Επίκαιρες Δικαστικές Αποφάσεις (33)
Δημοσιοποίηση φορολογικών δεδομένων στο διαδίκτυο από το Υπουργείο Οικονομικών ως υπεύθυνος επεξεργασίας
Γραφει ο/η AdministratorΓνδτ ΑΠΔ 1/2011
Δημοσιοποίηση φορολογικών δεδομένων στο διαδίκτυο από το Υπουργείο Οικονομικών ως υπεύθυνος επεξεργασίας.
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Αθήνα, 14-02-2011
Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1163/14-02-2011
ΓΝΩΜΩΔΟΤΗΣΗ 1/2011
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, μετά από
πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της, την 24/01/2011, προκειμένου να εκδώσει την παρούσα γνωμοδότηση. Παρέστησαν οι Χρ. Γεραρής, Πρόεδρος της Αρχής, και οι Λ. Κοτσαλής, Αγ. Παπανεοφύτου, Αν. Πράσσος, Αν. – Ιωάν. Μεταξάς, Αντ. Ρουπακιώτης, τακτικά μέλη της Αρχής, και το αναπληρωματικό μέλος της Αρχής Γρ. Πάντζιου, σε αντικατάσταση του τακτικού μέλους Αν. Πομπόρτση, ο οποίος αν και κλήθηκε νομίμως εγγράφως δεν παρέστη, λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστη, επίσης, με εντολή του Προέδρου, ο Δημήτριος Ζωγραφόπουλος, Δικηγόρος (ΔΝ) – Νομικός ελεγκτής, ως εισηγητής, ενώ απουσίαζε κατά τη συνεδρίαση αυτή, λόγω κωλύματος, η έτερη εισηγήτρια Γεωργία Παναγοπούλου, πληροφορικός ελεγκτής. Επίσης, παρέστη, με εντολή του Προέδρου, και η Γεωργία Παλαιολόγου, υπάλληλος του Διοικητικού – Οικονομικού Τμήματος της Αρχής, ως γραμματέας.
Η Αρχή συνεδρίασε προκειμένου να γνωμοδοτήσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. (θ΄) και (ιγ΄) του Ν. 2472/1997 για την Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σχετικά με το εάν συνάδει με την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα η δημοσιοποίηση από το Υπουργείο Οικονομικών, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, καταλόγων φορολογουμένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ). Το ερώτημα αυτό έθεσε ενώπιον της Αρχής το Υπουργείο Οικονομικών – Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του (εφεξής: Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ), ως υπεύθυνος επεξεργασίας. Η παρούσα συνεδρίαση γίνεται σε συνέχεια των τακτικών συνεδριάσεων της Αρχής των 02/12/2010, 09/12/2010, 16/12/2010, 23/12/2010 και 20/01/2010. Στη συνεδρίαση της Αρχής της 02/12/2010 είχαν κληθεί (με την υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΞ/7101/25-11-2010 κλήση), παρέστησαν και εξέφρασαν τις απόψεις τους επί του θέματος οι εκπρόσωποι της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών.
Η Αρχή έλαβε υπόψη τα ακόλουθα:
Ι. Με τις διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010 για την αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις θεσπίστηκε η ακόλουθη ρύθμιση: «Στο άρθρο 85 παρ. 3 του ΚΦΕ μετά το τέταρτο εδάφιο προστίθεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής: “Ο κατάλογος είναι διαθέσιμος στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων. Η πρόσβαση στον κατάλογο γίνεται κατόπιν ταυτοποίησης του χρήστη και περιορίζεται με βάση συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την πρόσβαση στον κατάλογο αυτόν».
ΙΙ. Το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, με το υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ0001498ΕΞ2010/07.10.2010 έγγραφό του (όπως αυτό συμπληρώθηκε μεταγενέστερα), διαβίβασε στην Αρχή το σχέδιο Υπουργικής Απόφασης, που προβλέπει πλέον η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 85 παρ. 3 του ΚΦΕ – όπως αυτή τροποποιήθηκε από την παρ. 20 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010 – ως αναγκαία για την υλοποίηση της δημοσιοποίησης των καταλόγων φορολογουμένων στο διαδίκτυο. Το εν λόγω σχέδιο Υπουργικής Απόφασης, προβλέπει, ως προς την έκταση εφαρμογής των ρυθμίσεών της, τα ακόλουθα: «1.1 Η Γενική Γραμματεία πληροφοριακών συστημάτων καθιστά προσβάσιμους σε ηλεκτρονική μορφή τους καταλόγους φορολογουμένων, φυσικών και νομικών προσώπων, που συντάσσονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών της χώρας. 1.2. Οι ηλεκτρονικοί κατάλογοι των φορολογουμένων φυσικών προσώπων δημοσιοποιούνται στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων εντός 30 ημερών μετά το πέρας της κεντρικής εκκαθάρισης των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα, οι σχετικοί κατάλογοι δημοσιοποιούνται εντός 30 ημερών μετά τη λήξη των προθεσμιών υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος που ισχύουν κατά περίπτωση».
Σχετικά με τα στοιχεία φορολογουμένων, που δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο, προβλέπονται τα ακόλουθα: «2.1 Τα στοιχεία των φυσικών προσώπων μη επιτηδευματιών που δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο είναι τα ακόλουθα: α) όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο, β) ΑΦΜ, γ) περιοχή κατοικίας και ΤΚ, δ) αρμόδια -ΔΟΥ, ε) το συνολικό καθαρό εισόδημα που υπόκειται σε φορολογία και στ) ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημα. 2.2. Τα στοιχεία των φυσικών προσώπων επιτηδευματιών και των νομικών προσώπων που δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο είναι τα ακόλουθα: α) άνομα, επώνυμο και πατρώνυμο ή επωνυμία και τίτλος μιας επιχείρησης β) ΑΦΜ, γ) διεύθυνση έδρας και ΤΚ, δ) κύρια δραστηριότητα, ε) αρμόδια -ΟΥ, στ) ημερομηνία έναρξης / διακοπής, ζ) τα καθαρό εισόδημα από -' και Ζ' πηγή, η) το συνολικό καθαρό εισόδημα που υπόκειται σε φορολογία και θ) ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημα». Εξάλλου, σχετικά με τη διαδικασία πρόσβασης στα εν λόγω στοιχεία, προβλέπονται τα εξής: «3.1 Τα στοιχεία είναι προσβάσιμα οπό όλους τους ταυτοποιημένους χρήστες του πληροφοριακού συστήματος TAXISNET. Η ταυτοποίηση γίνεται μέσω των κωδικών TAXISNET που διαθέτουν οι χρήστες. 3.2. Η αναζήτηση γίνεται: α) βάσει ΑΦΜ και μέρους του επωνύμου και ονόματος του φυσικού προσώπου ή της επωνυμίας ή τίτλου μιας επιχείρησης ή β) βάσει διεύθυνσης και μέρους του επωνύμου και ονόματος του φυσικού προσώπου ή της επωνυμίας ή τίτλου μιας επιχείρησης. 3.3. Ο κάθε χρήστης δύναται να διενεργεί είκοσι ανακτήσεις πληροφοριών μηνιαίως. 3.4. Για κάθε ανάκτηση πληροφορίας το σύστημα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων καταγράφει μόνο την ημερομηνία και τον ΑΦΜ του χρήστη που πραγματοποίησε την αναζήτηση, προκειμένου να διασφαλιστεί ο περιορισμός υπό 2.3».
Σχετικά, τέλος, με την έναρξη εφαρμογής της, το εν λόγω σχέδιο Υπουργικής Απόφασης, προβλέπει: «Η παρούσα εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2011. Κατά την πρώτη εφαρμογή θα αναρτηθούν στοιχεία φορολογικών καταλόγων του οικονομικού έτους 2010. Τα στοιχεία θα ανανεώνονται ετησίως χωρίς δυνατότητα ανάκτησης πληροφοριών για τα προηγούμενα έτη».
ΙΙΙ. Στο προαναφερόμενο διαβιβαστικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ αναφέρονται, επιπλέον, σχετικά με τη σύνταξη των καταλόγων φορολογουμένων τα εξής: «Οι κατάλογοι αυτοί συντάσσονταν μετά το πέρας της κεντρικής εκκαθάρισης από τη Μηχανογράφηση και αποστέλλονταν στις -ΔΟΥ – πρακτική που έχει ατονήσει τα τελευταία έτη λόγω του απαιτούμενου όγκου των εκτυπώσεων. Περιελάμβαναν το σύνολο των φορολογουμένων, φυσικών και νομικών προσώπων (επιτηδευματίες, μισθωτούς συνταξιούχους κ.λ.π.). 0ς λοιπά στοιχεία θεωρούντο η διεύθυνση κατοικίας ή επιτηδεύματος και ο ΑΦΜ, άπου ήταν απαραίτητος δεδομένου ότι ο ΑΦΜ ως προσδιοριστέο στοιχείο των φορολογουμένων εμπίπτει στην έννοια των λοιπών στοιχείων, είναι απαιτητό στοιχείο για την υποβολή των πάσης φύσεως φορολογικών δηλώσεων και δεν είναι απόρρητος (βλ. γνωμοδ. ΝΣΚ υπ’ αρ. 552/95). Επιπροσθέτως όπως προκύπτει από το εδάφιο η' της παρ. 5 του άρθρου 85 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 12 του ΠΑ 186/1992 του ΚΒΣ, ως πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων επιτηδευματιών νοούνται το ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, το επάγγελμα (δραστηριότητα), η διεύθυνση, ο ΑΦΜ και η αρμόδια -ΔΟΥ Ειδικά για τους επιτηδευματίες θεωρούμε ότι στα λοιπά στοιχεία θα πρέπει να συμπεριληφθεί η ημερομηνία έναρξης και διακοπής των δραστηριοτήτων τους, ώστε να καθίσταται αποτελεσματικότερος ο έλεγχος της γνησιότητας των εκδιδομένων στοιχείων επί συναλλαγής μεταξύ επιτηδευματιών, οι οποίοι ενεργούν είτε ως πελάτες είτε ως προμηθευτές.
Με τη νέα διάταξη το δικαίωμα πρόσβασης στο συγκεκριμένο κατάλογο φορολογούμενων, που αποτελεί δημόσια πληροφορία, περιλαμβάνει και τη χρήση του διαδικτύου».
Εξάλλου, στο ίδιο έγγραφο αναφέρονται, σχετικά με τους σκοπούς, που επιδιώκονται με τη δημοσιοποίηση των καταλόγων φορολογουμένων κατά τα προαναφερόμενα, τα ακόλουθα: «Η δημοσιοποίηση των καταλόγων των φορολογουμένων στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφορικών Συστημάτων αποτελεί ένα εύλογο μέτρο αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Με τη δυνατότητα πρόσβασης, υπό προϋποθέσεις, σε αυτή την ηλεκτρονική υπηρεσία, το Υπουργείο προσβλέπει στο να καλλιεργήσει κλίμα φορολογικής συμμόρφωσης με απώτερο στόχο την πάταξη της φοροδιαφυγής, καθόσον θα είναι πλέον προσβάσιμη η πληροφορία για το σύνολο των εισοδημάτων των φορολογουμένων.
Συγκεκριμένα, μέσω της δημοσίευσης των δηλουμένων εισοδημάτων θα ασκείται κοινωνική πίεση σε φορολογουμένους που φοροδιαφεύγουν προκλητικά, προκειμένου να δηλώνουν εισοδήματα ανάλογα με τα προφανή έσοδα τους ή τον τρόπο ζωής τους.
Περαιτέρω, η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων στο διαδίκτυο έχει ως στόχο την εξυπηρέτηση των πολιτών και των επιχειρήσεων διασφαλίζοντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό την εγκυρότητα των συναλλαγών. Η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων θα λειτουργήσει αποτρεπτικά στα φαινόμενα εξαπάτησης για συναλλαγές με πλαστά ή ψευδή στοιχεία μέσω υπηρεσίας που θα δίνει τη δυνατότητα επιβεβαίωσης των στοιχείων των συναλλασσομένων μερών.
Ενδεικτικά αναφέρουμε:
Επιβεβαίωση στοιχείων εκδότη ή λήπτη φορολογικού στοιχείου: Ταυτοποίηση των στοιχείων του ΑΦΜ και της ύπαρξης της επιχείρησης ως ενεργής κατά την ημερομηνία της συναλλαγής. Υποβοηθητική διαδικασία και κατά τη δημιουργία του αρχείου της συγκεντρωτικής κατάστασης πελατών / προμηθευτών ή της οριστικής δήλωσης ΦΜΥ κλπ.
Επιβεβαίωση στοιχείων συμβαλλομένων μερών: διαδικασία αναγκαία στο στάδιο σύνταξης μισθωτηρίων συμβολαίων, καταστατικών σύστασης ή τροποποίησης εταιριών και παντός είδους συμφωνητικών, όπου είτε από κείμενες διατάξεις ο ΑΦΜ αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του εγγράφου, είτε φορείς και επιχειρήσεις έχουν εισάγει ως απαραίτητη προϋπόθεση ολοκλήρωσης μίας συναλλαγής τους την ύπαρξη ΑΦΜ, ανάγοντας με αυτόν τον τρόπο το Υπουργείο Οικονομικών ως θεματοφύλακα των συμφερόντων τους και ως τη μόνη αξιόπιστη αρχή καταγραφής των συναλλασσομένων –φορολογουμένων».
Τέλος, στο ίδιο πάντα έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων αναφέρονται, σχετικά με την διαδικασία πρόσβασης στους εν λόγω φορολογικούς καταλόγους μέσω διαδικτύου, τα ακόλουθα: «Η πρόσβαση στους ηλεκτρονικούς καταλόγους θα διενεργείται από πιστοποιημένους χρήστες των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και θα υπάρχει ποσοτικός περιορισμός στον αριθμό των αναζητήσεων και των αποτελεσμάτων. Περαιτέρω η ανάκτηση πληροφοριών δε θα είναι δυνατή για προηγούμενα έτη. Με αυτόν τον τρόπο δυσχεραίνεται η μαζική εξαγωγή δεδομένων προστατεύοντας τα έτσι από επεξεργασία που δε δικαιολογείται από το σκοπό της διάταξης αυτής, όπως πχ, την εμπορική εκμετάλλευση των οικονομικών στοιχείων. Έτσι, τηρείται η αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής».
IV. Από τα έγγραφα, που υπέβαλε το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως συμπληρωματικά του αιτήματος γνωμοδότησης επί του σχεδίου Υπουργικής Απόφασης (Βλ. ιδίως, το με αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6310/22.10.2010 ενημερωτικό σημείωμα του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ καθώς, επίσης, και το υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ 00001675 ΕΞ 2010/04.11.2010 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας), καθώς και από τα στοιχεία, που τέθηκαν υπόψη των εισηγητών της Αρχής κατά τη συνάντηση εργασίας με υπηρεσιακούς παράγοντες της εν λόγω υπηρεσίας, στην έδρα της Αρχής, τη 03/11/2010, προκύπτει ότι το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ είναι σε θέση, από τεχνική άποψη, εφόσον το επιτρέψει η Αρχή, να υλοποιήσει δύο διαφορετικές εφαρμογές σχετικά με την πρόσβαση σε δεδομένα των προαναφερομένων φορολογικών καταλόγων μέσω διαδικτύου.
Επισημαίνεται ότι – από καθαρά τεχνική άποψη – οι δύο αυτές τεχνικές εφαρμογές είναι δυνατό να λειτουργήσουν κατά τρόπο αυτόνομο, ώστε η Αρχή να δύναται: 1) είτε να επιτρέψει την υλοποίηση και των δύο αυτών εφαρμογών, 2) είτε να επιτρέψει την υλοποίηση της μίας μόνο εφαρμογής, 3) είτε να απαγορεύσει την υλοποίηση και των δύο εφαρμογών.
Ειδικότερα:
V. Η πρώτη εφαρμογή αποτελεί ουσιαστικά την κύρια εφαρμογή, που έχει επεξεργαστεί το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, προκειμένου να υλοποιηθεί η σκοπούμενη δημοσιοποίηση στοιχείων των φορολογικών καταλόγων, η σύνταξη των οποίων προβλέπεται ρητά στις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 ΚΦΕ, μέσω διαδικτύου.
Πρόκειται για την εφαρμογή, η οποία αποσκοπεί – κατά το Υπουργείο Οικονομικών – πρωτίστως στην καλλιέργεια κλίματος φορολογικής συμμόρφωσης, με απώτερο στόχο την πάταξη της φοροδιαφυγής, καθόσον θα είναι πλέον προσβάσιμη ηλεκτρονικά και μέσω διαδικτύου η πληροφορία για το σύνολο των εισοδημάτων των φορολογουμένων. Το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ ρητά αποβλέπει, μέσω και της ηλεκτρονικής δημοσίευσης των δηλουμένων εισοδημάτων στο διαδίκτυο, στην άσκηση κοινωνικής πίεσης σε φορολογουμένους που – κατά τους υπολογισμούς του – φοροδιαφεύγουν προκλητικά, προκειμένου να δηλώνουν εισοδήματα ανάλογα με τα προφανή έσοδα τους ή τον τρόπο ζωής τους.
Στο πλαίσιο της εν λόγω εφαρμογής, οι ηλεκτρονικοί κατάλογοι, που θα καταρτίζονται, θα δημοσιοποιούνται στο διαδικτυακό τόπο της ΓΓΠΣ εντός 20 ημερών από το πέρας της κεντρικής εκκαθάρισης των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα, οι σχετικοί κατάλογοι δημοσιοποιούνται εντός 30 ημερών από τη λήξη των προθεσμιών υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος που ισχύουν κατά περίπτωση. Τα στοιχεία θα ανανεώνονται ετησίως χωρίς τη δυνατότητα ανάκτησης πληροφοριών για τα προηγούμενα έτη. Η υπηρεσία θα είναι διαθέσιμη στους πιστοποιημένους χρήστες των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών. Τα στοιχεία των φορολογούμενων, που θα δημοσιεύονται, εξάγονται επίσης από τις βάσεις δεδομένων του TAXISnet. Η αυθεντικοποίηση των χρηστών της υπηρεσίας δημοσιοποίησης φορολογικών καταλόγων θα γίνεται με χρήση ζεύγους κωδικών (όνομα χρήστη και συνθηματικό), το οποίο αποδίδεται στους χρήστες μέσω της υπηρεσίας πιστοποίησης του TAXISnet, κατά τα προαναφερόμενα.
Η αναζήτηση στοιχείων γίνεται με τη συμπλήρωση συγκεκριμένων κριτηρίων και θα έχει πάντα ως αποτέλεσμα μία εγγραφή, δηλαδή τα στοιχεία ενός μόνο φορολογουμένου, ο οποίος ταυτοποιήθηκε με τα κριτήρια αναζήτησης. Εάν η αναζήτηση δεν είναι επιτυχής, ενημερώνεται ο χρήστης με μήνυμα λάθους. Όπως και στην προηγούμενη εφαρμογή, το αποτέλεσμα της αναζήτησης θα εμφανίζεται στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του χρήστη, δεν θα δίνεται δυνατότητα άμεσης αποθήκευσης του αποτελέσματος σε κάποια διαρθρωμένη και επεξεργάσιμη μορφή αρχείου (πχ .xls, .doc, .pdf) και δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί το αποτέλεσμα αυτό ως επίσημο έγγραφο.
Θα καταγράφεται το ΑΦΜ του χρήστη, που πραγματοποίησε την αναζήτηση, και η ημερομηνία, κατά την οποία πραγματοποίησε την αναζήτηση, χωρίς να καταγράφεται κάποιο άλλο στοιχείο σχετικό με το περιεχόμενο της αναζήτησης. Σκοπός της εν λόγω καταγραφής θα είναι να υπάρχει ένας μετρητής, ο οποίος θα μηδενίζεται μετά από την πάροδο ενός μηνός, ώστε να διασφαλιστεί ότι κάθε χρήστης μπορεί να εκτελεί έως είκοσι (20) ανακτήσεις στοιχείων φορολογουμένων μηνιαίως.
Βασικό χαρακτηριστικό της πρώτης αυτής εφαρμογής αποτελεί η δυνατότητα πρόσβασης του χρήστη σε όλες τις πληροφορίες, που περιέχουν οι εν λόγω κατάλογοι φορολογουμένων, συμπεριλαμβανομένων και των πληροφοριών σχετικά με τα δηλωθέντα εισοδήματα του προσώπου (φυσικού ή νομικού), το οποίο αφορά η αναζήτηση, ή το φόρο, που αναλογεί σε αυτά.
Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ ενημέρωσε την Αρχή με νεώτερο έγγραφό του (με αρ. πρωτ. ΓρΠΠ 0001711 ΕΞ 2010 και υπ’ αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6764/15-11-2010) για τη δυνατότητα δημοσιοποίησης «των εισοδημάτων των φορολογουμένων σε βαθμίδες σύμφωνο με την ισχύουσα φορολογική κλίμακα του Ν. 3842/2010 (12.000 ευρώ, 16.000 ευρώ, 22.000 ευρώ, 26.000 ευρώ, 32.000 ευρώ, 40.000 ευρώ, 60.000 ευρώ, 100.000 ευρώ, άνω των 100.000 ευρώ) και πρόβλεψη αντίστοιχης κλίμακας αναλογούντος φόρου για κάθε φορολογικό κλιμάκιο».
VI. Η δεύτερη εφαρμογή θα συνιστά ουσιαστικά μία υπηρεσία επαλήθευσης στοιχείων μητρώου φορολογουμένων, με βάση τα δεδομένα που τηρούνται στις βάσεις δεδομένων του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ. Πρόκειται για υπηρεσία, που αποσκοπεί στη δυνατότητα επιβεβαίωσης των στοιχείων των συναλλασσομένων μερών με απώτερο στόχο την αποτροπή των φαινομένων εξαπάτησης σε συναλλαγές με πλαστά ή ψευδή στοιχεία. Μέσω της υπηρεσίας θα ταυτοποιείται ο ΑΦΜ και θα δηλώνεται η ύπαρξη της επιχείρησης ως ενεργής. Ενδεικτικά, θα μπορεί να γίνει επιβεβαίωση στοιχείων εκδότη ή λήπτη τιμολογίου αλλά και επιβεβαίωση στοιχείων συναλλασσόμενων μερών.
Κατά το Υπουργείο Οικονομικών, η εφαρμογή θα συμβάλει στην ασφάλεια των συναλλαγών, μειώνοντας τις πιθανότητες διακίνησης πλαστών και εικονικών τιμολογίων.
Στο πλαίσιο της εν λόγω εφαρμογής, τα στοιχεία των φορολογούμενων θα εξάγονται από τις βάσεις δεδομένων του TAXISnet. Η αυθεντικοποίηση των χρηστών της υπηρεσίας θα γίνεται με χρήση ζεύγους κωδικών (όνομα χρήστη και συνθηματικό), το οποίο αποδίδεται στους χρήστες μέσω της υπηρεσίας πιστοποίησης του TAXISnet. Η αναζήτηση στοιχείων θα γίνεται με τη συμπλήρωση συγκεκριμένων κριτηρίων και θα έχει πάντα ως αποτέλεσμα μία εγγραφή, δηλαδή τα στοιχεία ενός μόνο φορολογουμένου (φυσικού ή νομικού προσώπου), ο οποίος ταυτοποιήθηκε με τα κριτήρια αναζήτησης. Εάν η αναζήτηση δεν είναι επιτυχής, θα ενημερώνεται ο χρήστης με μήνυμα λάθους. Το αποτέλεσμα της αναζήτησης θα εμφανίζεται στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του χρήστη της εφαρμογής.
Δεν θα δίνεται δυνατότητα άμεσης αποθήκευσης του αποτελέσματος σε κάποια διαρθρωμένη και επεξεργάσιμη μορφή αρχείου (πχ. .xls, .doc, .pdf) και δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επίσημο έγγραφο.
Δεν προβλέπεται περιορισμός στον αριθμό των αναζητήσεων και δεν θα γίνεται καμία καταγραφή σχετικά με τη χρήση της υπηρεσίας.
Συμπερασματικά, η εν λόγω εφαρμογή για τη λειτουργία της θα αντλεί πληροφορίες από τα στοιχεία των καταλόγων φορολογουμένων, όπως αυτοί προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 ΚΦΕ, αλλά οι πληροφορίες, στις οποίες τελικά θα έχει πρόσβαση ο χρήστης της εφαρμογής, είναι λιγότερες από εκείνες, που περιέχουν συνολικά οι κατάλογοι φορολογουμένων. Βασικό χαρακτηριστικό της αποτελεί η απουσία πληροφοριών σχετικά με τα δηλωθέντα εισοδήματα του προσώπου (φυσικού ή νομικού), το οποίο αφορά η αναζήτηση, ή το φόρο, που αναλογεί σε αυτά.
VIII. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθούν σχετικά με το μέτρο της σύνταξης καταλόγων φορολογουμένων και της δημοσιοποίησης αυτών και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς του «για την αύξηση του αισθήματος ευθύνης των πολιτών, τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την επίτευξη της φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιοσύνης», όπως ρητά αναφέρει το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, τα ακόλουθα: Το εν λόγω μέτρο προβλέπεται παλαιόθεν στην ελληνική έννομη τάξη, από σειρά διαδοχικών ρυθμίσεων (Βλ. σχετικά και τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στην Αρχή με το υπ’ αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6300/22-10-2010 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ). Ειδικότερα, το άρθρο 14 του Ν 3765/1957 περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων του Ν. 3323/1955 περί φορολογίας του εισοδήματος προέβλεπε τη σύνταξη ετησίως από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο, στη βάση των φορολογικών δηλώσεων που είχαν υποβληθεί και μετά από τις οριστικές εγγραφές, καταλόγου φορολογουμένων, που περιείχε τα ονοματεπώνυμα και λοιπά στοιχεία των προσώπων που υπόκειντο σε φορολογία, το καθαρό εισόδημα καθενός τους και το φόρο που αναλογούσε στο εισόδημα αυτό. Ο εν λόγω κατάλογος φορολογουμένων προβλεπόταν να παραμένει εκτεθειμένος καθ’ όλη τη διάρκεια του οικονομικού έτους σε κατάλληλο μέρος του καταστήματος της οικείας οικονομικής εφορίας, «ώστε να δύναται να λαμβάνη γνώσιν τούτου πας τρίτος». Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του προαναφερομένου άρθρου θα καθορίζονταν με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4045/1960 αντικαταστάθηκαν οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις του άρθρου 14 του Ν 3765/1957. Οι ρυθμίσεις του άρθρου 8 του Ν. 4045/1960 προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, τη σύνταξη ετησίως από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο καταλόγου φορολογουμένων «κατά κλιμάκια καθαρού εισοδήματος», τα οποία προσδιορίζονταν επακριβώς. Παρεχόταν στον Υπουργό Οικονομικών η δυνατότητα να προβλέπει στην οικεία απόφασή του για τη σύνταξη και δημοσιοποίηση των καταλόγων φορολογουμένων ότι δεν αναγράφονται στους καταλόγους φορολογούμενοι, των οποίων το καθαρό εισόδημα ήταν κατώτερο ποσού, που καθοριζόταν με την εν λόγω υπουργική απόφαση. Εξάλλου, επιτρεπόταν η δημοσίευση από τον Τύπο ολόκληρου του καταλόγου φορολογουμένων, όπως αυτός συντασσόταν από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο, αλλά απαγορευόταν – με την απειλή ποινών – η δια του Τύπου δημοσίευση μεμονωμένων ονομάτων φορολογουμένων ή τμημάτων μόνο του εν λόγω καταλόγου. Τέλος, με τις διατάξεις της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου 8 του Ν. 4045/1960 προβλεπόταν διαδικασία δημοσιοποίησης καταλόγου παραβατών διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας.
Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν 4444/1964 τροποποιήθηκαν εκ νέου οι οικείες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας σχετικά με τη σύνταξη καταλόγων φορολογουμένων και τη δυνατότητα δημοσιοποίησης αυτών δια της ανάρτησής τους στα καταστήματα των οικείων οικονομικών εφοριών. Ειδικότερα, με τις νεώτερες αυτές ρυθμίσεις οι κατάλογοι φορολογουμένων περιείχαν εφεξής στοιχεία φορολογουμένων ανάλογα με αυτά που προβλέπουν πλέον οι διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 ΚΦΕ.
Επιτρεπόταν η σύνταξη των εν λόγω καταλόγων ενδεχομένως και «κατά κατηγορία επαγγέλματος». Τέλος, προβλεπόταν εφεξής απλώς ότι «επιτρέπεται η δια των εφημερίδων δημοσίευσις των φορολογικών καταλόγων», γεγονός που σήμαινε την κατάργηση των προαναφερόμενων υποχρεώσεων που προέβλεπαν για τον Τύπο οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 4045/1960.
Ακολούθως, το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 1828/1989 προέβλεπε ότι «ο κατάλογος των φορολογουμένων τοποθετείται σε πρόσφορη θέση του καταστήματος όχι μόνο της Οικονομικής Εφορίας αλλά και του Δήμου ή της Κοινότητας όπου εδρεύει η Οικονομική Εφορία ώστε να μπορεί να λαμβάνει γνώση αυτού οποιοσδήποτε» (Βλ. σχετικά το προαναφερόμενο υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ 00001675 ΕΞ 2010 / 04.11.2010 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ).
Η δυνατότητα δημοσιοποίησης καταλόγων φορολογουμένων προβλέπεται πλέον ρητά από τις διατάξεις του άρθρου 85 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ), ο οποίος κυρώθηκε από το Ν. 2238/1994 (ΦΕΚ Α΄ 151/16.09.1994), όπως αυτές ισχύουν. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι εν λόγω διατάξεις, όπως τροποποιήθηκαν από την παρ. 20 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010, προβλέπουν τη δημοσιοποίηση των καταλόγων φορολογουμένων και στο διαδίκτυο.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αν και η δυνατότητα έντυπης δημοσιοποίησης των καταλόγων φορολογουμένων προβλέπεται ήδη από το 1957 (άρθρο 14 του Ν. 3765/1957), η εφαρμογή της στην πράξη δεν ήταν ούτε συνεπής ούτε ομοιόμορφη. Ειδικότερα, από τα στοιχεία που υπέβαλε στην Αρχή το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ (Βλ. το προαναφερόμενο υπ’ αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6300/22-10-2010 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ καθώς, επίσης, και τα συνημμένα στο προαναφερόμενο υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ 00001675 ΕΞ 2010 / 04.11.2010 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας) προκύπτει ότι οι εν λόγω κατάλογοι τυπώθηκαν κατά τρόπο περιστασιακό και αποσπασματικό (πχ. στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, κατά τα έτη 1980 και 1983).
Δεν προσκομίστηκαν στην Αρχή οι σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις για την εκτέλεση των σχετικών διατάξεων νόμου, αλλά ενημερωτικά σημειώματα των φορολογικών αρχών που αναφέρονται στη δημοσιοποίηση των εν λόγω καταλόγων φορολογουμένων, χωρίς να μνημονεύουν ρητά τις σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις. Παραμένει, επίσης, αδιευκρίνιστο το εάν οι έντυπες εκδόσεις των εν λόγω καταλόγων φορολογουμένων κυκλοφόρησαν πραγματικά ή εάν οι κατά τόπου εφορίες προέβησαν όντως στην ανάρτησή τους. Εξάλλου, οι σχετικές εκδόσεις δεν ήταν ομοιόμορφες, αλλά το περιεχόμενό τους (ιδίως, όσον αφορά τις κατηγορίες των ενδιαφερομένων φορολογουμένων) προσδιοριζόταν εκάστοτε από τις σχετικές εγκυκλίους, κυρίως για πρακτικούς λόγους, που αφορούσαν το μεγάλο αριθμό των ενδιαφερομένων φορολογουμένων.
IX. Σχετικά με το μέτρο της δημοσιοποίησης φορολογικών καταλόγων σε άλλες έννομες τάξεις, αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα στοιχεία, που υπέβαλε στην Αρχή το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ (Βλ. τα υπ’ αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6761/15-11-2010 και Γ/ΕΙΣ/6766/15-11-2010 τηλεομοιοτυπικά μηνύματα του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ), το Υπουργείο υπέβαλε σειρά έγγραφων ερωτημάτων σε Κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης «σχετικά με τη δημοσίευση φορολογικών στοιχείων, με τα αντίστοιχα ονόματα των φορολογουμένων στο -διαδίκτυο». Έλαβε απαντήσεις από τις ακόλουθες χώρες: Ηνωμένο Βασίλειο, Ρουμανία, Κύπρο, Λετονία, Φινλανδία, Αυστρία, Σλοβενία, Σλοβακία, Ισπανία, Εσθονία και Νορβηγία. Από τις χώρες αυτές, μόνο στη Νορβηγία και στη Φινλανδία οι αρμόδιες φορολογικές αρχές προβαίνουν σε δημοσιοποίηση καταλόγων με στοιχεία φορολογουμένων στο διαδίκτυο. Εξάλλου, και στις δύο αυτές χώρες επιτρέπεται, επίσης, η δημοσιοποίηση καταλόγων με στοιχεία φορολογουμένων σε έντυπη μορφή καθώς, επίσης, και η δημοσίευση των καταλόγων αυτών στον Τύπο (τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή).
Το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ επικαλείται (Βλ. το προαναφερόμενο υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ 00001675 ΕΞ 2010 / 04.11.2010 έγγραφό του) το παράδειγμα της Νορβηγίας και της Φινλανδίας, σχετικά με το μέτρο της δημοσιοποίησης φορολογικών καταλόγων, ως εξής: «Θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι η αποτελεσματικότητα του μέτρου έχει ήδη κριθεί στην πράξη στις σκανδιναβικές χώρες που κατέχουν την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στα φορολογικά έσοδα, τα έσοδα από άμεσους φόρους και τα έσοδα από φυσικό και νομικό πρόσωπα ως ποσοστό του ΑΕΠ. Περαιτέρω, οι χώρες που εφαρμόζουν το μέτρο της δημοσίευσης των φορολογικών δεδομένων βρίσκονται στις 10 καλύτερες θέσεις της κατάταξης που προαναφέρθηκε για τη διαφθορά».
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί συνοπτικά και η περίπτωση της Ιταλίας, όπου σε ρυθμίσεις για τη δημοσιοποίηση καταλόγων φορολογουμένων δια της αναρτήσεώς τους στις έδρες φορολογικών αρχών και ΟΤΑ επιχειρήθηκε και η δημοσιοποίησή τους από τις φορολογικές αρχές στο διαδίκτυο ωστόσο, η εν λόγω δημοσιοποίηση καταλόγων φορολογουμένων στο διαδίκτυο κρίθηκε παράνομη από τον ιταλό Επόπτη για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (Garante per la protezione dei dati personali), με την απόφασή του της 06/05/2008.
Μετά από την εξέταση των προαναφερομένων στοιχείων, αφού αναγνώστηκαν τα πρακτικά των συνεδριάσεων της 02/12/2010, 09/12/2010, 16/12/2010 και 23/12/2010 άκουσε τους εισηγητές και μετά από διεξοδική συζήτηση,
Η Αρχή εκδίδει την ακόλουθη ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
1. Το άρθρο 9Α του Συν/τος ορίζει ότι «καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί όπως νόμος ορίζει». Το άρθρο 5Α του Συν/τος ορίζει τα εξής: «1. Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων. 2. Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9Α και 19». Τέλος, το άρθρο 25 παρ. 1 του Συν/τος ορίζει ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.
Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».
2. Το άρθρο 8 της ΕΣΑ, που αναφέρεται στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, ορίζει ότι: «1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».
3. Το άρθρο 8 του Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα ακόλουθα: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. 2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους. 3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής». Εξάλλου, το άρθρο 51 παρ. 1 του ιδίου Χάρτη ορίζει ότι: «1. Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.
Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους». Ακολούθως, το άρθρο 52 του Χάρτη ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «1. Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να τηρεί το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. (…)». Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εφαρμοστέος, καθόσον το αντικείμενο της γνωμοδοτήσεως διέπεται και από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ειδικότερα της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.
4. Το άρθρο 6 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ ορίζει για τις αρχές, που πρέπει να τηρούνται ως προς την ποιότητα των δεδομένων, τα ακόλουθα: «1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει: α) να υφίστανται σύννομη και θεμιτή επεξεργασία. β) να συλλέγονται για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και η μεταγενέστερη επεξεργασία τους να συμβιβάζεται με τους σκοπούς αυτούς. Η μεταγενέστερη επεξεργασία για ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασυμβίβαστη εφόσον τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες εγγυήσεις. γ) να είναι κατάλληλα, συναφή προς το θέμα και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέγονται και υφίστανται επεξεργασία. δ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να ενημερώνονται πρέπει να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα ώστε δεδομένα ανακριβή ή ελλιπή σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους έχουν συλλεγεί ή υφίστανται κατόπιν επεξεργασία, να διαγράφονται ή να διορθώνονται. ε) να διατηρούνται με μορφή που επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων στα οποία αναφέρονται μόνο κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει την απαιτούμενη για την επίτευξη των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεγεί ή για τους οποίους αργότερα υφίστανται επεξεργασία. Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες εγγυήσεις για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διατηρούνται πέραν της περιόδου αυτής για σκοπούς ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς. 2. Εναπόκειται στον υπεύθυνο της επεξεργασίας να εξασφαλίσει την τήρηση της παραγράφου 1».
5. Το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 ορίζει ότι: «Συνιστάται Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά».
6. Το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «Η Αρχή έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες: (…) (θ΄) Γνωμοδοτεί για κάθε ρύθμιση που αφορά την επεξεργασία και προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. (…) (ιγ΄) (…) Εξετάζει επίσης αιτήσεις του υπευθύνου επεξεργασίας με τις οποίες ζητείται ο έλεγχος και η εξακρίβωση της νομιμότητας της επεξεργασίας. (…)».
7. Οι διατάξεις του άρθρου 85 ΚΦΕ, όπως τροποποιήθηκαν πρόσφατα από την παρ. 20 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010 για την αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 58/23.04.2010), έχουν ως εξής: «1. Οι δηλώσεις φόρου του παρόντος χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για φορολογικούς σκοπούς και δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίησή τους για δίωξη εκείνου που υπέβαλε τη δήλωση ή του προσώπου από το οποίο αυτός απέκτησε το εισόδημα, για παράβαση των κειμένων διατάξεων. 2. Οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίησή τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από το φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά. 3. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας συντάσσει κάθε έτος, με βάση τις δηλώσεις που του επιδίδονται, κατάλογο φορολογουμένων, ο οποίος περιέχει το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τον τίτλο και τα λοιπά στοιχεία τους, το καθαρό εισόδημα από τις κατηγορίες - και Ζ, το συνολικό καθαρό εισόδημα το οποίο υπόκειται σε φορολογία, καθώς και το φόρο που αναλογεί σε αυτό. Ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων και συμπληρώνεται με τα αντίστοιχα στοιχεία της οριστικοποίησης της εγγραφής του υποχρέου. Τοποθετείται σε πρόσφορη θέση στο κατάστημα της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και των δήμων ή κοινοτήτων όπου εδρεύει δημόσια οικονομική υπηρεσία, ώστε να μπορεί να λαμβάνει γνώση αυτού οποιοσδήποτε. Επιτρέπεται η έκδοση καταλόγων των φορολογουμένων όλης της χώρας, καθώς και η δημοσίευση τους στις εφημερίδες. Ο κατάλογος είναι διαθέσιμος στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων. Η πρόσβαση στον κατάλογο γίνεται κατόπιν ταυτοποίησης του χρήστη και περιορίζεται με βάση συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την πρόσβαση στον κατάλογο αυτόν.
Επιτρέπεται να γίνεται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών η προεκτύπωση στις ετήσιες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων των ποσών του καθαρού εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών και του αναλογούντος και παρακρατηθέντος φόρου επί αυτών, καθώς και των λοιπών διαθέσιμων στοιχείων του υποχρέου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2006 και μετά. 4. Τα στοιχεία που αναφέρονται στους καταλόγους των φορολογουμένων δεν αποτελούν απόρρητο και ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να χορηγεί, ύστερα από αίτηση, βεβαίωση για τα στοιχεία αυτά σε οποιονδήποτε τρίτο ο οποίος έχει έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει.
5. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, αποκλειστικά και μόνο: (στη συνέχεια της παραγράφου αυτής ορίζονται κατά τρόπο ειδικό και περιοριστικό έντεκα περιπτώσεις κάμψης του φορολογικού απορρήτου, όπως αυτό ορίζεται στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου) (…) 9. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται για όλη τη χώρα ή για ορισμένες μόνο περιφέρειες, ανάλογα με τον πληθυσμό, το ύψος του εισοδήματος πάνω από το οποίο, οι φορολογούμενοι που το αποκτούν, θα περιλαμβάνονται στους καταλόγους των φορολογουμένων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3».
Εξάλλου, οι παρ. 6, 7 και 8 του άρθρου 85 του ΚΦΕ προβλέπουν πειθαρχικές και ποινικές ευθύνες για τα πρόσωπα, που παραβιάζουν φορολογικό απόρρητο του ιδίου άρθρου.
8. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. (θ΄) και (ιγ΄) του Ν. 2472/1997, η Αρχή έχει αρμοδιότητα να γνωμοδοτήσει στο ερώτημα του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως υπευθύνου επεξεργασίας, σχετικά με το εάν συνάδει με την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα η δημοσιοποίηση από το Υπουργείο Οικονομικών καταλόγων φορολογουμένων στο διαδίκτυο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, ερμηνευομένων υπό το πρίσμα του άρθρου 28 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι η γνωμοδοτική αρμοδιότητα της Αρχής πρέπει να ασκείται εγκαίρως τόσο στο στάδιο καταρτίσεως νομοθετικών ή κανονιστικών ρυθμίσεων όσο και στο σχεδιασμό επιμέρους επεξεργασιών. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αρχή δεν είχε μέχρι τώρα την ευκαιρία να εξετάσει τη συμβατότητα των ρυθμίσεων του άρθρου 85 παρ. 3 του ΚΦΕ προς κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως το άρθρο 9Α του Συντάγματος, το άρθρο 8 της ΕΣ Α και η Οδηγία 95/46/ΕΚ. Συνεπώς, με την παρούσα γνωμοδότησή της η Αρχή πρέπει να κρίνει το κατά πόσον συνάδει με τις ρυθμίσεις για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα όχι μόνο η δημοσιοποίηση από το Υπουργείο Οικονομικών, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, καταλόγων φορολογουμένων στο διαδίκτυο, εν όψει του ως άνω υποβληθέντος σχεδίου Υπουργικής Απόφασης, αλλά και ευρύτερα η δημοσιοποίηση καταλόγων φορολογουμένων δια της αναρτήσεώς τους στα καταστήματα των κατά τόπους δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών και των δήμων ή κοινοτήτων, όπου εδρεύει δημόσια οικονομική υπηρεσία, καθώς, επίσης, και η δημοσιοποίησή τους δια του Τύπου.
9. Ειδικότερα, η Αρχή έχει αρμοδιότητα να γνωμοδοτήσει σχετικά με τα προαναφερθέντα ζητήματα, καθόσον: (1) οι πληροφορίες, που περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων, συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, εφόσον αφορούν φυσικά πρόσωπα. Αντίθετα, τα φορολογικά δεδομένα, που αναφέρονται σε νομικά πρόσωπα, δεν συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως ρητά προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997.
10. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 85 ΚΦΕ, ο πρωταρχικός σκοπός των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στην κατοχύρωση του φορολογικού απορρήτου, ως βασικής αρχής του φορολογικού δικαίου, και, ακολούθως, στην πρόβλεψη των κατ’ εξαίρεση περιοριστικά οριζόμενων περιπτώσεων κάμψης του. Στο πλαίσιο αυτό, όπως παγίως δέχεται η νομολογία των δικαστηρίων της χώρας του φορολογούμενου και φορολογικής αρχής, οι οποίες υποστηρίζουν την αποτελεσματικότερη ευόδωση των δημοσιονομικών σκοπών. Είναι προφανές επίσης ότι, θεσπίζοντας ο νομοθέτης το φορολογικό απόρρητο, σκοπό έχει και την προστασία του φορολογούμενου, με την απαγόρευση υπεισελεύσεως αναρμόδιων τρίτων στον κύκλο της οικονομικής του δράσεως και γενικότερα της περιουσιακής του καταστάσεως. (…)». Συνεπώς, από την αυστηρή και απόλυτη διατύπωση των περί φορολογικού απορρήτου διατάξεων προκύπτει ότι το φορολογικό απόρρητο δεσμεύει την αρμόδια φορολογική αργή έναντι του εκάστοτε ενδιαφερόμενου φορολογουμένου προσώπου και υποχρεώνει τα αρμόδια φορολογικά όργανα να απέχουν από κάθε ενέργεια, εξ αιτίας της οποίας τα φορολογικά στοιχεία του εν λόγω φορολογουμένου θα μπορούσαν να περιέλθουν σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, εκτός από τις εξαιρέσεις, που ορίζονται κατά τρόπο περιοριστικό στο νόμο.
11. Ωστόσο, από τις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 και 9 ΚΦΕ προβλέπεται, επίσης ρητά, η δυνατότητα δημοσιοποίησης καταλόγων φορολογουμένων τόσο σε έντυπη μορφή (από τη Διοίκηση και δια του Τύπου) όσο, πλέον, και σε ηλεκτρονική μορφή μέσω διαδικτύου. Οι πληροφορίες, που αναφέρονται κατά τρόπο περιοριστικό στο άρθρο 85 παρ. 3 ΚΦΕ ως στοιχεία των καταλόγων φορολογουμένων, που δύνανται να καταρτιστούν ετησίως και να δημοσιοποιηθούν, εξαιρούνται, συνεπώς, ρητά από την προστασία του φορολογικού απορρήτου, που κατοχυρώνεται, κατά τα προαναφερόμενα, στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Οι πληροφορίες αυτές είναι: το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία του υπόχρεου, ο τίτλος και τα λοιπά στοιχεία τους (εδώ δύνανται να υπαχθούν και οι πληροφορίες σχετικά με το ΑΦΜ του υπόχρεου και τη δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας ή έδρας), το καθαρό εισόδημα από τις κατηγορίες και Ζ (δηλαδή, τις κατηγορίες Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις και Εισόδημα από υπηρεσίες ελεύθερων επαγγελμάτων και από κάθε άλλη πηγή), το συνολικό καθαρό εισόδημα το οποίο υπόκειται σε φορολογία. καθώς και το φόρο που αναλογεί σε αυτό.
12. Στην υπό κρίση περίπτωση τίθεται το ζήτημα του αναγκαίου συγκερασμού μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της καταχρηστικής φοροαποφυγής και των επιταγών της ουσιαστικής κατοχύρωσης του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος των άρθρων 9Α του Συν/τος, 8 της ΕΣ Α, 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Σύμβασης 108 (1981) του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ατόμων από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992 (ΦΕΚ Α΄ 118) και τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα την 01/12/1995 με την Ανακοίνωση Υπ. Εξωτερικών Φ.0546/4173 (ΦΕΚ Α΄ 207/1995) και της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, καθόσον το προαναφερόμενο δημόσιο συμφέρον προτείνεται ως λόγος δικαιολογήσεως ενός περιορισμού του συγκεκριμένου θεμελιώδους δικαιώματος.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΚ σχετικά με την ανάγκη εφαρμογής των επιταγών της αρχής της αναλογικότητας κατά τη θέσπιση περιορισμών στην άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, ο νομοθέτης διαθέτει καταρχήν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την επιλογή του ενδεδειγμένου μέτρου, πού θα υλοποιεί τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος τους οποίους εκάστοτε επιδιώκει. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να εξυπηρετούν όντως σκοπούς γενικού συμφέροντος και να μην αποτελούν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο με τους εν λόγω περιορισμούς σκοπό, υπέρμετρη παρέμβαση που θίγει την ίδια την υπόσταση των δικαιωμάτων που προστατεύονται (Βλ., ιδίως, ΕΚ, Απόφαση 12/06/2003, στην υπόθεση C-112/00, Eugen Schmidberger, Internationale Transporte und Planzüge, σκέψεις 77-82, και τις αποφάσεις που αναφέρονται στη σκέψη υπ’ αρ. 80).
Εξάλλου, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει ως προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συν/τος εδ. δ΄) ότι οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί σε συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν. Όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας των μέτρων, που θεσπίζονται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης, για τον καθορισμό των ρυθμίσεων, που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση για το εάν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη, είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (Βλ. σχετικά, ιδίως, ΟλΣτΕ 3031/2008, σκέψη υπ’ αρ. 9, και ΟλΣτΕ 2010/2010, σκέψη υπ’ αρ.24, in NOMOS).
13. Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3842/2010, με τις διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 8 του νόμου αυτού τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 3 του ΚΦΕ, προκειμένου να επιτρέπεται στο εξής η δημοσιοποίηση ενιαίου καταλόγου φορολογουμένων δια της αναρτήσεώς του στο διαδικτυακό τόπο της ΓΓΠΣ του Υπουργείου Οικονομικών. Σχετικά με τον επιδιωκόμενο από το νομοθέτη σκοπό επεξεργασίας αναφέρονται επιγραμματικά τα εξής: «η δημοσιότητα των φορολογικών δεδομένων συγκεκριμένων κατηγοριών φορολογουμένων, που – σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία – αποφεύγουν να δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα, αποτελεί ένα εύλογο μέτρο αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής». Αν και η Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3842/2010 αναφέρεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογουμένων (προφανώς, τις κατηγορίες εισοδημάτων και Ζ) και στην ανάγκη αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής των κατηγοριών αυτών, η σαφής έννοια των διατάξεων του άρθρου 85 παρ. 3 του ΚΦΕ – όπως συμπληρώθηκαν από τις προαναφερόμενες διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 8 του Ν. 3842/2010 – είναι ότι η σύνταξη καταλόγων φορολογουμένων και δημοσιοποίηση των καταλόγων αυτών αφορούν το σύνολο των φορολογουμένων της χώρας. Εξάλλου, το υπό κρίση σχέδιο Υπουργικής Απόφασης, το οποίο αποσκοπεί – σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περιεχόμενη στη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 85 του ΚΦΕ νομοθετική εξουσιοδότηση – να υλοποιήσει το μέτρο της δημοσιοποίησης ενιαίου καταλόγου φορολογουμένων της χώρας στο διαδίκτυο, αναφέρεται σε φορολογικά δεδομένα του συνόλου των φορολογουμένων της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών εισοδημάτων και Ζ.
14. Σχετικά πάντοτε με τους σκοπούς της δημοσιοποίησης ενιαίου καταλόγου φορολογουμένων, και μάλιστα στο διαδίκτυο, το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, με το προαναφερόμενο υπ’ αρ. πρωτ. ΓρΓΓΠ 00001675 ΕΞ 2010 / 04.11.2010 έγγραφό του, επιχειρεί ουσιαστικά μία διεύρυνση των επιδιωκόμενων από το νομοθέτη σκοπών επεξεργασίας σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα στην προαναφερόμενη Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3842/2010, προβάλλοντας ενώπιον της Αρχής τα εξής: «οι σκοποί δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούνται από το μέτρο δημοσιοποίησης των φορολογικών καταλόγων στο διαδίκτυο είναι δύο, ένας κύριος κι ένας παρεπόμενος. Ο κύριος σκοπός αφορά στον περιορισμό της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής και στην επίτευξη φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιοσύνης μέσω της ενίσχυσης της διαφάνειας. Ο παρεπόμενος σκοπός σχετίζεται με την επαλήθευση των στοιχείων μητρώου και τον περιορισμό των συναλλαγών με πλαστά στοιχεία και παραστατικά».
15. Οι ως άνω προβαλλόμενοι από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ σκοποί για τη δημοσιοποίηση, και μάλιστα στο διαδίκτυο, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων του άρθρου 85 παρ. 3 ΚΦΕ, δηλαδή ο περιορισμός της φοροδιαφυγής και καταχρηστικής φοροαποφυγής, η επίτευξη φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιοσύνης μέσω της ενίσχυσης της διαφάνειας και η επαλήθευση των στοιχείων μητρώου και τον περιορισμό των συναλλαγών με πλαστά στοιχεία και παραστατικά, είναι καταρχήν καθορισμένοι, σαφείς και νόμιμοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. (α΄) του Ν. 2472/1997. Υπό την έννοια αυτή, οι εν λόγω επιδιωκόμενοι σκοποί επεξεργασίας αυτοί καθαυτοί δεν έρχονται σε αντίθεση με κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως το άρθρο 9Α του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. (β΄) της Οδηγίας 95/46/ΕΚ.
16. Περαιτέρω, η εν λόγω Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3842/2010 αναφέρει ότι «με την τροποποιημένη διάταξη το δικαίωμα πρόσβασης στο συγκεκριμένο κατάλογο φορολογουμένων, που αποτελεί δημόσια πληροφορία, περιλαμβάνει και τη χρήση του διαδικτύου». Η πρόσβαση στον κατάλογο θα γίνεται κατόπιν ταυτοποίησης του χρήστη και θα περιορίζεται με βάση συγκεκριμένα «ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια». Ειδικότερα: «η ταυτοποίηση του χρήστη που έχει πρόσβαση στο συγκεκριμένο κατάλογο επιτρέπει τη θέσπιση ποσοτικών κριτηρίων ως προς τον αριθμό των δεδομένων που θα εξαχθούν. Αυτό το μέτρο δυσχεραίνει τη μαζική εξαγωγή δεδομένων προστατεύοντάς τα έτσι από επεξεργασία που δεν δικαιολογείται από το σκοπό της διάταξης αυτής, όπως πχ. την εμπορική εκμετάλλευση των οικονομικών στοιχείων. Έτσι, επειδή η πρόσβαση στον κατάλογο δεν είναι ανοικτή, αλλά ελέγξιμη και γίνεται με βάση συγκεκριμένες διαδικασίες και ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, που θα καθοριστούν από Υπουργική Απόφαση, τηρείται η αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής».
17. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με το προαναφερόμενο έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ «η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων στο διαδίκτυο κρίνεται ως αναγκαίο, πρόσφορο και αναλογικό μέτρο σε σχέση με τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούνται, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα μας μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης». Ειδικότερα, το εν λόγω μέτρο προκρίνεται από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ ως αναγκαίο «λόγω της υφιστάμενης δημοσιονομικής κατάστασης, της αυξημένης φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής και της μεγάλης έκτασης της διαφθοράς που υπάρχει στη χώρα μας», λαμβανομένων υπόψη και των σχετικών στατιστικών δεδομένων. Ακολούθως, το εν λόγω μέτρο προκρίνεται από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ ως πρόσφορο, «διότι θα βελτιώσει τη δημοσιονομική θέση της χώρας μέσω του περιορισμού της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς. Ειδικότερα, θα ενισχύσει τη διαφάνεια αναφορικά με τη συνεισφορά του καθενός στα φορολογικά βάρη κι έτσι θα λειτουργήσει ως κίνητρο για φορολογική αυτό-συμμόρφωση. Η διαφάνεια στα εισοδήματα που δηλώνονται μπορεί επιπλέον να αποκαλύψει και να περιορίσει μη δηλούμενα εισοδήματα που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες. Περαιτέρω, η χρήση του διαδικτύου κρίνεται πρόσφορη για τη δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων, διότι εκμηδενίζει αποστάσεις, χρονικούς περιορισμούς και επιτρέπει σε όλους τους πολίτες να έχουν πρόσβαση χωρίς αποκλεισμούς π.χ. άτομα με ειδικές ανάγκες (άρ. 5Α παρ. 2 Σ)».
Στη συνέχεια, το εν λόγω μέτρο προκρίνεται από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ ως αναλογικό, «διότι η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων δεν περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχείων της φορολογικής δήλωσης και του περιουσιολογίου, αλλά τα ελάχιστα δυνατά στοιχεία που προάγουν τη διαφάνεια σχετικά με τη φορολογική συνέπεια και συνεισφορά του καθενός στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του (άρ. 4 παρ. 5 Σ).
Έτσι, στον κατάλογο δεν περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα τα πεδία της φορολογικής δήλωσης αλλά ούτε και τα περιουσιακά στοιχεία των φορολογουμένων, όπως ακίνητα, αυτοκίνητα ΙΧ, σκάφη αναψυχής ούτε αναλύει στοιχεία της δήλωσης κτλ. (…) Τέλος η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων είναι το λιγότερο αυστηρό μέτρο που θα μπορούσε να επιλέξει ένα κράτος από το νομικό του οπλοστάσιο προκειμένου να επιτύχει σκοπούς όπως οι επιδιωκόμενοι. Το μέτρο της δημοσιοποίησης είναι ένα μέτρο που στοχεύει στην αύξηση του αισθήματος ευθύνης των πολιτών μέσω της αυτό-συμμόρφωσης που θα επέλθει ως αποτέλεσμα της διαφάνειας. Συνεπώς δεν είναι μέτρο κατασταλτικό αλλά προληπτικό και άρα ανώδυνο για τους νομοταγείς φορολογούμενους».
Τέλος, σύμφωνα με τα όσα περιέχονται στο ίδιο πάντοτε έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ, «ο παρεπόμενος σκοπός που επιδιώκεται μέσω του μέτρου της δημοσιοποίησης των φορολογικών καταλόγων στο διαδίκτυο είναι ο περιορισμός των συναλλαγών με πλαστά στοιχεία και παραστατικά μέσω της υποβοήθησης κυρίως των ιδιωτών κατά τη σύνταξη ιδιωτικών συμφωνητικών. Η επιβεβαίωση των στοιχείων των συμβαλλομένων μερών μέσω της ταυτοποίησης των στοιχείων του ΑΦΜ και της ύπαρξης μιας επιχείρησης ως ενεργούς κατά την ημερομηνία της συναλλαγής είναι απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα των συναλλαγών και η δημοσιοποίηση τους στο διαδίκτυο αποτελεί ένα αποτελεσματικό εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση».
Το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ καταλήγει στο ότι «από τα παραπάνω προκύπτει ότι υπάρχει η απαιτούμενη “συνάφεια μέσου και σκοπού” και η δημοσιοποίηση του φορολογικού καταλόγου στο διαδίκτυο θεωρούμε πως στις μέρες μας και υπό τις ειδικές συνθήκες που διανύουμε αποτελεί αναγκαίο, κατάλληλο και αναλογικό μέτρο – μεταξύ άλλων που έχει δρομολογήσει η κυβέρνηση – για την αύξηση του αισθήματος ευθύνης των πολιτών, τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την επίτευξη της φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιοσύνης».
18. Καταρχάς, η Αρχή κρίνει ότι το μέτρο της δημοσιοποίησης από το Υπουργείο Οικονομικών, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, καταλόγων φορολογουμένων δια της αναρτήσεώς τους στα καταστήματα των κατά τόπους δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών και των δήμων ή κοινοτήτων, όπου εδρεύει δημόσια οικονομική υπηρεσία, καθώς, επίσης, και δια του Τύπου και στο διαδίκτυο συνιστά έντονο περιορισμό του δικαιώματος του ατόμου για την προστασία του από την επεξεργασία, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτό κατοχυρώνεται ιδίως από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 9Α του Συν/τος, 8 της ΕΣ Α, 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς, επίσης, από τις διατάξεις της Οδηγίας 95/46/ΕΚ και της Σύμβασης 108 (1981) του Συμβουλίου της Ευρώπης.
19. Παρά τα όσα υποστηρίζει το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, το μέτρο της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, δεν είναι ένα μέτρο ανώδυνο για τους ειλικρινείς φορολογούμενους, αλλά αντίθετα ενέχει σοβαρούς κινδύνους γι’ αυτούς. Ειδικότερα, το μέτρο της δημοσιοποίησης των καταλόγων φορολογουμένων ενέχει για κατηγορίες ολόκληρες ειλικρινών φορολογουμένων όχι μόνο τον κίνδυνο της αναίτιας έκθεσης των φορολογικών τους δεδομένων στη βορά της απλής περιέργειας τρίτων, αλλά, πολύ περισσότερο, στον κίνδυνο τα φορολογικά δεδομένα τους να τύχουν επεξεργασίας για σκοπούς, που επηρεάζουν άμεσα την ατομική ελευθερία συμμετοχής τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Συναφώς, η δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε φορολογικά δεδομένα μπορεί να επηρεάζει αθεμίτως τις συναλλακτικές σχέσεις, διότι θα είναι δυνατό να εξυπηρετούνται σκοποί ξένοι προς εκείνους, για τους οποίους τα δεδομένα αυτά έχουν συλλεγεί από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές (για παράδειγμα, θα μπορεί να γίνει χρήση των δεδομένων αυτών για τον καθορισμό τιμήματος σε αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όπως είναι οι πωλήσεις, για τον καθορισμό του ύψους ενοικίου κατοικίας, για τη διαπραγμάτευση του ύψους της αμοιβής σε σχέσεις εργασίας, για την επιλογή προσώπων προς απόλυση στο πλαίσιο της διενέργειας ατομικών ή ομαδικών απολύσεων προσωπικού, κλπ.). Εξάλλου, το μέτρο της δημοσιοποίησης καταλόγων φορολογουμένων ενέχει και σοβαρούς κινδύνους εγκληματικών ενεργειών (πχ. εκβιασμούς, κλοπές, ληστείες, απαγωγές) σε βάρος μερίδας, τουλάχιστον, των φορολογουμένων. Οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι απλά θεωρητικοί, αλλά, αντίθετα, είναι πολύ πιθανοί, καθόσον, όπως προκύπτει και από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στην Αρχή, στην επίσημη απάντησή τους προς το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ οι νορβηγικές αρχές παραδέχονται ότι η νορβηγική αστυνομία έχει αποκαλύψει περιπτώσεις εγκληματικών ενεργειών, όπου είναι αποδεδειγμένο ότι στοιχεία από τους εκεί δημοσιευμένους καταλόγους φορολογουμένων χρησιμοποιήθηκαν από δράστες εγκληματικών ενεργειών για την επιλογή θυμάτων με βάση το εισόδημά τους.
20. Περαιτέρω, το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, ισχυρίζεται ότι η αποτελεσματικότητα του μέτρου της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, έχει ήδη δοκιμαστεί θετικά στις σκανδιναβικές χώρες. Όμως, το επιχείρημα αυτό δεν προδικάζει την αποτελεσματικότητα εφαρμογής του μέτρου στην ελληνική έννομη τάξη, διότι η δημοσιοποίηση καταλόγων με στοιχεία φορολογουμένων στη Νορβηγία και στη Φινλανδία – τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή και στο διαδίκτυο – θεμελιώνεται πρωτίστως στις διαφορετικές συνθήκες, που επικρατούν στις χώρες αυτές για τις έννοιες της διαφάνειας, της πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα, του φορολογικού απορρήτου και των κοινωνικών παροχών. Στο πλαίσιο της συγκριτικής επισκόπησης εννόμων τάξεων, η αξιολόγηση της συμβολής αυτού καθαυτού του μέτρου της δημοσιοποίησης καταλόγων με στοιχεία φορολογουμένων στην εδραίωση φορολογικής συνείδησης στις χώρες αυτές πρέπει να αποτιμηθεί αφού ληφθούν διεξοδικά υπόψη οι ιδιάζουσες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές τους συνθήκες, οι οποίες σαφώς επηρεάζουν τα ποσοστά φορολογικής συμμόρφωσης των φορολογουμένων.
21. Αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, το μέτρο της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, είναι αλυσιτελές για την αποκάλυψη και τον περιορισμό μη δηλούμενων εισοδημάτων που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και, με τον τρόπο αυτό, για τη βελτίωση της δημοσιονομικής θέση της χώρας μέσω του περιορισμού της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς. Η αποκάλυψη και ο περιορισμός μη δηλούμενων εισοδημάτων, που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες, μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη διενέργεια πρόσφορων και ενδελεχών ελέγχων από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές και με τη διασταύρωση από τις αρχές αυτές των πληροφοριών που συλλέγονται σχετικά με την πραγματική περιουσιακή κατάσταση των φορολογουμένων. Η βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας μέσω της αντιμετώπισης της καταχρηστικής φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής και του περιορισμού της διαφθοράς δύνανται να επιτευχθούν με τη διαμόρφωση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα αποβλέπει πρωτίστως στην ενίσχυση των δυνατοτήτων των αρμόδιων φορολογικών αρχών να εντοπίζουν και να ελέγχουν τη φορολογητέα ύλη.
Ο νομοθέτης έχει ήδη εισάγει πληθώρα τέτοιου είδους ρυθμίσεων ιδίως με τις διατάξεις του προαναφερθέντος Ν. 3842/2010 για την αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις. Οι πρόσφορες και αναγκαίες ρυθμίσεις για την επίτευξη του σκοπού αυτού προσδιορίζονται από τον ίδιο το νομοθέτη στην Εισαγωγική Έκθεση του πρόσφατου Ν. 3888/2010 για την εκούσια κατάργηση φορολογικών διαφορών, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών, διατάξεις για την αποτελεσματική τιμωρία της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 175/30.09.2010), όπου αναφέρονται ως αναγκαία και πρόσφορα σχετικά μέτρα τα εξής: «Το ΣΔΟΕ επανασυστήθηκε και ενισχύθηκε με δυνατότητες απευθείας επιβολής φορολογικών ποινών.
Καθιερώθηκαν οι έλεγχοι στη βάση διασταυρώσεων και με βάση κριτήρια κινδύνου από τη ΓΓΠΣ. Η ΓΓΠΣ αποκτά πρόσβαση σε κάθε βάση οικονομικών δεδομένων του -δημοσίου, ώστε να υπάρχει δυνατότητα συγκέντρωσης και διασταύρωσης κάθε πληροφορίας με οικονομικό ενδιαφέρον. Καθιερώθηκαν τεκμήρια προσδιορισμού εισοδήματος, ώστε να μπορεί με βάση τα μέσα διαβίωσης να προσεγγίζεται το ελάχιστο δυνατό εισόδημα όλων των φορολογούμενων. Πολλαπλασιάζονται και αξιοποιούνται τα δεδομένα – τραπεζικά και φορολογικά – από το εξωτερικό, στο πλαίσιο διεθνών διμερών συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας ή / και ανταλλαγής πληροφοριών. Από 01.01.2011 όλα τα τιμολόγια άνω των 3.000 ευρώ θα υποβάλλονται μόνο ηλεκτρονικά. Από 01.01.2011 όλες οι πληρωμές άνω των 1.500 ευρώ θα πραγματοποιούνται μόνο μέσω τραπεζικής συναλλαγής (πιστωτική ή χρεωστική κάρτα, τραπεζική κατάθεση ή επιταγή). Όλες οι επαγγελματικές συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της μισθοδοσίας, θα γίνονται μόνο μέσω του τραπεζικού συστήματος». Επιπλέον, στην ίδια Εισηγητική Έκθεση αναφέρεται η ανάγκη για «μείζονες θεσμικές αλλαγές στη διαδικασία εκδίκασης των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών από τα διοικητικά δικαστήρια», καθώς, επίσης, και στην ανάγκη εισαγωγής ρυθμίσεων για το σκοπό «της δραστικής ποινικής καταστολής της φοροδιαφυγής σε όλες της τις εκφάνσεις».
Τέτοιου είδους ρυθμίσεις εισήχθησαν ήδη στην ελληνική έννομη τάξη με τις διατάξεις των νόμων 3900/2010 για τον εξορθολογισμό διαδικασιών και την επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄213/17.12.2010) και 3904/2010 για τον εξορθολογισμό και τη βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 218/23.12.2010).
Είναι ενδεικτικό ότι τόσο από τις προαναφερόμενες αναφορές του ίδιου του νομοθέτη στα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού όσο και από την κριτική επισκόπηση των μέτρων αυτών από την Τράπεζα της Ελλάδος απουσιάζει κάθε ειδικότερη μνεία στο μέτρο της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων. Το γεγονός αυτό ενισχύει την κρίση της Αρχής ότι το εν λόγο μέτρο είναι προδήλως απρόσφορο για την αποκάλυψη και τον περιορισμό μη δηλούμενων εισοδημάτων που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και, με τον τρόπο αυτό, για τη βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας μέσω του περιορισμού της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς.
22. Ακολούθως, παρατηρείται ότι το μέτρο της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, δεν προφέρεται για την ενίσχυση της διαφάνειας αναφορικά με τη συνεισφορά του καθενός στα φορολογικά βάρη, καθόσον – όπως το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ – αναφέρει ενώπιον της Αρχής «η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων δεν περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχείων της φορολογικής δήλωσης και του περιουσιολογίου, αλλά τα ελάχιστα δυνατά στοιχεία (…). Έτσι, στον κατάλογο δεν περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα τα πεδία της φορολογικής δήλωσης αλλά ούτε και τα περιουσιακά στοιχεία των φορολογουμένων, όπως ακίνητα, αυτοκίνητα ΙΧ, σκάφη αναψυχής ούτε αναλύει στοιχεία της δήλωσης κτλ. (…)». Κατά τον τρόπο, όμως, αυτό δεν προάγεται η διαφάνεια σχετικά με τη φορολογική συνέπεια και τη συνεισφορά του καθενός στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 Συν/τος, καθόσον δεν παρέχονται αναλυτικές πληροφορίες ούτε για τη συνολική περιουσιακή κατάσταση του κάθε φορολογουμένου, ούτε για την ακριβή προέλευση των περιουσιακών του στοιχείων, ούτε για τον ακριβή τρόπο φορολόγησής του, ούτε για τους ακριβείς λόγους που δηλωθέντα εισοδήματα ενδεχομένως εκπίπτουν του φορολογητέου εισοδήματος, κλπ. Συνεπώς, καθ’ όσον αφορά την ενίσχυση της διαφάνειας αναφορικά με τη συνεισφορά του καθενός στα φορολογικά βάρη η σκοπούμενη δημοσιοποίηση, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων αποτελεί μάλλον απρόσφορο ημίμετρο, παρά αποτελεσματικό μέτρο.
23. Τέλος, παρά τα όσα υποστηρίζει το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, το μέτρο της δημοσιοποίησης, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, είναι ιδιαιτέρως αμφίβολο κατά πόσο θα συνεισφέρει στην «αύξηση του αισθήματος ευθύνης των πολιτών μέσω της αυτό-συμμόρφωσης». Από το σύνολο των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας προκύπτει η νομική υποχρέωση κάθε φορολογουμένου να δηλώνει ειλικρινώς τα εισοδήματά του στις αρμόδιες φορολογικές αρχές. Όπως προαναφέρθηκε, έχει καθιερωθεί στην ελληνική έννομη τάξη αυστηρή έννοια του φορολογικού απορρήτου, προκειμένου αυτή να ενισχύσει την εκπλήρωση της σχετικής νομικής υποχρέωσης από κάθε φορολογούμενο. Η ύπαρξη νομικής υποχρέωσης και οι προβλεπόμενες διοικητικές και ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση διαπίστωσης – μέσω των διενεργούμενων φορολογικών ελέγχων – περιπτώσεων φοροδιαφυγής και καταχρηστικής φοροαποφυγής αρκούν πλήρως για την «αυτό-συμμόρφωση» των φορολογουμένων. Ο κατά σύστημα ανειλικρινής φορολογούμενος, που δεν υπολογίζει τις αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, δεν αναμένεται με τη δημοσιοποίηση των ετήσιων φορολογικών καταλόγων ότι θα «αυτό-συμμορφωθεί» προς τη φορολογική του υποχρέωση υπό το βάρος της ενδεχόμενης προσωπικής ηθικής αποδοκιμασίας από τους συμπολίτες του. Αντίθετα, η σκοπούμενη δημοσιοποίηση, και μάλιστα στο διαδίκτυο, καταλόγων φορολογουμένων, όπως προτείνεται από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, δηλαδή ως μέτρο έκθεσης κάθε φορολογουμένου στην επιτήρηση οιουδήποτε τρίτου, στην κοινωνική αποδοκιμασία καθώς και στο ενδεχόμενο καταγγελίας, λειτουργεί μάλλον ως μέσο ενστάλαξης φόβου και ψυχολογικού καταναγκασμού των φορολογουμένων, το οποίο υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο για τη συμμόρφωσή τους.
24. Με βάση τα προαναφερόμενα, η Αρχή σταθμίζοντας, αφενός, τις δυσμενείς επιπτώσεις, που ενέχει το επίμαχο μέτρο για την ελεύθερη συμμετοχή των ειλικρινών φορολογουμένων στην οικονομική και κοινωνική ζωή καθώς και τους κινδύνους για τη διάπραξη σε βάρος τους εγκληματικών ενεργειών και, αφετέρου, τη λίαν αμφίβολη αποτελεσματικότητα του μέτρου για τον εντοπισμό και τη σύλληψη της φορολογητέας ύλης, έχει τη γνώμη ότι η δημοσιοποίηση των φορολογικών καταλόγων δια της αναρτήσεώς τους στα καταστήματα των κατά τόπους δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών και των δήμων ή κοινοτήτων, όπου εδρεύει δημόσια οικονομική υπηρεσία, καθώς και δια του Τύπου και στο διαδίκτυο δεν τηρεί την αρχή της αναλογικότητας για τον επιδιωκόμενο σκοπό της πάταξης της φοροδιαφυγής. Συνεπώς, το εν λόγω μέτρο κρίνεται, κατά πλειοψηφία, ότι δεν συνάδει προς κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως τα άρθρα 9Α και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 8 του Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 6 παρ. 1 στοιχ. (γ΄) της Οδηγίας 95/46/ΕΚ και 9 παρ. 2 της Σύμβασης 108 (1981) του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι τόσο οι σκοποί δημοσίου συμφέροντος, που επιδιώκει η Πολιτεία, όσο και τα ειδικά έννομα συμφέροντα, που έχουν τρίτοι, προστατεύονται επαρκώς. Η Πολιτεία έχει ικανά πρόσφορα μέσα, όπως τα μνημονευόμενα στη σκέψη υπ’ αρ. 21, ενώ κάθε τρίτος, που έχει πραγματικό έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει να αποκτήσει πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συγκεκριμένου φορολογουμένου ή συγκεκριμένων φορολογουμένων, τα οποία περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων, μπορεί να έχει τη σχετική πληροφορία κατ’ εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 85 ΚΦΕ. Η εν λόγω διάταξη συνάδει προς τους κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος των άρθρων 5 παρ. 1 και 9Α του Συντάγματος και 7 στοιχ. (στ΄) της Οδηγίας 95/46/ΕΚ.
25. Ωστόσο, ένα μέλος της Αρχής έχει την άποψη ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των φορολογουμένων, με την ανάρτηση στο διαδίκτυο στοιχείων τους εκ των φορολογικών καταλόγων, σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 3 του ΚΦΕ, δεν αντίκειται στο Ν. 2472/1997, διότι η επεξεργασία των δεδομένων αυτών από το Υπουργείο Οικονομικών είναι αναγκαία προς αντιμετώπιση της εκτεταμένης και από ετών υφισταμένης φοροδιαφυγής. Προς τούτο πρέπει να ληφθεί υπόψη η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Χώρα, η οποία απειλείται με χρεοκοπία, οπότε, όπως είναι ευνόητο, διακινδυνεύονται μείζονα αγαθά, που είναι υπέρτερα των προσωπικών δεδομένων των φορολογουμένων. Είναι δε, κατά την άποψη αυτή, η επεξεργασία αυτή και πρόσφορο μέσο προς περιστολή της φοροδιαφυγής, διότι θα εμπεδωθεί εκ των πραγμάτων η ειλικρίνεια των φορολογουμένων προ του κινδύνου αποκαλύψεως της τυχόν σκοπούμενης φοροδιαφυγής.
26. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη από τις ως άνω εφαρμογές, κρίνεται ότι η επιχειρούμενη από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, κατά τα προαναφερόμενα, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων, για το σκοπό της επαλήθευσης των στοιχείων μητρώου και τον περιορισμό των συναλλαγών με πλαστά στοιχεία και παραστατικά, συνάδει προς τις προαναφερόμενες διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος, προεχόντως διότι δεν αποκαλύπτονται πληροφορίες σχετικές με το εισόδημα των ενδιαφερομένων φορολογουμένων και το φόρο, που αναλογεί σε αυτό. Αν και θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η επεξεργασία των επίμαχων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τον εν λόγω θεμιτό σκοπό επεξεργασίας έχει ως έρεισμα το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν 3842/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 αρ. 2 στοιχ. (δ΄) του Ν. 2472/1997, επισημαίνεται ότι, προς αποφυγή αμφισβητήσεων, ενδείκνυται να εισαχθεί ρητή και σαφής νομοθετική πρόβλεψη για τη διενέργεια της σχετικής επεξεργασίας με σχετική συμπλήρωση του άρθρου 20 παρ. 4 του Ν. 3842/2010.
Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι οι κατάλογοι φορολογουμένων, από τους οποίους θα αντλεί στοιχεία η εν λόγω εφαρμογή, συνιστούν, από την κατάρτισή τους, διοικητικά έγγραφα, υπό την έννοια του άρθρου 5 του ΚΦΕ, στα οποία – σύμφωνα με την πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων – καθένας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) έχει δικαίωμα πρόσβασης, εφόσον έχει τουλάχιστον εύλογο ενδιαφέρον. Επιπλέον, οι προαναφερόμενες πληροφορίες, που δεν καλύπτονται από το φορολογικό απόρρητο, συνιστούν πληροφορίες φορέων του δημόσιου τομέα (καθόσον όντως τηρούνται σε αρχεία δημόσιων υπηρεσιών) προς περαιτέρω χρήση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Ν. 3448/2006. Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι οι σχετικοί κατάλογοι φορολογουμένων θα καταρτίζονται από τις φορολογικές αρχές και στοιχεία από τους καταλόγους αυτούς θα τίθενται στη διάθεση των χρηστών το διαδικτυακού τόπου της ΓΓΠΣ για το σκοπό της επιβεβαίωσης των στοιχείων των συναλλασσομένων μερών με απώτερο στόχο την αποτροπή των φαινομένων εξαπάτησης σε συναλλαγές με πλαστά ή ψευδή στοιχεία, δεν δύναται, υπό το ισχύον νομικό πλαίσιο, να αποκλειστεί ακόμα και η εμπορική χρήση των πληροφοριών αυτών από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο (φυσικό ή νομικό) πρόσωπο και, ιδίως, από εκδοτικές επιχειρήσεις ή εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Και τούτο, διότι ούτε οι διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 3448/2006 ούτε άλλες διατάξεις εξαιρούν ρητά τις πληροφορίες αυτές από την περαιτέρω χρήση πληροφοριών φορέων του δημόσιου τομέα. Εκτός και εάν γίνει δεκτό ότι η επιφύλαξη τήρησης των διατάξεων για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 3448/2006 για την περαιτέρω χρήση εγγράφων του δημόσιου τομέα μπορεί να εφαρμοστεί, προκειμένου να αποκλείσει την περαιτέρω χρήση των προαναφερόμενων πληροφοριών, που περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων του άρθρου 85 παρ. 3 ΚΦΕ. Τα προαναφερόμενα τέθηκαν ήδη υπόψη των εκπροσώπων του Υπουργείου Οικονομικών – ΓΓΠΣ από τους εντεταλμένους εισηγητές της Αρχής και ήδη το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠΣ, με το ως άνω έγγραφό του (με αρ. πρωτ. ΓρΠΠ 0001711 ΕΞ 2010), ενημέρωσε την Αρχή ότι εξετάζει το ενδεχόμενο να εισαχθεί ρητή νομοθετική πρόβλεψη για μη δυνατότητα περαιτέρω χρήσης κατά το Ν. 3448/2006 των πληροφοριών, που περιέχονται στους φορολογικούς καταλόγους. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να εισαχθεί ρητή και σαφής νομοθετική πρόβλεψη για τη μη δυνατότητα περαιτέρω χρήσης κατά το Ν. 3448/2006 των πληροφοριών, που περιέχονται στους φορολογικούς καταλόγους, πριν τεθεί σε λειτουργία η δεύτερη αυτή εφαρμογή.
27. Εξάλλου, προκειμένου να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 10 του Ν. 2472/1997, η δεύτερη αυτή εφαρμογή πρέπει να πληροί τις αναγκαίες προδιαγραφές ασφαλείας. Όπως προαναφέρθηκε, η εφαρμογή αυτή θα αποτελεί μέρος του πληροφοριακού συστήματος του ΤΑΧΙSnet και η πιστοποίηση των χρηστών της υπηρεσίας θα γίνεται μέσω της υπηρεσίας πιστοποίησης του TAXISnet με τη χρήση των πρωτοκόλλων ασφαλούς επικοινωνίας με τους χρήστες του συγκεκριμένου πληροφοριακού συστήματος.
Τα πληροφοριακά συστήματα της ΓΓΠΣ, στα οποία εντάσσονται το ΤΑΧΙSnet καθώς και η εφαρμογή για την επαλήθευση στοιχείων μητρώου, υπόκεινται σε συγκεκριμένη πολιτική ασφαλείας, η τρέχουσα έκδοση της οποίας υποβλήθηκε πρόσφατα στην Αρχή (με το υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6837/16-11-2010 έγγραφο). Τα μέτρα ασφάλειας, που λαμβάνονται κατά το άρθρο 10 του Ν. 2472/1997, πρέπει να περιγράφονται σε ολοκληρωμένο σχέδιο ασφαλείας της εφαρμογής, το οποίο θα αποτελεί τμήμα του σχεδίου ασφαλείας για το TAXISnet. Επιπλέον, η αρχική ιστοσελίδα του διαδικτυακού τόπου της ΓΓΠΣ, που θα φιλοξενεί την εν λόγω υπηρεσία επαλήθευσης στοιχείων μητρώου, θα πρέπει να περιλαμβάνει κατάλληλη ενημέρωση των ενδιαφερομένων υποκειμένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 11 του Ν. 2471/1997 και 3 παρ. 2 στοιχ. (ε΄) της Κανονιστικής Πράξης της Αρχής 1/1999. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχεται στους φορολογούμενους, στοιχεία των οποίων περιέχονται στους καταλόγους φορολογουμένων, ενημέρωση για το σκοπό, για τον οποίο οι χρήστες της εφαρμογής για την επαλήθευση στοιχείων μητρώου θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις παρεχόμενες πληροφορίες.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Χρίστος Γεραρής Γεωργία Παλαιολόγου
Δικαστήριο: ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 32
Ετος: 2008
--------------------------------------------------------------------------------
Περίληψη
Παραγραφή αξίωσης αποδοχών κατά του Δημοσίου - Εναρξη παραγραφής -. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει
δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία
των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως (Αντίθετη μειοψηφία).
--------------------------------------------------------------------------------
Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 32/2008
Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
(κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Γεώργιο Παναγιωτόπουλο, Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρόεδρο, Γεώργιο-Σταύρο Κούρτη, Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του
Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Προέδρου και των αρχαιοτέρων του Αντιπροέδρων), Νικόλαο Σκλία, αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένου του τακτικού Χρίστου Ράμμου), Γεώργιο Παπαγεωργίου, Ιωάννη Μαντζουράνη,
Συμβούλους της Επικρατείας, Αθανάσιο Θεμέλη, αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένου τόυ τακτικού Βασιλείου Κουρκάκη), Χρήστο Αλεξόπουλο, αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένου του τακτικού Μάριου-Φώτιου
Χατζηπανταζή), Βασίλειο Αυκούδη, αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένου του τακτικού Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες, Βασίλειο Γρατσία, Σύμβουλο της Επικρατείας, Νικόλαο Νίκα,
Κωνσταντίνο Φινοκαλιώτη, Καθηγητές Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης ως μέλη, και το Γραμματέα Βασίλειο Μανωλόπουλο, Προϊστάμενο Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας,
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 14η Μαΐου 2008, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των:
ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) ... - 9) ..... κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι παρέστησαν διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Νικολάου Σωτηρακόπουλου, (A.M. 14571), α) ο πρώτος και τέταρτος δυνάμει του αριθμ. 1.1783/30-4-2008
πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πατρών Α Κ, β) η δεύτερη και τρίτη, δυνάμει του αριθμ. 10450/24-4-2008 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Βαρθολομιού Ηλείας, Δ Π γ) η πέμπτη δυνάμει του αριθμ. 8043/9-5-
2008 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου, Σ Κ - Σ, δ) η έκτη, έβδομος και ένατος δυνάμει του αριθμ. 7226/30-4-2008 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α Μ, και ε) η όγδοη δυνάμει του αριθμ.
7254/5-5-2008 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α Μ.
ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο παρέστη με τον Αντώνιο Κλαδιά, "Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Οι αιτούντες με την από 22 Οκτωβρίου 2007 αίτηση τους, ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που κατέθεσαν κατά νόμο στο Γραμματέα του, με αριθμό 58/23-11-2007, ζήτησαν όσα αναφέρονται στο αιτητικό
της.
Η εκδίκαση της υποθέσεως άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων, καθώς και τον Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις προτάσεις τους.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά νόμο.
1. Επειδή, κατά το άρθρο 48 παρ, 1 του Κώδικα Α.Ε.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Νόμου 345/1976 (ΦΕΚ 141 A΄), σε περίπτωση εκδόσεως αντίθετων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου
Πάγου ή του Ελεγκτικού συνεδρίου, ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεως τυπικού νόμου, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο αίρει την αμφισβήτηση, ύστερα από αίτηση, μεταξύ άλλων, και
καθενός που έχει έννομο συμφέρον (Α.Ε.Δ. 9/2003), τέτοιο δε έννομο συμφέρον κέκτηται εκείνος που είχε την ιδιότητα του διαδίκου είτε στη μία, είτε και στις δύο δίκες, στις οποίες εκδόθηκαν οι αντίθετες
αποφάσεις, με τις οποίες, έτσι, άμεσα σχετίζεται και ο οποίος, άλλωστε, θα μπορούσε να ασκήσει το ένδικο μέσο της επαναλήψεως της διαδικασίας (άρθρο 51 παρ. 2) κατά των αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν
πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Α.Ε.Δ. 2/2003, 36/2000).
Εν προκειμένω), με την κρινόμενη αίτηση, ζητείται η άρση της αμφισβητήσεως, η οποία δημιουργήθηκε, κατά τους αιτούντες, ως προς την έννοια των διατάξεων των άρθρων 91 εδ. α' και 90 παρ, 3, του Ν."
2362/1995, μετά την έκδοση αφ' ενός μεν της 29/2006 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και, αφ' ετέρου της 2765/2005 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η αίτηση, σύμφωνα με τα παραπάνω, με
έννομο συμφέρον ασκείται από τους αιτούντες, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη 29/2006 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω,
δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις οικείες εκθέσεις που ευρίσκονται στη δικογραφία, έχουν διεξαχθεί νομότυπους και εμπροθέσμως (άρθρα 10 παρ, 2, 49 παρ. 2, 50 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Α.Ε.Δ.) οι
δέουσες δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις (πρβλ. Α.Ε.Δ. 11/2007).
2. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 περ. ε' του Συντάγματος και 6 περ. ε' και 48 παρ. 1 του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, ιδρύεται δικαιοδοσία του Ανωτάτου
Ειδικού Δικαστηρίου, ως προς την άρση αμφισβητήσεως για την έννοια τυπικού νόμου, όταν τα ανώτατα δικαστήρια που εξέδωσαν τις αντίθετες αποφάσεις, αντιμετώπισαν και επέλυσαν το ίδιο νομικό ζήτημα,
ερμηνεύοντας τις ίδιες διατάξεις τυπικού νόμου και όχι διαφορετικές ή σε συνδυασμό με διαφορετικές το καθένα διατάξεις, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι εκατέρωθεν ερμηνευτικές εκδοχές δεν είναι
ασύμβατες, με συνέπεια να μη δημιουργούν αντίθεση (Α.Ε.Δ. 8/2004, 2/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση, επιδιώκεται η άρση της αμφισβητήσεως που δημιουργήθηκε από τις αποφάσεις 29/2006 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και 2765/2005 του Συμβουλίου της
Επικρατείας, ως προς την έννοια των διατάξεων των άρθρων 91 εδ. α' και 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995. Eπιδιώκεται, ειδικότερα, να αρθεί η αμφισβήτηση που ανέκυψε μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων των
ανωτάτων δικαστηρίων, ως προς το αν, κατά την έννοια του άρθρου 91 εδ. α' του Ν. 2362/1995, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο
οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ακόμη και αν η απαίτηση αυτή έχει τον χαρακτήρα απαιτήσεως στρατιωτικού ή πολιτικού υπαλλήλου του Δημοσίου με σχέση είτε δημοσίου, είτε
ιδιωτικού δικαίου, για την οποία στο άρθρο 90 παρ. 3 ορίζεται ως χρόνος παραγραφής "η διετία από της γενέσεως της", όπως κρίθηκε με την 2765/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ή αν, αντιθέτως,
κατά την έννοια του άρθρου 91 εδ. α' του Ν. 2362/1995, το οποίο περιέχει επιφύλαξη υπέρ κάθε άλλης ειδικής διατάξεως τoυ εν λόγω νόμου, ειδικώς προκειμένου περί απαιτήσεων στρατιωτικoύ ή πολιτικού
υπαλλήλου του Δημοσίου με σχέση είτε δημοσίου, είτε ιδιωτικού δικαίου, το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής δεν είναι το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο οι εν λόγω απαιτήσεις γεννήθηκαν
και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες, αλλά ο ακριβής χρόνος γενέσεώς τους, όπως κρίθηκε με την 29/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Υπό τα δεδομένα αυτά, στοιχειοθετείται περίπτωση αμφισβητήσεως, ως προς
την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, για την άρση της οποίας ιδρύεται δικαιοδοσία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, κατά την έννοια των άρθρων 100 παρ, 1 εδ. δ' του Συντάγματος και 6 εδ. ε' του Κώδικα
Α.Ε.Δ.. Τούτο δε διότι τα ανώτατα δικαστήρια α) ερμήνευσαν εν προκειμένω τις ίδιες διατάξεις τυπικού νόμου και όχι διαφορετικές διατάξεις με, την ίδια διατύπωση, β) ερμήνευσαν αποκλειστικά και μόνο τις
ίδιες διατάξεις τυπικού νόμου, χωρίς να τις ερμηνεύσουν και σε συνδυασμό και με άλλες διατάξεις, οπότε το επτλυθέν ζήτημα θα εμφανιζόταν να διαφοροποιείται γ) το ως άνω νομικό ζήτημα ανέκυπτε στις
υποθέσεις, στις οποίες εκδόθηκαν και οι δύο προαναφερθείσες αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, η δε επίλυση του ήταν αναγκαία για τη διάγνωση των υποθέσεων αυτών και δ) η αντίθεση προκύπτει από τις
αναγκαίες για τη θεμελίωση του διατακτικού των αποφάσεων αιτιολογίες τους (πρβλ. Α.Ε.Δ. 27/1999, καθώς και 8/2004, 3/2003, κ Α).
3. Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου
υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεως, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις
περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του
παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του
Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί
αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91
εδ. α' του ανωτέρω Ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο
γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου,
κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 91 εδ. α' του αυτού Ν. 2362/1995. Κατά τη γνώμη, όμως, των μελών Ανδρέα Τσόλια και Βασιλείου Γρατσία, με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ως άνω Ν.
2362/1995, η οποία είναι γενική και αποτελεί ουσιαστικά αναδιατύπωση της προϊσχύουσας διατάξεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969, δεν σκοπήθηκε η μεταβολή του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής των
απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, αλλά η κατάργηση της νομολογιακώς παγιωμένης υπό το προγενέστερο του Ν. 2362/1995 νομοθετικό καθεστώς (Ν.Δ. 321/1969) διακρίσεως μεταξύ ευθείας και αποζημιωτικής αγωγής, η
οποία γινόταν από τα δικαστήρια όλων των δικαιοδοσιών. Kατά συνέπεια, και μετά τον Ν. 2362/1995, ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής των απαιτήσεων υπαλλήλων του Δημοσίου με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού
δικαίου, εξακολουθεί, κατά τη γνώμη αυτή, να είναι το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο έχει γεννηθεί, η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη και όχι το χρονικό σημείο γενέσεως της
αξιώσεως.
4. Επειδή, κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο αίρει την ανωτέρω αμφισβήτηση, αποφαινόμενο ότι με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των
αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν
βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
5. Επειδή, τα έξοδα της αυτεπάγγελτης διαδικασίας πρέπει, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 του παραπάνω Κώδικα Α.Ε.Δ., να επιβληθούν στους ηττώ μένους αιτούντες.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αίρει την αμφισβήτηση που ανέκυψε από την έκδοση της, αντίθετης προς την απόφαση 2765/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεως 29/2006 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ως προς τον κατά το άρθρο 90
παρ. 3 του Ν. 2362/1995, χρόνο ενάρξεως της παραγραφής της απαιτήσεως οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε
αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Αποφαίνεται ότι με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των ανωτέρω αξιώσεων και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής
αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Επιβάλλει στους αιτούντες υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τα έξοδα της αυτεπάγγελτης διαδικασίας που ανέρχονται σε ενενήντα τρία ευρώ και δεκαοκτώ λεπτά (93,18 ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2008 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 2008.
Ο Πρόεδρος Ο Γραμματέας
Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1344
Ετος: 2008
--------------------------------------------------------------------------------
Περίληψη
Γερμανικές κατοχικές αποζημιώσεις - Ετεροδικία Γερμανικού Δημοσίου - Σύμβαση Βρυξελλών -.Στην έννοια των αστικών και εμπορικών υποθέσεων δεν περιλαμβάνονται υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο αξιώσεις
αποζημιώσεως κατά ξένης πολιτείας, δημιουργούμενες από την άσκηση εκ μέρους της κυριαρχικών πράξεων και ειδικότερα πράξεων στρατευμάτων κατοχής εν καιρώ πολέμου (ΔΕΚ Αποφ. 15.2.2007, υποθ. C-292/05).
Ορθά απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, αγωγή αποζημίωσης λόγω του προνομίου της ετεροδικίας, που απολαμβάνει το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο.
--------------------------------------------------------------------------------
Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 1344/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : Χ1, Χ2 και Χ3, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Ιατρίδη.
Του αναιρεσιβλήτου : Γερμανικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Ομοσπονδιακό Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στο Βερολίνο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το οποίο δεν
εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.09.2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4665/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και
117/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12.03.2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 21.02.2008 έκθεσή
του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει
αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση
έγγραφα προκύπτει ότι με επιμέλεια των εις αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων αρχικώς αναιρεσειόντων που συνεχίζουν τη δίκη, το αναιρεσίβλητο κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, πρέπει να
συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του. Η Σύμβαση των Βρυξελλών της 27 Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε από
τις συμβάσεις προσχωρήσεως νέων μελών σ' αυτή, που τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα με το ν. 1814/1988, και ήδη ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και
εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων προς το σκοπό, παράλληλα προς την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, να εξασφαλισθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων στο
χώρο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που θεωρείται και αυτή ως αναγκαίος όρος για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Οι ρυθμίσεις τόσο της Συμβάσεως των Βρυξελλών όσο και του Κανονισμού, παρά τον αποκλειστικό χαρακτήρα τους εντός του πεδίου εφαρμογής τους, δεν θίγουν, μη αναφερόμενες άλλωστε σ' αυτούς, τους δημοσίου
διεθνούς δικαίου κανόνες που περιορίζουν τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων των συμβαλλομένων κρατών ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αντιστοίχως, εισάγοντας εξαίρεση ως προς την υπαγωγή σε αυτά
ορισμένων προσώπων (ετεροδικία), μεταξύ των οποίων και οι ξένες πολιτείες ως προς τις κυριαρχικές πράξεις τους (πράξεις jure imperii), και των σχετικών υποθέσεων, όπως αυτές που έχουν ως αντικείμενο
αξιώσεις αποζημιώσεως κατά ξένης πολιτείας, γεννώμενες από ζημιογόνες πράξεις στρατευμάτων κατοχής εν καιρώ πολέμου. Οι κανόνες που καθιερώνουν την ετεροδικία, υπαγορευόμενοι από την αρχή της κυρίαρχης
ισότητας μεταξύ των πολιτειών (par in parem non habet imperium), διαφοροποιούνται από τους λοιπούς περί διεθνούς δικαιοδοσίας κανόνες, οι οποίοι δεν διαμορφώνονται με κριτήρια αναγόμενα στην
προαναφερόμενη αρχή, αλλ' επιτελούν λειτουργία κατανεμητική των υποθέσεων που εμφανίζουν διεθνή στοιχεία μεταξύ των διαφόρων κρατών, με βάση άλλα, προεχόντως αντικειμενικά κριτήρια. Εξάλλου, ο θεσμός
της ετεροδικίας, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την λειτουργία της εσωτερικής ευρωπαϊκής αγοράς. Επομένως, θα υπερέβαινε τους εξυπηρετούμενους με τη Σύμβαση των
Βρυξελλών και του Κανονισμού κατά τα άνω σκοπούς η παραδοχή ότι οι περιεχόμενες στις διατάξεις τους ρυθμίσεις εκτοπίζουν σιωπηρώς τους σχετικούς με την ετεροδικία κανόνες (βλέπε και σημείο 4 του
προοιμίου του Κανονισμού 44/2001, κατά το οποίο ο κανονισμός περιορίζεται στο ελάχιστο που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων του και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία προς τούτο όρια). Σε κάθε περίπτωση,
υποθέσεις όπως οι προαναφερόμενες δεν εμπίπτουν στην έννοια των "αστικών και εμπορικών υποθέσεων", επί των οποίων εφαρμόζονται τόσο η Σύμβαση των Βρυξελλών, όσο και ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001, σύμφωνα με
το άρθρο 1 αυτών. Διότι στην έννοια των αστικών και εμπορικών υποθέσεων δεν περιλαμβάνονται υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο αξιώσεις θεμελιούμενες σε πραγματικό συνδεόμενο με την άσκηση δημόσιας
εξουσίας, έστω και αν αυτές έχουν αποκλειστικώς περιουσιακό χαρακτήρα, όπως είναι οι αξιώσεις αποζημιώσεως κατά ξένης πολιτείας, δημιουργούμενες από την άσκηση εκ μέρους της κυριαρχικών πράξεων και
ειδικότερα πράξεων στρατευμάτων κατοχής εν καιρώ πολέμου (ΔΕΚ αποφ. Της 15.2.2007, υποθ. C-292/05).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματός της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ζήτησαν να
αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει, στην μεν πρώτη ενάγουσα το ποσό των 134.644 ευρώ, στον δε δεύτερο το ποσό των 318.121 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την
επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, για την αποκατάσταση ισόποσης ζημίας τους ως και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον επισυμβάντα στις 20-5-1941 επί του πλοίου Α/Π
ΝΑΥΤΙΛΟΣ, πλησίον του λιμένος των Χανίων, θάνατο του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, που προκάλεσαν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε, όπως και το
πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την αγωγή ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω του προνομίου της ετεροδικίας, που απολαμβάνει το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο, σύμφωνα με όσα
παραπάνω προαναφέρθηκαν.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ (και όχι του 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ούτε εκείνου από το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες) και κατά το πρώτο
μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο το εφετείο κήρυξε ως απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος
λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) δεν δέχθηκε, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου Γερμανικού Δημοσίου, την αγωγή ως αποδειχθείσα, παρά
εχώρησε στην αυτεπάγγελτη έρευνα της δικαιοδοσίας του και απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας λόγω του προνομίου της ετεροδικίας που δέχθηκε ότι απολαμβάνει το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο, β)
δεν ώρισε παράβολο λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου και γ)δεν καταδίκασε το εναγόμενο στην εν γένει δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος α) κατά την υπό στοιχ. α'
αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, καθόσον το άρθρο 524 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου (Γερμανικού Δημοσίου) ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός
παρών και ακολούθως λόγω της, ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου νομίμως εχώρησε στην αυτεπάγγελτη έρευνα περί της ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, λόγω του προνομίου της ετεροδικίας που αυτό
(αναιρεσίβλητο) απολαμβάνει, β) από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, δεν ώρισε παράβολο ερημοδικίας, λόγω της νίκης του, δεχόμενο ότι το αναιρεσίβλητο δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση
ανακοπής ερημοδικίας, ενώ, γ) τέλος η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καταδίκασε το εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, αφού ο αναιρεσείων δεν
νίκησε (άρθρ. 176 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.3.2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 117/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1630
Ετος: 2008
--------------------------------------------------------------------------------
Περίληψη
Πλειστηριασμός - Προνομιακή κατάταξη απαιτήσεων από παροχή εξαρτημένης εργασίας - Δικηγόροι -.Αναιρετέα απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά την κατάταξη ως πιστωτή δικηγόρου, ως φορέα προνομιακής
απαιτήσεως κατά την διάταξη του άρθρου 6 § 16 του Ν. 2479/1997, για απαιτήσεις κατά του καθού η εκτέλεση από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική
αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις των εμμίσθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής.
--------------------------------------------------------------------------------
Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 1630/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη, Χαράλαμπο Δημάδη και
Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και στην προκείμενη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ
Α' Περιστερίου που κατοικοεδρεύει στο Περιστέρι, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια πάρεδρος του Ν.Σ.Κ Εμμανουέλα Πανοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων : Ψ1, η οποία δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και Ψ2, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.02.2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5471/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και
3616/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 12.02.2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 28.03.2008 έκθεσή του,
με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του
αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς
αντίδικος του επισπεύσαντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Εν προκειμένω, από τις προσαγόμενες υπ' αριθμ. .../... και .../... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του
πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που
αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επεδόθησαν νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν ενεφανίσθη κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου,
ούτε εξεπροσωπήθη με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
ΙΙ. Επειδή, στο άρθρο 31 εδάφ. α' του Ν. 1545/1985 ορίζονται τα εξής: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης
εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των διδασκάλων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως. Αποζημιώσεις λόγω
καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή". Στο άρθρο δε 6 § 16 α του Ν. 2479/1997 ορίζονται: "α) Στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 975
ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985, υπάγονται και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή,
καθώς και οι απαιτήσεις εμμίσθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής...". Εκ των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με το υπ' αυτών θεσπιζόμενο γενικό προνόμιο είναι
εξοπλισμένες, εκτός από τις απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας κ.λ.π. και οι απαιτήσεις των δικηγόρων κατά του καθού η εκτέλεση από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε
αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις των εμμίσθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής. Ειδικότερα, στην τρίτη τάξη των γενικών
προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι άνω απαιτήσεις των δικηγόρων κατά του καθού η εκτέλεση, οι οποίες απορρέουν από την συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση της εντολής, όπως είναι η απαίτηση του
δικηγόρου κατά του εντολέως του (καθού η εκτέλεση) προς καταβολή της αμοιβής για την διενέργεια δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων στα πλαίσια εκτελέσεως της εντολής, καθώς και η απαίτηση για την καταβολή
της νομίμου αποζημιώσεως στην περίπτωση της λύσεως της συμβάσεως της εμμίσθου εντολής. Τοιαύτη όμως απαίτηση, εξοπλισμένη με το προαναφερόμενο γενικό προνόμιο, δεν αποτελεί και η υπέρ του επισπεύδοντος
την εκτέλεση δανειστού επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη με δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, με την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, στην οποία δικαστική δαπάνη περιλαμβάνεται και η αμοιβή
του πληρεξουσίου του δικηγόρου. Το ποσό της απαιτήσεως αυτής, φορέας της οποίας είναι ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής, υπέρ του οποίου και επεδικάσθη, όχι όμως και ο πληρεξούσιος αυτού δικηγόρος, μη
συνδεόμενος με τον καθού η εκτέλεση με έννομη σχέση εντολής, δεν συγκαταλέγεται ούτε και μεταξύ των εξόδων της αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως το εννοιολογικό τους περιεχόμενο προσδιορίζεται υπό της
διατάξεως του άρθρου 932 ΚΠολΔ, τα οποία, προαφαιρούμενα από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα προς τον σκοπό της διανομής του υπολοίπου στους αναγγελθέντες πιστωτές, μη περιλαμβανόμενα μεταξύ των προνομίων
ούτε και κατατασσόμενα στον πίνακα, περιλαμβάνουν μόνο τα αναγκαία έξοδα που έγιναν προς το συμφέρον όλων των αναγγελθέντων δανειστών, ήτοι τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων
της αναγκαστικής εκτελέσεως και των εν συνεχεία πράξεων αυτής μέχρι την περάτωσή της, όχι όμως και εκείνα που δημιουργήθηκαν προς το αποκλειστικό συμφέρον του επισπεύδοντος ή των αναγγελθέντων
δανειστών, όπως π.χ. είναι τα έξοδα για τη δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως, για την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου, με τον οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση. (ΑΠ 1359/1998). Έξάλλου, κατά την
έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου,
ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως
προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως και μεταρρυθμίσεως του ανακοπτομένου υπ' αριθμ. .../... πίνακος κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών
Ν.Γ., κατέταξε τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, δικηγόρο, ως φορέα προνομιακής απαιτήσεως κατά την διάταξη του άρθρου 6 § 16 του Ν. 2479/1997, για το ποσό των 78.000 δραχμών, το οποίο, κατά τις παραδοχές της
προσβαλλομένης, περιλαμβανόμενο στα έξοδα εκτελέσεως, αντιστοιχεί στην επιδικασθείσα υπέρ του επισπεύδοντος αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου (αναιρεσιβλήτου) ως μέρους της δικαστικής δαπάνης για
την έκδοση της υπ' αριθμ.8616/1998 διαταγής πληρωμής, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο με βάση τον οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ανωτέρω
ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε, καίτοι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν ήσαν εφαρμοστέες, μη συντρεχόντων των για την εφαρμογή τους ουσιαστικών προϋποθέσεων,
αφού το ποσό των 78000 δραχμών, ούτε στα έξοδα εκτελέσεως περιλαμβάνεται, ούτε αποτελεί αξίωση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά του καθού η εκτέλεση, μετά του οποίου δεν συνδέεται με την έννομη σχέση
της εντολής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση των προμνημονευθεισών
ουσιαστικών διατάξεων είναι βάσιμος.
ΙΙI. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη
επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως
θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής, εφόσον σ' αυτόν περιέχεται αυτοτελής
πραγματικός ισχυρισμός οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για
οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό
8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως και την εν συνεχεία κατ' ουσίαν αναδίκαση της υπ' αυτού ασκηθείσης ανακοπής κατά του υπ' αριθμ. .../...
πίνακος κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.Γ., δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς διαλαμβανομένους στους λόγους αυτής, δια των οποίων πλήσσεται ο ανακοπτόμενος πίνακας, ότι κατά παραβάση των
ουσιαστικών διατάξεων τα στην κρισιολογουμένη ανακοπή μνημονευόμενα χρηματικά κονδύλια εχαρακτηρίσθησαν "ως έξοδα εκτελέσεως" και ως τοιαύτα προαφαιρεθέντα από το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα για να
αποδοθούν στην πρώτη αναιρεσίβλητη υπό την ιδιότητά της ως δικαστικής επιμελητού στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απήντησε
στους ανωτέρω λόγους ανακοπής, κρίναν ότι τα στην πρώτη αναιρεσίβλητη αποδοτέα "έξοδα εκτελέσεως" ανέρχονται στο ποσό των 453.576 δραχμών, προβαίνοντας μάλιστα και σε χωριστή νομική και ουσιαστική
αξιολόγηση ενός εκάστου των χρηματικών κονδυλίων, όπως ακριβώς αυτά μνημονεύονται στην ανακοπή και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της Εφέσεως της πρώτης αναιρεσιβλήτου. Επομένως, ο άνω
λόγος αναιρέσεως (δεύτερος από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει και νόμιμη βάση, είναι αβάσιμος.
ΙV. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη
περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. α' του ανωτέρω άρθρου, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, καίτοι
δεν υπεβλήθη ενώπιόν του διαπλαστικό αίτημα περί μεταρρυθμίσεως του ανακοπτομένου πίνακος και ως προς την τρίτη εκ των καθών η ανακοπή συμβολαιογράφο υπάλληλο επί του πλειστηριασμού, ως προς την οποία
το αναιρεσείον πρωτοδίκως ενίκησε, χωρίς αυτή να ασκήσει έφεση, μεταρρύθμισε τον πίνακα και ως προς αυτή, προς βλάβη του αναιρεσείοντος, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως. Όπως, όμως,
προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ναι μεν το Εφετείο για την ενότητα της εκτελέσεως εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, πλην όμως δεν προέβη στην συνέχεια στην μεταρρύθμιση
του ανακοπτομένου πίνακος, όπως αυτός διαμορφώθηκε πρωτοδίκως και ως προς την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, την θέση της οποίας στον πίνακα αυτό με την εκκληθείσα απόφαση, κατόπιν παραδοχής σχετικού
λόγου ανακοπής, κατέλαβε το αναιρεσείον ανακόπτον. Επομένως, ο ανωτέρω λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ακολούθως προς τα ανωτέρω η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει ως προς το κεφάλαιο
που αφορά την κατάταξη του δευτέρου αναιρεσιβλήτου για το ποσό των 78.000 δραχμών ή των 228,90 Ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 3616/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαϊου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικαστήριο: ΕΦΕΤΕΙΟ
Τόπος: ΛΑΡΙΣΗΣ
Αριθ. Απόφασης: 11
Ετος: 2003
--------------------------------------------------------------------------------
Περίληψη
Έφεση - Συζήτηση - Παραίτηση από το δικόγραφο - Αντέφεση - Προτάσεις - Αυτοκινητικό ατύχημα - Στέρηση διατροφής - Στοιχεία ορισμένου αγωγής - Εξοδα κηδείας - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης -
Μέλη οικογενείας -. Η δήλωση του ασκούντος το ένδικο μέσο ότι "αυτό δεν εισάγεται προς συζήτηση" έχει την έννοια ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο δεν μετέχει της συζήτησής του και δεν εξομοιώνεται με τη
δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της έφεσης. Αντέφεση δια των προτάσεων στις αυτοκινητικές διαφορές. Για το ορισμένο αγωγής αποζημίωσης του συζύγου λόγω στέρησης διατροφής από τον αποβιώσαντα σύζυγο
δεν απαιτείται η αναφορά της αποτίμησης της συνεισφοράς κάθε συζύγου στις ανάγκες της οικογένειας. Στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνονται και οι δαπάνες κατασκευής τάφου. Αυτοκινητικό ατύχημα. Υπαιτιότητα
του εισελθόντος στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Ψυχική οδύνη δικαιούται και η νύφη του θύματος.
--------------------------------------------------------------------------------
Κείμενο Απόφασης
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294, 297 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο των ενδίκων μέσων γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης ή με δικόγραφο
που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου. Η δήλωση αυτή πρέπει να είναι σαφής. Με τη δήλωση αυτή δεν εξομοιώνεται η δήλωση του ασκούντος το ένδικο μέσο ότι "αυτό δεν εισάγεται προς συζήτηση", η
οποία έχει την έννοια ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο δεν μετέχει της συζήτησής του (ΑΠ 1261/1989 ΑρχΝ 43.204, ΑΠ 283/1976 ΝοΒ 24.756).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 531 παρ. 1, 524 παρ. 1, 111, 115 παρ. 1 και 3, 159 και 237 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατάθεση προτάσεων το αργότερο ως την έναρξη της συζήτησης ενώπιον
του Εφετείου αποτελεί την αναγκαία έγγραφη προδικασία, η τήρηση της οποίας ερευνάται εξ επαγγέλματος από το δικαστήριο, η παράλειψη δε της κατάθεσης προτάσεων συνεπάγεται την ακυρότητα της παράστασης
του διαδίκου και την ερήμην αυτού, λόγω μη κανονικής εμφάνισης διεξαγωγή της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες Α.Σ.Κ. και Α.Δ.Κ. εμφανίστηκαν στο ακροατήριο και δια του πληρεξουσίου
δικηγόρου τους δήλωσαν ότι η έφεσή τους δεν εισάγεται προς συζήτηση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Η δήλωση αυτή καταχωρήθηκε στα
πρακτικά συνεδρίασης. Η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν κατέθεσε όμως έγγραφες προτάσεις και για το λόγο αυτό είναι δικονομικά απούσα. Με βάση τα όσα
προεκτέθηκαν εφόσον ο εκκαλών δεν μετέχει της συζήτησης της ανωτέρω έφεσής του και η εφεσίβλητη είναι δικονομικά απούσα και ερημοδικάζεται πρέπει κατά το άρθρο 260 ΚΠολΔ να κηρυχθεί ματαιωμένη η
συζήτηση της ανωτέρω έφεσης.
Οι κρινόμενες δύο εφέσεις, δηλαδή η έφεση των ανωτέρω εκκαλούντων κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των εφεσιβλήτων φυσικών προσώπων και η έφεση της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, κατά της 449/2000
οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του επί αγωγής των εφεσίβλητων
απευθυνομένης κατά των εκκαλούντων με αντικείμενο την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία αυτοκινητικού ατυχήματος, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και
κατά τις νόμιμες διατυπώσεις από τους εκκαλούντες εν μέρει νικημένους διαδίκους στην πρωτόδικη δίκη. Επομένως, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν στην ουσία συνεκδικαζόμενες σύμφωνα με το
άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη κατά το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 Α , 674 παρ. 1 και 523 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο είναι παραδεκτή η αντέφεση που ασκείται με τις
προτάσεις και προσβάλλει κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά. Έτσι, η κρινόμενη αντέφεση των εφεσιβλήτων εν μέρει νικημένων διαδίκων με την ιδιότητα των
εναγόντων στην πρωτοβάθμια δίκη, η οποία ασκήθηκε με τις προτάσεις που κατατέθηκαν νομότυπα στη γραμματεία του δικαστηρίου και πλήττουν την πρωτόδικη απόφαση κατά τα κεφάλαια που αυτή έχει προσβληθεί με
τις εφέσεις είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία συνεκδικαζόμενη με τις εφέσεις.
Κατά το άρθρo ... εδ. α' ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει ... και τα έξοδα κηδείας σε εκείνο που κατά νόμο βαρύνεται μ' αυτά. Θεωρούνται ως έξοδα κηδείας οι δαπάνες
που αναφέρονται άμεσα στην πράξη της ταφής του προσώπου και στην τελετή η οποία συνήθως συνδέεται με την ταφή και είναι ανάλογη με την κοινωνική θέση του προσώπου που θανατώθηκε. Στα έξοδα κηδείας
περιλαμβάνονται και η δαπάνη κατασκευής του τάφου. Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε νόμιμο το αγωγικό κεφάλαιο επιδίκασης των δαπανών κατασκευής του τάφου του προσώπου που
απεβίωσε και πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 928 εδ. β', 1389 και 1390 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτωσης συζύγου στην αγωγή αποζημίωσης του άλλου συζύγου για την αποκατάσταση της ζημίας του από τη στέρηση του
δικαιώματός του διατροφής, πρέπει να αναφέρονται, για την αξιούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.
2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, πληρότητα του δικογράφου αυτής, πλην άλλων, η ύπαρξη έγκυρου γάμου μεταξύ του δικαιούχου και του υπόχρεου διατροφής, η θανάτωση του υπόχρεου συζύγου από παράνομη και
υπαίτια πράξη του εναγόμενου, ο πιθανός χρόνος ζωής του υπόχρεου σε διατροφή συζύγου και το ποσό της διατροφής που έπρεπε να καταβληθεί από αυτόν ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, χωρίς να
απαιτείται η αναφορά της αποτίμησης της συνεισφοράς που θα παρείχε ο καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας με την προσωπική εργασία, με τα εισοδήματα και την
περιουσία του. Η αποτίμηση αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξίωσης αποζημίωσης ισχυρισμό του εναγομένου (ΑΠ 747/1996 ΕλλΔικ 37.1544). Στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση
στο κεφάλαιο της αποζημίωσης της συζύγου του αποβιώσαντος λόγω στέρησης διατροφής περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα τα ανωτέρω στοιχεία. Για την πληρότητα του κεφαλαίου αυτού της αγωγής δεν ήταν
αναγκαία η αναφορά των εισοδημάτων του δικαιούχου συζύγου και της ατομικής περιουσίας του καθώς και η εκτίμηση της προσφοράς της προσωπικής εργασίας, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν καταλυτική
ένσταση των εναγομένων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με τον οποίο υποστηρίζεται μη αοριστία του κεφαλαίου αυτού της αγωγής λόγω παράλειψης της αναφοράς τους,
είναι αβάσιμος.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του και από τα
έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά γεγονότα: Στις 26-9-1999 ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας Ι... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό
αυτοκίνητο, κατοχής και ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου κατά την επιτρεπτή ομολογία του στην επαρχιακή οδό Μοσχολουρίου-Πύργου Κιερίου Καρδίτσας με κατεύθυνση προς το Μοσχολούρι. Το αυτοκίνητο αυτό
ήταν ασφαλισμένο, όπως ομολογείται στην τρίτη αναγόμενη ανώνυμη εταιρεία κατά του κινδύνου γένεσης αστικής ευθύνης για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες τρίτων, που θα προξενούνταν κατά την λειτουργία
του και την σε οδό κυκλοφορία. Τον ίδιο χρόνο ο Μ.Δ.Θ., κάτοικος Σ., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΤΡ ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο με κατεύθυνση προς τον Πύργο Κιερίου Καρδίτσας. Την
18:00' ώρα τα δύο οχήματα κινούνταν στο 1ο χιλιόμετρο της παραπάνω οδού. Στη χιλιομετρική αυτή θέση η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει πλάτος οδοστρώματος 5,60 μέτρων με επικάλυψη ασφάλτου και είναι
ευθεία σε μήκος 100 περίπου μέτρων. Η οδός έχει οριζόντια σήμανση κατά μήκος διαγράμμισης με διπλή διαχωριστική γραμμή δηλωτική του διαχωρισμού των λωρίδων αντιθέτων κατευθύνσεων. Κατά την προσέγγισή
του στη χιλιομετρική αυτή θέση, ο πρώτος εναγόμενος παραβιάζοντας τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κατεύθυνσης και επέπεσε με το μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου
του στο μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Μ.Θ. σε σημείο που απείχε 1,90 μέτρα από το δεξιό κατά την κατεύθυνσή του άκρο της οδού. Κατά το χρόνο της σύγκρουσης επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού
ημέρας και μη περιοριζόμενης ορατότητας. Ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 80 Χ/Ω. Ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε χωρίς να έχει αποκτήσει την κατά νόμο άδεια οδηγού. Η ανωτέρω σύγκρουση των
οχημάτων επήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και συγκεκριμένα από αμέλειά του που προσδιορίζεται στο ότι οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του
στην οδήγηση, δεν ασκούσε την εποπτεία και τον έλεγχο του οχήματός του εξαιτίας της ανεπιτηδειότητάς του λόγω της έλλειψης άδειας οδήγησης, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να εκτελέσει τους
απαιτούμενους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς και παραβιάζοντας τη συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή κατέλαβε ανεπίτρεπτα μέρος του οδοστρώματος που προοριζόταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή
του κυκλοφορία, χωρίς να προβλέψει, όπως όφειλε και μπορούσε με την καταβολή της επιμέλειας και προσοχής του μέσου συνετού και ευσυνείδητου οδηγού, το ενδεχόμενο της πρόκλησης του ατυχήματος. Στην
επέλευση της σύγκρουσης δεν συνέδραμε και πταίσμα του Μ. Θ. και ειδικότερα αμέλειά του καθόσον αυτός οδηγούσε το όχημά του με κανονική ταχύτητα μέσα στη λωρίδα κατεύθυνσής του, δε πρόλαβε δε να
αντιδράσει με την ενέργεια κατάλληλου για την αποφυγή ατυχήματος ελιγμού λόγω της αιφνίδιας εισόδου στη λωρίδα κατεύθυνσής του οδηγούμενου από τον πρώτο εναγόμενο οχήματος. Κρίνοντας κατά τον ίδιο τρόπο
ως προς την υπαιτιότητα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο δε πρώτος λόγος της έφεσης των εναγόμενων φυσικών προσώπων, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Aπό το ατύχημα τραυματίστηκε ο Μ.Θ., ο οποίος υπέστη πολλαπλά κατάγματα και πνευμονική εμβολή από την οποία επήλθε ο θάνατος στις 05-10-1999 στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, όπου είχε διακομιστεί. Η
κηδεία του θύματος έγινε με την μέριμνα του τρίτου ενάγοντος, τέκνου του, Σ. Θ., ο οποίος δαπάνησε για έξοδα ιερολογίας της κηδείας, εκφοράς του νεκρού, ταφής και συνεστίασης των παρευρισκομένων 252.579
δραχμές και έξοδα κατασκευής τάφου από μάρμαρο αναλόγου προς την κοινωνική θέση του αποβιώσαντος 300.000 δραχμές. Επομένως δεν έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, ο δε
τρίτος λόγος της έφεσης και ο πρώτος λόγος της αντέφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Ο αποβιώσας κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 57 ετών και ασκούσε το επάγγελμα του κρεοπώλη και ανθοπώλη διατηρώντας καταστήματα στην πόλη των Σ. Καρδίτσας. Από την επαγγελματική του αυτή
δραστηριότητα είχε καθαρές προσόδους τουλάχιστον 500.000 δραχμών το μήνα. Το θύμα είχε ακίνητη περιουσία 28 στρεμμάτων αγρών, τους οποίους κατά κύριο λόγο μίσθωνε σε τρίτους, τα εισοδήματα, όμως, τα
οποία του απέφερε η ανωτέρω ακίνητη περιουσία δεν αποδεικνύονται καθόσον δεν προσκομίζονται από τους ενάγοντες καμία απόδειξη. Ο αποβιώσας ήταν υγιής και ενόψει των ειδικών περιστάσεων της ηλικίας του
και της καλής κατάστασης της υγείας του πιθανολογείται κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ότι θα ζούσε επί μία πενταετία τουλάχιστο από του θανάτου του. Η πρώτη ενάγουσα, σύζυγος του θύματος δεν
αποδεικνύεται ότι είχε εισοδήματα από δική της περιουσία και εργασία παρά το ότι είχε μερική στο ανθοπωλείο, διότι αποκλειστική απασχόλησή της ήταν η αντιμετώπιση των οικιακών αναγκών. Ο αποβιώσας θα
διέθετε κατά το χρονικό διάστημα της πενταετίας από του θανάτου του για διατροφή της συζύγου του, η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας το ποσό των 120.000 δραχμών το μήνα, το οποίο εισέφερε για τη
διατροφή της συζύγου του κατά το αμέσως προ του θανάτου του χρονικό διάστημα ως ανάλογο με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Κρίνοντας με διαφορετική κάπως αιτιολογία κατά τον ίδιο τρόπο το
Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο δε πρώτος λόγος της έφεσης των εναγόμενων και ο δεύτερος λόγος της αντέφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Η πρώτη ενάγουσα, σύζυγος του θύματος, οι δεύτερος και τρίτος από τους ενάγοντες, τέκνα του και η τέταρτη ενάγουσα, νύφη του, σύζυγος του τέκνου του Σ.Θ. συνδέονταν με αυτόν με ιδιαίτερα ανεπτυγμένο
ψυχικό δεσμό. Ο πρώτος από τους εναγόμενους ηλικίας 18 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος ασκούσε το επάγγελμα του ιδιωτικού υπαλλήλου, ο δε δεύτερος από αυτούς, ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος, ήταν
συνταξιούχος του Ο.Γ.Α. Ο αδόκητος θάνατος του Μ.Θ. προκάλεσε σε όλους τους ενάγοντες, μέλη της οικογενείας του ψυχικό άλγος και οδύνη, εντονότερη στη σύζυγό του και στα τέκνα του, που γι' αυτούς άγγιξε
τα όρια της ψυχικής συντριβής. Λόγω της ψυχικής τους αυτής οδύνης οι ενάγοντες δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για ηθική παρηγοριά και ανακούφιση. Το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης πρέπει
να προσδιοριστεί για την ενάγουσα σύζυγο στα 10.000.000 δραχμές, για τον καθένα από τους ενάγοντες, τέκνα του θύματος στα 8.000.000 δραχμές και για την τέταρτη ενάγουσα, νύφη του θύματος στο 1.000.000
δραχμές. Για τον ανωτέρω προσδιορισμό λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, το πταίσμα του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και
η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, δεν έσφαλε, ο δε τέταρτος λόγος της έφεσης των εναγομένων φυσικών προσώπων, τρίτος
λόγος της έφεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και τρίτος λόγος της αντέφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν οι κρινόμενες εφέσεις και η αντέφεση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία. Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί λόγω
της μερικής νίκης και ήττας καθενός από τα διάδικα μέρη (άρθρα 173 και 178 ΚΠολΔ).
Δικαστήριο: ΕΦΕΤΕΙΟ
Τόπος: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αριθ. Απόφασης: 890
Ετος: 1999
--------------------------------------------------------------------------------
Περίληψη
Δυνατότητα διαταγής νέας πραγματογνωμοσύνης από το εφετείο στις ειδικές διαδικασίες όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις των εργατικών διαφορών (αυτοκινητικές διαφορές). Η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται και
μετά την περάτωση της ενώπιον του ακροατηρίου διαδικασίας, με την έκδοση αποφάσεως περί αποδείξεων, χωρίς το δικαστήριο να εξαφανίσει την εκκαλουμένη. Νέα πραγματογνωμοσύνη μπορεί να διαταχθεί και όταν
οι προσκομισθείσες πρωτοδίκως πραγματογνωμοσύνες αντιφάσκουν μεταξύ τους.
--------------------------------------------------------------------------------
Κείμενο Απόφασης
Με τη με αύξ. αριθμ. εκθ. καταθ. 26339/22.7.1996 αγωγή της η ενάγουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη από την προσωρινή διαχειρίστρια μητέρα της, εξέθεσε ότι την 20.5.1995 ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και βαίνοντας επί της οδού Γεωργικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη, από έλλειψη προσοχής, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, δεν την αντελήφθη εγκαίρως, διασχίζουσα
καθέτως την οδό αυτή, με αποτέλεσμα να την παρασύρει και να της προκαλέσει τις επικαλούμενες σοβαρές σωματικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων κατέστη βαρέως και ισοβίως πνευματικώς και σωματικώς ανάπηρη.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εν λόγω, του οποίου το ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστρο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, να της καταβάλει, εις ολόκληρον με το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό
Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης εξ Ατυχημάτων Αυτοκινήτων", τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη ζημία και την ηθική βλάβη, που υπέστη αντιστοίχως αυτή από το αδίκημα. Το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας την αγωγή αυτή με τις παρεμπίπτουσες αγωγές, αφενός του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του συνεναγομένου του οδηγού, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του
καταβάλει όποιο ποσό υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στην ενάγουσα και αφετέρου του πρώτου κυρίως εναγομένου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ε. ΕΑΕΖ", με την οποία αγωγή, επικαλούμενος
αυτός την ύπαρξη ασφαλιστικής μεταξύ τους συμβάσεως, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει όποιο ποσό υποχρεωθεί με την απόφαση να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, έκρινε τον κυρίως εναγόμενο
οδηγό, αλλά και την παθούσα ενάγουσα, συνυπαιτίους του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 80% και 20%, αντιστοίχως. Στη συνέχεια, κρίνοντας ότι μεταξύ εναγομένου οδηγού και της άνω ασφαλιστικής εταιρίας
υπήρχε ενεργή ασφαλιστική σύμβαση, απέρριψε την κυρία αγωγή καθόσον εστρέφετο κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, έκανε δε δεκτή κατά ένα μέρος της αυτήν καθόσον εστρέφετο κατά του πρώτου εναγομένου, όπως
επίσης έκανε δεκτή και την παρεμπίπτουσα αγωγή αυτού και υποχρέωσε την παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλει το ποσό (και δη μέχρι του ορίου του ασφαλιστικού ποσού, άρθρο 10 παρ.
1 ν.
489/1976) που υποχρεώθηκε να καταβάλει στην παθούσα, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατά της οποίας παραπονούνται ήδη οι διάδικοι για τους επικαλούμενους στις εφέσεις τους λόγους.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 368, 370 παρ. 1, 670, 671 παρ. 3, 674 παρ. 2 και 681 Α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει
ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Ειδικότερα, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670-676 ΚΠολΔ,
μπορεί να διαταχθεί με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, αν προκύψει ότι είναι αυτή αναγκαία, όχι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου ή
δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οπότε θα εφαρμοσθεί η διαδικασία του άρθρου 671 παρ. 3, σε συνδ. με άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά μετά από αυτήν, παρόλο που κατά την εν λόγω ειδική διαδικασία ισχύει ο
κανόνας της απαγορεύσεως εκδόσεως αποφάσεως περί αποδείξεων, ο οποίος όμως κάμπτεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και στην περίπτωση που υπάρχει ανάγκη ενέργειας πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 1618/1987 ΕλλΔνη
29.1375, ΑΠ 1532/1982 Δ 14.
773, ΑΠ 736/1976 ΝοΒ 25.70). Στην προκείμενη περίπτωση, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων της υποθέσεως, μεταξύ των οποίων και η διαταχθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ενεργηθείσα
πραγματογνωμοσύνη από γιατρό νευροχειρουργό, καταλείπονται πλείστα όσα κενά και αμφίβολα σημεία σχετικά με την ακριβή κατάσταση της υγείας της ενάγουσας κατά τους επίδικους χρόνους (ζητούνται
αποζημιώσεις μέχρι και για το έτος 2005) και το αναστρέψιμο ή μη αυτής. Ειδικότερα, η ενλόγω αναφέρει στην αγωγή της ότι, κατά το επίδικο ατύχημα, υπέστη σοβαρές κακώσεις σε διάφορα του σώματός της
μέρη, μεταξύ των οποίων και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση μετ' υποσκληριδίου αιματώματος, υπαραχνοειδή αιμορραγία και εκτεταμένο εγκεφαλικό οίδημα, με συνέπεια να καταστεί διά βίου ανάπηρη, τόσο
πνευματικώς, αφού απώλεσε μονίμως το θυμικό, τη νόηση και την ομιλία, μη επικοινωνούσα με το περιβάλλον της, όσο και σωματικώς, αφού της δημιουργήθηκε μόνιμη μετατραυματική επιληψία και της τοποθετήθηκε
μονίμως κοιλιοπεριτοναϊκό σύστημα παροχετεύσεως του εγκεφάλου, που την καθιστά ανίκανη να αυτοεξυπηρετηθεί. Εντούτοις, ο πραγματογνώμων νευροχειρουργός ιατρός Κ.Ν. επισημαίνει, στην με αριθμ.
32/19.3.1998 οικεία έκθεσή του, μεταξύ άλλων, ότι "κατά την εξέταση της ασθενούς στις 9.2.1998 διεπίστωσα τα κάτωθι: Καλό επίπεδο
συνειδήσεως... δυσκολία στη χρήση του δεξιού χεριού, καθώς και δυσκολία στην βάδιση... αντιλαμβάνεται με σχετική βραδύτητα το νόημα της συνομιλίας και δυσκολεύεται στην ομιλία της... Μπορεί να
αυτοεξυπηρετείται, αλλά με σημαντική δυσκολία και περιορισμό της αυτοεξυπηρέτησης στα στοιχειδώς απαραίτητα". Περαιτέρω, ο τεχνικός σύμβουλος, ομοίως νευροχειρουργός, γιατρός Ν.Μ., αναφέρει στην οικεία,
από 21. 4.1998 έκθεσή του, μεταξύ άλλων, ότι "Κατά την τελευταία νευρολογική της εξέταση 8.4.1998 (ήτοι μετά δύο μήνες από την πρώτη εξέταση) είχε πλήρη επαφή με το περιβάλλον.... Συμπερασματικά σήμερα
η ασθενής, λόγω του τροχαίου ατυχήματος παρουσιάζει αναπηρία μέτριας έντασης όσον αφορά την κινητικότητα της δεξιάς πλευράς και όσον αφορά τις ψυχικές της λειτουργίες. Θα μπορούσε να εκτελέσει στο
μέλλον απλή εργασία, που προβλέπεται για άτομα με ειδικές ανάγκες...". Ενόψει των αντιφάσεων αυτών, οι οποίες εντόνως επισημαίνονται από πλευράς εναγομένου οδηγού και ήδη εκκαλούντος (βλ. το δικόγραφο
της εφέσεώς του και τις προτάσεις του της παρούσας συζητήσεως), το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι τα ανωτέρω είναι ζητήματα, για τα οποία απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης, θα διατάξει τη διενέργεια νέας
πραγματογνωμοσύνης και δη χωρίς εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως (ΑΠ 1285/1982 ΝοΒ 31. 219), που θα διεξαχθεί από γιατρό νευροχειρουργό, όπως ειδικότερα στο διατακτικό ορίζεται, αναβαλλομένης της
εκδόσεως οριστικής αποφάσεως.
Δικαστήριο: ΕΦΕΤΕΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 832
Ετος: 1991
--------------------------------------------------------------------------------
Περίληψη
Αυτοκινητικές διαφορές - Δεδικασμένο - Η ασφαλιστική εταιρία δε δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται ανάμεσα στον ασφαλισμένο της και τους από αυτού ζημιωθέντες, γιατί δεν συντρέχει η προϋπόθεση
του άρθρου 324 ΚΠολΔ, δηλ. η ταυτότητα προσώπων των διαδίκων και δεν υπάρχειπερίπτωση διαδοχής, αλλά σωρευτικής αναδοχής χρέους, οπότε το δεδικασμένο ενεργεί υποκειμενικά - Αντίθετη ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ.
--------------------------------------------------------------------------------
Κείμενο Απόφασης
Κατά της υπ' αριθ. 3555/1989 οριστικής απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681 Α, 666, 667, 670 - 676 ΠολΔ (διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο
και τη σύμβαση ασφάλισης) και αφού συνεκδίκασε α) την απο 6.12.1988 αγωγή αποζημίωσης του Σ.Μ. κατά των Π.Κ., της εταιρείας "Σ. ΑΕ,, (κυρίως του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και της ασφαλιστικής εταιρείας
"G.S.A.,, και β) την από 10.1.1989 αγωγή αποζημίωσης της τελευταίας ασφαλιστικής εταιρίας κατά του Σ.Μ.και της ασφαλιστικής εταιρίας "G.S.A." και αφού απέρριψε την πρώτη, έκανε δεκτή τη δεύτερη, η
εναγομένη της δεύτερης απο τις αγωγές αυτές, ασφαλιστική εταιρία "Ε.Ε. ΑΕΓΑ"άσκησε την υπό κρίση έφεση, την οποία και απευθύνει κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "G.I.C. S.A." μόνο η έφεση αυτή είναι
παραδεκτή, διότι ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή τυπικά και να εξεταστούν στην ουσία, οι λόγοι που περιέχει και αναφέρονται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων που έκανε η
εκκαλουμένη.
Της υπό κρίση εφέσεως, προηγήθηκε η συζήτηση στο δικαστήριο αυτό, της από 22.10.1989 όμοιας κατά της ίδιας εκκαλουμένης απόφασης του πρωτόδικα διαδίκου (ενάγοντος - εναγομένου) και ασφαλισμένου στην ήδπ
εκκαλούσα ασφαλιστικά εταιρεία "Ε. ΑΕΓΑ" Σ.Μ., η οποία (έφεση) και απορρίφθηκε με την προσαγόμενη και επικαλούμενη από τους διαδίκους, σε νόμιμο αντίγραφο, υπ αριθ. 10.678/1990 απόφαση του δικαστηρίου
τούτου, που έκρινε ότι καλώς απορρίφθηκε η πρώτη από τις αγωγές που αναφέρθηκαν στην αρχή, διότι ο ενάγων σ' αυτήν και ασφαλισμένος της ήδη εκκαλούσας, ήταν αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης των
αυτοκινήτων των διαδίκων. Ηδη δε η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταρεία (G.S.Α.), απαντώντας στην έφεση προβάλλει πρωτίστως την ένσταση του δεδικασμένου, που πηγάζει απο την άνω απόφαση του δικαστηρίου
τούτου. Κατά τη γνώμη ενός μέλους του δικαστηριόυ, η ένσταση αυτή είναι νόμιμη και πρέπει, εφόσον
αποδεικνύεται προαποδεικτικά, να γίνει δεκτή και στην ουσία. Αυτό δε, διότι το δημιουργούμενο ανάμεσα στον παθόντα και τον ευθυνόμενο απο αυτοκινητικό ατύχημα, δεδικασμένο, δεσμεύει κατ' ανάγκη και την
ασφαλιστική εταιρία που ασφάλισε το ζημιογόνο αυτοκίνητο, αφού η υποχρέωση αυτής, όπως καθορίστηκε απο το νόμο (άρθρο 11 παρ. 3 του ν. ΓπΝ/1911 "περι της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης"
και διαμορφώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3789/1929), συνίσταται "στην πληρωμή του επιδικασθησομένου ποσού", η δε φύση τπς ιδιόρρυθμης σχέσης, ανάμεσα στα ενεχόμενα απο αυτοκινητικό ατύχημα
πρόσωπα,αποκλείει την εφαρμογή του περί υποκειμενικής ενεργείας του δεδικασμένου, κανόνα του άρθρου 486 ΑΚ, κατα την σχετική, ρητή περι τούτου επιφύλαξη, του ίδιου αυτού άρθρου (βλ. ΑΠ 511/1965 ΝοΒ14,
1137. ΕφΑθ 1529/1965 ΝοΒ14, 1138 και ΠΠρΑθ 16306/76 ΕΑΔ 1977, σελ. 318 με εισηγητή τον ίδιο της παρούσας απόφασης).
Εδώ δε, θα πρέπει να σημειωθεί και ότι, στο γενικό κανόνα του άρθρου 324 ΠολΔ, θεμελιακή αφετηρία του οποίου είναι οτι η δέσμευση του δεδικασμένου ισχύει μόνο "μεταξύ των ιδίων προσώπων", έχουν εισαχθεί
αποκλίσεις που επεκτείνουν σε πλείστες όσες περιπτώσεις, τα
υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου, είτε θέματα που ρυθμίζονται από δικονομικές διατάξεις (πχ άρθρα 325 αρ. 2, 325 αρ. 3, 327 αρ. 1, 326, 328, 329, 613, 618 κ.α. ΠολΔ), είτε σε περιπτώσεις
εξωδικονομικές, που στηρίζονται στην επιφύλαξη "εφόσον δέν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", του άρθρου 486 ΑΚ (όπως είναι πχ οι περιπτώσεις του αχειράφετου ανήλικου που δεσμεύεται από το δεδικασμένο
απόφασης των νομίμων εκπροσώπων του, του κληρονόμου που εκπροσωπήθηκε στη δίκη απο τον κηδεμόνα της κληρονομίας, τον εκτελεστή της διαθήκης ή τον εκκαθαριστή της κληρονομίας, του πτωχού που
εκπροσωπείται απο το σύνδικο, του μηχανικού που δεσμεύεται απο τελεσίδικες αποφάσεις του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας που τον εκπροσωπεί, των δανειστών που ανακόπτουν τον πίνακα διανομής του
πλειστηριάσματος και δεσμεύονται απο το δεδικασμένο απόφασης που επιδίκασε την απαίτηση άλλου δανειστή του οποίου την κατάταξη ανακόπτουν και στην προκειμένη περίπτωση της ασφαλιστικής εταιρίας, της
οποίας η υποχρέωση συνίσταται κατα το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. ΓπΝ/1911 που αναφέρθηκε, στην λόγω αναδοχής, μέχρι του ασφαλισμένου ωρισμένου ποσού, πληρωμή στον παθόντα της κανονισθησομένης ή
επιδικασθησομένης αποζημίωσης). Τέλος, πρέπει να τονισθεί και ότι, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις δέν αφήνεται απροστάτευτος, εκείνος στον οποίο επεκτείνεται το βλαπτικό δεδικασμένο, αφού για την
περίπτωσπ που παρήχθη με συμπαίγνια των αντιδίκων του, έχει το δικαίωμα τριτανακοπής (586 παρ. 1 ΠολΔ) με την οποία μπορεί να ζητήσει την ακύρωση ή κατά περίπτωση, κήρυξη ανενεργού ως προς αυτόν (590
ΠολΔ) της απόφασης που εκδόθηκε δίχως τη συμμετοχή του.
Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας που επικράτησε, δέν δεσμεύεται η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία απο την υπ αριθ.10678/1990 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε ανάμεσα στον ασφαλισμένο της και του
απο αυτόν ζημιωθέντες γιατι δέν συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 324 ΠολΔ, δηλαδή η ταυτότητα προσώπων των διαδίκων και δεν υπάρχει περίπτωση διαδοχής, αλλά σωρευτικής αναδοχπς χρέους, οπότε το
δεδικασμένο ενεργεί υποκειμενικά (Βλ. Δ. Κονδύλη, Το δεδικασμένο σελ.
307 και 315), ενώ εξάλλου με την έφεση πλπττεται το κεφάλαιο της απόφασης που αφορά στην υπαιτιότητα του οδηγού και τις ζημίες απο τη σύγκρουση των οχημάτων, που στηρίζονται όχι στο άρθρο 11 παρ. 3 του
ν. ΓπΝ/1911, αλλά στα άρθρα 914, 297, 298 και 330 εδ. β' ΑΚ. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένσταση δεδικασμένου της εφεσίβλητης και να προχωρήσει το δικαστήριο στην κατ ουσία έρευνα της υπόθεσης.
Δικαστήριο: ΕΦΕΤΕΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 395
Ετος: 1990
--------------------------------------------------------------------------------
Περίληψη
Αυτοκινητικές διαφορές - Δημοτική γλώσσα - Αποδεικτικά μέσα - Εξέταση μαρτύρων - Ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου οφείλει να εξετάσει έναν τουλάχιστο μάρτυρα σε κάθε υπόθεση που συζητείται,
ανεξάρτητα εάν συνεκδικάζονται περισσότερες αγωγές - Επιτρεπτή η ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη - Οι δικηγόροι δεν είναι υποχρεωμένοι να συντάσσουν τα δικόγραφα στη δημοτική.
--------------------------------------------------------------------------------
Κείμενο Απόφασης
Δια του άρθρου 38 του ν. 1406/1983 το μεν εισήχθη αμέσως στη δικαστηριακή πρακτική το μονοτονικό σύστημα, όπως καθιερώθηκε με το ν.
1228/1982 και το π.δ. 297/1982, το δε ορίσθηκε ότι μετά παρέλευση διετίας, ήτοι από της 16.12.1985 και εφεξής οι αποφάσεις όλων των δικαστηρίων, τα βουλεύματα, εισαγγελικές προτάσεις, διατάξεις,
εκθέσεις και κάθε είδους πράξεις, ως και όλα τα συμβόλαια συντάσσονται υποχρεωτικώς στη νεοελληνική γλώσσα (δημοτική), όπως αυτή καθορίζεται στο άθρ. 2 παρ. 2 του ν. 309/1976. Κατά την τελευταία διάταξη
ως νεοελληνική γλώσσα νοείται η δημοτική, όπως διαμορφώθηκε , όπως διαμορφώθηκε σε πανελλήνιο εκφραστικό όργανο υπό του ελληνικού λαού και των δοκίμων συγγραφέων του έθνους, συντεταμένη άνευ
ιδιωματισμών και ακροτήτων (βλ. εκτενέστερα Κ. Γιαννόπουλο στο ΝοΒ 32, σελ. 209 επ.). Ομως η ως άνω διάταξη του άρθρου 38 του ν. 1406/1983, που προσδιορίζει τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να συντάσσονται
στη δημοτική, απευθύνεται στους συντάκτες των εγγράφων τούτων δικαστικούς λειτουργούς (δικαστές και εισαγγελείς), τους δικαστικούς υπαλλήλους και τους συμβολαιογράφους, όχι δε και τους δικηγόρους,
καίτοι και αυτοί είναι κατά άρθρα 1 και 38 του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί. Επομένως αυτοί δεν έχουν ευθέως υπό την ως άνω διάταξη την υποχρέωση να
χρησιμοποιούν στη σύνταξη των δικογράφων γενικώς, άρα και του δικογράφου της εφέσεως, τη δημοτική γλώσσα και τυχόν σύνταξη του δικογράφου της εφεσεως στην καθαρεύουσα κατ' ουδεμία διάταξη δύναται να
θεωρηθεί για το λόγο αυτό άκυρο (Σαμουήλ, Η έφεση παρ. 16). Κατ' ακολουθίαν αυτών ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου Π.Β. περί ακυρότητας του δικογράφου της εφέσεως, γιατί δεν έχει συνταχθεί, όπως ορίζει το
άρθρο 38 ν. 1406/1984, στη δημοτική γλώσσα και κατά το μονοτονικό σύστημα είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 270 παρ. 3 εδ. β' ΠολΔ ο δικαστής οφείλει να εξετάζει ένα τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες κατά τη συζήτηση ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου χωρίς να
απαιτείται να έχουν προηγουμένως γνωστοποιηθεί. Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και κατά τις ειδικές διατάξεις (άρθρο 591 παρ. 1 ΠολΔ), συνάγεται ότι προκειμένης συζητήσεως αγωγής ο δικαστής
του μονομελούς πρωτοδικείου είναι υποχρεωμένος να εξετάσει ένα μάρτυρα από την κάθε πλευρά διαδίκων. Η υποχρέωση όμως αυτή δεν επιβάλλει στον ως άνω δικαστή όταν συνεκδικάζονται λόγω συναφείας
περισσότερες αγωγές να εξετάζει και ισάριθμους προς τις συζητήσεις - αγωγές μάρτυρες. Αν οι διάδικοι επιθυμούν την εξέταση και άλλων μαρτύρων πλην αυτών που θα εξετασθούν στο ακροατήριο, έχουν την
ευχέρεια να το κάνουν εξετάζοντας αυτούς ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατ' άρθρο 670 παρ. 1 ΠολΔ και με τις διατυπώσεις που διαγράφονται στη διάταξη αυτή προκειμένου περί αγωγής που δικάζεται
κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών Π.Β. παραπονείται με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του ότι παρά το νόμο ο δικαστής του μονομελούς
πρωτοδικείου δεν του επέτρεψε να εξετάσει και δεύτερο μάρτυρα, αφού επρόκειτο να συνεκδικαστούν δύο αντίθετες αγωγές και ο οποίος θα εξεταζόταν για το ύψος των ζημιών αυτού και του αντιδίκου του, καίτοι
ο τελευταίος είχε εξετάσει μάρτυρα στο συμβολαιογράφο, παραβιάζοντας έτσι διά της απορρίψεως του σχετικού αιτήματός του την αρχή της ισότητος των όπλων. Ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι απορριπτέος ως
αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου οφείλει να εξετάσει ένα τουλάχιστο μάρτυρα σε κάθε υπόθεση που συζητείται, ανεξαρτήτως του εάν συνεκδικάζονται κατ'
αυτή περισσότερες αγωγές, είχε δε τη δυνατότητα και ο ως άνω εκκαλών διάδικος να εξετάσει μάρτυρα ενώπιον συμβολαιογράφου τηρώντας τις νόμιμες διατυπώσεις, όπως έπραξε και ο αντίδικός του.
Δικαστήριο: ΕΦΕΤΕΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 2152
Ετος: 1990
--------------------------------------------------------------------------------
Περίληψη
Αυτοκινητικές διαφορές - Πλαγιαστική αγωγή του ζημιωθέντα τρίτου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας - Αν παραγραφεί η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή μπορεί αυτός ν' ασκήσει πλαγιαστικά την
από τη σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή - Προϋπόθεση = να έχει γεννηθεί η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, γεγονός που επέρχεται με την επίδοση της δικής του
αγωγής κατά του ζημιώσαντα.
--------------------------------------------------------------------------------
Κείμενο Απόφασης
Επειδή, η κρινόμενη έφεση των εναγόντων κατά της υπ αριθ. 6344/1988 οριστικής αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676
ΠολΔ (άρθρο 681 Α' ΠολΔ) που προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 733/1977), επίδοση της οποίας δέν επικαλούνται οι διάδικοι, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί
κατ ουσίαν.
Επειδή, οι εκκαλούντες, με την από 25.5.1988 αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη απ' αυτούς ασφαλιστική εταιρία, με το υπ' αριθ. 148020/319787/21.2.1984 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ασφάλισε με σύμβαση
μικτής ασφαλίσεως το υπ' αριθ.ΟΖ-16421.Χ.Ε αυτοκίνπτο, ιδιοκτησίας του δεύτερου απ' αυτούς, για το απο 21.2.1984 έως 21.9.1984 χρονικό διάστημα, με τη ρήτρα της απαλλαγής της για ποσό 4.500 δραχμών.
Οτι, στις 20.8.1984, το ανωτέρω αυτοκίνητο συγκρούστηκε με το υπ' αριθ.269-Ζ-93881.Χ.Ε αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, ιδιοκτησίας του Ν.Γ., απο τον οποίο και
οδηγείτο, και ο οποίος είναι αποκλειστικά υπαίτιος της συγκρούσεως, και υπέστη ζημίες ποσού 166.267 δραχμών, για την αποκατάσταση των οποίων, η πρώτη απ αυτούς, βάσει της συμβάσεως ασφαλίσεως κατέβαλε
ποσό 162.267 δραχμών και έτσι υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του ασφαλισμένου της, το δε υπόλοιπο ποσό των 4.500 δραχμών κατέβαλλε ο δεύτερος,ο οποίος απο την ίδια σύγκρουση ζημιώθηκε και ποσό 350. 000
δραχμών, κατά το οποίο μειώθηκε η αξία του αυτοκινήτου του, καθώς και 20.000 για ηθική του βλάβη.Με βάση τα περιστατικά αυτά και με τον πρόσθετο ισχυρισμό οτι ο παραπάνω Ν.Γ.αδρανεί να αναγκάσει
δικαστικά την εφεσίβλητη να καλύψει την ευθύνη του απο την παραπάνω σύγκρουση, ζήτησαν όπως υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να καταβάλει στον ασφαλισμένο της Ν.Γ. τις ανωτέρω ζημίες τους, δηλαδή 162.367
δραχμές, ως αποζημίωση απο το ανωτέρω ατύχημα, για την πρώτη εκκαλούσα και 354.500 στο δεύτερο εκκαλούντα, με το νόμιμο τόκο απο της υπερημερίας. Περαιτέρω, σωρεύοντας στο δικόγραφο της αγωγής και
αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζήτησαν όπως κατασχεθούν συντηρητικά τα παραπάνω ποσά στα χέρια της εφεσίβλητης ως τρίτης. Επι της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο
δικαστήριο απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, κατά της αποφάσεως δε αυτής και ειδικότερα κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή (όχι και για την απόρριψη της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων) παραπονούνται οι
ενάγοντες για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνισή της, την παραδοχή της παραπάνω αγωγής τους στο σύνολό της και την καταδίκη της εφεσίβλητης στη δικαστική τους δαπάνη και των δύο
βαθμών.
Επειδή από την διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, με σαφήνεια προκύπτει οτι σε περίπτωση αδράνειας του οφειλέτη ως προς τη δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του,ο δανειστής του μπορεί να ζητήσει δικαστική
προστασία για λογαριασμό του, ασκώντας αυτός τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εκτός από εκείνα που έχουν στενά προσωποπαγή χαρακτήρα. Επίσης, είναι αυτονόητο οτι το δικαίωμα το οποίο αδρανεί να ασκήσει ο
οφειλέτης πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό. Εξάλλου, απο τη σύγκριση του χρόνου παραγραφής της αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή και των άλλων υπευθύνων προσώπων, προκύπτει οτι ο
πρώτος, σε περίπτωση παραγραφής της κατα τον ασφαλιστή αξιώσεώς τους (άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/1976),μπορεί να ασκήσει κατ αυτού πλαγιαστικά την απο τη σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του
ασφαλιστή, εφόσον η τελευταία υπόκειται σε τριετή παραγραφή, κατα το άρθρο 195 του ΕμπΝ. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την έγερση της πλαγιαστικής αυτής αγωγής είναι η γένεση της αξιώσεως του
ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστού, η οποία γένεση, κατα την κρατούσα και ορθότερη άποψη,επέρχεται όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε επιδόσει στον ασφαλισμένο τη σχετική αγωγή που ενεργοποιεί την ευθύνη του,
γιατι απο τότε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και άν ακόμα δέν έχει συγκεκριμενοποιηθεί, με δικαστική διάγνωση ή εξώδικο καθορισμό, το ύψος της αξιώσεως του τρίτου (ζημιωθέντος)
(βλ.Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση απο τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, εκδ.1987, σελ. 402.Α. Φλούδας, Αστική ευθύνη εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, εκδ.1985, σελ. 228. ΕφΑθ 6132/1982 ΝοΒ 31, 65). Συνακόλουθα η
αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, της οποίας το περιεχόμενο έχει όπως προαναφέρθηκε και στην οποία όχι μόνο δέν εκτίθεται ότι επιδόθηκε, από τους εκκαλούντες-ενάγοντες προς τον
ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη υπαίτιο της συγκρούσεως οδηγό, αγωγή για τις επίδικες ζημίες τους, αλλά ρητά συνομολογείται οτι τέτοια αγωγή δέν επιδόθηκε, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού ο στην αγωγή
φερόμενος ότι αδρανεί οφειλέτης δέν απέκτησε δικαίωμα κατά του ασφαλιστού του, δηλαδή κατά της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, το οποίο να μπορούν οι εκκαλούντες να ασκήσουν πλαγιαστικά.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια και στη συνέχεια απέρριψε ως μή νόμιμη την ανωτέρω αγωγή, ορθά το νόμο εφήρμοσε, και ο μόνος λόγος της ένδικης
έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ ουσίαν και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες και στη δικαστική δαπάνη της
εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΠολΔ).
Αναπροσαρμογή μισθώματος επί εμπορικής μίσθωσης
Γραφει ο/η AdministratorΑΠ 2166/2009 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Αναπροσαρμογή μισθώματος επί εμπορικής μίσθωσης κατά την ΑΚ 288 -. Εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ και επί των εμπορικών μισθώσεων. Αναπροσαρμογή του μισθώματος, με βάση
την διάταξη αυτή, όταν επήλθε ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου. Προϋποθέσεις. Αναιρετικοί λόγοι, από τον αριθμό 1, 19, 8, 9 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Προϋποθέσεις για την ίδρυση
αυτών. ΚΕΙΜΕΝΟ Αριθμός 2166/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο,
Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου
Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΙΛΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και
εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αθανασά και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων του Νομικού
Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ (ΤΑΠΙΤ)" ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσιβλήτου "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ (Τ.Α.Π.Π.Ε.Λ.)", που
εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Γαβαλά και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/1999 αγωγή της ήδη
αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 397/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2166/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης
ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 24/11/2003 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 503/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 2166/2003 του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση
κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα
με την από 23/1/2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου
ανέγνωσε την από 16/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του
αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, "ο οφειλέτης έχει
υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση
αμφοτεροβαρή ή ετεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από τον νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Παρέχει δε στο δικαστή την δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να
την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής
πίστεως. Επομένως, και επί εμπορικής μισθώσεως, στην οποία κατ' άρθρο 44 του Π.Δ 34/1995 εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει και την αναπροσαρμογή του
οφειλομένου μισθώματος, αρχικού ή μετά από συμβατική ή νόμιμη αναπροσαρμογή, με βάση την διάταξη αυτή, εφ' όσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απροβλέπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβητήσεως τόσο ουσιώδης
μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του εκμισθωτού στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που
απαιτείται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (παρά την ανάγκη κατοχυρώσεως της ασφαλείας των συναλλαγών ή οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται), η
αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου
559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή
ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από τη αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι
προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει
νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται
με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριζε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν
μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων
και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο στη απόφαση εκτίθεται σαφώς. Αντιφατικότητα δε της αιτιολογίας υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια
πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του,
όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει προς την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και ειδικότερα εν σχέσει προς την επικουρική βάση
αυτής, περί καθορισμού της σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος της εις αυτή μισθώσεως, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ: " Με το από 15-3-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, μετά από δημόσιο
πλειοδοτικό διαγωνισμό, το εφεσίβλητο Ταμείο εκμίσθωσε στην εκκαλούσα-ενάγουσα ένα νεόδμητο πολυώροφο σταθμό αυτοκινήτων, με 114 εγκεκριμένες θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας του, κείμενο
στην..., επί της οδού .... Το μίσθιο αποτελείται α) από το κυρίως κτίριο με ωφέλιμο εμβαδόν 3.518,50 τ.μ, το οποίο συγκροτείται από τρεις (3) υπόγειους χώρους, ημιόροφο, τρεις (3) υπέρ το ισόγειο
πλήρεις ορόφους και τρεις (3) εσοχές και β) από βοηθητικό κτίσμα εμβαδού 27 τ.μ κείμενο στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής. Το κτίριο διαθέτει τις απαραίτητες εγκαταστάσεις και τον αναγκαίο εξοπλισμό για
τη λειτουργία και την ασφάλεια του, όπως ανελκυστήρες, ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος, σύστημα αερισμού υπογείων χώρων, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις φωτισμού και κινήσεως, στεγανά φωτιστικά σώματα κ.λ,π. Η διάρκεια
της μίσθωσης ορίστηκε για πέντε έτη, ήτοι από 15-3-1994 έως 15-3-1999 και το μηνιαίο μίσθωμα σε 5.847.000 δρχ, για το πρώτο μισθωτικό έτος (στο οποίο ανήλθε η προσφορά της πλειοδότιδος μισθώτριας),
αυξανόμενο αυτομάτως κάθε έτος κατά ποσοστό 15% επί του μηνιαίου μισθώματος του προηγούμενου έτους. Τη μισθώτρια εβάρυνε και ολόκληρο το νόμιμο χαρτόσημο, ενώ με τον όρο υπό στοιχ. XXX, του μισθωτηρίου,
η κατά την υπογραφή αυτού πραγματική αξία του μισθίου, με τον μηχανολογικό του εξοπλισμό, ανερχόταν σε 500.000.000 δρχ. Μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, η μίσθωση, ως εμπορική, παρατάθηκε αναγκαστικά
για εννέα (9) και στη συνέχεια για δώδεκα (12) έτη (άρθρ 5 παρ. 1 π.δ. 34/1995). Ο πληθωρισμός το Μάιο του 1992 ανερχόταν σε 17,3%, το Μάρτιο του 1993 σε 15,2%, τον Μάρτιο 1994, ότε συνήφθη η μίσθωση,
σε 10,9%, το έτος 1995 σε ποσοστό 9,3%, το έτος 1996 σε ποσοστό 8,5%, το έτος 1997 σε ποσοστό 5,5%, το έτος 1998 σε ποσοστό 4,8% και το έτος 1999, που έληγε ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης, σε ποσοστό
3,2%. Το ως άνω αρχικό μίσθωμα των 5.847.000 δρχ. επετεύχθη σε πλειοδοτικό διαγωνισμό, ήταν το ανώτατο των Αθηνών για σταθμούς αυτοκινήτων, αφού αναλογούσε μηνιαίο μίσθωμα ανά θέση στάθμευσης σε δρχ.
51.300 (5.847.000: 114 θέσεις) και ανά τετραγωνικό μέτρο σε δρχ. 1.650 (5.847.000 : 3.545 τ.μ.). Η συμφωνημένη προσαύξηση σε ποσοστό 15% κάθε έτος ήταν υψηλότερη από τον ετήσιο προϋπολογισμό,
ανταποκρινόταν στις συναλλακτικές συνθήκες του χρόνου εκείνου και δη κάλυπτε τον πληθωρισμό και άφηνε ένα λογικό περιθώριο κέρδους αποδόσεως ακινήτων. Όμως, λόγω της συνδρομής των ειδικών συνθηκών, ήτοι
σημαντική ετησίας μείωσης του πληθωρισμού, στον οποίο κυρίως στηρίχτηκαν τα μέρη, μεταβλήθηκε η εναρμόνιση και αναλογία της προσαύξησης του μισθώματος με τον ετήσιο πληθωρισμό, ο οποίος παρείχε και στη
μισθώτρια τη δυνατότητα αντίστοιχης αύξησης της αμοιβής της. Έτσι ενώ το αρχικό μίσθωμα είχε οριστεί σε 5.847.000 δρχ., στο πέμπτο έτος της μισθώσεως (Απρίλιος 1998 - Μάρτιος 1999) ανήλθε σε 10.266.640
δρχ., αν δε συνεχιστεί η προσαύξηση του μισθώματος με ποσοστό 15%, τότε μισθωτικό έτος Απριλίου 1999 - Μαρτίου 2000 ανέρχεται σε 11.760.636 δρχ. Εξάλλου η εκκαλούσα, προς υποστήριξη του -αιτήματος της
για μείωση του μισθώματος στον εκάστοτε ετήσιο πληθωρισμό, επικαλείται και προσκομίζει τα παρακάτω συγκριτικά στοιχεία, που επιβεβαιώνονται και από τους μάρτυρες της, σύμφωνα με τα οποία ,για σταθμούς
αυτοκινήτων στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας καταβάλλεται μίσθωμα α) δρχ. 9,300.000 μηνιαίως από 15-12-2000, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως, για τον ευρισκόμενο επί των οδών ...
στη ..., επιφανείας 10.018 τ.μ., με 334 θέσεις στάθμευσης, από τις οποίες οι 30 διατίθενται δωρεάν, β) δρχ. 5.220.000 μηνιαίως, από 12-6-2001 με ετήσια αναπροσαρμογή ίση με το ποσοστό του πληθωρισμού,
πλέον 1,5%, για τον ευρισκόμενο επί της οδού .... επιφανείας 3.011 τ.μ. με 100 θέσεις στάθμευσης, γ) δρχ. 3.041.750 μηνιαίως, από 31-12-1997 αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 15% ετησίως και από 1-1-1999
κατά ποσοστό 11% ετησίως, για τον ευρισκόμενο επί της οδού ..., με 320 περίπου θέσεις στάθμευσης. Το παραπάνω πρώτο συγκριτικό στοιχείο είναι εντελώς απρόσφορο προς σύγκριση, γιατί βρίσκεται σε μεγάλη
απόσταση από το επίδικο μίσθιο και σε υποβαθμισμένη περιοχή. Τα άλλα δύο συγκριτικά στοιχεία είναι αντιφατικά μεταξύ τους ως προς το ύψος της προσαύξησης, σε σχέση με τον πληθωρισμό, ενώ και τα τρία ως
άνω συγκριτικά στοιχεία δεν προσφέρονται επαρκώς προς σύγκριση γιατί δεν προκύπτει, ότι είναι της ίδιας κατασκευής και αν διαθέτουν τον ίδιο εξοπλισμό με το επίδικο μίσθιο, το οποίο κατά τη σύναψη της
μίσθωσης ήταν καινουργές και πλήρως εξοπλισμένο για τη χρήση που προορίζεται. Εν όψει όλων αυτών και με βασικό κριτήριο τη σημαντική, όπως προαναφέρθηκε, μείωση του πληθωρισμού και την εντεύθεν
δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ήτοι λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της συμβατικής προσαύξησης, σε ποσοστό 15%, είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα
που απαιτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και
αποκαθιστά την καλή πίστη που διαταράχθηκε και πρέπει να γίνει περιστολή της συμφωνημένης προσαύξησης από το ποσοστό 15% σε ποσοστό 6% ετησίως, με κρίσιμο χρόνο την επίδοση της αγωγής...". Με βάση τα
περιστατικά αυτά, το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικο απόφαση και, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή, καθόρισε το ποσοστό της σταδιακής
αναπροσαρμογής του μισθώματος του επίδικου μισθίου ακινήτου σε ποσοστό 6% ετησίως επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος του προηγουμένου έτους, από της επιδόσεως της αγωγής. Έτσι που έκρινε το
Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, που εφαρμόσθηκε, εφ' όσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ανελέγκτως, ήτοι η
σημαντική μείωση του πληθωρισμού, στον όποιο κυρίως στηρίχθηκαν τα συμβαλλόμενα μέρη, στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια της δυσαναλογίας μεταξύ της παροχής και αντιπαροχής, που επέβαλλε,
σύμφωνα με την καλή πίστη και συναλλακτικά ήθη, την περιστολή της συμφωνημένης ετήσιας προσαυξήσεως του μισθώματος από 15% (που είχε συμφωνηθεί) σε ποσοστό 6%. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι
αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, της
προαναφερομένης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την, καλά τα ανωτέρω,
παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής, ως βάσιμης (και όχι εξ ολοκλήρου), διότι αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που αναλύονται ανωτέρω και απαιτούνται
για την αναπροσαρμογή του μισθώματος στα επίπεδα που δέχθηκε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ύπαρξη ή μη των όρων του κανόνα
ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου
παραβιάσεως της, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ενώ: α) οι υπό στοιχείο 1 έως 5 αιτιάσεις που
περιέχονται στον λόγο αυτό, δεν συνιστούν αντίφαση της αιτιολογίας, ως προς το απρόσφορο του συγκριτικού στοιχείου που αναφέρεται στον ευρισκόμενου επί των οδών ..., στη ...., σταθμό αυτοκινήτων, για το
οποίο το Εφετείο δέχθηκε κυρίως ότι είναι "εντελώς" απρόσφορο προς σύγκριση γιατί βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από το επίδικο μίσθιο και σε υποβαθμισμένη περιοχή", εφ' όσον η δευτέρα αιτιολογία, κατά το
μέρος που αναφέρεται σ' αυτό, ήτοι ότι "δεν προσφέρονται επαρκώς προς σύγκριση, γιατί δεν προκύπτει ότι είναι της ίδιας κατασκευής και αν διαθέτουν του ίδιο εξοπλισμό με το επίδικο μίσθιο..." είναι
πλεοναστική και βασίζεται σε άλλα πραγματικά περιστατικά. β) οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην πληρέστερη ανάλυση και ανάπτυξη του
αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όμως, στην απόφαση εκτίθεται σαφώς. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ'
όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς
πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια
αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ωσαύτως, ο λόγος
αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 9 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος
αναιρέσεως και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως αίτηση, η μη εκδίκαση της οποίας ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των
διαδίκων, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης ή κάθε μη αυτοτελής αίτηση αυτών στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, που προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού, επί της αιτήσεως. Τέλος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338,
339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη
επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να
γίνεται ειδική μνεία και χωριστή, αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος,
όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με
τους τέταρτο και δέκατο καθώς και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, αντιστοίχως, δεν έλαβε
υπόψη τους ισχυρισμούς που ο αναιρεσείων είχε προτείνει παραδεκτώς, με προσθέτους λόγους της εφέσεώς του και τις προτάσεις του, έλαβε δε υπ' όψη τον μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο ισχυρισμό ότι "το
επίδικο μίσθιο.... ήταν καινουργές κατά την σύναψη της μισθώσεως...". Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά δεν
συνιστούν "πράγματα", υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά τα μεν συγκροτούντα τους τέταρτο και δέκατο λόγους αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά
συνιστούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος (έστω και αν προτάθηκαν με τους προσθέτους λόγους της εφέσεώς του), τα δε συγκροτούντα τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως συνιστούν περιστατικά που προέκυψαν από τις
αποδείξεις. Ωσαύτως, με τους έκτο και όγδοο λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, προκειμένου να
σχηματίσει την κρίση του περί του αποδεικτικού πορίσματος, τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής του. Οι
λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, διότι με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί του
αποδεικτικού πορίσματος, έλαβε υπόψη και "...όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από την βεβαίωση δε αυτή, και την αιτιολογία και το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν
καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα που αναφέρονται στο αναιρετήριο, έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων. Εξάλλου, με
τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό του
αναιρεσείοντος και άφησε αδίκαστο το επικουρικό αίτημα της αγωγής του, σύμφωνα με το οποίο ζήτησε "επικουρικώς να καθοριστεί από τους μηνός Απριλίου 1999 προσαύξηση (του μισθώματος) ίση με τον εκάστοτε
ετήσιο πληθωρισμό". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, στον οποίο εστηρίζετο το
ανωτέρω αίτημα του αναιρεσείοντος και αποτελούσε την επικουρική, εκ του άρθρου 288 ΑΚ, βάση της αγωγής του, και απεφάνθη επ' αυτού, δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή και καθορίζοντας την προσαύξηση, του
μισθώματος σε ποσοστό 6% επί του μισθώματος του προηγουμένου έτους, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η
αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο, με την παραδοχή του ότι "η συμφωνημένη προσαύξηση σε ποσοστό 15% κάθε έτος ήτο υψηλότερη από τον ετήσιο πληθωρισμό,
ανταποκρινόταν στις συναλλακτικές συνθήκες του χρόνου εκείνου και δη κάλυπτε τον πληθωρισμό και άφηνε ένα λογικό περιθώριο κέρδους αποδόσεως ακινήτου", επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε στο αναιρεσίβλητο,
άλλως επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου δεν αφορά σε "αίτηση" του ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος
αρνήθηκε την αγωγή, ούτε περιέχει αναγνωριστική διάταξη υπέρ αυτού, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε
η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-1-2008 αίτηση της Α.Ε., υπό την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ -
ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΙΛΗΣ Α.Ε.", περί αναιρέσεως της 1597/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε
χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.