταιρείας, ως η πλέον αρμόδια και συμβεβλημένη μετ’ εμού, προμηθεύτρια ηλεκτρικού ρεύματος των ανωτέρω βιομηχανικών εγκαταστάσεων και του εργοστασίου παραγωγής / τυποποίησης που διατηρώ στην ανωτέρω περιοχή, έχει συμπεριληφθεί και συγκαταχωρισθεί, όλως αδικαιολογήτως και αυθαιρέτως, κατά πρόδηλη και ευθεία παράβαση της κείμενης νομοθεσίας, και το ποσό των 1.045,80 ευρώ (ως ποσό αντιστοιχούν στην 1η εκ των 2 συνολικά δόσεων), που αντιστοιχεί και αφορά στο λεγόμενο "Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)", το οποίο θεσπίσθηκε και επιβάλλεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους Εθνικού συμφέροντος, (με το άρθρο 53 του Ν. 4021/2011 (ΦΕΚ 218/Α΄/03-10-2011), αποκλειστικά και μόνο, όμως, κατά ρητή πρόβλεψη του ιδίου ως άνω νόμου, σε βάρος των ηλεκτροδοτούμενων για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένων επιφανειών των ακινήτων, που υπάγονται κατά τη 17η Σεπτεμβρίου κάθε έτους στο τέλος ακίνητης περιουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 (Φ.Ε.Κ. Α` 62), ρητώς εξαιρουμένων, τουναντίον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4021/2011 και ειδικότερα σύμφωνα με την υποπερ. γ΄ του άρθρου 53 του ιδίου ως άνω νόμου, των ακινήτων εκείνων που έχουν αποκλειστικά – μεταξύ άλλων - βιομηχανική χρήση, όπως ακριβώς συμβαίνει δηλαδή με την ως άνω ιδιοκτησία μου, τα οποία δεν βαρύνονται από το ως άνω ειδικό τέλος, σύμφωνα με την σαφή έννοια του νόμου. Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις του εργοστασίου παραγωγής και τυποποίησης οινικών προϊόντων που διατηρώ στην ανωτέρω περιοχή, ως ακίνητα και ειδικότερα ως ηλεκτροδοτούμενες, δομημένες επιφάνειες, με αμιγώς βιομηχανικό χαρακτήρα, σκοπό και χρήση, εξαιρούνται του ανωτέρω επιβαλλομένου, ειδικού τέλους σε βάρος των ακινήτων, σύμφωνα με την ρητή πρόβλεψη του άρθρου 53 του οικείου νόμου 4021/2011. Κατ’ επέκταση δε, το ως άνω επιβαλλόμενο ειδικό τέλος, ποσού 1.045,80 ευρώ, που έχει συμπεριληφθεί, ως πληρωτέο, στον ανωτέρω λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος από την καθ’ ης, είναι προδήλως μη νόμιμο και αυθαίρετο, αφού δεν βαρύνομαι με αυτό και δεν το οφείλω, κατά το νόμο, με αποτέλεσμα να προσβάλλονται και ζημιώνονται παράνομα και αυθαίρετα τα νόμιμα συμφέροντα και δικαιώματα μου. Σημειωτέον δε, ότι το γεγονός αυτό, όχι μόνο δεν το αρνείται, αλλά το έχει συνομολογήσει και η ίδια η καθ’ ης εταιρεία, στις αλλεπάλληλες επικοινωνίες που έχει μαζί μου το τελευταίο διάστημα, αναφορικά με το επίδικο ζήτημα, πλην, όμως, για άγνωστους και αδιευκρίνιστους μέχρι σήμερα λόγους, η καθ’ ης αρνείται αδικαιολόγητα να επιληφθεί επί τούτου και ειδικότερα να ανακαλέσει και να διορθώσει τον ανωτέρω λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, αφαιρώντας απ’ αυτόν την ως άνω παράνομη, ως προέκυψε, σε βάρος μου χρέωση του ΄΄ Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)". /Β/. Νομικό Μέρος Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 (Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών): 1.Για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίστανται στην άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, επιβάλλεται ειδικό τέλος υπέρ του Δημοσίου στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται κατά τη 17η Σεπτεμβρίου κάθε έτους στο τέλος ακίνητης περιουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 (Α` 62) σύμφωνα με τις επόμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου. 5. Στο ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται τα ακίνητα που ανήκουν: α) στο Ελληνικό Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ., στους Ο.Τ.Α. και τις δημοτικές επιχειρήσεις, β) στα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα της περίπτωσης ιγ` της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 3842/2010 (Α` 58) αποκλειστικά για τα ακίνητα που χρησιμοποιούν για να επιτελούν το λατρευτικό, εκπαιδευτικό, θρησκευτικό και κοινωφελές έργο τους, γ) στα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης ε` της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 για τα ακίνητα που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση των θρησκευτικών, εκκλησιαστικών, φιλανθρωπικών, εκπαιδευτικών, καλλιτεχνικών ή κοινωφελών σκοπών τους, δ) στα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης στ` της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 για τα ακίνητα τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως γήπεδα ή χώροι αθλητικών εγκαταστάσεων για την πραγματοποίηση των αθλητικών τους σκοπών και ε) τα ακίνητα ξένων κρατών, όταν αυτά χρησιμοποιούνται για την εγκατάσταση πρεσβειών και προξενείων υπό τον όρο της αμοιβαιότητας. Επίσης απαλλάσσονται από το έκτακτο ειδικό τέλος: α) Οι κοινόχρηστοι χώροι πολυκατοικιών και ξενοδοχειακών καταλυμάτων. β) Τα ακίνητα που έχουν χαρακτηρισθεί: - ως διατηρητέα, με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, και δεν ιδιοχρησιμοποιούνται ή δεν αποφέρουν εισόδημα, - ως χώροι ιστορικών ή αρχαιολογικών μνημείων και γ) Τα ακίνητα που έχουν αποκλειστικά γεωργική ή κτηνοτροφική ή βιοτεχνική ή βιομηχανική χρήση. 10. Τα ποσά του ειδικού τέλους που εισπράττονται από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος αποδίδονται στο Ελληνικό Δημόσιο μέσα σε διάστημα είκοσι ημερών από τη λήξη του μήνα στον οποίο εισπράχθηκαν οι σχετικοί λογαριασμοί, όπως ειδικότερα καθορίζεται με την υπουργική απόφαση της παραγράφου 13. Η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος μπορεί να δίνουν στο Ελληνικό Δημόσιο χρηματικές προκαταβολές έναντι των ποσών που πρέπει να αποδοθούν από τις εισπράξεις του τέλους και μέχρι 25% του προς είσπραξη ποσού. Για την αντιμετώπιση των δαπανών είσπραξης του ανωτέρω τέλους η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος παρακρατούν από τις εισπράξεις ποσοστό 0,25%. Η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) του Υπουργείου Οικονομικών ηλεκτρονικά αρχεία που τηρούν και τους ζητούνται από τη Γ.Γ.Π.Σ. και η Γ.Γ.Π.Σ. δικαιούται να προβαίνει σε περαιτέρω επεξεργασία των αρχείων αυτών για τους σκοπούς των διατάξεων του παρόντος άρθρου. 11. Αν δεν καταβληθεί το τέλος, η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος προβαίνουν στην έκδοση εντολής διακοπής του ρεύματος του καταναλωτή προς τον Διαχειριστή του Δικτύου, ο οποίος προβαίνει σε διακοπή της σύνδεσης και δεν το επαναχορηγούν μέχρι να εξοφληθεί το οφειλόμενο τέλος, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα με την υπουργική απόφαση της παραγράφου 13. Αν δεν ζητηθεί η επαναχορήγηση του ηλεκτρικού ρεύματος, η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος, αφού διαγράψουν τον υπόχρεο καταναλωτή, γνωστοποιούν τη διαγραφή στο Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να μεριμνήσει για την είσπραξη του οφειλόμενου τέλους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα για την Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.). Αν δεν εξοφληθεί προηγουμένως το ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπεται η αλλαγή προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος. Αν δεν ζητηθεί η διακοπή της σύνδεσης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών επιβάλλεται σε βάρος της Δ.Ε.Η. ή του εναλλακτικού προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος και υπέρ του Δημοσίου, πρόστιμο ίσο με το τέλος που δεν καταβλήθηκε προσαυξημένο κατά 25%. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ: «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον». Η προσωπικότητα συνιστά το πλέγμα των αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση ενός προσώπου, με το οποίο αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Δηλαδή περιλαμβάνεται σε αυτήν κάθε στοιχείο που αποτελεί τη σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου. Και τα νομικά πρόσωπα, επίσης, απολαμβάνουν, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, προστασίας του δικαιώματος της προσωπικότητας, σε όλες τις εκφάνσεις αυτού, ήτοι στην πίστη, στην υπόληψη, στο επάγγελμα και την επιχείρηση, στο μέλλον και την φήμη τους (Α.Π. 1718/2007, ΕλλΔ/νη 2007, σ. 1414). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ: «Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη». Δηλαδή, σε περίπτωση διαφωνίας των μερών ως προς το αληθινό νόημα του περιεχομένου της σύμβασης, λαμβάνονται υπόψη οι κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Σύμφωνα με τις κατωτέρω ισχύουσες διατάξεις της πολιτικής δικονομίας: «Άρθρο 682.-1. Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουν Ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Το δικαίωμα είναι δυνατό να εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία. 2. Τα Ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να διαταχθούν και κατά τη διάρκεια της δίκης που αφορά την κύρια υπόθεση. Άρθρο 731. -Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση. Άρθρο 732. -Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο και κάθε μέτρο, που κατά τις περιστάσεις είναι κατά την κρίση του πρόσφορο για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση κατάστασης. Άρθρο 691. -1. Το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το σχηματισμό της κρίσης του και με την απόφασή του δέχεται ή απορρίπτει ολόκληρη ή εν μέρει την αίτηση. 2. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως Προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα Πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν έως την έκδοση της απόφασής του για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης». Τέλος, σύμφωνα με τη νομοθεσία και την κρατούσα άποψη στη νομολογία (βλ. και Μον.Πρωτ.Κοζ. 56/2009, δημ. σε: Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Δ.Σ.Α.) ΄΄Οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας υποχρεούνται κατά τους νομοθετικούς ή συμβατικούς κανόνες που διέπουν την λειτουργία τους να παρέχουν προς το κοινό με την εκάστοτε ισχύουσα διατίμηση τα προϊόντα-αγαθά ή υπηρεσίες τους, όπως είναι το ηλεκτρικό ρεύμα, το φωταέριο, το νερό, η τηλεφωνική σύνδεση κ.λ.π. . Οι συνιστώμενες κατ` άρθρο 1 παρ.3 του ν. 1069/80 δημοτικές επιχειρήσεις υδρεύσεως, αποχετεύσεως και τηλεθερμάνσεως (άρθρο 2 παρ.1 β ν. 1069/80) είναι εκ του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 ν, 1069/80) κοινωφελούς χαρακτήρα. Όταν η δημοτική επιχείρηση αρνείται αδικαιολόγητα την επανασύνδεση της διακοπείσης παροχής καταναλωτή-οφειλέτη, την οποία (διακοπή) είχε επιβάλει προς εξαναγκασμό του οφειλέτη σε καταβολή ή αρνείται αδικαιολόγητα να "παράσχει τα προϊόντα-αγαθά ή τις υπηρεσίες της προς τον καταναλωτή που είναι συνδεδεμένος με το δίκτυο της, τότε δικαιούται ο τελευταίος να ζητήσει από το δικαστήριο να ρυθμίσει την κατάσταση προσωρινά με ασφαλιστικά μέτρα κατά την έννοια των άρθρων 731, 732 ΚπολΔ (βλ. Π. Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 4η, σελ. 361). Στο πλαίσιο της ως άνω προσωρινής ρυθμίσεως το δικαστήριο μπορεί να υποχρεώσει την δημοτική επιχείρηση να παρέχει προσωρινώς τα προϊόντα ή υπηρεσίες της προς τον καταναλωτή θέτοντας έτσι την εριζόμενη διαρκούς χαρακτήρα έννομη σχέση τους σε προσωρινή λειτουργία. Η εν λόγω ρύθμιση (δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 692 παρ.4 ΚΠολΔ αφού αυτή δεν διατάσσεται για την εξασφάλιση ή διατήρηση του ασφαλιστέου δικαιώματος, αλλά για την προσωρινή διατήρηση των συνθηκών εκείνων που υπήρχαν στην διαμορφωμένη κατά τον χρόνο που επιχειρήθηκε η μεταβολή ή άλλη αλλοίωση της εριζόμενης έννομης σχέσεως και την αποτροπή δημιουργίας ανεπανόρθωτης βλάβης καθ’ όλο το χρονικό διάστημα, εωσότου κριθεί οριστικά το ασφαλιστέο δικαίωμα (ΜΠΑ 2219/92 Ελ.Δνη 34.1161, ΜΠΘ 12162/93 Αρμ.ΜΗ.182, ΜΠΘ 10674/02 Αρμ.ΝΖ.61, Σ.Βλαστός Δ.20.322, Κ.Λαναρόπουλος Δ.21.148, 131,). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 731 και 732 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο όχι μόνο κάποιο από τα ειδικώς και ρητώς ρυθμιζόμενα στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αλλά και κάθε άλλο, το οποίο κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή την ρύθμιση της καταστάσεως. Αυτονόητη όμως προϋπόθεση για την λήψη κάποιου ασφαλιστικού μέτρου είναι η ύπαρξη νομίμου δικαιώματος του αιτούντος, καθόσον σε περίπτωση ανυπάρκτου και μη αναγνωριζομένου από το νόμο δικαιώματος δεν μπορούν να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα. Με άλλα λόγια η παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας προϋποθέτει ύπαρξη ασφαλιστέας απαιτήσεως (Μ.Πρ.Χαλκ 266/91 Ελ,Δνη 34.1169, Τζίφρας Ασφ.Μ έκδ.1973, σελ.282). Ο τρόπος καταρτίσεως συμβάσεων που ρυθμίζει ο ΑΚ (άρθρο 361) προϋποθέτει συναλλακτική σχέση μεταξύ δύο προσώπων (πρόταση - αποδοχή) ή κοινή διατύπωση των όρων της συμβάσεως. Γενεσιουργό όμως λόγο ενοχής και συνακόλουθα ασφαλιστέας αξιώσεως αποτελεί και η συναλλακτική επαφή. Η ενοχή αυτή διέπεται από την συναλλακτική καλή πίστη (200, 281, 288 ΑΚ, βλ. Παπαντωνίου Γενικές Αρχές, τεύχος Β, παρ.62, Ζέπος Ενοχ.Δ Β` έκδοση σελ.335). Έτσι η δημόσια τυποποιημένη παροχή (ηλεκτρικό ρεύμα, φωταέριο, νερό κλπ) από ένα κοινωφελή οργανισμό και η χρήση της παροχής αυτής από ένα πρόσωπο-καταναλωτή χωρίς να έχει συναφθεί προηγουμένως σχετική (αναγκαστική κατά κανόνα) σύμβαση του τελευταίου με την προσφέρουσα την παροχή εταιρία αποτελεί γενεσιουργό λόγο ενοχής. Στην περίπτωση αυτή γενεσιουργό λόγο της ενοχής δεν αποτελεί η δικαιοπρακτική βούληση των μερών αλλά το factum της χρήσεως της προσφερομένης παροχής (Γεωργιάδης-Σταθόπουλος Γενικό Ενοχικό σελ.285 επ.). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής, αιτήσεως κλπ. που πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής, αιτήσεως κλπ. και να είναι άμεσο υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία που ζητείται να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό μέσο για την εξάλειψη της αβεβαιότητας που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος, αιτούντος κ.λ.π. ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντα του (Α.Π. 640/03 Ελ.Δνη 45.1347)΄΄. /Γ/. Συμπερασματικά – Κατεπείγουσα περίπτωση Επειδή δεν υποχρεούμαι κατά το νόμο στην καταβολή του ως άνω επιβαλλομένου ειδικού τέλους ποσού 1.045,80 ευρώ, που έχει εσφαλμένως και αυθαιρέτως συμπεριληφθεί από την καθ’ ης στον ως άνω λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, που μου έχει αποσταλεί προς εξόφληση, πλην, όμως, ελλοχεύει ο άμεσος κίνδυνος διακοπής ηλεκτροδοτήσεως της ως άνω επιχείρησης μου από την καθ’ ης, για τους ανωτέρω λόγους, δεδομένου ότι ο επίδικος λογαριασμός πρέπει να εξοφληθεί μέχρι την 24/11/2011. Επειδή η επαπειλούμενη, ενδεχόμενη διακοπή της ηλεκτροδότησης της επιχείρησης μου από της καθ’ ης, εξαιτίας του ως άνω αυταπόδεικτου και αυθαιρέτου σφάλματος επιβολής εις βάρος μου του "Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)", για το οποίο και ευθύνεται η ιδία, στοιχειοθετεί βαριά και ανεπανόρθωτη βλάβη της επιχείρησης μου, η λειτουργία της οποίας σε μια τέτοια απευκταία περίπτωση αναγκαία θα διακοπεί, με βαρύτατες και καταστροφικές, οικονομικές κ.α. συνέπειες και ζημίες, τόσο για την επιχείρηση μου όσο και για το εργαζόμενο προσωπικό της, με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, την προσβολή της προσωπικότητας μου, ήτοι της επαγγελματικής και επιχειρηματικής πίστεως και αξιοπιστίας μου, του μέλλοντος, της φήμης, της ίδιας της υπάρξεως και λειτουργίας μου, προσβολή, η οποία τυγχάνει παράνομη, καθόσον, ως εξήγησα, δεν υποχρεούμαι, κατά το νόμο, στην πληρωμή του ως άνω ειδικού τέλους ακινήτων, που μου έχει επιβληθεί εσφαλμένως και αυθαιρέτως, άνευ υπαιτιότητας και πταίσματος μου, μη έχουσα έτσι το δικαίωμα η καθ’ ης να προβεί για το λόγο αυτό στη διακοπή της ηλεκτροδότησης της επιχείρησης μου και των εγκαταστάσεων της. Επειδή η καθ’ ης, σύμφωνα με την μεταξύ μας σύμβαση, έχει μεν το δικαίωμα να προσθέτει στους λογαριασμούς που εκδίδει και οποιαδήποτε άλλη οφειλή του καταναλωτή (π.χ. δημοτικά τέλη, δημοτικοί φόροι, επίδικο ειδικό τέλος) και σε περίπτωση μη εξοφλήσεως του λογαριασμού από τον καταναλωτή να διακόπτει την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος προς αυτόν, πλην όμως ο όρος αυτός, ερμηνευόμενος όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, προϋποθέτει οφειλή ορθά εκκαθαρισμένη και σε καμία περίπτωση εσφαλμένη ή παράνομη, άλλως όχι εντόνως αμφισβητούμενη. Επειδή ελλοχεύει άμεσα ο κίνδυνος να γίνει διακοπή της ηλεκτροδοτήσεως της επιχείρησης μου, με ανεπανόρθωτες ζημίες σε βάρος μου και κατά παράνομη προσβολή μου, αφού χωρίς δική μου υπαιτιότητα υποχρεούμαι να εξοφλήσω στο άμεσο μέλλον και ειδικότερα μέχρι την 24/11/2011, έναν προφανώς εσφαλμένο και αυθαίρετο λογαριασμό κατανάλωσης ρεύματος, που εξέδωσε η καθ’ ης, ως η προμηθεύτρια εταιρεία, περιλαμβάνοντας εκεί, μεταξύ των άλλων χρεώσεων, και το ειδικό τέλος ακινήτων, με το οποίο δεν βαρύνομαι κατά το νόμο. Επειδή όλες οι συμβάσεις όπως και αυτή που με συνδέει με την καθ’ ης εταιρεία πρέπει να ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Ως καλή πίστη νοείται η ευθύτητα και η εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές κατά την κρίση του χρηστού και συνετού ανθρώπου και έτσι λοιπόν, ουδείς δύναται να με υποχρεώσει να καταβάλω το ως άνω επιβαλλόμενο ειδικό τέλος ακινήτων, για το οποίο, ακόμα και η ίδια η καθ’ ης συνομολογεί ότι έχει εκδοθεί και περιληφθεί στον επίδικο λογαριασμό παρανόμως, παρατύπως και ότι σε κάθε περίπτωση είναι εσφαλμένο. Επειδή τυχόν διακοπή της σύνδεσης ηλεκτροδότησης της επιχείρησης μου αποτελεί προφανή αντισυμβατική συμπεριφορά της καθ’ ης και σε κάθε περίπτωση η διακοπή της σύνδεσης ηλεκτροδότησης αποτελεί και βαριά προσβολή της προσωπικότητας μου, αφού προφανώς υπάρχει στην απειλούμενη αυτή διακοπή το στοιχείο του παρανόμου αυτής (δεδομένου ότι σε καμία περίπτωση δεν οφείλω το επίδικο ειδικό τέλος ακινήτων που περιλαμβάνει ο λογαριασμό κατανάλωσης ρεύματος της καθ’ ης), αποτελούμενης της ενέργειας αυτής ενασκήσεως δικαιώματος μικρότερης σπουδαιότητας από το δικαίωμα μου και σε κάθε περίπτωση η απειλή της διακοπής της ηλεκτροδοτήσεως της επιχείρησης μου θα ασκηθεί καταχρηστικά, αφού υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της καθ’ ης. Επειδή δεν υποχρεούμαι, κατά το νόμο, αλλά και επίσης αδυνατώ, λόγω και σοβαρής οικονομικής δυσχέρειας, εξ’ αιτίας της τρέχουσας οικονομικής κρίσης που πλήττει επίσης και τον κλάδο της επιχείρησης μου, να καταβάλω το εσφαλμένο και υπέρογκο Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενης Επιφάνειας Ακινήτων, το οποίο συμπεριλαμβάνεται αυθαιρέτως και κατά παράβαση του νόμου, στον λογαριασμό κατανάλωσης ρεύματος της καθ’ ης. Επειδή επίκειται άμεσος κίνδυνος να διακοπεί η ηλεκτροδότηση στην επιχείρηση μου από την καθ’ ης η παρούσα αίτηση, καθώς σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 53 παρ. 11 του Ν. 4021/2011 αν δεν καταβληθεί το τέλος ακινήτων, η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος προβαίνουν στην έκδοση εντολής διακοπής του ρεύματος του καταναλωτή προς τον Διαχειριστή του Δικτύου, ο οποίος προβαίνει σε διακοπή της σύνδεσης και δεν το επαναχορηγούν μέχρι να εξοφληθεί το οφειλόμενο τέλος. Επειδή η επαπειλούμενη, κατά ανωτέρω, διακοπή της ηλεκτροδότησης της επιχείρησης μου, θα θέσει σε άμεσο κίνδυνο την λειτουργία και κατ’ επέκταση την ίδια την ΄΄οικονομική ύπαρξη και επιβίωση΄΄ τόσο της επιχείρησης μου, όσο και των εργαζομένων της, καθώς η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την λειτουργία του εργοστασίου, των μηχανών και των λοιπών βιομηχανικών εγκαταστάσεων της επιχείρησης μου, ως εκ τούτου είναι απολύτως βέβαιο ότι θα οδηγηθώ σε παραγωγική αδράνεια και οικονομική καταστροφή, σε περίπτωση διακοπής της ηλεκτροδότησης, με κίνδυνο προσβολής της φήμης, της πίστης και του μέλλοντος μου ως βιομηχανικής εταιρείας. Επειδή επομένως υπάρχει συνδρομή επείγουσας περιπτώσεως και κατεπείγοντος κινδύνου, κατά το νόμο, δέον να διαταχθεί, ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο για την προσωρινή προστασία της προσωπικότητας μου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 731 & 732 Κ.Πολ.Δικ., η απαγόρευση της διακοπής της ηλεκτροδότησης, από την καθ’ ης, σε βάρος της επιχείρησης μου. Επειδή το Δικαστήριο Σας είναι καθ' ύλην αρμόδιο και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. Επειδή η παρούσα αίτηση μου είναι καθ’ όλα νόμιμη, βάσιμη και αληθής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Και με ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου. ΑΙΤΟΥΜΑΙ • Να γίνει δεκτή η αίτηση μου ως νόμιμη, βάσιμη και αληθής και να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα. • Να διαταχθεί, ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο, η απαγόρευση της διακοπής της ηλεκτροδότησης, από την καθ’ ης, σε βάρος της ως άνω βιομηχανικής επιχείρησης μου, για τους λόγους που αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσας, καθώς και να απειληθεί σε βάρος της καθ’ ης χρηματική ποινή ποσού 50.000,00 ευρώ και προσωπική κράτηση έως ένα (1) έτος, για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί. • Να εκδοθεί προσωρινή διαταγή από το Δικαστήριο Σας, δυνάμει της οποίας να απαγορευθεί προσωρινά, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της παρούσας αιτήσεως μου, η διακοπή της ηλεκτροδότησης, από την καθ’ ης, της επιχείρησης μου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσας. • Να καταδικασθεί η καθ’ ης η αίτηση εταιρεία στη δικαστική μας δαπάνη. Καλαμάτα, 21 Νοεμβρίου 2011 Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ Αποτελούμενο από τη Δικαστή…………………………, Πρωτοδίκη. Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα. Δέχεται αίτημα προσωρινής διαταγής. Απαγορεύει προσωρινή τη διακοπή παροχής ηλεκτροδότησης εκ μέρους της καθής, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και υπό τον όρο συζήτησης αυτής. Ορίζει δικάσιμο την 28-2-2012. Καλαμάτα 24-11-2011 Η Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας …………………………………… Πρωτοδίκης

Page 2 of 5