Δικαιοσύνη για όλους (73)
Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) - Υπολογισμός εισοδημάτων - Εισοδηματικά κριτήρια -.
Γραφει ο/η Administrator
ΕλΣ.Ολ 476/2016
Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) - Υπολογισμός εισοδημάτων - Εισοδηματικά κριτήρια -.
Κρίση στην επίδικη περίπτωση ότι ορθά διακόπηκε η καταβολή του επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) σε συνταξιούχο, η οποία είχε εισόδημα από ακίνητα ύψους 6.650,00 ευρώ και από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά (πολεμική σύνταξη) ύψους 4.825,39 ευρώ και, συνεπώς, το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημά της, ύστερα από την προβλεπόμενη από το νόμο έκπτωση εισοδήματος λόγω αναπηρίας (ύψους 1.900,00 ευρώ), ανέρχονταν στο ποσό των 9.575,39 ευρώ.
Απόφαση 476/2016
ΣΕ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2015, με την εξής σύνθεση: Νικόλαος Αγγελάρας, Πρόεδρος, Ιωάννης Σαρμάς, Σωτηρία Ντούνη, Χρυσούλα Καραμαδούκη και ʼννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδροι, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Σταμάτιος Πουλής, Αγγελική Μυλωνά, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δημήτριος Τσακανίκας και Βασιλική Προβίδη, Σύμβουλοι. Επίσης μετείχαν οι Σύμβουλοι Θεολογία Γναρδέλλη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Βασιλική Σοφιανού και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.
Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Αντώνιος Νικητάκης Επίτροπος Επικρατείας, κωλυομένου του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Μιχαήλ Ζυμή.
Για να δικάσει την από 22 Οκτωβρίου 2012 (αριθμ. κατάθ. 159/22-10-2012) για αναίρεση της 1778/2012 αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίτηση της... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Μουτζούρη (Δ.Σ.Α. 9999),
κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Ι’ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1887/2007 πράξης του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της.
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και
Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε, επίσης, την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Πρόεδρο Νικόλαο Αγγελάρα που αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, πλην όμως εγκύρως λαμβάνεται η απόφαση του Δικαστηρίου κατά την παρούσα διάσκεψη κατά την ομόφωνη γνώμη των Δικαστών χωρίς την παρουσία του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 παρ. 2 του ν. 4129/2013 και 78 παρ. 2 του π.δ. 1225/1981. Η Αντιπρόεδρος Σωτηρία Ντούνη και ο Σύμβουλος Κωνσταντίνος Κωστόπουλος απουσίασαν λόγω κωλύματος και για τη νόμιμη συγκρότηση της Ελάσσονος Ολομέλειας, στη διάσκεψη μετείχαν επίσης οι Σύμβουλοι Θεολογία Γναρδέλλη και Κωνσταντίνος Εφεντάκης (αναπληρωματικά μέλη).
ʼκουσε την εισήγηση του Συμβούλου Σταματίου Πουλή και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 1778/2012 οριστικής αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (σχ. 2882424 σειράς Α΄ έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, αφού τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατά το βάσιμο των λόγων αυτής κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
2. Με την 1887/2007 πράξη του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας κατά του από 31-5-2006 εγγράφου του Διευθυντή της 46ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με το οποίο της γνωστοποιείτο η διακοπή της καταβολής του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) για το έτος 2006. Έφεση της ανωτέρω κατά της πράξης αυτής απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ήδη η αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτησή της, όπως αυτή αναπτύσσεται με το παραδεκτώς κατατεθέν στις 18.5.2015 υπόμνημα, επιδιώκει την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την καταβολή του ως άνω επιδόματος για το έτος 2006.
3. Με την από 29.8.1996 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.), η οποία κυρώθηκε από το άρθρο 1 παρ. 2 του ν.2453/1997, θεσπίσθηκε το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) με σκοπό την οικονομική ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων. Κατ’ ακολουθίαν δε του σκοπού αυτού, το εν λόγω νομοθέτημα διέλαβε ότι το ως άνω επίδομα το δικαιούνται εκείνοι εκ των συνταξιούχων των οποίων το ετήσιο καθαρό εισόδημα από συντάξεις, κύριες και επικουρικές, καθώς και το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημα δεν υπερβαίνει ορισμένο ύψος, το οποίο καθορίζεται, από 1ης Ιανουαρίου 2000, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθ. 1 παρ. 2 του ν. 2768/1999). Με βάση την εξουσιοδοτική αυτή διάταξη, εκδόθηκε η 30168/0092/27.3.2006 ΚΥΑ (Β' 379), με την οποία αναπροσαρμόσθηκε για το έτος 2006 το ύψος των εν λόγω ποσών και ορίσθηκαν δε ειδικότερα τα εξής: «1. Τα ποσά που αναφέρονται στα εισοδηματικά κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.2768/1999 και λαμβάνονται υπόψη για την καταβολή του Ε.Κ.Α.Σ., αναπροσαρμόζονται για το έτος 2006, κατά περίπτωση, ως εξής: α. Το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα από συντάξεις, κύριες και επικουρικές ... στο ποσό των επτά χιλιάδων εκατόν εξήντα πέντε ΕΥΡΩ και εβδομήντα ένα λεπτών (7.165,71). β. Το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημα στο ποσό των οχτώ χιλιάδων τριακοσίων εξήντα ΕΥΡΩ (8.360,00). ...».
4. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2768/1999 προσδιορίζονται τα ποσά που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του ύψους του ετήσιου καθαρού εισοδήματος από συντάξεις καθώς και του συνολικού ετήσιου ατομικού καθαρού εισοδήματος, διαλαμβάνεται δε ειδικότερα ότι τα πιο πάνω ποσά «αφορούν σε εισοδήματα που δηλώθηκαν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου οικονομικού έτους, εκείνου για το οποίο χορηγείται το Ε.Κ.Α.Σ., χωρίς τυχόν αναδρομικά άλλων ετών». Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται: «Το ποσό Ε.Κ.Α.Σ. που καταβλήθηκε ... κατά το προηγούμενο έτος δεν λαμβάνεται υπόψη για την εξέταση της συνδρομής των εισοδηματικών κριτηρίων ...».
5. Εκ του σκοπού των επίμαχων διατάξεων (οικονομική ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων) και εκ του ότι η έννοια του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος είναι έννοια που προσδιορίζεται κανονιστικώς στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, άρθ. 9 παρ. 1), συνάγεται αφενός μεν ότι ως συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα νοείται το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή και υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, αφού αφαιρεθούν οι προβλεπόμενες από τις φορολογικές διατάξεις δαπάνες και μειώσεις, ανεξαρτήτως σε ποιό κωδικό της φορολογικής δηλώσεως τυγχάνει εγγραπτέο, αφετέρου δε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή του ΕΚΑΣ είναι όπως το εισόδημα του συνταξιούχου, ως αυτό κατά τα ανωτέρω προσδιορίζεται, μη υπερβαίνει τα καθοριζόμενα για το έτος αναφοράς εισοδηματικά κριτήρια, χωρίς να συνυπολογίζονται μόνο τα τυχόν αναδρομικά από προηγούμενα έτη που εισέπραξε ο συνταξιούχος καθώς και το ποσό του ίδιου του ΕΚΑΣ.
6. Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικάσαν Τμήμα με την πληττόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στην ήδη αναιρεσείουσα κανονίσθηκε, το έτος 1999, μηνιαία πολεμική σύνταξη, ως ανάπηρη, άγαμη θυγατέρα με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%, θανόντος πολεμικού συνταξιούχου, που κατέστη διαρκώς ανίκανος συνεπεία τραυματισμού που οφείλετο στις εμφύλιες συγκρούσεις (ν.1863/1989). Με το Δ.Υ./31.5.2006 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Μισθών και Συντάξεων του Γ.Λ.Κ. της γνωστοποιήθηκε η διακοπή καταβολής του Ε.Κ.Α.Σ. για το έτος 2006, ενώ ένσταση της ανωτέρω κατά του εγγράφου αυτού απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη με την 1887/2007 πράξη του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τέλος, επί της ασκηθείσης από την ανωτέρω εφέσεως κατά της πράξης αυτής του Κλιμακίου, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη πράξη. Το δικάσαν Τμήμα απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, δεχθέν ότι όπως προέκυπτε από το εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2005, η ανωτέρω είχε εισόδημα από ακίνητα ύψους 6.650,00 ευρώ και από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά (πολεμική σύνταξη) ύψους 4.825,39 ευρώ και, συνεπώς, το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημά της, ύστερα από την προβλεπόμενη από το νόμο έκπτωση εισοδήματος λόγω αναπηρίας (ύψους 1.900,00 ευρώ), ανέρχονταν στο ποσό των 9.575,39 ευρώ. Το ποσό δε αυτό υπερέβαινε το τιθέμενο, με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του 2006, όριο των 8.360,00 ευρώ και συνεπώς δεν είχε δικαίωμα απολήψεως του ΕΚΑΣ για το έτος 2006, ενώ για τον προσδιορισμό του ετήσιου ατομικού εισοδήματος συνυπολόγισε το ποσό της πολεμικής συντάξεως (4.825,39 ευρώ).
7. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεχθέν τα ανωτέρω το δικάσαν Τμήμα ορθώς τις επίμαχες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, οι δε περί του αντιθέτου, καθ' ερμηνεία του δικογράφου, ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι από το συνολικό εισόδημά της πρέπει να αφαιρεθεί φόρος εισοδήματος ΄΄περίπου 20%΄΄ και ότι δεν πρέπει να συνυπολογισθεί, καθώς γράφεται σε χωριστό κωδικό στην φορολογική δήλωση, το εισόδημά της από την πολεμική σύνταξη είναι απορριπτέοι ο πρώτος ως αόριστος, άλλως και σε κάθε περίπτωση αμφότεροι ως νόμω αβάσιμοι. Τούτο διότι, όπως αναπτύχθηκε σε προηγούμενη σκέψη, για τον προσδιορισμό του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος λαμβάνεται υπόψιν το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή και υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, μη συνυπολογιζομένων αποκλειστικώς και μόνο των τυχόν αναδρομικών από προηγούμενα έτη που εισέπραξε ο συνταξιούχος καθώς και του ποσού του ίδιου του ΕΚΑΣ.
8. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
9. Απορριπτομένης της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του παραβόλου που κατατέθηκε (άρθρ. 73 παρ. 4 του ν. 4129/2013).
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Και
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναιρέσεως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΡΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΟΥΛΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ
Πιλοτική δίκη - Δικαίωμα περιουσίας - Δικαίωμα ιδιωτικού και οικογενειακού βίου - Φορολογία εισοδήματος - Φορολογική κατοικία - Φορολόγηση συζύγων - Κατοικία - Κάτοικοι εξωτερικού -.
Γραφει ο/η Administrator
ΣτΕ 1445/2016
Πιλοτική δίκη - Δικαίωμα περιουσίας - Δικαίωμα ιδιωτικού και οικογενειακού βίου - Φορολογία εισοδήματος - Φορολογική κατοικία - Φορολόγηση συζύγων - Κατοικία - Κάτοικοι εξωτερικού -.
Έννοια της κατοικίας φυσικού προσώπου στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 4172/2013. Για τη θεμελίωση της φορολογικής υποχρέωσης ενός φυσικού προσώπου, η φορολογική αρχή πρέπει να προβαίνει σε ειδικά αιτιολογημένη κρίση, αναφορικά με το εάν το πρόσωπο αυτό έχει κατοικία στην Ελλάδα. Βάσει των γενικότερων κοινωνικών και ηθικών αντιλήψεων της εποχής και ανάλογα με τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα των συζύγων, είναι νοητή η χωριστή κατοικία των συζύγων. Σε περίπτωση που ένα έγγαμο φυσικό πρόσωπο δεν είναι υπόχρεο σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος στην Ελλάδα, επειδή δεν έχει φορολογική κατοικία σε αυτή, δεν τίθεται ζήτημα υποβολής κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος με τον ή τη σύζυγό του, αποκλειστικά και μόνο επειδή ο ή η σύζυγος είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας. Οι περιορισμοί που ανακύπτουν από τις τεχνικές ρυθμίσεις και τις δυνατότητες του συστήματος ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος, δεν ασκούν επιρροή, γιατί το σύστημα αυτό θα πρέπει να προσαρμόζεται στους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ορθής εφαρμογής της. Σύζυγοι με χωριστή κατοικία. Αλλοδαπός που ζει και εργάζεται στη Γερμανία, ενώ η σύζυγος (δικαστική λειτουργός) και το τέκνο τους κατοικούν στην Ελλάδα.
Αριθμός 1445/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β'
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 11 Μαΐου 2016 με την εξής σύνθεση: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β' Τμήματος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Ι. Σύμπλης, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β' Τμήματος.
Για να δικάσει την από 29 Φεβρουαρίου 2016 προσφυγή:
του ..., κατοίκου Erftstadt Γερμανίας (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γρηγόριο Μέντη (Α.Μ. 16463), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Χρήστο Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
και κατά της υπ' αριθμ. 59/19.1.2016 απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013.
Η πιο πάνω προσφυγή εισάγεται στο Β' Τμήμα του Δικαστηρίου κατόπιν της από 24ης Μαρτίου 2016 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και της από 5ης Απριλίου 2016 πράξεως της Προέδρου του Β' Τμήματος.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Λαζαράκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του προσφεύγοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους προσφυγής και ζήτησε να γίνει δεκτή η προσφυγή και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, η κρινόμενη προσφυγή, που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Β' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α' 213), κατόπιν της από 24-3-2016 πράξης της οικείας Επιτροπής που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» στις 11-4-2016 και «ΕΣΤΙΑ» στις 12-4-2016, καθώς και της από 5-4-2016 πράξης της Προέδρου του Β' Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης αυτού, λόγω σπουδαιότητας.
2. Επειδή, ο ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» όρισε στην παρ. 1 του άρθρου 1 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (Α' 51), ότι: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ' ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων [...], όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. [...] Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. [...] Μετά την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης [...]». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον αίτημα διαδίκου να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για τον λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνει δεκτό από την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ/τος 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμου για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α' 8) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις (ΣτΕ 601/2012 Ολομ., 690/2013 7μ., 532/2015 Ολομ., 660/2016 7μ. κ.ά).
3. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως συμπληρώνεται με το από 18-4-2016 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση της 59/19-1-2016 απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η .../16-10-2015 ενδικοφανής προσφυγή του (άρθρου 63 ν. 4174/2013, Α' 170) κατά της 38086/9-9-2015 απάντησης του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Χ. επί της .../7-9-2015 δήλωσης επιφύλαξης που είχε διατυπώσει ως προς την ηλεκτρονικώς υποβληθείσα (αριθ. καταχ. .../27-8-2015) από κοινού με τη σύζυγό του δήλωση φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014, κατά το μέρος που είχε δηλώσει στο μητρώο ως κατοικία του την κατοικία της συζύγου του (στον Χ. Αττικής) και είχε υποβάλει φορολογική δήλωση στη Δ.Ο.Υ. Χ. ενώ είναι κάτοικος Γερμανίας, ζητώντας την εκκαθάριση της εν λόγω δήλωσης, θεωρουμένων του ιδίου ως κατοίκου αλλοδαπής, της δε συζύγου του ως κατοίκου ημεδαπής. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη .../2015 απάντηση, ο προσφεύγων υποχρεούται ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδος να δηλώσει το παγκόσμιο εισόδημά του, η δε - εκκαθαρισθείσα όπως υποβλήθηκε - δήλωση είναι ελλιπής και πρέπει να προσκομισθεί συμπληρωματική με τα εισοδήματά του στη Γερμανία και τον εκεί καταβληθέντα φόρο. Με την ως άνω πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 έγινε δεκτό αίτημα του προσφεύγοντος να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η προσφυγή του, προκειμένου να κριθούν τα γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα α) της ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 3, 4, 9 και 67 του ν. 4172/2013 "Φορολογία Εισοδήματος [...] και άλλες διατάξεις" (Α' 167) σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 1386 και 1387 του Αστικού Κώδικα καθώς και β) της συμφωνίας των εν λόγω διατάξεων του ν. 4172/2013 προς τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας περί αποφυγής της διπλής φορολογίας και αποτροπής της φοροδιαφυγής σε σχέση προς τον φόρο εισοδήματος, κεφαλαίου όπως και τον φόρο επιτηδεύματος (α.ν. 52/1967, Α' 134), αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 4 και 21 του Συντάγματος (καθ' ο μέρος δεν προβλέπεται η υποβολή χωριστής φορολογικής δήλωσης μόνο από τον ένα σύζυγο, στην περίπτωση που οι σύζυγοι δεν συμβιώνουν και, συνεπώς, δεν έχουν κοινή κατοικία).
4. Επειδή, όπως έχει γίνει παγίως δεκτό (ΣτΕ 834/2010 Ολομ., 2062/1968 Ολομ. και 1802, 3829, 4603/2012, 2613-16/2009, 297280/2008, 368/2007, 1625/2001, 236/1998), καθ' ερμηνεία των άρθρων 1, 2, 63 παρ. 1, 285 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α' 97), 1 και 73 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (π.δ. 331/1985, Α' 116) και 8 παρ. 4 του ν.δ. 4486/1965 (Α' 131), φορολογική διαφορά υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων γεννάται από ατομικές διοικητικές πράξεις, με τις οποίες είτε επιβάλλεται αμέσως φορολογικό βάρος ή φορολογική κύρωση είτε κρίνεται αντικείμενο ευθέως συναπτόμενο με συγκεκριμένη φορολογική ή συναφή υποχρέωση συνδεόμενη με φορολογητέα ύλη ατομικώς ορισμένη, η οποία αμφισβητείται εν όλω ή εν μέρει με την προσφυγή.
5. Επειδή, εν προκειμένω, η διαφορά που γεννάται από την προσβολή εκ μέρους του προσφεύγοντος της 59/2016 απόφασης του Προϊσταμένου Δ.Ε.Δ., στην οποία ενσωματώθηκε η 38086/2015 πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χ., είναι φορολογική, καθόσον συνάπτεται με την επιβληθείσα στον προσφεύγοντα υποχρέωση να δηλώσει στην ελληνική φορολογική αρχή το παγκόσμιο εισόδημά του, ήτοι συγκεκριμένη φορολογική ύλη, και να της υποβάλει συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος, για το φορολογικό έτος 2014, ως εκ τούτου δε το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, με το οποίο αμφισβητείται η νομιμότητα της πιο πάνω πράξης, αποτελεί προσφυγή ουσίας, η εκδίκαση της οποίας υπάγεται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
6. Επειδή, για την άσκηση προσφυγής επί φορολογικής διαφοράς, η οποία, όπως η ένδικη, δεν έχει (συγκεκριμένο) χρηματικό αντικείμενο (πρβλ. ΣτΕ 80/2012), οφείλεται παράβολο εκατό ευρώ κατά το άρθρο 277 παρ. 2 περ. α του Κ.Δ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Ως εκ τούτου, εφ' όσον το συνολικώς καταβληθέν εν προκειμένω από τον προσφεύγοντα ποσό παραβόλου ανέρχεται σε εκατόν πενήντα ευρώ, πρέπει, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης, να επιστραφεί σ' αυτόν το ποσό των πενήντα ευρώ, που καταβλήθηκε επιπλέον του νομίμου.
7. Επειδή, ο ν. 4172/2013 ορίζει στο άρθρο 1 (Πεδίο εφαρμογής) ότι «1. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) ρυθμίζει τη φορολογία του εισοδήματος: α) των φυσικών προσώπων, [...]», στο άρθρο 2 (Ορισμοί) ότι «Οι όροι που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε. έχουν την έννοια που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, εκτός εάν ο Κ.Φ.Ε. ορίζει διαφορετικά. Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως: α) «φορολογούμενος»: κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., β) «πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα, [.]», στο άρθρο 3 (Υποκείμενα του φόρου) ότι «1. Ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, ήτοι το παγκόσμιο εισόδημά του που αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος [... ] 2. Ο φορολογούμενος που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει στην Ελλάδα και αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος», στο άρθρο 4 (Φορολογική κατοικία) ότι «1. Ένα φυσικό πρόσωπο είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, εφόσον: α) έχει στην Ελλάδα τη μόνιμη ή κύρια κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του ή το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων ήτοι τους προσωπικούς ή οικονομικούς ή κοινωνικούς δεσμούς του ή β) είναι προξενικός, διπλωματικός ή δημόσιος λειτουργός παρόμοιου καθεστώτος ή δημόσιος υπάλληλος που έχει την ελληνική ιθαγένεια και υπηρετεί στην αλλοδαπή. 2. [όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4223/2013, Α' 287/31.12.2013] Ένα φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στην Ελλάδα συνεχώς για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα τρεις (183) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό, είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος από την πρώτη ημέρα παρουσίας του στην Ελλάδα. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση φυσικών προσώπων που βρίσκονται στην Ελλάδα αποκλειστικά για τουριστικούς, ιατρικούς, θεραπευτικούς ή παρόμοιους ιδιωτικούς σκοπούς και η παραμονή τους δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες εξήντα πέντε (365) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό. Η παρούσα παράγραφος δεν αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου», στο άρθρο 9 (Πίστωση φόρου αλλοδαπής) ότι «1. Εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους ένας φορολογούμενος που έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα αποκτά εισόδημα στην αλλοδαπή, ο καταβλητέος φόρος εισοδήματος του εν λόγω φορολογούμενου, όσον αφορά στο εν λόγω εισόδημα, μειώνεται κατά το ποσό του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για αυτό το εισόδημα. Η καταβολή του ποσού του φόρου στην αλλοδαπή αποδεικνύεται με τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. 2. Η μείωση του φόρου εισοδήματος που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα», στο δε άρθρο 67 (Υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και καταβολή του φόρου), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 4223/2013 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ότι «1. Ο φορολογούμενος που έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του υποχρεούται να δηλώνει όλα τα εισοδήματά του, τα φορολογούμενα με οποιοδήποτε τρόπο ή απαλλασσόμενα, στη Φορολογική Διοίκηση ηλεκτρονικά. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η δήλωση αυτή μπορεί να υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση σε έγχαρτη μορφή. [...] 4. Οι σύζυγοι, κατά τη διάρκεια του γάμου, υποχρεούνται να υποβάλουν κοινή δήλωση για τα εισοδήματά τους στα οποία ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν υπολογίζονται χωριστά στο εισόδημα καθενός συζύγου. Οι τυχόν ζημίες του εισοδήματος του ενός συζύγου δεν συμψηφίζονται με τα εισοδήματα του άλλου συζύγου. Υπόχρεος υποβολής δήλωσης είναι ο σύζυγος και για τα εισοδήματα της συζύγου του. Ειδικότερα οι σύζυγοι υποβάλλουν χωριστή φορολογική δήλωση, ο καθένας για τα εισοδήματά του, εφόσον: α. Έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης. Το βάρος της απόδειξης για τη διακοπή φέρει ο φορολογούμενος. β. Ο ένας από τους δύο συζύγους είναι σε κατάσταση πτώχευσης ή έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση. [... ] 7. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ειδικότερα ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής, ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, οι εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η μη ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης, καθώς και τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία τα οποία συνυποβάλλονται με αυτήν.».
8. Επειδή, για τη θεμελίωση της φορολογικής εξουσίας ενός κράτους προϋποτίθεται η ύπαρξη επαρκούς συνδετικού στοιχείου του φορολογουμένου με αυτό. Η κατοικία αποτελεί τέτοιο στοιχείο, στο οποίο στηρίζεται, κατά γενικό κανόνα, το διεθνές φορολογικό δίκαιο και, ιδίως, το πρότυπο της Σύμβασης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) σχετικά με τη διπλή φορολόγηση, με σκοπό την κατανομή μεταξύ των κρατών της φορολογικής αρμοδιότητας. Το διεθνές φορολογικό δίκαιο και ιδίως το ως άνω πρότυπο Σύμβασης δέχεται ότι στο κράτος κατοικίας εναπόκειται κατ' αρχήν να φορολογεί συνολικώς τον υποκείμενο στον φόρο λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που είναι συμφυή με την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση (πρβλ. ΔΕΚ, αποφάσεις της 14-2-1995, C-279/93, Schumacker, σκ. 32, 14-9-1999, C-391/97, Gschwind, σκ. 24, 12-12-2002, C-385/00, De Groot, σκ. 98). Ειδικότερα, στο πρότυπο της Σύμβασης του ΟΟΣΑ (άρθρο 4) προβλέπεται, για την περίπτωση που φυσικό πρόσωπο υπόκειται, κατά τη νομοθεσία εκάστου συμβαλλόμενου κράτους, σε (πλήρη) φορολογία σε αυτό και άρα είναι κάτοικος αμφοτέρων των συμβαλλομένων κρατών, ότι θεωρείται κάτοικος μόνο του κράτους στο οποίο διαθέτει - κατά τη διατύπωση του ως άνω προτύπου στις γλώσσες εργασίας του ΟΟΣΑ, αγγλική και γαλλική (βλ. Rules of Procedure of the Organisation, October 2013, άρθρa 27 - 28) -"permanent home available to him" ή "foyer d' habitation permanent", δηλαδή μόνιμη κατοικία [όπως, άλλωστε, αποδίδεται και στο άρθρο ΙΙ παρ. 1 περ. 4 υποπερ. β.αα της προμνημονευθείσας (σκ. 3) σύμβασης μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας ο όρος "permanent home available to him" του αυτού άρθρου του αγγλικού κειμένου αυτής), εάν δε διαθέτει τέτοια και στα δύο κράτη, θεωρείται κάτοικος του κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων) ["closer personal and economic relations-centre of vital interests", "liens personnels et economiques les plus etroits - centre des interets vitaux"] (ακολουθούν, περαιτέρω ιεραρχούμενα, άλλα κριτήρια). Με τον προαναφερόμενο ν.4172/2013 εισήχθη νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος οι διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση αυτού, «παρακολουθούν τις εξελίξεις στη διεθνή και ευρωπαϊκή οικονομική πραγματικότητα, λαμβάνοντας υπόψη τους ορισμούς που απορρέουν αφ' ενός από τους κανόνες του διεθνούς φορολογικού δικαίου (φορολογική κατοικία, τόπος πραγματικής διοίκησης, μόνιμη εγκατάσταση) [...] όπως αποτυπώνονται και στο Πρότυπο Σύμβασης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης που εφαρμόζεται μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ κατά τη σύναψη των Συμβάσεων περί αποφυγής διπλής φορολογίας στο εισόδημα και στο κεφάλαιο». Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην εν λόγω αιτιολογική έκθεση, με τις διατάξεις του άρθρου 3 του νέου Κ.Φ.Ε. «εισάγεται ο όρος φορολογική κατοικία στο ελληνικό δίκαιο προκειμένου να προσδιοριστούν τα υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα, ακολουθώντας τα πρότυπα του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 4 «αποσαφηνίζεται η έννοια και τα κριτήρια της φορολογικής κατοικίας. Ειδικότερα, ακολουθούνται τα διεθνή πρότυπα και κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένων των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στόχος είναι να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν οριζόντια και καθολική εφαρμογή ενιαίου πλαισίου, εκσυγχρονίζοντας το υφιστάμενο καθεστώς και υιοθετώντας και τις γενικές αρχές για την επιβολή του φόρου βάσει της αρχής του τόπου άσκησης της πραγματικής φορολογικής διοίκησης, κριτήριο το οποίο ακολουθείται σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Επιπλέον, με την παρούσα διάταξη και την αναλυτική παράθεση αναλυτικών κριτηρίων διασαφηνίζονται και επιλύονται περαιτέρω ζητήματα διπλής κατοικίας. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 καθορίζονται τα κριτήρια βάσει των οποίων ένα φυσικό πρόσωπο θεωρείται κάτοικος Ελλάδας. Τα κριτήρια αυτά είναι η μόνιμη ή κύρια κατοικία, η συνήθης διανομή και το κέντρο των προσωπικών, οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων [.].». Κατά την έννοια, λοιπόν, σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, των διατάξεων των άρθρων 3 και 4 παρ. 1 του ν. 4172/2013, σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημά του, ήτοι για εκείνο που προκύπτει τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, υπόκειται, μεταξύ άλλων, το φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει την κατοικία του στην Ελλάδα, έχει δηλαδή σ' αυτήν μόνιμη και κύρια πραγματική εγκατάσταση, την οποία έχει καταστήσει, σύμφωνα με τη βούληση του, το κέντρο των εν γένει βιοτικών του σχέσεων και ζωτικών συμφερόντων (πρβλ. καθ' ερμηνεία του άρθρου 51 ΑΚ, ΣτΕ 259, 3254/2011, 1113/2008 κ.ά., ΑΠ 660/2015, 1730/2009 κ.ά.), το οποίο αποτελεί στοιχείο προσδιοριστικό της έννοιας της κατοικίας. Ως τέτοιο δε (δηλαδή ως στοιχείο προσδιοριστικό της έννοιας της κατοικίας) νοούμενο στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4172/2013 και όχι ως αυτοτελές κριτήριο προσδιορισμού της φορολογικής κατοικίας, το κέντρο των βιοτικών σχέσεων και ζωτικών συμφερόντων ενός φυσικού προσώπου υφίσταται εκεί όπου το πρόσωπο αυτό αναπτύσσει τους προσωπικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς του (βλ. άλλωστε τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση για το «κέντρο των προσωπικών, οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων» - δίχως τη διάζευξη που έχει τεθεί στο κείμενο του νόμου - καθώς και για την κατά τα διεθνή πρότυπα και κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έννοια αυτού). Εξάλλου, προκειμένου να κριθεί εάν ένα φυσικό πρόσωπο έχει (ή πολλώ μάλλον μεταβάλλει την επί μακρόν διατηρούμενη από αυτό) κατοικία, πρέπει να συνεκτιμώνται όλα τα πρόσφορα στοιχεία (πρβλ. ΣτΕ 1948/1956, 3870/2002, 3973/2005, 1113/2008, 259/2011 κ.ά.), όπως ιδίως η ύπαρξη στέγης, η φυσική παρουσία του ίδιου, των μελών της οικογένειάς του (στην οποία δεν περιλαμβάνονται μόνον ο ή η σύζυγος και τα τέκνα αυτού), ο τόπος άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, ο τόπος των περιουσιακών συμφερόντων, ο τόπος των διοικητικών δεσμών με τις δημόσιες αρχές και φορείς (ασφαλιστικούς, επαγγελματικούς, κοινωνικούς), ο τόπος ανάπτυξης πολιτικών, πολιτισμικών ή άλλων δραστηριοτήτων. Συνεπώς, για τη θεμελίωση της προαναφερόμενης φορολογικής υποχρέωσης ενός φυσικού προσώπου, η φορολογική αρχή πρέπει να προβαίνει σε ειδικώς αιτιολογημένη κρίση αναφορικά με το εάν το πρόσωπο αυτό έχει κατοικία στην Ελλάδα, φέρουσα κατ' αρχήν και το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που τεκμηριώνουν, επαρκώς, ενόψει των συνθηκών, την ύπαρξή της. Συναφώς, το δικαστήριο της ουσίας, όταν εκδικάζει προσφυγή κατά πράξης περί της εν λόγω φορολογικής υποχρέωσης φυσικού προσώπου, οφείλει να ερευνήσει το ίδιο, κατ' ενάσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, αν συντρέχει η αμφισβητούμενη πραγματική βάση της, δηλαδή η ύπαρξη ή μη κατοικίας αυτού στην Ελλάδα, και να κρίνει το ζήτημα, στο πλαίσιο δε αυτό, έχει την εξουσία, κατ' άρθρο 152 επ. του Κ.Δ.Δ., να διατάξει συμπλήρωση των αποδείξεων και, τελικώς, αν δεν βεβαιώνεται στον αναγκαίο βαθμό για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, να αποφανθεί, αφού κατανείμει το βάρος αποδείξεως μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, και ενόψει του ότι, βάσει των γενικότερων κοινωνικών και ηθικών αντιλήψεων της εποχής αλλά και ανάλογα με τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα των συζύγων, είναι νοητή η χωριστή κατοικία αυτών (πρβλ. ήδη πριν από την κατάργηση με το άρθρο 2 του ν. 1329/1983, Α' 25, της κατ' άρθρο 55 ΑΚ νόμιμης κατοικίας της συζύγου, ΑΠ 163/1975 ΝοΒ11,1056, 229/1964, ΝοΒ 12,803, 835/1978, ΝοΒ 27,737, πρβλ. ομοίως ΔΕΚ, αποφάσεις της 16-5-2000, C-87/99, Zurstrassen, σκ. 19, 25-1-2007, C-329/05, Gerold Meindl, σκ. 28), σε περίπτωση που έγγαμο φυσικό πρόσωπο δεν είναι υπόχρεο σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος στην Ελλάδα, για τον λόγο ότι το ίδιο δεν έχει τη φορολογική κατοικία του σ' αυτήν, δεν τίθεται εν πάση περιπτώσει ζήτημα υποβολής κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος, κατ' άρθρο 67 παρ. 4 του ν. 4172/2013, με τον ή τη σύζυγό του, αποκλειστικώς και μόνον επειδή ο ή η σύζυγος πληροί τα κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του εν λόγω νόμου κριτήρια για να χαρακτηρισθεί φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, και τούτο ανεξαρτήτως αν η υποχρέωση υποβολής κοινής δήλωσης είναι ή όχι σύμφωνη με διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος. Εξάλλου, από την εξεταζόμενη άποψη δεν ασκούν επιρροή - υπό την έννοια ότι δεν συνεπάγονται υποχρέωση υποβολής κοινής δήλωσης - περιορισμοί τυχόν ανακύπτοντες από τις τεχνικές ρυθμίσεις και δυνατότητες του συστήματος της κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου 67 ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος (μη πρόβλεψη στο εν λόγω σύστημα της δυνατότητας υποβολής δήλωσης από τον ένα μόνο σύζυγο, όταν ο άλλος δεν είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας), διότι το σύστημα αυτό θα πρέπει αντιθέτως να προσαρμόζεται στους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ορθής εφαρμογής της και όχι η εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας να προσαρμόζεται στις δυνατότητες του συστήματος. Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή από την ανωτέρω άποψη η στην αυτή παρ. 1 του άρθρου 67 πρόβλεψη της δυνατότητας υποβολής έγχαρτης δήλωσης σε εξαιρετικές περιπτώσεις οριζόμενες κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 7 του ίδιου άρθρου (βλ., για το κρίσιμο φορολογικό έτος, άρθρο 1 παρ. 3 της ΠΟΛ 1088/2015 απόφασης της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, Β' 763), εφόσον εν πάση περιπτώσει δεν έχει θεσπισθεί εξαίρεση από την υποχρέωση υποβολής ηλεκτρονικής δηλώσεως στην επίμαχη περίπτωση. Τέλος, σε περίπτωση που φυσικό πρόσωπο δεν θεωρείται, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4172/2013, φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, δεν ανακύπτει ανάγκη διευθέτησης περίπτωσης διπλής κατοικίας και άρσης σύγκρουσης της φορολογικής εξουσίας της Ελλάδας και εκείνης άλλου κράτους, όπως εν προκειμένω της Γερμανίας, ώστε να βρίσκει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου ΙΙ παρ. 1 περ. 4 υποπερ. β της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ αυτών (α.ν. 52/1967). Ο Σύμβουλος Ιωάννης Σύμπλης διετύπωσε την ακόλουθη συγκλίνουσα άποψη: Η φορολογική εξουσία ανήκει στον σκληρό πυρήνα της κυριαρχίας κάθε ανεξάρτητου κράτους. Η κυριαρχική αυτή εξουσία δεν περιορίζεται, κατ' αρχήν από το γενικό διεθνές δίκαιο (με κάποιες εξαιρέσεις όπως αυτές που αφορούν τα προνόμια και τις ασυλίες των άλλων κυριάρχων κρατών). Κάθε κράτος ασκεί ελεύθερα και απεριόριστα την κυριαρχική του αυτή εξουσία στα πρόσωπα και τις δραστηριότητες που συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο και με οιονδήποτε δεσμό (επαγγελματικό, προσωπικό, περιουσιακό, φυσική παρουσία, ή ιθαγένεια) με την επικράτειά του, μέσα στα όρια που απορρέουν από την εθνική (τόσο την συνταγματική όσο και -για τα κράτη μέλη της ΕΕ- την ενωσιακή) έννομη τάξη του κάθε κράτους και των διεθνών υποχρεώσεων που έχει εκουσίως αναλάβει μέσω διμερών ή πολυμερών συμβάσεων, χωρίς την παραμικρή (πέραν ή επί πλέον αυτών που προαναφέρθηκαν) υποχρέωση του κάθε κράτους να λαμβάνει υπ όψη τις παράλληλες φορολογικές αξιώσεις άλλων κυριάρχων κρατών. Ακριβώς λόγω του εκ φύσεως εγωιστικού χαρακτήρα αυτής της κυριαρχίας, οι αξιώσεις κάθε κυρίαρχου κράτους, εφ' όσον δεν είναι εστερημένες ευλόγου ερείσματος δεν υποχωρούν μονομερώς, παρά μόνο μέσω αμοιβαία συμφωνημένης εναρμόνισης. Μέσα στα πλαίσια δε αυτά έχουν εκπονηθεί από διάφορους διεθνείς οργανισμούς κατευθυντήριες οδηγίες και «πρότυπες» συμβάσεις προς διευκόλυνση των διμερών διαπραγματεύσεων μεταξύ κυριάρχων κρατών που έχουν ως αντικείμενο την σύναψη μεταξύ τους συμφωνίας μέσω της οποίας αυτοπεριορίζουν και εναρμονίζουν την άσκηση της φορολογικής τους κυριαρχίας, προς αποτροπή συγκρούσεων (τέτοιες «πρότυπες» συμβάσεις είναι αυτή του ΟΟΣΑ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας στο εισόδημα και στο κεφάλαιο καθώς και η αντίστοιχη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών). Πριν από την σύναψη τέτοιας διμερούς συμφωνίας δεν υπάρχει ούτε εναρμόνιση, ούτε υποχρέωση εναρμόνισης και κάθε κυρίαρχο κράτος ασκεί την κυριαρχία του αδέσμευτα και χωρίς να εξετάζει αν οι εθνικοί του κανόνες είναι σύμφωνοι με κάποια διεθνή (πλην μη νομικώς δεσμευτικά) πρότυπα, ή αν απολήγουν σε διπλή φορολόγηση. Μετά τη σύναψη τέτοιας σύμβασης, η φορολογική εξουσία του κάθε ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη οριοθετείται σε σχέση με την εξουσία του άλλου συμβαλλομένου κράτους αποκλειστικά με βάση όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ τους και όχι με βάση το εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση και ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου, το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο. Είναι κυρίαρχη δε απόφαση του κάθε κράτους με ποια άλλα κυρίαρχα κράτη επιθυμεί να εναρμονίσει την άσκηση της φορολογικής του κυριαρχίας και ποιών κρατών τις αξιώσεις δεν επιθυμεί να λάβει υπ' όψη, ούτε να τους δώσει προτεραιότητα έναντι των δικών του αξιώσεων. Εν προκειμένω, μεταξύ της Ελλάδος και της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Γερμανίας έχει συναφθεί τέτοια συμφωνία (σύμφωνα με τα τότε πρότυπα του ΟΟΣΑ) αποσκοπούσα στην αποφυγή της διπλής φορολογίας και στη θέσπιση κανόνων αμοιβαίας διοικητικής επικουρίας σχετικά προς τον φόρο εισοδήματος, τον φόρο κεφαλαίου και τον φόρο επιτηδεύματος. Η εν λόγω συμφωνία, η οποία υπεγράφη στις 18-4-1966 και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του α.ν. 52/1967 (Α' 134), οι δε διατάξεις της είναι αποκλειστικά εφαρμοστέες, καθ' όσον, προεχόντως για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω, είναι ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (πρβλ. ΣΕ 4078 - 80/1997 7μ.), ορίζει στο άρθρο Ι αυτής ότι "1. Οι υπαγόμενοι εις την παρούσαν συμφωνίαν φόροι είναι: 1) Εν τη Ομοσπόνδω Δημοκρατία της Γερμανίας ο φόρος εισοδήματος, ο φόρος εταιρειών, ο φόρος κεφαλαίου, ο φόρος επιτηδεύματος (καλούμενοι εφεξής "φόροι της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας"). 2) Εν τω Βασιλείω της Ελλάδος ο φόρος εισοδήματος επί φυσικών προσώπων και ο φόρος εισοδήματος επί νομικών προσώπων (καλούμενοι εφεξής "Ελληνικός φόρος"). στο δε άρθρο ΙΙ ότι "1. Εις την παρούσαν συμφωνίαν, εκτός εάν άλλως το κείμενον ορίζη: 1) Ο όρος "φόρος" σημαίνει τον φόρον της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας της Γερμανίας ή τον ελληνικόν φόρον, ως το κείμενον ορίζει. 2) ο όρος "πρόσωπον" περιλαμβάνει τα άτομα και τας εταιρείας. 3) ... 4) α) Ο όρος "κάτοικος ενός εκ των Συμβαλλομένων Κρατών" σημαίνει παν πρόσωπον όπερ, συμφώνως προς τους νόμους του εν λόγω Κράτους, υπόκειται εις φορολογίαν εν τω Κράτει τούτω, λόγω κατοικίας του, διαμονής, έδρας διοικήσεως ή άλλου παρομοίου κριτηρίου. β) Εάν κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου άτομον τι τυγχάνη κάτοικος αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Κρατών εφαρμόζονται οι επόμενοι κανόνες: αα) Θα θεωρήται ως κάτοικος του Συμβαλλομένου Κράτους εν τω οποίω έχει εις την διάθεσίν του μόνιμον κατοικίαν. Εάν έχη εις την διάθεσιν του μόνιμον κατοικίαν εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Κράτη, θα θεωρήται ως κάτοικος του Συμβαλλόμενου Κράτους, εκείνου μετά του οποίου συνδέεται στενώτερον προσωπικώς και οικονομικώς (κέντρον ζωτικών συμφερόντων). ββ) Εάν το Συμβαλλόμενον Κράτος εις το οποίον έχει το κέντρον των ζωτικών του συμφερόντων δεν δύναται να καθορισθή ή εάν δεν διαθέτη μόνιμον κατοικίαν εις έν των δύο Συμβαλλομένων Κρατών θα θεωρήται ως κάτοικος εκείνου του Συμβαλλομένου Κράτους εν τω οποίω έχει συνήθη διαμονήν. γγ) εάν έχη συνήθη τόπον διαμονής εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Κράτη ή εις ουδέν εξ αυτών θα θεωρήται ως κάτοικος του Συμβαλλομένου Κράτους του οποίου τυγχάνει υπήκοος. δδ) εάν είναι υπήκοος αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Κρατών ή ουδενός εξ αυτών, αι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Κρατών θα αποφασίζωσιν επί του ζητήματος δι' αμοιβαίας συμφωνίας. γ) ... 2. Εν τη εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης συμφωνίας υπό ενός των Συμβαλλομένων Κρατών πας όρος μη καθορισμένος κατ' άλλον τρόπον εν τη παρούση συμφωνία θεωρείται, εκτός αν άλλως το κείμενον ορίζη, ως έχων την έννοιαν ην έχει κατά τους ισχύοντας νόμους εν τω εν λόγω Κράτει εν σχέσει προς τους φόρους τους αποτελούντας το αντικείμενον της παρούσης συμφωνίας". Εν όψει των διατάξεων της ανωτέρω Συμβάσεως, εφ' όσον η Γερμανία, χώρα με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει σύμβαση περί αποφυγής διπλής φορολογίας, έχει ήδη ασκήσει την φορολογική της εξουσία και έχει χαρακτηρίσει ένα φυσικό πρόσωπο φορολογικό της κάτοικο, οι τυχόν φορολογικοί δεσμοί του προσώπου αυτού με την Ελλάδα εξετάζονται πλέον αποκλειστικά με βάση τα κριτήρια άρσεως της συγκρούσεως μεταξύ φορολογικών δικαιοδοσιών που καθορίζει η Σύμβαση μεταξύ των δύο χωρών. Έτσι, αν τα κριτήρια με βάση τα οποία, κατά την Σύμβαση, εξευρίσκεται το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του εν λόγω προσώπου, προσηκόντως συνεκτιμώμενα, δεν σχηματίζουν μια συγκλίνουσα δέσμη, δεν τίθεται ζήτημα προτεραιότητος του ενός κριτηρίου έναντι του άλλου, αν αυτό θα είχε ως συνέπεια κάποια από τα κριτήρια να τεθούν εκποδών, αλλά αντιθέτως η Ελληνική φορολογική αρχή (και το δικαστήριο της ουσίας) οφείλουν να δεχθούν ότι το κέντρο ζωτικών συμφερόντων του εν λόγω προσώπου δεν μπορεί να διαγνωσθεί για λόγους ουσιαστικού δικαίου (και όχι απλώς για λόγους απόδειξης) και να προχωρήσουν στην εφαρμογή των επομένων κριτηρίων της Σύμβασης.
9. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο προσφεύγων υπέβαλε ηλεκτρονικά για το φορολογικό έτος 2014 (ήτοι για εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1/1 έως 31/12/2014) την 156504/27-8-2015 κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος με τη σύζυγό του. Στην εν λόγω δήλωση αναγράφεται ως διεύθυνση κατοικίας του η οδός ... στον Χ. Αττικής, ως εξαρτώμενο μέλος, δε, ένα ανήλικο τέκνο. Στην ερώτηση «Υποβάλλεται δήλωση για πρώτη φορά» συμπληρώνεται η ένδειξη «ναι». Περαιτέρω, στη δήλωση αυτή δεν αναγράφονται εισοδήματα του ίδιου. Στην υποβληθείσα, αναφορικά με τη δήλωση αυτή, επιφύλαξη ο προσφεύγων εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι είναι Γερμανός υπήκοος, γεννηθείς την 26.09.1974 στην Κολωνία της Γερμανίας, με αριθμό δελτίου ταυτότητος ..., ζει και εργάζεται μόνιμα ως αρχιτέκτων μηχανικός στη Γερμανία και ειδικότερα στην πόλη Erftstadt, ..., ως εκ τούτου δε είναι κάτοικος Γερμανίας και κατά την έννοια της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου II της Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας περί αποφυγής της διπλής φορολογίας. Ότι προκειμένου να πραγματοποιήσει μεμονωμένες συναλλαγές στην Ελλάδα ως επισκέπτης (τουρισμός) ζήτησε στις 29.10.2009 την απόδοση ΑΦΜ από τη Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού. Ότι, ακολούθως, στις 28.08.2010 συνήψε γάμο με τη δικαστική λειτουργό..., με την οποία στις 27.07.2012 απέκτησαν τέκνο, το οποίο ζει με τη σύζυγό του στον Χ. Αττικής, ούτε όμως πριν ούτε μετά τον γάμο και τη γέννηση του τέκνου του εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου δεν κατέχει περιουσία ούτε αποκτά εισοδήματα, αλλά διατήρησε τη μόνιμη κατοικία του στη Γερμανία, εργαζόμενος ως ελεύθερος επαγγελματίας (αρχιτέκτων μηχανικός), ενώ δεν έχει ούτε συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, δεδομένου ότι δεν επισκέπτεται την οικογένειά του για διάστημα μεγαλύτερο των 183 ημερών ανά δωδεκάμηνο. Ότι, ως εκ τούτου, δεν απέκτησαν με τη σύζυγό του κοινή κατοικία ούτε στην Ελλάδα ούτε στη Γερμανία, προκειμένου όμως να γίνει δεκτή από το σύστημα TAXIS δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014 από τη σύζυγό του, αναγκάσθηκε να δηλώσει στις 18-8-2015 στη Δ.Ο.Υ. Χ. ως κατοικία του εκείνη της συζύγου του. Κατόπιν αυτών επιφυλάχθηκε κατά το μέρος που είχε δηλώσει στο μητρώο ως κατοικία του την κατοικία της συζύγου του και είχε υποβάλει τη φορολογική τους δήλωση στη Δ.Ο.Υ. Χ. ενώ είναι κάτοικος Γερμανίας και θα έπρεπε να την υποβάλει στη Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού, ζήτησε δε να εκκαθαρισθεί η φορολογική δήλωση, θεωρουμένων του ιδίου ως κατοίκου αλλοδαπής, της δε συζύγου του ως κατοίκου ημεδαπής. Με την επιφύλαξη υπέβαλε και αίτηση για την εφαρμογή της Σύμβασης αποφυγής της διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας, στην οποία ενσωματώνεται "πιστοποιητικό της φορολογικής αρχής της χώρας κατοικίας του δικαιούχου του εισοδήματος" της ..., με ημερομηνία 6-8-2015, όπου πιστοποιείται ότι ο προσφεύγων ήταν κατά το έτος 2014 κάτοικος Γερμανίας κατά την έννοια των διατάξεων της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας. Με την 38086/9-9-2015 πράξη του ο Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Χ., επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 9 και 67 παρ. 4 του ν. 4172/2013, απήντησε στην επιφύλαξη του προσφεύγοντος «με αίτημα την εκκαθάριση της δήλωσής του χωρίς να συμπεριλάβει τα δικά του εισοδήματα ως αρχιτέκτονα στη Γερμανία» ότι ως έγγαμος υποχρεούται να υποβάλει κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014 με τη σύζυγό του, η οποία είναι δημόσιος λειτουργός, οπότε θεωρούνται αμφότεροι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος και πρέπει να δηλώσουν το παγκόσμιο εισόδημά τους, ότι κατόπιν αυτών έγινε εκκαθάριση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (με τη συνημμένη από 10-9-2015 πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου), όπως αυτή υποβλήθηκε ηλεκτρονικά, αυτή όμως είναι σύμφωνα με τον νόμο ελλιπής και θα πρέπει να προσκομισθεί συμπληρωματική δήλωση με τα εισοδήματά του ως αρχιτέκτονα στη Γερμανία καθώς και τον φόρο που έχει καταβάλει εκεί. Κατά της πράξης αυτής που του κοινοποιήθηκε στις 18-9-2015 (βλ. σχετική σημείωση επ' αυτής, καθώς και όσα ιστορούνται στην κρινόμενη προσφυγή) ο προσφεύγων άσκησε εμπροθέσμως την 42920/16-10-2015 ενδικοφανή προσφυγή του άρθρου 63 του ν. 4174/2013, με την οποία επανέλαβε όσα είχε ισχυρισθεί και με την επιφύλαξη παραπονούμενος για ανεπαρκή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων. Με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ. απορρίφθηκε η προσφυγή. Η απόφαση αυτή εξαντλείται σε παράθεση σύντομου ιστορικού και σειράς διατάξεων (των άρθρων 3, 4, 9, 67 παρ. 4 του ν. 4172/2013, ΧΧ παρ. 1 της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας, καθώς και της ΠΟΛ 1260/2014 της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων σχετικά με τη φορολογική κατοικία) χωρίς καμία ειδικότερη κρίση επί των προβληθέντων με την ενδικοφανή προσφυγή ισχυρισμών του προσφεύγοντος.
10. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, ο προσφεύγων υπέβαλε κοινή δήλωση φόρου εισοδήματος με τη σύζυγό του, κάτοικο ημεδαπής, διατυπώνοντας επιφύλαξη με την οποία ζήτησε να γίνει εκκαθάριση της υποβληθείσας δήλωσης θεωρουμένων του ίδιου ως κατοίκου αλλοδαπής, της δε συζύγου του ως κατοίκου ημεδαπής. Προς τούτο, δε, συνυπέβαλε αίτηση για την εφαρμογή της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας με ενσωματωμένο πιστοποιητικό της … για το ότι αυτός ήταν κατά το έτος 2014 κάτοικος Γερμανίας κατά την έννοια των διατάξεων της εν λόγω Σύμβασης. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη, καθώς και την ενσωματωθείσα σ' αυτήν απάντηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χ., η επιφύλαξη του προσφεύγοντος απορρίφθηκε κατ' ουσίαν για τον λόγο ότι αυτός διαθέτει κατοικία στην Ελλάδα, μια και σ' αυτήν κατοικούν η σύζυγος και το τέκνο του, συντρέχουν δηλαδή δεσμοί (οικογενειακή εστία), που, όπως υποστηρίζεται και με το έγγραφο των απόψεων της Διοίκησης προς το Δικαστήριο, υπερισχύουν των σχέσεών του με τη Γερμανία, όπου ο τόπος της επαγγελματικής του εγκατάστασης και το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων. Η ανωτέρω κρίση της φορολογικής αρχής εξηνέχθη, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α του ν. 4172/2013, απλώς κατ' επίκληση της κατοικίας της συζύγου και του τέκνου του προσφεύγοντος στην Ελλάδα, ήτοι στοιχείων που δεν είναι, αυτά μόνα, καθοριστικά και επαρκή για την τεκμηρίωση της ύπαρξης κατοικίας του προσφεύγοντος στην Ελλάδα, κατά το φορολογικό έτος 2014, χωρίς να συνεκτιμηθούν όλα τα ως άνω αναφερόμενα στη σκέψη 8 νόμιμα κριτήρια για την ύπαρξη κατοικίας στην Ελλάδα, ενόψει των ισχυρισμών και των αποδεικτικών στοιχείων που της έθεσε υπόψη ο προσφεύγων (όπως, ιδίως, το από 6-8-2015 πιστοποιητικό της …, περί της ιδιότητάς του ως κατοίκου Γερμανίας). ʼλλωστε, η φορολογική αρχή παραδέχεται ότι ο προσφεύγων είχε, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, τον τόπο της επαγγελματικής του εγκατάστασης και κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων στη Γερμανία, τούτο δε επιβεβαιώνεται και από τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει ο προσφεύγων: α) επικυρωμένο από δικηγόρο φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο του από 6-8-2015 πιστοποιητικού για φορολογικές υποθέσεις της Δημοσιονομικής Διοίκησης Νόρντχαϊν -Βεστφάλεν, Μπρυλ, προς τον προσφεύγοντα, με μετάφραση από τη δικηγόρο Αθηνών Δ. Κολογιάννη, στο οποίο αναφέρονται ως τόπος κατοικίας η … Έρφτστατ, καταχώριση του προσφεύγοντος για φόρο εισοδήματος και φόρο κύκλου εργασιών, μη ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, «συμπεριφορά καταβολής οφειλών τους τελευταίους 12 μήνες» «πάντα εμπροθέσμως» και «συμπεριφορά υποβολής δηλώσεων κατά τους τελευταίους 24 μήνες» «ως επί το πλείστον εμπροθέσμως», β) επικυρωμένα από δικηγόρο φωτοαντίγραφα από το πρωτότυπο τιμολογίων του προσφεύγοντος με ημερομηνίες 1-2-2014, 2-6-2014, 7-8-2014, 30-11-2014 προς την «… ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ» (…. Κολωνία), με μετάφραση από την προαναφερθείσα δικηγόρο, για παροχή υπηρεσιών επίβλεψης έργων, γ) επικυρωμένα από δικηγόρο φωτοαντίγραφα από το πρωτότυπο, με μετάφραση από την προαναφερθείσα δικηγόρο, δύο συμφωνιών για ελεύθερη συνεργασία του προσφεύγοντος με τους προαναφερόμενους αρχιτέκτονες, με ημερομηνία της δεύτερης εξ αυτών 21-10-2013 για το διάστημα από 1-11-2013 μέχρι 7-3-2014 (προφανώς από παραδρομή αναφέρεται μέχρι 7-3-2013) και συμφωνημένο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας περίπου 32 ωρών, δυνατότητα εργασίας για προσωπικά έργα του προσφεύγοντος τον υπόλοιπο χρόνο στους χώρους των γραφείων "…" και πρόβλεψη για απουσία του προσφεύγοντος για δύο σαββατοκύριακα και το διάστημα των εορτών Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς 2013/2014 στην Ελλάδα. Τέλος, αβασίμως η φορολογική αρχή επικαλείται την ΠΟΛ 1260/2014 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, η οποία, όπως και οι μνημονευόμενες σ' αυτήν ΠΟΛ 1142/2012 του Υπουργού Οικονομικών και 1228/2014 της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, δεν αποτελεί κανόνα δικαίου, ενώ η ομοίως μνημονευόμενη σ' αυτήν ΠΟΛ 1136/2013 του Υφυπουργού Οικονομικών (Β' 1417 και 1494) έχει παύσει να ισχύει από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 (για τα φορολογικά έτη από 1-1-2014, βλ. παρ. 22 άρθρου 72 του ν. 4172/2013, προστεθείσα με το άρθρο 26 παρ. 11 του ν. 4223/2013), ως εκδοθείσα κατ' επίκληση των, κατά την αυτή διάταξη ομοίως μη ισχυουσών, παρ. 7 και 8α του άρθρου 61 του ν. 2238/1994, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 43 του ν. 4141/2013 (Α' 81). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη προσφυγή, καθόσον ο προσφεύγων δεν ήταν φορολογικός κάτοικος ημεδαπής κατά το φορολογικό έτος 2014 και, συνακόλουθα, δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ως κάτοικος Ελλάδας για το έτος αυτό, όπως υποστήριξε με τη δήλωση επιφύλαξής του, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων της προσφυγής του. Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη του Συμβούλου Ιωάννη Σύμπλη, η Ελληνική φορολογική αρχή στήριξε την πράξη της αποκλειστικά στους προσωπικούς δεσμούς του προσφεύγοντος με την Ελλάδα (κατοικία της συζύγου και του τέκνου του). Όμως, από τα στοιχεία του φακέλου που έχουν παρατεθεί ανωτέρω αποδεικνύεται (και δεν αμφισβητείται άλλως τε από την φορολογική αρχή) ότι τόπος των επαγγελματικών συμφερόντων του προσφεύγοντος είναι αποκλειστικά η Γερμανία, με την οποία δεν στερείται άλλως τε και προσωπικών δεσμών, έστω και δευτερευόντων. Εφ' όσον λοιπόν τα ζωτικά του συμφέροντα δεν συγκλίνουν, κατ' αρχήν, σε ένα και μόνο τόπο, το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί. Η αδυναμία δε αυτή είναι ζήτημα ουσιαστικού δικαίου και όχι απόδειξης. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης των αποδείξεων, ούτε και κατανομής του βάρους αποδείξεως, παρά πρέπει να εφαρμοσθούν τα κατά σειράν επόμενα κριτήρια της Σύμβασης. Δεδομένου δε ότι η φορολογική αρχή δεν στήριξε την άσκηση της φορολογικής της εξουσίας στο κριτήριο της μόνιμης διαμονής (ούτε άλλως τε καν προέβαλε και απέδειξε τίποτε σχετικά) και δεν είναι επιτρεπτή η μεταβολή της πραγματικής και νομικής βάσης της πράξης της, εφαρμοστέο είναι, σύμφωνα με την Σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας, το κριτήριο της ιθαγένειας.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Επιλύει το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα της έννοιας του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 4172/2013 αναφορικά με την κατοικία φυσικού προσώπου στην Ελλάδα, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Κρατεί, δικάζει και δέχεται την προσφυγή.
Ακυρώνει την 59/19-1-2016 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, στην οποία ενσωματώθηκε η 38086/9-92015 απάντηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χ.
Δέχεται την επιφύλαξη που διατύπωσε ο προσφεύγων αναφορικά με την 156504/27-8-2015 δήλωση φόρου εισοδήματος, που αφορά το φορολογικό έτος 2014.
Διαπιστώνει ότι ο προσφεύγων δεν ήταν φορολογικός κάτοικος ημεδαπής κατά το φορολογικό έτος 2014 και δεν υποχρεούται σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος για το έτος αυτό (και επομένως ούτε κοινής με τη σύζυγό του) ούτε σε (συμπληρωματική) δήλωση των κτηθέντων στη Γερμανία εισοδημάτων του και του φόρου που κατέβαλε εκεί κατά το εν λόγω φορολογικό έτος.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο Δημόσιο την ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δικαστική δαπάνη του προσφεύγοντος, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2016 και η απόφαση
δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου του ίδιου έτους.
Η Πρόεδρος του Β' Τμήματος Ο Γραμματέας του Β' Τμήματος
Ε. Σαρπ Ι. Μητροτάσιος
Προκήρυξη ηλεκτρονικού δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού - Παροχή ασφαλιστικών καλύψεων περιουσίας Δήμου - Προδικαστική προσφυγή - Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων - Εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων - Αποκλεισμός επιχείρησης - Πιστοποιητι
Γραφει ο/η Administrator
Προκήρυξη ηλεκτρονικού δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού - Παροχή ασφαλιστικών καλύψεων περιουσίας Δήμου - Προδικαστική προσφυγή - Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων - Εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων - Αποκλεισμός επιχείρησης - Πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας -.
Απόρριψη δικαιολογητικών συμμετοχής και τεχνικής προσφοράς συμμετέχουσας σε ηλεκτρονικό δημόσιο διεθνή διαγωνισμό ασφαλιστικής επιχείρησης. Απόρριψη προδικαστικής προσφυγής. Απόρριψη αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Υποχρέωση προσκόμισης άδειας λειτουργίας και πιστοποιητικού πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας. Αρμόδια Ελληνική Εποπτική Αρχή για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι η Τράπεζα της Ελλάδας. Δεν προβλέπεται ότι η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ισχύει ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας. Νόμιμος ο αποκλεισμός της αιτούσας ασφαλιστικής επιχείρησης από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία.
Αριθ. αποφ.: 74/2016
TO
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Δ - ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
(Αρθρα 52 του πδ 18/1989 και 5 του ν. 3886/2010)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Τσαγκάρη, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων,
συνήλθε στις 23 Ιουνίου 2016, με Γραμματέα το δικαστικό υπάλληλο Αθανάσιο Πολυχρονίδη, για να αποφασίσει επί της από 20-5-2016 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων:
Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.ΓΑ.», που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής (Λ. Κηφισίας αριθ. 274) και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Δαρούδη,
κατά του Δήμου Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Τσερκέζη, και
κατά της παρεμβαίνουσας εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"», που εδρεύει στην Αθήνα (Λ. Συγγρού αριθ. 103-105) και παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αθηνών Απόστολου Παπακωνσταντίνου.
Με την αίτηση αυτή ζητείται να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα σχετικά με το διαγωνισμό που διενεργήθηκε με την 94/2015 διακήρυξη του καθού Δήμου.
Κατά τη συνεδρίαση του το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, που ζήτησε την αποδοχή της αίτησης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του καθού και της παρεμβαίνουσας, που ζήτησαν, αντίθετα, την απόρριψη της.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση και τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί ειδικό παράβολο συνολικού ύψους 3.318,96 ευρώ (σχετ. τα 13976168/20-5-2016 και 13976608/13-6-2016 σειράς VI διπλότυπα είσπραξης της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, αξίας 1.659,48 ευρώ το καθένα).
2. Επειδή, με την 94/2015 διακήρυξη του Δημάρχου του καθού Δήμου Θεσσαλονίκης προκηρύχθηκε ηλεκτρονικός δημόσιος διεθνής διαγωνισμός, με κριτήριο κατακύρωσης τη χαμηλότερη τιμή, για την ανάθεση της υπηρεσίας «Παροχή Ασφαλιστικών Καλύψεων της Κινητής και Ακίνητης Περιουσίας του Δήμου Θεσσαλονίκης» για ένα έτος, συνολικής προϋπολογισθείσας δαπάνης 497.845,49 ευρώ χωρίς επιβάρυνση με φόρο προστιθέμενης αξίας λόγω εξαίρεσης των επίμαχων υπηρεσιών ασφάλειας από την επιβολή του φόρου αυτού. Ως καταληκτική μέρα υποβολής των προσφορών ορίσθηκε η 2-2-2016. Στο διαγωνισμό, που διενεργήθηκε μέσω της πλατφόρμας του Εθνικού Συστήματος Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Σ.Η.ΔΗ.Σ.), συμμετείχαν η αιτούσα εταιρία και η εταιρία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"». Η επιτροπή διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού με το από 18-3-2016 πρακτικό εισηγήθηκε τον αποκλεισμό της αιτούσας λόγω πλημμελειών των δικαιολογητικών συμμετοχής και της τεχνικής προσφοράς της και την αποδοχή των δικαιολογητικών συμμετοχής και της τεχνικής προσφοράς της συνδιαγωνιζόμενης παραπάνω εταιρίας. Κατά του πρακτικού αυτού η αιτούσα άσκησε την με αριθμ. πρωτ. 1081/22-3-2016 ένσταση που προβλέπεται με το άρθρο 16 παρ. 1 της διακήρυξης προβάλλοντας αιτιάσεις τόσο για την απόρριψη των δικαιολογητικών συμμετοχής της όσο και της τεχνικής προσφοράς της. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου με την 591/13-4-2016 απόφαση της και αφού έλαβε υπόψη την από 24-3-2016 γνωμοδότηση επί της ένστασης της επιτροπής διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού, δέχθηκε την ένσταση αυτή κατά το μέρος που αφορούσε την τεχνική προσφορά της αιτούσας και την απέρριψε κατά το μέρος που αφορούσε τα δικαιολογητικά συμμετοχής της επικυρώνοντας, κατά το αντίστοιχο μέρος του, το προαναφερόμενο από 18-3-2016 πρακτικό. Η αιτούσα κατά του βλαπτικού γι' αυτήν μέρους της παραπάνω απόφασης άσκησε προδικαστική προσφυγή κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3886/2010. Με την ίδια προσφυγή προέβαλε αιτιάσεις και για την αποδοχή των δικαιολογητικών συμμετοχής της συνδιαγωνιζόμενης εταιρίας. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου απέρριψε την προδικαστική προσφυγή ως αβάσιμη με την 700/11-5-2016 απόφαση της και απέκλεισε την αιτούσα από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία. Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα στρέφεται κατά της τελευταίας απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής και ζητεί τη λήψη των κατάλληλων ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία των εννόμων συμφερόντων της.
3. Επειδή, ο επίμαχος διαγωνισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως ισχύει, λόγω του αντικειμένου του και της συνολικής δαπάνης που προϋπολογίσθηκε. Συνεπώς, η υπό κρίση διαφορά διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3886/2010 (Α' 173).
4. Επειδή, η εταιρία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"», παραδεκτώς παρεμβαίνει με το από 2-6-2016 δικόγραφο, ζητώντας την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης της συνδιαγοριζόμενης παραπάνω εταιρίας. Κατά του πρακτικού αυτού η αιτούσα άσκησε την με αριθμ. πρωτ. 1081/22-3-2016 ένσταση που προβλέπεται με το άρθρο 16 παρ. 1 της διακήρυξης προβάλλοντας αιτιάσεις τόσο για την απόρριψη των δικαιολογητικών συμμετοχής της όσο και της τεχνικής προσφοράς της. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου με την 591/13-4-2016 απόφαση της και αφού έλαβε υπόψη την από 24-3-2016 γνωμοδότηση επί της ένστασης της επιτροπής διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού, δέχθηκε την ένσταση αυτή κατά το μέρος που αφορούσε την τεχνική προσφορά της αιτούσας και την απέρριψε κατά το μέρος που αφορούσε τα δικαιολογητικά συμμετοχής της επικυρώνοντας, κατά το αντίστοιχο μέρος του, το προαναφερόμενο από 18-3-2016 πρακτικό. Η αιτούσα κατά του βλαπτικού γι' αυτήν μέρους της παραπάνω απόφασης άσκησε προδικαστική προσφυγή κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3886/2010. Με την ίδια προσφυγή προέβαλε αιτιάσεις και για την αποδοχή των δικαιολογητικών συμμετοχής της συνδιαγωνιζόμενης εταιρίας. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου απέρριψε την προδικαστική προσφυγή ως αβάσιμη με την 700/11-5-2016 απόφαση της και απέκλεισε την αιτούσα από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία. Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα στρέφεται κατά της τελευταίας απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής και ζητεί τη λήψη των κατάλληλων ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία των εννόμων συμφερόντων της.
3. Επειδή, ο επίμαχος διαγωνισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως ισχύει, λόγω του αντικειμένου του και της συνολικής δαπάνης που προϋπολογίσθηκε. Συνεπώς, η υπό κρίση διαφορά διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3886/2010 (Α' 173).
4. Επειδή, η εταιρία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"», παραδεκτώς παρεμβαίνει με το από 2-6-2016 δικόγραφο, ζητώντας την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
5. Επειδή, το άρθρο 150 του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων» (Α' 114). το οποίο ίσχυε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α' 87), όριζε ότι«1 .α. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσφύγει στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και να προσβάλει τις αποφάσεις των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των Δήμων για λόγους νομιμότητας, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή από την κοινοποίηση της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής, β ... ». Ήδη, ο ν. 3852/2010, που αναφέρεται στο προοίμιο της διακήρυξης μεταξύ των εφαρμοστέων στον επίδικο διαγωνισμό νομοθετημάτων, ορίζει στο άρθρο 227 ότι «Γα. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις των ... οργάνων των δήμων, των περιφερειών ... για λόγους νομιμότητας, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή την ανάρτηση στο διαδίκτυο ή από την κοινοποίηση της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής ... 2. Ο Ελεγκτής Νομιμότητας αποφαίνεται επί της προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της ...» και στο άρθρο 238 ότι «1. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων κατά τα άρθρα 225, 226 και 227 του παρόντος ασκείται από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ...». Παρομοίου δε περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνονται και στην 5 του άρθρου 16 της διακήρυξης του διαγωνισμού.
6. Επειδή, περαιτέρω, ο ν. 3886/2010 ορίζει, στο μεν άρθρο 4 ότι: «1. Πριν υποβάλει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο ενδιαφερόμενος οφείλει, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών αφότου έλαβε πλήρη γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης, να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της αναθέτουσας αρχής, προσδιορίζοντας ειδικώς τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που δικαιολογούν το αίτημα του ... 6. Σε διαφορές διεπόμενες από τον παρόντα νόμο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ή εσωτερικών κανονισμών που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της διαδικασίας διεξαγωγής δημοσίων διαγωνισμών», στο δε άρθρο 5 ότι «1. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη ρητή ή σιωπηρά απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής και δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής».
7. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3886/2010 συνάγεται ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στις διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του αποτελεί η άσκηση ενώπιον της αναθέτουσας αρχής της προβλεπόμενης από αυτές προδικαστικής προσφυγής, άλλες δε διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της διαδικασίας διεξαγωγής διαγωνισμών, όπως οι παρατεθείσες στην 5η σκέψη κατά πράξεων των ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού, είναι ανεφάρμοστες. Συνεπώς, παραδεκτώς στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση κατά της 700/11-5-2016 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του καθού Δήμου, με την οποία, κατά τα εκτεθέντα στη δεύτερη σκέψη, απορρίφθηκε η προδικαστική προσφυγή της, ο δε αντίθετος ισχυρισμός της παρεμβαίνουσας, ότι δηλαδή η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη λόγω μη άσκησης κατά της απόφασης αυτής της Οικονομικής Επιτροπής «ενδικοφανούς προσφυγής» στο Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης κατά «το άρθρο 150 παρ. 1 του ν. 3463/2006» και το άρθρο 16 παρ. 5 της διακήρυξης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ανεξαρτήτως του ότι η προσφυγή αυτή έχει χαρακτήρα ειδικής διοικητικής προσφυγής και όχι ενδικοφανούς.
8. Επειδή, με τις διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 16 της διακήρυξης, οι οποίες αποδίδουν το περιεχόμενο των διατάξεων της Π1/23 90/2013 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (Β' 2677) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 4155/2013 (Α' 120) ορίζονται τα ακόλουθα: «2. Ο οικονομικός φορέας (προμηθευτής) υποβάλλει τις ενστάσεις - προσφυγές ηλεκτρονικά, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία και την περίπτωση β' της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 4155/2013, συμπληρώνοντας την ειδική φόρμα του Συστήματος και επισυνάπτοντας το σχετικό έγγραφο σε μορφή αρχείου τύπου .pdf το οποίο φέρει ψηφιακή υπογραφή. 3. Σε περίπτωση που το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει ψηφιακή υπογραφή ο οικονομικός φορέας το υποβάλλει σε έντυπη μορφή (πρωτότυπο) εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την ηλεκτρονική υποβολή. ... Σε περίπτωση αποστολής με ταχυδρομείο ως ημερομηνία αποστολής λογίζεται η ημερομηνία που φέρει η σφραγίδα του ταχυδρομείου. 4. Σε κάθε περίπτωση, η ημερομηνία άσκησης της ένστασης είναι η ημερομηνία της ηλεκτρονικής υποβολής, εκτός εάν υπάρχει περίπτωση διάστασης μεταξύ του κειμένου της ένστασης, όπως αυτή έχει υποβληθεί ηλεκτρονικά, και της ένστασης, όπως έχει προσκομισθεί από τον οικονομικό φορέα, οπότε ως ημερομηνία άσκησης της ένστασης λογίζεται η ημερομηνία αποστολής».
9. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η 591/13-4-2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του καθού Δήμου επί της ένστασης της αιτούσας γνωστοποιήθηκε σ' αυτήν στις 18-4-2016 μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΕΣΗΔΗΣ. Από την επομένη δε της ημερομηνίας αυτής άρχισε η δεκαήμερη προθεσμία που τάσσεται από την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3886/2010 για την άσκηση κατ' αυτής προδικαστικής προσφυγής, η οποία έληξε στις 28-4-2016. Επομένως η προδικαστική προσφυγή της αιτούσας που υποβλήθηκε ηλεκτρονικά μέσω της ίδιας πλατφόρμας στις 27-4-2016, δηλαδή πριν τη λήξη της προθεσμίας αυτής, ασκήθηκε εμπροθέσμως. Ο προβαλλόμενος από την παρεμβαίνουσα ισχυρισμός κατά τον οποίο η προδικαστική προσφυγή είναι εκπρόθεσμη γιατί ασκήθηκε στις 28-4-2016 ενώ η αιτούσα είχε λάβει γνώση της παραπάνω απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής στις 14-4-2016, δεν βρίσκει έρεισμα κατά την πραγματική του βάση στα στοιχεία του φακέλου και πρέπει να απορριφθεί.
10. Επειδή, στο άρθρο 6, με τίτλο «Κατάρτιση και υποβολή προσφορών», της διακήρυξης του διαγωνισμού ορίζεται ότι «1. ... 2. ... Οι προσφέροντες υποβάλλουν ηλεκτρονικά μαζί με την προσφορά τους, εγκαίρως και προσηκόντως, επί ποινή αποκλεισμού, τα δικαιολογητικά συμμετοχής που αναφέρονται στο άρθρο 7 της διακήρυξης σε αρχείο .pdf...». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 της διακήρυξης, μεταξύ των δικαιολογητικών συμμετοχής που πρέπει να προσκομισθούν κατά το οριζόμενα στο ως άνω άρθρο 6, περιλαμβάνονται « ... 8. Βεβαίωση άδειας λειτουργίας της Α.Ε. από την Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος βάσει του Ν. 3867/2010 (ΦΕΚ 128/Α), έκδοσης εντός τριάντα (30) ημερών από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των προσφορών. 9. Πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή πιστοποιητικό φερεγγυότητας. 10. ...». Από τις ανωτέρω διατάξεις της διακήρυξης συνάγεται ότι οι συμμετέχουσες στο διαγωνισμό ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται επί ποινή αποκλεισμού, να προσκομίσουν ως διακεκριμένα δικαιολογητικά συμμετοχής αφενός επικαιροποιημένη βεβαίωση άδειας λειτουργίας και αφετέρου πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας για την πιστοποίηση αντιστοίχως της ύπαρξης εν ισχύ άδειας λειτουργίας τους και της ικανότητας τους να ανταποκρίνονται στις οικονομικές υποχρεώσεις τους.
11. Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 4364/2016 (Α' 13/5-2-2016), που περιλαμβάνονται στα μέρη πρώτο έως και έκτο και ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 284 αυτού, από 1-1-2016, εκτός από εκείνες των άρθρων 144, 221 έως και 248 και 272 που ισχύουν από τη δημοσίευση του, μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη οι διατάξεις της οδηγίας 2009/13 8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II), τα άρθρα 2 και 8 της Οδηγίας 2014/51/ΈΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (EE) αριθ. 1094/2010 και (EE) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών και το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και συναφείς διατάξεις της νομοθεσίας περί της ιδιωτικής ασφάλισης. Ο νόμος αυτός, με τον οποίο, όπως προκύπτει από τη σχετική αιτιολογική του έκθεση, τέθηκε σε ισχύ νέο εποπτικό πλαίσιο για τη λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με μεθόδους άσκησης της εποπτείας τους από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές που βασίζονται στις ποσοτικές απαιτήσεις φερεγγυότητας, στις ποιοτικές απαιτήσεις λειτουργίας των επιχειρήσεων για την εκτίμηση των κινδύνων και στις απαιτήσεις διαφάνειας και αξιοπιστίας μέσω της δημοσιοποίησης εκτεταμένων στοιχείων της φερεγγυότητας και της χρηματοπιστωτικής του κατάστασης με αποδέκτη όχι μόνο τον επόπτη αλλά και το ευρύτερο κοινό, ορίζει, ειδικότερα, στο 3 ότι «Εις τους σκοπούς του παρόντος νόμου δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: 1. ... 10. «Εποπτικές Αρχές»: οι εθνικές αρχές οι οποίες, δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης, είναι αρμόδιες να εποπτεύουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Αρμόδια Ελληνική Εποπτική Αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία ανατίθεται το έργο της εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και της άσκησης των λοιπών αρμοδιοτήτων της βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου και του Καταστατικού της. ...», στο άρθρο 38 ότι «1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιοποιούν, σε ετήσια βάση, έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και την χρηματοοικονομική τους κατάσταση επί τη βάσει των στοιχείου της παραγράφου 3 του παρόντος και των αρχών της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του παρόντος ...», στο άρθρο 76 ότι «1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διατηρούν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας. 2. ... » και στο άρθρο 112 ότι «Κατά παρέκκλιση των άρθρων 109 και 110 του παρόντος, εάν η κατάσταση φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εξακολουθήσει να επιδεινώνεται, η Εποπτική Αρχή λαμβάνει κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων της επιχείρησης ως κάθε άλλου δικαιούχου απαιτήσεων από ασφάλιση σε περίπτωση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ή των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις αντασφάλισης, όπως ενδεικτικά ... λαμβάνει τα μέτρα εξυγίανσης του παρόντος νόμου, ... ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί. ...».
12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 18-3-2016 πρακτικό της επιτροπής διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού σε σχέση με την απόρριψη των δικαιολογητικών συμμετοχής της αιτούσας, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, κατά την αποσφράγιση του οικείου φακέλου, διαπιστώθηκε ότι η αιτούσα εταιρία αντί να υποβάλει το απαιτούμενο από το άρθρο 7 παρ. 9 της διακήρυξης «πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή πιστοποιητικό φερεγγυότητας» είχε υποβάλει «ηλεκτρονικό μήνυμα προσαρτημένο στην Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας της, σύμφωνα με το οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εκδίδει τις σχετικές Άδειες Λειτουργίας, απαντά στην εταιρεία [αιτούσα] ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση πιστοποιητικού φερεγγυότητας». Ειδικότερα, με την ανωτέρω Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας που εκδόθηκε στις 5-1-2016 από τη Διευθύντρια της Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος, βεβαιώνεται ότι η αιτούσα εταιρία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 για τους κλάδους «Ασφαλίσεις κατά ζημιών» και «Ασφαλίσεις ζωής» και δεν έχει τεθεί σε ασφαλιστική εκκαθάριση ούτε έχει ανακληθεί η άδεια λειτουργίας. Κατόπιν τούτου, η παραπάνω επιτροπή εισηγήθηκε, με το παραπάνω πρακτικό, την απόρριψη της προσφοράς της αιτούσας λόγω «μη υποβολής πιστοποιητικού πιστοληπτικής ικανότητας ή πιστοποιητικού φερεγγυότητας». Την αιτιολογία αυτή υιοθέτησε η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου με την 591/13-4-2016 απόφαση της που εκδόθηκε επί της ένστασης που άσκησε η αιτούσα κατά του πρακτικού αυτού σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκτέθηκαν στη δεύτερη σκέψη καθώς και με την ήδη προσβαλλόμενη 700/11-5-2016 απόφαση της, που εκδόθηκε επί της προδικαστικής προσφυγής της αιτούσας κατά της πρώτης παραπάνω απόφασης.
13. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα αμφισβητεί τη νομιμότητα του αποκλεισμού της, επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο της προδικαστικής προσφυγής της. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η υποβληθείσα «Βεβαίωση Άδεια Λειτουργίας» της επιχείρησης της που εξέδωσε η Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος ως μόνο αρμόδιο εποπτεύον όργανο για τις ασφαλιστικές εταιρίες κατά το άρθρο 3 περ. 10 του ν. 4364/2016, ισχύει ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας τόσο κατά τις διατάξεις των άρθρων 76 και 112 του ίδιου νόμου (4364/2016), που, κατά τον ίδιο ισχυρισμό, είναι εφαρμοστέος στην προκειμένη περίπτωση γιατί τέθηκε σε ισχύ από 1-1-2016, όσο και σύμφωνα με επιστολές της ανωτέρω Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος, στις οποίες, όπως υποστηρίζει η αιτούσα, περιέχονται σχετικές δηλώσεις της. Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν βρίσκει έρεισμα στο ν. 4364/2016, ο οποίος, ανεξαρτήτως αν διέπει την επίδικη διαφορά, δεν ορίζει, πάντως, ούτε στις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις των άρθρων του 76 και 112, τις οποίες επικαλείται η αιτούσα, ούτε σε κάποια άλλη διάταξη του, ότι η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ισχύει ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας. Τέτοιον, εξάλλου, ορισμό δεν περιελάμβανε στις διατάξεις του ούτε το ν.δ. 400/1970 «Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως» (Α' 10) βάσει του οποίου εκδόθηκε η άδεια λειτουργίας της αιτούσας και ίσχυε, όπως στη συνέχεια συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε, μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω ν. 4364/2016, οπότε και καταργήθηκε με το άρθρο 278 αυτού. Ο ίδιος ισχυρισμός, κατά το δεύτερο σκέλος του προβάλλεται αορίστως και πρέπει να απορριφθεί γιατί η αιτούσα δεν προσκομίζει επιστολές της προαναφερόμενης Εποπτικής Αρχής που να αποδίδουν στις εκδιδόμενες από αυτήν «Βεβαιώσεις Άδειας Λειτουργίας» ισχύ πιστοποιητικού φερεγγυότητας ούτε, άλλωστε, επί του σώματος της Βεβαίωσης Άδειας Λειτουργίας που υπέβαλε η αιτούσα γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί ισχύος της ως πιστοποιητικού φερεγγυότητας. Περαιτέρω, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η προαναφερόμενη εποπτική αρχή δεν θα εξέδιδε την επίμαχη «Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας» εάν κατά τον έλεγχο που διενεργεί διαπίστωνε ότι δεν διαθέτει το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας και θα απαιτούσε τη λήψη μέτρων εξυγίανσης ή και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται προεχόντως απαραδέκτως και πρέπει να απορριφθεί γιατί στηρίζεται σε υποθετικούς συλλογισμούς της αιτούσας. Στη συνέχεια, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η φερεγγυότητα της αποδεικνύεται από τις περιλαμβανόμενες στην ετήσια έκθεση του άρθρου 38 του ν. 4364/2016 οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης της, τις οποίες υπέβαλε με την κατάθεση της τεχνικής προσφοράς και των δικαιολογητικών συμμετοχής της στο διαγωνισμό. Ο λόγος αυτός δεν πιθανολογείται σοβαρά ως βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως διότι οι οικονομικές καταστάσεις του διαγωνιζόμενου δεν ορίζονται από τη διακήρυξη ως μέσο απόδειξης της φερεγγυότητας του. Ακόμη, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος, που είναι η μόνη αρμόδια να ελέγχει τη φερεγγυότητα της, δεν εκδίδει πιστοποιητικά φερεγγυότητας όπως ρητώς αναφέρεται στα προσκομιζόμενα από 16-9-2013 και από 21-3-2016 μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που απέστειλε σ' αυτήν ο Προϊστάμενος του Τμήματος Εποπτείας της παραπάνω Διεύθυνσης και, επομένως, νομίμως υπέβαλε σε συμμόρφωση με το άρθρο 7 παρ. 9 της διακήρυξης τη Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας της. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 9 της διακήρυξης δεν απαιτούν τα, διαζευκτικώς, ζητούμενα με αυτές πιστοποιητικά πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας να έχουν εκδοθεί από τη Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος. Αν δε θεωρηθεί ότι η αιτούσα αμφισβητεί τη νομιμότητα του όρου που τίθεται με το ανωτέρω άρθρο της διακήρυξης, η αιτίαση αυτή προβάλλεται απαραδέκτως στο παρόν στάδιο, κατά το οποίο αμφισβητείται η νομιμότητα του αποκλεισμού της (ΣτΕ ΕΑ 1307/2009, 109/2008, 230/2006 κ.ά). Εξάλλου, αν η αιτούσα θεωρούσε ότι στον όρο αυτό υπήρχαν σημεία ασαφή (λ.χ. ως προς τον φορέα από τον οποίο έπρεπε να εκδοθούν τα ζητούμενα πιστοποιητικά) είχε την ευχέρεια, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 25 της διακήρυξης, να ζητήσει σχετικές διευκρινίσεις από την αναθέτουσα αρχή πριν από την υποβολή της προσφοράς της (βλ. ΣτΕ 2642/2005 και ΣτΕ ΕΑ 230/2006). Τέλος, ενόψει, προεχόντως της αυτοτέλειας κάθε διαγωνισμού, πρέπει να απορριφθεί και ο προβαλλόμενος από την αιτούσα συναφής ισχυρισμός ότι σε άλλους διαγωνισμούς, όπως συγκεκριμένα του Δήμου Ζωγράφου Αττικής, στον οποίο απαιτείτο οι συμμετέχοντες να αποδείξουν τη φερεγγυότητα τους, υπέβαλε την Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας της και αυτή έγινε αποδεκτή ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας (ΣτΕ ΕΑ 200, 72/2015, 269/2014, 416, 215- 216/2013 κ.ά.).
14. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και εφόσον οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 7 παρ. 9 της διακήρυξης απαιτούν ρητώς και επί ποινή αποκλεισμού να υποβληθούν ως δικαιολογητικά συμμετοχής στο διαγωνισμό πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας και η αιτούσα υπέβαλε τη Βεβαίωση Αδειας Λειτουργία της. η εκτεθείσα στην 12η σκέψη αιτιολογία απόρριψης της προσφοράς της αιτούσας φαίνεται νόμιμη.
15. Επειδή, η αιτούσα είχε προβάλει με την προδικαστική προσφυγή της και επαναλαμβάνει με την κρινόμενη αίτηση τον ισχυρισμό ότι η «βεβαίωση» πιστοληπτικής ικανότητας της εταιρίας «Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος» που υπέβαλε η παρεμβαίνουσα σε συμμόρφωση με τη διάταξη του επίμαχου όρου του άρθρου 7 παρ. 9 της διακήρυξης δεν συνιστά κατά το περιεχόμενο της πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας αλλά εσωτερικό έγγραφο μεταξύ της παρεμβαίνουσας και του παραπάνω Τραπεζικού Ιδρύματος, που ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετεί παράβαση της αρχής του ίσου μέτρου κρίσης των προσφορών, η οποία θα δικαιολογούσε, κατ' εξαίρεση, το έννομο συμφέρον του διαγωνιζομένου που αποκλείσθηκε να προβάλει αιτιάσεις κατά της αποδοχής άλλων προσφορών (ΣτΕ 2451, 2444/2009, ΣτΕ ΕΑ 135/2011, 872, 329/2010), διότι η παράβαση της εν λόγω αρχής προϋποθέτει ότι διαγωνιζόμενος, για τον οποίο συντρέχει ο ίδιος λόγος αποκλεισμού με τον αιτούντα, έγινε δεκτός στην περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία (ΣτΕ ΕΑ 43, 231/2003, 351/2004, 736/2007, 406/2008 κ.ά.). Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, ενώ η αιτούσα αποκλείσθηκε επειδή παρέλειψε να υποβάλει πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας, με τον παραπάνω ισχυρισμό της βάλλει όχι κατά της παράλειψης τήρησης της υποχρέωσης αυτής εκ μέρους της παρεμβαίνουσας αλλά κατά του περιεχομένου του υποβληθέντος από αυτή δικαιολογητικού πιστοληπτικής ικανότητας, δηλαδή για λόγο διαφορετικό από εκείνον του αποκλεισμού της ίδιας (πρβλ. ΣτΕ 1206/2008). Συνεπώς, και εφόσον κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη φαίνεται ότι νομίμως αποκλείσθηκε η αιτούσα από την περαιτέρω διαδικασία του διαγωνισμού, χωρίς έννομο συμφέρον στρέφεται κατά της αποδοχής της προσφοράς της παρεμβαίνουσας και νομίμως η σχετική αιτίαση της προδικαστικής προσφυγής της απορρίφθηκε σιωπηρώς με την προσβαλλόμενη πράξη.
16. Επειδή, μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθεί στην αιτούσα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του ν. 3886/2010, η καταβολή του ποσού του υπολειπομένου 1/3 του παραβόλου, ύψους 1.659,48 ευρώ. Εια την είσπραξη αυτού του ποσού διατάσσεται η διαβίβαση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ώστε να επιμεληθεί της διαδικασίας είσπραξης το Τμήμα εκκαθάρισης δικαστικών δαπανών, το οποίο, κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 5 του π.δ/τος 238/2003 (Α' 214), είναι αρμόδιο για τη βεβαίωση των πάσης φύσης δαπανημάτων που επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου ή εισπράττονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, δηλαδή από υπηρεσίες του Δημοσίου, είτε υπό την μορφή της δικαστικής δαπάνης, είτε υπό την μορφή του παραβόλου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το προβλεπόμενο για την άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3886/2010, παράβολο, δοθέντος, άλλωστε, ότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν προβλέπει άλλη, ειδική, διαδικασία για τη βεβαίωση του καταλογιζομένου από το Δικαστήριο ενός τρίτου του εν λόγω παραβόλου
(ΣτΕΕΑ 110, 95, 88/2015).
Επειδή, μετά την απόρριψη της αίτησης, πρέπει να γίνει δεκτή η παρέμβαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση.
Δέχεται την παρέμβαση.
Διατάσσει την κατάπτωση του τμήματος του παραβόλου που έχει ήδη προκαταβληθεί και καταδικάζει την αιτούσα εταιρία στην καταβολή του υπολειπομένου τμήματος του, που ανέρχεται σε χίλια εξακόσια πενήντα εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτά (1.659,48).
Διατάσσει τη διαβίβαση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, για να προβεί στις αναφερόμενες στο σκεπτικό ενέργειες.
Επιβάλλει στην αιτούσα εταιρία τη δικαστική δαπάνη του καθού Δήμου, που ανέρχεται σε εκατόν είκοσι οκτώ (128,00) ευρώ και της παρεμβαίνουσας εταιρίας, που ανέρχεται σε διακόσια σαράντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτά (245,50).
Το διατακτικό εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 5 Ιουλίου 2016.
Το πλήρες κείμενο δημοσιοποιήθηκε στις 25 Ιουλίου 2016.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μαρία Τσαγκάρη Αθανάσιος Πολυχρονίδης.
Αναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών κομμάτων, διεύρυνση του δικαιώματος εκλέγειν και άλλες διατάξεις περί εκλογής Βουλευτών.
Γραφει ο/η Administrator
ΝΟΜΟΣ 4406/ΦΕΚ Α 133/26.07.2016
Αναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών κομμάτων, διεύρυνση του δικαιώματος εκλέγειν και άλλες διατάξεις περί εκλογής Βουλευτών.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
Άρθρο 1
Ηλικία κτήσης δικαιώματος εκλέγειν
Η παρ. 1 του άρθρου 4 του Π.δ. 26/2012 (Α'57) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το δικαίωμα του εκλέγειν έχουν οι πολίτες Έλληνες και Ελληνίδες που συμπλήρωσαν το δέκατο έβδομο (17ο) έτος της ηλικίας τους».
Άρθρο 2
Καθιέρωση της αναλογικής εκπροσώπησης των κομμάτων
1. α) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3636/2008 (Α'11) και κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 99 παρ. 2 του Π.δ. 26/2012 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Για τον καθορισμό των εδρών που δικαιούται κάθε εκλογικός σχηματισμός, το σύνολο των ψήφων που συγκέντρωσε στην Επικράτεια πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό 300».
β) Το τελευταίο εδάφιο της ως άνω παραγράφου αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν το άθροισμα των ως άνω ακέραιων μερών των πηλίκων υπολείπεται του αριθμού 300, τότε παραχωρείται, κατά σειρά, ανά μία έδρα και ως τη συμπλήρωση αυτού του αριθμού στους σχηματισμούς, των οποίων τα πηλίκα εμφανίζουν τα μεγαλύτερα δεκαδικά υπόλοιπα.»
2. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 6 του Ν. 3231/ 2004 (Α' 45), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 3636/2008 (Α' 11) και κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 99 παράγραφοι 3 και 4, αντίστοιχα, του Π.δ. 26/2012 (Α' 57), καταργούνται.
3. α) Ο τίτλος του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3636/2008 (Α'11), αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατανομή εδρών στις εκλογικές περιφέρειες».
β) Αντιστοίχως, ο τίτλος του άρθρου 100 του Π.δ. 26/2012 (Α'57) αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατανομή εδρών επικρατείας - Κατανομή εδρών στις εκλογικές περιφέρειες».
Άρθρο 3
Λοιπές διατάξεις περί εκλογής βουλευτών
1. Η παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α' 45), όπως κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 100 παρ. 7 του Π.δ. 26/ 2012 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Τυχόν αδιάθετες έδρες διεδρικών και τριεδρικών εκλογικών περιφερειών διατίθενται, κατά σειρά και ανά μία, στον εκλογικό σχηματισμό που εμφανίζει σε καθεμία από αυτές τα μεγαλύτερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων. Εάν σε κάποιο εκλογικό σχηματισμό διατεθούν συνολικά περισσότερες έδρες από όσες δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος νόμου, οι πλεονάζουσες αφαιρούνται, ανά μία, από τις τριεδρικές περιφέρειες και αν υπάρξει ανάγκη από τις διεδρικές, στις οποίες ο συνδυασμός αυτός κατέλαβε έδρα, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, εμφανίζοντας τα μικρότερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων».
2. Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 100 παρ. 8 του Π.δ. 26/2012 (Α'57), αντικαθίστανται ως εξής:
«5. Οι εκλογικές περιφέρειες που εξακολουθούν να έχουν αδιάθετες έδρες διατάσσονται κατά φθίνουσα σειρά, με βάση τα μετά την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου εναπομείναντα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων του εκλογικού σχηματισμού με το μικρότερο αριθμό εγκύρων ψηφοδελτίων στην επικράτεια που δικαιούται έδρα, σύμφωνα με το άρθρο 5. Στον εκλογικό αυτό σχηματισμό παραχωρείται ανά μία έδρα από καθεμία από αυτές τις εκλογικές περιφέρειες και ως τη συμπλήρωση του αριθμού των εδρών που αυτός δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 6».
Άρθρο 4
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3636/2008 (ΑΊ1), καθώς και κάθε γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος ή ρυθμίζει τα θέματα αυτά με άλλον τρόπο.
Άρθρο 5
Έναρξη ισχύος
Πλην του άρθρου 1, του οποίου η ισχύς αρχίζει σε κάθε περίπτωση από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει επίσης από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αυτός εφαρμόζεται από τις αμέσως επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, οποτεδήποτε και αν αυτές διεξαχθούν, τηρουμένων των προϋποθέσεων της παρ. 1 του άρθρου 54 του Συντάγματος, ήτοι της υπερψήφισης του παρόντος άρθρου από την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.
Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας
Γραφει ο/η AdministratorΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 75/ΦΕΚ Α 138/1.8.2016
Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περ. δ; στ' και θ' του Ν.1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α' 152), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1590/1986 (Α' 49).
2. Τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν.2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α' 41).
3. Τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν.4249/2014 «Αναδιοργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ρύθμιση λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη» (Α' 73).
4. Τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3103/2003 «Έκδοση διαβατηρίων από την Ελληνική Αστυνομία και άλλες διατάξεις» (Α'23).
5. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.δ. 63/2005 (Α' 98).
6. Τις διατάξεις του Π.δ. 24/2015 «Σύσταση και μετονομασία Υπουργείων, μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Α' 20).
7. Την υπ' αριθ. Υ6 από 25-9-2015 απόφαση του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Νικόλαο Τόσκα» (Β' 2109).
8. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
9. Την υπ' αριθ. 8000/1/2016/29-α' από 06-04-2016 εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού.
10. Την υπ' αριθμ. 115/2016 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, αποφασίζουμε:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 100/2003 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού» (Α' 94)
Άρθρο 1
1. Οι περιπτώσεις α, β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 100/2003, όπως η περίπτωση γ' τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 Π.δ. 85/2011 (Α' 207), αντικαθίστανται ως εξής:
«α. Του τόπου γέννησης του ιδίου ή της συζύγου του ή του πλησιέστερου προς αυτόν τόπου της αυτής περιοχής μετάθεσης.
β. Του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο ίδιος.
γ. Του τόπου στον οποίο έχει ιδιόκτητη κατοικία ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή οι γονείς του ιδίου».
2. Στο άρθρο 2 του Π.δ. 100/2003 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:
«8. Ως δυσίατα νοσήματα θεωρούνται οι νοσηρές καταστάσεις και τα νοσήματα, που απαιτούν μακροχρόνια νοσηλεία ή θεραπεία, προσβάλλουν ένα ή περισσότερα όργανα και χαρακτηρίζονται από εξάρσεις ή υφέσεις».
Άρθρο 2
1. Τα δύο τελευταία εδάφια της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011 και το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 1του Π.δ. 107/2012 (Α' 185) και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 39 του Ν. 4249/2014 (Α'73), τροποποιούνται ως εξής:
«Ο χρόνος απόσπασης αστυνομικού στο εξωτερικό, ο χρόνος μετάθεσης για φοίτηση στη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας και στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α.), ο χρόνος υπηρεσίας αστυνομικού στις Υπηρεσίες των εδαφίων γ' και δ' του άρθρου 4 του παρόντος, εφόσον αυτός μετακινήθηκε στις τελευταίες από Υπηρεσία εκτός της περιοχής μετάθεσης που ευρίσκεται η έδρα των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και ο χρόνος απόσπασης - μετακίνησης αστυνομικού με αίτησή του στον τόπο συμφερόντων του, εξαιρουμένων των αποσπάσεων της παρ. 8 του άρθρου 19 του παρόντος, λογίζεται για το διάστημα αυτό, ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του.
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται ή μετακινείται σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου. Επίσης, δεν εφαρμόζεται για το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται ή μετακινείται για τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών καθώς και για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων, έκτακτων και απρόβλεπτων φυσικών καταστροφών ευρείας κλίμακας, όταν η ενίσχυση διενεργείται κατόπιν πρωτοβουλίας της Υπηρεσίας».
2. Στην υποπερίπτωση 4 της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η υποβολή αίτησης για τον ως άνω σκοπό επιτρέπεται και στην περίπτωση που δεν έχουν προκηρυχθεί προς κάλυψη κενές θέσεις του βαθμού τους για τη συγκεκριμένη περιοχή μετάθεσης ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος προϋποθέσεις».
3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Στη σειρά προτεραιότητας για τις μεταθέσεις με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), προηγούνται οι αστυνομικοί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση τον τόπο συμφερόντων τους».
4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Τα μόρια που λαμβάνει ο αστυνομικός λόγω αποστάσεως από τον τόπο συμφερόντων του ή τον τόπο κατοικίας λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος της συζύγου του, διαγράφονται μετά την κοινοποίηση της διαταγής μετάθεσής του στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του, καθώς και μετά την τυχόν ακύρωση της μετάθεσής του, κατόπιν ευδοκίμησης της προσφυγής του άρθρου 18 παράγραφος 1 του παρόντος διατάγματος. Μετά την ακύρωση της μετάθεσης, τα ανωτέρω τυχόν δικαιούμενα μόρια, προσμετρούνται από την 1η Σεπτεμβρίου του έτους ακύρωσης της μετάθεσης».
Άρθρο 3
Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η υποβολή δήλωσης αλλαγής τόπου συμφερόντων μεταβάλει τον αριθμό μορίων που συγκεντρώθηκαν με βάση τον προηγούμενο τόπο συμφερόντων. Τα μόρια που αναλογούν σε κάθε ενδιαφερόμενο υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο τόπο συμφερόντων, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος».
Άρθρο 4
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Π.δ. 138/2006 (Α'155), το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011 (Α' 261), την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 107/2012 και το άρθρο 1 του Π.δ. 172/2013 (Α' 274), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας προκηρύσσονται οι θέσεις που θα πληρωθούν από τους νεοεξερχόμενους Αστυφύλακες οι οποίες είναι αυτές που δεν καλύφθηκαν από τις εκκρεμείς αιτήσεις από τον πίνακα των τακτικών μεταθέσεων, συμπεριλαμβανομένων και όσων δημιουργούνται κατόπιν ευδοκίμησης των προσφυγών του άρθρου 18 παράγραφος 1 του παρόντος διατάγματος, λαμβάνοντας υπόψη και τον αριθμό των κενών οργανικών θέσεων που δημιουργήθηκαν από τους μετατιθέμενους από αυτές τις Διευθύνσεις, εξαιρουμένης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, της οποίας οι θέσεις μπορούν να υπερβαίνουν τον αριθμό των κενών θέσεων που προκύπτουν από τις τακτικές μεταθέσεις.
Η απόφαση αυτή κοινοποιείται ένα (1) μήνα τουλάχιστον προ της εξόδου, στη Σχολή Αστυφυλάκων και στις Υπηρεσίες που θα τοποθετηθούν. Οι Υπηρεσίες αυτές οφείλουν μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση να αναφέρουν στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας τις συγκεκριμένες Υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους που θα τοποθετήσουν τους νέους Αστυφύλακες, που κατανέμονται με απόφαση του Αρχηγού ανάλογα με τη σειρά εξόδου και προτίμησής τους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
Όσοι έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν τοποθέτηση, τον τόπο συμφερόντων τους καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους δικαστικούς λειτουργούς, συνοριακούς φύλακες, ειδικούς φρουρούς, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, λιμενικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις κατά προτεραιότητα και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου».
2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Π.δ. 138/2006 και με το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Οι νεοεξερχόμενοι Αστυφύλακες τοποθετούνται υποχρεωτικά και δεν μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για δύο (2) τουλάχιστον έτη, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του παρόντος, σε Αστυνομικά Τμήματα και Αστυνομικούς Σταθμούς. Οι νεοεξερχόμενοι Αστυφύλακες δύνανται να τοποθετούνται στις προαναφερόμενες Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους, με την προϋπόθεση ότι οι προκηρυχθείσες θέσεις των τακτικών μεταθέσεων δεν καλύφθηκαν. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται για τις τοποθετήσεις στην περιοχή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής».
3. Η παράγραφος 6 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Π.δ. 138/2006 και με το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν αυτούς που κατανέμονται σ' αυτές, σε κενές θέσεις των υφιστάμενων Διευθύνσεών τους, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος».
4. Στην παράγραφο 7 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003 η φράση «παράγραφο 2» αντικαθίσταται με τη φράση «παράγραφο 1».
Άρθρο 5
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011 και την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του Π.δ. 107/2012, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων που ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες θα πληρωθούν από τους νεοεξερχόμενους Υπαστυνόμους Β, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης, καθώς και κατά Αστυνομικό Τμήμα των Διευθύνσεων Αστυνομίας των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων Βορείου και Νοτίου Αιγαίου.
Για τον υπολογισμό των ως άνω κενών θέσεων δεν λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις που θα πληρωθούν, αφενός από τους κατώτερους αξιωματικούς κατά τις τακτικές μεταθέσεις και αφετέρου από νέους Υπαστυνόμους που εμπίπτουν στην εξαίρεση της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στους ενδιαφερόμενους, μέσω της Σχολής Αξιωματικών».
2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Π.δ. 138/2006 και την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Οι νεοεξερχόμενοι από τη Σχολή Αξιωματικών Υπαστυνόμοι Β' τοποθετούνται υποχρεωτικά και δεν μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για δύο (2) τουλάχιστον έτη, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του παρόντος, σε Αστυνομικά Τμήματα.
Οι νεοεξερχόμενοι Υπαστυνόμοι Β' δύνανται να τοποθετούνται στις προαναφερόμενες Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους, με την προϋπόθεση ότι για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, κατά τις τακτικές μεταθέσεις του έτους αποφοίτησής τους, προκηρύχθηκαν κενές θέσεις προς κάλυψη και οι θέσεις αυτές δεν καλύφθηκαν. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται για τις τοποθετήσεις στις περιοχές μετάθεσης των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης. Εξαιρείται ποσοστό 5% των νεοεξερχομένων, που προηγείται στη σειρά εξόδου, οι οποίοι μπορεί να τοποθετούνται στις ανωτέρω Υπηρεσίες των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης καθώς και των Διευθύνσεων Αστυνομίας των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, της προτίμησής τους, προηγούμενοι των λοιπών ομοταξίων συναδέλφων τους, τηρουμένης της προϋπόθεσης των δύο προηγούμενων εδαφίων».
3. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003 η φράση «παραγράφου 1» αντικαθίσταται με τη φράση «παραγράφου 2».
4. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:
«Όσοι έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν τοποθέτηση, τον τόπο συμφερόντων τους καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους δικαστικούς λειτουργούς, συνοριακούς φύλακες, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, λιμενικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, κατά προτεραιότητα με βάση την ως άνω αναγραφόμενη σειρά και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά».
5. Η παράγραφος 5 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 Π.δ. 138/2006 και την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν τους Υπαστυνόμους Β' που κατανέμονται σ' αυτές σε κενές θέσεις των υφιστάμενων Διευθύνσεών τους, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. Στη συνέχεια, τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Διευθύνσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν αυτούς σε κενές θέσεις των Υπηρεσιών τους, με τα ίδια ως άνω κριτήρια».
Άρθρο 6
Στο τέλος του άρθρου 10 του Π.δ. 100/2003 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Όσοι από τους μετατασσόμενους σε υπηρεσία γραφείου τοποθετήθηκαν σε άλλη περιοχή μετάθεσης κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και στη συνέχεια επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, τοποθετούνται υποχρεωτικά σε υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης στην οποία υπηρετούσαν κατά το χρόνο μετάταξής τους σε υπηρεσία γραφείου».
Άρθρο 7
Η παράγραφος 8 του άρθρου 12 του Π.δ. 100/2003, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 7 του Π.δ. 85/2011 (Α'207), αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Οι αστυνομικοί δύνανται, με εξαίρεση τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες (άρθρο 15), να υποβάλουν αιτήσεις μετάθεσης, ακόμα και όταν δεν έχουν προκηρυχθεί κενές, προς κάλυψη, θέσεις του βαθμού τους με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, ανεξάρτητα εάν έχουν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, εφόσον υπάγονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:
α. πολύτεκνοι,
β. έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.ΜΕ.Α. γ. έχοντες τρία (3) τέκνα.
Επί των αιτήσεων αυτών αποφαίνεται το αρμόδιο όργανο, βάσει κοινωνικών και υπηρεσιακών κριτηρίων. Οι αιτούντες αστυνομικοί δύνανται να μετατεθούν κάνοντας χρήση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου μόνο μία φορά».
Άρθρο 8
Η περίπτωση ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Π.δ. 100/2003, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 8 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:
«ε. Το Β' δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους το αρμόδιο Συμβούλιο Μεταθέσεων, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τις τελευταίες τακτικές μεταθέσεις καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή άλλη εξομοιούμενη με αυτή Υπηρεσία κενών οργανικών θέσεων σε Ανθυπαστυνόμους - Αρχιφύλακες - Αστυφύλακες που πρέπει να πληρωθούν κατά το Γ' δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου, λαμβάνοντας υπόψη και τις αιτήσεις ακυρώσεως που προέκυψαν από τις τακτικές μεταθέσεις. Οι θέσεις θα καλύπτονται από Ανθυπαστυνόμους - Αρχιφύλακες - Αστυφύλακες που ζητούσαν μετάθεση για τις Υπηρεσίες αυτές και μνημονεύονται στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων.
Σε περίπτωση που οι ως άνω θέσεις Αστυφυλάκων δεν καλύπτονται από τις εκκρεμείς αιτήσεις του πίνακα τακτικών μεταθέσεων, καλύπτονται με τοποθετήσεις νεοεξερχόμενων Αστυφυλάκων».
Άρθρο 9
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Π.δ.107/2012, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι προαγόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.δ. 82/2006 (Α' 86) στο βαθμό του Αρχιφύλακα γενικών καθηκόντων μετατίθενται υποχρεωτικά και δε μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για ένα (1) τουλάχιστον έτος σε Αστυνομικά Τμήματα και Αστυνομικούς Σταθμούς, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3. Οι προαναφερόμενοι παραμένουν στις Υπηρεσίες τους μέχρι την περίοδο των τακτικών μεταθέσεων, οπότε μετατίθενται με τη διαδικασία των επομένων παραγράφων».
2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003 όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 Π.δ. 138/2006, αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Το πρώτο 10ήμερο του μηνός Ιουλίου με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζονται οι κενές οργανικές θέσεις, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης και Διεύθυνση Αστυνομίας Νομού, που πρέπει να καλυφθούν από τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες. Οι ανωτέρω θέσεις υποχρεωτικά προκηρύσσονται στις Διευθύνσεις Αστυνομίας όπου σε οργανικές θέσεις Ανθυπαστυνόμων - Αρχιφυλάκων, δεν υπάρχουν επιλαχόντες με τόπο συμφερόντων από τους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων του ιδίου έτους, με εξαίρεση τη Γ.Α.Δ. Αττικής. Κατά το δεύτερο 10ήμερο Ιουλίου οι Αρχιφύλακες αυτοί καλούνται να υποβάλουν υποχρεωτικά δήλωση προτίμησης όλων των ανωτέρω Υπηρεσιών, μετατίθενται δε σ' αυτές με βάση τη σειρά προτεραιότητας του άρθρου 3 του παρόντος και τη σειρά προτίμησης. Δεν επιτρέπεται να καθορισθούν θέσεις προς πλήρωση σε Υπηρεσίες για τις οποίες δεν είχαν καθορισθεί θέσεις προς κάλυψη κατά τις τακτικές μεταθέσεις του ιδίου έτους. Οι μεταθέσεις κοινοποιούνται με διαταγή του Προϊσταμένου Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού μέχρι τέλους Ιουλίου. Οι μετατιθέμενοι στις Γ.Α.Δ. Αττικής ή Θεσσαλονίκης κατανέμονται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων στις Διευθύνσεις δικαιοδοσίας τους. Η περαιτέρω τοποθέτηση στις επιμέρους Υπηρεσίες των Διευθύνσεων γίνεται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια και η χορήγηση του Φύλλου Πορείας πραγματοποιείται μέχρι την 31η Αυγούστου. Για την παρούσα μετάθεση λαμβάνονται υπόψη τα μόρια που συγκεντρώνονται με βάση τα κριτήρια των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος, καθώς και τα μόρια με βάση τη σειρά επιτυχίας κατά τις προαγωγικές εξετάσεις, ως εξής:
(1) Από 1-10% των επιτυχόντων 10 μόρια
(2) Από 11-20% « 9 μόρια
(3) Από 21-30% « 8 μόρια
(4) Από 31-40% « 7 μόρια
(5) Από 41-50% « 6 μόρια
(6) Από 51-60% « 5 μόρια
(7) Από 61-70% « 4 μόρια
(8) Από 71-80% « 3 μόρια
(9) Από 81-90% « 2 μόρια
(10) Από 91-100% « 1 μόριο».
3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Οι νεοπροαγόμενοι Αρχιφύλακες που ασκούν καθήκοντα πυροτεχνουργών, συνοδών σκύλων και εκγυμναστών αυτών και προγραμματιστών - αναλυτών - χειριστών μηχανών εισαγωγής στοιχείων και χειριστών του κεντρικού συστήματος Η/Υ της Δ/νσης Πληροφορικής του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, επικεφαλείς χειριστών περιφερειακών συστημάτων (TOP USERS), οι υπηρετούντες στη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, εφόσον είναι κάτοχοι πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με αντικείμενο συναφές προς εκείνο της Υπηρεσίας αυτής, στην Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα (Ε.Κ.Α.Μ.), στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, καθώς και όσοι υπηρετούν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και ασκούν εξειδικευμένα καθήκοντα ή εργαστηριακές εξετάσεις ή έχουν υποστεί ειδικές εκπαιδεύσεις και είναι κάτοχοι πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με αντικείμενο συναφές προς εκείνο της Υπηρεσίας αυτής, παραμένουν στις Υπηρεσίες τους, εφόσον υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις και σχετική πρόταση των Υπηρεσιών τους. Επίσης παραμένουν στην ίδια περιοχή μετάθεσης, ανεξαρτήτως ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων, οι πολύτεκνοι, οι έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.Μ.Ε.Α., οι έχοντες τρία τέκνα, καθώς και όσοι εμπίπτουν στις περιπτώσεις του εδαφίου ιδ' παρ. 1 άρθρου 17 του παρόντος διατάγματος, καθώς και εκείνοι που μετατέθηκαν με αντικειμενικά κριτήρια στον τόπο συμφερόντων τους και όσοι τοποθετήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος διατάγματος».
Άρθρο 10
1. Η περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:
«δ. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, του αστυνομικού ή μέλους της ίδιας οικογένειάς του, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή (Α.Υ.Ε.) της Ελληνικής Αστυνομίας.
Με την αίτηση συνυποβάλλονται: α) αντίγραφο του ατομικού δελτίου ασθενειών, εφόσον η πάθηση αφορά τον ίδιο, β) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, γ) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και ε) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος.
Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει τον πάσχοντα αστυνομικό ή το πάσχον μέλος της ιδίας οικογένειάς του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της ιδίας οικογένειας του αστυνομικού δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.
Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Σε περίπτωση που η γνωμάτευσή της αφορά αστυνομικό που πάσχει από δυσίατο νόσημα προχωρεί σε κρίση της σωματικής του ικανότητας, από υγειονομικής πλευράς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στην ίδια γνωμάτευσή της η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή θα αποφαίνεται: α) αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα αιτούντος αστυνομικού ή μέλους της ιδίας οικογένειάς του στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος και β) αν η κατάστασή του επιτρέπει την ασφαλή μετακίνησή του».
2. Η περίπτωση ια' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, τροποποιείται ως εξής:
«ια. Ύστερα από αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι υπηρετούν σε Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υποβολή αίτησης αμοιβαίας μετάθεσης για άλλη περιοχή μετάθεσης, για τους αστυνομικούς μέχρι το βαθμό του Αστυνόμου Β. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης με τον πρώτο επιλαχόντα των πινάκων των τακτικών μεταθέσεων του τρέχοντος έτους της αντίστοιχης περιοχής στην οποία επιθυμεί να μετατεθεί. Σε περίπτωση μη επιθυμίας του πρώτου επιλαχόντα, με μέριμνα του ενδιαφερομένου θα κινείται η ίδια διαδικασία με τον δεύτερο επιλαχόντα και ούτω καθεξής.
Η μη δήλωση επιθυμίας των επιλαχόντων, θα προκύπτει από υπεύθυνη δήλωσή τους, την οποία θα προσκομίζει μαζί με το αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης ο ενδιαφερόμενος. Δε γίνεται δεκτή η αίτηση για αμοιβαία μετάθεση των νεοεξερχομένων των Σχολών και νεοπροαχθέντων αρχιφυλάκων, πριν την παρέλευση τριετίας από την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους αντίστοιχα. Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 12 του παρόντος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. Οι αμοιβαίες μεταθέσεις ενεργούνται μεταξύ κατεχόντων ίδια οργανική θέση».
3. Η περίπτωση ιδ' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, αντικαθίσταται ως εξής:
«ιδ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή στρατιωτικό ή αστυνομικό ή λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο. Στις τέσσερις τελευταίες περιπτώσεις, ο κατά βαθμό κατώτερος ακολουθεί τον ανώτερο. Στην περίπτωση συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιτρέπουν, μέχρι το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου δύναται να μην ισχύει ο προαναφερόμενος περιορισμός. Επιπλέον, για συνυπηρέτηση αστυνομικού με σύζυγο Ειδικό Φρουρό επιτρέπεται μετάθεση μέχρι και το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου.
Εάν παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκε η μετάθεση, πριν την παρέλευση πενταετίας από την εκτέλεση αυτής και εφόσον δεν έχει αποκτηθεί από το γάμο αυτό τέκνο, ο αστυνομικός μετατίθεται υποχρεωτικά σε Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης από την οποία είχε μετατεθεί για λόγους συνυπηρέτησης. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για έλλειψη των λόγων συνιστά υποχρέωση του ιδίου του αστυνομικού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα».
4. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, προστίθεται περίπτωση κγ' ως εξής:
«κγ. Σε περίπτωση θανάτου γονέα ή αδελφού, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος».
Άρθρο 11
1. Η περίπτωση θ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Π.δ. 100/2003, αντικαθίσταται ως εξής:
«θ. Για τη διευκόλυνση των καθηκόντων του Προέδρου και του Γραμματέα των Δευτεροβαθμίων Συνδικαλιστικών Οργανώσεων καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου τα οποία κατέχουν θέση στο Προεδρείο ή στην Εκτελεστική Γραμματεία των ως άνω οργανώσεων, ύστερα από αίτησή τους, εφόσον υπηρετούν σε Υπηρεσία που εδρεύει εκτός της περιοχής μετάθεσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής. Στην περίπτωση αυτή, οι μεν Πρόεδροι και Γραμματείς αποσπώνται στη Διεύθυνση Εσωτερικών Λειτουργιών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους, οι δε λοιποί αποσπώνται σε Υπηρεσίες που εδρεύουν στην περιοχή μετάθεσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, κατόπιν αιτιολογημένης πρότασης των ως άνω οργανώσεων και για το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για την άσκηση των καθηκόντων τους κατά τη διάρκεια της θητείας τους».
2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του Π.δ. 85/2011 και την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011, προστίθενται περιπτώσεις ιε’ ιστ' και ιζ' ως εξής:
«ιε. Σε περίπτωση διορισμού ως δικαστικού συμπαραστάτη από το αρμόδιο δικαστήριο σε γονείς ή αδέλφια που πάσχουν από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας. Με την αίτηση συνυποβάλλονται α) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, β) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, γ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος.
Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει το πάσχον μέλος της οικογένείας του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της οικογένειάς του αστυνομικού δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.
Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Στην ίδια γνωμάτευση, η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα μέλους της οικογένειας του αστυνομικού στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο αστυνομικός αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.
ιστ. Σε περίπτωση διάζευξης αστυνομικού και στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου του. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο αστυνομικός αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε, υποβάλοντας πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για τυχόν μεταβολή της οικογενειακής κατάστασης συνιστά υποχρέωση του ίδιου του αστυνομικού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.
ιζ. Για τους νεοεξερχόμενους Αστυφύλακες και Υπαστυνόμους Β' από τη Σχολή Αξιωματικών, καθώς και για τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες, σε Αστυνομικά Τμήματα των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους αντίστοιχα. Επίσης, οι νεοεξερχόμενοι Υπαστυνόμοι Β' από τη Σχολή Αξιωματικών δύνανται να αποσπούνται κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 2 περίπτ. σε Αστυνομικά Τμήματα ή Αστυνομικούς Σταθμούς της αυτής περιοχής μετάθεσης, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την τοποθέτησή τους, εφόσον δεν είναι δυνατή η απόσπαση έτερου Αξιωματικού για την αναπλήρωση κωλυομένου Υπαστυνόμου που διοικεί αυτοτελή Υπηρεσία».
Άρθρο12
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του Π.δ. 100/2003, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Δύναται να ανανεωθεί για ακόμη δύο (2) μήνες, χωρίς τη συναίνεση του μετακινούμενου. Δεν επιτρέπεται νέα προσωρινή μετακίνηση εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης προσωρινής μετακίνησης. Δυνατότητα περαιτέρω ανανέωσής της χωρίς τις προαναφερόμενες χρονικές προϋποθέσεις, θα υφίσταται μόνο με τη συναίνεση του μετακινούμενου».
Άρθρο 13
Η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Π.δ. 100/2003, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής: «α. Από την προκήρυξη των εκλογών (Ευρωεκλογές -Βουλευτικές - Νομαρχιακές - Δημοτικές) ή δημοψηφίσματος και μέχρι την πέμπτη ημέρα από την ημερομηνία διεξαγωγής της ψηφοφορίας».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 211/2005 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετακινήσεις συνοριακών φυλάκων και ειδικών φρουρών» (Α' 254)
Άρθρο 14
1. Οι περιπτώσεις α, β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίστανται ως εξής:
«α. Του τόπου γέννησης του ιδίου ή του συζύγου του ή του πλησιέστερου προς αυτόν τόπου της αυτής περιοχής μετάθεσης,
β. Του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο ίδιος και γ. Του τόπου στον οποίο έχει ιδιόκτητη κατοικία ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή οι γονείς του ιδίου».
2. Στο άρθρο 2 του Π.δ. 211/2005 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Ως δυσίατα νοσήματα θεωρούνται οι νοσηρές καταστάσεις και τα νοσήματα, που απαιτούν μακροχρόνια νοσηλεία ή θεραπεία, προσβάλλουν ένα ή περισσότερα όργανα και χαρακτηρίζονται από εξάρσεις ή υφέσεις».
Άρθρο 15
1. Η υποπερίπτωση (4) της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«(4) Οι έγγαμοι ειδικοί φρουροί για κάθε πλήρες έτος μετάθεσης μακράν του τόπου κατοικίας του/της συζύγου του/της λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος, που πιστοποιείται με βεβαίωση του αρμοδίου ασφαλιστικού φορέα και βεβαίωση διαμονής του οικείου Δήμου, εφόσον ο τόπος αυτός ανήκει σε άλλη περιοχή μετάθεσης και απέχει τουλάχιστον τριάντα (30) χιλιόμετρα από την έδρα της Υπηρεσίας τους και υποβάλλουν κατ' έτος αίτηση μετάθεσης για τον τόπο αυτό, λαμβάνουν ένα (1) μόριο για απόσταση από 30 έως 200 χλμ, τρία (3) μόρια για απόσταση από 201 έως 400 χλμ και πέντε (5) μόρια για απόσταση πέραν των 401 χλμ. Η υποβολή αίτησης για τον ως άνω σκοπό επιτρέπεται και στην περίπτωση που δεν έχουν προκηρυχθεί προς κάλυψη κενές θέσεις της κατηγορίας τους για τη συγκεκριμένη περιοχή μετάθεσης ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 12».
2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Ο χρόνος απόσπασης - μετακίνησης ειδικού φρουρού με αίτησή του στον τόπο συμφερόντων του, εξαιρουμένων των αποσπάσεων - μετακινήσεων που διατάσσονται για ενίσχυση αστυνομικών Υπηρεσιών αεροδρομίων και αστυνομικών Υπηρεσιών σε περιοχές αυξημένου τουριστικού ενδιαφέροντος, λογίζεται για το διάστημα αυτό, ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του.
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για τους ειδικούς φρουρούς που αποσπώνται ή μετακινούνται σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου. Επίσης, δεν εφαρμόζεται για τους ειδικούς φρουρούς που αποσπώνται ή μετακινούνται για τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών καθώς και για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων, έκτακτων και απρόβλεπτων φυσικών καταστροφών ευρείας κλίμακας, όταν η ενίσχυση διενεργείται κατόπιν πρωτοβουλίας της Υπηρεσίας».
3. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Στη σειρά προτεραιότητας για τις μεταθέσεις με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια) προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή, για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».
4. Η παράγραφος 5 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Τα μόρια που λαμβάνει ο ειδικός φρουρός λόγω αποστάσεως από τον τόπο συμφερόντων του ή τον τόπο κατοικίας λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος της συζύγου του διαγράφονται μετά την κοινοποίηση της διαταγής μετάθεσής του στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του, καθώς και μετά την τυχόν ακύρωση της μετάθεσής του σε οποιαδήποτε περιοχή μετάθεσης. Μετά την ακύρωση της μετάθεσης, τα ανωτέρω τυχόν δικαιούμενα μόρια, προσμετρούνται από την 1η Σεπτεμβρίου του έτους ακύρωσης της μετάθεσης».
Άρθρο 16
1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η υποβολή δήλωσης αλλαγής τόπου συμφερόντων μεταβάλει τον αριθμό μορίων που συγκεντρώθηκαν με βάση τον προηγούμενο τόπο συμφερόντων. Τα μόρια που αναλογούν σε κάθε ενδιαφερόμενο υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο τόπο συμφερόντων, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 3».
2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 6 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Η Σχολή Αστυφυλάκων, κοινοποιεί στους συνοριακούς φύλακες, ένα μήνα πριν την αποφοίτησή τους, την απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας περί κατανομής των οργανικών θέσεων της κατηγορίας τους και τους καλεί να υποβάλουν αιτήσεις στις οποίες δηλώνουν υποχρεωτικά όλες τις Υπηρεσίες που αναφέρονται στην απόφαση, κατά σειρά προτίμησής τους. Όσοι υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 6, υποβάλλουν και αντίγραφα των σχετικών πιστοποιητικών. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την αποφοίτησή τους».
3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 6 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Στις τοποθετήσεις που αφορούν την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου προηγούνται οι συνοριακοί φύλακες που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».
Άρθρο 17
1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Π.δ. 211/2005, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Π.δ. 161/2008 (Α'221), αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων που, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, θα πληρωθούν από τους αποφοιτούντες ειδικούς φρουρούς, κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή ισότιμη Υπηρεσία. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται ένα μήνα τουλάχιστον πριν από την αποφοίτησή τους στις Διευθύνσεις Αστυνομίας ή ισότιμες Υπηρεσίες στις οποίες θα τοποθετηθούν και στη Σχολή Αστυφυλάκων. Οι Υπηρεσίες αυτές οφείλουν, μέσα σε 10 ημέρες από την κοινοποίηση, να αναφέρουν στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τις συγκεκριμένες Υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους που θα τοποθετήσουν τους ειδικούς φρουρούς που κατανέμονται με την απόφαση του Αρχηγού. Η Σχολή Αστυφυλάκων κοινοποιεί αμέσως την απόφαση αυτή στους ειδικούς φρουρούς, οι οποίοι δηλώνουν υποχρεωτικά με αίτησή τους όλες τις Υπηρεσίες που αναφέρονται σ' αυτή, κατά σειρά προτίμησής τους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την αποφοίτησή τους».
2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Στις τοποθετήσεις προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».
Άρθρο 18
Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του Π.δ. 211/2005 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Οι μετατασσόμενοι σε υπηρεσία γραφείου τοποθετούνται με διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αποκλειστικά για την άσκηση καθηκόντων διοικητικής υποστήριξης.
Όσοι από τους μετατασσόμενους σε υπηρεσία γραφείου τοποθετήθηκαν σε άλλη περιοχή μετάθεσης κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και στη συνέχεια επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, τοποθετούνται υποχρεωτικά σε υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης στην οποία υπηρετούσαν κατά το χρόνο μετάταξής τους σε υπηρεσία γραφείου».
Άρθρο 19
Η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Οι αιτήσεις για μεταθέσεις εντός της ίδιας περιοχής μετάθεσης υποβάλλονται το πρώτο 15νθήμερο του Μαΐου. Οι μεταθέσεις διατάσσονται το δεύτερο 15νθήμερο του Ιουλίου και πραγματοποιούνται μέχρι 31 Αυγούστου κάθε έτους. Στη σειρά προτεραιότητας προηγούνται οι συνοριακοί φύλακες που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».
Άρθρο 20
1. Η παράγραφος 6 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Στη σειρά προτεραιότητας προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».
2. Η παράγραφος 8 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005 αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Οι ειδικοί φρουροί, δύνανται να υποβάλουν αιτήσεις μετάθεσης με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), ακόμα και όταν δεν έχουν προκηρυχθεί κενές, προς κάλυψη, θέσεις της κατηγορίας τους, για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, ανεξάρτητα εάν έχουν την προϋπόθεση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εφόσον υπάγονται στις ακόλουθες κατηγορίες:
α. πολύτεκνοι
β. έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.ΜΕ.Α.
γ. έχοντες τρία (3) τέκνα.
Επί των αιτήσεων αυτών αποφαίνεται το αρμόδιο όργανο, βάσει κοινωνικών και υπηρεσιακών κριτηρίων. Οι αιτούντες ειδικοί φρουροί δύνανται να μετατεθούν κάνοντας χρήση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου μόνο μία φορά».
3. Η παράγραφος 9 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 166/2007 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 36/2011 (Α' 95), αντικαθίσταται ως εξής:
«9. Το Γ' δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τις τελευταίες τακτικές μεταθέσεις καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή άλλη εξομοιούμενη με αυτή Υπηρεσία κενών οργανικών θέσεων σε ειδικούς φρουρούς που πρέπει να πληρωθούν κατά το Γ' δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου, λαμβάνοντας υπόψη και τις αιτήσεις ακυρώσεως που προέκυψαν από τις τακτικές μεταθέσεις. Οι θέσεις θα καλύπτονται από ειδικούς φρουρούς που ζητούσαν μετάθεση για τις Υπηρεσίες αυτές και μνημονεύονται στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων».
4. Στο τέλος του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Π.δ. 161/2008, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 166/2007 και την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 36/2011, προστίθεται παράγραφος 10 ως εξής:
«10. Ειδικοί φρουροί που μετατίθενται για λόγους πειθαρχίας σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13, δεν επιτρέπεται για οποιοδήποτε λόγο να μετατεθούν εκ νέου σε Υπηρεσίες της περιοχής από την οποία μετατέθηκαν πριν την παρέλευση δεκαετίας».
Άρθρο 21
1. Η περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«γ. Όταν υποβαθμίζεται ή καταργείται Υπηρεσία ή ιδρύεται νέα. Στην τελευταία περίπτωση και εφόσον στη νέα Υπηρεσία μετατίθεται προσωπικό από άλλη περιοχή μετάθεσης, αυτό προέρχεται από τους οικείους πίνακες τακτικών μεταθέσεων κατά σειρά προτεραιότητας. Σε περίπτωση που οι θέσεις δεν καλύπτονται από τους παραπάνω πίνακες καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλλουν σχετική αίτηση, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 11 και 12 του παρόντος διατάγματος».
2. Η περίπτωση ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«ε. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα ή μέλους της ίδιας οικογένειάς του, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή (Α.Υ.Ε.) της Ελληνικής Αστυνομίας.
Με την αίτηση συνυποβάλλονται: α) αντίγραφο του ατομικού δελτίου ασθενειών, εφόσον η πάθηση αφορά τον ίδιο, β) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, γ) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και ε) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος.
Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει τον πάσχοντα ειδικό φρουρό ή συνοριακό φύλακα ή το πάσχον μέλος της ιδίας οικογένειάς του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας σ' αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της ιδίας οικογένειας του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.
Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Σε περίπτωση που η γνωμάτευσή της αφορά ειδικό φρουρό ή συνοριακό φύλακα που πάσχει από δυσίατο νόσημα προχωρεί σε κρίση της σωματικής του ικανότητας, από υγειονομικής πλευράς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στην ίδια γνωμάτευσή της η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή θα αποφαίνεται: α) αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα αιτούντος ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα ή μέλους της ιδίας οικογένειάς του στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος και β) αν η κατάστασή του επιτρέπει την ασφαλή μετακίνησή του».
3. Η περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«στ. Ύστερα από αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι υπηρετούν σε Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υποβολή αίτησης αμοιβαίας μετάθεσης για άλλη περιοχή μετάθεσης. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης με τον πρώτο επιλαχόντα των πινάκων των τακτικών μεταθέσεων του τρέχοντος έτους της αντίστοιχης περιοχής στην οποία επιθυμεί να μετατεθεί. Σε περίπτωση μη επιθυμίας του πρώτου επιλαχόντα, με μέριμνα του ενδιαφερομένου θα κινείται η ίδια διαδικασία με τον δεύτερο επιλαχόντα και ούτω καθεξής. Η μη δήλωση επιθυμίας των επιλαχόντων, θα προκύπτει από υπεύθυνη δήλωσή τους, την οποία θα προσκομίζει μαζί με το αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης ο ενδιαφερόμενος. Οι διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 12 του παρόντος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή».
4. Η περίπτωση ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:
«ζ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό ή συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή πυροσβεστικό υπάλληλο ή στρατιωτικό ή λιμενικό ή δικαστικό λειτουργό. Σε περίπτωση που ο σύζυγος του συνοριακού φύλακα υπηρετεί σε περιοχή που δεν έχουν κατανεμηθεί οργανικές θέσεις της κατηγορίας του δύναται να υπηρετήσει στην πλησιέστερη Διεύθυνση Αστυνομίας, που υπάρχουν οργανικές θέσεις.
Εάν παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκε η μετάθεση, πριν την παρέλευση πενταετίας από την εκτέλεση αυτής και εφόσον δεν έχει αποκτηθεί από το γάμο αυτό τέκνο, ο ειδικός φρουρός-συνοριακός φύλακας μετατίθεται υποχρεωτικά σε Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης από την οποία είχε μετατεθεί για λόγους συνυπηρέτησης. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για έλλειψη των λόγων συνιστά υποχρέωση του ιδίου του ειδικού φρουρού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα».
5. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, προστίθεται περίπτωση η' ως εξής:
«η. Σε περίπτωση θανάτου γονέα ή αδελφού, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος».
Άρθρο 22
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 15 του Π.δ. 211/2005 προστίθενται περιπτώσεις γ; δ; ε' και στ' ως εξής:
«γ. Για την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 93 του Ν.3852/2010 (Α' 87), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του Ν.4071/2012 (Α' 85) και ισχύει. Καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασης τους λογίζεται ότι υπηρετούν στον τόπο συμφερόντων τους και ο χρόνος αυτός δεν θεμελιώνει δικαίωμα αίτησης μετάθεσης.
δ. Σε περίπτωση σπουδών σε Σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την απόκτηση πρώτου πτυχίου. Η αίτηση απόσπασης ή ανανέωσης αυτής υποβάλλεται το πρώτο 15νθήμερο του μηνός Οκτωβρίου εκάστου έτους, για την περιοχή μετάθεσης, όπου εδρεύει η Σχολή και διαρκεί μέχρι 31 Οκτωβρίου του επόμενου έτους. Η απόσπαση αυτή ανανεώνεται για όσα χρόνια προβλέπεται φοίτηση στη Σχολή, συν δύο (2) έτη, εφόσον ο ειδικός φρουρός-συνοριακός φύλακας προσκομίζει βεβαίωση της οικείας Σχολής από την οποία να προκύπτει ότι έλαβε προαγωγικό βαθμό σε ποσοστό τουλάχιστον 40% των μαθημάτων και των δύο εξαμήνων, στα οποία προστίθενται και τα τυχόν μεταφερόμενα από προηγούμενα εξάμηνα. Ο ειδικός φρουρός- συνοριακός φύλακας στην περίπτωση αυτή λογίζεται, ότι υπηρετεί καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασής του στον τόπο συμφερόντων του. Ο χρόνος απόσπασής του δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση του δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.
ε. Σε περίπτωση διορισμού ως δικαστικού συμπαραστάτη από το αρμόδιο δικαστήριο σε γονείς ή αδέλφια που πάσχουν από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας. Με την αίτηση συνυποβάλλονται α) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, β) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, γ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος.
Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει το πάσχον μέλος της οικογένείας του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της οικογένειάς του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.
Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Στην ίδια γνωμάτευση, η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα μέλους της οικογένειας του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο ειδικός φρουρός ή συνοριακός φύλακας αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.
στ. Σε περίπτωση διάζευξης και ανάθεσης επιμέλειας ανήλικου τέκνου. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε, υποβάλλοντας πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για τυχόν μεταβολή της οικογενειακής κατάστασης συνιστά υποχρέωση του ίδιου του Ειδικού Φρουρού -Συνοριακού Φύλακα ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης».
Άρθρο 23
Στο τέλος του άρθρου 16 του Π.δ. 211/2005 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Δύναται να ανανεωθεί για ακόμη δύο (2) μήνες, χωρίς τη συναίνεση του μετακινούμενου. Δεν επιτρέπεται νέα προσωρινή μετακίνηση εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης προσωρινής μετακίνησης. Δυνατότητα περαιτέρω ανανέωσής της χωρίς τις προαναφερόμενες χρονικές προϋποθέσεις, θα υφίσταται μόνο με τη συναίνεση του μετακινούμενου».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
Τροποποίηση Π.δ. 27/1986 «Άδειες Προσωπικού Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Τάξης του Υπουργείου Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης» (Α'11)
Άρθρο 24
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Π.δ. 12/1994 (Α'10) και το άρθρο 2 του Π.δ. 66/2000 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η άδεια μητρότητας των γυναικών αστυνομικών χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του Ν. 3528/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ». (Α'26). Στους άνδρες αστυνομικούς χορηγείται άδεια με αποδοχές, διάρκειας τριών (3) ημερών, σε περίπτωση γέννησης τέκνου τους, κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη γέννηση. Στους αστυνομικούς που υιοθετούν τέκνο χορηγείται με τους ίδιους όρους η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 52 του Ν. 3528/2007 άδεια».
2. Η παράγραφος 5 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Γονείς που έχουν ανήλικα τέκνα, τα οποία είναι μαθητές στοιχειώδους, μέσης, γενικής ή τεχνικής εκπαίδευσης δικαιούνται να απουσιάζουν ορισμένες ώρες ή ολόκληρη την ημέρα από την εργασία τους για να επισκεφθούν το σχολείο των παιδιών τους προς παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις που εφαρμόζονται για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους».
3. Στο τέλος της παραγράφου 11 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1του Π.δ. 13/2007 (Α'9), προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να αιτηθούν αντί του μειωμένου ωραρίου, τη χορήγηση, ανά ημερολογιακό έτος και ανά περίπτωση πάσχοντος, άδειας απουσίας διάρκειας είκοσι (20) ημερών, με αποδοχές. Οι διευκολύνσεις της παρούσας παραγράφου χορηγούνται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14. Κατ' εξαίρεση, για το προσωπικό που αναφέρεται στις περιπτώσεις η', ιε' και ιζ' του άρθρου 14, οι ως άνω διευκολύνσεις χορηγούνται από τους αρμόδιους για τη χορήγηση αδειών των περιπτώσεων ζ, ιδ' και ιστ' του ιδίου άρθρου, αντίστοιχα.
4. Στο άρθρο 10 του Π.δ. 27/1986 προστίθενται παράγραφοι 12, 13 και 14 ως εξής:
«12. Στις γυναίκες αστυνομικούς που υποβάλλονται σε διαδικασία ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, χορηγείται άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας κατά την ημέρα της ωοληψίας και άδεια απουσίας δεκαπέντε (15) ημερών από την εμβρυομεταφορά, με αποδοχές. Στους άνδρες αστυνομικούς χορηγείται άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας, κατά την ημέρα της ωοληψίας, καθώς και άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας, κατά την ημέρα της εμβρυομεταφοράς της συζύγου του, με αποδοχές.
Αρμόδιοι για την έγκριση χορήγησης των προβλεπόμενων από την παρούσα παράγραφο αδειών είναι οι οριζόμενοι στο άρθρο 14 και για τη χορήγηση τους απαιτείται η προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων του δημόσιου ή ιδιωτικού κέντρου πραγματοποίησης της διαδικασίας ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
13. Στο αστυνομικό προσωπικό χορηγείται άδεια, με αποδοχές, διάρκειας πέντε (5) ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή συγγενούς έως και β' βαθμού εξ αίματος ή έως και α' βαθμού εξ αγχιστείας, κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επέλευση του θανάτου.
Αρμόδιοι για την έγκριση χορήγησης της προβλεπόμενης από την παρούσα παράγραφο άδειας είναι οι οριζόμενοι στο άρθρο 14 και για τη χορήγησή της απαιτείται η προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων.
14. Το αστυνομικό προσωπικό που πάσχει από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζει περιοδικής νοσηλείας χορηγείται ειδική άδεια απουσίας με αποδοχές έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες το χρόνο. Η ως άνω άδεια χορηγείται και στους αστυνομικούς των οποίων οι σύζυγοι ή τα τέκνα πάσχουν από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζουν περιοδικής νοσηλείας, ανά περίπτωση πάσχοντος. Τα νοσήματα που απαιτούν περιοδική νοσηλεία καθορίζονται στις διατάξεις της υπ' αριθ. Φ.400/39/5521 Σχ. 149 από 19.2.1998 απόφασης Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Υγείας και Πρόνοιας (Β'235), όπως εκάστοτε ισχύει.
Η εν λόγω άδεια χορηγείται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14. Κατ' εξαίρεση, για το προσωπικό που αναφέρεται στις περιπτώσεις η', ιε' και ιζ' του άρθρου 14, η εν λόγω άδεια χορηγείται από τους αρμόδιους για τη χορήγηση αδειών των περιπτώσεων ζ', ιδ' και ιστ' του ιδίου άρθρου, αντίστοιχα.
Άρθρο 25
1. Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 10Α του Π.δ. 27/1986, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του Π.δ. 70/2011 (Α'169), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Ειδικά, η άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού χορηγείται άπαξ και εξαντλείται μέχρι το παιδί να συμπληρώσει το έκτο (6ο) έτος της ηλικίας του».
2. Στο τέλος του άρθρου 10Α του Π.δ. 27/1986, προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Για τους γονείς μονογονεϊκών οικογενειών, τους γονείς μετά από διαζύγιο ή ακύρωση γάμου, οι οποίοι έχουν τη γονική μέριμνα του τέκνου, καθώς και στην περίπτωση που ο ένας εκ των δύο γονέων πάσχει από ψυχική, νοητική ή σωματική αναπηρία με ποσοστό 67% και άνω, η άδεια ανατροφής του τέκνου αυξάνεται κατά ένα (1) μήνα. Το ως άνω διάστημα αυξάνεται κατά δεκαπέντε (15) ημέρες για κάθε επιπλέον τέκνο».
Άρθρο 26
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς των διατάξεων των Κεφαλαίων Α' και Β' αρχίζει από την 01-09-2016, ενώ η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Γ' από τη δημοσίευση του παρόντος διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.
Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο.
Γραφει ο/η Administrator
ΝΟΜΟΣ 4411/ΦΕΚ Α 142/3.8.2016
Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο και του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της, σχετικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης, που διαπράττονται μέσω Συστημάτων Υπολογιστών - Μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης - πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου, ρυθμίσεις σωφρονιστικής και αντεγκληματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΦΟΒΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ, ΠΟΥ ΔΙΑΠΡΑΤΤΟΝΤΑΙ
ΜΕΣΩ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ
Άρθρο πρώτο
Κυρώνεται και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο που υπογράφηκε στη Βουδαπέστη στις 23 Νοεμβρίου 2001 και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο αυτής αναφορικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2003, το κείμενο των οποίων σε πρωτότυπο στην αγγλική και γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής:
(ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΒΛΕΠΕ ΟΙΚΕΙΟ ΦΕΚ Α’ 142/3.8.2016).
(Βλέπε: Σύμβαση 23.11.2001 του 2001 ΦΕΚ Α 142/3.8.2016).
Βλέπε: Πρωτόκολλο 28.1.2003 του 2003 ΦΕΚ Α 142/3.8.2016).
Σύμβαση για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, Βουδαπέστη 23.11.2001
Τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα άλλα Κράτη που υπογράφουν το παρόν,
Θεωρώντας ότι ο στόχος του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να επιτύχει μεγαλύτερη ενότητα μεταξύ των μελών του,
Αναγνωρίζοντας την αξία της προώθησης της συνεργασίας με τα άλλα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας Σύμβασης,
Πεπεισμένα για την ανάγκη να επιδιωχθεί κατά προτεραιότητα μία κοινή αντεγκληματική πολιτική που θα στοχεύει στην προστασία της κοινωνίας από το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, κυρίως με την υιοθέτηση της κατάλληλης νομοθεσίας και την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας.
Έχοντας επίγνωση των θεμελιωδών αλλαγών που επέφερε η ψηφιοποίηση, η σύγκλιση και η συνεχιζόμενη παγκοσμιοποίηση των δικτύων υπολογιστών.
Εκφράζοντας την ανησυχία τους για τον κίνδυνο χρησιμοποίησης των δικτύων υπολογιστών και ηλεκτρονικών πληροφοριών για την διάπραξη εγκλημάτων και αποθήκευσης και μεταφοράς των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν στα εγκλήματα αυτά δια μέσου των δικτύων αυτών.
Αναγνωρίζοντας την ανάγκη για συνεργασία μεταξύ των κρατών του Δημοσίου και του Ιδιωτικού τομέα στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και την ανάγκη να προστατευθούν τα θεμιτά συμφέροντα στην χρήση και την ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής.
Πιστεύοντας ότι η αποτελεσματική μάχη κατά του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο απαιτεί αυξημένη, ταχεία και καλά συντονισμένη διεθνή συνεργασία σε θέματα ποινικού ενδιαφέροντος.
Πεπεισμένα ότι η παρούσα Σύμβαση είναι αναγκαία για να αποτρέψει τις ενέργειες που στρέφονται κατά του απορρήτου, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των συστημάτων υπολογιστών, των δικτύων υπολογιστών και των ηλεκτρονικών δεδομένων καθώς και την μη νόμιμη χρήση αυτών των συστημάτων, δικτύων και δεδομένων, με την ποινικοποίηση αυτής, όπως περιγράφεται στην παρούσα Σύμβαση, και την υιοθέτηση μέτρων για την αποτελεσματική καταπολέμηση αυτών των εγκληματικών πράξεων, διευκολύνοντας τον εντοπισμό, την έρευνα και την δίωξη τους ,τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο και προβλέποντας ρυθμίσεις για ταχεία και αξιόπιστη διεθνή συνεργασία.
Έχοντας κατά νου την ανάγκη διασφάλισης της σωστής ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων της επιβολής του νόμου και του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτά προστατεύονται από την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1950 για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, την Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1966 για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και τις άλλες ισχύουσες συμβάσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες επιβεβαιώνουν το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει την γνώμη του χωρίς παρεμβάσεις καθώς και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο περιλαμβάνεται και η ελευθερία της αναζήτησης, λήψης και διανομής πληροφοριών και ιδεών παντός είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, καθώς και τα δικαιώματα που αφορούν τον σεβασμό του απορρήτου.
Έχοντας επίσης κατά νου το δικαίωμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτό ορίζεται για παράδειγμα στην Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 για την Προστασία του Ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα.
Έχοντας υπ' όψη την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα Δικαιώματα του Παιδιού και την Σύμβαση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας του 1999 για τις Χειρότερες Μορφές Παιδικής Εργασίας.
Λαμβάνοντας υπ' όψη τις υφιστάμενες συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για την συνεργασία στον ποινικό τομέα, καθώς και παρεμφερείς συνθήκες που υφίστανται μεταξύ των Κρατών Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων Κρατών και τονίζοντας ότι η παρούσα Σύμβαση έχει ως στόχο να συμπληρώσει αυτές τις συμβάσεις ώστε να καταστήσει περισσότερο αποτελεσματικές τις ποινικές έρευνες και τις διώξεις για εγκληματικές πράξεις που σχετίζονται με συστήματα και δεδομένα υπολογιστών και να καταστήσει δυνατή τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή για εγκληματικές πράξεις.
Επιδοκιμάζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις οι οποίες περαιτέρω προάγουν τη διεθνή συνεννόηση και συνεργασία στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειών του ΟΗΕ, του ΟΟΣΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των G8.
Έχοντας υπόψη τις Συστάσεις της Επιτροπής Υπουργών No. R (85) 10 σχετικά με την πρακτική εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αμοιβαία Συνδρομή σε Ποινικές Υποθέσεις, όσον αφορά τις αιτήσεις δικαστικής συνδρομής για την άρση απορρήτου τηλεπικοινωνιών, No. R (88) 2 σχετικά με την πειρατεία στον τομέα των πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων, No. R (87) 15 που ρυθμίζει την χρήση προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα, No. R (95) 4 σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, με ιδιαίτερη αναφορά στις τηλεφωνικές υπηρεσίες, καθώς και No. R (89) 9 σχετικά με το έγκλημα που σχετίζεται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπου υπάρχουν οδηγίες για τις εθνικές νομοθεσίες σχετικά με τους ορισμούς ορισμένων εγκλημάτων σχετιζόμενων με υπολογιστές, και No. R (95) 13 που αφορά προβλήματα της ποινικής Οικονομίας σε σχέση με την τεχνολογία της πληροφορικής.
Λαμβάνοντας υπ' όψη την υπ' αριθ. 1 Απόφαση που ελήφθη από τους Υπουργούς Δικαιοσύνης της Ευρώπης στην 21η Διάσκεψη τους (Πράγα, 10 και 11 Ιουνίου 1997), η οποία εισηγήθηκε στην Επιτροπή Υπουργών να υποστηρίξει το έργο σχετικά με το έγκλημα στον κυβερνοχώρο που επιτελεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) με σκοπό να επιτευχθεί προσέγγιση των διατάξεων των εγχώριων ποινικών δικαίων και να καταστεί δυνατή η χρήση αποτελεσματικών μέσων έρευνας των εγκλημάτων αυτών , καθώς και την υπ' αριθ. 3 Απόφαση που ελήφθη από τους Υπουργούς Δικαιοσύνης της Ευρώπης στην 23η Διάσκεψη τους (Λονδίνο, 8 και 9 Ιουνίου 2000), η οποία ενθάρρυνε τα διαπραγματευόμενα μέρη να συνεχίσουν τις προσπάθειες τους με σκοπό να βρεθούν οι κατάλληλες λύσεις ώστε να καταστεί δυνατόν να προσχωρήσει στην Σύμβαση μεγαλύτερος αριθμός Κρατών και αναγνώρισε την ανάγκη ύπαρξης ενός γρήγορου και αποτελεσματικού συστήματος διεθνούς συνεργασίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπ' όψη του τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της καταπολέμησης του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο.
Έχοντας επίσης υπ' όψη το Σχέδιο Δράσης που υιοθέτησαν οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης με την ευκαιρία της Δεύτερης Διάσκεψης Κορυφής (Στρασβούργο, 10 και 11 Οκτωβρίου 1997) για την αναζήτηση κοινά αποδεκτών λύσεων στην ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής με βάση τα πρότυπα και τις αξίες του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Συμφώνησαν τα εξής:
Κεφάλαιο I – Ορολογία
Άρθρο 1
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης:
α. "σύστημα υπολογιστή" σημαίνει μία συσκευή ή ένα σύνολο διασυνδεδεμένων ή σχετιζόμενων συσκευών, μία ή περισσότερες από τις οποίες πραγματοποιεί αυτόματη επεξεργασία δεδομένων βάσει ενός προγράμματος.
β. "δεδομένα υπολογιστών" σημαίνει αναπαράσταση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη για να υποστούν επεξεργασία σε ένα σύστημα υπολογιστή, περιλαμβανομένου και ενός προγράμματος κατάλληλου για να προκαλέσει την εκτέλεση μιας λειτουργίας από ένα σύστημα υπολογιστή.
γ. "πάροχος υπηρεσιών" σημαίνει:
ι. κάθε δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που παρέχει στους χρήστες των υπηρεσιών του την δυνατότητα να επικοινωνούν μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, και
ιι. κάθε άλλος φορέας που επεξεργάζεται ή αποθηκεύει δεδομένα υπολογιστών είτε για λογαριασμό αυτής της υπηρεσίας επικοινωνίας, είτε των χρηστών αυτής της υπηρεσίας.
δ. "δεδομένα κίνησης" σημαίνει τα δεδομένα υπολογιστών που σχετίζονται με μία επικοινωνία μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, δημιουργούμενα από ένα σύστημα υπολογιστή που αποτελούσε τμήμα της αλυσίδας επικοινωνίας, τα οποία καταδεικνύουν την προέλευση, τον προορισμό, το δρομολόγιο, το χρόνο, την ημερομηνία, το μέγεθος, τη διάρκεια ή τον τύπο της υφιστάμενης υπηρεσίας της επικοινωνίας.
Κεφάλαιο II - Μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο
Τμήμα 1 - Ουσιαστικό ποινικό δίκαιο
Τίτλος 1 - Εγκλήματα κατά της εμπιστευτικότητας, ακεραιότητας και διαθεσιμότητας των δεδομένων και συστημάτων υπολογιστών
Άρθρο 2
Παράνομη πρόσβαση
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος ενός συστήματος υπολογιστή, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση διάπραξης του εγκλήματος την παραβίαση μέτρων ασφαλείας, με την πρόθεση να αποκτηθούν δεδομένα υπολογιστή ή με άλλη αθέμιτη πρόθεση, ή σε σχέση με ένα σύστημα υπολογιστή που είναι συνδεδεμένο με ένα άλλο σύστημα υπολογιστή.
Άρθρο 3
Υποκλοπή
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η υποκλοπή δια τεχνικών μέσων μη δημοσίων διαβιβάσεων δεδομένων υπολογιστή από και προς ή εντός ενός συστήματος υπολογιστή, περιλαμβανομένων και των ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών από ένα σύστημα υπολογιστή στο οποίο ευρίσκονται αυτά τα δεδομένα υπολογιστών, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση της διάπραξης του εγκλήματος την αθέμιτη πρόθεση, ή την επίτευξη σύνδεσης ενός συστήματος υπολογιστή με ένα άλλο σύστημα υπολογιστή.
Άρθρο 4
Παρεμβολές σε δεδομένα
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος βλάβη, διαγραφή, φθορά, αλλοίωση ή καταστολή δεδομένων υπολογιστών, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση.
2. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να θέσει ως προϋπόθεση ύπαρξης εγκλήματος για την συμπεριφορά που περιγράφεται στην παρ . 1 την πρόκληση σοβαρής ζημίας.
Άρθρο 5
Παρεμβολές σε συστήματα
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος σοβαρή παρακώλυση της λειτουργίας ενός συστήματος υπολογιστή δια της εισαγωγής, διαβίβασης, βλάβης, διαγραφής, φθοράς, αλλοίωσης ή καταστολής δεδομένων υπολογιστή, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση.
Άρθρο 6
Κακή χρήση συσκευών
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος και από πρόθεση διάπραξη των κάτωθι:
α. Παραγωγή, πώληση, προμήθεια προς χρήση, εισαγωγή, διανομή ή άλλως διάθεση:
ι. μιας συσκευής, περιλαμβανομένου και ενός προγράμματος υπολογιστή, σχεδιασμένης ή προσαρμοσμένης πρωτίστως με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5,
ιι. ενός συνθηματικού ή κωδικού πρόσβασης, ή άλλου παρεμφερούς δεδομένου, με την χρήση του οποίου είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός συστήματος υπολογιστή, με πρόθεση να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό της διάπραξης κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5, και
β. Κατοχή ενός αντικειμένου από τα αναφερόμενα στις παραγράφους α.ι και α.ιι ανωτέρω, με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση να υπάρχει κατοχή ενός αριθμού τέτοιων αντικειμένων πριν θεμελιωθεί ποινική ευθύνη.
2. Το παρόν άρθρο δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι δημιουργεί ποινική ευθύνη σε περίπτωση που η παραγωγή, πώληση, προμήθεια προς χρήση, εισαγωγή, διανομή ή άλλως διάθεση ή κατοχή όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν γίνεται με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα Άρθρα 2 έως 5 της παρούσης Σύμβασης, όπως π.χ. για την πραγματοποίηση επιτρεπτών δοκιμών ή για την προστασία ενός συστήματος υπολογιστή.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι η επιφύλαξη αυτή δεν θα αφορά στην πώληση, στην διανομή ή άλλως στη διάθεση των αντικειμένων που περιγράφονται στην παράγραφο 1 α.ιι του παρόντος άρθρου.
Τίτλος 2 - Εγκλήματα σχετικά με υπολογιστές
Άρθρο 7
Πλαστογραφία σχετική με υπολογιστές
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η από πρόθεση και άνευ δικαιώματος εισαγωγή, αλλοίωση, διαγραφή ή καταστολή δεδομένων υπολογιστή, που έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή μη αυθεντικών δεδομένων, με σκοπό να θεωρηθούν αυτά αυθεντικά ή να γίνουν ενέργειες με βάση αυτά ωσάν να είναι αυθεντικά για νόμιμους σκοπούς, ασχέτως του εάν αυτά τα δεδομένα είναι ή όχι άμεσα αναγνώσιμα ή αντιληπτά. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση θεμελίωσης ποινικής ευθύνης την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης ή παρόμοιας αθέμιτης πρόθεσης.
Άρθρο 8
Απάτη σχετική με υπολογιστές
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η από πρόθεση και άνευ δικαιώματος πρόκληση απώλειας ξένης περιουσίας δια της
α. εισαγωγής, αλλοίωσης, διαγραφής ή καταστολής δεδομένων υπολογιστή,
β. παρέμβασης στη λειτουργία ενός συστήματος υπολογιστή
με δόλια ή αθέμιτη πρόθεση όπως, άνευ δικαιώματος, προσπορισθεί οικονομικό όφελος για τον ίδιο ή για άλλο πρόσωπο.
Τίτλος 3 - Εγκλήματα σχετικά με το περιεχόμενο
Άρθρο 9
Εγκλήματα σχετικά με την παιδική πορνογραφία
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθούν στο εσωτερικό δίκαιο του οι ακόλουθες συμπεριφορές, όταν διαπράττονται από πρόθεση και άνευ δικαιώματος:
α. παραγωγή παιδικής πορνογραφίας με σκοπό την διανομή της μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,
β. προσφορά ή διάθεση παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,
γ. διανομή ή μετάδοση παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,
δ. προμήθεια παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή για ιδία χρήση ή για άλλο πρόσωπο,
ε. κατοχή παιδικής πορνογραφίας σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε ένα μέσο αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 ανωτέρω, ο όρος "παιδική πορνογραφία" περιλαμβάνει πορνογραφικό υλικό που απεικονίζει οπτικά:
α. ένα ανήλικο να εμπλέκεται σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά
β. ένα πρόσωπο που φαίνεται ότι είναι ανήλικο να συμμετέχει σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά,
γ. ρεαλιστικές εικόνες που απεικονίζουν ένα ανήλικο να εμπλέκεται σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά.
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 ανωτέρω, ο όρος "ανήλικος" περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα κάτω των 18 ετών. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, παρά ταύτα, να ορίσει χαμηλότερο όριο ηλικίας, το οποίο δεν μπορεί να είναι κάτω των 16 ετών.
4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει εν όλω ή εν μέρει τις παραγράφους 1, υποπαραγράφους δ και ε και 2 και τις υποπαραγράφους β και γ.
Τίτλος 4- Εγκλήματα σχετικά με παραβιάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων
Άρθρο 10
Εγκλήματα σχετικά με παραβιάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) όπως αυτά ορίζονται στο δίκαιο αυτού του Συμβαλλομένου Μέρους, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει από την Πράξη του Παρισιού της 24 Ιουλίου 1971 που αναθεώρησε την Σύμβαση της Βέρνης για την Προστασία των Λογοτεχνικών και Καλλιτεχνικών Έργων (the Bern Convention for the Protection of Literary and Artistic Works), την Συμφωνία για τις Εμπορικές Πτυχές των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας (the Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights) και την Συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας WIPO για την πνευματική ιδιοκτησία (the WIPO Copyright Treaty), με εξαίρεση τα ηθικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που παρέχονται από αυτές τις συμβάσεις, στην περίπτωση που αυτές οι πράξεις διαπράττονται από πρόθεση, σε εμπορική κλίμακα και με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η παραβίαση των συγγενικών δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται στο δίκαιο αυτού του Συμβαλλομένου Μέρους, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει από τη Σύμβαση για την Προστασία των Ερμηνευτών ή Εκτελεστών Καλλιτεχνών, των Παραγωγών Φωνογραφικών και Ραδιοτηλεοπτικών Οργανισμών (Σύμβαση της Ρώμης) (the International Convention for the Protection of Performers, Producers of Phonograms and Broadcasting Organisations - Rome Convention), την Συμφωνία για τις Εμπορικές Πτυχές των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας (the Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights) και την Σύμβαση για τις Ερμηνείες / Εκτελέσεις και τα Φωνογραφήματα (the WIPO Performances and Phonograms Treaty), με εξαίρεση τα ηθικά δικαιώματα που παρέχονται από αυτές τις συμβάσεις, όταν αυτές οι πράξεις διαπράττονται από πρόθεση, σε εμπορική κλίμακα και με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή.
3. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην προβεί σε ποινικοποίηση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου σε περιορισμένες περιπτώσεις, υπό τον όρο ότι διαθέτει άλλα αποτελεσματικά, προς τούτο, ένδικα βοηθήματα και ότι αυτή η επιφύλαξη δεν μειώνει τις διεθνείς υποχρεώσεις του Συμβαλλομένου Μέρους, όπως αυτές αναφέρονται στα διεθνή νομικά κείμενα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
Τίτλος 5 - Εξαρτημένη ευθύνη και κυρώσεις
Άρθρο 11
Απόπειρα και συμμετοχή
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η συνδρομή ή εξώθηση στη διάπραξη οποιουδήποτε εκ των εγκλημάτων που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως 10 της παρούσης Σύμβασης, όταν αυτά διαπράττονται από πρόθεση.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η απόπειρα διάπραξης οιουδήποτε εκ των εγκλημάτων που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 5, 7, 8 και 9.1α και γ της παρούσης Σύμβασης, όταν η απόπειρα αυτή γίνεται από πρόθεση.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει εν όλω ή εν μέρει την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 12
Ευθύνη Νομικών Προσώπων
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι θα θεμελιούται ευθύνη των νομικών προσώπων για ποινικά εγκλήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, όταν αυτά διαπράττονται προς όφελος των νομικών προσώπων από ένα φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικώς ή ως μέλος ενός οργάνου του νομικού προσώπου και έχει ιθύνουσα θέση εντός αυτού του νομικού προσώπου, δυνάμει:
- εξουσιοδότησης να εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ή
- εξουσίας να λαμβάνει αποφάσεις για λογαριασμό του νομικού προσώπου, ή
-εξουσίας να ασκεί έλεγχο εντός του νομικού προσώπου.
2. Πέραν των περιπτώσεων που έχουν ήδη προβλεφθεί στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να θεμελιώνεται ευθύνη ενός νομικού προσώπου, όταν η έλλειψη επίβλεψης ή ελέγχου από ένα φυσικό πρόσωπο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, κατέστησε δυνατή την διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος που ποινικοποιείται από την παρούσα Σύμβαση, προς όφελος του νομικού προσώπου από ένα φυσικό πρόσωπο που ενεργεί υπό τον έλεγχο του .
3. Τηρουμένων των νομικών αρχών των Συμβαλλομένων Μερών, η ευθύνη ενός νομικού προσώπου μπορεί να είναι ποινική, αστική ή διοικητική.
4. Η εν λόγω ευθύνη δεν αποκλείει την θεμελίωση ποινικής ευθύνης των φυσικών προσώπων που διέπραξαν το αδίκημα.
Άρθρο 13
Κυρώσεις και μέτρα
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να εξασφαλίσει ότι τα ποινικά αδικήματα που καθιερώνονται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 τιμωρούνται με αποτελεσματικές, αναλογικές, αποτρεπτικές ποινικές ή μη κυρώσεις ή μέτρα, περιλαμβανομένων των χρηματικών κυρώσεων.
Τμήμα 2 - Δικονομικό Δίκαιο
Τίτλος 1 - Κοινές διατάξεις
Άρθρο 14
Πλαίσιο των δικονομικών διατάξεων
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεσπίσει τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν τμήμα για τους σκοπούς συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων.
2. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονται στο Άρθρο 21, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εφαρμόζει τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:
α. Στα ποινικά εγκλήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης,
β. Στα ποινικά εγκλήματα που διαπράττονται με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή και
γ. Στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή ενός ποινικού αδικήματος.
3. α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιφυλαχθεί να εφαρμόσει τα μέτρα που αναφέρονται στο Άρθρο 20 μόνον για εγκλήματα ή κατηγορίες εγκλημάτων που θα προσδιορισθούν στην επιφύλαξη, υπό τον όρο ότι το εύρος αυτών των εγκλημάτων ή των κατηγοριών εγκλημάτων δεν θα είναι περισσότερο περιορισμένο από το εύρος των εγκλημάτων στο οποίο (κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος) θα εφαρμόζει τα μέτρα που αναφέρονται στο Άρθρο 21. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος προσπαθεί να περιορίσει αυτήν την επιφύλαξη ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της ευρύτερης δυνατής εφαρμογής του μέτρου που αναφέρεται στο Άρθρο 20.
β. Όταν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, εξ αιτίας περιορισμών στην ισχύουσα νομοθεσία του κατά τον χρόνο υιοθέτησης της παρούσης Σύμβασης, δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει τα μέτρα που αναφέρονται στα Άρθρα 20 και 21 στις επικοινωνίες που διαβιβάζονται εντός ενός συστήματος υπολογιστή ενός παρόχου υπηρεσιών, το οποίο σύστημα:
ι λειτουργεί προς όφελος μιας κλειστής ομάδας χρηστών,
και
ιι δεν χρησιμοποιεί δίκτυο δημοσίων επικοινωνιών και δεν είναι συνδεδεμένο σε άλλο σύστημα υπολογιστή, δημόσιο ή ιδιωτικό, το Συμβαλλόμενο Μέρος αυτό μπορεί να επιφυλαχθεί να μην εφαρμόσει αυτά τα μέτρα σε αυτές τις επικοινωνίες. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος προσπαθεί να περιορίσει αυτήν την επιφύλαξη ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της ευρύτερης δυνατής εφαρμογής των μέτρων που αναφέρονται στα Άρθρα 20 και 21.
Άρθρο 15
Όροι και διασφαλίσεις
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξασφαλίζει ότι η θέσπιση, εκτέλεση και εφαρμογή των αρμοδιοτήτων και διαδικασιών που προβλέπονται στο παρόν τμήμα υπόκειται στους όρους και τις διασφαλίσεις που προβλέπονται από το εγχώριο δίκαιο του, οι οποίες προβλέπουν επαρκή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που δημιουργούνται από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει δυνάμει της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1950, της Διεθνούς Σύμβασης για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα του 1966 του ΟΗΕ, και των λοιπών ισχυουσών διεθνών συμφωνιών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και οι οποίες ενσωματώνουν την αρχή της αναλογικότητας.
2. Ανάλογα με το είδος της αρμοδιότητας ή της διαδικασίας, αυτοί οι όροι και οι διασφαλίσεις περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων δικαστική ή άλλη ανεξάρτητη επίβλεψη, τους λόγους που δικαιολογούν την εφαρμογή, τον περιορισμό του αντικειμένου και της διάρκειας αυτής της αρμοδιότητας ή διαδικασίας.
3. Στο βαθμό που συμβαδίζει με το δημόσιο συμφέρον και ειδικότερα με την ορθή απονομή δικαιοσύνης, το κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξετάζει την επίπτωση που έχουν οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες του παρόντος τμήματος επί των δικαιωμάτων, ευθυνών και θεμιτών συμφερόντων των τρίτων.
Τίτλος 2 - Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών
Άρθρο 16
Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να διατάξουν ή ομοίως να διασφαλίσουν την κατεπείγουσα διατήρηση συγκεκριμένων δεδομένων υπολογιστή, περιλαμβανομένων των στοιχείων κίνησης που έχουν αποθηκευθεί σε ένα σύστημα υπολογιστή, ιδίως όταν πιθανολογείται ότι τα δεδομένα του υπολογιστή είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα σε απώλεια ή τροποποίηση.
2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος υλοποιεί την παράγραφο 1 ανωτέρω με την εντολή προς ένα πρόσωπο να διατηρήσει συγκεκριμένα αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή που βρίσκονται στην κατοχή ή τον έλεγχο του, το Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να υποχρεώσει αυτό το πρόσωπο να διατηρήσει και να διαφυλάξει την ακεραιότητα των εν λόγω δεδομένων υπολογιστή για το χρονικό διάστημα που απαιτείται έως ότου μπορέσουν οι αρμόδιες αρχές να ζητήσουν την χορήγηση τους, διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τις 90 ημέρες. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ορίσει ότι η διαταγή αυτή ανανεώνεται.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να υποχρεωθεί ο κάτοχος ή άλλο πρόσωπο που έχει στην φύλαξη του τα δεδομένα υπολογιστή, να τηρεί εχεμύθεια σχετικά με αυτές τις διαδικασίες για το χρονικό διάστημα που ορίζεται από το εσωτερικό δίκαιο του.
4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο αφορούν στα Άρθρα 14 και 15.
Άρθρο 17
Κατεπείγουσα διατήρηση και μερική αποκάλυψη στοιχείων κίνησης
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα απαραίτητα νομοθετικά και άλλα μέτρα σε σχέση με τα στοιχεία κίνησης που πρέπει να διατηρηθούν δυνάμει του Άρθρου 16, για:
α. να εξασφαλισθεί ότι η κατεπείγουσα διατήρηση των στοιχείων κίνησης θα είναι διαθέσιμη ανεξαρτήτως της συμμετοχής ενός ή περισσοτέρων παροχών υπηρεσιών στη διαβίβαση αυτών των επικοινωνιών και
β. να εξασφαλισθεί η κατεπείγουσα αποκάλυψη προς την αρμόδια αρχή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή προς ένα πρόσωπο διορισμένο από αυτήν την αρχή, επαρκούς ποσότητας στοιχείων κίνησης ώστε το Συμβαλλόμενο Μέρος να είναι σε θέση να εντοπίσει τους παρόχους υπηρεσιών και την διαδρομή μέσω της οποίας διαβιβάσθηκε αυτή η επικοινωνία.
2. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.
Τίτλος 3 - Διαταγή επίδειξης
Άρθρο 18
Διαταγή επίδειξης
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να διατάξουν:
α. ένα πρόσωπο που βρίσκεται στην Επικράτεια του να υποβάλλει συγκεκριμένα δεδομένα υπολογιστή που βρίσκονται υπό τον έλεγχο αυτού του προσώπου και τα οποία είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε ένα μέσον αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή και
β. έναν πάροχο υπηρεσιών που προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους, να υποβάλει πληροφορίες για συνδρομητές σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές, πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών,
2. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.
3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος "πληροφορίες για συνδρομητές" σημαίνει κάθε πληροφορία υπό μορφή δεδομένων υπολογιστή ή υπό οιανδήποτε άλλη μορφή, η οποία φυλάσσεται από έναν πάροχο υπηρεσιών και αφορά τους συνδρομητές των υπηρεσιών του, με εξαίρεση τα στοιχεία κίνησης ή περιεχομένου, από την οποία μπορεί να εξακριβωθεί:
α. ο τύπος της χρησιμοποιούμενης υπηρεσίας επικοινωνιών, οι τεχνικές προδιαγραφές της και η περίοδος υπηρεσίας,
β. η ταυτότητα του συνδρομητή, η ταχυδρομική ή η γεωγραφική διεύθυνση, το τηλέφωνο και άλλοι αριθμοί πρόσβασης, τα στοιχεία χρέωσης και πληρωμής που είναι διαθέσιμα με βάση τη σύμβαση ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών,
γ. κάθε άλλη πληροφορία σχετική με τον τόπο εγκατάστασης του εξοπλισμού επικοινωνίας, που είναι διαθέσιμη με βάση την σύμβαση ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών,
Τίτλος 4 - Έρευνα και κατάσχεση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή
Άρθρο 19
Έρευνα και κατάσχεση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δοθεί η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές του να ερευνούν ή ομοίως να έχουν πρόσβαση:
α. σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε μέρος αυτού και στα δεδομένα υπολογιστή που είναι αποθηκευμένα σε αυτόν, και
β. σε ένα μέσο αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή στο οποίο υπάρχουν αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή μέσα στην επικράτεια του.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι σε περίπτωση που οι αρχές του ερευνούν ή έχουν πρόσβαση σε ένα συγκεκριμένο σύστημα υπολογιστή ή σε μέρος αυτού σε εκτέλεση της παραγράφου Ι.α και πιθανολογείται ότι τα αναζητούμενα δεδομένα είναι αποθηκευμένα σε άλλο σύστημα υπολογιστή ή μέρος αυτού μέσα στην επικράτεια του, και αυτά τα δεδομένα είναι νομίμως προσιτά ή διαθέσιμα στο αρχικό σύστημα, οι αρχές έχουν την δυνατότητα να επεκτείνουν ταχέως την έρευνα ή παρόμοια πρόσβαση προς το άλλο σύστημα.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να κατάσχουν ή ομοίως να εξασφαλίζουν τα δεδομένα υπολογιστή στα οποία απέκτησαν πρόσβαση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την εξουσία:
α. να κατάσχουν ή ομοίως να ασφαλίζουν ένα σύστημα υπολογιστή ή μέρος αυτού ή ένα μέσον αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή,
β. να παράγουν και να διατηρούν ένα αντίγραφο αυτών των δεδομένων υπολογιστή,
γ. να διατηρούν την ακεραιότητα των σχετικών αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή,
δ. να καθιστούν απρόσιτα ή να αφαιρούν αυτά τα δεδομένα υπολογιστή από το εξεταζόμενο σύστημα υπολογιστή.
4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να διατάξουν οποιοδήποτε πρόσωπο έχει γνώση περί της λειτουργίας του συστήματος υπολογιστή ή των μέτρων που ισχύουν για την προστασία των δεδομένων υπολογιστή που υπάρχουν σε αυτό, να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να καταστεί δυνατή η άσκηση των μέτρων που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2.
5. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.
Τίτλος 5 - Συλλογή δεδομένων υπολογιστή σε πραγματικό χρόνο
Άρθρο 20
Συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να:
α. συλλέγουν ή καταγράφουν με την εφαρμογή τεχνικών μέσων στην επικράτεια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους, και
β. αναγκάζουν έναν πάροχο υπηρεσιών με την υφιστάμενη τεχνική ικανότητα του:
ι να συλλέγει ή καταγράφει με την εφαρμογή τεχνικών
μέσων στην επικράτεια αυτή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή
ιι να συνεργάζεται και να βοηθά τις αρμόδιες αρχές στην συλλογή ή καταγραφή, δεδομένων κίνησης, σε πραγματικό χρόνο, σε σχέση με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια του που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή.
2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος λόγω των πάγιων αρχών του εσωτερικού νομικού συστήματος του δεν μπορεί να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο Ι.α μπορεί άντ' αυτών να λάβει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι θα γίνεται συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων κίνησης που σχετίζονται με τις συγκεκριμένες επικοινωνίες που διαβιβάζονται στην επικράτεια του, δια της εφαρμογής τεχνικών μέσων σε αυτήν την επικράτεια.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξαναγκασθεί ένας πάροχος υπηρεσιών να τηρήσει εχεμύθεια ως προς το γεγονός της εκτέλεσης κάποιας δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και κάθε πληροφορίας που σχετίζεται με αυτήν.
4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.
Άρθρο 21
Άρση του απορρήτου των δεδομένων περιεχομένου
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία σε σχέση με ένα φάσμα σοβαρών εγκλημάτων που θα καθοριστούν από το εσωτερικό δίκαιο, ώστε να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να:
α. συλλέγουν ή καταγράφουν με την εφαρμογή τεχνικών μέσων στην επικράτεια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους, και
β. αναγκάζουν έναν πάροχο υπηρεσιών με την υφιστάμενη τεχνική ικανότητα του:
ι να συλλέγει ή καταγράφει με την εφαρμογή τεχνικών
μέσων στην επικράτεια αυτή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή
ιι να συνεργάζεται και να βοηθά τις αρμόδιες αρχές στη συλλογή ή καταγραφή, δεδομένων περιεχομένου, σε πραγματικό χρόνο, σε σχέση με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια του που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή.
2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος λόγω των πάγιων αρχών του εσωτερικού νομικού συστήματος του δεν μπορεί να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 .α μπορεί αντ' αυτών να λάβει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζει ότι θα γίνεται συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων περιεχομένου για συγκεκριμένες επικοινωνίες που διαβιβάζονται στην επικράτεια του, δια της εφαρμογής τεχνικών μέσων σε αυτήν την επικράτεια.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξαναγκασθεί ένας πάροχος υπηρεσιών να τηρεί εχεμύθεια ως προς το γεγονός της εκτέλεσης κάποιας εξουσίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και κάθε πληροφορίας που σχετίζεται με αυτήν.
4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.
Τμήμα 3 - Δικαιοδοσία
Άρθρο 22
Δικαιοδοσία
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία επί κάθε εγκλήματος που ποινικοποιείται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης, όταν τα εγκλήματα αυτά διαπράττονται:
α. εντός της επικράτειας του ή
β. επί ενός πλοίου που φέρει την σημαία του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή
γ. επί ενός αεροσκάφους που είναι καταχωρημένο σύμφωνα με τους νόμους του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή
δ. από ένα πολίτη του, εάν το έγκλημα τιμωρείται από το ποινικό δίκαιο στον τόπο που διαπράχθηκε ή εάν το έγκλημα διαπράχθηκε εκτός της εδαφικής δικαιοδοσίας ενός κράτους.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιφυλαχθεί να εφαρμόσει μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υπό συγκεκριμένες συνθήκες τους κανόνες περί δικαιοδοσίας που αναφέρονται στις παραγράφους Ι.β έως Ι.δ του παρόντος Άρθρου ή μέρους αυτού.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεμελιωθεί δικαιοδοσία επί των εγκλημάτων που αναφέρονται στο Άρθρο 24 παράγραφος 1, της παρούσας Σύμβασης, σε περιπτώσεις όπου ο φερόμενος ως εγκληματίας είναι παρών μέσα στην επικράτεια του και δεν τον εκδίδει σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος αποκλειστικώς και μόνον με βάση την εθνικότητα του, κατόπιν αίτησης έκδοσης.
4. Η παρούσα Σύμβαση δεν αποκλείει την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του.
5. Όταν περισσότερα από ένα Συμβαλλόμενα Μέρη διεκδικούν δικαιοδοσία επί ενός εγκλήματος που ποινικοποιείται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, τα εμπλεκόμενα μέρη θα διαβουλευθούν, όπου αυτό απαιτείται, με σκοπό να προσδιορισθεί η καταλληλότερη δικαιοδοσία για να ασκηθεί δίωξη.
Κεφάλαιο III - Διεθνής συνεργασία
Τμήμα 1 - Γενικές αρχές
Τίτλος 1 - Γενικές αρχές σχετικά με την διεθνή συνεργασία
Άρθρο 23
Γενικές αρχές σχετικές με την διεθνή συνεργασία
Τα Συμβαλλόμενα Μέρη συνεργάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και με την εφαρμογή των σχετικών διεθνών συμφωνιών διεθνούς συνεργασίας σε ποινικά θέματα, των ρυθμίσεων που έχουν γίνει με βάση την ενιαία ή αμοιβαία νομοθεσία, και τους εσωτερικούς νόμους, στη μέγιστη δυνατή έκταση για την πραγματοποίηση ερευνών ή την άσκηση διώξεων για ποινικά αδικήματα σχετιζόμενα με συστήματα υπολογιστών και δεδομένα, ή για την συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή που αφορούν ποινικά αδικήματα.
Τίτλος 2 - Αρχές σχετικά με την έκδοση
Άρθρο 24
Έκδοση
1. α. Το παρόν άρθρο αφορά εκδόσεις μεταξύ Συμβαλλόμενων Μερών για τα αδικήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης, υπό τον όρο ότι αυτά τιμωρούνται βάσει των νόμων αμφοτέρων των Συμβαλλόμενων Μερών με στερητική της ελευθερίας ποινή της οποίας το μέγιστο ύψος είναι τουλάχιστον ένα έτος, ή με ακόμη βαρύτερη ποινή.
β. Όταν μια διαφορετική ελαχίστη ποινή ισχύει δυνάμει μιας ρύθμισης η οποία έχει συμφωνηθεί με βάση την ενιαία ή αμοιβαία νομοθεσία ή μια συνθήκη περί έκδοσης, περιλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης (ΕΤ8 No. 24), που ισχύει μεταξύ δύο ή περισσότερων Συμβαλλόμενων Μερών, τότε ισχύει η ελαχίστη ποινή που προβλέπεται δυνάμει της εν λόγω ρύθμισης.
2. Τα ποινικά αδικήματα που περιγράφονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου θεωρούνται ότι αποτελούν εγκλήματα για το οποία επιτρέπεται η έκδοση σε κάθε συνθήκη έκδοσης που ισχύει μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν να συμπεριλάβουν τα εν λόγω εγκλήματα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, σε κάθε συνθήκη έκδοσης που θα συνάψουν μεταξύ τους.
3. Εάν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος έχει ως προϋπόθεση για την έκδοση την ύπαρξη συνθήκης, και αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος λάβει ένα αίτημα έκδοσης από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος με τον οποίο δεν έχει συνάψει σύμβαση έκδοσης, μπορεί να θεωρήσει την παρούσα Σύμβαση ως την νομική βάση για την έκδοση σε σχέση με οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
4. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη που δεν έχουν ως προϋπόθεση για την έκδοση την ύπαρξη σύμβασης, θα αναγνωρίζουν τα ποινικά αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ως αδικήματα μεταξύ των.
5. Η έκδοση υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπει το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, ή οι ισχύουσες συμβάσεις περί έκδοσης, συμπεριλαμβανομένων και των λόγων για τους οποίους το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, μπορεί να αρνηθεί την έκδοση.
6. Εάν η έκδοση για ένα ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου απορριφθεί μόνο με βάση την υπηκοότητα του εκζητούμενου προσώπου ή επειδή το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, θεωρεί ότι έχει δικαιοδοσία επί του εγκλήματος, τότε το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, παραπέμπει την υπόθεση κατόπιν αιτήματος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους στις αρμόδιες αρχές του με σκοπό να ασκηθεί ποινική δίωξη και θα αναφέρει την τελική έκβαση στο αιτούν μέρος σε εύθετο χρόνο. Οι εν λόγω αρχές εκδίδουν την απόφαση τους, διεξάγουν τις έρευνες τους και ασκούν την δίωξη τους με τον ίδιο τρόπο όπως και για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα παρεμφερούς φύσης σύμφωνα με τον νόμο του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους.
7. α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, την στιγμή της υπογραφής ή όταν καταθέτει το έγγραφο κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, γνωστοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης το όνομα και την διεύθυνση κάθε αρχής που είναι υπεύθυνη για την έκδοση και λήψη αιτημάτων έκδοσης ή προσωρινής σύλληψης σε περίπτωση μη ύπαρξης σύμβασης.
β. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει ένα μητρώο των αρχών που θα γνωστοποιηθούν κατ' αυτόν τον τρόπο από τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υπάρχουν στο μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.
Τίτλος 3 - Γενικές αρχές σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή
Άρθρο 25
Γενικές αρχές σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή
1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν την ευρύτερη δυνατή αμοιβαία συνδρομή μεταξύ τους για την πραγματοποίηση ερευνών ή την άσκηση διώξεων σε περιπτώσεις ποινικών αδικημάτων σχετιζόμενων με συστήματα υπολογιστή και δεδομένων, ή για την συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή που αφορούν σε ένα ποινικό αδίκημα.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει επίσης τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που καθορίζονται στα άρθρα 27 έως 35.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, σε επείγουσες περιστάσεις, μπορεί να απευθύνει αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ή σχετικά μηνύματα με γρήγορα μέσα επικοινωνίας όπως τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο υπό την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά εξασφαλίζουν τα απαραίτητα επίπεδα ασφάλειας και γνησιότητας (συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης κρυπτογραφίας στις περιπτώσεις που απαιτείται), και ότι θα επακολουθεί επίσημη επιβεβαίωση, όταν αυτή ζητείται από το μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, αποδέχεται και απαντά στο αίτημα με οποιοδήποτε από τα γρήγορα μέσα επικοινωνίας.
4. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά σε άρθρα του παρόντος κεφαλαίου, η αμοιβαία συνδρομή υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, ή από τις ισχύουσες συμβάσεις περί αμοιβαίας συνδρομής, περιλαμβανόμενων των λόγων για τους οποίους το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, μπορεί να αρνηθεί τη συνεργασία. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, δεν ασκεί το δικαίωμα άρνησης της αμοιβαίας συνδρομής για τα εγκλήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 έως 11 με μόνη αιτιολογία ότι το αίτημα αφορά ένα έγκλημα το οποίο θεωρεί ως φορολογικό.
5. Στην περίπτωση που σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, έχει το δικαίωμα να θέσει ως προϋπόθεση για την παροχή αμοιβαίας συνδρομής την ύπαρξη διττού αξιόποινου, η προϋπόθεση αυτή θα θεωρείται ότι εκπληρώνεται, ασχέτως εάν οι νόμοι του κατατάσσουν το έγκλημα στην ίδια κατηγορία εγκλημάτων ή εάν περιγράφουν το έγκλημα με την ίδια ορολογία με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, εάν η περιγραφόμενη συμπεριφορά για την οποία ζητείται η συνδρομή, αποτελεί ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους δικούς του νόμους.
Άρθρο 26
Αυθόρμητη ενημέρωση
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, μέσα στα όρια του εσωτερικού του δικαίου και χωρίς προηγουμένως να του ζητηθεί, μπορεί να αποστείλει σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος πληροφορίες που έχει λάβει στα πλαίσια των δικών του ερευνών, όταν κρίνει ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε να βοηθήσει το Συμβαλλόμενο Μέρος, που λαμβάνει τις πληροφορίες, να ξεκινήσει ή να διενεργήσει έρευνες ή να ασκήσει διώξεις για ποινικά αδικήματα που θεμελιώνονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση ή που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αίτημα συνεργασίας από εκείνο το Συμβαλλόμενο Μέρος δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου.
2. Πριν χορηγήσει τις πληροφορίες αυτές, το παρέχον Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει να τηρηθεί εμπιστευτικότητα ως προς αυτές ή να χρησιμοποιηθούν αυτές υπό όρους. Εάν το λαμβάνον Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να συμμορφωθεί με το αίτημα αυτό, πρέπει να ειδοποιεί σχετικά το παρέχον τις πληροφορίες Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο στη συνέχει θα κρίνει εάν οι πληροφορίες αυτές πρέπει να δοθούν Εάν το λαμβάνον Συμβαλλόμενο Μέρος αποδεχθεί τις πληροφορίες με τους όρους αυτούς, τότε θα δεσμεύεται από αυτούς.
Τίτλος 4 Διαδικασίες που αφορούν τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ελλείψει ισχυουσών διεθνών συμφωνιών
ΑΡΘΡΟ 27
Διαδικασίες που αφορούν τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ελλείψει ισχυουσών διεθνών συμβάσεων
1.Σε περίπτωση που μεταξύ του αιτούντος και του Συμβαλλόμενου Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στην βάση της ενιαίας ή αμοιβαίας νομοθεσίας, ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 9 του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν στην περίπτωση που υφίσταται τέτοιου είδους σύμβαση, ρύθμιση ή νομοθεσία, εκτός εάν τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνήσουν να εφαρμόσουν αντ’ αυτών σύνολο ή μέρος του υπόλοιπου του παρόντος άρθρου.
2.α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει μία (ή περισσότερες) κεντρική αρχή που είναι υπεύθυνη για την αποστολή και την απάντηση αιτήσεων, αμοιβαίας συνδρομής, για την εκτέλεση των αιτήσεων αυτών ή για την διαβίβασή τους προς τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εκτέλεσή τους.
β. Οι κεντρικές αρχές επικοινωνούν απ’ ευθείας μεταξύ τους.
γ. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, κατά το χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτει τα έγγραφα κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, γνωστοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης τα ονόματα και τις διευθύνσεις των αρχών που ορίζονται σε εκτέλεση της παρούσας παραγράφου.
δ. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει ένα μητρώο των κεντρικών αρχών που θα οριστούν από τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υπάρχουν στο μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.
3. Οι αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής δυνάμει του παρόντος άρθρου εκτελούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται από τον αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, εκτός εάν είναι ασύμβατες με το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.
4. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, πέραν των λόγων άρνησης που ορίζονται στο Άρθρο 25, παράγραφος 4, μπορεί να αρνηθεί τη συνδρομή εάν:
α. η αίτηση αφορά ένα έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα σχετιζόμενο με ένα πολιτικό έγκλημα, ή
β. θεωρεί ότι η εκτέλεση της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή άλλα ουσιαστικά δικαιώματα του.
5. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μπορεί να αναβάλει να ενεργήσει επί μιας αίτησης εάν η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τις ποινικές έρευνες ή διώξεις που διενεργούνται από τις αρχές του.
6. Πριν αρνηθεί ή αναβάλει τη συνδρομή, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, εξετάζει, εάν χρειάζεται, κατόπιν διαβούλευσης με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος εάν η αίτηση μπορεί να γίνει δεκτή μερικώς ή υπό τους όρους που εκείνο θα θεωρήσει αναγκαίους.
7. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ενημερώνει αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για την έκβαση της εκτέλεσης της αίτησης συνδρομής. Σε περίπτωση άρνησης ή αναβολής της αίτησης συνδρομής θα αναφέρονται οι λόγοι. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ενημερώνει επίσης το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για τους τυχόν λόγους που καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση της αίτησης ή που πιθανώς θα την καθυστερήσουν σημαντικά.
8. Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει από το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, να τηρήσει εμπιστευτικότητα ως προς το γεγονός της υποβολής μιας αίτησης δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και για το αντικείμενο αυτής, εκτός εάν τούτο απαιτείται για την εκτέλεση της. Εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν μπορεί να συμμορφωθεί με το αίτημα εμπιστευτικότητας, ειδοποιεί αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο, στη συνέχεια κρίνει εάν μολαταύτα η αίτηση θα πρέπει να εκτελεστεί.
9.α. Σε περίπτωση επείγοντος, οι αιτήσεις για αμοιβαία συνδρομή ή οι σχετικές επικοινωνίες αποστέλλονται απ' ευθείας από τις δικαστικές αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους προς τις αντίστοιχες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, αποστέλλεται ταυτοχρόνως ένα
αντίγραφο στην κεντρική αρχή του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μέσω της κεντρικής αρχής του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.
β. Κάθε αίτηση ή επικοινωνία σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο μπορεί να γίνει μέσω του Διεθνούς Ποινικού Αστυνομικού Οργανισμού (Ιντερπόλ).
γ. Όταν υποβάλλεται μία αίτηση σύμφωνα με την υποπαράγραφο α του παρόντος άρθρου και η αρχή δεν είναι αρμόδια να επιληφθεί της αίτησης, διαβιβάζει την αίτηση στην αρμοδία εθνική αρχή και ενημερώνει απ' ευθείας σχετικώς το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος.
δ. Οι αιτήσεις ή οι επικοινωνίες, που γίνονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και δεν συνεπάγονται εξαναγκασμό σε ενέργεια, μπορούν να διαβιβάζονται απ' ευθείας από τις αρμόδιες αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους προς τις αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.
ε. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος κατά το χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτει το έγγραφο κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, μπορεί να δηλώσει στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι για λόγους αποτελεσματικότητας, οι αιτήσεις δυνάμει της παρούσας παραγράφου θα απευθύνονται στην κεντρική αρχή του.
Άρθρο 28
Εμπιστευτικότητα και περιορισμοί
1. Όταν δεν υφίσταται σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής με βάση ενιαία ή αμοιβαία ισχύουσα νομοθεσία μεταξύ του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους και του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή όταν υφίσταται τέτοια συνθήκη, ρύθμιση ή νομοθεσία, εκτός εάν τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνήσουν να εφαρμόζουν το σύνολο ή το υπόλοιπο του παρόντος άρθρου αντ' αυτών.
2. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μπορεί να θέσει προϋποθέσεις για την παροχή πληροφοριών ή υλικού σε απάντηση μιας αίτησης, υπό τον όρο ότι:
α. οι πληροφορίες θα τηρηθούν εμπιστευτικές σε περίπτωση που η αίτηση για αμοιβαία δικαστική συνδρομή δεν μπορεί να εκτελεστεί χωρίς την προϋπόθεση αυτή, ή
β. δεν θα χρησιμοποιηθούν για έρευνες ή διώξεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στην αίτηση.
3. Εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να συμμορφωθεί με μία προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ενημερώνει αμέσως το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο στη συνέχεια κρίνει εάν οι πληροφορίες πρέπει να δοθούν. Εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος αποδεχθεί αυτόν τον όρο, τότε θα δεσμεύεται από αυτόν.
4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος που παρέχει πληροφορίες ή υλικό, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μπορεί να ζητήσει από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να εξηγήσει σχετικά με την προϋπόθεση αυτή πως χρησιμοποίησε αυτές τις πληροφορίες ή το υλικό.
Τμήμα 2-Ειδικές διατάξεις
Τίτλος I — Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με προληπτικά μέτρα
Άρθρο 29
Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να, ζητήσει από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να διατάξει ή με άλλο τρόπο εξασφαλίσει την κατεπείγουσα διατήρηση δεδομένων που είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή, το οποίο ευρίσκεται στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλομένου Μέρους, για τα οποία το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος προτίθεται να υποβάλει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής με σκοπό την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση, εξασφάλιση ή αποκάλυψη των δεδομένων.
2. Κάθε αίτηση διατήρησης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρέπει να αναφέρει:
α. την αρχή που ζητεί την διατήρηση,
β. το έγκλημα που αποτελεί το αντικείμενο της ποινικής έρευνας ή δίωξης και συνοπτική περιγραφή των συναφών πραγματικών περιστατικών,
γ. τα προς διατήρηση αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή και την σχέση τους με το έγκλημα,
δ. κάθε διαθέσιμη πληροφορία που ταυτοποιεί τον κατέχοντα τα αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή ή τη θέση του συστήματος υπολογιστή,
ε. την αναγκαιότητα της διατήρησης και
στ. ότι το Συμβαλλόμενο Μέρος προτίθεται να υποβάλει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής για την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση, εξασφάλιση ή αποκάλυψη των αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή.
3. Με την λήψη της αίτησης από Συμβαλλόμενο Μέρος, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την κατεπείγουσα διατήρηση των συγκεκριμένων δεδομένων, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο. Για τους σκοπούς της ανταπόκρισης στην αίτηση, δεν απαιτείται η ύπαρξη διττού αξιόποινου ως προϋπόθεση για την εν λόγω διατήρηση,.
4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει θέσει ως προϋπόθεση την ύπαρξη διττού αξιόποινου για την ανταπόκριση σε μία αίτηση για αμοιβαία συνδρομή με σκοπό την έρευνα ή τη με ανάλογο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση ή την με ανάλογο τρόπο εξασφάλιση ή αποκάλυψη των αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή, μπορεί, για εγκλήματα άλλα από εκείνα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της Σύμβασης, να διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί την ανταπόκριση στην αίτηση για διατήρηση δυνάμει του παρόντος άρθρου, στις περιπτώσεις που έχει λόγους να πιστεύει ότι κατά την στιγμή της αποκάλυψης των δεδομένων δεν μπορεί να εκπληρωθεί η προϋπόθεση του διττού αξιόποινου.
5. Επί πλέον, μία αίτηση για διατήρηση μπορεί να απορριφθεί μόνον εάν:
α. η αίτηση αφορά έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, χαρακτηρίζει ως πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα που σχετίζεται με πολιτικό έγκλημα, ή
β. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η αποδοχή της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, την δημόσια τάξη ή άλλα θεμελιώδη συμφέροντα του.
6. Στην περίπτωση που το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η διατήρηση δεν θα εξασφαλίσει την μελλοντική διαθεσιμότητα των δεδομένων ή ότι θα απειλήσει την εμπιστευτικότητα ή άλλως θα βλάψει την έρευνα του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, ενημερώνει αμέσως σχετικά το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο κρίνει εάν η αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή σε κάθε περίπτωση.
7. Κάθε διατήρηση που πραγματοποιείται σε ανταπόκριση της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, θα γίνεται για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών, με σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος να υποβάλει αίτηση για την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση ή με παρόμοιο τρόπο εξασφάλιση ή αποκάλυψη των δεδομένων. Μετά τη λήψη μιας τέτοιας αίτησης, τα δεδομένα συνεχίζουν να διατηρούνται μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αυτής.
Άρθρο 30
Κατεπείγουσα αποκάλυψη διατηρηθέντων δεδομένων κίνησης
1. Σε περίπτωση που κατά τη διαδικασία αποδοχής του αιτήματος που υποβλήθηκε σύμφωνα με το Άρθρο 29 για διατήρηση δεδομένων κίνησης που αφορούν σε μια συγκεκριμένη επικοινωνία, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, διαπιστώσει ότι ένας πάροχος υπηρεσιών σε άλλο Κράτος αναμίχθηκε στη διαβίβαση της επικοινωνίας, το Συμβαλλόμενο αυτό Μέρος αποκαλύπτει κατεπειγόντως στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος επαρκή ποσότητα δεδομένων κίνησης για να ταυτοποιηθεί ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών και η διαδρομή μέσω της οποίας διαβιβάσθηκε η επικοινωνία αυτή.
2. Η αποκάλυψη των δεδομένων κίνησης δυνάμει της παραγράφου 1 μπορεί να απορριφθεί μόνον εάν:
α. η αίτηση αφορά έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, χαρακτηρίζει ως πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα που σχετίζεται με πολιτικό έγκλημα ή
β. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η εκτέλεση της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, την δημόσια τάξη ή άλλα θεμελιώδη συμφέροντα του.
Τίτλος 2 - Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με ανακριτικές πράξεις
Άρθρο 31
Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με την πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να ερευνήσει ή με παρόμοιο τρόπο αποκτήσει πρόσβαση, κατάσχει ή με παρόμοιο τρόπο εξασφαλίσει ή αποκαλύψει δεδομένα που είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή που βρίσκεται στην επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, περιλαμβανομένων των δεδομένων που έχουν διατηρηθεί κατ' εφαρμογή του Άρθρου 29.
2. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ανταποκρίνεται στην αίτηση αυτή εφαρμόζοντας τις διεθνείς συμβάσεις, ρυθμίσεις και νόμους που αναφέρονται στο Άρθρο 23, και σύμφωνα με τις λοιπές σχετικές διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.
3. Το αίτημα αντιμετωπίζεται σε κατεπείγουσα βάση όταν:
α. λογίζεται βάσιμα ότι τα σχετικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε απώλεια ή τροποποίηση, ή
β. οι συμβάσεις, ρυθμίσεις και νόμοι που αναφέρονται στην παράγραφο 2 προβλέπουν κατεπείγουσα συνεργασία.
Άρθρο 32
Διασυνοριακή πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή, μετά από συναίνεση ή σε περίπτωση που αυτά είναι διαθέσιμα στο κοινό
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, χωρίς την εξουσιοδότηση του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους:
α. να έχει πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή που είναι διαθέσιμα στο κοινό (ανοικτή πηγή), ασχέτως της γεωγραφικής θέσης των δεδομένων, ή
β. να αποκτήσει πρόσβαση ή να λάβει, μέσω ενός συστήματος υπολογιστή στην επικράτεια του, δεδομένα υπολογιστή που είναι αποθηκευμένα σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος λάβει την νόμιμη και οικειοθελή συναίνεση του προσώπου που έχει την νόμιμη εξουσία να αποκαλύπτει τα δεδομένα στο Συμβαλλόμενο Μέρος μέσω του συστήματος υπολογιστή του.
Άρθρο 33
Δικαστική συνδρομή για την συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο
1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τη συλλογή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων κίνησης σχετικά με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια τους, που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή. Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 2, η εν λόγω συνδρομή διέπεται από τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος παρέχει παρόμοια συνδρομή τουλάχιστον αναφορικά με αδικήματα για τα οποία επιτρέπεται, η συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο σε παρόμοιες υποθέσεις σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.
Άρθρο 34
Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με την άρση απορρήτου δεδομένων περιεχομένου
Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για την συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων περιεχομένου σχετικά με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια τους, που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, στον βαθμό που επιτρέπεται από τις ισχύουσες συμβάσεις και το εσωτερικό τους δίκαιο.
Τίτλος 3 - Δίκτυο 24/7
Άρθρο 35
Δίκτυο 24/7
1.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει ένα σημείο επαφής που θα είναι διαθέσιμο σε εικοσιτετράωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η παροχή άμεσης συνδρομής, σε περιπτώσεις έρευνας ή δίωξης αναφορικά με ποινικά αδικήματα σχετιζόμενα με συστήματα και δεδομένα υπολογιστή, ή με σκοπό την συλλογή των αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή για ένα ποινικό αδίκημα. Η εν λόγω συνδρομή περιλαμβάνει την διευκόλυνση ή, εάν αυτό επιτρέπεται από το εσωτερικό δίκαιο και την πρακτική, την άμεση εφαρμογή των ακόλουθων μέτρων.
α. την παροχή τεχνικών συμβουλών,
β. την διατήρηση των δεδομένων σύμφωνα με τα Αρθρα 29 και 30,
γ. τη συλλογή, αποδεικτικών στοιχείων, παροχή νομικής ενημέρωσης και τον εντοπισμό των υπόπτων.
2. α. Το σημείο επαφής κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους είναι αρμόδιο να επικοινωνεί σε κατεπείγουσα βάση με το σημείο επαφής ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
β. Εάν το σημείο επαφής που θα ορίσει ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν ανήκει στην αρχή (ή τις αρχές του Συμβαλλόμενου αυτού Μέρους που είναι αρμόδια (ή αρμόδιες) για την παροχή αμοιβαίας συνδρομής ή για την έκδοση, το σημείο επαφής διασφαλίζει ότι είναι σε θέση να συντονίζεται με την αρχή (ή τις αρχές) αυτή (ή αυτές) σε κατεπείγουσα βάση.
3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξασφαλίζει την ύπαρξη διαθέσιμου εκπαιδευμένου και καταρτισμένου προσωπικού για την διευκόλυνση της λειτουργίας του δικτύου.
Κεφάλαιο IV – Tελικές διατάξεις
Άρθρο 36
Υπογραφή και θέση σε ισχύ
1.Η παρούσα Σύμβαση είναι ανοικτή για υπογραφή από τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και από τα Κράτη μέλη που έλαβαν μέρος στην επεξεργασία της.
2.Η παρούσα Σύμβαση υπόκειται σε κύρωση, αποδοχή ή έγκριση. Τα έγγραφα κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης κατατείθενται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
3. Η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία πέντε Κράτη, μεταξύ των οποίων πρέπει να περιλαμβάνονται τουλάχιστον τρία Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης θα έχουν εκφράσει την συναίνεσή τους να δεσμευτούν από την Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2.
4. Σε σχέση με κάθε υπογράφον Κράτος που εκφράζει μεταγενεστέρως την συναίνεση του να δεσμευτεί από αυτήν, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία το εν λόγω Κράτος εκφράζει την συναίνεση του να δεσμευτεί από την Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2.
Άρθρο 37
Προσχώρηση στην Σύμβαση
1. Μετά την θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, αφού διαβουλευτεί και λάβει την ομόφωνη συναίνεση των Συμβαλλόμενων Κρατών της Σύμβασης, μπορεί να καλεί κάθε Κράτος που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου και δεν έχει συμμετάσχει στην επεξεργασία της Σύμβασης, να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση. Η απόφαση λαμβάνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται από το Άρθρο 20.δ του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης, και με ομοφωνία των εκπροσώπων των Συμβαλλόμενων Κρατών που συμμετέχουν στην Επιτροπή Υπουργών.
2. Σε σχέση με κάθε υπογράφον Κράτος που προσχωρεί στην Σύμβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ανωτέρω, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα κατάθεσης του εγγράφου προσχώρησης στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Άρθρο 38
Εδαφική εφαρμογή
1. Κάθε Κράτος, κατά τη στιγμή της υπογραφής ή της κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, καθορίζει την επικράτεια ή τις επικράτειες στις οποίες εφαρμόζεται η Σύμβαση.
2. Κάθε Κράτος, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, με δήλωση που θα απευθύνει στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, μπορεί να επεκτείνει την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης σε κάθε άλλη επικράτεια που θα καθορίσει στη δήλωση. Σε σχέση με αυτή την επικράτεια, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα παραλαβής της δήλωσης από το Γενικό Γραμματέα.
3. Κάθε δήλωση που γίνεται δυνάμει των προηγούμενων δύο παραγράφων προκειμένου περί κάθε επικράτειας καθοριζόμενης στην εν λόγω δήλωση, μπορεί να αποσυρθεί με ειδοποίηση απευθυνόμενη προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η απόσυρση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα παραλαβής της εν λόγω ειδοποίησης από το Γενικό Γραμματέα.
Άρθρο 39
Αποτελέσματα της Σύμβασης
1. Σκοπός της παρούσας Σύμβασης είναι να συμπληρώσει τις ισχύουσες πολυμερείς ή διμερείς συνθήκες ή ρυθμίσεις μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών, περιλαμβανόμενων των διατάξεων:
- της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης που άνοιξε προς υπογραφή στο Παρίσι στις 13 Δεκεμβρίου 1957 (ETS No. 24),
-ης Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αμοιβαία Συνδρομή σε Ποινικές Υποθέσεις, που άνοιξε προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 20 Απριλίου 1959 (ETS No. 30),
- του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαστικής Συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων, που άνοιξε προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 17 Μαρτίου 1978 (ETS No. 99).
2. Εάν δύο ή περισσότερα Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν ήδη συνάψει συμφωνία ή συνθήκη πάνω σε θέματα που ρυθμίζονται από την παρούσα Σύμβαση ή έχουν ρυθμίσει διαφορετικά τις σχέσεις τους πάνω σε αυτά τα θέματα, ή εάν το πράξουν στο μέλλον, δικαιούνται επίσης να εφαρμόζουν εκείνη την σύμβαση ή συνθήκη ή να ρυθμίζουν αναλόγως εκείνες τις σχέσεις. Εν τούτοις, σε περίπτωση που τα Συμβαλλόμενα Μέρη ρυθμίσουν τις σχέσεις τους πάνω σε θέματα τα οποία ρυθμίζει η παρούσα Σύμβαση με τρόπο διαφορετικό από ότι σε αυτή, το πράττουν κατά τρόπον που είναι συμβατός με τους σκοπούς και πς αρχές της Σύμβασης.
3. Η παρούσα Σύμβαση δεν μπορεί να θίγει άλλα δικαιώματα, περιορισμούς, υποχρεώσεις και ευθύνες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους.
Άρθρο 40
Δηλώσεις
Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατά τη στιγμή της υπογραφής ή κατά το χρόνο της κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, κάθε Κράτος μπορεί να δηλώσει ότι κάνει χρήση της δυνατότητας να απαιτήσει πρόσθετα στοιχεία, όπως ορίζουν τα Άρθρα 2, 3, 6 παράγραφος Ι.β, 7, 9παράγραφος 3, και27 παράγραφος 9.ε.
Άρθρο 41
Ομοσπονδιακή ρήτρα
1. Ένα ομόσπονδο Κράτος μπορεί να επιφυλαχθεί να αναλάβει υποχρεώσεις, δυνάμει του Κεφαλαίου II της παρούσας Σύμβασης σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τη σχέση μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης του και των συστατικών Πολιτειών του ή άλλων παρόμοιων εδαφικών ενοτήτων υπό τον όρο ότι θα συνεχίσει να είναι σε θέση να συνεργάζεται με βάση το Κεφάλαιο III.
2. Όταν διατυπώσει μια επιφύλαξη σύμφωνα με την παράγραφο 1, ένα ομόσπονδο Κράτος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τους όρους αυτής της επιφύλαξης για να αποκλείσει ή να μειώσει τις υποχρεώσεις του για τη θέσπιση των μέτρων που ορίζονται στο Κεφάλαιο II. Εν γένει, θα προβλέψει ευρύτερες και αποτελεσματικότερες αρμοδιότητες επιβολής του νόμου σε σχέση με τα μέτρα αυτά.
3. Σε σχέση με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, η εφαρμογή των οποίων εμπίπτει στη δικαιοδοσία των συστατικών Πολιτειών του ή άλλων παρόμοιων εδαφικών ενοτήτων, που δεν είναι υποχρεωμένες από το συνταγματικό σύστημα της ομοσπονδίας να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των Πολιτειών αυτών για τις εν λόγω διατάξεις και θα δώσει τη θετική γνώμη της, ενθαρρύνοντας τις Πολιτείες να ενεργήσουν καταλλήλως για την θέση τους σε ισχύ.
Άρθρο 42
Επιφυλάξεις
Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατά τη στιγμή της υπογραφής ή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, κάθε Κράτος μπορεί να δηλώσει ότι κάνει χρήση των επιφυλάξεων που προβλέπονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 2, Άρθρο 6 παράγραφος 3, Άρθρο 9 παράγραφος 4, Άρθρο 10 παράγραφος 3, Άρθρο 11 παράγραφος 3, Άρθρο 14 παράγραφος 3, Άρθρο 22 παράγραφος 2, Άρθρο 29 παράγραφος 4, και Άρθρο 41 παράγραφος 1. Καμμία άλλη επιφύλαξη δεν μπορεί να διατυπωθεί.
Άρθρο 43
Καθεστώς και άρση των επιφυλάξεων
1. Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει καταθέσει επιφύλαξη σύμφωνα με το Άρθρο 42 μπορεί να την άρει εν όλω ή εν μέρει με ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η άρση τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα. Εάν η ειδοποίηση αναφέρει ότι η άρση μιας επιφύλαξης πρόκειται να τεθεί σε ισχύ σε μια ημερομηνία που θα ορίζεται στην ειδοποίηση και αυτή η ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας που η ειδοποίηση θα παραληφθεί από τον Γενικό Γραμματέα, η άρση τίθεται σε ισχύ κατά την εν λόγω μεταγενέστερη ημερομηνία.
2. Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει καταθέσει επιφύλαξη κατά το Άρθρο 42, αίρει την εν λόγω επιφύλαξη, εν όλω ή εν μέρει, μόλις το επιτρέψουν οι περιστάσεις.
3. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί περιοδικά να ερωτά τα Συμβαλλόμενα Μέρη που έχουν καταθέσει μία ή περισσότερες επιφυλάξεις κατά το Άρθρο 42, σχετικά με τις προοπτικές άρσης αυτών των επιφυλάξεων.
Άρθρο 44
Τροποποιήσεις
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις της παρούσας Σύμβασης, οι οποίες κοινοποιούνται από το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης στα Κράτη-Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα Κράτη μη Μέλη που έλαβαν μέρος στην επεξεργασία της παρούσας Σύμβασης, καθώς και σε κάθε άλλο Κράτος που έχει προσχωρήσει ή έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 37.
2. Κάθε τροποποίηση προτεινόμενη από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC), η οποία θα γνωμοδοτεί στην Επιτροπή Υπουργών επί της εν λόγω προτεινομένης τροποποίησης.
3. Η Επιτροπή Υπουργών εξετάζει την προτεινόμενη τροποποίηση και τη γνωμοδότηση της CDPC και κατόπιν διαβουλεύσεων με τα Κράτη μη Μέλη που είναι Συμβαλλόμενα Μέρη της παρούσας Σύμβασης, μπορεί να υιοθετήσει την τροποποίηση.
4. Το κείμενο τροποποίησης που εγκρίνεται από την Επιτροπή Υπουργών σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος Άρθρου, αποστέλλεται στα Συμβαλλόμενα Μέρη προς αποδοχή.
5. Κάθε τροποποίηση που εγκρίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την ημέρα που όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα έχουν ενημερώσει το Γενικό Γραμματέα για την αποδοχή τους.
Άρθρο 45
Επίλυση διαφορών
1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) τηρείται ενήμερη για την ερμηνεία και εφαρμογή της Σύμβασης.
2. Σε περίπτωση που υπάρξει διαφορά μεταξύ Συμβαλλόμενων Μερών ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, αυτά αναζητούν επίλυση της διαφοράς μέσω διαπραγματεύσεων ή άλλων ειρηνικών μέσων της επιλογής τους, όπως δια της υποβολής της διαφοράς στην CDPC, σε ένα διαιτητικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις θα είναι δεσμευτικές για τα Συμβαλλόμενα Μέρη, ή στο Διεθνές Δικαστήριο, όπως θα συμφωνήσουν τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη.
Άρθρο 46
Διαβουλεύσεις των Συμβαλλόμενων Μερών
1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη διαβουλεύονται περιοδικά, όταν αυτό χρειάζεται, με σκοπό να διευκολυνθεί:
α. η αποτελεσματική χρήση και εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, όπως επίσης και ο εντοπισμός τυχόν προβλημάτων αυτής, καθώς και τα αποτελέσματα κάθε δήλωσης ή επιφύλαξης που έχει γίνει δυνάμει της Σύμβασης,
β. η ανταλλαγή πληροφοριών για σημαντικές νομικές, πολιτικές ή τεχνολογικές εξελίξεις πάνω στο θέμα του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και της συλλογής αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή,
γ. εξέταση πιθανών συμπληρώσεων και τροποποιήσεων της παρούσας Σύμβασης.
2. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) τηρείται περιοδικά ενήμερη για τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) διευκολύνει τις διαβουλεύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να βοηθήσει τα Συμβαλλόμενα Μέρη στην προσπάθεια τους να συμπληρώσουν ή να τροποποιήσουν τη Σύμβαση. Το αργότερο τρία έτη μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC), σε συνεργασία με τα Συμβαλλόμενα Μέρη, προβαίνει σε επανεξέταση όλων των διατάξεων της Σύμβασης και, εάν υπάρχει ανάγκη, προτείνει τις κατάλληλες τροποποιήσεις.
4. Εκτός από τις περιπτώσεις που τα έξοδα αναλαμβάνονται από το Συμβούλιο της Ευρώπης, τα έξοδα που συνεπάγεται η εκτέλεση των διατάξεων της παραγράφου 1 βαρύνουν τα Συμβαλλόμενα Μέρη με τον τρόπο που εκείνα θα καθορίσουν.
5. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη βοηθούνται από τη Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης να εκτελέσουν τις αρμοδιότητες τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Άρθρο 47
Καταγγελία
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί οποτεδήποτε να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση με ειδοποίηση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης,
2. Η εν λόγω καταγγελία τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία κατά την οποία η ειδοποίηση θα παραληφθεί από τον Γενικό Γραμματέα.
Άρθρο 48
Ειδοποίηση
Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης ειδοποιεί όλα τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα Κράτη μη Μέλη που έχουν λάβει μέρος στην επεξεργασία της παρούσας Σύμβασης, καθώς και κάθε Κράτος που έχει προσχωρήσει σε αυτήν ή έχει προσκληθεί να προσχωρήσει σε αυτήν, σχετικά με:
α. κάθε υπογραφή,
β. την κατάθεση εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης,
γ. κάθε ημερομηνία θέσης σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης σύμφωνα με τα Άρθρα 36 και 37,
δ. κάθε δήλωση που γίνεται δυνάμει του Άρθρου 40, ή κάθε επιφύλαξη που διατυπώνεται σύμφωνα με το Άρθρο 42,
ε. κάθε άλλη πράξη, ειδοποίηση ή επικοινωνία που σχετίζεται με την παρούσα Σύμβαση.
Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση.
Έγινε στη Βουδαπέστη σήμερα 23 Νοεμβρίου 2001 στην Αγγλική και τη Γαλλική γλώσσα, αμφοτέρων των κειμένων όντων εξ ίσου αυθεντικών, σε ένα αντίγραφο το οποίο θα κατατεθεί στα αρχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα διαβιβάσει επικυρωμένα αντίγραφα σε κάθε Κράτος Μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα Κράτη μη Μέλη που έλαβαν μέρος στην επεξεργασία της παρούσας Σύμβασης, καθώς και κάθε Κράτος που έχει προσκληθεί να προσχωρήσει σε αυτήν.
Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο αναφορικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών, Στρασβούργο 28.1.2003
Τα Κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα υπόλοιπα Συμβαλλόμενα Κράτη της Σύμβασης για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, που άνοιξε προς υπογραφή στην Βουδαπέστη στις 23 Νοεμβρίου 2001, τα οποία υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση,
Θεωρώντας ότι ο σκοπός του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι η επίτευξη μεγαλύτερης ενότητας μεταξύ των μελών του,
Υπενθυμίζοντας ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα τους,
Τονίζοντας την ανάγκη διασφάλισης πλήρους και αποτελεσματικής εφαρμογής όλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου χωρίς καμιά διάκριση, όπως αυτά κατοχυρώνονται σε Ευρωπαϊκά και άλλα διεθνή κείμενα,
Πεπεισμένα ότι οι πράξεις ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης συνιστούν παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και απειλή για το κράτος δικαίου και τη δημοκρατική σταθερότητα,
Θεωρώντας ότι το εθνικό και διεθνές δίκαιο είναι αναγκαίο να προβλέπει επαρκή νομική αντίδραση σε προπαγάνδα ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης μέσω συστημάτων υπολογιστών,
Έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι η προπαγάνδα υπέρ τέτοιων πράξεων συχνά ποινικοποιείται στην εθνική νομοθεσία,
Έχοντας υπ' όψη την Σύμβαση για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, η οποία προβλέπει σύγχρονα και ευέλικτα μέσα διεθνούς συνεργασίας και πεπεισμένα για την ανάγκη εναρμόνισης των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με την καταπολέμηση της ρατσιστικής και ξενοφοβικής προπαγάνδας,
Έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές προσφέρουν πρωτοφανή μέσα διευκόλυνσης της ελευθερίας της έκφρασης και της επικοινωνίας ανά την υφήλιο,
Αναγνωρίζοντας ότι η ελευθερία της έκφρασης συνιστά ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της δημοκρατικής κοινωνίας και αποτελεί μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και την ανάπτυξη κάθε ανθρώπινης οντότητας,
Ανησυχώντας, ωστόσο, για τον κίνδυνο κακής χρήσης ή κατάχρησης των συστημάτων υπολογιστών, με σκοπό την διάδοση ρατσιστικής και ξενοφοβικής προπαγάνδας,
Έχοντας επίγνωση της ανάγκης διασφάλισης της δέουσας ισορροπίας μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης και της αποτελεσματικής μάχης κατά πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης
Αναγνωρίζοντας ότι ο σκοπός του παρόντος Πρωτοκόλλου δεν είναι να θίξει τις καθιερωμένες αρχές που σχετίζονται με την ελευθερία της έκφρασης στα εθνικά νομικά συστήματα,
Λαμβάνοντας υπ' όψη τα σχετικά διεθνή νομικά κείμενα σε αυτόν τον τομέα και, συγκεκριμένα, τη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το υπ' αρ. 12 Πρωτόκολλο της, αναφορικά με τη γενική απαγόρευση των διακρίσεων, καθώς και τις ισχύουσες συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη συνεργασία στον ποινικό τομέα και, ειδικότερα, τη Σύμβαση για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, τη Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων της 21'κ Δεκεμβρίου 1965, την Κοινή Δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15^ Ιουλίου 1996 που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο βάσει του Άρθρου Κ3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση αναφορικά με την δράση για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας,
Χαιρετίζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις, οι οποίες περαιτέρω προωθούν τη διεθνή κατανόηση και συνεργασία στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας,
Έχοντας επίσης υπ' όψη το Σχέδιο Δράσης που υιοθετήθηκε από τους Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης επ’ ευκαιρία της Δεύτερης Διάσκεψης Κορυφής (Στρασβούργο 10-11 Οκτωβρίου 1997), με σκοπό να επιδιώξουν κοινές θέσεις για τα ζητήματα της ανάπτυξης των νέων τεχνολογιών με βάση τα πρότυπα και τις αξίες του Συμβουλίου της Ευρώπης
Συμφώνησαν τα εξής:
Κεφάλαιο I - Κοινές Διατάξεις
Άρθρο 1
Σκοπός
Ο σκοπός του παρόντος Πρωτοκόλλου είναι να συμπληρωθούν μεταξύ των Συμβαλλόμενων στο Πρωτόκολλο Μερών, οι διατάξεις της Σύμβασης για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο η οποία άνοιξε προς υπογραφή στις 23 Νοεμβρίου 2001 (η οποία στη συνέχεια του παρόντος θα αναφέρεται ως "η Σύμβαση"), όσον αφορά στην ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών.
Άρθρο 2
Ορισμοί
1. Για τους σκοπούς του παρόντος Πρωτοκόλλου
"ρατσιστικό και ξενοφοβικό υλικό" σήμαινα κάθε γραπτό υλικό, εικόνα ή άλλη έκφραση ιδεών ή θεωριών που υποστηρίζουν, προάγουν ή υποδαυλίζουν το μίσος, τις διακρίσεις ή την βία κατά κάποιου ατόμου ή ομάδας ατόμων με βάση την φυλή, το χρώμα, την καταγωγή, την εθνική ή την εθνοτική προέλευση, καθώς και την θρησκεία, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες.
2. Οι όροι και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο παρόν Πρωτόκολλο ερμηνεύονται όπως στη Σύμβαση.
Κεφάλαιο ΙΙ - Μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο
Άρθρο 3
Διάδοση ρατσιστικού και ξενοφοβικού υλικού μέσω συστημάτων υπολογιστών
1) Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία, την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:
διανομή ή με άλλο τρόπο διάθεση ρατσιστικού και ξενοφοβικού υλικού στο κοινό μέσω συστήματος υπολογιστή.
2) Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην ποινικοποιήσει τη συμπεριφορά που ορίζει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, εάν το υλικό που προσδιορίζεται από το Άρθρο 2, παράγραφος 1, υποστηρίζει, προάγει ή υποδαυλίζει διακρίσεις που δεν σχετίζονται με μίσος ή βία, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμα άλλα αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα.
3) Παρά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1 στις περιπτώσεις διακρίσεων για τις οποίες, εξαιτίας καθιερωμένων αρχών στο εθνικό νομικό του σύστημα αναφορικά με την ελευθερία της έκφρασης, δεν μπορεί να προβλέψει τα αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα που αναφέρει η εν λόγω παράγραφος 2.
Άρθρο 4 - Απειλή με ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:
απειλή, μέσω συστήματος υπολογιστή, με την διάπραξη ενός σοβαρού ποινικού αδικήματος, όπως αυτό ορίζεται στο εσωτερικό του δίκαιο, (ί) κατά προσώπων επειδή ανήκουν σε μία ομάδα η οποία διακρίνεται βάσει φυλής, χρώματος, καταγωγής, εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης, καθώς και θρησκείας, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες, ή (ii) κατά ομάδας προσώπων που διακρίνεται βάσει οποιουδήποτε εξ αυτών των χαρακτηριστικών.
Άρθρο 5
Προσβολή με ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα
1 .Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:
δημόσια προσβολή, μέσω συστήματος υπολογιστή, (ί) προσώπων επειδή ανήκουν σε μία ομάδα η οποία διακρίνεται βάσει φυλής, χρώματος, καταγωγής, εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης καθώς και θρησκείας, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες, ή (ii) ομάδας προσώπων που διακρίνεται βάσει οποιουδήποτε εξ αυτών των χαρακτηριστικών
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί:
α. είτε να θέσει ως προϋπόθεση ότι το αδίκημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου έχει ως συνέπεια να εκτεθεί το πρόσωπο ή η ομάδα προσώπων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σε μίσος, περιφρόνηση ή γελοιοποίηση,
β. είτε να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει, εν όλω ή εν μέρει, την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 6.
Άρνηση, υποβάθμιση της σημασίας, έγκριση ή δικαιολόγηση γενοκτονίας ή εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:
διανομή ή άλλως διάθεση στο κοινό, μέσω συστήματος υπολογιστή, υλικού που αρνείται, υποβαθμίζει τη σημασία, εγκρίνει ή δικαιολογεί πράξεις που συνιστούν γενοκτονία ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως αυτά ορίζονται από το διεθνές δίκαιο και αναγνωρίζονται από τελικές και δεσμευτικές αποφάσεις του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου που συστήθηκε με την Συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Απριλίου 1945, ή οποιουδήποτε άλλου διεθνούς δικαστηρίου που συστήθηκε με σχετικές διεθνείς συμβάσεις και ταυ οποίου η αρμοδιότητα αναγνωρίζεται από αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί:
α. είτε να θέσει ως προϋπόθεση ότι ή άρνηση ή η υποβάθμιση της σημασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διαπράττεται με σκοπό την υποδαύλιση μίσους, διακρίσεων ή βίας κατά ατόμου ή ομάδας ατόμων βάσει φυλής χρώματος, καταγωγής, εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης καθώς και θρησκείας, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες,
β. είτε να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει, εν όλω ή εν μέρει, την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 7
Συνεργεία και ηθική αυτουργία
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιέρωσα ως ποινικά αδικήματα στην εσωτερική του νομοθεσία, την συνεργεία ή την ηθική αυτουργία στην διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που έχουν καθιερωθεί σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο, με σκοπό την διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων, όταν αυτά διαπράττονται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Σχέσεις μεταξύ της Σύμβασης και του παρόντος Πρωτοκόλλου
Άρθρο 8
Σχέσεις μεταξύ της Σύμβασης και του παρόντος Πρωτοκόλλου
1. Τα Άρθρα 1,12,13,22,41,44,45 και 46 της Σύμβασης εφαρμόζονται, κατ' αναλογία και στο παρόν Πρωτόκολλο.
2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των μέτρων που ορίζουν τα Αρθρα 14 έως 21 και τα Άρθρα 23 έως 35 της Σύμβασης, στα Άρθρα 2 έως 7 του παρόντος Πρωτοκόλλου.
Κεφάλαιο IV-Τελικές διατάξεις
Άρθρο 9
Έκφραση της συναίνεσης για δέσμευση
1. Το παρόν Πρωτόκολλο δύναται να υπογραφεί από τα Κράτη που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, τα οποία μπορούν να εκφράσουν τη βούληση τους να δεσμευθούν από αυτή είτε
α. από την υπογραφή χωρίς επιφύλαξη, όσον αφορά στην κύρωση, αποδοχή ή έγκριση, είτε
β. από την υπογραφή που υπόκειται σε κύρωση, αποδοχή ή έγκριση, η οποία ακολουθείται από κύρωση, αποδοχή ή έγκριση.
2. Κανένα Κράτος δεν μπορεί να υπογράψει το παρόν Πρωτόκολλο χωρίς επιφύλαξη, όσον αφορά στην κύρωση, αποδοχή ή έγκριση, ή να καταθέσει έγγραφο κύρωσης αποδοχής ή έγκρισης εκτός εάν έχει ήδη καταθέσει ή καταθέτει ταυτόχρονα με την υπογραφή του έγγραφο κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης της Σύμβασης.
3. Τα έγγραφα κύρωσης αποδοχής ή έγκρισης κατατίθενται στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Άρθρο 10
Έναρξη ισχύος
1. Το παρόν Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία πέντε Κράτη θα έχουν εκφράσει τη συναίνεση τους να δεσμεύονται από το Πρωτόκολλο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 9.
2. Όσον αφορά οποιοδήποτε Κράτος που εκφράζει μεταγενέστερα τη συναίνεση του να δεσμεύεται από το Πρωτόκολλο, το τελευταίο τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία υπογραφής από μέρους του Κράτους χωρίς επιφύλαξη όσον αφορά στην κύρωση, αποδοχή ή έγκριση ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή ή έγκριση.
Άρθρο 11
Προσχώρηση
1. Μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου, κάθε Κράτος που έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση μπορεί, επίσης να προσχωρήσει και στο Πρωτόκολλο.
2. Η προσχώρηση πραγματοποιείται με την κατάθεση στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, εγγράφου προσχώρησης που θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης του.
Άρθρο 12
Επιφυλάξεις και δηλώσεις
1. Οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται και οι δηλώσεις που γίνονται από κάποιο Συμβαλλόμενο Μέρος για κάποια από τις διατάξεις της Σύμβασης, ισχύουν επίσης και για το παρόν Πρωτόκολλο, εκτός εάν αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος προβεί σε διαφορετικές δηλώσεις κατά τον χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση
2. Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, κατά τον χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, να δηλώσει ότι δεσμεύεται από τις επιφυλάξεις που προβλέπονται στα Άρθρα 3, 5 και 6 του παρόντος Πρωτοκόλλου. Παράλληλα, όσον αφορά στις διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επικαλεσθεί τις επιφυλάξεις που προβλέπονται στο Άρθρο 22, παράγραφος 2 και στο Άρθρο 41, παράγραφο 1 της Σύμβασης ανεξαρτήτως της εφαρμογής της Σύμβασης από μέρους αυτού του Συμβαλλόμενου. Καμιά άλλη επιφύλαξη δεν μπορεί να διατυπωθεί.
3. Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, κατά το χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, να δηλώσει ότι διατηρεί τη δυνατότητα να απαιτήσει τα επιπρόσθετα στοιχεία που προβλέπει το Άρθρο 5, παράγραφος 2.α και το Άρθρο 6, παράγραφος 2.α του παρόντος πρωτοκόλλου.
Άρθρο 13
Κατάσταση και ανάκληση επιφυλάξεων
1. Κάποιο Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει διατυπώσει επιφύλαξη σύμφωνα με το Άρθρο 12 ανωτέρω, ανακαλεί την επιφύλαξη αυτή, εν όλω ή εν μέρει, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Η ανάκληση ισχύει από την ημερομηνία παραλαβής της σχετικής ειδοποίησης, απευθυνόμενης στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Εάν η ειδοποίηση αναφέρει ότι η ανάκληση της επιφύλαξης πρέπει να τεθεί σε ισχύ κατά την ημερομηνία που θα δηλώνεται στην ειδοποίηση και η ημερομηνία αυτή είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα, τότε η ανάκληση τίθεται σε ισχύ την μεταγενέστερη εκείνη ημερομηνία.
2. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί να αιτείται, περιοδικώς, διευκρινίσεις από τα Συμβαλλόμενα Μέρη που έχουν διατυπώσει μία ή περισσότερες επιφυλάξεις σύμφωνα με το Άρθρο 12, σχετικά με την προοπτική ανάκλησης των επιφυλάξεων αυτών.
Άρθρο 14
Εδαφική εφαρμογή
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί κατά το χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, να προσδιορίζει την Επικράτεια ή τις Επικράτειες, στις οποίες θα ισχύει το παρόν Πρωτόκολλο.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία, με δήλωση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να επεκτείνει την εφαρμογή του παρόντος Πρωτοκόλλου σε οποιαδήποτε άλλη Επικράτεια που προσδιορίζεται στη δήλωση. Όσον αφορά στην Επικράτεια αυτή, το παρόν Πρωτόκολλο θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία παραλαβής της δήλωσης από τον Γενικό Γραμματέα.
3. Κάθε δήλωση που έχει γίνει σύμφωνα με τις προηγούμενες δύο παραγράφους μπορεί, αναφορικά με κάθε Επικράτεια που προσδιορίζεται σε τέτοια δήλωση, να ανακληθεί με ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η ανάκληση θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα.
Άρθρο 15
Καταγγελία
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να καταγγείλει οποτεδήποτε το παρόν Πρωτόκολλο με ειδοποίηση που θα απευθύνεται στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
2. Η καταγγελία τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα.
Άρθρο 16
Κοινοποίηση
Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης κοινοποιεί στα Κράτη-Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και στα Κράτη που δεν είναι Μέλη, τα οποία έχουν συμμετάσχει στην κατάρτιση του παρόντος Πρωτοκόλλου, καθώς και σε κάθε Κράτος που έχει προσχωρήσει ή έχει κληθεί να προσχωρήσει στο παρόν Πρωτόκολλο:
α. κάθε υπογραφή,
β. την κατάθεση κάθε εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης,
γ. την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Πρωτοκόλλου σύμφωνα με τα Αρθρα 9, 10 και 11 καθώς και
δ. κάθε άλλη πράξη, ειδοποίηση ή γνωστοποίηση σχετική με το παρόν Πρωτόκολλο.
Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν το παρόν Πρωτόκολλο.
Έγινε στο Στρασβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2003ί στην αγγλική και στην γαλλική γλώσσα (και τα δύο κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά) σε ένα μόνο αντίγραφο το οποίο θα κατατεθεί στο Αρχείο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα αποστέλλει επικυρωμένα αντίγραφα σε κάθε Κράτος \Μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης στα Κράτη που δεν είναι Μέλη αλλά έχουν συμμετάσχει στην κατάρτιση του παρόντος Πρωτοκόλλου, καθώς και σε κάθε Κράτος που έχει κληθεί να προσχωρήσει σε αυτό.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013/40/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
ΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟΥ 2005/222/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο δεύτερο
Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα
(Άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 9 παράγραφοι 2, 3 και 4 της Οδηγίας)
1. Στο άρθρο 13 του Ποινικού Κώδικα προστίθενται περιπτώσεις η' και θ' ως εξής:
«η) Πληροφοριακό σύστημα είναι συσκευή ή ομάδα διασυνδεδεμένων ή σχετικών μεταξύ τους συσκευών, εκ των οποίων μία ή περισσότερες εκτελούν, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα, αυτόματη επεξεργασία ψηφιακών δεδομένων, καθώς και τα ψηφιακά δεδομένα που αποθηκεύονται, αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας, ανακτώνται ή διαβιβάζονται από την εν λόγω συσκευή ή την ομάδα συσκευών με σκοπό τη λειτουργία, τη χρήση, την προστασία και τη συντήρηση των συσκευών αυτών.
θ) Ψηφιακά δεδομένα είναι η παρουσίαση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη προς επεξεργασία από πληροφοριακό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος που παρέχει τη δυνατότητα στο πληροφοριακό σύστημα να εκτελέσει μια λειτουργία».
2. Μετά το άρθρο 292Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 292Β ως εξής:
« Άρθρο 292Β
Παρακώλυση λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων
1. Όποιος χωρίς δικαίωμα παρεμποδίζει σοβαρά ή διακόπτει τη λειτουργία συστήματος πληροφοριών με την εισαγωγή, διαβίβαση, διαγραφή, καταστροφή, αλλοίωση ψηφιακών δεδομένων ή με αποκλεισμό της πρόσβασης στα δεδομένα αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών.
2. Η πράξη της πρώτης παραγράφου τιμωρείται:
α) με φυλάκιση από ένα (1) έως τρία (3) έτη, αν τελέστηκε με τη χρήση εργαλείου που έχει σχεδιαστεί κατά κύριο λόγο για πραγματοποίηση επιθέσεων που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό συστημάτων πληροφοριών ή επιθέσεων που προκαλούν σοβαρές ζημίες και ιδίως επιθέσεων που προκαλούν μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημιά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν προκάλεσε σοβαρές ζημίες και ιδίως μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων και γ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν τελέστηκε κατά συστημάτων πληροφοριών που αποτελούν μέρος υποδομής για την προμήθεια του πληθυσμού με ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες. Ως ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες νοούνται ιδίως η εθνική άμυνα, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια.
3. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων τελέστηκαν στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων εγκλημάτων του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.
4. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση».
3. Μετά το άρθρο 292Β του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 292Γ ως εξής:
« Άρθρο 292Γ
Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη των εγκλημάτων του άρθρου 292Β παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει, διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης των εγκλημάτων του άρθρου 292Β, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».
4. Οι παράγραφοι 2 και 5 του άρθρου 348Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:
«2. Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, μέσω πληροφοριακών συστημάτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ.
5. Όποιος εν γνώσει αποκτά πρόσβαση σε υλικό παιδικής πορνογραφίας μέσω πληροφοριακών συστημάτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους».
5. Το άρθρο 348Β του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 348Β
Προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους
Όποιος με πρόθεση, μέσω πληροφοριακών συστημάτων, προτείνει σε ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη, να συναντήσει τον ίδιο ή τρίτο, με σκοπό τη διάπραξη σε βάρος του ανηλίκου των αδικημάτων των άρθρων 339 παράγραφοι 1 και 2 ή 348Α, όταν η πρόταση αυτή ακολουθείται από περαιτέρω πράξεις που οδηγούν σε μία τέτοια συνάντηση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως διακοσίων χιλιάδων ευρώ».
6. Το άρθρο 370Γ του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 370Γ
Παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακό σύστημα
1. Όποιος χωρίς δικαίωμα αντιγράφει ή χρησιμοποιεί προγράμματα υπολογιστών, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και με χρηματική ποινή διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ έως πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) ευρώ.
2. Όποιος χωρίς δικαίωμα αποκτά πρόσβαση στο σύνολο ή τμήμα πληροφοριακού συστήματος ή σε στοιχεία που μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών, παραβιάζοντας απαγορεύσεις ή μέτρα ασφαλείας που έχει λάβει ο νόμιμος κάτοχος του, τιμωρείται με φυλάκιση. Αν η πράξη αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις ή την ασφάλεια του κράτους, τιμωρείται κατά το άρθρο 148.
3. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του νόμιμου κατόχου του πληροφοριακού συστήματος ή των στοιχείων, η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται μόνο αν απαγορεύεται ρητά από εσωτερικό κανονισμό ή από έγγραφη απόφαση του κατόχου ή αρμόδιου υπαλλήλου του.
4. Οι πράξεις των παραγράφων 1 έως 3 διώκονται ύστερα από έγκληση».
7. Μετά το άρθρο 370Γ του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 370Δ ως εξής:
«Άρθρο 370Δ
1. Όποιος, αθέμιτα, με τη χρήση τεχνικών μέσων, παρακολουθεί ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσιες διαβιβάσεις δεδομένων ή ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές από, προς ή εντός πληροφοριακού συστήματος ή παρεμβαίνει σε αυτές με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί το περιεχόμενό τους, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών.
2. Με την ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται όποιος κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπεται στην παράγραφο 1.
3. Αν οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 συνεπάγονται παραβίαση στρατιωτικού ή διπλωματικού απορρήτου ή αφορούν απόρρητο που αναφέρεται στην ασφάλεια του Κράτους σε καιρό πολέμου τιμωρούνται κατά το άρθρο 146».
8. Μετά το άρθρο 370Δ του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 370Ε ως εξής:
«Άρθρο 370Ε
Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 370Β, 370Γ παράγραφοι 2 και 3 και 370Δ παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει, διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 370Β, 370Γ και 370Δ, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».
9. Μετά το άρθρο 381 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 381Α ως εξής:
«Άρθρο 381Α
Φθορά ηλεκτρονικών δεδομένων
1. Όποιος χωρίς δικαίωμα διαγράφει, καταστρέφει, αλλοιώνει ή αποκρύπτει ψηφιακά δεδομένα ενός συστήματος πληροφοριών, καθιστά ανέφικτη τη χρήση τους ή με οποιονδήποτε τρόπο αποκλείει την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις τέλεσης, να κρίνει την πράξη ατιμώρητη.
2. Η πράξη της πρώτης παραγράφου τιμωρείται: α) με φυλάκιση από ένα (1) έως τρία (3) έτη, αν τελέστηκε με τη χρήση εργαλείου που έχει σχεδιαστεί κατά κύριο λόγο για πραγματοποίηση επιθέσεων που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό συστημάτων πληροφοριών ή επιθέσεων που προκαλούν σοβαρές ζημίες και ιδίως επιθέσεων που προκαλούν μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν προκάλεσε σοβαρές ζημίες και ιδίως μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων και γ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν τελέστηκε κατά συστημάτων πληροφοριών που αποτελούν μέρος υποδομής για την προμήθεια του πληθυσμού με ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες. Ως ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες νοούνται ιδίως η εθνική άμυνα, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια.
3. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων τελέστηκαν στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων εγκλημάτων του παρόντος άρθρου, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.
4. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση».
10. Μετά το άρθρο 381Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 381Β ως εξής:
«Άρθρο 381Β
Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα εγκλήματα του άρθρου 381Α παράγραφοι 1, 2 και 3 παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης κάποιου από τα εγκλήματα του άρθρου 381Α, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».
11. Το άρθρο 386Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 386Α
Απάτη με υπολογιστή
Όποιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας επεξεργασίας ψηφιακών δεδομένων είτε με τη μη ορθή διαμόρφωση προγράμματος υπολογιστή είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με τη χωρίς δικαίωμα χρήση δεδομένων είτε με τη χωρίς δικαίωμα παρέμβαση σε πληροφοριακό σύστημα, τιμωρείται με τις ποινές του προηγούμενου άρθρου. Περιουσιακή βλάβη υφίσταται και αν τα πρόσωπα που την υπέστησαν είναι άδηλα. Για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας είναι αδιάφορο αν οι παθόντες είναι ένα ή περισσότερα άτομα».
Άρθρο τρίτο
Τροποποιήσεις του N. 2225/1994
1. Η παρ. 1 του άρθρου 4 του N. 2225/1994 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από:
α) τα άρθρα 134, 135 παράγραφοι 1, 2, 135Α, 137Α, 137Β, 138, 139, 140, 143, 144, 146, 148 παρ. 2,150, 151, 157 παρ. 1, 159, 159Α, 168 παρ. 1, 187 παράγραφοι 1, 2, 187Α παράγραφοι 1 και 4, 207, 208 παρ. 1, 235 παρ. 2, 236 παρ. 2, 237 παράγραφοι 2 και 3β', 264 περιπτώσεις β' και γ', 270, 272, 275 περίπτωση β', 291 παρ. 1 περιπτώσεις β' και γ', 292Α παρ. 4 εδάφιο β' και παρ. 5, 299, 322, 323A παράγραφοι 1, 2, 4, 5 και 6, 324 παράγραφοι 2 και 3, 336 σε βάρος ανηλίκου, 338 παρ. 1 σε βάρος ανηλίκου, 339 παράγραφοι 1 περιπτώσεις α' και β', 342 παράγραφοι 1 και 2, 348Α παρ. 4, 348Γ παρ. 1 περιπτώσεις α' και β', 349 παρ. 1 και 2, 351 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 351Α παράγραφοι 1 περιπτώσεις α' και β' και 3, 370Α, 370Δ, 374, 380, 385 παρ. 1 περιπτώσεις α' και β' του Ποινικού Κώδικα,
β) τα άρθρα 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 28,29, 30, 46, 47, 59, 140 και 144 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα,
γ) το άρθρο 15 παρ. 1 του N. 2168/1993,
δ) τα άρθρα 20, 22 και 23 του N. 4139/2013,
ε) το άρθρο 157 παρ. 1γ του N. 2960/2001,
στ) το άρθρο 3 περίπτωση ιε' του N. 3691/2008, σε συνδυασμό με το άρθρο δεύτερο του N. 2656/1998,
ζ) το άρθρο 3 παρ. 2 του N. 2803/2000,
η) το άρθρο 45 παρ. 1 περιπτώσεις α', β' και γ' του N. 3691/2008,
θ) το άρθρο 28 του N. 1650/1986.
Επίσης, επιτρέπεται η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση των προπαρασκευαστικών πράξεων για το έγκλημα της παραχάραξης νομίσματος κατά το άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα, καθώς επίσης και για τα εγκλήματα των παραγράφων 1, 2, 3, 4 εδάφιο α' και 6 του άρθρου 292Α, του άρθρου 292Β, του άρθρου 292Γ, των παραγράφων 1 περίπτωση γ' και 4 του άρθρου 339, της παρ. 3 του άρθρου 342, του άρθρου 348, των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 348Α, του άρθρου 348Β, της παρ. 1 περιπτώσεις γ' και δ' του άρθρου 348Γ και της παρ. 1 περίπτωση γ' του άρθρου 351Α, των άρθρων 370Γ και 370Ε, του άρθρου 381Α, του άρθρου 381Β και του άρθρου 386Α του Ποινικού Κώδικα.
Επιπλέον, η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των εγκλημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 11 του N. 3917/2011, το άρθρο 15 του N. 3471/2006 και το άρθρο 10 του N. 3115/2003».
2. Στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 5 του N. 2225/1994 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με την ίδια ποινή τιμωρείται αν ανακοινώνει σε τρίτους ή γνωστοποιεί οπωσδήποτε το γεγονός της άρσης του απορρήτου, καθώς και αν παραβιάσει την υποχρέωση εχεμύθειάς του κατά τη διαδικασία άρσης του απορρήτου που προβλέπεται από το άρθρο 8 του π.δ. 47/2005 (Α' 64)».
Άρθρο τέταρτο
Ευθύνη νομικών προσώπων
(Άρθρο 11 της Οδηγίας)
1. Αν κάποια από τις πράξεις των άρθρων 292Β, 370Γ, 370Δ, 370Ε, 381Α και 386Α του Ποινικού Κώδικα τελέστηκε, προς όφελος ή για λογαριασμό νομικού προσώπου ή ένωσης προσώπων, από φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου ή της ένωσης προσώπων και έχει εξουσία εκπροσώπησής τους ή εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων για λογαριασμό τους ή για την άσκηση ελέγχου εντός αυτών, επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο ή στην ένωση προσώπων με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση της Αρχής Διασφάλισης του Απόρρητου των Επικοινωνιών, κατά περίπτωση, σωρευτικά ή διαζευκτικά, οι ακόλουθες κυρώσεις,
α) σύσταση για συμμόρφωση μέσα στα χρονικά όρια τασσόμενης προθεσμίας με προειδοποίηση επιβολής προστίμου σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης,
β) διοικητικό πρόστιμο από 20.000 έως 1.000.000 ευρώ,
γ) ανάκληση ή αναστολή της άδειας λειτουργίας τους για χρονικό διάστημα από ένα (1) μήνα έως δύο (2) έτη ή απαγόρευση άσκησης της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας για το ίδιο χρονικό διάστημα,
δ) αποκλεισμός από δημόσιες παροχές, ενισχύσεις, επιδοτήσεις, αναθέσεις έργων και υπηρεσιών, προμήθειες, διαφημίσεις και διαγωνισμούς του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα για το ίδιο διάστημα.
Σε περίπτωση υποτροπής οι κυρώσεις των περιπτώσεων γ' και δ' μπορεί να έχουν οριστικό χαρακτήρα και εφόσον πρόκειται περί σωματείων ή ενώσεων προσώπων, η υποτροπή μπορεί να έχει ως συνέπεια τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.
2. Όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου από φυσικό πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, κατέστησε δυνατή την τέλεση από πρόσωπο που τελεί υπό την εξουσία του κάποιας από τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην ίδια ως άνω παράγραφο, προς όφελος ή για λογαριασμό νομικού προσώπου ή ένωσης προσώπων, επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο, σωρευτικά ή διαζευκτικά, οι ακόλουθες κυρώσεις:
α) σύσταση για συμμόρφωση μέσα στα χρονικά όρια τασσόμενης προθεσμίας με προειδοποίηση επιβολής προστίμου σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης,
β) διοικητικό πρόστιμο από 10.000 έως 1.000.000 ευρώ,
γ) οι προβλεπόμενες στις περιπτώσεις γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου κυρώσεις για χρονικό διάστημα από δέκα (10) ημέρες έως έξι (6) μήνες.
3. Για τη σωρευτική ή διαζευκτική επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους και για την επιμέτρηση των κυρώσεων αυτών λαμβάνονται υπόψη ιδίως η βαρύτητα της παράβασης, ο βαθμός της υπαιτιότητας, η οικονομική επιφάνεια του νομικού προσώπου ή της ένωσης προσώπων και η τυχόν υποτροπή τους.
4. Η εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων είναι ανεξάρτητη από την αστική, πειθαρχική ή ποινική ευθύνη των αναφερόμενων σε αυτές φυσικών προσώπων. Καμιά κύρωση δεν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη κλήτευση των νόμιμων εκπροσώπων του νομικού προσώπου ή της ένωσης προσώπων προς παροχή εξηγήσεων. Η κλήση κοινοποιείται τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης για κάποια από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 αξιόποινες πράξεις που τελέστηκε από πρόσωπο αναφερόμενο στις παραγράφους 1 και 2 και προκειμένου να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων, οι εισαγγελικές αρχές ενημερώνουν αμέσως τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και αποστέλλουν σε αυτόν αντίγραφα της δικογραφίας.
5. Σε περίπτωση αμετάκλητης απαλλαγής του παραπεφθέντος οι κατά τα ανωτέρω αποφάσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων ανακαλούνται.
6. Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν εφαρμόζονται στο κράτος, στους φορείς δημόσιας εξουσίας και στους διεθνείς οργανισμούς δημοσίου δικαίου, χωρίς αυτό να επηρεάζει την εφαρμογή των ισχυουσών κάθε φορά διατάξεων περί αστικής, πειθαρχικής ή ποινικής ευθύνης.
Άρθρο πέμπτο
Δήλωση κατ' άρθρο 27 της Σύμβασης
Η Ελληνική Δημοκρατία ορίζει ως αρμόδια αρχή σύμφωνα με τα εδάφιο α' της παραγράφου 2 του άρθρου 27 της Σύμβασης το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Άρθρο έκτο
Δήλωση κατ' άρθρο 35 της Σύμβασης και 13 παράγραφος 1 της Οδηγίας
Η Ελληνική Δημοκρατία ορίζει ως σημείο επαφής για την εκπλήρωση των σκοπών του άρθρου 35 της Σύμβασης «Δίκτυο 24/7» και του άρθρου 13 παράγραφος 1 της Οδηγίας τη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας υπό την εποπτεία Εισαγγελέα Εφετών.
Άρθρο έβδομο
Δήλωση κατ' άρθρο 42 της Σύμβασης
Η Ελληνική Δημοκρατία διατυπώνει, κατά το άρθρο 42 της Σύμβασης, τις ακόλουθες επιφυλάξεις:
1. Τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 20 της Σύμβασης λαμβάνονται μόνο σε εγκλήματα στα οποία εφαρμόζονται τα μέτρα του άρθρου 21 της Σύμβασης.
2. Η Ελληνική Δημοκρατία διατηρεί το δικαίωμα άρνησης ικανοποίησης αιτήματος δικαστικής συνδρομής, δυνάμει του άρθρου 29 της Σύμβασης, σε περιπτώσεις έλλειψης του όρου του διττού αξιοποίνου.
Άρθρο όγδοο
Παραγραφή και παύση ποινικής δίωξης
1. Εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και τις 31.3.2016: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές.
2. Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παραγράφου 1, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ' αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.
3. Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνονται με αιτιολογημένη διάταξη, επί πλημμελημάτων ο αρμόδιος εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης.
4. Οι αστικές αξιώσεις που απορρέουν από τις πράξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιοποίνου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.
5. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τα εγκλήματα:
α) ως προς τον ποινικό κώδικα, των άρθρων 81Α, 142, 149, 154, 155, 157 παρ. 3 εδάφιο β', 158 παράγραφοι 1 και 2, 162, 163, 164 παρ. 1, 165 παράγραφοι 1 και 2, 166, 173 παρ. 1, 175, 177, 178, 181, 182, 192, 193 παρ. 1, 200, 201, 215, 218 παρ. 3, 220, 221 παράγραφοι 1 και 2, 222, 228 παρ. 1, 230, 234, 241, 251 παράγραφοι 1 και 2, 255, 259, 261, 286 παρ. 2, 334 παρ. 1, 337, 345 παρ. 1 περιπτώσεις β' και γ', 346 παρ. 1, 352Β, 358, 359, 360 παρ. 3, 362 για τις περιπτώσεις που τελείται δια του τύπου, 375 παρ. 1 εδάφιο α', 377 για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, 389 παρ. 1, 397 παράγραφοι 1 και 2, 398 (απλή χρεοκοπία), 399 παράγραφοι 1 και 2, 403 παράγραφοι 1 και 2, 406,
β) του άρθρου 2 παρ. 11 περίπτωση β' του N. 2168/1993,
γ) του άρθρου 28 παρ. 1 του N. 1650/1986,
δ) του άρθρου πέμπτου του N. 2803/2000,
ε) του άρθρου 45 παρ. 1 περιπτώσεις δ' και θ' εδάφιο α' του N. 3691/2008,
στ) του άρθρου 6 παρ. 4 και παρ. 6 του N. 3213/2003,
ζ) του άρθρου μόνου παρ. 1 του N. 690/1945,
η) του άρθρου 28 του N. 3996/2011,
θ) του άρθρου 29 του N. 703/1977 και του άρθρου 44 του N. 3959/2011,
ι) του άρθρου 6 του N. 456/1976,
ια) του άρθρου 41ΣΤ του N. 2725/1999,
ιβ) του άρθρου 59 εδάφιο α' του N. 3028/2002,
ιγ) του άρθρου 13 του N. 3402/2005,
ιδ) του άρθρου 9 παράγραφοι 1 και 3 του N. 3500/2006,
ιε) του άρθρου 31 παράγραφοι 4 και 6 του N. 3904/2010,
ιστ) του άρθρου τρίτου του N. 1788/1988,
ιζ) του N. 927/1979.
Άρθρο ένατο
Παραγραφή και μη εκτέλεση ποινών υπό όρο
1. Ποινές διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.
2. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των προβλεπόμενων από το νόμο διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.
3. Εξαιρούνται των άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 81Α, 235, 236, 237, 242, 256, 258, 259, 358 και 390 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και των νόμων 927/1979 (Α' 139) και 3304/2005 (Α' 16).
Άρθρο δέκατο
Ρυθμίσεις για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών
1. Η περίπτωση γ' της παρ. 2 του άρθρου 13 του N. 3689/2008 τροποποιείται ως εξής:
«Θεωρούνται επιτυχόντες στο προκριματικό στάδιο όσοι υποψήφιοι έλαβαν μέσο όρο βαθμολογίας στις γραπτές δοκιμασίες οκτώ και σε καμία κάτω από έξι. Ο τελικός βαθμός κάθε υποψηφίου στο προκριματικό στάδιο, ο οποίος αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στην προκριματική δοκιμασία, εξευρίσκεται με το συνυπολογισμό των βαθμών που έλαβε στις πέντε γραπτές δοκιμασίες του σταδίου αυτού για όλες τις κατευθύνσεις, με συντελεστή βαρύτητας για κάθε κατεύθυνση: α) για το γραπτό δοκίμιο του θέματος γενικής παιδείας πέντε δέκατα (0,5), β) για το γραπτό δοκίμιο της ξένης γλώσσας πέντε δέκατα (0,5) και γ) για το καθένα από τα υπόλοιπα τρία γραπτά δοκίμια των νομικών μαθημάτων ένα (1). Κάθε βαθμός πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας και το άθροισμα των βαθμών που προκύπτει διαιρείται με το άθροισμα των συντελεστών βαρύτητας. Το πηλίκο που προκύπτει αποτελεί τον τελικό βαθμό του υποψηφίου, στην προκριματική δοκιμασία».
2. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 19 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1, 23 παρ. 2, 25 παρ. 2 και 27 παρ. 1 του N. 3689/2008 (Α' 164), η κατάρτιση των σπουδαστών της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, οι οποίοι προέρχονται από το διαγωνισμό του έτους 2016 που έχει προκηρυχθεί με την 4636/29.1.2016 (Γ' 56) κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων - Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού - Οικονομικών (22η εκπαιδευτική σειρά), αρχίζει δέκα (10) ημέρες από την επομένη της κύρωσης του πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων από την επιτροπή του διαγωνισμού και περατώνεται την 10η Σεπτεμβρίου 2017. Για τους εκπαιδευομένους της 22ης εκπαιδευτικής σειράς η κατάρτιση αρχίζει με τα αντικείμενα του, κατά το άρθρο 20 του N. 3689/2008 όπως ισχύει, δευτέρου σταδίου το οποίο διαρκεί έως την 15η Ιανουαρίου 2017. Κατά το στάδιο αυτό οι εκπαιδευόμενοι πραγματοποιούν μέρος της κατάρτισής τους στα δικαστικά καταστήματα, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) ημέρες κάθε μήνα. Η επίβλεψη της κατάρτισης στα δικαστικά καταστήματα ανατίθεται σε προέδρους πρωτοδικών που υπηρετούν στα οικεία πρωτοδικεία της Θεσσαλονίκης και οι οποίοι επιλέγονται από το Γενικό Διευθυντή της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, μετά από εισήγηση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης και γνώμη των Διοικήσεων των εν λόγω πρωτοδικείων, έχουν δε την ευθύνη της άσκησης των εκπαιδευομένων και κατά το στάδιο της πρακτικής άσκησης στα δικαστήρια που ακολουθεί, όπως περιγράφεται στο άρθρο 25 του N. 3689/2008. Οι πρόεδροι πρωτοδικών μεριμνούν για την παρακολούθηση διασκέψεων από τους εκπαιδευόμενους, αναθέτουν σε αυτούς δικογραφίες και συνεργάζονται για την επεξεργασία τους, καθώς και για τη σύνταξη σχεδίων αποφάσεων. Με το πέρας του σταδίου αυτού, οι πρόεδροι πρωτοδικών υποβάλουν στη Διεύθυνση της Σχολής έκθεση σχετική με τη δραστηριότητα και την απόδοση των εκπαιδευομένων, η οποία τίθεται υπόψη των διδασκόντων προκειμένου να συνεκτιμηθεί κατά τη βαθμολόγηση των μαθημάτων.
Στο στάδιο αυτό, ο γενικός βαθμός προόδου αποτελείται από τον μέσο όρο των επιμέρους βαθμών προόδου όλων των διδασκόντων που παρέδωσαν βαθμολογία. Οι εξετάσεις αποφοίτησης των εκπαιδευομένων, που προβλέπονται στο άρθρο 22 του N. 3689/2008 όπως ισχύει, διενεργούνται κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιανουαρίου 2017. Ο συντελεστής βαρύτητας του μέσου όρου των βαθμών προόδου του δευτέρου σταδίου και των εξετάσεων αποφοίτησης για τον καθορισμό της σειράς επιτυχίας στους πίνακες επιτυχόντων είναι ένα και πέντε δέκατα (1,5).
Μετά το πέρας των εξετάσεων αποφοίτησης ακολουθεί το στάδιο της πρακτικής άσκησης στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης για όλους τους εκπαιδευόμενους, πλην των εκπαιδευόμενων που επελέγησαν για το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο, οι οποίοι πραγματοποιούν την πρακτική άσκηση στα εν λόγω ανώτατα δικαστήρια. Κατά το στάδιο αυτό οι εκπαιδευόμενοι, πέραν της πρακτικής άσκησης στα δικαστήρια, διδάσκονται τα αντικείμενα του πρώτου σταδίου κατάρτισης, όπως περιγράφονται στο άρθρο 19 παρ. 2 του N. 3689/2008 όπως ισχύει, χωρίς να βαθμολογούνται γι' αυτά, σύμφωνα με πρόγραμμα που καταρτίζει το οικείο Συμβούλιο Σπουδών και εγκρίνει το Διοικητικό Συμβούλιο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. Το στάδιο αυτό διαρκεί από 1 Φεβρουαρίου έως 10 Σεπτεμβρίου 2017 και παρατείνεται μέχρι τη δημοσίευση του διατάγματος διορισμού τους σε θέσεις δοκίμων δικαστικών λειτουργών. Το τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου 2017 συντάσσονται από τη γραμματεία της Σχολής οι οικείοι πίνακες επιτυχόντων και γίνεται από το αρμόδιο Συμβούλιο Σπουδών η αξιολόγηση του ήθους και της συμπεριφοράς των επιτυχόντων εκπαιδευομένων. Κατά τα λοιπά οι εκπαιδευόμενοι διέπονται από τις διατάξεις του N. 3689/2008.
Άρθρο ενδέκατο
Τροποποίηση διατάξεων του N. 1756/1988 (Α' 35)
1. Το έκτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 15 του N. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
«Κάθε μέλος της Ολομέλειας εκφράζει την προτίμησή του σε έναν μόνο υποψήφιο πρόεδρο και σε έως δύο από τα μέλη με σταυρό προτίμησης που τίθεται στο ψηφοδέλτιο δίπλα από το όνομα του υποψηφίου».
2. Η παρ. 5 του άρθρου 15 του N. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Η θητεία του συμβουλίου είναι διετής. Αρχίζει την 1η Οκτωβρίου του έτους της εκλογής και λήγει την 30ή Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου έτους. Επανεκλογή του ίδιου προσώπου ως προέδρου ή τακτικού μέλους συμβουλίου στον ίδιο βαθμό ιεραρχίας επιτρέπεται μία φορά μόνο. Ο πρόεδρος δεν επιτρέπεται να μετατεθεί για οποιονδήποτε λόγο. Σε περίπτωση προαγωγής, παραμένει στη θέση του και ασκεί τα καθήκοντά του έως τη λήξη της θητείας του. Τα τακτικά μέλη του συμβουλίου δεν επιτρέπεται να μετατεθούν, εκτός εάν προαχθούν, οπότε τη θέση τους καταλαμβάνουν οι αναπληρωματικοί κατά τη σειρά των ψήφων που έλαβαν. Ο πρόεδρος και τα τακτικά μέλη του συμβουλίου εκπίπτουν από τη θέση τους, εάν τους επιβληθεί πειθαρχική ποινή βαρύτερη της επίπληξης. Αν οι ανωτέρω αδυνατούν προσωρινά να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, αναπληρώνονται από τους αναπληρωτές τους και οι τελευταίοι από τους επόμενους κατά σειρά ψήφων δικαστές και σε κάθε περίπτωση από τους αρχαιότερους δικαστές που υπηρετούν στο οικείο εφετείο, πρωτοδικείο ή ειρηνοδικείο, για τους οποίους δεν συντρέχουν τα κωλύματα της παραγράφου 6. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή καθ' οιονδήποτε τρόπον εξόδου από την υπηρεσία: α) του προέδρου και των τακτικών μελών του συμβουλίου, διενεργείται αναπληρωματική εκλογή, για την οποία εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία της παραγράφου 4, και β) των αναπληρωματικών μελών του συμβουλίου, τη θέση τους καταλαμβάνουν οι αμέσως επόμενοι κατά σειρά ψήφων δικαστές. Η θητεία των ανωτέρω λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών».
3. Η περίπτωση δ' της παρ. 6 του άρθρου 15 του N. 1756/1988 καταργείται.
4. Το πέμπτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 16 του N. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα ονόματα των εκλόγιμων αναγράφονται κατ' αλφαβητική σειρά σε ένα ψηφοδέλτιο και κάθε μέλος της Ολομέλειας εκφράζει την προτίμησή του σε έναν μόνο υποψήφιο με σταυρό προτίμησης που τίθεται στο ψηφοδέλτιο δίπλα από το όνομα του υποψηφίου».
5. Η παρ. 3 του άρθρου 16 του N. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η θητεία των ανωτέρω είναι διετής. Αρχίζει την 1η Οκτωβρίου του έτους της εκλογής και λήγει την 30ή Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου έτους. Επανεκλογή του ίδιου προσώπου ως διευθύνοντος στον ίδιο βαθμό ιεραρχίας επιτρέπεται μία φορά μόνο. Οι εισαγγελείς που διευθύνουν τις παραπάνω εισαγγελίες δεν επιτρέπεται να μετατεθούν για οποιονδήποτε λόγο. Σε περίπτωση προαγωγής, παραμένουν στη θέση τους και ασκούν τα καθήκοντά τους έως τη λήξη της θητείας τους. Οι ανωτέρω εισαγγελείς εκπίπτουν από τη θέση τους, εάν τους επιβληθεί πειθαρχική ποινή βαρύτερη της επίπληξης. Αν αδυνατούν προσωρινά να ασκήσουν τα καθήκοντα τους, αναπληρώνονται από τον αναπληρωτή τους και ο τελευταίος από τον επόμενο κατά σειρά ψήφων εισαγγελέα και σε κάθε περίπτωση από τον αρχαιότερο εισαγγελέα που υπηρετεί στην οικεία εισαγγελία, για τον οποίο δεν συντρέχουν τα κωλύματα της παραγράφου 6 του άρθρου 15. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή καθ' οποιονδήποτε τρόπο εξόδου από την υπηρεσία του διευθύνοντος διενεργείται αναπληρωματική εκλογή, στην οποία εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Η θητεία του εκλεγόμενου με αναπληρωματική εκλογή διαρκεί έως το χρόνο λήξης της θητείας του θανόντος, του παραιτούμενου ή του καθ' οιονδήποτε τρόπον εξελθόντος από την υπηρεσία».
6. Η παρ. 2 του άρθρου 77 Β του N. 1756/1988, αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Οι δόκιμοι ειρηνοδίκες από του διορισμού τους υποβάλλονται σε δίμηνη ειδική άσκηση στο πρωτοδικείο της τοποθετήσεώς τους και διατελούν υπό την άμεση ευθύνη και εποπτεία του προέδρου πρωτοδικών, χρησιμοποιούμενοι διαδοχικώς σε όλα τα τμήματα και σε όλες τις αρμοδιότητες του πρωτοδικείου, ως αναπληρωτές πρωτοδικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αναπλήρωσης πρωτοδικών με ειρηνοδίκες. Χρησιμοποιούνται επίσης ως β' ανακριτικοί υπάλληλοι για έναν τουλάχιστο μήνα, με την υποχρέωση να παρακολουθούν και τη λειτουργία εν γένει της γραμματείας του πρωτοδικείου και των ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων που βρίσκονται στην έδρα του».
7. Το εδάφιο β' της παρ. 4 του άρθρου 77Β N. 1756/ 1988, «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών», όπως ισχύει αντικαθίσταται ως εξής:
«Μετά τη συμπλήρωση της κανονικής ή συμπληρωματικής άσκησης στο πρωτοδικείο, οι δόκιμοι ειρηνοδίκες υποχρεούνται να εμφανισθούν μέσα σε δέκα (10) ημέρες στο ειρηνοδικείο της πόλης όπου εδρεύει το πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο στο οποίο έχουν τοποθετηθεί».
Άρθρο δωδέκατο
Σύσταση Επιτροπών για τη σύνταξη νέου Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και νέου Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων
1. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συνιστώνται νομοπαρασκευαστικές επιτροπές για τη σύνταξη των ακόλουθων σχεδίων νόμων:
α) Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.
β) Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων.
2. Ως μέλη των κατά την προηγούμενη παράγραφο επιτροπών, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβεί τα δεκαεπτά (17), ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, μέλη ΔΕΠ Νομικών Σχολών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της χώρας και δικηγόροι. Στην επιτροπή για τον Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών ορίζονται και εκπρόσωποι ενώσεων δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων. Στην επιτροπή για τον Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων ορίζονται και εκπρόσωποι ενώσεων δικαστικών υπαλλήλων. Για τον ορισμό των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 41 της παρ. 2 του N. 1756/1988 (Α'35), όπως ισχύει. Καθήκοντα γραμματέα στις ως άνω επιτροπές ανατίθενται με την ίδια απόφαση είτε σε υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είτε στο προσωπικό που υπηρετεί στα πολιτικά γραφεία του ίδιου Υπουργείου.
3. Οι επιτροπές οφείλουν να περατώσουν το έργο τους μέσα στην προθεσμία που καθορίζει η υπουργική απόφαση για τη συγκρότησή τους. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί.
4. Οι κώδικες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου κυρώνονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παρ. 6 του Συντάγματος.
5. Στους προέδρους, τα μέλη και τους γραμματείς των επιτροπών δεν καταβάλλεται αποζημίωση.
Άρθρο δέκατο τρίτο
Ενίσχυση Σωφρονιστικής Διοίκησης
H παρ. 1 του άρθρου 44 του N. 4356/2015 (Α' 181) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Μετά την παρ. 4 του άρθρου 16 του Π.δ. 101/2014 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Το Γενικό Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του ως προς τα Καταστήματα Κράτησης επικουρεί αυτοτελής οργανική μονάδα, επιπέδου Διεύθυνσης, υπό τον τίτλο «Διεύθυνση Συντονισμού Φυλακών», με τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Παροχή εμπεριστατωμένων εισηγήσεων και διαμόρφωση προτάσεων, ιδίως για ζητήματα ασφάλειας και για την επιχειρησιακή ετοιμότητα των Καταστημάτων Κράτησης. β) Διασφάλιση συνθηκών οριζόντιας συνεργασίας μεταξύ των Καταστημάτων Κράτησης και λοιπών φορέων της Δημόσιας Διοίκησης για την επίτευξη της μέγιστης επιχειρησιακής τους επάρκειας. γ) Ανάληψη πρωτοβουλιών για την επίλυση προβλημάτων λειτουργίας και τη διαχείριση κρίσεων. Στην ως άνω Αυτοτελή Διεύθυνση προΐσταται υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού ή ΠΕ Σωφρονιστικού Ενηλίκων με εμπειρία στα ανωτέρω θέματα που, κατά προτίμηση, ασκεί ή έχει ασκήσει καθήκοντα Διευθυντή σε Κατάστημα Κράτησης ή στην Κεντρική Υπηρεσία («Συντονιστής Φυλακών»). Στην οργανική μονάδα τοποθετούνται ή αποσπώνται έως δύο (2) υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού της Κεντρικής Υπηρεσίας ή κλάδου ΠΕ, ΤΕ ή ΔΕ Καταστήματος Κράτησης με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».
Άρθρο δέκατο τέταρτο
Εργασιακά θέματα υπαλλήλων Καταστημάτων Κράτησης
1. α) Ο αριθμός των ωρών νυχτερινής απασχόλησης εργάσιμων ημερών, ημερήσιας και νυχτερινής απασχόλησης κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας και καθ' υπέρβαση της εβδομαδιαίας υποχρεωτικής εργασίας για το προσωπικό που υπηρετεί εντός των Καταστημάτων Κράτησης και της υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης αυτών, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 11.1.2016, μπορεί να καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, β) ο αριθμός των ωρών απογευματινής υπερωριακής εργασίας στο προσωπικό που υπηρετεί εντός των Καταστημάτων Κράτησης και στην Υπηρεσία Εξωτερικής Φρούρησης αυτών, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 11.1.2016, μπορεί να καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
2. Ο αριθμός των ωρών για εργασία πέραν του πενθημέρου του προσωπικού φρούρησης που υπηρετεί εντός των Καταστημάτων Κράτησης και της Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 11.1.2016, μπορεί να καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
3. Η οφειλόμενη αποζημίωση για υπερωριακή εργασία κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες και νυχτερινές ώρες, καθώς και για απασχόληση πέραν του πενθημέρου υπαλλήλων καταστημάτων κράτησης, η οποία παρασχέθηκε κατά τα έτη 2013, 2014 και 2015, μπορεί να καταβληθεί κατά το οικονομικό έτος 2016, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης.
4. Οι δαπάνες που προκαλούνται από τις παραγράφους 1, 2 και 3, θα καλυφθούν από τις εγγεγραμμένες πιστώσεις του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του τρέχοντος έτους.
Άρθρο δέκατο πέμπτο
Παράταση ρυθμίσεων του N. 4322/2015
1. Η παρ. 4 του άρθρου 12 του N. 4322/2015 (Α'42) αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στους καταδίκους που αποκτούν τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και σε χρονικό διάστημα έως τις 28 Αυγούστου 2017. Εξαιρούνται από την παρούσα ρύθμιση όσοι έχουν καταδικαστεί για τα αδικήματα των περιπτώσεων α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα».
2. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 14 του N. 4322/ 2015 (Α'42) αντικαθίστανται ως εξής:
«3. Κρατούμενοι που κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τους κρατούμενους που θα αποκτήσουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις σε χρονικό διάστημα έως τις 28 Αυγούστου 2017.
4. Κρατούμενοι που κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων που υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα αν έχουν συμπληρώσει το ένα τρίτο έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τους κρατούμενους που θα αποκτήσουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις σε χρονικό διάστημα μέχρι τις 28 Αυγούστου 2017. Από τις παραπάνω ρυθμίσεις εξαιρούνται όσοι έχουν καταδικασθεί για τα αδικήματα των περιπτώσεων α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα».
Άρθρο δέκατο έκτο
Εξουσιοδοτική διάταξη σχετικά με το Αναμορφωτικό Μέτρο της Παροχής Κοινωφελούς Εργασίας
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή κοινή απόφαση του ως άνω Υπουργού και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν την υλοποίηση του αναμορφωτικού μέτρου της παροχής κοινωφελούς εργασίας, το οποίο προβλέπεται στην περίπτωση ζ' της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα.
Άρθρο δέκατο έβδομο
Θέματα εξωτερικής φρουράς Καταστημάτων Κράτησης
1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 48 του N. 2721/1999 (Α'122) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Πέρα των ανωτέρω, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί στην υπηρεσία αυτή να ανατίθενται καθήκοντα στα εξωτερικά θυρωρεία των Καταστημάτων Κράτησης. Τα ειδικότερα καθήκοντα που θα εκτελούνται, καθώς και ο χώρος ευθύνης που ανατίθεται ορίζονται με την ίδια απόφαση».
2. Στο τέλος της παρ. 10 του άρθρου 49 του N. 2721/ 1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Κατ' εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες, δύνανται υπάλληλοι του κλάδου ΔΕ του παραπάνω προσωπικού να μετατάσσονται, μετά από αίτημά τους, σε κενές οργανικές θέσεις των κλάδων ΠΕ Εγκληματολόγων, ΠΕ Ψυχολόγων, ΠΕ Κοινωνιολόγων, ΠΕ Γεωπονίας, ΠΕ Φαρμακοποιών, ΠΕ Ιατρών, ΠΕ Οδοντιάτρων, ΤΕ Υγείας Πρόνοιας (ειδικότητα Κοινωνικής Εργασίας και Νοσηλευτικής), ΤΕ Τεχνολογίας - Γεωπονίας, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από γνωμοδότηση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου».
Άρθρο δέκατο όγδοο
Ρυθμίσεις για τρίτεκνους
1. Η περίπτωση ε' της παρ. 1 του άρθρου 1 του N. 2643/ 1998 (Α' 220) καταργείται.
2. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του N. 2643/1998 (Α' 220),
όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Α) Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ελληνικές ή ξένες, που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή, καθώς και οι θυγατρικές τους εταιρείες, εφόσον απασχολούν προσωπικό πάνω από πενήντα (50) άτομα, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν Προστατευόμενα πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου, σε ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%) επί του συνόλου του προσωπικού της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης. Εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο αμέσως προηγούμενες από το έτος προκήρυξης χρήσεις. Το ποσοστό αυτό οκτώ τοις εκατό (8%) κατανέμεται στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων του άρθρου 1 με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας: α) Ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) στα πρόσωπα των περιπτώσεων α' παρ. 1 του άρθρου 1. β) Ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 1. γ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης γ' της παρ. 1 του άρθρου 1. δ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 1. ε) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης δ' της παρ. 1 του άρθρου 1. Από τον αριθμό των προσώπων που προκύπτει ότι υποχρεούται να προσλάβει η επιχείρηση ή εκμετάλλευση με βάση τα ανωτέρω επιμέρους ποσοστά, αφαιρούνται κατά κατηγορία προστασίας τα πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στον παρόντα νόμο και έχουν προσληφθεί οικειοθελώς από την επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του εδαφίου αυτού.
Β) Οι φορείς του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 8, με την εξαίρεση όσων εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο αμέσως προηγούμενες από το έτος προκήρυξης χρήσεις, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν προστατευόμενα πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%), το οποίο κατανέμεται στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων του άρθρου 1 με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας: α) Ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. β) Ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%), που μοιράζεται σε ίσα μέρη στα πρόσωπα της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. γ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. δ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. ε) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1».
3. Η παρ. 1 του άρθρου 3 του N. 2643/1998 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των δύο βαθμών υποχρεούνται να διορίζουν ή να προσλαμβάνουν πρόσωπα προστατευόμενα από το άρθρο 1, χωρίς διαγωνισμό ή επιλογή, σε εγκεκριμένες θέσεις που αντιστοιχούν στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνόλου των προς προκήρυξη θέσεων του οικείου φορέα. Προς τούτο ο οικείος φορέας πριν αποστείλει στον Α.Σ.Ε.Π. το αίτημά του για προκήρυξη θέσεων ή πριν εκδώσει την προκήρυξη, αν την εκδίδει ο ίδιος, αποστέλλει το σύνολο των θέσεων που θα προκηρυχθούν κατά κατηγορία και κλάδο ή ειδικότητα και κατά Περιφέρεια και Περιφερειακή Ενότητα στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προκειμένου να εκδοθεί η υπουργική απόφαση της παρούσας παραγράφου, η οποία εφ εξής περιορίζεται σε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Τυχόν κλάσμα που προκύπτει κατά τον υπολογισμό του αριθμού των θέσεων, εάν ισούται ή υπερβαίνει τη μισή μονάδα, υπολογίζεται ως ακέραιη μονάδα. Ο αριθμός των θέσεων που αντιστοιχεί στο παραπάνω ποσοστό κατανέμεται στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων του άρθρου 1, με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας:
α. αναλογία 3/8 στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
β. αναλογία 2/8, σε εκείνα τα πρόσωπα της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 που είναι πολύτεκνοι γονείς με τέσσερα (4) ζώντα τέκνα και άνω, ένα από τα τέκνα πολύτεκνης οικογένειας και επιζών ή άγαμος γονέας τριών ανηλίκων τέκνων,
γ. αναλογία 1/8 στα πρόσωπα της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
δ. αναλογία 1/8 στα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
ε. αναλογία 1/8 στα πρόσωπα της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1.
Στο παραπάνω ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%), προστίθεται ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) του συνόλου των προς προκήρυξη θέσεων του οικείου φορέα, στο οποίο (2%) υπάγονται αποκλειστικά τα υπόλοιπα πρόσωπα της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο αριθμός των θέσεων των προστατευομένων που έχει προκύψει κατά τα ανωτέρω, κατανέμεται κατά Περιφέρεια και Περιφερειακή Ενότητα, φορέα, κατηγορία προστασίας, κλάδο και ειδικότητα. Με βάση την ίδια υπουργική απόφαση οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ο.Α.Ε.Δ. προβαίνουν στις ειδικές προκηρύξεις».
4. Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται παραπομπή στην διάταξη της περίπτωσης ε' της παρ. 1 του άρθρου 1 του N. 2643/1998 (Α' 220) για θέματα που αφορούν τους γονείς με τρία ζώντα τέκνα και ένα από τα τέκνα, νοείται εφεξής η περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του N. 2643/1998, όπως διαμορφώνεται με το παρόν.
5. Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται παραπομπή στην διάταξη της υποπερίπτωσης στ' της περίπτωσης Β' της παρ. 1 του άρθρου 2 του N. 2643/1998 (Α' 220) για θέματα που αφορούν τους γονείς με τρία ζώντα τέκνα και ένα από τα τέκνα, νοείται εφεξής η υποπερίπτωση β' της περίπτωσης Β' της παρ. 1 του άρθρου 2 του N. 2643/ 1998 (Α' 220), όπως διαμορφώνεται με το παρόν.
6. α. Στο τέλος της περίπτωση α' της παρ. 6 του άρθρου 18 του N. 2190/1994 (Α' 28), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Αν ο υποψήφιος είναι τέκνο τρίτεκνης οικογένειας διακόσιες (200) μονάδες».
β. Μετά το κριτήριο 2 της περίπτωσης Α' της παρ. 11 του άρθρου 21 του N. 2190/1994, όπως ισχύει, προστίθεται κριτήριο 2Α ως εξής:
«2Α. Αριθμός τέκνων τρίτεκνης οικογένειας
α) Σαράντα (40) μονάδες για κάθε τέκνο τρίτεκνου υποψηφίου,
β) σαράντα (40) μονάδες για κάθε μέλος προκειμένου για υποψήφιους που έχουν την ιδιότητα του τέκνου τρίτεκνης οικογένειας.
Τις ανωτέρω μονάδες δύναται να λάβει μόνο ένα μέλος της ίδιας οικογένειας κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος στον ίδιο φορέα».
Άρθρο δέκατο ένατο
Εξουσιοδοτική διάταξη για την προστασία μαρτύρων
Η παρ. 3 του άρθρου 9 του N. 2928/2001 (Α' 141) αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Με απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλλυλεγγύης, Υγείας, Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Προστασίας του Πολίτη, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και κάθε άλλου καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, όπου συντρέχει περίπτωση, καθορίζεται ο φορέας και η διαδικασία υλοποίησης των μέτρων προστασίας που περιλαμβάνονται στην προηγούμενη παράγραφο».
Άρθρο εικοστό
Συμπλήρωση παραγράφου στο άρθρο 192 του N. 4389/2016
Η παρ. 8 του άρθρου 192 του N. 4389/2016 (Α' 94) αναριθμείται σε 9 και προστίθεται νέα παράγραφος 8 ως εξής:
«8. Οι εμπειρογνώμονες, τα μέλη Συμβουλίων Εμπειρογνωμόνων ή τα μέλη άλλων γνωμοδοτικών οργάνων της Εταιρείας και των άμεσων θυγατρικών της δεν υπέχουν αστική ή ποινική ευθύνη για γνωμοδοτήσεις τους, εφόσον οι τελευταίες έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες ή τα οριζόμενα στους εσωτερικούς κανονισμούς και τα καταστατικά τους, γεγονός που τεκμαίρεται αν έχει ακολουθήσει θετικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου».
Άρθρο εικοστό πρώτο
Μεταβατικές διατάξεις
Μέχρι την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένου στην αυτοτελή οργανική μονάδα του Άρθρου Δέκατου Τρίτου του παρόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του N. 4369/2016, ως Προϊστάμενος Διεύθυνσης δύναται να τοποθετείται ή να αποσπάται προσωρινά υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού ή ΠΕ Σωφρονιστικού Ενηλίκων με εμπειρία στα θέματα αρμοδιότητας της ως άνω μονάδας και προϋπηρεσία τουλάχιστον δύο (2) ετών σε θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης σε Κατάστημα Κράτησης ή στην Κεντρική Υπηρεσία, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η ως άνω τοποθέτηση λήγει αυτοδικαίως με τη θέση σε λειτουργία του Εθνικού Μητρώου Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης του άρθρου 1 του N. 4369/2016 και τη σύσταση του Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Διοικήσεων του άρθρου 10 του N. 4369/2016, οπότε και θα προκηρυχθεί αμέσως εκ νέου η θέση, και την επιλογή νέου Προϊσταμένου.
Άρθρο εικοστό δεύτερο
1. Οι οφειλόμενες δαπάνες παρελθόντων ετών για ύδρευση και άρδευση των καταστημάτων κράτησης της χώρας, οι οποίες δημιουργήθηκαν λόγω ανεπάρκειας των πιστώσεων του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δύνανται να εξοφληθούν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Π.δ. 113/22.11.2010, κατά το χρόνο εγγραφής των πιστώσεων της ειδικής χρηματοδότησης που προβλέπεται στην υπ' αριθ. 2/57103/ ΔΠΓΚ/23.6.2016 (Β' 1932) κοινή υπουργική απόφαση.
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την υπαγωγή των καταστημάτων κράτησης της χωράς σε μειωμένο τιμολόγιο για την παροχή ύδρευσης και άρδευσης.
Άρθρο εικοστό τρίτο
1. Το εδάφιο δ' της παρ. 5 του άρθρου 3 του N. 3051/ 2002 (Α' 220) αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται ο διορισμός στις ανεξάρτητες αρχές μελών του διδακτικού προσωπικού πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2στ του N. 4009/2011 (Α'195), καθώς και, αντιστοίχως, του ερευνητικού προσωπικού των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13 του N. 4310/2014 (Α'258), χωρίς να αναστέλλεται η άσκηση των διδακτικών και ερευνητικών τους καθηκόντων».
2. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 3 του N. 3051/2002 (Α' 220), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Επίσης, επιτρέπεται στα μέλη των ανεξάρτητων αρχών η άμισθη άσκηση καθηκόντων σε Ν.Π.Δ.Δ. και νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε τομείς μη συναφείς προς το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες της αρχής από την οποία προέρχεται το μέλος και μετά από άδειά της».
Άρθρο εικοστό τέταρτο
Η παρ. 2 του άρθρου 147 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«2. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται για τις προθεσμίες των άρθρων 503, 518 παράγραφος 1, 545 παράγραφοι 1 και 2, 564 παράγραφοι 1 και 2, καθώς και των άρθρων 153, 215 παράγραφος 2, 237 παράγραφοι 1 και 2, 238 παράγραφος 1, 598, 632 παράγραφος 2, 633 παράγραφος 2, 642, 715 παράγραφος 5, 729 παράγραφος 5, 847 παράγραφος 1, 926 παράγραφος 2, 934 παράγραφος 1 στοιχεία α' και β', 943 παράγραφος 4, 955, 966 παράγραφοι 2 και 3, 971 παράγραφος 1, 972 παράγραφος 1 στοιχείο β', 973, 974, 979 παράγραφος 2, 985 παράγραφος 1,986, 988 παράγραφος 1, 995 και 997 παράγραφος 2».
Άρθρο εικοστό πέμπτο
1. Το εδάφιο τρίτο της περίπτωσης β' της παρ. 3 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:
«Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν έχει εφαρμογή σε υποδίκους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, όταν πρόκειται για τις περιπτώσεις α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα, ή εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, στις υπόλοιπες ως άνω περιπτώσεις κακουργημάτων».
2. Το έκτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου για την προσωρινή κράτηση δεν εφαρμόζονται για κατηγορούμενους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, όταν πρόκειται για τις περιπτώσεις α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα, ή εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις».
Άρθρο εικοστό έκτο
Τροποποιήσεις στο N. 4194/2013 (Α' 208) «Κώδικας Δικηγόρων»
1. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 30 του N. 4194/2013 (Α' 208), η φράση «με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου» αντικαθίσταται από τη φράση «με απόφαση της Επιτροπής Μητρώου»..
2. Στην παρ. 3 του άρθρου 128 του N. 4194/2013 (Α' 208), προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Στους συλλόγους που υπηρετούν Δικηγόροι, χρέη γραμματέα μπορεί να ασκεί και Δικηγόρος, υπάλληλος του Δικηγορικού Συλλόγου, που ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του».
3. Το άρθρο 129 του N. 4194/2013 (Α' 208) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 129
Έργο Επιτροπών Μητρώου
1. Οι Επιτροπές ελέγχουν τα Μητρώα και τις δηλώσεις που υποβάλλονται ετησίως και αποφαίνονται για τη μη υποβολή, το αναληθές περιεχόμενο ή για το εκπρόθεσμο αυτών. Οι Επιτροπές αποφαίνονται και διαγράφουν από τα Μητρώα του οικείου συλλόγου τους δικηγόρους, που εμπίπτουν στους ορισμούς του προηγούμενου εδαφίου, από την αρχή του χρόνου της μη υποβολής ή της ανειλικρινούς υποβολής της δήλωσης, καθώς και όσους δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, από τη χρονική στιγμή που επήλθε το γεγονός που προκαλεί τη διαγραφή, ανεξάρτητα από την ημέρα έκδοσης της απόφασής της.
2. Οι Επιτροπές βρίσκονται σε απαρτία και συνεδριάζουν, εφόσον παρίστανται πέντε (5) τουλάχιστον μέλη και οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων.
3. Στις Επιτροπές διαβιβάζονται όλοι οι φάκελοι των εγγεγραμμένων στο Μητρώο του συλλόγου μαζί με τις υποβληθείσες δηλώσεις μέχρι τη 10η Μαρτίου κάθε έτους και σε περίπτωση που η δήλωση κριθεί ειλικρινής, ενημερώνεται ο ατομικός φάκελος και σημειώνεται η χρονολογία λήψης της απόφασης και οι υπογραφές του προέδρου και του γραμματέα. Για την περίπτωση διαγραφής δικηγόρου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης, η Επιτροπή οφείλει να καλέσει αυτόν πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση με κλήση που υπογράφεται από τον Πρόεδρο. Η απόφαση για τη διαγραφή συντάσσεται εγγράφως, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη και να καταγράφεται η γνώμη της τυχόν μειοψηφίας. Η απόφαση διαγραφής καταχωρίζεται σε ιδιαίτερο βιβλίο που τηρείται στο Σύλλογο και κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο με επιμέλεια του Συλλόγου, τα δε σχετικά αποδεικτικά τηρούνται στο φάκελο.
4. Κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας Επιτροπής επιτρέπεται η άσκηση έφεσης εντός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης με κατάθεση στη Γραμματεία του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η έφεση καταχωρίζεται σε ιδιαίτερο βιβλίο και διαβιβάζεται με το σχετικό φάκελο στη δευτεροβάθμια Επιτροπή, η απόφαση της οποίας συντάσσεται εγγράφως και πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Η δευτεροβάθμια Επιτροπή με κλήση που υπογράφεται από τον Πρόεδρο υποχρεούται να καλέσει τον εκκαλούντα και επιδίδεται στον εκκαλούντα πέντε (5) ημέρες πριν από τη συνεδρίασή της.
5. Οι Επιτροπές Μητρώου, πρώτου και δεύτερου βαθμού, δύνανται για κάθε υπόθεση να διορίζουν από τα μέλη τους εισηγητές, ασκούν δε όλες τις κατά τα άρθρα εξουσίες του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Οι ψηφοφορίες, αν ζητηθεί από κάποιο μέλος, διεξάγονται μυστικά και η απόφαση πρέπει να εκδίδεται εντός ευλόγου χρόνου.
6. Για τη διαδικασία ενώπιον των Επιτροπών τα έξοδα κλήσεων και οι σχετικές δαπάνες κοινοποιήσεων αποφάσεων επιβάλλονται στον ενδιαφερόμενο. Οι δε αποφάσεις και οι κλήσεις κοινοποιούνται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. Αιτήσεις εξαίρεσης μελών των Επιτροπών υποβάλλονται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου. Επίσης, το Διοικητικό Συμβούλιο δικαιούται να αντικαθιστά το μέλος των Επιτροπών που απουσιάζει αδικαιολόγητα για τρεις (3) συνεχείς συνεδριάσεις και μπορεί να διατάξει και την πειθαρχική του δίωξη.
7. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, καθώς και κάθε νομικό πρόσωπο υποχρεούνται να παρέχουν στους Δικηγορικούς Συλλόγους οποιαδήποτε πληροφορία ή βεβαίωση σχετική με την υπηρεσιακή κατάσταση των δικηγόρων ή ασκουμένων που υπηρετούν σε αυτούς.
8. Οι τελεσίδικες αποφάσεις των Επιτροπών Μητρώου με αίτηση του Δικηγορικού Συλλόγου υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρό του, αποστέλλονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εντός ενός (1) μηνός. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με απόφασή του, εντός δεκαπέντε (15) ημερών βεβαιώνει την αποβολή της ιδιότητας του δικηγόρου. Η απόφαση του Υπουργού που βεβαιώνει την αποβολή της ιδιότητας η οποία είχε επέλθει από τη στιγμή που συνέβη το γεγονός που προκάλεσε την αποβολή της ιδιότητας, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το κύρος των διαδικαστικών πράξεων που έχουν διενεργηθεί μέχρι την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, δεν θίγεται. Από την κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής ο διαγραφείς δεν δικαιούται να φέρει την ιδιότητα του δικηγόρου, καθώς και να ασκεί το λειτούργημα, εφαρμοζομένης της παρ. 1 του άρθρου 9 του Κώδικα»..
4.α. Στο άρθρο 147 παρ. 1 περίπτωση α' του N. 4194/ 2013 (Α' 208), η λέξη «πενταπλάσιο» αντικαθίσταται από τη λέξη «τριπλάσιο».
β. Μετά την περίπτωση β' του άρθρου 147 παρ. 1 του N. 4194/2013 (Α'208) προστίθενται περιπτώσεις γ', δ', ε'και στ' ως εξής:
«γ) Οι δικηγόροι συμμετέχουν στην κλήρωση μετά από έγγραφη δήλωσή τους για τη διαδικασία αυτή.
δ) Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη εκλέγονται κατά Πειθαρχικό Τμήμα και κατατάσσονται κατά σειρά κλήρωσης. Συμπληρωματική κλήρωση για την πλήρωση κενών θέσεων ενός ή περισσότερων πειθαρχικών συμβουλίων δεν αποκλείεται να διενεργηθεί, οποτεδήποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο από τον Πρόεδρο κάθε Δικηγορικού Συλλόγου.
ε) Το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει το 40% των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου και το υπόλοιπο 60% των τακτικών και αναπληρωματικών μελών εκλέγεται με την πιο πάνω διαδικασία.
στ) Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται με απόφασή του να διορίζει τακτικά και αναπληρωματικά μέλη εφόσον έχει εξαντληθεί ο κατάλογος που καταρτίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου».
Άρθρο εικοστό έβδομο
1. Το στοιχείο 1 της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παρ. Ι.Δ. του άρθρου πρώτου του N. 4152/2013 (Α' 107), όπως ισχύει, αναδιατυπώνεται ως εξής:
«1.1. Με σκοπό την άμεση ανάσχεση της ανεργίας και ως έκτακτο μέτρο, η Γενική Γραμματεία Διαχείρισης Κοινοτικών και Άλλων Πόρων, του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης σχεδιάζει και καταρτίζει Προγράμματα Κοινωφελούς Χαρακτήρα για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών, με απασχόληση των ανέργων απευθείας σε δήμους, περιφέρειες ή σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες, όπως σε σχολεία και νοσοκομεία, σε Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευόμενα από Υπουργεία, είτε με συγχρηματοδότηση από πόρους του Ε.Σ.Π.Α., είτε με συγχρηματοδότηση από πόρους του Ε.Σ.Π.Α. και εθνικούς ή άλλους πόρους, είτε με χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους, όπως κάθε φορά ορίζει η κοινή υπουργική απόφαση που προβλέπεται στο στοιχείο 1.4.. Για τα παραπάνω προγράμματα είναι δυνατή η επιχορήγηση του Ο.Α.Ε.Δ. από πόρους του Π.Δ.Ε. (εθνικού και συγχρηματοδοτούμενου σκέλους) ή του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με μεταφορά αντίστοιχης πίστωσης.
Περαιτέρω, ο σχεδιασμός των ως άνω προγραμμάτων δύναται να περιλαμβάνει δράσεις ενεργοποίησης των ωφελουμένων με στόχο τη διευκόλυνση επανένταξής τους στην αγορά εργασίας.
Επιτρέπεται η επέκταση της χρονικής διάρκειας των άνω προγραμμάτων στα οποία οι ωφελούμενοι απασχολούνται για τη λειτουργία οργανωμένων εγκαταστάσεων προσφύγων και μεταναστών, όπως χώρων υποδοχής ή/και ταυτοποίησης, δομών προσωρινής φιλοξενίας ή/ και προσωρινής υποδοχής προσφύγων και μεταναστών, με χρηματοδότηση της επιπλέον δαπάνης είτε από τον προϋπολογισμό του ΟΑΕΔ, είτε από άλλους εθνικούς, είτε από άλλους πόρους. Με την κοινή Υπουργική Απόφαση που προβλέπεται στο στοιχείο 1.4., ο Ο.Α.Ε.Δ. δύναται να καλύπτει από πόρους του προϋπολογισμού του τη χρηματοδότηση της χρονικής επέκτασης των παραπάνω προγραμμάτων, κατά το σκέλος των μη, από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, επιλεξίμων δαπανών.
1.2. Ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) καταρτίζει τη Δημόσια Πρόσκληση για τα προγράμματα του προηγούμενου υποστοιχείου και είναι ο αρμόδιος φορέας για την υποδοχή των ηλεκτρονικών αιτήσεων των ωφελουμένων και την κατάρτιση του πίνακα των ωφελουμένων, τη σύζευξη των ωφελουμένων με τις δέσεις απασχόλησης των επιβλεπόντων φορέων, όπως θα έχουν προσδιοριστεί από το Δικαιούχο, τη διενέργεια επιτόπιων επαληθεύσεων στους επιβλέποντες φορείς και την καταβολή των αμοιβών στους ωφελου-μένους και των ασφαλιστικών εισφορών στους επιβλέποντες φορείς.
1.3. Επιβλέποντες Φορείς είναι οι φορείς οι οποίοι θα προσλάβουν (δήμοι, περιφέρειες, άλλες δημόσιες υπηρεσίες, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευόμενα από Υπουργεία) θα απασχολήσουν τους ανέργους και θα πιστοποιούν την απασχόλησή τους στον Ο.Α.Ε.Δ., προκειμένου να καταβληθεί το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος.
1.4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών ρυθμίζονται τα ανωτέρω και καθορίζονται ιδίως τα παρακάτω:
α) το πλαίσιο ένταξης, ο στόχος, το αντικείμενο και η διάρκεια του προγράμματος,
β) οι επιβλέποντες φορείς,
γ) οι ωφελούμενοι εγγεγραμμένοι άνεργοι στα Μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ.,
δ) τα κριτήρια επιλογής και κατάταξης των ωφελούμενων μέσω του Ο.Π.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και η μοριοδότηση αυτών, τα οποία ορίζονται ενδεικτικά ως τα εξής:
i) το χρονικό διάστημα της συνεχόμενης εγγεγραμμένης ανεργίας, όπως αποτυπώνεται στα Μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ,
ii) ο αριθμός των ανήλικων τέκνων,
iii) η οικογενειακή κατάσταση,
iv) το οικογενειακό εισόδημα,
ν) η τυχόν ύπαρξη άλλων ανέργων στην ίδια οικογένεια,
νί) η ηλικιακή ομάδα,
vii) Εγγεγραμμένοι στα Μητρώα ανέργων ΑμεΑ του Ο.Α.Ε.Δ.,
viii) δικαιούχος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος,
ε) η διαδικασία υποβολής ηλεκτρονικών αιτήσεων, κατάρτισης προσωρινού πίνακα κατάταξης ανέργων, υποβολής ενστάσεων, εξέτασης αυτών από το Δ.Σ. του ΟΑΕΔ και κατάρτισης του τελικού πίνακα κατάταξης ανέργων,
στ) η υποχρεωτική πρόσληψη των υποδειχθέντων από τον Ο.Α.Ε.Δ. ωφελουμένων, σύμφωνα με τον οριστικό πίνακα κατάταξης,
ζ) κάθε άλλος αναγκαίος όρος ή προϋπόθεση για την υλοποίηση του προγράμματος,
η) εφόσον το πρόγραμμα περιλαμβάνει και σκέλος μη συγχρηματοδοτούμενο από πόρους του ΕΣΠΑ, τότε καθορίζεται το μέρος του προγράμματος και το χρονικό διάστημα που: i) συγχρηματοδοτείται από τους πόρους του ΕΣΠΑ και ii) αυτό που χρηματοδοτείται από ετέρους πόρους, που προβλέπονται στα στοιχεία 1.1. και 1.2.».
2. Στο τέλος του στοιχείου 5.1. της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παραγράφου Ι.Δ. του άρθρου πρώτου, του N. 4152/2013 (Α'107), όπως ισχύει, αντικαθίσταται η φράση «Η βραδινή εργασία επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για τους ωφελούμενους που θα κληθούν να στελεχώσουν τις υπηρεσίες Α' υποδοχής προσφύγων και μεταναστών (Hot spots)». με τη φράση «Επιτρέπεται η βραδινή απασχόληση μόνο των ωφελουμένων που στελεχώνουν εγκαταστάσεις προσφύγων και μεταναστών του στοιχείου 1.1».
3. Στο στοιχείο 5.2. της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παραγράφου Ι.Δ. του άρθρου πρώτου, του N. 4152/2013 (Α'107), όπως ισχύει, αντικαθίσταται η λέξη «Εργασίας» με τη λέξη «Χαρακτήρα».
4. Στο πρώτο εδάφιο της εσωτερικής υποπερίπτωσης του στοιχείου 5.3. της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παραγράφου Ι.Δ. του άρθρου πρώτου, του N. 4152/2013 (Α'107), όπως ισχύει, η φράση «σημείο 8» αντικαθίσταται με τη φράση «στοιχείο 1.4»..
5. Στο πρώτο εδάφιο της εσωτερικής υποπερίπτωσης του στοιχείου 5.3. της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παρ. Ι.Δ. του άρθρου πρώτου, του N. 4152/2013 (Α' 107), όπως ισχύει, η φράση «σημείο 8» αντικαθίσταται με τη φράση «στοιχείο 1.4»..
6. Στο πρώτο εδάφιο της εσωτερικής υποπερίπτωσης «vi». του στοιχείου 5.3. της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παρ. Ι.Δ. του άρθρου πρώτου, του N. 4152/2013 (Α'107), όπως ισχύει, αντικαθίσταται η λέξη «Εργασίας» με τη λέξη «Χαρακτήρα».
Άρθρο εικοστό όγδοο
1. Στον Οργανισμό Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) συνιστώνται τριακόσιες εξήντα (360) νέες οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού. Ο αριθμός των θέσεων αυτών, κατά κλάδο και ειδικότητα, κατανέμεται σε τριακόσιες πέντε (305) θέσεις κλάδου ΠΕ Διοικητικού και Οικονομικού, και σε πενήντα πέντε (55) θέσεις κλάδου ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού.
2. Στην προκήρυξη για την κάλυψη των ανωτέρω θέσεων καθορίζονται τα απαιτούμενα γι' αυτές προσόντα, μετά από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ. που εγκρίνεται από το Α.Σ.Ε.Π..
Άρθρο εικοστό ένατο
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκδίδεται κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπουργού Οικονομικών ως προς το ύψος της δαπάνης, επιτρέπεται για το διάστημα μέχρι τέλη Οκτωβρίου 2016, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης που εφαρμόζεται κατά τη διαδικασία προμηθειών του Δημοσίου, η προμήθεια με απευθείας ανάθεση ενσήμων ταινιών φορολογίας καπνού, καθόσον, για λόγους τεχνικούς, αξιοπιστίας και διασφάλισης του απορρήτου, η σύμβαση αυτή μπορεί να ανατεθεί μόνο σε ορισμένο οικονομικό φορέα.
Άρθρο τριακοστό
Στην παρ. 9 του άρθρου 38 του N. 4387/2016 (Α' 85), η φράση «Από την 1.8.2016» αντικαθίσταται με τη φράση «Από την 15.9.2016».
Άρθρο τριακοστό πρώτο
Αντισταθμιστικά μέτρα κατάργησης ΕΚΑΣ
1. Σε όσους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 92 του N. 4387/2016 (Α' 85), όπως ισχύει, στερούνται την παροχή ΕΚΑΣ, εφαρμόζονται τα εξής αντισταθμιστικά μέτρα, μέχρι την τελική κατάργησή του:
α. Απαλλάσσονται πλήρως από τη συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη.
β. Σε περίπτωση που έπαυσε η καταβολή ΕΚΑΣ και στους δύο συζύγους, χορηγείται ως έκτακτη μηνιαία οικονομική ενίσχυση στο σύζυγο με το μικρότερο ατομικό εισόδημα το ισόποσο της παροχής που αντιστοιχεί στο εισόδημα αυτό.
γ. Στους πρώην δικαιούχους του ΕΚΑΣ με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, χορηγείται έκτακτη μηνιαία οικονομική ενίσχυση ισόποση με την παροχή που καταργήθηκε.
2. Για το έτος 2016 θεσπίζονται τα εξής συμπληρωματικά μέτρα:
α. Απαλλαγή από την καταβολή εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης σε όλους όσοι απώλεσαν παροχή άνω των τριάντα (30) ευρώ μηνιαίως.
β. Χορήγηση μηνιαίας προπληρωμένης κάρτας σε όλους όσοι απώλεσαν παροχή ποσού από εκατόν δεκαπέντε (115) ευρώ μηνιαίως και άνω, ισόποσης με το ποσό που αντιστοιχεί στο 30% της απώλειας.
3. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού αρχίζουν να ισχύουν την 1η Αυγούστου 2016. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών ορίζεται κάθε άλλη λεπτομέρεια.
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
Άρθρο τριακοστό δεύτερο
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του, και της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου που κυρώνονται στο Μέρος Πρώτο από την πλήρωση των προϋποθέσεων των άρθρων 36 παρ. 4 και 11 παρ. 2 αυτών αντίστοιχα.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Αθήνα, 2 Αυγούστου 2016
Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα - Εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις - Ηθική βλάβη - Νόθος αντικειμενική ευθύνη - Κατάχρηση δικαιώματος -.
Γραφει ο/η AdministratorΕιρΑθ 96/2016
Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα - Εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις - Ηθική βλάβη - Νόθος αντικειμενική ευθύνη - Κατάχρηση δικαιώματος -.
Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από Τράπεζα σε εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών ν. 3758/2009, άνευ προηγούμενης ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, κατ' άρθρο 11 παρ. 3 ν. 2472/1997. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης, ότι ανυπαίτια αγνοούσε τα θεμελιωτικά της υπαιτιότητας της πραγματικά γεγονότα. Η ρύθμιση και εντέλει εξόφληση της οφειλής, με αφορμή πρόταση της εταιρείας, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική.
Αριθμός 96/2016
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ανθούλα Δήμητσα, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ζ. Δερμεντζόγλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 10.11.2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ: ... Δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΉΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.», νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Θ. Παπαϊωάννου.
Ο ενάγων με την από 8.9.2015 με αρ. κατ. 1103/2015 αγωγή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για την ανωτέρω δικάσιμο, αιτείται τα αναφερόμενα σ' αυτή.
Ακολούθησε συζήτηση, όπως σημειώνεται στα Πρακτικά.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη ο ενάγων εκθέτει ότι, στις 17.2.2015, η εναγόμενη διαβίβασε,- χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ως όφειλε, κατά την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 και 3 του Ν. 2472/1997 και χωρίς την λήψη της ρητής και σαφούς συγκατάθεσης του, κατά την διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2472/1997,- τα συλλεγέντα, στις 22.8.2008, κατά την κατάρτιση σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, αναφερόμενα προσωπικά του δεδομένα, στην Εταιρεία Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες Απαιτήσεις με την επωνυμία «Pano Inform Α.Ε.», υπάλληλος της οποίας τον κάλεσε, στις 17.2.2015, για να τον ενημερώσει για την ληξιπρόθεσμη οφειλή του και να διαπραγματευθεί τον τρόπο και χρόνο αποπληρωμής της. Ότι από την ως άνω παράνομη πράξη και παράλειψη της εναγόμενης, που, δια των προστηθέντων της, διαβίβασε τα προσωπικά του δεδομένα σε απροσδιόριστο αριθμό τρίτων ατόμων, κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω Νόμου, υπέστη ηθική βλάβη και για τους λόγους αυτούς αιτείται να υποχρεωθεί (η εναγόμενη), με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλλει ως χρηματική ικανοποίηση το, κατ' ελάχιστον οριζόμενο από την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ως άνω Νόμου, ποσόν των 5.869, 40 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της κρινόμενης και να καταδικασθεί στην δικαστική του δαπάνη.
Η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1α, 25, 37 ΚΠολΔ), κατά την διαδικασία των άρθρων 664επ. ΚΠολΔ (άρθρο 23 παρ. 3 Ν 2472/1997), είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης και παρεπόμενα νόμιμη στηριζόμενη στις κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2472/1997 και σ' αυτές των άρθρων 345, 346 ΑΚ, 907, 908, 176 ΚΠολΔ και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα καθόσον καταβάλλεται το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (υπ' αρ. 249409 και 254425 αγωγόσημα).
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα και της ανώμοτης εξέτασης του ενάγοντα (417 ΚΠολΔ), που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με τη παρούσα Πρακτικά, του συνόλου (671 ΚΠολΔ) των προσκομιζόμενων με επίκληση εγγράφων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της Κοινής πείρας και λογικής (336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και τις ομολογίες, που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων (261 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, με την από 22.8.2008 αίτηση του, υποβληθείσα στην εναγόμενη, ζήτησε την χορήγηση πιστωτικής κάρτας και γνωστοποίησε στην τελευταία τα απλά προσωπικά δεδομένα του, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της αντίστοιχης σύμβασης, ήτοι το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, ημερομηνία γέννησης, αριθμό δελτίου ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου και επάγγελμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, που είχε υπογράψει με την ανώνυμη εταιρεία του άρθρου 7 Ν. 3758/2009 με την επωνυμία «ΡΑΝΟ INFORM Α.Ε.», την από 2.11.2009 σύμβαση παροχής υπηρεσιών,- λόγω ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής από την ως άνω πιστωτική κάρτα, ήτοι υπερημερίας του ενάγοντα-, διαβίβασε, χωρίς την προηγούμενη οφειλόμενη, κατ' άρθρο 11 Ν. 2472/1997 και της, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσας υπ' αρ. 1/1999 κανονιστικής πράξης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΦΕΚ 555 Β76.5.1999), ενημέρωση του, τα ως άνω (απλά) προσωπικά δεδομένα του ως και το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής του, στην ως άνω εταιρεία, η οποία προέβη σε χρήση αυτών, καλώντας τον τηλεφωνικά, δια προστηθέντος υπαλλήλου της, στις 17.2.2015. Όπως προκύπτει από τον όρο 23 της ως άνω σύμβασης, το περιεχόμενο του οποίου έχει ως εξής: «Καθυστέρηση ολοσχερούς εξόφλησης από τον κάτοχο των ελαχίστων καταβολών ή του ποσού που αναφέρεται ως άμεσα πληρωτέο...και να αναθέσει την είσπραξη των οφειλομένων σε τρίτα, προς την Τράπεζα, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, γνωστοποιώντας για τον σκοπό αυτό όσα προσωπικά στοιχεία του κατόχου ή/και του εγγυητή κρίνει απαραίτητο», ως και των υπ' αρ. 19 και 21.1 «επικαιροποιημένων όρων χρήσης, που του απεστάλησαν μαζί με το αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού της κάρτας του», η παράθεση του περιεχομένου των οποίων παρέλκει καθόσον προσιδιάζουν στο ανωτέρω ήδη εκτιθέμενο (περιεχόμενο), η υποχρέωση της εναγόμενης-υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως διαγράφεται από την διάταξη του άρθρου 11 Ν. 2472/1997 και την κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθείσα υπ' αρ. 1/1999 κανονιστική πράξη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΦΕΚ 555 Β76.5.1999), για ενημέρωση του υποκειμένου-ήδη ενάγοντα, ανεξαρτήτως συγκατάθεσης του, ουδόλως τηρήθηκε, προ της διαβίβασης, στις 17.2.2015, των προσωπικών του δεδομένων στην ως άνω μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία. Τέλος αποδείχθηκε ότι, από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, που όφειλε να γνωρίζει τον κίνδυνο επέλευσης ζημίας λόγω των παρανόμων παραλείψεων και πράξεων της, ο ενάγων υπέστη αιτιωδώς συνυφασμένη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας, δεδομένων των συνθηκών τέλεσης, της έντασης της προσβολής της έννομης τάξης, του βαθμού πταίσματος της, του κοινωνικού ρόλου, που οφείλει να επιτελεί, πέραν του οικονομικού/ κερδοσκοπικού, του οικονομικού μεγέθους της και της κοινωνικής και οικονομικής θέσης του ενάγοντα, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να οριστεί στο ποσό των 5.869, 40 ευρώ (ΑΠ 1740/2013, ΕφΑΘ 1437/2014, 3833/2003 ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν είχε δυνατότητα πρόβλεψης της βλάβης του ενάγοντος (άρθρο 23 παρ. 1 εδ. 3 Ν. 2472/1997) και σε κάθε περίπτωση ότι η ως άνω συμπεριφορά της οφείλεται σε αμέλεια (άρθρο 23 παρ. 2 Ν. 2472/1997) τυγχάνει απορριπτέος καθόσον μόνη η νόμιμη συλλογή των προσωπικών δεδομένων από την εναγομένη-υπεύθυνο επεξεργασίας, κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, δεν αίρει την υποχρέωση της προς τήρηση και των λοιπών διατάξεων του Ν. 2472/1997, ήτοι του άρθρου 11 και συνεπώς και την δυνατότητα πρόβλεψης της, εκ της παραβάσεως της, βλάβης του ενάγοντα η δε ευθύνη της είναι νόθος αντικειμενική και ουδόλως αποδείχθηκε από την ίδια, φέρουσα το σχετικό βάρος, ότι ανυπαίτια αγνοούσε τα ως άνω θεμελιωτικά της υπαιτιότητας της πραγματικά γεγονότα. Ωσαύτως απορριπτέος τυγχάνει ο επικουρικά προβαλλόμενος από την εναγόμενη ισχυρισμός ότι το δικαίωμα του ενάγοντα ασκείται καθ' υπέρβαση των τιθέμενων από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων, καθόσον μόνον το γεγονός ότι ο τελευταίος (ενάγων), όπως προκύπτει από την ΑΠ …/9.3.2015 αίτηση του προς την εναγόμενη, εξ' αφορμής σχετικής πρότασης, που του έγινε από την ως άνω εταιρεία «ΡΑΝΟ INFORM Α.Ε.», ρύθμισε επωφελώς και τελικώς εξόφλησε την οφειλή του από την κατά τα ανωτέρω χορηγηθείσα πιστωτική κάρτα ουδόλως καθιστά την άσκηση του δικαιώματος του καταχρηστική.
Κατόπιν αυτών η κρινόμενη θα πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα, κατά στρογγυλοποίηση, το ποσόν των 5.869 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης.. Το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της παρούσας προσωρινά εκτελεστής θα πρέπει να απορριφθεί καθόσον, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο (907, 908 ΚΠολΔ). Η εναγόμενη θα πρέπει, λόγω της ήττας της (176 ΚΠολΔ) να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη του ενάγοντα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσόν των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα εννέα (5.869) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην δικαστική δαπάνη, την οποία ορίζει στο ποσόν των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία διαδίκων και πληρεξουσίων δικηγόρων. 26 ΙΑΝ. 2016
Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης.
Γραφει ο/η Administrator
ΝΟΜΟΣ 4369/ΦΕΚ 33/27.2.2016
Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης, βαθμολογική διάρθρωση θέσεων, συστήματα αξιολόγησης, προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων (διαφάνεια - αξιοκρατία και αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης) και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΜΕΡΟΣ Α'
ΕΘΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ ΕΠΙΤΕΛΙΚΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Άρθρο 1
Σύσταση Εθνικού Μητρώου Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης
Συνιστάται Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης (εφεξής Μητρώο), στο οποίο εντάσσονται υποψήφιοι για την κάλυψη διοικητικών θέσεων αυξημένης ευθύνης, όπως αυτές καθορίζονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου. Το Μητρώο τηρείται ηλεκτρονικά από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) και είναι αναρτημένο στην επίσημη ιστοσελίδα του.
Άρθρο 2
Εγγραφή στο Μητρώο
1. Στο Μητρώο εγγράφονται κατόπιν αίτησής τους: α. Τακτικοί πολιτικοί υπάλληλοι, μόνιμοι και υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) κατηγορίας ΠΕ ή TE, με βαθμό Α', του Δημοσίου, Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α' και β' βαθμού, Ανεξάρτητων Αρχών και κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι, εφόσον εμπίπτουν στις διατάξεις του Μέρους Β', έχουν λάβει στην αξιολόγηση για δύο συνεχείς περιόδους τελική βαθμολογία μεγαλύτερη ή ίση του βαθμού 75 ανά αξιολογική περίοδο, και πληρούν τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
αα) Είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου διδακτορικού διπλώματος.
ββ) Είναι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.).
γγ) Είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών τουλάχιστον ετήσιας φοίτησης.
δδ) Έχουν διατελέσει προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης επί τρία (3) τουλάχιστον έτη ή προϊστάμενοι Διεύθυνσης επί δέκα (10) τουλάχιστον έτη.
β. Καθηγητές όλων των βαθμίδων και λέκτορες Πανεπιστημίων και μέλη ΕΠ Τ.Ε.Ι., καθώς και μέλη Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Ε.Π. των Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής ή μέλη ΔΕΠ και ΕΠ ομοταγών Ιδρυμάτων της αλλοδαπής, εφόσον κατέχουν άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, καθώς και οι ερευνητές της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του ν. 4310/2014 (Α' 258) των Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων, καθώς και των Ερευνητικών Κέντρων της Ακαδημίας Αθηνών.
γ. Το επιστημονικό προσωπικό των Ανεξάρτητων Αρχών, με πενταετή τουλάχιστον προϋπηρεσία σε αυτές.
δ. Οι απόστρατοι αξιωματικοί που είναι απόφοιτοι της Ανώτατης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου (Α.ΔΙ.Σ.ΠΟ.), της Ανώτατης Σχολής Πολέμου (Α.Σ.Π.), της Ναυτικής Σχολής Πολέμου (Ν.Σ.Π.) και της Σχολής Πολέμου Αεροπορίας/ Ανωτέρων (Σ.Π.Α./Α).
2. Δεν εγγράφονται στο Μητρώο:
α) όσοι καταδικάστηκαν τελεσίδικα για τα αναφερόμενα στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 3528/2007 (Α' 26) αδικήματα,
β) όσοι έχουν στερηθεί λόγω καταδίκης τα πολιτικά τους δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή,
γ) όσοι έχουν υποβληθεί σε στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική), είτε σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) είτε το δικαστήριο έχει αποφασίσει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων,
δ) εκείνοι στους οποίους έχει επιβληθεί τελεσιδίκως οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 145 του ν. 3528/2007 (Α' 26).
Άρθρο 3
Διαδικασία εγγραφής στο Μητρώο - Τήρηση Μητρώου
Η εγγραφή στο Μητρώο πραγματοποιείται με την υποβολή ηλεκτρονικής αίτησης στη σχετική ηλεκτρονική εφαρμογή που δημιουργείται για το σκοπό αυτόν στην επίσημη ιστοσελίδα του Α.Σ.Ε.Π., το οποίο μεριμνά για την προσβασιμότητα των ατόμων με αναπηρία σε αυτήν. Αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται υποχρεωτικά με μέριμνα του αιτούντος στη Διεύθυνση Διοικητικού της υπηρεσίας του ή στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού του φορέα του. Η ηλεκτρονική αίτηση επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α' 75). Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, η ημερομηνία εγγραφής στο Μητρώο ανατρέχει στην ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
Η τήρηση του Μητρώου, η εγγραφή και διαγραφή μελών, ο έλεγχος και η επικαιροποίηση και ταυτοποίηση των στοιχείων των μελών του, καθώς και η αναζήτηση συμπληρωματικών ή διευκρινιστικών στοιχείων, ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π.. Το Α.Σ.Ε.Π. υποχρεούται να επικαιροποιεί το αναρτημένο Μητρώο ανά τρίμηνο. Οι Διευθύνσεις Διοικητικού και οι Υπηρεσίες Προσωπικού των φορέων του άρθρου 2 υποχρεούνται να τηρούν κατάσταση με τα στοιχεία του προσωπικού τους που έχει εγγραφεί στο Μητρώο και να ενημερώνουν αμελλητί το Α.Σ.Ε.Π. για την τυχόν ύπαρξη λόγου διαγραφής από το Μητρώο που συντρέχει στο πρόσωπο οποιουδήποτε μέλους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5.
Άρθρο 4
Υπηρεσιακή κατάσταση μελών Μητρώου
Η εγγραφή στο Μητρώο δε συνεπάγεται οποιαδήποτε υπηρεσιακή μεταβολή για τα μέλη του, εκτός εάν επιλεγούν να καταλάβουν κάποια από τις θέσεις των άρθρων 6 και 8.
Άρθρο 5
Διαγραφή από το Μητρώο
1. Μέλος του Μητρώου μπορεί να διαγραφεί από το Μητρώο με αίτηση του, που υποβάλλεται ηλεκτρονικά στην ηλεκτρονική εφαρμογή, η οποία τηρείται στην επίσημη ιστοσελίδα του Α.Σ.Ε.Π.. Αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται υποχρεωτικά με μέριμνα του αιτούντος στη Διεύθυνση Διοικητικού της υπηρεσίας του ή στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού του φορέα του. Η ημερομηνία διαγραφής από το Μητρώο ανατρέχει στην ημερομηνία υποβολής της αίτησης διαγραφής, εκτός εάν ο αιτών τη διαγραφή από το Μητρώο υπηρετεί σε κάποια από τις θέσεις των άρθρων 6 και 8, οπότε η διαγραφή του λαμβάνει χώρα την ημέρα της παραίτησής του.
2. Το Α.Σ.Ε.Π. προβαίνει σε υποχρεωτική διαγραφή μέλους από το Μητρώο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Εάν εμπίπτει αναφορικά με την αξιολόγηση στις διατάξεις του παρόντος και λάβει για δύο συνεχείς περιόδους βαθμολογία μικρότερη του βαθμού 75. Οι Διευθύνσεις Διοικητικού και οι Υπηρεσίες Προσωπικού των φορέων του άρθρου 2 υποχρεούνται να ενημερώνουν αμελλητί το Α.Σ.Ε.Π. για τη συνδρομή του ως άνω λόγου διαγραφής. Σε περίπτωση βαθμολογίας μεγαλύτερης ή ίσης του βαθμού 75 σε δύο επόμενες συνεχείς περιόδους, το διαγραφέν μέλος μπορεί με αίτησή του να επανεγγραφεί στο Μητρώο.
β) Εάν συντρέξουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων α' έως δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 2.
Άρθρο 6
Θέσεις φορέων κεντρικής διοίκησης που στελεχώνονται από μέλη του Μητρώου
Συνιστώνται θέσεις Διοικητικών Γραμματέων με βαθμό 1ο της κατηγορίας ειδικών θέσεων (Ε.Θ.), που υπάγονται σε κάθε Υπουργό ή Αναπληρωτή Υπουργό. Οι Διοικητικοί Γραμματείς υποστηρίζουν την εκτέλεση και διοικητική εφαρμογή της πολιτικής, όπως αυτή καθορίζεται από την Κυβέρνηση και τα όργανά της. Οι Διοικητικοί Γραμματείς επιλέγονται από το Μητρώο του άρθρου 1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, καθορίζονται οι αρμοδιότητες των Διοικητικών Γραμματέων και ο τρόπος άσκησής τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
Άρθρο 7
Διαδικασία επιλογής Γενικών Γραμματέων, αναπληρωτών Γενικών Γραμματέων και Ειδικών Γραμματέων
1. Για την πλήρωση των θέσεων που προβλέπονται στο εδάφιο α' του άρθρου 6 εκδίδεται πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος από τον οικείο Υπουργό. Η πρόσκληση δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του οικείου Υπουργείου και στην ιστοσελίδα του Α.Σ.Ε.Π. επί δέκα (10) ημέρες τουλάχιστον.
Το κατά το άρθρο 10 Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.), αξιολογεί τα προσόντα των υποψηφίων και υποβάλλει στον αρμόδιο Υπουργό εισήγηση με τους τρεις (3) επικρατέστερους υποψηφίους. Ο διορισμός ολοκληρώνεται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, ο οποίος επιλέγει υποχρεωτικά έναν από τους τρεις (3) επικρατέστερους υποψηφίους, και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Για την επιλογή των τριών (3) επικρατέστερων υποψηφίων, το Ε.Σ.Ε.Δ. λαμβάνει υπόψη του τα βιογραφικά στοιχεία των υποψηφίων και, κυρίως, τα τυπικά τους προσόντα, το εν γένει επιστημονικό και ερευνητικό έργο τους σε συνάφεια με το προβλεπόμενο περίγραμμα της προκηρυσσόμενης θέσης και την πρότερη συνολικά διοικητική εμπειρία τους. Το Ε.Σ.Ε.Δ. συνεκτιμά την εν γένει προσωπικότητα των υποψηφίων, κατόπιν διενέργειας δομημένης συνέντευξης, στην οποία καλούνται υποχρεωτικά τουλάχιστον δέκα (10) υποψήφιοι για κάθε θέση, εφόσον υπάρχουν. Για τη συνέντευξη τηρείται σχετικό πρακτικό, το οποίο συνυποβάλλεται με την εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Δ. στον Υπουργό. Η ως άνω διαδικασία ακολουθείται και αν οι υποψήφιοι είναι λιγότεροι από τρεις (3). Στην περίπτωση αυτή το Ε.Σ.Ε.Δ. υποβάλλει εισήγηση με το σύνολο των υποψηφίων.
2. Αν δεν υποβληθούν υποψηφιότητες ή αν ο Υπουργός κρίνει, κατόπιν αιτιολογημένης εισήγησης του Ε.Σ.Ε.Δ., ότι καμία υποψηφιότητα δεν πληροί τις προδιαγραφές της θέσης που έχει προκηρυχθεί, δημοσιεύεται πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για πλήρωση των ανωτέρω θέσεων από υποψηφίους που δεν υπηρετούν στο Δημόσιο Τομέα. Για την επιλογή εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1.
3. Όσοι επιλέγονται για την πλήρωση των πιο πάνω θέσεων διορίζονται με θητεία τεσσάρων (4) ετών, με δικαίωμα ανανέωσης για μία φορά. Σε κάθε περίπτωση, η συνολική θητεία στις ανωτέρω θέσεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα οκτώ (8) έτη.
4. Αυτοί που διορίζονται στις θέσεις του άρθρου 6 παύονται από τα καθήκοντά τους πριν από τη λήξη της θητείας τους με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, εάν συντρέξουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων α' έως δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 2.
5. Σε περίπτωση κένωσης των θέσεων του άρθρου 6 για οποιονδήποτε λόγο, η διαδικασία επιλογής πραγματοποιείται εκ νέου και αυτός που επιλέγεται διορίζεται για πλήρη θητεία.
6. Ενστάσεις υποβάλλονται ενώπιον του Α.Σ.Ε.Π. μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τη δημοσίευση του διορισμού και εξετάζονται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την υποβολή τους.
Άρθρο 8
Θέσεις ευρύτερου δημόσιου τομέα που στελεχώνονται από μέλη του Μητρώου - Διαδικασία επιλογής
1. α) Οι Πρόεδροι, Αντιπρόεδροι, Διοικητές, Αναπληρωτές Διοικητές, Υποδιοικητές, και οι εν γένει επικεφαλής των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), των οποίων η επιλογή ανήκει στην Κυβέρνηση, επιλέγονται αποκλειστικά από το Μητρώο του άρθρου 1 του παρόντος νόμου ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3. Όπου στις οικείες διατάξεις των ως άνω νομικών προσώπων προβλέπονται θέσεις εκτελεστικών καθηκόντων, αυτές πληρούνται από μέλη του Μητρώου του άρθρου 1, καθώς και υποψηφίους που δεν υπηρετούν στο δημόσιο τομέα ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3.
Τα λοιπά μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ως άνω νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) των οποίων η επιλογή ανήκει στην Κυβέρνηση επιλέγονται αποκλειστικά από το Μητρώο του άρθρου 1 ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και κατά τη διαδικασία επιλογής που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3, πλην ενός μέλους του συλλογικού οργάνου διοίκησης του οποίου η επιλογή και ο ορισμός ανήκει στην ευρύτατη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου.
β) Οι Πρόεδροι, Αντιπρόεδροι, Διοικητές, Αναπληρωτές Διοικητές, Υποδιοικητές, και οι εν γένει επικεφαλής των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) των οποίων η επιλογή ανήκει στην Κυβέρνηση, με εξαίρεση τις ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Β' του ν. 3429/2005 (Α' 314), επιλέγονται αποκλειστικά από το Μητρώο του άρθρου 1 ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3.
Όπου στις οικείες διατάξεις των ως άνω νομικών προσώπων προβλέπονται θέσεις Διευθύνοντος Συμβούλου, αυτές πληρούνται από μέλη του Μητρώου του άρθρου 1, καθώς και υποψηφίους που δεν υπηρετούν στο δημόσιο τομέα ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3.
Τα λοιπά μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ως άνω νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) των οποίων η επιλογή ανήκει στην Κυβέρνηση επιλέγονται από το Μητρώο του άρθρου 1, καθώς και από υποψηφίους που δεν υπηρετούν στο δημόσιο τομέα ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής των παραγράφων 2 και 3, πλην ενός μέλους του συλλογικού οργάνου διοίκησης του οποίου η επιλογή και ο ορισμός ανήκει στην ευρύτατη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου.
Σε όσες από τις ως άνω περιπτώσεις προβλέπεται επιλογή αποκλειστικά από το Μητρώο του άρθρου 1 και δεν υποβληθούν υποψηφιότητες ή αν το αποφασίζον όργανο κρίνει κατόπιν αιτιολογημένης εισήγησης του Ε.Σ.Ε.Δ. ότι καμία υποψηφιότητα δεν πληροί τις προδιαγραφές της θέσης που έχει προκηρυχθεί, δημοσιεύεται πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για πλήρωση των ανωτέρω θέσεων από υποψηφίους που δεν υπηρετούν στο δημόσιο τομέα. Η διαδικασία επιλογής πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3.
2. Η επιλογή των υποψηφίων που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο, πλην του μέλους που η επιλογή του ανήκει στην ευρύτατη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου, πραγματοποιείται, ύστερα από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος από τον αρμόδιο Υπουργό. Η πρόσκληση δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του αρμόδιου Υπουργείου και του Α.Σ.Ε.Π. επί δέκα (10) ημέρες τουλάχιστον. Το Ε.Σ.Ε.Δ. αξιολογεί τα προσόντα των υποψηφίων και υποβάλλει στον αρμόδιο Υπουργό εισήγηση με τον τριπλάσιο αριθμό προτεινόμενων υποψηφίων για τις θέσεις Προέδρων, Αντιπροέδρων, Διοικητών, Αναπληρωτών Διοικητών, Υποδιοικητών, Διευθυνόντων Συμβούλων και των εν γένει επικεφαλής των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, καθώς και πίνακα με τον διπλάσιο αριθμό προτεινόμενων υποψηφίων για τις θέσεις λοιπών μελών των Διοικητικών Συμβουλίων. Ο Υπουργός επιλέγει υποχρεωτικά μεταξύ των περιλαμβανομένων στην εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Δ. και ο διορισμός διενεργείται με απόφασή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Για την επιλογή των επικρατέστερων υποψηφίων, το Ε.Σ.Ε.Δ. λαμβάνει υπόψη του τα βιογραφικά στοιχεία των υποψηφίων και, ιδίως, τα τυπικά προσόντα τους, το εν γένει επιστημονικό και ερευνητικό έργο τους σε συνάφεια με τις απαιτήσεις και τα καθήκοντα της θέσης που προκηρύσσεται και την προηγούμενη συνολικά διοικητική εμπειρία τους. Το Ε.Σ.Ε.Δ. συνεκτιμά την εν γένει προσωπικότητα των υποψηφίων κατόπιν διενέργειας δομημένης συνέντευξης, στην οποία καλείται υποχρεωτικά τουλάχιστον ο τριπλάσιος αριθμός υποψηφίων για κάθε προς πλήρωση θέση. Για τη συνέντευξη τηρείται πρακτικό, το οποίο συνυποβάλλεται με την εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Δ. στον Υπουργό. Η ως άνω διαδικασία ακολουθείται και αν ο αριθμός των υποψηφίων είναι μικρότερος από τον αριθμό υποψηφίων που προβλέπεται στα προηγούμενα εδάφια.
3. Για τους διορισμούς που προβλέπονται στο άρθρο αυτό εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 7.
4. Ειδικά τα όργανα διοίκησης φορέων ειδικού καλλιτεχνικού, πολιτιστικού και αθλητικού σκοπού που εποπτεύονται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, συνεχίζουν να ορίζονται ή να υποδεικνύονται σύμφωνα με τους ιδρυτικούς τους νόμους. Οι θέσεις των Καλλιτεχνικών Διευθυντών, καθώς και οι θέσεις με αρμοδιότητες ειδικού πολιτιστικού σκοπού Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών των ανωτέρω φορέων μπορεί να πληρούνται με διαδικασία δημόσιας πρόσκλησης ή δημόσιας διεθνούς πρόσκλησης. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού καθορίζονται τα απαιτούμενα για την προκηρυσσόμενη θέση ειδικά προσόντα, η διαδικασία συγκρότησης της Επιτροπής Αξιολόγησης των υποψηφίων, τα κριτήρια επιλογής και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
5. Ο ορισμός του Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γενικού Γραμματέα και των λοιπών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) εξακολουθεί να διέπεται από τις ισχύουσες για τον Ε.Ο.Τ. διατάξεις.
Άρθρο 9
Υποχρεώσεις επιλεγμένων μελών σε θέσεις ευθύνης
1. Όσοι επιλέγονται να καταλάβουν τις προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο θέσεις, παρακολουθούν μετά το διορισμό τους υποχρεωτικά ειδικά προγράμματα εκπαίδευσης - επιμόρφωσης που σχεδιάζονται και διεξάγονται από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α., με στόχο την επικαιροποίηση των γνώσεων τους, τη διαρκή επιμόρφωση τους σε θέματα διοίκησης δημόσιων οργανισμών και τη βελτίωση των δεξιοτήτων τους σε θέματα διοικητικού συντονισμού και διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού. Παρακολουθούν επίσης σεμινάρια σε θέματα πρόσβασης ατόμων με αναπηρία και χρόνιες παθήσεις στις υπηρεσίες τις οποίες διοικούν, προκειμένου οι υπηρεσίες αυτές να καταστούν φιλικές και προσβάσιμες στα άτομα αυτά.
2. Κατά την ανάληψη των καθηκόντων Διοικητή ή Προέδρου ή Διευθύνοντος Συμβούλου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου, υπογράφεται συμφωνία δέσμευσης επί καταρτισθέντος προγράμματος δράσης μεταξύ αυτού και του αρμόδιου Υπουργού ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, όπου περιγράφονται με σαφήνεια οι ποσοτικοί και ποιοτικοί στόχοι του φορέα και αναλαμβάνονται οι αντίστοιχες δεσμεύσεις. Κατά την αντικατάσταση ή λήξη της θητείας, καθ' οιονδήποτε τρόπο, Διοικητή ή Προέδρου Νομικού Προσώπου ή Διευθύνοντος Συμβούλου, ο αποχωρήσας παραδίδει αναλυτική έκθεση πεπραγμένων της θητείας του, με ενσωματωμένο πλήρη οικονομικό και κοινωνικό απολογισμό. Ο βαθμός επίτευξης των στόχων καταγράφεται στο ατομικό του Μητρώο και λαμβάνεται υπόψη σε μελλοντικές αξιολογήσεις νέων αιτήσεών του. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.
Άρθρο 10
Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.)
1. Με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης της Δημόσιας Διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστάται στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) το Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.), το οποίο λειτουργεί σε τρία τμήματα. Κάθε τμήμα είναι εννεαμελές και αποτελείται από τρία (3) μέλη του Α.Σ.Ε.Π., που υποδεικνύονται από τον Πρόεδρό του, έναν (1) Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρό του, τον Πρόεδρο του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.) ή ένα (1) μέλος του Επιστημονικού - Εκπαιδευτικού Συμβουλίου ή έναν (1) προϊστάμενο Διεύθυνσης Εκπαιδευτικής Μονάδας του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρό του, τον Συνήγορο του Πολίτη ή έναν (1) Βοηθό - Συνήγορο που ο Συνήγορος υποδεικνύει, έναν (1) εμπειρογνώμονα που ορίζεται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης της Δημόσιας Διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., έναν (1) εμπειρογνώμονα σε θέματα διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού, που υποδεικνύεται από την Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.), και έναν (1) εμπειρογνώμονα, που ορίζεται από τις κεντρικές εργοδοτικές οργανώσεις (Σ.Ε.Β., Ε.Σ.Ε.Ε., Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.) με τους νόμιμους αναπληρωτές τους. Πρόεδρος του Ε.Σ.Ε.Δ. ορίζεται ένα από τα μέλη του Α.Σ.Ε.Π.. Η θητεία του Ε.Σ.Ε.Δ. είναι διετής. Γραμματέας κάθε τμήματος και ο νόμιμος αναπληρωτής αυτού ορίζονται υπάλληλοι του Α.Σ.Ε.Π., κατηγορίας ΠΕ, με Α' βαθμό.
2. Για την επιλογή του Προέδρου του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., στο Ε.Σ.Ε.Δ. συμμετέχει ένας (1) εμπειρογνώμονας, που υποδεικνύεται από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και ο οποίος αντικαθιστά τον Πρόεδρο του Ε.Κ.Δ.Δ.Α..
Άρθρο 11
Υπηρεσιακή κατάσταση επιλεγμένων μελών σε θέσεις ευθύνης
1. Η θητεία των υπαλλήλων που υπηρετούν στις θέσεις του άρθρου 6, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης. Ομοίως λογίζεται η θητεία των υπαλλήλων που υπηρετούν σε θέσεις Προέδρων, Διοικητών, Διευθυνόντων Συμβούλων και γενικώς των επικεφαλής των φορέων του άρθρου 8. Η θητεία των υπαλλήλων που υπηρετούν στις λοιπές θέσεις του άρθρου 8, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου Τμήματος.
2. Μετά τη λήξη της θητείας τους ή την παύση τους από τις θέσεις στις οποίες διορίστηκαν, αυτοί επανέρχονται στο φορέα όπου υπηρετούσαν πριν από το διορισμό τους.
3. Ειδικές διατάξεις που αφορούν ασυμβίβαστα, περιορισμούς και κωλύματα σχετικά με την κατοχή των θέσεων των άρθρων 6 και 8 παραμένουν σε ισχύ.
4. Εάν ο επιλεγείς σε θέσεις των άρθρων 6 και 8 είναι άτομο με κινητική αναπηρία, τυφλό, ή άτομο με προβλήματα όρασης, κωφό ή βαρήκοο, καθορίζεται ειδική δαπάνη για την εργονομική διευθέτηση του χώρου εργασίας του, τη χορήγηση συνοδού, διερμηνείας και εν γένει την κάλυψη του κόστους των αναγκών αναπηρίας σε ό,τι αφορά τα αυξημένα καθήκοντα της θέσης ευθύνης. Το ύψος της ανωτέρω δαπάνης, ο τρόπος χορήγησης αυτής και κάθε άλλο σχετικό θέμα καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
Άρθρο 12
Υποστήριξη του Ε.Σ.Ε.Δ. από το Α.Σ.Ε.Π.
Το σύνολο της γραμματειακής και τεχνικής υποστήριξης της λειτουργίας του Ε.Σ.Ε.Δ. κατά τη διαδικασία επιλογής των υποψηφίων, καθώς και η τήρηση των πρακτικών στη διαδικασία της δομημένης συνέντευξης, ανήκει στην αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π..
Άρθρο 13
Μεταβατικές διατάξεις - Τελικές διατάξεις
1. Έως τις 31.7.2016 τίθεται σε λειτουργία το Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1 και 3. Το κριτήριο αξιολόγησης για την ένταξη στο Μητρώο, όπως περιγράφεται στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 2, εφαρμόζεται μετά την παρέλευση δύο (2) αξιολογικών περιόδων η δε αδυναμία εφαρμογής του δεν αποτελεί λόγο μη λειτουργίας του Μητρώου. Έως τις 30.6.2016 εκδίδονται οι υπουργικές αποφάσεις συγκρότησης των Ειδικών Συμβουλίων Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.) του άρθρου 10, καθώς και οι λοιπές κανονιστικές πράξεις. Έως τις 30.9.2016 προκηρύσσονται όλες οι κενές θέσεις των άρθρων 6 και 8, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Έως τις 30.9.2016 προκηρύσσονται όλες οι θέσεις του άρθρου 6, καθώς και οι κενές θέσεις του άρθρου 8 σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
2. Οι διατάξεις των άρθρων 77 του ν. 1969/1991 (Α' 167), 4 του ν. 3864/2010 (Α' 119), 16 του ν. 3986/2011 (Α' 152) και της υποπαραγράφου Ε.2. της παραγράφου Ε.2-7 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222) εφαρμόζονται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος νόμου.
3. Οι κατά τη δημοσίευση του νόμου υπηρετούντες στις θέσεις του άρθρου 8 εκτελούν κανονικά τα καθήκοντά τους έως τη λήξη της θητείας τους, και πάντως όχι πέραν της 30ής Ιουνίου 2018. Σε περίπτωση κένωσης των ως άνω θέσεων με οποιονδήποτε τρόπο πριν τη θέση σε λειτουργία του Μητρώου του άρθρου 1, αυτές πληρούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και οι τοποθετούμενοι σε αυτές εκτελούν κανονικά τα καθήκοντά τους έως τη λήξη της θητείας τους και πάντως όχι πέραν της 30ής Ιουνίου 2018.
ΜΕΡΟΣ Β
ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ
Αξιολόγηση, Στοχοθεσία, Κοινωνική λογοδοσία και συμμετοχή
Άρθρο 14
Πεδίο εφαρμογής
1. Στις διατάξεις του συστήματος αξιολόγησης του παρόντος υπάγονται οι τακτικοί πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.):
α) του Δημοσίου,
β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α' και β' βαθμού,
γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.),
δ) το προσωπικό των Ανεξάρτητων Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων,
ε) οι υπάλληλοι των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων (Π.Ε.Δ.), της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Ε.) και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝ.Π.Ε.),
στ) οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και των λοιπών εκκλησιών, δογμάτων και κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος γνωστών θρησκειών, οι οποίοι επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
2. Στις διατάξεις του συστήματος αξιολόγησης του παρόντος δεν υπάγονται:
α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,
β) οι θρησκευτικοί λειτουργοί των νομικών προσώπων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και των λοιπών εκκλησιών, δογμάτων και κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος γνωστών θρησκειών, που επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό,
γ) οι υπάλληλοι και λειτουργοί που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297).
3. Η αξιολόγηση και η συμμετοχή των δημοσίων υπαλλήλων στη διαδικασία θέσης στόχων, όπως και γενικότερα στη λειτουργία της διοίκησης, αποσκοπούν στη βελτίωση της ατομικής απόδοσης κάθε υπαλλήλου και συνολικά της απόδοσης έργου της δημόσιας υπηρεσίας.
4. Ειδικά συστήματα αξιολόγησης διατηρούνται σε ισχύ.
Άρθρο 15
Αξιολογητές
1. Αξιολογητές των υπαλλήλων και των προϊσταμένων οργανικών μονάδων κατά τις διατάξεις του παρόντος είναι οι δύο ιεραρχικά προϊστάμενοι τους κατά τη σειρά της οργανικής διάρθρωσης με τον τρόπο που ορίζεται στο επόμενο άρθρο. Στην περίπτωση των προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, αξιολογητές είναι ο οικείος Υπουργός ή ο Αναπληρωτής Υπουργός ή ο Υφυπουργός και ο Γενικός ή ο Ειδικός Γραμματέας ή τα δύο (2) ανώτερα μονοπρόσωπα διοικητικά όργανα της Υπηρεσίας. Αν δεν υπάρχουν, αξιολογητής είναι μόνο το ανώτερο μονοπρόσωπο διοικητικό όργανο. Στην περίπτωση των προϊσταμένων Διευθύνσεων, όπου ελλείπει θέση Γενικού Διευθυντή, αξιολογητές είναι τα δύο (2) ανώτερα μονοπρόσωπα διοικητικά όργανα της Υπηρεσίας. Όπου δεν υπάρχει δεύτερος ιεραρχικά προϊστάμενος, την αξιολόγηση διενεργεί αποκλειστικά ο ένας.
2. Ως προϊστάμενοι κατά την έννοια της παραγράφου 1 νοούνται οι πολιτικοί υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, που κατέχουν θέση, η οποία αποτελεί την κορυφή της οικείας οργανικής μονάδας, καθώς και οι μετακλητοί ή με θητεία υπάλληλοι, οι οποίοι κατέχουν τέτοια θέση βάσει ειδικών διατάξεων, συμπεριλαμβανομένων και των νομίμων αναπληρωτών τους.
3. Προκειμένου για αυτοτελείς υπηρεσιακές μονάδες αποκεντρωμένων ή αυτοτελών δημοσίων υπηρεσιών ή Ν.Π.Δ.Δ., ο Γενικός ή Ειδικός Γραμματέας ή ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή το μονομελές όργανο διοίκησης και, αν δεν υπάρχει, ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου διοίκησης, συντάσσουν εκθέσεις αξιολόγησης για τους προϊσταμένους οργανικών μονάδων που υπάγονται απευθείας σε αυτούς και για τους υπαλλήλους που υπηρετούν στο γραφείο τους ή υπάγονται σε αυτούς.
4. Οι εκθέσεις αξιολόγησης των υπαλλήλων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος και υπηρετούν σε γραφείο Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού συντάσσονται από τον Διευθυντή του οικείου Γραφείου. Εάν δεν υπάρχει Διευθυντής, οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται από τον Υπουργό, τον Αναπληρωτή Υπουργό ή τον Υφυπουργό. Η έκθεση αξιολόγησης του Διευθυντή του Γραφείου του Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού συντάσσεται από τον οικείο Υπουργό, τον Αναπληρωτή Υπουργό ή τον Υφυπουργό, εφόσον αυτός υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος.
5. Οι εκθέσεις αξιολόγησης προϊσταμένων αυτοτελών οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης ή Τμήματος, οι οποίες υπάγονται απευθείας σε Υπουργό, Αναπληρωτή Υπουργό ή Υφυπουργό συντάσσονται από τους τελευταίους.
6. Οι εκθέσεις αξιολόγησης των προϊσταμένων διευθύνσεων, αυτοτελών τμημάτων ή αυτοτελών γραφείων καθώς και των υπαλλήλων των υπηρεσιών Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού συντάσσονται από τον Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη αντίστοιχα, εφόσον οι πιο πάνω υπάλληλοι υπάγονται απευθείας σε αυτούς.
7. Για τους αποσπασμένους υπαλλήλους συντάσσονται εκθέσεις αξιολόγησης από τους προϊσταμένους των υπηρεσιών, στις οποίες είναι αποσπασμένοι, εφόσον υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος. Ειδικά ως προς τους αποσπασμένους υπαλλήλους σε γραφεία βουλευτών ή Ελλήνων βουλευτών του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αξιολογητής θεωρείται ο οικείος βουλευτής ή ευρωβουλευτής. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 20, 22, 23 και 24.
8. Κάθε αξιολογητής υποχρεούται να συντάσσει εκθέσεις αξιολόγησης για όλους τους υπαλλήλους αρμοδιότητας του, εφόσον προΐστατο αυτών κατά το προηγούμενο έτος για πέντε (5) τουλάχιστον μήνες, ανεξάρτητα αν είχε τοποθετηθεί με σχετική απόφαση ή όχι, έστω και αν κατά το χρόνο σύνταξης των εκθέσεων υπηρετεί σε άλλη υπηρεσία, με την επιφύλαξη του εδαφίου β', περίπτωση γ' της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου.
Άρθρο 16
Έκθεση αξιολόγησης
1. Η έκθεση αξιολόγησης περιλαμβάνει τουλάχιστον:
α) Τους τίτλους σπουδών του υπαλλήλου, καθώς και τις δραστηριότητες επιμόρφωσης κατά το έτος στο οποίο αναφέρεται η αξιολόγηση.
β) Συνοπτική περιγραφή του έργου που επιτελέσθηκε από την οργανική μονάδα (Διεύθυνση, Τμήμα) στην οποία ανήκει ο αξιολογούμενος, κατά την περίοδο που αξιολογείται.
γ) Συνοπτική περιγραφή του έργου που επιτελέσθηκε από τον αξιολογούμενο, κατά την περίοδο που αξιολογείται.
δ) Τα στοιχεία της συμβουλευτικής συνέντευξης του άρθρου 19.
ε) Τη βαθμολογία του αξιολογούμενου βάσει των κριτηρίων των επόμενων παραγράφων.
2.α) Οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται από τους αρμόδιους αξιολογητές υποχρεωτικά εντός του πρώτου τριμήνου κάθε έτους.
β) Η προθεσμία της περίπτωσης α' ισχύει και για τους αξιολογητές που απέβαλαν την ιδιότητά τους αυτή πριν από τις 31 Μαρτίου λόγω τοποθέτησης, μετάθεσης, μετακίνησης, απόσπασης, μετάταξης ή διορισμού σε άλλη υπηρεσία.
γ) Αν ο προϊστάμενος άσκησε καθήκοντα για πέντε (5) τουλάχιστον μήνες, αλλά η υπαλληλική σχέση λύθηκε λόγω παραίτησης ή αυτοδίκαιης απόλυσης από την υπηρεσία, οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται και υποβάλλονται με μέριμνα της αρμόδιας μονάδας προσωπικού, πριν από την αποχώρησή του. Κατ' εξαίρεση, όταν αξιολογητές είναι ο Υπουργός, ο Αναπληρωτής Υπουργός, ο Υφυπουργός, ο Γενικός ή Ειδικός Γραμματέας, το μονομελές όργανο διοίκησης ή ο πρόεδρος συλλογικού οργάνου διοίκησης ή ο Διευθυντής του Γραφείου του Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού, μπορεί να συντάσσεται έκθεση αξιολόγησης και για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) μηνών υπηρεσίας και σε περίπτωση που οι πιο πάνω αποχωρήσουν από τη θέση τους μπορεί να συντάσσονται εκθέσεις αξιολόγησης μέχρι και εξήντα (60) ημέρες μετά την αποχώρησή τους.
δ) Σε περίπτωση πραγματικής αδυναμίας του προϊσταμένου που ενεργεί ως αξιολογητής, τις εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσει ο νόμιμος αναπληρωτής του, εφόσον αυτός εκτελούσε χρέη αναπληρωτή προϊσταμένου για τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) της αξιολογικής περιόδου. Σε αντίθετη περίπτωση, καθώς και όταν δεν υπάρχει νόμιμος αναπληρωτής, οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται κατ' εξαίρεση από τον άμεσο προϊστάμενο του αξιολογητή.
ε) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2, σε καμία περίπτωση δεν συντάσσεται έκθεση αξιολόγησης για χρονικό διάστημα μικρότερο των πέντε (5) μηνών.
3.α) Αρμόδια για την τήρηση των διαδικασιών αξιολόγησης είναι η οικεία Διεύθυνση Προσωπικού ή Διοικητικού. Αν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παράλειψη ή πλημμελής ή μη ορθή συμπλήρωση, η έκθεση αξιολόγησης επιστρέφεται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας διοικητικού ή προσωπικού για σχετική συμπλήρωση ή διόρθωση.
β) Κάθε έκθεση αξιολόγησης γνωστοποιείται από την αρμόδια υπηρεσία Προσωπικού ή Διοικητικού υποχρεωτικά στον υπάλληλο που αφορά.
γ) Ο υπάλληλος δικαιούται οποτεδήποτε να ζητεί από την αρμόδια υπηρεσία Προσωπικού ή Διοικητικού και να λαμβάνει πλήρη γνώση ή και αντίγραφο των εκθέσεων αξιολόγησής του, θέτοντας επί του εντύπου της έκθεσης αξιολόγησης την υπογραφή του και την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση.
4. Ο τελικός βαθμός της αξιολόγησης προκύπτει από το μέσο όρο των βαθμολογιών των δύο (2) αξιολογητών. Αν η απόκλιση μεταξύ των δύο (2) αξιολογητών υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις (24) εκατοστιαίες μονάδες, αρμόδια για τη βαθμολόγηση είναι η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 21, στην οποία παραπέμπονται υποχρεωτικά οι σχετικές εκθέσεις αξιολόγησης.
5. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη μορφή και το περιεχόμενο των Εντύπων Έκθεσης Αξιολόγησης.
Άρθρο 17
Κριτήρια και διαδικασία αξιολόγησης υπαλλήλων
1. Τα κριτήρια αξιολόγησης των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες:
Α. Γνώση του αντικειμένου, ενδιαφέρον και δημιουργικότητα
Β. Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά Γ. Αποτελεσματικότητα
2. Κάθε κατηγορία κριτηρίων αναλύεται σε επιμέρους κριτήρια, ως ακολούθως:
Α. ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ
α) Διοικητική ικανότητα, επαγγελματική επάρκεια, δυνατότητα εφαρμογής των γνώσεων και της εμπειρίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του υπαλλήλου.
β) Ολοκληρωμένη γνώση του διοικητικού έργου του φορέα (Υπουργείου, αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας ή Ν.Π.Δ.Δ.).
γ) Επίδειξη ενδιαφέροντος, ανάπτυξη δεξιοτήτων και αφοσίωση κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων.
δ) Πρωτοβουλία, καινοτομίες, ιεράρχηση προτεραιοτήτων, συντονισμός και προγραμματισμός του έργου.
ε) Εκπόνηση σχετικών μελετών, άρθρων ή προτάσεων και βράβευση τέτοιων εργασιών.
στ) Ανάληψη ευθυνών και ικανότητα άσκησης πολλαπλών καθηκόντων συναφών προς τη φύση της υπηρεσίας. Ιεράρχηση προτεραιοτήτων, συντονισμός και προγραμματισμός του έργου.
Β. ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ
ζ) Επικοινωνία και άριστη συνεργασία με συνυπηρετούντες στην ίδια ή άλλη υπηρεσιακή μονάδα, υπαλλήλους.
η) Συμπεριφορά προς τους πολίτες, καθώς και άμεση εξυπηρέτηση των αναγκών τους.
Γ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
θ) Ποσοτική και ποιοτική εργασιακή απόδοση (ιδίως: διαχείριση κρίσεων, αναβάθμιση εργασιακού περιβάλλοντος, προστιθέμενη αξία διοικητικού έργου).
ι) Βαθμός επίτευξης των στόχων της ατομικής στοχοθεσίας και συμμετοχής στη στοχοθεσία του Τμήματος.
3. Στο η' κριτήριο αξιολογούνται μόνο οι υπάλληλοι που λόγω των αρμοδιοτήτων τους έρχονται σε επικοινωνία με το κοινό. Το ι' κριτήριο βαθμολογείται μόνο εφόσον έχουν τεθεί στόχοι για το έτος που αφορά η αξιολόγηση.
4. Κάθε επιμέρους κριτήριο αξιολόγησης βαθμολογείται από τους αξιολογητές με ένα ακέραιο βαθμό, που κατά την αντικειμενική κρίση αρμόζει για τον αξιολογούμενο. Η κλίμακα των βαθμών ορίζεται από το 0 έως το 100.
5. Με τους βαθμούς από 90 έως 100 βαθμολογούνται οι άριστοι υπάλληλοι, οι οποίοι έχουν επιδείξει όλως εξαιρετική επίδοση στα καθήκοντα τους. Ως όλως εξαιρετική επίδοση νοείται η προσφορά έργου υψηλού επιπέδου από τον αξιολογούμενο, από το οποίο προέκυψε σημαντικό όφελος για την Υπηρεσία. Για τη βαθμολογία με βαθμό 90 και άνω απαιτείται ειδική αιτιολογία της βαθμολογίας αυτής για τα κριτήρια αξιολόγησης, με καταγραφή πραγματικών στοιχείων και δεδομένων που τη στοιχειοθετούν και εξετάζεται υποχρεωτικά από την Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 21, η οποία είτε οριστικοποιεί τη βαθμολογία είτε τη διορθώνει με παράθεση πλήρους αιτιολογίας.
6. Με τους βαθμούς από 75 έως 89 βαθμολογούνται οι πολύ επαρκείς υπάλληλοι, οι οποίοι μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως στις απαιτήσεις της υπηρεσίας τους, να αντιμετωπίσουν κάθε υπηρεσιακό ζήτημα και περιστασιακά μόνο ενδεχομένως να χρειάζονται ελάχιστη υποβοήθηση στο έργο τους.
7. Με τους βαθμούς από 60 έως 74 βαθμολογούνται οι επαρκείς υπάλληλοι που επιδιώκουν σταθερά να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της υπηρεσίας, αλλά δεν ανταποκρίνονται στα παραπάνω κριτήρια.
8. Με τους βαθμούς από 50 έως 59 βαθμολογούνται οι μερικώς επαρκείς υπάλληλοι, οι οποίοι αποδίδουν κάτω του συνηθισμένου μέτρου και μπορεί να χρειάζονται υποβοήθηση στο έργο τους.
9. Με τους βαθμούς από 40 έως 49 βαθμολογούνται οι μέτριοι υπάλληλοι, οι οποίοι κατά κανόνα χρειάζονται υποβοήθηση στο έργο τους.
10. Με τους βαθμούς από 25 έως 39 βαθμολογούνται οι ανεπαρκείς υπάλληλοι.
11. Με τους βαθμούς 0 έως 24 βαθμολογούνται οι ακατάλληλοι για τη συγκεκριμένη υπηρεσία υπάλληλοι.
12. Βαθμολογία κάτω του βαθμού εξήντα (60) πρέπει υποχρεωτικά να αιτιολογείται ειδικά και να θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά και αντικειμενικά στοιχεία και δεδομένα του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, όπως η επιβολή πειθαρχικών ποινών, δυσμενών παρατηρήσεων των προϊσταμένων του ή άλλων αντικειμενικών στοιχείων που να καταδεικνύουν προδήλως μειωμένη ανταπόκριση στα υπηρεσιακά καθήκοντα. Εάν ελλείπουν παρόμοια υποστηρικτικά στοιχεία της δυσμενούς βαθμολογίας, ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να ασκήσει ένσταση στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 21, σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21.
13. α) Το κριτήριο ι' βαθμολογείται ανάλογα με το βαθμό ανταπόκρισης των υπαλλήλων στη στοχοθεσία του τμήματος και στην ατομική τους στοχοθεσία και απαιτείται πάντοτε ειδική και τεκμηριωμένη αιτιολογία. Πριν από τη βαθμολόγηση του κριτηρίου αυτού προηγείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 23, υπό την ευθύνη και την προεδρία του οικείου προϊσταμένου Διεύθυνσης σύγκληση της Ολομέλειας του Τμήματος για τη συλλογική αξιολόγηση και ατομική αυτοαξιολόγηση κάθε υπαλλήλου, σε σχέση με τη στοχοθεσία του. Η αυτοαξιολόγηση δεν καταλήγει σε πρόταση βαθμολογίας κάθε υπαλλήλου, αλλά εντοπίζει προβλήματα και επιτεύγματα του τμήματος και λαμβάνεται υπόψη από τον αξιολογητή για τη διαμόρφωση της αιτιολογίας της βαθμολογίας του.
β) Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, το εν λόγω κριτήριο δε βαθμολογείται, αν δεν έχει προηγηθεί διαδικασία στοχοθεσίας, σύμφωνα με το νόμο αυτόν.
14. Μετά την οριστικοποίηση των εκθέσεων αξιολόγησης, η αρμόδια Διεύθυνση Προσωπικού/Διοικητικού γνωστοποιεί την έκθεση αξιολόγησης στον αξιολογούμενο.
15. Στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης συνιστάται Διεύθυνση Παρακολούθησης και Στατιστικής Ανάλυσης των Βαθμολογιών Αξιολόγησης υπό τη Γενική Διεύθυνση Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού. Η Διεύθυνση Παρακολούθησης και Στατιστικής Ανάλυσης των Βαθμολογιών Αξιολόγησης παρακολουθεί και διαχειρίζεται στατιστικά δεδομένα και χρονοσειρές δεδομένων και συντάσσει εκθέσεις ανάλυσης δεδομένων των βαθμολογιών αξιολόγησης. Όπου παρατηρείται συστηματική εμφάνιση ακραίων τιμών βαθμολόγησης, είτε υψηλών είτε χαμηλών, μπορεί με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, κατόπιν σχετικής εισήγησης της Διεύθυνσης Παρακολούθησης και Στατιστικής Ανάλυσης των Βαθμολογιών Αξιολόγησης, να εφαρμόζεται «συντελεστής διόρθωσης». Με επιμέλεια της Διεύθυνσης Παρακολούθησης και Στατιστικής Ανάλυσης των Βαθμολογιών Αξιολόγησης εκδίδονται σε ετήσια βάση οδηγίες για τη βαθμολόγηση στο πλαίσιο της αξιολόγησης.
16. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, η οποία εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.
Άρθρο 18
Κριτήρια και διαδικασία αξιολόγησης προϊσταμένων οργανικών μονάδων
1. Τα κριτήρια αξιολόγησης των προϊσταμένων οργανικών μονάδων κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες:
Α. Γνώση του αντικειμένου, αντίληψη, ενδιαφέρον και δημιουργικότητα
Β. Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά
Γ. Διοικητικές ικανότητες
Δ. Αποτελεσματικότητα
2. Κάθε κατηγορία κριτηρίων αναλύεται στα εξής επιμέρους κριτήρια:
Α. ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΑΝΤΙΛΗΨΗ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ
α) Επαγγελματική επάρκεια.
Αξιολογείται η γνώση του αντικειμένου της δημόσιας διοίκησης, η ικανότητα οργάνωσης του ατομικού και συλλογικού φόρτου εργασίας και η ευθυκρισία.
β) Αντίληψη και ικανότητα λύσης προβλημάτων.
Αξιολογείται η ορθή σύλληψη των προβλημάτων, η ικανότητα αντίληψης σύνθετων καταστάσεων και θέση προτεραιοτήτων, η πρόβλεψη και έγκαιρη αντιμετώπιση συνεπειών και η ορθή διαχείριση κρίσεων.
γ) Πρωτοβουλία - Καινοτομίες.
Αξιολογείται η ανάπτυξη δημιουργικών και πρακτικών λύσεων, η δυνατότητα για συνεχή βελτίωση της απόδοσης και δημιουργικότητας και η εισαγωγή και αποδοχή καινοτόμων μεθόδων.
Β. ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ
δ) Συμπεριφορά προς πολίτες. Εξυπηρέτηση του κοινού.
ε) Επικοινωνία και συνεργασία με τους προϊσταμένους.
στ) Επικοινωνία και συνεργασία με τους υφισταμένους.
Αξιολογείται η ικανότητα ακριβούς και σαφούς επικοινωνίας, προφορικής και γραπτής, η ικανότητα διαπραγμάτευσης αλλά και αντίληψης των προβλημάτων επικοινωνίας, η επίδειξη σεβασμού στη διαφορετικότητα.
Γ. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ
ζ) Ικανότητα να προγραμματίζει, οργανώνει, συντονίζει και ελέγχει τις εργασίες της μονάδας του. Αξιολογείται η ηγετική ικανότητα, ιδίως ως προς την προετοιμασία μελλοντικών στελεχών και την κατανομή έργου στο προσωπικό ευθύνης τους.
η) Ικανότητα να καθοδηγεί, ενημερώνει, παρακινεί τους υπαλλήλους, να αναπτύσσει τις επαγγελματικές και προσωπικές ικανότητες και δεξιότητες τους, να παρέχει κίνητρα συνεχούς επιμόρφωσης, να δίνει παραδείγματα εξωστρεφούς παρουσίας σε συνέδρια, ημερίδες και διεθνείς διοργανώσεις.
θ) Ικανότητα αντικειμενικής και αμερόληπτης αξιολόγησης.
ι) Ικανότητα λήψης αποτελεσματικών αποφάσεων, ιδίως σε συνθήκες κρίσης.
Δ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ια) Βαθμός επίτευξης των στόχων της ατομικής στοχοθεσίας.
3. Στο δ' κριτήριο αξιολογούνται μόνο οι προϊστάμενοι, των οποίων οι οργανικές μονάδες έρχονται σε επικοινωνία με το κοινό. Το ια' κριτήριο βαθμολογείται μόνον αν έχουν τεθεί στόχοι για το έτος που αφορά η αξιολόγηση.
4. Κάθε επιμέρους κριτήριο αξιολόγησης βαθμολογείται από τους αξιολογητές με ένα ακέραιο βαθμό που, κατά την αντικειμενική κρίση, αρμόζει στο αντίστοιχο κριτήριο για τον αξιολογούμενο. Η κλίμακα των βαθμών ορίζεται από το 0 έως το 100.
5. Με βαθμό από 90 έως 100 βαθμολογούνται οι άριστοι προϊστάμενοι που έχουν σημειώσει κατά την περίοδο αξιολόγησης όλως εξαιρετική επίδοση. Ως όλως εξαιρετική επίδοση νοείται η υψηλού επιπέδου ικανότητα συντονισμού της οργανικής μονάδας για την επίτευξη συγκεκριμένων προδιαγεγραμμένων στόχων από τους οποίους προέκυψε σημαντικό όφελος για το φορέα. Για τη βαθμολογία με βαθμό από 90 και πάνω απαιτείται η παράθεση από τους αξιολογητές ειδικής αιτιολογίας της βαθμολογίας αυτής για τα κριτήρια αξιολόγησης, με καταγραφή πραγματικών δεδομένων που τη στοιχειοθετούν και η βαθμολογία εξετάζεται υποχρεωτικά από την Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 21, η οποία είτε την οριστικοποιεί είτε την διορθώνει με παράθεση πλήρους αιτιολογίας.
6. Με τους βαθμούς 75 έως 89 βαθμολογούνται από τους αξιολογητές όσοι θεωρούνται πολύ επαρκείς προϊστάμενοι, οι οποίοι μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως στις απαιτήσεις της Υπηρεσίας τους και να αντιμετωπίσουν κάθε υπηρεσιακό ζήτημα.
7. Με τους βαθμούς 60 έως 74 οι επαρκείς προϊστάμενοι.
8. Με τους βαθμούς 50 έως 59 οι μερικώς επαρκείς προϊστάμενοι.
9. Με τους βαθμούς 40 έως 49 οι μέτριοι προϊστάμενοι.
10. Με τους βαθμούς 25 έως 39 οι ανεπαρκείς προϊστάμενοι.
11. Με τους βαθμούς 0 έως 24 οι ακατάλληλοι για τη θέση προϊστάμενοι.
12. Βαθμολογία μικρότερη των 60 βαθμών πρέπει υποχρεωτικά να αιτιολογείται ειδικά και να βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά και αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία να στοιχειοθετούν την ανεπαρκή διοίκηση της δομής, καθώς και την ανεπαρκή διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Ο αξιολογούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει ένσταση στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 21.
13. Το κριτήριο ια' βαθμολογείται ανάλογα με το βαθμό ανταπόκρισης του προϊσταμένου στην ατομική στοχοθεσία του, βάσει ειδικής πάντοτε αιτιολογίας.
Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, το εν λόγω κριτήριο δεν βαθμολογείται, εάν δεν έχει προηγηθεί διαδικασία στοχοθεσίας, σύμφωνα με το νόμο αυτόν.
14. Η αξιολόγηση των προϊσταμένων λαμβάνει υπόψη και την αξιολόγηση των υφισταμένων, όπως περιγράφεται στην επόμενη παράγραφο.
15. Ο προϊστάμενος Τμήματος αξιολογείται επίσης από το σύνολο των άμεσα υφισταμένων του, εφόσον αυτοί είναι τουλάχιστον τρεις (3). Ο προϊστάμενος Διεύθυνσης αξιολογείται από τους προϊσταμένους Τμήματος και εάν αυτοί είναι λιγότεροι από τρεις (3), από το σύνολο των υπαλλήλων της Διεύθυνσης. Ο προϊστάμενος επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης αξιολογείται από τους προϊσταμένους επιπέδου Διεύθυνσης και Τμήματος που υπάγονται στη Γενική Διεύθυνση. Η κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση από τους υφισταμένους πραγματοποιείται βάσει ανώνυμου ερωτηματολογίου, το οποίο καταρτίζεται από την οικεία Διεύθυνση Προσωπικού/Διοικητικού.
Το ερωτηματολόγιο αυτό περιλαμβάνει τα εξής κριτήρια:
α) ικανότητα διοίκησης και διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού,
β) ικανότητα αποτελεσματικής καθοδήγησης των υφισταμένων, υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά,
γ) ικανότητα διαχείρισης κρίσεων,
δ) ανάληψη ευθύνης,
ε) δεκτικότητα στην εισαγωγή νέων μεθόδων και νέων τεχνολογιών.
Επί των κριτηρίων αυτών αξιολογούν οι υφιστάμενοι τον προϊστάμενο τους βάσει της παρακάτω κλίμακας: 90-100: άριστος, 75-89: πολύ επαρκής, 60-74: επαρκής, 50-59: μερικώς επαρκής, 40-49: μέτριος, 25-39: ανεπαρκής, 0-24: ακατάλληλος.
Κάθε κριτήριο βαθμολογείται ξεχωριστά.
16. Η βαθμολογία κάθε ετήσιας αξιολόγησης των προϊσταμένων από τους υφιστάμενους συνοδεύει τον ατομικό φάκελο αξιολόγησης κάθε προϊσταμένου και συνεκτιμάται κατά τις αξιολογήσεις του/της.
Άρθρο 19
Συμβουλευτική Συνέντευξη
1. Πριν από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, ο άμεσα ιεραρχικά προϊστάμενος, ως πρώτος αξιολογητής καλεί τον υπάλληλο προκειμένου να συζητήσει μαζί του τρόπους βελτίωσης της απόδοσης του και καλύτερης αξιοποίησης και ανάπτυξης των ικανοτήτων του προς όφελος τόσο του ιδίου όσο και για τη λειτουργία γενικά και την απόδοση της οργανικής μονάδας, στην οποία υπηρετεί. Η ημερομηνία της συμβουλευτικής συνέντευξης, καθώς και οι υπογραφές του αξιολογητή και του αξιολογουμένου σημειώνονται σε ειδικό χώρο του εντύπου αξιολόγησης με επισημείωση στην περίπτωση κατά την οποία ο αξιολογούμενος ζήτησε προθεσμία για να υποβάλει τις απόψεις - αντιρρήσεις του κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού.
2. Σε περίπτωση αξιολόγησης του υπαλλήλου με μέσο όρο βαθμολογίας της έκθεσης μικρότερο του εξήντα (60) συμπληρώνονται υποχρεωτικά από τον αξιολογητή στο έντυπο αξιολόγησης τα μέτρα βελτίωσης που οφείλει να λάβει ο αξιολογούμενος, ο προϊστάμενος που τον αξιολογεί, στο μέτρο των αρμοδιοτήτων του, και η υπηρεσία.
3. Ο αξιολογούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει απευθείας στον αξιολογητή απόψεις - αντιρρήσεις μέσα σε δύο (2) ημέρες από την πραγματοποίηση της συνέντευξης. Οι απόψεις - αντιρρήσεις, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έκθεσης αξιολόγησης του υπαλλήλου και λαμβάνονται υπόψη από τον αξιολογητή.
4. Αν προτείνονται μέτρα βελτίωσης, αυτά λαμβάνονται υπόψη υποχρεωτικά από τον αξιολογητή κατά την επόμενη περίοδο αξιολόγησης του υπαλλήλου. Ο αξιολογητής οφείλει να σημειώσει στην έκθεση αξιολόγησης τα μέτρα που έλαβε ο ίδιος και η υπηρεσία προκειμένου να βοηθήσουν τον υπάλληλο να βελτιώσει την απόδοση του. Αν παραλειφθεί η προαναφερόμενη υποχρέωση, η παράλειψη αυτή λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη ως δυσμενές στοιχείο από τον προϊστάμενο του αξιολογητή κατά την αξιολόγηση του τελευταίου.
Άρθρο 20
Ενστάσεις
1. Ο αξιολογούμενος υπάλληλος έχει δικαίωμα να ασκήσει ένσταση ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης, αν ο μέσος όρος βαθμολογίας της Έκθεσης Αξιολόγησης είναι μικρότερος του εβδομήντα πέντε (75).
2. Η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει αναλυτικά τα συγκεκριμένα στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία ο αξιολογούμενος θεμελιώνει τους ισχυρισμούς της ένστασής του.
3. Οι ενστάσεις ασκούνται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία επτά (7) εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση της έκθεσης στον υπάλληλο. Οι ενστάσεις υποβάλλονται στην οικεία Διεύθυνση Διοικητικού η οποία τις διαβιβάζει στην αρμόδια Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης.
4. Η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο της ένστασης και μπορεί είτε να οριστικοποιήσει είτε να διορθώσει την έκθεση αξιολόγησης με παράθεση πλήρους αιτιολογίας. Η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης δικαιούται να ζητήσει οποιεσδήποτε πρόσθετες διευκρινίσεις κρίνει απαραίτητες από τους αξιολογητές ή τον αξιολογούμενο και γενικώς να ενεργήσει για τη διακρίβωση των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης αποφαίνεται για τις ενστάσεις μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την περιέλευσή τους σε αυτή.
Άρθρο 21
Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης
1. Σε κάθε Υπουργείο, Γενική ή Ειδική Γραμματεία Υπουργείου με απόφαση του οικείου Υπουργού, σε κάθε αυτοτελή δημόσια υπηρεσία με απόφαση του προϊσταμένου της, σε κάθε Αποκεντρωμένη Διοίκηση με απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης, σε κάθε Περιφέρεια με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη, και σε κάθε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο έχει δικό του Υπηρεσιακό Συμβούλιο, με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού, συνιστάται Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης.
Η εν λόγω Επιτροπή αποτελείται από: τον προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης αρμοδιότητας θεμάτων προσωπικού, έναν προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης του οικείου φορέα και έναν προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης από άλλο Υπουργείο ή άλλο φορέα με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους από τον οικείο ή από άλλους φορείς.
Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται ο προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης αρμοδιότητας θεμάτων προσωπικού. Η επιλογή του μέλους της Επιτροπής από τον οικείο φορέα εκτός του Προέδρου γίνεται με δημόσια κλήρωση. Για την επιλογή του μέλους που προέρχεται από άλλο φορέα διενεργείται υποχρεωτικά δημόσια κλήρωση μεταξύ τουλάχιστον πέντε (5) υποψηφίων που προέρχονται από πέντε (5) διαφορετικούς φορείς. Με όμοια απόφαση μπορεί να συγκροτούνται περισσότερες Ειδικές Επιτροπές Αξιολόγησης στον ίδιο φορέα, όποτε κρίνεται αναγκαίο.
Γραμματέας της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης ορίζεται υπάλληλος της Διεύθυνσης αρμοδιότητας θεμάτων προσωπικού του οικείου φορέα. Στην Επιτροπή μετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου και δύο (2) αιρετοί εκπρόσωποι των μόνιμων υπαλλήλων ή των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) του οικείου φορέα. Στην Επιτροπή μετέχει χωρίς δικαίωμα ψήφου και εκπρόσωπος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου ή Συλλόγου ή Σωματείου, του οποίου ο αξιολογούμενος είναι μέλος, ύστερα από αίτηση του τελευταίου.
Τα Ν.Π.Δ.Δ. που δε διαθέτουν δικό τους Υπηρεσιακό Συμβούλιο υπάγονται στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του φορέα από τον οποίο εποπτεύονται.
Για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. α' βαθμού η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης συνιστάται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και αποτελείται από τα τακτικά μη αιρετά μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, που λειτουργεί σε κάθε νομό για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. α' βαθμού με την υποχρεωτική συμμετοχή ενός προϊστάμενου Διεύθυνσης προερχόμενου από άλλο φορέα κατόπιν επιλογής σύμφωνα με τη διαδικασία του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1. Τα ανωτέρω ισχύουν αναλόγως και για τους Δήμους Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, οι οποίοι διαθέτουν δικό τους Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Ειδικά για τους Ο.Τ.Α. α' βαθμού το σύστημα αξιολόγησης του παρόντος νόμου εφαρμόζεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του.
Για τις Ανεξάρτητες Αρχές η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης συγκροτείται από τα τακτικά μη αιρετά μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου αυτών με την υποχρεωτική συμμετοχή ενός προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης προερχόμενου από άλλο φορέα κατόπιν επιλογής σύμφωνα με τη διαδικασία του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1.
2. Έργο της Επιτροπής είναι η αξιολόγηση των ενστάσεων του άρθρου 20, καθώς και των εξαιρετικών επιδόσεων κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 5 και 12 του άρθρου 17, στις παραγράφους 5 και 11 του άρθρου 18 και στην παράγραφο 4 του άρθρου 16.
3. Στους φορείς που δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν οι προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων ορίζονται μέλη, τακτικά και αναπληρωματικά, προϊστάμενοι Διευθύνσεων, από τους οποίους υποχρεωτικά ένας προέρχεται από άλλο φορέα με τη διαδικασία του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1.
Εάν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν οι προϊστάμενοι Διευθύνσεων, οι υπάλληλοι των εν λόγω φορέων υπάγονται στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του φορέα που τους εποπτεύει.
Σε όσους φορείς προβλέπεται Υπηρεσιακό Συμβούλιο, το οποίο ακόμη δεν έχει συσταθεί, οι υπάλληλοι των εν λόγω φορέων υπάγονται στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του φορέα που τους εποπτεύει.
4. Αν η Επιτροπή κληθεί να αξιολογήσει ενστάσεις ή τις εξαιρετικές επιδόσεις υπαλλήλων ή προϊσταμένων που έχουν αξιολογηθεί από μέλος της Επιτροπής, το συγκεκριμένο μέλος κωλύεται να συμμετάσχει στην εξέταση του εν λόγω θέματος από την Επιτροπή και τη θέση του παίρνει ο αναπληρωτής του.
Η θητεία των μελών της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης είναι διετής. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος η θητεία τους λήγει στις 31.12.2016.
Άρθρο 22
Στοχοθεσία
1. Με τη στοχοθεσία επιδιώκεται η βελτίωση της αποτελεσματικότητας και συλλογικής δράσης της διοίκησης, η πληρέστερη εκπλήρωση της αποστολής της Υπηρεσίας, και η ανταπόκριση της στις ανάγκες της κοινωνίας.
2. Εντός της πρώτης εβδομάδας του Οκτωβρίου κάθε έτους ο Υπουργός ή το όργανο διοίκησης κάθε φορέα γνωστοποιεί και κατανέμει στις οικείες υπηρεσίες τους στρατηγικούς στόχους της υπηρεσίας για το επόμενο έτος. Στο πλαίσιο των στόχων αυτών, οι προϊστάμενοι των Γενικών Διευθύνσεων ή ελλείψει αυτών οι προϊστάμενοι Διευθύνσεων καταθέτουν στον Υπουργό ή στο όργανο διοίκησης εξειδικευμένη εισήγηση σχετικά με τους διαθέσιμους πόρους, τις υλοποιηθείσες και εν εξελίξει δράσεις της υπηρεσίας τους, καθώς και το γενικότερο προγραμματισμό του τομέα ευθύνης τους. Εντός της πρώτης εβδομάδας του Νοεμβρίου ο αρμόδιος Υπουργός ή το μονομελές όργανο διοίκησης, σε συνεργασία με τους ως άνω αναφερόμενους προϊσταμένους, αποφασίζει σχετικά επί των εισηγήσεων και στη συνέχεια γνωστοποιεί και κατανέμει σε κάθε Γενική Διεύθυνση ή σε κάθε Διεύθυνση τους στρατηγικούς στόχους της για το επόμενο έτος.
3. α) Η απόφαση της προηγούμενης παραγράφου κοινοποιείται ηλεκτρονικά σε όλους τους υπαλλήλους και παρουσιάζεται σε ολομέλεια των Διευθύνσεων ανά Γενική Διεύθυνση, όπου αυτή υφίσταται, υπό την προεδρία του Υπουργού ή του μονομελούς οργάνου διοίκησης.
β) Οι προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης προβαίνουν σε μια καταρχήν εξειδίκευση ανά οικεία Διεύθυνση των στόχων που έχουν τεθεί στην Γενική Διεύθυνση, ενημερώνουν σχετικά τους υπαγόμενους σε αυτούς προϊσταμένους Διεύθυνσης και ζητούν από αυτούς να εισηγηθούν περαιτέρω προσδιορισμό των στόχων κάθε Διεύθυνσης. Οι προϊστάμενοι Διεύθυνσης ζητούν από τους προϊσταμένους Τμήματος να εισηγηθούν τον προσδιορισμό των στόχων κάθε Τμήματος. Οι προϊστάμενοι Τμήματος ζητούν από τους υπαλλήλους να υποβάλουν τις απόψεις και τις προτάσεις τους σχετικά με τη στοχοθεσία του Τμήματος, της Διεύθυνσης και συνολικά της Υπηρεσίας. Βάσει των εισηγήσεων των προϊσταμένων εκδίδεται από κάθε Γενικό Διευθυντή απόφαση για τους στόχους κάθε Διεύθυνσης.
γ) Ο προϊστάμενος Τμήματος παρουσιάζει στην Ολομέλεια των υπαλλήλων του Τμήματος του άρθρου 23, εντός της δεύτερης εβδομάδας του Δεκεμβρίου κάθε έτους, τους στόχους που έχουν αποφασιστεί κατά τα ανωτέρω και προτείνει, στο πλαίσιο της στοχοθεσίας αυτής, τους ατομικούς στόχους κάθε υπαλλήλου, λαμβάνοντας υπόψη τις δεξιότητες, γνώσεις, εμπειρίες και τα καθήκοντα που ασκεί. Στη συγκεκριμένη συνεδρίαση πραγματοποιείται και συζήτηση σχετικά με την ευρύτερη στοχοθεσία της υπηρεσίας και τους τρόπους βελτίωσης της λειτουργίας της. Στη συνέχεια, μετά από συνέντευξη με κάθε υπάλληλο, και αφού λάβει υπόψη τη γνώμη του, ο προϊστάμενος καθορίζει γραπτά την ατομική στοχοθεσία του και την ειδικότερη συμβολή του στην επίτευξη των στόχων του Τμήματος, με ατομικούς στόχους, οι οποίοι αναλύονται σε συγκεκριμένες ενέργειες, με χρονικά προσδιορισμένη υλοποίηση, όπου η φύση της Υπηρεσίας το επιτρέπει. Οι αποφάσεις στο-χοθεσίας κοινοποιούνται ηλεκτρονικά σε όλο το προσωπικό που αφορούν και δημοσιεύονται στη Διαύγεια.
δ) Ως προς τις οργανικές μονάδες επιπέδου αυτοτελούς Γραφείου εφαρμόζονται αναλόγως οι ρυθμίσεις της περίπτωσης γ'.
4. Στις αποφάσεις στοχοθεσίας καθορίζονται ο βαθμός προτεραιότητας για κάθε στόχο, οι δείκτες μέτρησης των αποτελεσμάτων, το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
5. Η διαδικασία της περίπτωσης γ της παραγράφου 3 μπορεί να επαναληφθεί μετά την παρέλευση τετραμήνου και πριν από την παρέλευση οκταμήνου από την έναρξη αυτής με σκοπό την αναθεώρηση των στόχων.
6. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και του οικείου Υπουργού καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.
Άρθρο 23
Ολομέλειες Διεύθυνσης και Τμήματος
1. Οι Ολομέλειες Διεύθυνσης και Τμήματος αποτελούν συμβουλευτικά όργανα της Διοίκησης, στα οποία δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι υπάλληλοι της αντίστοιχης οργανικής μονάδας.
2.α) Η Ολομέλεια Διεύθυνσης συγκαλείται και προεδρεύεται από τον οικείο προϊστάμενο Διεύθυνσης και σε περίπτωση κωλύματος του από τον οικείο προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης. Η Ολομέλεια Τμήματος συγκαλείται και προεδρεύεται από τον οικείο προϊστάμενο Τμήματος και σε περίπτωση κωλύματος του από τον οικείο προϊστάμενο Διεύθυνσης.
β) Η Ολομέλεια Διεύθυνσης συνεδριάζει τρεις (3) φορές το χρόνο για να αξιολογήσει την πορεία υλοποίησης των στόχων της Διεύθυνσης, όπως αυτοί αποτυπώνονται στη σύνολη λειτουργία της αντίστοιχης οργανικής μονάδας, και όποτε άλλοτε κρίνει σκόπιμο ο οικείος προϊστάμενος Διεύθυνσης ή ο αρμόδιος Γενικός Διευθυντής προκειμένου να συζητηθούν θέματα λειτουργίας της Διεύθυνσης. Εισηγητής είναι ο αρμόδιος προϊστάμενος Διεύθυνσης ή αρμόδιος υπάλληλος που επιλέγεται από αυτόν.
γ) Η Ολομέλεια Τμήματος συνεδριάζει μια φορά κάθε δύο (2) μήνες για να συζητήσει θέματα του Τμήματος και την πορεία υλοποίησης των στόχων του, και όποτε άλλοτε κρίνει σκόπιμο ο οικείος προϊστάμενος Τμήματος ή Διεύθυνσης, προκειμένου να συζητηθούν θέματα λειτουργίας του Τμήματος. Αν υπάρχουν παρατηρήσεις Ανεξάρτητων Αρχών ή ελεγκτικών μηχανισμών ή αναφορές με παράπονα πολιτών που αφορούν τη λειτουργία του Τμήματος, αυτά συζητούνται υποχρεωτικά στην επόμενη Ολομέλεια του Τμήματος. Οι Ολομέλειες μπορεί να συντάσσουν εισηγήσεις προς τη διοικητική και πολιτική ηγεσία βάσει προτάσεων των μελών τους. Τα δύο τρίτα (2/3) των υπαλλήλων του Τμήματος μπορεί να ζητήσουν οποτεδήποτε με έγγραφη αναφορά τους προς τον προϊστάμενο τη σύγκληση έκτακτης Ολομέλειας, προκειμένου να συζητηθούν υπηρεσιακά θέματα, τα οποία προσδιορίζονται ειδικά στην αναφορά. Η έκτακτη Ολομέλεια συγκαλείται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την περιέλευση της αναφοράς στον προϊστάμενο Διεύθυνσης.
δ) Στο τέλος κάθε έτους οι Ολομέλειες της Διεύθυνσης και του Τμήματος εγκρίνουν Εκθέσεις Αξιολόγησης του έργου που παρήγαγαν. Οι Εκθέσεις αυτές συντάσσονται από τον οικείο προϊστάμενο και εγκρίνονται ύστερα από συζήτηση τουλάχιστον από τα δύο τρίτα (2/3) των υπαλλήλων της αντίστοιχης δομής. Οι Εκθέσεις είναι επαρκώς αιτιολογημένες βάσει της στοχοθεσίας της κάθε δομής και λαμβάνουν βαθμολογία από το 0-100. Οι Εκθέσεις αυτές συνοδεύουν τον ατομικό φάκελο αξιολόγησης κάθε υπαλλήλου.
ε) Η τήρηση των πρακτικών των συνεδριάσεων των Ολομελειών ανατίθεται σε υπάλληλο που ορίζεται ως Γραμματέας από τον Πρόεδρο της.
Οι Ολομέλειες διεξάγονται εντός ωραρίου υπηρεσίας και ολοκληρώνονται με την εξάντληση των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης. Για τη συμμετοχή σε αυτές δεν καταβάλλεται υπερωριακή αποζημίωση. Για την επίτευξη απαρτίας απαιτείται η συμμετοχή τουλάχιστον των τριών πέμπτων (3/5) των υπαλλήλων, οι οποίοι υπογράφουν σχετικά. Δεν υπολογίζονται οι απόντες λόγω εκπαιδευτικής, αναρρωτικής αδείας ή αδείας μητρότητας ή ανατροφής τέκνου.
Άρθρο 24
Λογοδοσία και κοινωνικός έλεγχος Παρατηρητήριο δημόσιας διοίκησης
1. α) Ο κοινωνικός έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης έχει ως σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας και της ποιότητας των υπηρεσιών της. Ο κοινωνικός έλεγχος επιτυγχάνεται μέσω του εντοπισμού προβλημάτων μη εύρυθμης λειτουργίας ή περιπτώσεων κακοδιοίκησης, λαμβάνοντας υπόψη αφενός τη γνώμη των πολιτών για την ποιότητα των δημοσίων υπηρεσιών αφετέρου τη διατύπωση προτάσεων για την καλύτερη λειτουργία τους.
β) Για το σκοπό αυτό καθιερώνεται διαδικασία Ακρόασης Κοινωνικών Φορέων και Πολιτών, με σκοπό η διοίκηση να καταγράφει και να απαντά αμέσως στα προβλήματα εύρυθμης λειτουργίας ή κακοδιοίκησης που εντοπίζουν οι πολίτες. Η διαδικασία της Ακρόασης διεξάγεται μία φορά κάθε δύο (2) μήνες, με κανόνες δημοσιότητας και τηρούνται πρακτικά. Προς το σκοπό αυτό συγκροτείται σε κάθε Υπουργείο και εν γένει κρατική δομή Επιτροπή Ακρόασης που ορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα της Διοίκησης μέσα από το σώμα των Γενικών Διευθυντών, Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος. Τηρείται αυστηρή σειρά προτεραιότητας στα αιτήματα κοινωνικών φορέων ή μεμονωμένων πολιτών ή ομάδων πολιτών. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης καθορίζονται οι όροι, ο τρόπος λειτουργίας και κάθε θέμα σχετικό με την οργάνωση και διεξαγωγή της διαδικασίας Ακρόασης Κοινωνικών Φορέων και Πολιτών.
γ) Ο κοινωνικός έλεγχος διενεργείται, μεταξύ άλλων, με έρευνες, ηλεκτρονικές και μη, με τις οποίες οι πολίτες αξιολογούν τις υπηρεσίες τις οποίες χρησιμοποίησαν. Κάθε ηλεκτρονική εφαρμογή μέσω της οποίας οι πολίτες συναλλάσσονται με τη διοίκηση, όπως και η κεντρική ιστοσελίδα κάθε Υπουργείου, περιλαμβάνει υποχρεωτικά παρόμοια πρόβλεψη για αξιολόγηση των σχετικών υπηρεσιών.
δ) Με τη συνεργασία του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., στις υπηρεσίες όπου προσέρχονται πολίτες αναπτύσσεται και εφαρμόζεται σύστημα διερεύνησης ικανοποίησης των πολιτών και υποβάλλονται παρατηρήσεις και προτάσεις για τη λειτουργία τους. Για το σκοπό αυτό συγκροτείται εκ μέρους της υπηρεσίας Ομάδα ή Ομάδες Έργου σε επίπεδο κεντρικής υπηρεσίας στην οποία συμμετέχουν υποχρεωτικά και υπάλληλοι των υπηρεσιών του πρώτου εδαφίου. Οι Ομάδες Έργου επεξεργάζονται τα σχετικά στοιχεία και συντάσσουν σχετικές Εκθέσεις που υποβάλλονται υποχρεωτικά στον αρμόδιο Υπουργό και στο Παρατηρητήριο της Δημόσιας Διοίκησης (ΠΑ.Δ.Δ.) της επόμενης παραγράφου και μπορούν να υποβάλουν εισηγήσεις με αλλαγές, ακόμη και νομοθετικές, που κρίνονται σκόπιμες.
2. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης συνιστάται στο Ε.Κ.Δ.Δ.Α. Παρατηρητήριο της Δημόσιας Διοίκησης (ΠΑ.Δ.Δ.) με αποστολή την επιστημονική παρακολούθηση της διοικητικής λειτουργίας και το συντονισμό των διαδικασιών αξιολόγησης και κοινωνικού ελέγχου της δημόσιας διοίκησης. Το Παρατηρητήριο στελεχώνεται από εμπειρογνώμονες του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., οι οποίοι επιλέγονται με διετή θητεία από το Διοικητικό Συμβούλιο του και προεδρεύεται από τον Πρόεδρο του Ε.Κ.Δ.Δ.Α.. Στα μέλη του ΠΑ.Δ.Δ. δεν καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.
ΜΕΡΟΣ Γ
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ - ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΡΟΑΓΩΓΩΝ
Άρθρο 25
Βαθμολογική διάρθρωση θέσεων
1. Το άρθρο 80 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α' 26), αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 80
Βαθμολογική διάρθρωση θέσεων
1. Οι θέσεις προσωπικού της κατηγορίας ειδικών θέσεων (ΕΘ) κατατάσσονται στους βαθμούς πρώτο (1ο) και δεύτερο (2ο).
2. Οι θέσεις των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (TE), Δεύτερο-βάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κατατάσσονται σε πέντε (5) συνολικά βαθμούς ως ακολούθως:
Βαθμός Α'
Βαθμός Β'
Βαθμός Γ'
Βαθμός Δ'
Βαθμός Ε'.
3. Οι θέσεις των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Δ', Γ', Β' και Α', από τους οποίους κατώτερος είναι ο Δ' και ανώτερος ο Α'. Οι θέσεις της κατηγορίας ΥΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Ε' Δ', Γ' και Β', από τους οποίους κατώτερος είναι ο Ε' και ανώτερος ο Β'.
4. Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ' και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Ε'. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β', στον οποίον κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους κατόχους μεταπτυχιακοί τίτλου σπουδών εισαγωγικός βαθμός είναι ο Γ', στον οποίον κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β'. Ο χρόνος φοίτησης στην Ε.Σ.Δ.Δ.Α. υπολογίζεται ως πλεονάζων στο Β' βαθμό. Για τους αριστούχους προσμετράται ένα (1) επιπλέον έτος στον ίδιο βαθμό. Η παραμονή στον κατά περίπτωση εισαγωγικό βαθμό υποχρεωτικά διαρκεί για δύο (2) συναπτά έτη τουλάχιστον ανεξαρτήτως των τυπικών προσόντων που αποκτά ο υπάλληλος στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.
5. Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ TE, ΔΕ και ΥΕ είναι σε κάθε κατηγορία οργανικά ενιαίες».
2. Το άρθρο 82 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 82
Χρόνος προαγωγής
1. Για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό απαιτείται:
α) Πα την κατηγορία ΥΕ:
Από το βαθμό Ε' στο βαθμό Δ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Ε', από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Δ' και από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ'.
β) Για την κατηγορία ΔΕ:
Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ', από το βαθμό Γ στο βαθμό Β' οκταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β.
γ) Για την κατηγορία TE:
Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ',
από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και
από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.
δ) Για την κατηγορία Π Ε:
Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ',
από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' πενταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και
από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.
2. Τα δύο (2) πρώτα έτη που διανύονται στον εισαγωγικό βαθμό όλων των κατηγοριών αποτελούν δοκιμαστική υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40.
3. Υπάλληλοι, που υπηρετούν σε κατηγορία χωρίς να κατέχουν το απαιτούμενο τυπικό προσόν, εξελίσσονται στους βαθμούς της κατηγορίας στην οποία υπηρετούν, με προσθήκη ενός (1) έτους στο χρόνο που απαιτείται για προαγωγή στον επόμενο βαθμό με εξαίρεση τον εισαγωγικό βαθμό.
4. Για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ, κατόχους αποφοιτηρίου δημοσίου Ι.Ε.Κ., διάρκειας σπουδών δύο (2) ετών, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά δύο (2) έτη. Για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ ή TE, κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον έτους, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά δύο (2) έτη. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι (6) έτη. Αν ο υπάλληλος κατέχει μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα, η κατά τα ανωτέρω μείωση του χρόνου αφορά μόνο το διδακτορικό δίπλωμα. Σε περίπτωση κατοχής περισσότερων του ενός μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται κατά ένα (1) έτος για κάθε τίτλο πέραν του ενός.
5. Για τον υπάλληλο που λαμβάνει στην αξιολόγηση για δύο (2) συνεχείς περιόδους βαθμολογία μεγαλύτερη ή ίση του βαθμού 90, μειώνεται ο απαιτούμενος χρόνος για προαγωγή κατά ένα (1) έτος. Αν η βαθμολογία αυτή αφορά το τελευταίο έτος που διανύει στο βαθμό, το ένα (1) έτος προσμετράται ως πλεονάζων χρόνος στον επόμενο βαθμό».
3. Το άρθρο 83 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 83
Σύστημα προαγωγών - Πίνακες προακτέων
1. Οι προαγωγές γίνονται ύστερα από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Οι υπάλληλοι προάγονται στον αμέσως επόμενο βαθμό, εφόσον έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο στο βαθμό που κατέχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 82 και έχουν σε υψηλό επίπεδο τα ουσιαστικά προσόντα που αναφέρονται στις εκθέσεις αξιολόγησής τους. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, προκειμένου να διαπιστώσει τη συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, από τα οποία προκύπτει η δραστηριότητά του στην υπηρεσία, η επαγγελματική του επάρκεια, η πρωτοβουλία και η αποτελεσματικότητά του. Για το σχηματισμό της κρίσης του, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη του τις εκθέσεις ουσιαστικών προσόντων της τελευταίας πενταετίας.
Ειδικά για την προαγωγή στον Α' βαθμό πρέπει ο υπάλληλος να έχει σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο προσόντα που μαρτυρούν διοικητική ικανότητα, όπως αυτά καθορίζονται από την κλίμακα του συστήματος αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων.
2. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο τον Απρίλιο κάθε έτους καταρτίζει, με βάση τις καταστάσεις του άρθρου 88, πίνακα προακτέων με αλφαβητική σειρά κατά βαθμό, κλάδο και ειδικότητα, καθώς και πίνακες μη προακτέων.
Για την εγγραφή στους πίνακες αυτούς κρίνονται οι υπάλληλοι που συμπληρώνουν ως τις τριάντα (30) Απριλίου του επόμενου έτους τον απαιτούμενο για την προαγωγή χρόνο υπηρεσίας. Η ισχύς των πινάκων αρχίζει την 1η Μαΐου του έτους κατάρτισής τους, ανεξάρτητα από την ημερομηνία οριστικοποίησής τους, σύμφωνα με το άρθρο 90.
3. Οι υπάλληλοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες προακτέων προάγονται υποχρεωτικά μέσα σε ένα (1) μήνα από την κύρωση των πινάκων ή από την ημέρα που συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για την προαγωγή χρόνο υπηρεσίας. Η προαγωγή θεωρείται ότι συντελείται από την ημέρα που συμπληρώνει ο υπάλληλος το χρόνο υπηρεσίας που απαιτείται για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, όχι όμως πριν από την έναρξη ισχύος του οικείου πίνακα προακτέων.
4. Στους πίνακες μη προακτέων περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που κρίνονται ως μη προακτέοι. Ως μη προακτέοι κρίνονται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, βάσει πραγματικών στοιχείων, οι υπάλληλοι που δεν πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις να ασκήσουν τα καθήκοντα του ανώτερου βαθμού.
5. Οι αποφάσεις προαγωγών δεν αναρτώνται στη Διαύγεια ούτε δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
4. Το άρθρο 83 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν 3584/2007 (Α' 143), αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 83
Βαθμολογική διάρθρωση θέσεων
1. Οι θέσεις των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (TE), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κατατάσσονται σε πέντε (5) συνολικά βαθμούς ως ακολούθως:
Βαθμός Α'
Βαθμός Β'
Βαθμός Γ'
Βαθμός Δ'
Βαθμός Ε'.
2. Οι θέσεις των κατηγοριών Π Ε, TE και ΔΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Δ', Γ', Β' και Α', από τους οποίους κατώτερος είναι ο Δ' και ανώτερος ο Α'. Οι θέσεις της κατηγορίας ΥΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Ε', Δ', Γ' και Β', από τους οποίους κατώτερος είναι ο Ε' και ανώτερος ο Β.
3. Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ' και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Ε'. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β', στον οποίον κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών εισαγωγικός βαθμός είναι ο Γ', στον οποίον κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β. Ο χρόνος φοίτησης στην Ε.Σ.Δ.Δ.Α. υπολογίζεται ως πλεονάζων στο Β' βαθμό. Για τους αριστούχους προσμετράται ένα (1) επιπλέον έτος στον ίδιο βαθμό. Η παραμονή στον κατά περίπτωση εισαγωγικό βαθμό υποχρεωτικά διαρκεί για δύο (2) συναπτά έτη τουλάχιστον ανεξαρτήτως των τυπικών προσόντων που αποκτά ο υπάλληλος στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.
4. Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, TE, ΔΕ και ΥΕ είναι σε κάθε κατηγορία οργανικά ενιαίες».
5. Το άρθρο 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 85
Χρόνος προαγωγής
1. Για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό απαιτείται:
α) Για την κατηγορία ΥΕ:
Από το βαθμό Ε' στο βαθμό Δ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Ε',
από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Δ' και
από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ'.
β) Για την κατηγορία ΔΕ:
Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ',
από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' οκταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και
από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.
γ) Για την κατηγορία TE:
Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ',
από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και
από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.
δ) Για την κατηγορία ΠΕ:
Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ',
από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' πενταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και
από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.
2. Τα δύο (2) πρώτα έτη που διανύονται στον εισαγωγικό βαθμό όλων των κατηγοριών αποτελούν δοκιμαστική υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45.
3. Υπάλληλοι, οι οποίοι υπηρετούν σε κατηγορία χωρίς να κατέχουν το απαιτούμενο τυπικό προσόν, εξελίσσονται στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με προσθήκη ενός (1) έτους στο χρόνο που απαιτείται για προαγωγή στον επόμενο βαθμό με εξαίρεση τον εισαγωγικό βαθμό.
4. Για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ ή TE, κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον έτους, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά δύο (2) έτη. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι (6) έτη. Αν ο υπάλληλος κατέχει μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα, η κατά τα ανωτέρω μείωση του χρόνου αφορά μόνο το διδακτορικό δίπλωμα. Σε περίπτωση κατοχής περισσότερων του ενός μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται κατά ένα (1) έτος για κάθε τίτλο πέραν του ενός.
5. Για τον υπάλληλο που λαμβάνει στην αξιολόγηση για δύο (2) συνεχείς περιόδους βαθμολογία μεγαλύτερη ή ίση του βαθμού 90, μειώνεται ο απαιτούμενος χρόνος για προαγωγή κατά ένα (1) έτος. Αν η βαθμολογία αυτή αφορά το τελευταίο έτος που διανύει στο βαθμό, το ένα (1) έτος προσμετράται ως πλεονάζων χρόνος στον επόμενο βαθμό».
6. Το άρθρο 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 86
Σύστημα προαγωγών-Πίνακες προακτέων
1. Οι προαγωγές γίνονται ύστερα από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Οι υπάλληλοι προάγονται στον αμέσως επόμενο βαθμό, εφόσον έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο στο βαθμό που κατέχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85 και έχουν σε υψηλό επίπεδο τα ουσιαστικά προσόντα που αναφέρονται στις εκθέσεις αξιολόγησής τους. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, προκειμένου να διαπιστώσει τη συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, από τα οποία προκύπτει η δραστηριότητα του στην υπηρεσία, η επαγγελματική του επάρκεια, η πρωτοβουλία και η αποτελεσματικότητα του. Για το σχηματισμό της κρίσης του, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη του τις εκθέσεις ουσιαστικών προσόντων της τελευταίας πενταετίας.
Ειδικά, για την προαγωγή στον Α' βαθμό πρέπει ο υπάλληλος να έχει σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο προσόντα που μαρτυρούν διοικητική ικανότητα, όπως αυτά καθορίζονται από την κλίμακα του συστήματος αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων.
2. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο τον Απρίλιο κάθε έτους καταρτίζει, με βάση τις καταστάσεις του άρθρου 90, πίνακα προακτέων με αλφαβητική σειρά κατά βαθμό, κλάδο και ειδικότητα, καθώς και πίνακες μη προακτέων.
Για την εγγραφή στους πίνακες αυτούς κρίνονται οι υπάλληλοι που συμπληρώνουν έως τις τριάντα (30) Απριλίου του επόμενου έτους τον απαιτούμενο για την προαγωγή χρόνο υπηρεσίας. Η ισχύς των πινάκων αρχίζει την 1η Μαΐου του έτους κατάρτισης τους, ανεξάρτητα από την ημερομηνία οριστικοποίησης τους, σύμφωνα με το άρθρο 92.
3. Οι υπάλληλοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες προακτέων προάγονται υποχρεωτικά μέσα σε ένα (1) μήνα από την κύρωση των πινάκων ή από την ημέρα που συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για την προαγωγή χρόνο υπηρεσίας. Η προαγωγή θεωρείται ότι συντελείται από την ημέρα που συμπληρώνει ο υπάλληλος το χρόνο υπηρεσίας που απαιτείται για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, όχι όμως πριν από την έναρξη ισχύος του οικείου πίνακα προακτέων.
4. Στους πίνακες μη προακτέων περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που κρίνονται ως μη προακτέοι. Ως μη προακτέοι κρίνονται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, βάσει πραγματικών στοιχείων, οι υπάλληλοι που δεν πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις να ασκήσουν τα καθήκοντα του ανώτερου βαθμού.
5. Οι αποφάσεις προαγωγών δεν αναρτώνται στη Διαύγεια ούτε δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
Άρθρο 26
Βαθμολογική ένταξη - Αναγνώριση προϋπηρεσίας
1. Το άρθρο 98 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/ 2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 98
Βαθμολογική ένταξη
1. Οι υπάλληλοι, που έχουν πριν από το διορισμό τους χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εντάσσονται μετά τη μονιμοποίηση τους μέχρι και τον αμέσως προηγούμενο του καταληκτικού βαθμό, με συνυπολογισμό πλεονάζοντος χρόνου στο βαθμό αυτό, ύστερα από ουσιαστική κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η ένταξη ανατρέχει στο χρόνο κρίσης του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
2. Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ., σε Ν.Π.Ι.Δ. του Δημοσίου ή σε Ο.Τ.Α., με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που, με βάση ειδικές διατάξεις, αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική εξέλιξη.
3. Προϋπηρεσία με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αντίστοιχη της προηγούμενης παραγράφου, σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των χωρών -μελών αυτής, λαμβάνεται υπόψη για την ένταξη.
4. Προϋπηρεσία υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού που έχει διανυθεί σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα ή σε άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς και αφορά αρχαιολογικά έργα, ανασκαφές μουσειακές ή άλλες συναφείς εργασίες που διενεργήθηκαν υπό την εποπτεία της οικείας Υπηρεσίας του Υπουργείου, αναγνωρίζεται στο σύνολο της ως προϋπηρεσία Δημοσίου και λαμβάνεται υπόψη για τη βαθμολογική τους εξέλιξη.
5. Για την κατά τα ανωτέρω ένταξη λαμβάνεται υπόψη μόνο η προϋπηρεσία που έχει διανυθεί πριν από το διορισμό στην κατηγορία, στην οποία ανήκει ο υπάλληλος κατά το χρόνο της ένταξης.
6. Προϋπηρεσία σε συναφές αντικείμενο έως επτά (7) έτη που έχει διανυθεί πριν από το διορισμό, εκτός του δημόσιου τομέα, λαμβάνεται υπόψη εφόσον αποδεικνύεται. Οι όροι και οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της ως άνω προϋπηρεσίας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης».
2. Το άρθρο 102 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 102
Βαθμολογική ένταξη
1. Οι υπάλληλοι, που έχουν πριν από το διορισμό τους χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εντάσσονται μετά τη μονιμοποίηση τους μέχρι και τον αμέσως προηγούμενο του καταληκτικού βαθμό, με συνυπολογισμό πλεονάζοντος χρόνου στο βαθμό αυτόν, ύστερα από ουσιαστική κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η ένταξη ανατρέχει στο χρόνο κρίσης του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
2. Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ., σε Ν.Π.Ι.Δ. του Δημοσίου ή σε Ο.Τ.Α., με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που, με βάση ειδικές διατάξεις, αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική εξέλιξη.
3. Προϋπηρεσία με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αντίστοιχη της προηγούμενης παραγράφου, σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των χωρών -μελών αυτής, λαμβάνεται υπόψη για την ένταξη.
4. Για την κατά τα ανωτέρω ένταξη λαμβάνεται υπόψη μόνο η προϋπηρεσία που έχει διανυθεί πριν από το διορισμό στην κατηγορία, στην οποία ανήκει ο υπάλληλος κατά το χρόνο της ένταξης.
5. Προϋπηρεσία σε συναφές αντικείμενο έως επτά (7) έτη που έχει διανυθεί πριν από το διορισμό, εκτός του δημόσιου τομέα, λαμβάνεται υπόψη εφόσον αποδεικνύεται. Οι όροι και οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της ως άνω προϋπηρεσίας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης».
Άρθρο 27
Μεταβατικές διατάξεις
1. Οι υπάλληλοι, που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, κατατάσσονται από 1.1.2016 αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80 και 82 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.(ν. 3528/2007), καθώς και των άρθρων 83 και 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/ 2007), με εξαίρεση τις διατάξεις των παραγράφων 5 του άρθρου 82 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/ 2007) και 5 του άρθρου 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) και με βάση το συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή τη μισθολογική τους εξέλιξη. Πλεονάζων χρόνος θεωρείται ότι διανύθηκε στο βαθμό κατάταξης.
2. Για την κατάταξη σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν υπολογίζονται:
α. ο χρόνος της αργίας είτε εξαιτίας ποινικής δίωξης που κατέληξε σε οποιαδήποτε καταδίκη είτε εξαιτίας πειθαρχικής δίωξης που κατέληξε σε πειθαρχική ποινή τουλάχιστον προστίμου αποδοχών τριών (3) μηνών,
β. ο χρόνος της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα,
γ. ο χρόνος της προσωρινής παύσης,
δ. ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών που δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας,
ε. ο χρόνος της αναστολής άσκησης καθηκόντων εφόσον στη συνέχεια ο υπάλληλος τέθηκε σε αργία,
στ. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο στερήθηκε ο υπάλληλος το δικαίωμα για προαγωγή,
ζ. χρονικό διάστημα ίσο προς το μισό του απαιτούμενου προς προαγωγή χρόνου, σε περίπτωση επιβολής της πειθαρχικής ποινής του υποβιβασμού.
3. Για την κατάταξη, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, στο συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας δεν υπολογίζεται το μισό του πέραν της δεκαετίας χρόνου, που διανύθηκε με τυπικό προσόν κατώτερης κατηγορίας.
4. Υπάλληλοι, οι οποίοι υπηρετούν σε κατηγορία χωρίς να κατέχουν το απαιτούμενο τυπικό προσόν, κατατάσσονται στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με προσθήκη ενός (1) έτους στο χρόνο που απαιτείται για προαγωγή στον επόμενο βαθμό με εξαίρεση τον εισαγωγικό βαθμό.
5. Για την κατάταξη που προβλέπεται από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις, που δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 28
Τελικές - Καταργούμενες διατάξεις
1. Τα άρθρα 6 έως 11 και 28 του ν. 4024/2011 (Α' 226) καταργούνται και τα σχετικά θέματα ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 40 και 89 έως 95 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, καθώς και τα άρθρα 45 και 91 έως 97 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007. Οι διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του ν. 4024/2011 που αφορούν στον υπολογισμό του πλεονάζοντος χρόνου στον κατά περίπτωση βαθμό ένταξης εξακολουθούν να ισχύουν.
2. Όπου για τη συμμετοχή σε συλλογικό όργανο ή την κατάληψη θέσης απαιτείται ως τυπική προϋπόθεση η κατοχή συγκεκριμένου βαθμού, οι υπάλληλοι συνεχίζουν να ασκούν τα καθήκοντα τους, ανεξαρτήτως του βαθμού στον οποίον κατατάσσονται, μέχρι τη λήξη της θητείας τους.
3. Οι διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. για τη βαθμολογική εξέλιξη των υπαλλήλων εφαρμόζονται και για τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των Ανεξαρτήτων Αρχών και των Ν.Π.Δ.Δ., που κατέχουν οργανική θέση, με εξαίρεση το προσωπικό μερικής απασχόλησης.
ΜΕΡΟΣ Δ'
ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ
Άρθρο 29
Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων - Διαδικασία και κριτήρια επιλογής προϊσταμένων
1. Το άρθρο 84 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/ 2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 84
Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων
1. Ως προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης επιλέγονται υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ ή TE, εφόσον:
α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης για ένα (1) έτος τουλάχιστον ή
β) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης για τρία (3) τουλάχιστον έτη ή
γ) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) ή κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κατέχουν βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον οκτώ (8) έτη στο βαθμό αυτόν ή
δ) κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον δέκα (10) έτη στο βαθμό αυτόν.
2. Ως προϊστάμενοι Διεύθυνσης ή αντίστοιχου ή ενδιάμεσου (μεταξύ Διευθύνσεως και Τμήματος) επιπέδου οργανικών μονάδων επιλέγονται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ ή TE εφόσον:
α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης επί ένα (1) έτος τουλάχιστον ή
β) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) ή κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον έξι (6) έτη στο βαθμό αυτόν ή
γ) κατέχουν το βαθμό Α' και έχουν ασκήσει συνολικά τουλάχιστον για τρία (3) έτη καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος ή
δ) κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον δέκα (10) έτη στο βαθμό αυτόν.
3. Ως προϊστάμενοι Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας επιλέγονται υπάλληλοι ΠΕ ή TE ή ΔΕ εφόσον:
α) κατέχουν το βαθμό Α' ή
β) έχουν ασκήσει για τουλάχιστον ένα (1) έτος καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος.
4. α) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για επιλογή σε θέση προϊσταμένου οποιουδήποτε επιπέδου υπάλληλος που αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων. Ο ως άνω περιορισμός δεν ισχύει αν ο υπάλληλος υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας για επιλογή σε θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, οπότε και δεσμεύεται ταυτόχρονα με αίτησή του να παραμείνει στην υπηρεσία έως τη λήξη της θητείας, σε περίπτωση που επιλεγεί και τοποθετηθεί, όχι όμως πέραν του 67ου έτους της ηλικίας του.
β) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για την επιλογή προϊσταμένου ούτε να τοποθετηθεί προϊστάμενος υπάλληλος, ο οποίος διανύει δοκιμαστική υπηρεσία ή τελεί σε διαθεσιμότητα ή αργία ή έχει καταδικαστεί τελεσιδίκως για τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 του άρθρου 8 αδικήματα ή του έχει επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 145.
5. Υπάλληλος που κατέχει το βασικό τίτλο σπουδών, ο οποίος αποτελεί το τυπικό προσόν του κλάδου, οι υπάλληλοι του οποίου προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις να προΐστανται στη θέση που προκηρύσσεται, μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής ανεξαρτήτως του κλάδου στον οποίο ανήκει. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα ειδικά προσόντα και τους βασικούς τίτλους σπουδών που μπορεί να εξειδικεύονται με τις οικείες οργανικές διατάξεις οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) μπορούν να συμμετέχουν ως υποψήφιοι στην προκήρυξη οποιασδήποτε θέσης ευθύνης ανεξαρτήτως του τίτλου σπουδών που κατέχουν.
6. Οι προϋποθέσεις και τα προσόντα επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων υποψηφιότητας.
7. Οργανικές μονάδες είναι η Γενική Διεύθυνση, η Διεύθυνση, το Τμήμα, το αυτοτελές Τμήμα, οι οργανικές μονάδες αντίστοιχου επιπέδου προς τις προαναφερόμενες, καθώς και τυχόν ενδιάμεσα επίπεδα διοίκησης, όπως αυτά προβλέπονται από τις οικείες οργανικές διατάξεις. Όπου στις διατάξεις του παρόντος αναφέρεται οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης, λογίζεται και η Υποδιεύθυνση. Οι οργανικές μονάδες επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης που προβλέπονται στις οικείες οργανικές διατάξεις και οι αρμοδιότητες τους είναι όμοιες ή παρεμφερείς σε όλους τους φορείς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κώδικα, ιδίως Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης, Οικονομικών Υπηρεσιών, Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών, Πληροφορικής, Διεύθυνση Διοικητικού/ Προσωπικού, Πληροφορικής, Προμηθειών, Προϋπολογισμού, νοούνται εφεξής για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κώδικα ως οριζόντιες θέσεις ευθύνης».
2. Τα άρθρο 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 85
Κριτήρια επιλογής προϊσταμένων
1. Για την επιλογή προϊσταμένων λαμβάνονται υπόψη τέσσερις (4) ομάδες κριτηρίων:
α) Μοριοδότηση βάσει τυπικών, εκπαιδευτικών προσόντων και προσόντων επαγγελματικής κατάρτισης,
β) μοριοδότηση βάσει εργασιακής εμπειρίας και άσκησης καθηκόντων ευθύνης,
γ) μοριοδότηση βάσει αξιολόγησης και
δ) μοριοδότηση βάσει συνέντευξης.
2. Για την τελική μοριοδότηση ο συνολικός αριθμός των μορίων κάθε κατηγορίας πολλαπλασιάζεται με τον εξής συντελεστή, ανά θέση ευθύνης:
α) Για τη θέση προϊσταμένου Τμήματος με συντελεστή βαρύτητας:
40% για την ομάδα κριτηρίων (α),
20% για την ομάδα κριτηρίων (β),
20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και
20% για την ομάδα κριτηρίων (δ).
β) Για τη θέση προϊσταμένου Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας:
35% για την ομάδα κριτηρίων (α),
20% για την ομάδα κριτηρίων (β),
20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και
25% για την ομάδα κριτηρίων (δ).
γ) Για τη θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας:
30% για την ομάδα κριτηρίων (α),
20% για την ομάδα κριτηρίων (β),
20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και
30% για την ομάδα κριτηρίων (δ).
3. Τα ως άνω κριτήρια αξιολογούνται ως ακολούθως:
α) Τα τυπικά - εκπαιδευτικά προσόντα μοριοδοτούνται ως εξής:
αα) Ο βασικός τίτλος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του υποψηφίου με 100 μόρια.
ββ) Ο δεύτερος τίτλος σπουδών, εφόσον είναι της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με το βασικό τίτλο σπουδών με 30 μόρια.
γγ) Ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας με 150 μόρια και ο δεύτερος μεταπτυχιακός τίτλος με 30 μόρια.
δδ) Η επιτυχής αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) με 250 μόρια.
εε) Το διδακτορικό δίπλωμα με 300 μόρια.
στστ) Οι μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών και τα διδακτορικά διπλώματα προκειμένου να μοριοδοτηθούν κατά τα ανωτέρω πρέπει να είναι συναφή με τα αντικείμενα της προκηρυσσόμενης θέσης. Η συνάφεια, όπου δεν έχει ήδη κριθεί, κρίνεται με αιτιολογία από το αρμόδιο συμβούλιο επιλογής προϊσταμένων.
ζζ) Η πιστοποιημένη από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. επιμόρφωση του υπαλλήλου μοριοδοτείται με δέκα (10) μόρια ανά σεμινάριο επιμόρφωσης με ανώτατο όριο τα σαράντα (40) μόρια. Για τη βαθμολογία του κριτηρίου της πιστοποιημένης επιμόρφωσης που προβλέπεται, λαμβάνεται υπόψη η επιμόρφωση κατά την τελευταία δεκαετία.
ηη) Η πιστοποιημένη γλωσσομάθεια μοριοδοτείται ως εξής:
Η άριστη γνώση κάθε ξένης γλώσσας με 40 μόρια, η πολύ καλή γνώση με 30 μόρια και η καλή με 10 μόρια, με ανώτατο όριο τα 100 μόρια.
Όλα τα ανωτέρω προσόντα πρέπει να αποδεικνύονται κατά τα οριζόμενα στο Π.δ. 50/2001 (Α' 39).
Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από τα τυπικά - εκπαιδευτικά προσόντα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.
β) Η εργασιακή εμπειρία και η άσκηση καθηκόντων ευθύνης μοριοδοτούνται ως εξής:
Ο χρόνος υπηρεσίας στο Δημόσιο ή ο χρόνος απασχόλησης σε συναφή θέση στον ιδιωτικό τομέα, όπου προβλέπεται σε διάταξη προγενέστερου νόμου, και η άσκηση καθηκόντων ευθύνης στο δημόσιο τομέα μοριοδοτούνται ως εξής:
αα) 20 μόρια για κάθε έτος υπηρεσίας με ανώτατο όριο τα 33 έτη για το δημόσιο τομέα,
ββ) 25 μόρια για κάθε έτος απασχόλησης με ανώτατο όριο τα 7 έτη για τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 98 και
γγ) 16,5 μόρια για κάθε έτος άσκησης καθηκόντων ευθύνης στο δημόσιο τομέα, με ανώτατο όριο τα 10 έτη.
Χρόνος υπηρεσίας ή απασχόλησης μεγαλύτερος του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος.
Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από την εργασιακή εμπειρία και την άσκηση καθηκόντων ευθύνης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.
γ) Αξιολόγηση
Η μοριοδότηση του κριτηρίου της αξιολόγησης που προβλέπεται εξάγεται με βάση το μέσο όρο των εκθέσεων αξιολόγησης της τελευταίας τριετίας. Ειδικά, κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου το κριτήριο αξιολόγησης δεν λαμβάνεται υπόψη. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το κριτήριο της αξιολόγησης, ο υποψήφιος προϊστάμενος πρέπει να έχει αξιολογηθεί με τις διατάξεις του παρόντος τουλάχιστον για δύο αξιολογικές περιόδους, οπότε και λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των εκθέσεων αξιολόγησης των δύο αυτών περιόδων.
Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από την Αξιολόγηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια, κατόπιν της απαιτούμενης αναγωγής της βαθμολογίας στην κλίμακα του χίλια (1.000).
δ) Δομημένη Συνέντευξη
Η δομημένη συνέντευξη διενεργείται από τα αρμόδια Συμβούλια του άρθρου 86 με πρόβλεψη της αναγκαίας «ζωντανής βοήθειας« για άτομα με αναπηρία (ενδεικτικά, διερμηνέων νοηματικής), εφόσον αυτό απαιτείται.
Σκοπός της δομημένης συνέντευξης είναι το αρμόδιο Συμβούλιο να διαμορφώσει γνώμη για την προσωπικότητα, την ικανότητα και την καταλληλότητα του υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης ευθύνης, για την οποία κρίνεται. Κατά το στάδιο αυτό λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, η αίτηση υποψηφιότητας και το βιογραφικό σημείωμά του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση δ' της παραγράφου 7 του άρθρου 86.
Η δομημένη συνέντευξη περιλαμβάνει δύο θεματικές ενότητες:
αα. Δομημένη συζήτηση επί θεμάτων σχετικών με το αντικείμενο του φορέα και τις αρμοδιότητες των οργανωτικών μονάδων των σχετικών με την προκηρυσσόμενη θέση σε συνάρτηση με τις δεξιότητες και προσόντα του υποψηφίου, όπως προκύπτουν από το βιογραφικό του και τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου.
ββ. Ανάπτυξη ενός υποθετικού σεναρίου γενικού διοικητικού ενδιαφέροντος (situational interview) που έχει ως σκοπό να αξιολογήσει τις διοικητικές ικανότητες του υποψηφίου να προγραμματίζει, να συντονίζει, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να λαμβάνει αποτελεσματικές αποφάσεις και να διαχειρίζεται κρίσεις.
Για τη μοριοδότηση λαμβάνονται υπόψη επίσης οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η ικανότητα διαχείρισης χρόνου, τα χαρακτηριστικά ηγεσίας ιδίως υπό συνθήκες πίεσης, η ικανότητα συντονισμού ομάδων εργασίας και η δημιουργικότητα του υποψηφίου.
Κάθε σκέλος της συνέντευξης μοριοδοτείται κατ' ανώτατο όριο με 500 μόρια. Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από κάθε μέλος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.
Η τελική μοριοδότηση της συνέντευξης κάθε υποψηφίου προκύπτει από το μέσο όρο των βαθμών των μελών του αρμόδιου Συμβουλίου.
Το περιεχόμενο της συνέντευξης με τα κρίσιμα και ουσιαστικά σημεία της αναφέρεται συνοπτικά στο πρακτικό του Συμβουλίου, το οποίο είναι στη διάθεση όλων των υποψηφίων, και η μοριοδότηση για τον εκάστοτε υποψήφιο αιτιολογείται συνοπτικά από κάθε μέλος ως προς κάθε ένα από τα δύο σκέλη της συνέντευξης.
Το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης υποστηρίζει επιστημονικά τη διαδικασία των δομημένων συνεντεύξεων παρέχοντας την απαιτούμενη τεχνογνωσία στα μέλη των Συμβουλίων που διεξάγουν τις συνεντεύξεις. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ορίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια.
4. Το συνολικό αποτέλεσμα της μοριοδότησης κάθε ομάδας κριτηρίων ανά υποψήφιο πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας και εξάγεται το συνολικό άθροισμα. Η συνολική βαθμολογία των κριτηρίων εξάγεται με προσέγγιση δύο (2) δεκαδικών ψηφίων».
3. Το άρθρο 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 86
Διαδικασία Επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων
1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.), το οποίο είναι αρμόδιο για την επιλογή προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων, αυτοτελών δημοσίων υπηρεσιών, Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, Ο.Τ.Α. β' βαθμού και Ν.Π.Δ.Δ.. Το ΕΙ.Σ.Ε.Π. είναι πενταμελές και αποτελείται:
α) από δύο (2) μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) που υποδεικνύονται από τον/ την Πρόεδρο του,
β) έναν (1) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του,
γ) ένα (1) μέλος του Επιστημονικού - Εκπαιδευτικού Συμβουλίου ή προϊστάμενο Διεύθυνσης Εκπαιδευτικής Μονάδας του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του και
δ) ένα (1) Γενικό Γραμματέα του οικείου Υπουργείου, εάν η προς πλήρωση θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης ανήκει σε Υπουργείο ή τον προϊστάμενο της αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας, αν η θέση προς πλήρωση ανήκει σε αυτοτελή δημόσια υπηρεσία ή έναν (1) Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, εάν η θέση ανήκει σε Αποκεντρωμένη Διοίκηση ή τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, εάν η θέση ανήκει σε Ο.Τ.Α. β' βαθμού ή έναν (1) Γενικό Γραμματέα του εποπτεύοντος Υπουργείου, εάν η προς πλήρωση θέση ανήκει σε Ν.Π.Δ.Δ.. Γραμματέας του ΕΙ.Σ.Ε.Π. και ο νόμιμος αναπληρωτής του ορίζονται υπάλληλοι του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης κατηγορίας ΠΕ με Α' βαθμό.
2. Σε κάθε Υπουργείο, με απόφαση του οικείου Υπουργού, σε κάθε αυτοτελή Γενική ή Ειδική Γραμματεία, με απόφαση του Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα, σε κάθε Αποκεντρωμένη Διοίκηση, με απόφαση του Συντονιστή της, και σε κάθε Ν.Π.Δ.Δ. που έχει δικό του Υπηρεσιακό Συμβούλιο, με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού συνιστάται Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (Σ.Ε.Π.), το οποίο είναι αρμόδιο α) για την επιλογή προϊσταμένων Διεύθυνσης ή αντίστοιχου ή ενδιάμεσου (μεταξύ Διεύθυνσης και Τμήματος) επιπέδου οργανικής μονάδας και β) για τη διεξαγωγή των δομημένων συνεντεύξεων του άρθρου 85 για την επιλογή των προϊσταμένων Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας. Τα Σ.Ε.Π. είναι πενταμελή και αποτελούνται από: α) έναν (1) Γενικό Γραμματέα ή Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του οικείου Υπουργείου ή τον προϊστάμενο της αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας ή τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή έναν Γενικό Γραμματέα του εποπτεύοντος το Ν.Π.Δ.Δ. Υπουργείου, β) έναν (1) προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης ή αντίστοιχης οργανικής μονάδας των ως άνω φορέων, γ) έναν (1) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δ) δύο (2) μέλη του Α.Σ.Ε.Π.. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και του οικείου Υπουργού μπορεί να συσταθούν περισσότερα Σ.Ε.Π. για τη διεκπεραίωση των διαδικασιών επιλογής στους εποπτευόμενους φορείς των Υπουργείων. Γραμματείς των Σ.Ε.Π. και οι νόμιμοι αναπληρωτές τους ορίζονται υπάλληλοι του οικείου φορέα κατηγορίας Π Ε με Α' βαθμό.
3. Τα μέλη του ΕΙ.Σ.Ε.Π. και των Σ.Ε.Π. ορίζονται με ισάριθμους αναπληρωτές, οι οποίοι πρέπει να έχουν την ίδια ιδιότητα με τα τακτικά μέλη. Με την απόφαση σύστασης των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος ορίζεται ως Πρόεδρος ένας από τα δύο μέλη του Α.Σ.Ε.Π.. Η θητεία των μελών του ΕΙ.Σ.Ε.Π. και των Σ.Ε.Π. είναι τριετής.
4. Η επιλογή των προϊσταμένων Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας γίνεται από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του άρθρου 159.
5. Ειδικά, για τους Ο.Τ.Α. β' βαθμού, η επιλογή των προϊσταμένων Διεύθυνσης ή αντίστοιχου ή ενδιάμεσου (μεταξύ Διεύθυνσης και Τμήματος) επιπέδου οργανικής μονάδας γίνεται από το αρμόδιο όργανο του άρθρου 248 του ν. 3852/2010 (Α' 87). Η επιλογή των Προϊσταμένων Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας, καθώς και αυτοτελών γραφείων γίνεται από το αρμόδιο όργανο του άρθρου 249 του ν. 3852/2010.
6. Ειδικά, για την Ακαδημία Αθηνών, αρμόδιο όργανο επιλογής: α) Εφόρου (Γενικού Διευθυντή) και β) προϊσταμένων Διευθύνσεων ορίζεται η Σύγκλητος αυτής με ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας του παρόντος. Ομοίως για τα Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι. αρμόδιο όργανο επιλογής: α) προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και β) προϊσταμένων Διευθύνσεων ορίζονται η Σύγκλητος και η Συνέλευση αντίστοιχα με ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας του παρόντος. Κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος ορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.
7. α) Για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων εκδίδεται προκήρυξη από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης κατόπιν αιτήματος του οικείου φορέα και καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία της επιλογής τηρουμένων των όρων των άρθρων 84 και 85.
β) Η προκήρυξη εκδίδεται πέντε (5) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και δημοσιεύεται στις ιστοσελίδες των οικείων φορέων και του Α.Σ.Ε.Π..
γ) Δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν όλοι οι υπάλληλοι των δημόσιων υπηρεσιών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της προκήρυξης και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι υποψήφιοι επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση για περισσότερες θέσεις.
δ) Η αίτηση υποψηφιότητας συνοδεύεται από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα που συντάσσεται με ευθύνη του υποψηφίου και επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση αναντιστοιχίας των όσων υπεύθυνα δηλώνει ο υποψήφιος στην αίτηση υποψηφιότητας και στο βιογραφικό σημείωμα με όσα τηρούνται στο προσωπικό Μητρώο του υπαλλήλου και στο αρχείο της Υπηρεσίας, λαμβάνονται υπόψη όσα βεβαιώνει η οικεία Διεύθυνση Προσωπικού, αφού προηγουμένως έχει καλέσει τον υποψήφιο για την προσκόμιση των επιπλέον εκείνων στοιχείων που υπεύθυνα δηλώνει ότι κατέχει. Η ανωτέρω διαδικασία βεβαίωσης των στοιχείων της αίτησης υποψηφιότητας και του βιογραφικού σημειώματος του υπαλλήλου από τις οικείες Διευθύνσεις Προσωπικού γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών.
ε) Οι υποψήφιοι που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και της προκήρυξης αποκλείονται από την περαιτέρω διαδικασία με απόφαση του ΕΙ.Σ.Ε.Π..
στ) Το ΕΙ.Σ.Ε.Π. μοριοδοτεί κάθε υποψήφιο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 85. Πα τη διενέργεια της δομημένης συνέντευξης κάθε υποψήφιος καλείται χωριστά. Στη συνέχεια το ΕΙ.Σ.Ε.Π. καταρτίζει πίνακα κατάταξης κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας για κάθε προκηρυσσόμενη θέση. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την τοποθέτηση του επικρατέστερου για κάθε θέση υποψηφίου στην οικεία θέση με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του αρμόδιου για την τοποθέτηση οργάνου.
8. α) Για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων Διευθύνσεων ή αντίστοιχου ή ενδιάμεσου (μεταξύ Διεύθυνσης και Τμήματος) επιπέδου οργανικής μονάδας και Τμημάτων εκδίδεται προκήρυξη από τον οικείο φορέα, με την οποία καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία της επιλογής τηρουμένων των όρων των άρθρων 84 και 85. Οι θέσεις προκηρύσσονται ανά Γενική Διεύθυνση, όπου προβλέπεται, άλλως ανά φορέα. Εάν η προκηρυσσόμενη θέση αφορά οργανική μονάδα που δεν υπάγεται σε Γενική Διεύθυνση, η θέση προκηρύσσεται από τον οικείο φορέα αυτοτελώς.
β) Η προκήρυξη εκδίδεται τρεις (3) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταμένων και δημοσιεύεται στις ιστοσελίδες των οικείων φορέων και του Α.Σ.Ε.Π.. Ο οικείος φορέας κοινοποιεί την προκήρυξη στους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε αυτόν με κάθε πρόσφορο τρόπο.
γ) Δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν όλοι οι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά στο φορέα που προκηρύσσει τις θέσεις, εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου και της προκήρυξης και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι υποψήφιοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση για πέντε (5) θέσεις κατ' ανώτατο όριο.
δ) Η αίτηση υποψηφιότητας συνοδεύεται από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα που συντάσσεται με ευθύνη του υποψηφίου και επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση αναντιστοιχίας των όσων υπεύθυνα δηλώνει ο υποψήφιος στην αίτηση υποψηφιότητας και στο βιογραφικό σημείωμα με όσα τηρούνται στο προσωπικό Μητρώο του υπαλλήλου και στο αρχείο της Υπηρεσίας, λαμβάνονται υπόψη όσα βεβαιώνει η οικεία Διεύθυνση Προσωπικού, αφού προηγουμένως έχει καλέσει τον υποψήφιο για την προσκόμιση των επιπλέον εκείνων στοιχείων που υπεύθυνα δηλώνει ότι κατέχει. Η ανωτέρω διαδικασία βεβαίωσης των στοιχείων της αίτησης υποψηφιότητας και του βιογραφικού σημειώματος του υπαλλήλου από τις οικείες Διευθύνσεις Προσωπικού γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών.
ε) Οι υποψήφιοι που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και της προκήρυξης αποκλείονται από την περαιτέρω διαδικασία με απόφαση του Σ.Ε.Π. ή του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
στ) Το Σ.Ε.Π. ή το Υπηρεσιακό Συμβούλιο μοριοδοτεί κάθε υποψήφιο με βάση τις ομάδες κριτηρίων α) έως γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 85 και σύμφωνα με όσα ορίζονται στο ίδιο άρθρο. Στη συνέχεια το Σ.Ε.Π. ή το Υπηρεσιακό Συμβούλιο με βάση την ως άνω μοριοδότηση καταρτίζει ενιαίο πίνακα κατάταξης για όλες τις θέσεις ανά Γενική Διεύθυνση ή συνολικά για όλο το φορέα ανάλογα με την προκήρυξη κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας με αριθμό υποψηφίων πενταπλάσιο του αριθμού των προς πλήρωση θέσεων. Ακολουθεί η διεξαγωγή της δομημένης συνέντευξης της περίπτωσης δ' της παραγράφου 3 του άρθρου 85 από το Σ.Ε.Π.. Στη συνέντευξη καλούνται οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα κατάταξης της Γενικής Διεύθυνσης ή του φορέα χωριστά ο καθένας. Αφού γίνει η μοριοδότηση με βάση και το κριτήριο της δομημένης συνέντευξης, εξάγεται η τελική βαθμολογία σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 85 και καταρτίζονται πίνακες κατάταξης για τις θέσεις ανά Γενική Διεύθυνση ή συνολικά για το φορέα ανάλογα με την προκήρυξη.
9. Όσοι επιλέγονται από το ΕΙ.Σ.Ε.Π., τα Σ.Ε.Π. και τα Υπηρεσιακά Συμβούλια τοποθετούνται, με απόφαση του οικείου οργάνου, η οποία εκδίδεται το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από τη γνωστοποίηση της επιλογής τους, ως προϊστάμενοι σε αντίστοιχου επιπέδου οργανικές μονάδες για θητεία τριών (3) ετών. Αν υπάλληλος άλλης δημόσιας υπηρεσίας ή Ν.Π.Δ.Δ. επιλεγεί ως προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης, με την τοποθέτηση του αποσπάται αυτοδικαίως στην υπηρεσία για την οποία έχει επιλεγεί.
Οι προϊστάμενοι των οποίων η θητεία έχει λήξει εξακολουθούν και ασκούν τα καθήκοντά τους ως την επανατοποθέτησή τους ως προϊσταμένων ή την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου.
10. Με απόφαση του οικείου οργάνου ο προϊστάμενος παύεται υποχρεωτικά πριν από τη λήξη της θητείας του, αν συντρέξουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) αν καταδικαστεί τελεσιδίκως για τα αναφερόμενα στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 αδικήματα,
β) αν στερηθεί λόγω καταδίκης τα πολιτικά του δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή,
γ) αν υποβληθεί σε στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική), σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) ή το Δικαστήριο έχει αποφασίσει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων.
δ) αν τεθεί σε διαθεσιμότητα ή αργία ή του επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 145.
Με απόφαση του οικείου οργάνου κατόπιν σύμφωνης γνώμης του ΕΙ.Σ.Ε.Π., του Σ.Ε.Π. ή του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ο προϊστάμενος οργανικής μονάδας απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του πριν από τη λήξη της θητείας του για σοβαρό υπηρεσιακό λόγο που αφορά πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του. Ο προϊστάμενος μπορεί επίσης να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του με αίτηση του, ύστερα από απόφαση του ΕΙ.Σ.Ε.Π., του Σ.Ε.Π. ή του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, το οποίο συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες.
11. Αν κενωθεί ή συσταθεί θέση προϊσταμένου, η θέση προκηρύσσεται το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών και η διαδικασία τοποθέτησης προϊσταμένου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την προκήρυξη της θέσης. Ο προϊστάμενος επιλέγεται για πλήρη θητεία. Έως την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 87 περί αναπλήρωσης προϊσταμένων.
12. Αν δεν υποβληθούν αιτήσεις, ο Υπουργός ή ο διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ. τοποθετεί υπάλληλο που πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις και υπηρετεί στον τόπο όπου θα ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου.
13. Όσοι προϊστάμενοι τμημάτων δεν έχουν ασκήσει κατά το παρελθόν καθήκοντα προϊσταμένου, μετά την τοποθέτηση τους παρακολουθούν υποχρεωτικά σχετικό πρόγραμμα επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης».
4. Το άρθρο 87 του Κώδικα κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 87
Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων
1. Ως προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης επιλέγονται υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ ή TE, εφόσον:
α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης για ένα (1) έτος τουλάχιστον ή
β) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης για τρία (3) τουλάχιστον έτη ή
γ) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) ή κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κατέχουν βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον οκτώ (8) έτη στο βαθμό αυτό ή
δ) κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον δέκα (10) έτη στο βαθμό αυτό.
2. Ως προϊστάμενοι Διεύθυνσης ή αντίστοιχου ή ενδιάμεσου (μεταξύ Διευθύνσεως και Τμήματος) επιπέδου οργανικών μονάδων επιλέγονται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ ή TE εφόσον:
α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης επί ένα (1) έτος τουλάχιστον ή
β) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) ή κάτοχοι αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον έξι (6) έτη στο βαθμό αυτό,
γ) κατέχουν το βαθμό Α' και έχουν ασκήσει συνολικά τουλάχιστον για τρία (3) έτη καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος ή
δ) κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον δέκα (10) έτη στο βαθμό αυτό.
3. Ως προϊστάμενοι Τμήματος και αυτοτελούς γραφείου ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας επιλέγονται υπάλληλοι ΠΕ ή TE ή ΔΕ εφόσον:
α) κατέχουν το βαθμό Α' ή
β) έχουν ασκήσει για τουλάχιστον ένα (1) έτος καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος.
4. α) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για επιλογή σε θέση προϊσταμένου οποιουδήποτε επιπέδου, υπάλληλος που αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων. Ο ως άνω περιορισμός δεν ισχύει αν ο υπάλληλος υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας για επιλογή σε θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, οπότε και δεσμεύεται ταυτόχρονα με αίτησή του να παραμείνει στην υπηρεσία έως τη λήξη της θητείας, σε περίπτωση που επιλεγεί και τοποθετηθεί, όχι όμως πέραν του 67ου έτους της ηλικίας του.
β) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για την επιλογή προϊσταμένου ούτε να τοποθετηθεί προϊστάμενος υπάλληλος, ο οποίος διανύει δοκιμαστική υπηρεσία ή τελεί σε διαθεσιμότητα ή αργία ή έχει καταδικαστεί τελεσιδίκως για τα αναφερόμενα στο άρθρο 16 παράγραφος 1 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων αδικήματα ή του έχει επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 145 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως ισχύει.
5. Υπάλληλος που κατέχει το βασικό τίτλο σπουδών, ο οποίος αποτελεί το τυπικό προσόν του κλάδου, οι υπάλληλοι του οποίου προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις να προΐστανται στη θέση που προκηρύσσεται, μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής ανεξαρτήτως του κλάδου στον οποίο ανήκει. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα ειδικά προσόντα και τους βασικούς τίτλους σπουδών που μπορεί να εξειδικεύονται με τις οικείες οργανικές διατάξεις, οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης μπορούν να συμμετέχουν ως υποψήφιοι στην προκήρυξη οποιασδήποτε θέσης ευθύνης ανεξαρτήτως του τίτλου σπουδών που κατέχουν.
6. Οι προϋποθέσεις και τα προσόντα επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων υποψηφιότητας.
7. Οργανικές μονάδες είναι η Γενική Διεύθυνση, η Διεύθυνση, το Τμήμα, το αυτοτελές Τμήμα, οι οργανικές μονάδες αντίστοιχου επιπέδου προς τις προαναφερόμενες, καθώς και τυχόν ενδιάμεσα επίπεδα διοίκησης, όπως αυτά προβλέπονται από τις οικείες οργανικές διατάξεις. Όπου στις διατάξεις του παρόντος αναφέρεται οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης, λογίζεται και η Υποδιεύθυνση. Οι οργανικές μονάδες επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης οι οποίες προβλέπονται στις οικείες οργανικές διατάξεις και οι αρμοδιότητες των οποίων είναι όμοιες ή παρεμφερείς σε όλους τους φορείς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κώδικα, ιδίως Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης, Οικονομικών Υπηρεσιών, Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών, Πληροφορικής, Διεύθυνση Διοικητικού/ Προσωπικού, Πληροφορικής, Προμηθειών, Προϋπολογισμού, νοούνται εφεξής για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κώδικα ως οριζόντιες θέσεις ευθύνης».
5. Το άρθρο 88 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 88
Κριτήρια επιλογής προϊσταμένων
1. Για την επιλογή προϊσταμένων λαμβάνονται υπόψη τέσσερις (4) ομάδες κριτηρίων:
α) Μοριοδότηση βάσει τυπικών, εκπαιδευτικών προσόντων και προσόντων επαγγελματικής κατάρτισης,
β) μοριοδότηση βάσει εργασιακής εμπειρίας και άσκησης καθηκόντων ευθύνης,
γ) μοριοδότηση βάσει αξιολόγησης και
δ) μοριοδότηση βάσει συνέντευξης.
2. Για την τελική μοριοδότηση ο συνολικός αριθμός των μορίων κάθε κατηγορίας πολλαπλασιάζεται με τον εξής συντελεστή, ανά θέση ευθύνης:
α) Για τη θέση προϊσταμένου Τμήματος με συντελεστή βαρύτητας
40 % για την ομάδα κριτηρίων (α),
20% για την ομάδα κριτηρίων (β),
20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και
20% για την ομάδα κριτηρίων (δ).
β) Για τη θέση προϊσταμένου Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας
35% για την ομάδα κριτηρίων (α),
20% για την ομάδα κριτηρίων (β),
20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και
25% για την ομάδα κριτηρίων (δ).
γ) Για τη θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας
30% για την ομάδα κριτηρίων (α),
20% για την ομάδα κριτηρίων (β),
20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και
30% για την ομάδα κριτηρίων (δ).
3. Τα ως άνω κριτήρια αξιολογούνται ως ακολούθως:
α) Τα τυπικά - εκπαιδευτικά προσόντα μοριοδοτούνται ως εξής:
αα) Ο βασικός τίτλος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του υποψηφίου με 100 μόρια.
ββ) Ο δεύτερος τίτλος σπουδών, εφόσον είναι της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με το βασικό τίτλο σπουδών με 30 μόρια.
γγ) Ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας με 150 μόρια και ο δεύτερος μεταπτυχιακός τίτλος, με 30 μόρια.
δδ) Η επιτυχής αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης με 250 μόρια.
εε) Το διδακτορικό δίπλωμα με 300 μόρια.
στστ) Οι μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών και τα διδακτορικά διπλώματα προκειμένου να μοριοδοτηθούν κατά τα ανωτέρω πρέπει να είναι συναφή με τα αντικείμενα της προκηρυσσόμενης θέσης. Η συνάφεια, όπου δεν έχει ήδη κριθεί, κρίνεται με αιτιολογία από το αρμόδιο συμβούλιο επιλογής προϊσταμένων.
ζζ) Η πιστοποιημένη από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. επιμόρφωση του υπαλλήλου μοριοδοτείται με 10 μόρια ανά σεμινάριο επιμόρφωσης με ανώτατο όριο τα 40 μόρια. Για τη βαθμολογία του κριτηρίου της πιστοποιημένης επιμόρφωσης λαμβάνεται υπόψη η επιμόρφωση κατά την τελευταία δεκαετία.
ηη) Η πιστοποιημένη γλωσσομάθεια μοριοδοτείται ως εξής:
Η άριστη γνώση κάθε ξένης γλώσσας με 40 μόρια,
η πολύ καλή γνώση με 30 μόρια και
η καλή με 10 μόρια, με ανώτατο όριο τα 100 μόρια.
Όλα τα ανωτέρω προσόντα πρέπει να αποδεικνύονται κατά τα οριζόμενα στο Π.δ. 50/2001 (Α' 39).
Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από τα τυπικά - εκπαιδευτικά προσόντα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.
β) Η εργασιακή εμπειρία και η άσκηση καθηκόντων ευθύνης μοριοδοτούνται ως εξής:
Ο χρόνος υπηρεσίας στο δημόσιο ή ο χρόνος απασχόλησης σε συναφή θέση στον ιδιωτικό τομέα, όπου προβλέπεται σε διάταξη προγενέστερου νόμου και η άσκηση καθηκόντων ευθύνης στο δημόσιο τομέα, μοριοδοτούνται ως εξής:
αα) 20 μόρια για κάθε έτος υπηρεσίας με ανώτατο όριο τα τριάντα τρία (33) έτη για το δημόσιο τομέα,
ββ) 25 μόρια για κάθε έτος απασχόλησης με ανώτατο όριο τα επτά (7) έτη για τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 102 και
γγ) 16,5 μόρια για κάθε έτος άσκησης καθηκόντων ευθύνης στο δημόσιο τομέα, με ανώτατο όριο τα δέκα (10) έτη.
Χρόνος υπηρεσίας ή απασχόλησης μεγαλύτερος του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος.
Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από την εργασιακή εμπειρία και την άσκηση καθηκόντων ευθύνης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.
γ) Αξιολόγηση
Η μοριοδότηση του κριτηρίου της αξιολόγησης που προβλέπεται, εξάγεται με βάση τον μέσο όρο των εκθέσεων αξιολόγησης της τελευταίας τριετίας. Ειδικά κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου το κριτήριο αξιολόγησης δεν λαμβάνεται υπόψη. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το κριτήριο της αξιολόγησης, ο υποψήφιος προϊστάμενος πρέπει να έχει αξιολογηθεί με τις διατάξεις του παρόντος τουλάχιστον για δύο (2) αξιολογικές περιόδους, οπότε και λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των εκθέσεων αξιολόγησης των δύο (2) αυτών περιόδων.
Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από την αξιολόγηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια, κατόπιν της απαιτούμενης αναγωγής της βαθμολογίας στην κλίμακα του χίλια (1000).
δ) Δομημένη Συνέντευξη
Η δομημένη συνέντευξη διενεργείται από τα αρμόδια Συμβούλια του άρθρου 89 με πρόβλεψη της αναγκαίας «ζωντανής βοήθειας» για άτομα με αναπηρία (ενδεικτικά, διερμηνέων νοηματικής), εφόσον αυτό απαιτείται.
Σκοπός της δομημένης συνέντευξης είναι το αρμόδιο Συμβούλιο να διαμορφώσει γνώμη για την προσωπικότητα, την ικανότητα και την καταλληλότητα του υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης ευθύνης, για την οποία κρίνεται. Κατά το στάδιο αυτό λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, η αίτηση υποψηφιότητας και το βιογραφικό σημείωμα του σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση δ της παραγράφου 4 του άρθρου 89.
Η δομημένη συνέντευξη περιλαμβάνει δύο θεματικές ενότητες:
αα. Δομημένη συζήτηση επί θεμάτων σχετικών με το αντικείμενο του φορέα και τις αρμοδιότητες των οργανωτικών μονάδων των σχετικών με την προκηρυσσόμενη θέση σε συνάρτηση με τις δεξιότητες και προσόντα του υποψηφίου, όπως προκύπτουν από το βιογραφικό του και τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου.
ββ. Ανάπτυξη ενός υποθετικού σεναρίου γενικού διοικητικού ενδιαφέροντος (situational interview), που έχει ως σκοπό να αξιολογήσει τις διοικητικές ικανότητες του υποψηφίου να προγραμματίζει, να συντονίζει, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να λαμβάνει αποτελεσματικές αποφάσεις και να διαχειρίζεται κρίσεις.
Για τη μοριοδότηση λαμβάνονται υπόψη επίσης οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η ικανότητα διαχείρισης χρόνου, τα χαρακτηριστικά ηγεσίας ιδίως υπό συνθήκες πίεσης, η ικανότητα συντονισμού ομάδων εργασίας και η δημιουργικότητα του υποψηφίου.
Κάθε σκέλος της συνέντευξης μοριοδοτείται κατ' ανώτατο όριο με 500 μόρια. Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από κάθε μέλος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.
Η τελική μοριοδότηση της συνέντευξης κάθε υποψηφίου προκύπτει από το μέσο όρο των βαθμών των μελών του αρμόδιου Συμβουλίου.
Το περιεχόμενο της συνέντευξης με τα κρίσιμα και ουσιαστικά σημεία της αναφέρεται συνοπτικά στο πρακτικό του Συμβουλίου, το οποίο είναι στη διάθεση όλων των υποψηφίων, και η μοριοδότηση για τον κάθε υποψήφιο αιτιολογείται συνοπτικά από κάθε μέλος ως προς κάθε ένα από τα δύο σκέλη της συνέντευξης.
Το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης υποστηρίζει επιστημονικά τη διαδικασία των δομημένων συνεντεύξεων παρέχοντας την απαιτούμενη τεχνογνωσία στα μέλη των Συμβουλίων που διεξάγουν τις συνεντεύξεις. Με απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ορίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια.
4. Το συνολικό αποτέλεσμα της μοριοδότησης κάθε ομάδας κριτηρίων ανά υποψήφιο πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας, και εξάγεται το συνολικό άθροισμα. Η συνολική βαθμολογία των κριτηρίων εξάγεται με προσέγγιση δύο (2) δεκαδικών ψηφίων.»
6. Το άρθρο 89 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 89
Διαδικασία Επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων
1. Η επιλογή προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων γίνεται από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του άρθρου 4.
2. Η επιλογή των προϊσταμένων Διευθύνσεων αντιστοίχου ή ενδιαμέσου (μεταξύ Διευθύνσεως και Τμήματος) επιπέδου οργανικής μονάδας, Τμημάτων και αυτοτελών γραφείων γίνεται από τα οικεία Υπηρεσιακά Συμβούλια του άρθρου 5.
3. α) Για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων εκδίδεται προκήρυξη από το αρμόδιο προς διορισμό όργανο και καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία της επιλογής τηρουμένων των όρων των άρθρων 87 και 88.
β) Η προκήρυξη εκδίδεται πέντε (5) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και δημοσιεύεται στις ιστοσελίδες των οικείων Ο.Τ.Α. και του Α.Σ.Ε.Π..
γ) Δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν όλοι οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α. α' βαθμού, εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της προκήρυξης και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι υποψήφιοι επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση για περισσότερες θέσεις.
δ) Η αίτηση υποψηφιότητας συνοδεύεται από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα που συντάσσεται με ευθύνη του υποψηφίου και επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση αναντιστοιχίας των όσων υπεύθυνα δηλώνει ο υποψήφιος στην αίτηση υποψηφιότητας και στο βιογραφικό σημείωμα με όσα τηρούνται στο προσωπικό Μητρώο του υπαλλήλου και στο αρχείο της Υπηρεσίας, λαμβάνονται υπόψη όσα βεβαιώνει η οικεία Διεύθυνση Προσωπικού, αφού προηγουμένως έχει καλέσει τον υποψήφιο για την προσκόμιση των επιπλέον εκείνων στοιχείων που υπεύθυνα δηλώνει ότι κατέχει. Η ανωτέρω διαδικασία βεβαίωσης των στοιχείων της αίτησης υποψηφιότητας και του βιογραφικού σημειώματος του υπαλλήλου από τις οικείες Διευθύνσεις αρμοδιότητας θεμάτων προσωπικού γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών.
ε) Οι υποψήφιοι που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και της προκήρυξης αποκλείονται από την περαιτέρω διαδικασία με απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
στ) Το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο μοριοδοτεί κάθε υποψήφιο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 88. Για τη διενέργεια της δομημένης συνέντευξης κάθε υποψήφιος καλείται χωριστά. Στη συνέχεια το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο καταρτίζει πίνακα κατάταξης κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας για κάθε προκηρυσσόμενη θέση. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την τοποθέτηση του επικρατέστερου για κάθε θέση υποψηφίου στην οικεία θέση με απόφαση του αρμόδιου για την τοποθέτηση οργάνου.
4. α) Για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων Διευθύνσεων αντιστοίχου ή ενδιαμέσου (μεταξύ Διευθύνσεως και Τμήματος) επιπέδου οργανικής μονάδας, Τμημάτων και αυτοτελών γραφείων εκδίδεται προκήρυξη από τον οικείο Ο.Τ.Α., με την οποία καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία της επιλογής τηρουμένων των όρων των άρθρων 87 και 88 του παρόντος. Οι θέσεις προκηρύσσονται ανά Γενική Διεύθυνση, άλλως ανά Ο.Τ.Α.. Εάν η προκηρυσσόμενη θέση αφορά οργανική μονάδα που δεν υπάγεται σε Γενική Διεύθυνση, η θέση αυτή προκηρύσσεται από τον οικείο Ο.Τ.Α. αυτοτελώς.
β) Η προκήρυξη εκδίδεται τρεις (3) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταμένων και δημοσιεύεται στις ιστοσελίδες των οικείων Ο.Τ.Α. και Α.Σ.Ε.Π.. Ο οικείος Ο.Τ.Α. κοινοποιεί την προκήρυξη στους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε αυτόν με κάθε πρόσφορο τρόπο.
γ) Δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν όλοι οι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά στον ΟΤΑ που προκηρύσσει τις θέσεις, εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου και της προκήρυξης και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι υποψήφιοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση για πέντε (5) θέσεις κατ' ανώτατο όριο.
δ) Η αίτηση υποψηφιότητας συνοδεύεται από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα που συντάσσεται με ευθύνη του υποψηφίου και επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση αναντιστοιχίας των όσων υπεύθυνα δηλώνει ο υποψήφιος στην αίτηση υποψηφιότητας και στο βιογραφικό σημείωμα με όσα τηρούνται στο προσωπικό Μητρώο του υπαλλήλου και στο αρχείο της Υπηρεσίας, λαμβάνονται υπόψη όσα βεβαιώνει η οικεία Διεύθυνση Προσωπικού, αφού προηγουμένως έχει καλέσει τον υποψήφιο για την προσκόμιση των επιπλέον εκείνων στοιχείων που υπεύθυνα δηλώνει ότι κατέχει.
Η ανωτέρω διαδικασία βεβαίωσης των στοιχείων της αίτησης υποψηφιότητας και του βιογραφικού σημειώματος του υπαλλήλου από τις οικείες Διευθύνσεις Προσωπικού γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών.
ε) Οι υποψήφιοι που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και της προκήρυξης αποκλείονται από την περαιτέρω διαδικασία με απόφαση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
στ) Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο μοριοδοτεί κάθε υποψήφιο με βάση τις ομάδες κριτηρίων α' έως γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 88 και σύμφωνα με όσα ορίζονται στο ίδιο άρθρο. Στη συνέχεια το Υπηρεσιακό Συμβούλιο με βάση την ως άνω μοριοδότηση καταρτίζει ενιαίο πίνακα κατάταξης για όλες τις θέσεις ανά Γενική Διεύθυνση ή συνολικά για όλο το φορέα, ανάλογα με την προκήρυξη, κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας, με αριθμό υποψηφίων πενταπλάσιο του αριθμού των προς πλήρωση θέσεων. Ακολουθεί η διεξαγωγή της δομημένης συνέντευξης της περίπτωσης δ της παραγράφου 3 του άρθρου 88 από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Στη συνέντευξη καλούνται οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα κατάταξης της Γενικής Διεύθυνσης ή του Ο.Τ.Α. χωριστά ο καθένας. Αφού γίνει η μοριοδότηση με βάση και το κριτήριο της δομημένης συνέντευξης, εξάγεται η τελική βαθμολογία σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 88 και καταρτίζονται πίνακες κατάταξης για τις θέσεις ανά Γενική Διεύθυνση ή συνολικά για τον Ο.Τ.Α. ανάλογα με την προκήρυξη.
5. Όσοι επιλέγονται από τα Υπηρεσιακά Συμβούλια τοποθετούνται, με απόφαση του οικείου οργάνου, η οποία εκδίδεται το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από τη γνωστοποίηση της επιλογής τους, ως προϊσταμένων σε αντίστοιχου επιπέδου οργανικές μονάδες για θητεία τριών (3) ετών. Αν υπάλληλος άλλου Ο.Τ.Α. επιλεγεί ως προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης, με την τοποθέτηση του αποσπάται αυτοδικαίως στην υπηρεσία για την οποία έχει επιλεγεί.
Οι προϊστάμενοι των οποίων η θητεία έχει λήξει εξακολουθούν και ασκούν τα καθήκοντά τους ως την επανατοποθέτηση τους ως προϊσταμένων ή την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου.
6. Με απόφαση του οικείου οργάνου ο προϊστάμενος παύεται υποχρεωτικά πριν από τη λήξη της θητείας του, αν συντρέξουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) αν καταδικαστεί τελεσιδίκως για τα αναφερόμενα στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 16 αδικήματα,
β) αν στερηθεί λόγω καταδίκης τα πολιτικά του δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή,
γ) αν υποβληθεί σε στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) ή σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) ή το Δικαστήριο έχει αποφασίσει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων,
δ) αν τεθεί σε διαθεσιμότητα ή αργία ή του επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 145 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως ισχύει.
Με απόφαση του κατά περίπτωση οικείου οργάνου, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ο προϊστάμενος οργανικής μονάδας απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του πριν από τη λήξη της θητείας του, για σοβαρό υπηρεσιακό λόγο που αφορά πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του. Ο προϊστάμενος μπορεί, επίσης, να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του με αίτησή του, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, το οποίο συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες.
7. Αν κενωθεί ή συσταθεί θέση προϊσταμένου, η θέση προκηρύσσεται το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών και η διαδικασία τοποθέτησης προϊσταμένου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την προκήρυξη της θέσης. Ο νέος προϊστάμενος επιλέγεται για πλήρη θητεία. Έως την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 100 περί αναπλήρωσης προϊσταμένων.
8. Αν δεν υποβληθούν αιτήσεις, το αρμόδιο όργανο τοποθετεί υπάλληλο που πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις και υπηρετεί στον τόπο που θα ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου.
9. Όσοι προϊστάμενοι τμημάτων δεν έχουν ασκήσει κατά το παρελθόν καθήκοντα προϊσταμένου, μετά την τοποθέτηση τους παρακολουθούν υποχρεωτικά σχετικό πρόγραμμα επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης».
10. Σε περίπτωση κατάργησης και συγχώνευσης οργανικών μονάδων, ο προϊστάμενος της νέας οργανικής μονάδας επιλέγεται μεταξύ όσων, κατόπιν, διαδικασίας επιλογής ασκούσαν καθήκοντα προϊσταμένου στις οργανικές μονάδες που καταργήθηκαν ή συγχωνεύθηκαν. Προϊστάμενος τοποθετείται εκείνος που έλαβε την υψηλότερη τελική βαθμολογία κατά την ως άνω διαδικασία επιλογής».
Άρθρο 30
Μεταβατικές διατάξεις
1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου:
α) Έως την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή ειδικών διατάξεων, καθήκοντα προϊσταμένων εξακολουθούν να ασκούν οι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου προϊστάμενοι.
β) Η θητεία των ανωτέρω προϊσταμένων λήγει αυτοδικαίως με την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
γ) Για την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζεται το κριτήριο της περίπτωσης γ' (μοριοδότηση βάσει αξιολόγησης) της παραγράφου 1 του άρθρου 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 και το κριτήριο της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 88 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007. Επίσης, κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου καταρτίζεται πίνακας με πενταπλάσιο αριθμό υποψηφίων με την υψηλότερη βαθμολογία κριτηρίων, οι οποίοι καλούνται στη διαδικασία της δομημένης συνέντευξης.
δ) Για την τελική μοριοδότηση ο συνολικός αριθμός των μορίων κάθε κατηγορίας πολλαπλασιάζεται με τον εξής συντελεστή ανά θέση ευθύνης:
αα. Για τη θέση Προϊσταμένου Τμήματος με συντελεστή βαρύτητας:
40% για την ομάδα κριτηρίων α,
25% για την ομάδα κριτηρίων β και
35% για την ομάδα κριτηρίων δ.
β. Για τη θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας:
40% για την ομάδα κριτηρίων α,
25% για την ομάδα κριτηρίων β και
35% για την ομάδα κριτηρίων δ.
γγ. Για τη θέση Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας:
40% για την ομάδα κριτηρίων α,
25% για την ομάδα κριτηρίων β και
35% για την ομάδα κριτηρίων δ.
2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου λήγει αυτοδικαίως η θητεία των μελών των Υπηρεσιακών Συμβουλίων, εκτός των αιρετών εκπροσώπων.
3. Με απόφαση του καθ' ύλην αρμοδίου Υπουργού συγκροτούνται Υπηρεσιακά Συμβούλια μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Τα Συμβούλια αυτά είναι πενταμελή και αποτελούνται από:
α) Τρεις (3) μόνιμους υπαλλήλους, που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης, έχουν τον περισσότερο χρόνο άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου Διεύθυνσης, υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και υπηρετούν στην έδρα του ή στο Νομό Αττικής, για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια που εδρεύουν στο νομό αυτό.
β) Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων με βαθμό Α' των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ.
4. Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου δεν ισχύουν οι χρονικοί περιορισμοί που αφορούν την έκδοση προκήρυξης θέσεων προϊσταμένων οργανικών μονάδων της περίπτωσης β' της παραγράφου 7, καθώς και της περίπτωσης β' της παραγράφου 8 του άρθρου 86 του Υπαλληλικού Κώδικα. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος συστήματος επιλογής προϊσταμένων, προκηρύσσονται αρχικά οι θέσεις προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης. Η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης αυτών ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, συγκροτούνται τα Σ.Ε.Π., προκειμένου να επιλέξουν προϊσταμένους Διευθύνσεων. Η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων Διευθύνσεων ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από το χρόνο έναρξής της. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων Διευθύνσεων, συνεδριάζουν τα Υπηρεσιακά Συμβούλια, προκειμένου να επιλέξουν προϊσταμένους Τμημάτων. Η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων Τμημάτων ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την τοποθέτηση προϊσταμένων Διευθύνσεων.
5. Εκκρεμείς προκηρύξεις για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων σε Ν.Π.Δ.Δ. και στους Ο.Τ.Α. α' βαθμού, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου πέμπτου του ν. 3839/2010 (Α' 51) δεν ολοκληρώνονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Εξαιρούνται και ολοκληρώνονται οι προκηρύξεις, για τις οποίες, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, έχει εκδοθεί απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ή του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων. Στην περίπτωση αυτή οι προϊστάμενοι που έχουν κριθεί από τα ανωτέρω συμβούλια τοποθετούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 3584/2007 και η θητεία τους λήγει αυτοδικαίως με την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Άρθρο 31
Τελικές - Καταργούμενες Διατάξεις
1. Οι διατάξεις του στοιχείου 2 της υποπερίπτωσης α' της περίπτωσης 4 της υποπαραγράφου Ε.2 της παραγράφου Ε του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), δεν επηρεάζονται από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου.
2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι παράγραφοι 15, 16, 17 και 18 του άρθρου 86 του ν. 3528/2007, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 4275/2014 (Α' 149) και η παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 4275/2014.
3. Οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3230/2004 (Α' 44), της παρ. 8 του άρθρου 267 και της παρ. 15 του άρθρου 268 του ν. 3852/2010 (Α' 87) καταργούνται.
4. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος νόμου. Για την αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Π.δ. 318/1992 (Α' 161), ως ίσχυε πριν την τροποποίηση που επήλθε με το ν. 4250/2014 (Α' 74).
5. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει θέματα του παρόντος νόμου ή αντίκειται στις διατάξεις του καταργείται.
ΜΕΡΟΣ Ε'
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 32
Το τρίτο εδάφιο της παρ. 21 του άρθρου ένατου του ν. 4057/2012 (Α' 54) αντικαθίσταται με τα ακόλουθα εδάφια ως εξής:
«Με απόφαση κατανομής του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, δύναται να μεταβάλλεται εντός του ίδιου ή όμορου νομού, ο φορέας διορισμού των περιλαμβανομένων σε πίνακες διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. και των φορέων, καθώς και των διοριστέων που υπάγονται στις διατάξεις της περ. 3 της υποπαραγράφου ΣΤ1 της παραγράφου ΣΤ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, σε όλως εξαιρετικές και επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν τεκμηριωμένου αιτήματος του Υπουργού του νέου φορέα διορισμού.
Αν ο διοριστέος δεν αποδεχτεί τη νέα θέση διορισμού, διατηρεί το δικαίωμα διορισμού του στην αρχική θέση, κατόπιν έκδοσης σχετικής απόφασης κατανομής του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης».
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα που αφορά στη διαδικασία μεταβολής της υπηρεσίας ή του φορέα διορισμού.
Άρθρο 33
1. Στην παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4325/2015 (Α' 47) προστίθεται στην περίπτωση 6α τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Αν ο πολίτης τηρεί ηλεκτρονική θυρίδα χρήστη της Κεντρικής Διαδικτυακής Πύλης του Ελληνικού Δημοσίου, η αρμόδια υπηρεσία οφείλει να αναζητεί τα απαραίτητα για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας έγγραφα, πιστοποιητικά και βεβαιώσεις από τα αποθηκευμένα στην ηλεκτρονική θυρίδα χρήστη, εφόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των διατάξεων της παρ. 2α του άρθρου 13 του ν. 4325/2015».
2. Διαδικασία η οποία έχει καθοριστεί να διεκπεραιώνεται μέσω ΚΕΠ με κοινή απόφαση του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 3013/2002 (Α' 102), δεν επιτρέπεται να τροποποιείται και να μεταβάλλεται μονομερώς από το καθ' ύλην αρμόδιο Υπουργείο χωρίς την προηγούμενη έγκριση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 της 46ης πράξης της 8.12.2015 του Υπουργικού Συμβουλίου (Υ.Ο.Δ.Δ. 897).
Άρθρο 34
Στο Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης συνιστώνται αναδρομικά από 23.9.2015 δύο (2) επιπλέον θέσεις δημοσιογράφων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι διατίθενται για την κάλυψη συναφών αναγκών του αρμόδιου για θέματα Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
Άρθρο 35
Οι υπάλληλοι που απολύθηκαν αυτοδικαίως από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις 19.8.2015 έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 155 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α' 26) και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3854/2007, δύνανται να επανέλθουν στην υπηρεσία με αίτηση τους που υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Οι υπάλληλοι που αιτούνται να επανέλθουν, μπορούν να παραμείνουν στην υπηρεσία μέχρι την αυτοδίκαιη απόλυσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 155 του Κώδικα Δημόσιων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) και τις διατάξεις του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως αυτές τροποποιούνται με τον παρόντα νόμο. Η αίτηση μπορεί να γίνει δεκτή με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του αρμοδίου οργάνου κατόπιν γνώμης του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου με βάση την εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών. Η επαναφορά στην υπηρεσία, σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, ισχύει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του οικείου Υπουργού ή του αρμοδίου οργάνου, με την οποία γίνεται αποδεκτή η αίτηση του υπαλλήλου. Η επαναφορά αφορά αποκλειστικά στην οργανική θέση που κατείχε ο υπάλληλος, χωρίς να παρέχεται δικαίωμα επανάκτησης τυχόν καθηκόντων ευθύνης που ασκούσε κατά την αυτοδίκαιη απόλυση του ή τυχόν θέσεων και ιδιοτήτων που κατείχε κατά την αυτοδίκαιη απόλυση του. Το χρονικό διάστημα από την αυτοδίκαιη απόλυση μέχρι την επαναφορά στην υπηρεσία δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Οι υπάλληλοι που επανέρχονται κατ' εφαρμογή της παρούσας διάταξης λαμβάνουν τις αποδοχές που λάμβαναν πριν την αυτοδίκαιη απόλυση τους πλην αυτών που συνδέονται με την ενεργό άσκηση καθηκόντων ευθύνης.
Άρθρο 36
Το άρθρο 10 του ν. 3491/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Για τα άτομα τα οποία ανατράφηκαν σε δημόσιο, εκκλησιαστικό, δημοτικό ή κοινοτικό βρεφοκομείο ή ορφανοτροφείο ιδρύματος ή σωματείου, επί επταετία τουλάχιστον, ανεξαρτήτως της ηλικίας εισαγωγής τους σε αυτά, προσαυξάνεται κατά 100 μονάδες, η συνολική βαθμολογία που συγκεντρώνουν κατά τη συμμετοχή τους σε διαδικασίες διορισμού ή πρόσληψης σε θέσεις τακτικού προσωπικού και προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού, καθώς και ιδρυμάτων τους ή επιχειρήσεων τους ή άλλων νομικών τους προσώπων, βάσει προκηρύξεων σύμφωνα με τη διαδικασία και τα κριτήρια του άρθρου 18 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει. Ως βρεφοκομείο ή ορφανοτροφείο νοείται και κάθε άλλη δομή των φορέων της ανωτέρω παραγράφου που επιτελεί το ίδιο έργο με αυτό του βρεφοκομείου ή ορφανοτροφείου, ανεξάρτητα από την ονομασία της, σύμφωνα με βεβαίωση που εκδίδεται από το αρμόδιο Υπουργείο.
2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 έχουν εφαρμογή σε προκηρύξεις που δημοσιεύονται μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου».
Άρθρο 37
1. Οι προθεσμίες της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/ 2011 (Α' 226), οι οποίες με την παρ. 3 του άρθρου 67 του ν. 4316/2014 (Α' 270) παρατάθηκαν έως 30 Ιουνίου 2015, παρατείνονται έως 31 Δεκεμβρίου 2016.
2. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/ 2011 καταργείται.
Άρθρο 38
Επιτυχόντες του γραπτού διαγωνισμού που προκηρύχθηκε από το Α.Σ.Ε.Π. με την υπ' αριθ. 8/1997 προκήρυξη, οι οποίοι εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3320/2005 (Α' 48), κατόπιν προκήρυξης θέσεων του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, κατατάσσονται με αίτηση τους σε νέο πίνακα διοριστέων που καταρτίζεται από το Α.Σ.Ε.Π. κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας ανά εκπαιδευτική βαθμίδα (ΠΕ, TE, ΔΕ). Με απόφαση κατανομής του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης διορίζονται σταδιακά.
Δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στην εν λόγω διαδικασία, όσοι έχουν ήδη διοριστεί ως τακτικό προσωπικό, μόνιμοι υπάλληλοι και υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.), καθώς και όσοι διοριστέοι δεν είχαν αποδεχτεί το διορισμό τους.
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης καθορίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου αυτού.
Άρθρο 39
Για όσους υπαλλήλους τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας με βάση τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α' 222) του ν. 4172/2013 (Α' 167), του ν. 4250/2014 (Α' 74) και τις διατάξεις του άρθρου 67 παρ. 4 του ν. 4316/2014 (Α' 270), καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 70 του ν. 4257/2014 (Α' 93) ο χρόνος της διαθεσιμότητας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και λαμβάνεται υπόψη για τη μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη.
Για τους εκπαιδευτικούς που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα με το άρθρο 82 του ν. 4172/2013 και οι οποίοι δεν υπέβαλαν αίτηση στις ανακοινώσεις του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για οποιοδήποτε λόγο και για τους οποίους δεν εκδόθηκε ποτέ διαπιστωτική πράξη απόλυσης, το χρονικό διάστημα από τις 22.3.2014 μέχρι τη δημοσίευσή του ν. 4325/2015 (11.5.2015) θεωρείται ως χρόνος κατά τον οποίο είχε παραταθεί η διαθεσιμότητα.
Για όλους τους παραπάνω υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα και επανήλθαν στην υπηρεσία με μετάταξη, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο περιορισμός της πενταετίας της παρ. 5 του άρθρου 71 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α' 26).
Όσοι υπάλληλοι, των οποίων η εργασιακή σχέση με Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευόμενο ή επιχορηγούμενο από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη και επίκληση λόγων οικονομικής δυσπραγίας, εξαιτίας της μείωσης της κρατικής επιχορήγησης, κατά τα έτη από 2012 έως 2014, επαναπροσλαμβάνονται από τον οικείο φορέα.
Άρθρο 40
1. Ο Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης είναι αρμόδιος για την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής για την Κωδικοποίηση και Αναμόρφωση της Ελληνικής Νομοθεσίας. Η Εθνική Στρατηγική περιλαμβάνει τις αρχές, τις κατευθύνσεις, το πλαίσιο, τις δράσεις και τις πηγές χρηματοδότησης για την προώθηση ολοκληρωμένων διαδικασιών αποκατάστασης της εσωτερικής συνοχής του δικαίου, τη βελτίωση της ποιότητας των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, καθώς και των διαδικασιών παραγωγής τους και τη συστηματική ένταξη τους σε σύνολα κανόνων δικαίου.
2. Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης «Εθνικό Συμβούλιο για την Κωδικοποίηση και Αναμόρφωση της Ελληνικής Νομοθεσίας», που αναλαμβάνει ιδίως τον σχεδιασμό και την παρακολούθηση της υλοποίησης της Εθνικής Στρατηγικής για την Κωδικοποίηση και Αναμόρφωση της Ελληνικής Νομοθεσίας.
3. Το Εθνικό Συμβούλιο αποτελείται από:
Τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ως Πρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα της Κυβέρνησης, τον Γενικό Γραμματέα της Βουλής των Ελλήνων, τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τον Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αρμόδιο για θέματα Δημόσιας Διοίκησης, έναν Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρό του, τους Κοσμήτορες των Νομικών Σχολών των Πανεπιστημίων της χώρας, τέσσερα (4) μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων με εξειδίκευση στους τομείς της καλής νομοθέτησης και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας, που ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, τον Πρόεδρο της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας.
Με απόφαση του Προέδρου του Συμβουλίου μπορεί να ορίζονται εισηγητές επί των εκάστοτε θεμάτων της ημερήσιας διάταξης και να καλούνται εμπειρογνώμονες ή αρμόδια στελέχη δημοσίων υπηρεσιών χωρίς δικαίωμα ψήφου.
4. Το Εθνικό Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την απόφαση αυτή ορίζονται τα μέλη, ο τρόπος οργάνωσης, λειτουργίας και γραμματειακής του υποστήριξης από υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την επιτυχή ολοκλήρωση του έργου του. Με όμοια απόφαση μπορεί να θεσπίζεται Κανονισμός Λειτουργίας του Εθνικού Συμβουλίου.
5. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης μπορεί να εκπονείται πρόγραμμα επιστημονικής, διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης των κατά τομέα δικαίου έργων κωδικοποίησης και αναμόρφωσης της νομοθεσίας, στο πλαίσιο του οποίου συγκροτείται και το σύστημα διοίκησης του προγράμματος και συντονισμού, παρακολούθησης, αξιολόγησης και αξιοποίησης των έργων αυτών. Το πρόγραμμα αυτό καλύπτεται από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα κατά το μέρος του που είναι επιλέξιμο από αυτά και από εθνικούς πόρους.
Άρθρο 41
1. Ο τίτλος του άρθρου 145 του ν. 2812/2000 (Α' 67) «Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας» τροποποιείται σε «Αυτοδίκαιη απόλυση λόγω ορίου ηλικίας».
2. Η παρ. 1 του άρθρου 145 του ν. 2812/2000 (Α' 67) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας του».
3. Οι παράγραφοι 2 και 5 του άρθρου 145 του ν. 2812/ 2000 (Α' 67) καταργούνται.
4. Στο τέλος του άρθρου 145 προστίθεται παράγραφος ως εξής:
«Οι δικαστικοί υπάλληλοι που απολύθηκαν αυτοδικαίως από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις 19.8.2015 έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 145 του ν. 2812/2000 (Α' 67), δύνανται να επανέλθουν στην υπηρεσία με αίτησή τους που υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που αιτούνται να επανέλθουν, μπορούν να παραμείνουν στην υπηρεσία μέχρι την αυτοδίκαιη απόλυση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 145 του ν. 2812/2000 (Α' 67), όπως αυτό τροποποιείται με τον παρόντα νόμο. Η αίτηση μπορεί να γίνει δεκτή με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατόπιν γνώμης του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου με βάση την εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών. Η επαναφορά στην υπηρεσία, σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, ισχύει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού, με την οποία γίνεται αποδεκτή η αίτηση του υπαλλήλου. Η επαναφορά αφορά αποκλειστικά στην οργανική θέση που κατείχε ο δικαστικός υπάλληλος, χωρίς να παρέχεται δικαίωμα επανάκτησης τυχόν καθηκόντων ευθύνης που ασκούσε κατά τη στιγμή της αυτοδίκαιης απόλυσής του ή τυχόν Θέσεων και ιδιοτήτων που κατείχε κατά τη στιγμή της αυτοδίκαιης απόλυσής του. Το χρονικό διάστημα από την αυτοδίκαιη απόλυση μέχρι την επαναφορά στην υπηρεσία δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που επανέρχονται κατ' εφαρμογή της παρούσας διάταξης λαμβάνουν τις αποδοχές που λάμβαναν πριν την αυτοδίκαιη απόλυση τους, πλην αυτών που συνδέονται με την ενεργό άσκηση καθηκόντων ευθύνης».
Άρθρο 42
Το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (ΥΠΕΣΔΑ) μπορεί να χρηματοδοτεί την υλοποίηση προπτυχιακού προγράμματος σπουδών στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ε.Α.Π.), το οποίο έχει ως γνωστικό αντικείμενο την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης (δημόσιο management), για τη συμμετοχή υπαλλήλων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) του δημοσίου τομέα. Το εν λόγω προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών καταρτίζεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης προς τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του Ε.Α.Π., όπως κάθε φορά ισχύουν.
Το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης προκειμένου να χρηματοδοτήσει το εν λόγω πρόγραμμα σπουδών, συνάπτει, σε ετήσια βάση, Προγραμματική Συμφωνία με το Ε.Α.Π., στην οποία καθορίζεται ο συνολικός αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων που, με την ιδιότητά τους αυτή, συμμετέχουν στο Πρόγραμμα, καθώς και το ύψος της χρηματοδότησης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις διατάξεις της επόμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Με την ίδια Προγραμματική Συμφωνία μπορούν να ρυθμίζονται οποιαδήποτε άλλα θέματα που αφορούν στην υλοποίηση του ως άνω Προγράμματος Σπουδών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία τεχνική λεπτομέρεια σε σχέση τόσο με το Πρόγραμμα ή τους συμμετέχοντες όσο και με τη χρηματοδότηση. Κατά τα λοιπά και ιδίως για τα θέματα που αφορούν την επιλογή των φοιτητών και τον τρόπο οργάνωσης και διεξαγωγής του εν λόγω Προγράμματος με βάση τις υφιστάμενες κάθε φορά δυνατότητες υλικοτεχνικής υποδομής του Ε.Α.Π., ισχύουν τα προβλεπόμενα στις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του, όπως κάθε φορά ισχύουν.
Η χρηματοδότηση για το εν λόγω Πρόγραμμα του Ε.Α.Π. δίδεται μέσα από σχετικό ΚΑΕ του ειδικού φορέα 07-510 του προϋπολογισμού εξόδων του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και το ύψος της ανέρχεται σε ποσό ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) των προβλεπόμενων διδάκτρων συμμετοχής του αριθμού των συμμετεχόντων που αναφέρεται στην κάθε φορά ετήσια Προγραμματική Συμφωνία, για τις θεματικές ενότητες που απαιτούνται κατ' έτος για την απόκτηση πτυχίου σε τέσσερα (4) έτη.
Άρθρο 43
1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κατόπιν γνώμης της Κ.Ε.Δ.Ε., καθορίζονται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας των παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών που λειτουργούν εντός νομικών προσώπων των δήμων ή υπηρεσίας των δήμων, οι τεχνικές προδιαγραφές και ειδικοί όροι καταλληλότητας τους, η διαδικασία ελέγχου τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
2. Έως την έκδοση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας των δημοτικών παιδικών σταθμών και πάντως όχι πέραν τις 31.12.2016, θέση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας επέχει για τους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς που λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των δήμων ή ως υπηρεσία αυτών η συστατική τους πράξη του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή ο οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας του δήμου, εφόσον πρόκειται για υπηρεσία. Πα τους παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς που η λειτουργία τους μεταφέρθηκε σε υπηρεσία του δήμου ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αυτού ή εξακολουθούν να λειτουργούν στο πλαίσιο επιχείρησης Ο.Τ.Α., συνεχίζει να ισχύει η άδεια που είχαν λάβει ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από 1.1.2016.
3. Το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 4147/2013 (Α' 98), το άρθρο 44 του ν. 4315/2014 (Α' 69) και το πρώτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 19 του ν. 4071/2012 (Α' 85) καταργούνται.
Άρθρο 44
Το άρθρο 31 του ν. 3730/2008 (Α' 262), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4033/2011, το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 4224/2013 και τελικώς με το άρθρο 46 του ν. 4325/2015 αντικαθίστανται ως εξής:
«Αρθρο 31
Με την επιφύλαξη του άρθρου 193 του ν. 4001/2011 (Α' 179) η προθεσμία που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 3581/2007 (Α' 140) και προβλέπει αποσπάσεις προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτές αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α' 314), στις οποίες το Δημόσιο κατέχει αμέσως ή εμμέσως την πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου, παρατείνεται μέχρι τις 31.12.2016».
Άρθρο 45
Στο άρθρο 181 του ν. 3852/2010 (Α' 87) προστίθεται παράγραφος 9 ως εξής:
«9. Οι διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου 5 ισχύουν και για τους προέδρους των περιφερειακών συμβουλίων».
Άρθρο 46
1. α) Οι θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, βαθμίδας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), ειδικότητας ΠΕ Αρχαιολόγων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Π.δ. 104/2014 (Α' 171), όπως ισχύει, κατανέμονται στις ειδικότητες: αα) ΠΕ Αρχαιολόγων Προϊστορικών - Κλασικών, ββ) ΠΕ Αρχαιολόγων Βυζαντινών - Μεταβυζαντινών, γγ) ΠΕ Αρχαιολόγων Ιστορικών Τέχνης, δδ) ΠΕ Αρχαιολόγων Μουσειολόγων, εε) ΠΕ Αρχαιολόγων Επιγραφολόγων, στστ) ΠΕ Αρχαιολόγων Νομισματολόγων, ζζ) ΠΕ Αρχαιολόγων Πολιτιστικής Διαχείρισης, ηη) ΠΕ Αρχαιολόγων Αρχαιοζωολόγων, θθ) ΠΕ Αρχαιολόγων Αρχαιοβοτανολόγων. β) Οι θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, βαθμίδας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), ειδικότητας ΠΕ Ιστορικών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού σύμφωνα με το άρθρο 62 του Π.δ. 104/ 2014 (Α' 171) όπως ισχύει, κατανέμονται στις ειδικότητες: αα) ΠΕ Ιστορικών Αρχαίων Χρόνων, ββ) ΠΕ Ιστορικών Μεσαιωνικών Χρόνων, γγ) ΠΕ Ιστορικών Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας, γ) Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, κατατάσσονται οι υπηρετούντες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου σε θέσεις των προβλεπομένων ειδικοτήτων. Για την κατάταξη στις ειδικότητες λαμβάνονται υπόψη κριτήρια, όπως οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών στις οποίες έχουν υπηρετήσει μέχρι της κατατάξεως τους στις ειδικότητες, η εμπειρία και η ειδίκευσή τους, όπως αυτή προκύπτει από επιστημονικές δημοσιεύσεις, ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών της ημεδαπής ή αλλοδαπής αντίστοιχος των συγκεκριμένων ειδικοτήτων, η προτίμηση του κάθε ενδιαφερόμενου κ.λπ.. Ειδικά για την κατάταξη στις ειδικότητες ΠΕ Αρχαιολόγων Ιστορικών Τέχνης, ΠΕ Αρχαιολόγων Μουσειολόγων, ΠΕ Αρχαιολόγων Επιγραφολόγων, ΠΕ Αρχαιολόγων Νομισματολόγων, ΠΕ Αρχαιολόγων Πολιτιστικής Διαχείρισης, ΠΕ Αρχαιολόγων Αρχαιοζωολόγων και ΠΕ Αρχαιολόγων Αρχαιοβοτανολόγων απαιτείται υποχρεωτικά μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών της ημεδαπής ή αλλοδαπής αντίστοιχος των συγκεκριμένων ειδικοτήτων. Αλλαγή της ειδικότητας αρχαιολόγου και ιστορικού επιτρέπεται μόνο μια φορά ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου και απόφαση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται ανωτέρω.
Άρθρο 47
Το έκτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 29 του ν. 4009/ 2011, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 16 του άρθρου 34 του ν. 4115/2013, (Α' 24) και του άρθρου 95 του ν. 4310/2014 (Α' 258) και όπως ισχύει αντικαθίσταται ως εξής:
«Η απασχόληση των ανωτέρω δύναται να είναι πλήρης ή μερική και η κάλυψη της αποζημίωσης τους θα γίνεται από υποτροφίες και πόρους που εξασφαλίζει το Τμήμα χωρίς αύξηση της κρατικής επιχορήγησης προς το οικείο Α.Ε.Ι., εκτός και αν αυτή προέρχεται από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα».
Άρθρο 48
1. Στο άρθρο 80 του ν. 1943/1991 (Α' 50) «Ρύθμιση θεμάτων Προεδρίας της Δημοκρατίας» προστίθεται η κατωτέρω περίπτωση α' και οι υφιστάμενες περιπτώσεις α', β' και γ' αναριθμούνται σε β', γ' και δ' αντίστοιχα και όλες οι περιπτώσεις α' έως δ' εντάσσονται ως παράγραφος 1 του αυτού άρθρου:
«α) Να ρυθμίζονται τα κάθε είδους θέματα που αφορούν: i) την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών της Προεδρίας της Δημοκρατίας και τις αρμοδιότητες τους, ii) την κατανομή και διάθεση πιστώσεων του προϋπολογισμού, τη δικαιολόγηση, εκκαθάριση και πληρωμή πάσης φύσεως δαπανών της Προεδρίας, την οικονομική διαχείριση, τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών, παροχής υπηρεσιών και εκτέλεσης έργων και iii) τη διαχείριση και συντήρηση των δημοσίων κτιρίων και οχημάτων της Προεδρίας της Δημοκρατίας».
«2. Στο άρθρο 80 του ν. 1943/1991, όπως αυτό διαμορφώνεται με την προηγούμενη παράγραφο, προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής:
«2. Οι διατάξεις του Προεδρικού διατάγματος ρυθμίζουν τα οικεία θέματα κατά παρέκκλιση κάθε άλλης ειδικής ή γενικής διάταξης».
Άρθρο 49
Παρατείνεται η διάρκεια των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπαλλήλων που προσελήφθησαν δυνάμει της ΠΥΣ 33/2006 υπ' αριθ. ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΓΚΡ. 10/208/25274/5.12.2014 στην Πανεπιστημιακή Φοιτητική Λέσχη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με την 1682/3.6.2015 πράξη του Προέδρου της για πέντε (5) μήνες από τη λήξη τους, ήτοι έως τις 3.7.2016.
Άρθρο 50
Στο τέλος της παραγράφου Α.2. του άρθρου 25 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, προστίθεται παράγραφος ως εξής:
«Για την περίοδο 2016-2020 τα έσοδα από πλειστηριασμούς αδιαθέτων δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατανέμονται ετησίως με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ως εξής:
(α) Ποσοστό τουλάχιστον 60% των εσόδων αποτελεί πόρο του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 143 του ν. 4001/2011, όπως ισχύει.
(β) Ποσοστό των εσόδων, το οποίο θα καθοριστεί κατ' ανώτατο όριο με την υπουργική απόφαση θα καλύπτει τις ανάγκες της ενίσχυσης για επιχειρήσεις τομέων και υποτομέων που εκτίθενται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα, όπως προβλέπεται στην υπ' αριθ. κοινή υπουργική απόφαση ΑΠ/21906/2014 (Β' 3304). Τυχόν ποσό, το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τον παραπάνω σκοπό αποτελεί πόρο του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 143 του ν. 4001/2011, όπως ισχύει.
Τα ανωτέρω ποσοστά καθορίζονται κατόπιν σχετικής γνώμης της ΡΑΕ, βάσει της εξέλιξης των εκροών και εισροών του Ειδικού Λογαριασμού.
(γ) Ποσοστό των εσόδων, το οποίο θα καθοριστεί με την υπουργική απόφαση, διατίθεται σε φορέα, εποπτευόμενο από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για την πραγματοποίηση έργων και την εξυπηρέτηση ορισμένων από τους σκοπούς, που περιγράφονται στην Οδηγία 2003/87/ΕΚ, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, και συγκεκριμένα, σε έργα εξοικονόμησης ενέργειας με την υποστήριξη χαμηλών εισοδημάτων κατά προτεραιότητα, σε έργα που αποσκοπούν στη μείωση των συμβατικών καυσίμων από μεταφορές, σε αντιπυρικά έργα καθαρισμού και διαχείρισης, με σκοπό τη διατήρηση και αύξηση του αποθέματος των δημόσιων και ιδιωτικών δασών, καθώς και σε έργα σε αναπτυσσόμενες ή τρίτες χώρες με σκοπό τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και σε έργα για την προστασία, διατήρηση και βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος. Με την ίδια υπουργική απόφαση καθορίζεται ο φορέας και η διαδικασία χορήγησης των πόρων για τους σκοπούς της τελευταίας περίπτωσης».
Άρθρο 51
Θέματα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
1. Η δεύτερη περίοδος της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4186/2013 (Α' 193), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι υποψήφιοι εξετάζονται σε τέσσερα (4) μαθήματα της Γ' Τάξης Ημερήσιων και Δ' Τάξης-Εσπερινών ΕΠΑ.Λ., δύο (2) μαθήματα γενικής παιδείας με συντελεστή βαρύτητας 1,5 και δύο (2) μαθήματα ειδικότητας με συντελεστή βαρύτητας 3,5 τα οποία καθορίζονται με υπουργική απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση διεξάγονται, σε πανελλαδικό επίπεδο με θέματα από την εξεταστέα ύλη της τάξης αυτής που προκύπτουν αποκλειστικά από κεντρική επιτροπή εξετάσεων. Οι ειδικές πανελλαδικές εξετάσεις μπορούν να επαναλαμβάνονται κατά το ίδιο σχολικό έτος, με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
2. Ειδικά, για τις εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των υποψηφίων των Επαγγελματικών Λυκείων, τα μαθήματα τα οποία έχουν κοινή εξεταστέα ύλη συνεξετάζονται. Ως εκ τούτου ορίζεται στην οικεία κεντρική επιτροπή εξετάσεων για τα μαθήματα του προηγούμενου εδαφίου μία ομάδα έκτακτων μελών, η οποία εισηγείται τα θέματα που θα δοθούν στους εξεταζόμενους.
Για καθένα από τα εξεταζόμενα μαθήματα απαιτείται οι εκπαιδευτικοί που ορίζονται ως έκτακτα μέλη να έχουν διδακτική εμπειρία για ένα (1) τουλάχιστον έτος κατά την τελευταία διετία. Επιπροσθέτως, για τη διαδικασία βαθμολόγησης - αναβαθμολόγησης επιλέγονται κατά προτίμηση εκπαιδευτικοί με διδακτική εμπειρία για ένα (1) τουλάχιστον έτος κατά την τελευταία διετία.
3. Οι προηγούμενες παράγραφοι ισχύουν από το σχολικό έτος 2015-2016.
4. Ειδικά και μόνο για το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017, για τους μαθητές και απόφοιτους των Γενικών και Επαγγελματικών Λυκείων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λευκάδας, οι οποίοι θα υποβάλουν σε Λύκεια που ανήκουν στην ανωτέρω Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αίτηση - Δήλωση για συμμετοχή στις πανελλαδικές εξετάσεις των Γενικών Λυκείων ή των Επαγγελματικών Λυκείων, προβλέπονται θέσεις επιπλέον του αριθμού εισακτέων για την εισαγωγή τους σε σχολές, τμήματα και εισαγωγικές κατευθύνσεις των Πανεπιστημίων, των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, των ΤΕΙ και της ΑΣΠΑΙΤΕ. Η ανωτέρω ρύθμιση δεν εφαρμόζεται στους μαθητές της τελευταίας τάξης που μετεγράφησαν σε Λύκεια της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λευκάδας μετά τις 17.1.2016. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θα ορισθεί ο αριθμός των θέσεων και η διαδικασία επιλογής των ανωτέρω υποψηφίων.
Άρθρο 52
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4354/2015
1. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176) προστίθεται, από τότε που ίσχυσε, νέο εδάφιο, ως εξής:
«Σε ειδικές περιπτώσεις, μπορεί, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, να καθορίζεται αποζημίωση ανά ώρα, έλεγχο, αξιολογούμενο πρόγραμμα ή παραδοτέο έργο, με τον όρο η σχετική δαπάνη να καλύπτεται αποκλειστικά από συγχρηματοδοτούμενα επιχειρησιακά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να μην επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Το συνολικό μηνιαίο ποσό της ανωτέρω αποζημίωσης απαγορεύεται να υπερβαίνει το ως άνω όριο της κατά μήνα αποζημίωσης για τα μέλη συλλογικών οργάνων. Σε ειδικές περιπτώσεις το όριο αυτό μπορεί να αυξάνεται μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ το μήνα αλλά όχι πέραν του ποσού των δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400) ευρώ το έτος, μη υπολογιζόμενου στην περίπτωση αυτή του ορίου της παραγράφου 3».
2. Η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176) αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:
«4. Ειδικά, για τους εκπαιδευτικούς δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και το λοιπό προσωπικό που αποδεδειγμένα συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στις διαδικασίες οργάνωσης, διεξαγωγής, υποστήριξης, βαθμολόγησης /αναβαθμολόγησης και έκδοσης των αποτελεσμάτων των: α) γενικών και ειδικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, β) των εξετάσεων Ιδιωτικών, Γενικών και Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.) και Επαγγελματικών Σχολών (Ε.ΠΑΣ.), γ) των εξετάσεων ελληνομάθειας και δ) των εξετάσεων χορήγησης του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας, καθώς και στις διαδικασίες αναβαθμολογήσεων γραπτών δοκιμίων μαθητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, καθορίζεται αποζημίωση με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, η οποία εκδίδεται το αργότερο έως 31.12.2016 μη υπολογιζόμενου στην περίπτωση αυτή του ορίου της παραγράφου 3. Μεταβατικά για το τρέχον έτος και έως την έκδοση των κοινών υπουργικών αποφάσεων του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που έχουν ήδη εκδοθεί.
Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι αποζημιώσεις των συμμετεχόντων στην οργάνωση και διεξαγωγή σχολικών αγώνων και διοργανώσεων (αθλητικοί αγώνες και διοργανώσεις, ενδοσχολικής ή τοπικής ή περιφερειακής ή πανελλήνιας ή διεθνούς εμβέλειας), καθώς και κάθε είδους συναφείς και αναγκαίες δαπάνες, όπως οι δαπάνες αποζημίωσης (ημερήσιας, ανά αγώνα, αναδιοργάνωση κ.λπ.), μετακίνησης, διαμονής, διατροφής, καθώς και λοιπές δαπάνες, οι οποίες θα περιγράφονται στην εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση, μη τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 3».
3. Η παρ. 5 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176) αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:
«5. Στο προσωπικό που συμμετέχει στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη διαγωνισμών των φορέων που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, μπορεί, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, να καθορίζεται αποζημίωση η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει το όριο των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ το μήνα και σε κάθε περίπτωση το όριο των τριών χιλιάδων εξακοσίων (3.600) ευρώ το έτος, μη υπολογιζόμενου στην περίπτωση αυτή του ορίου της παραγράφου 3».
Άρθρο 53
1 Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 37 του ν. 4339/2015 (Α' 144) αντικαθίσταται ως εξής:
«Στα Γραφεία Τύπου και Επικοινωνίας Α' τάξης προΐστανται υπάλληλοι του κλάδου Συμβούλων και Γραμματέων Επικοινωνίας με βαθμό τουλάχιστον Συμβούλου Επικοινωνίας Α', στα Γραφεία Τύπου και Επικοινωνίας Β' και Γ' τάξης προΐστανται υπάλληλοι με βαθμό τουλάχιστον Γραμματέα Επικοινωνίας Α'».
Το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου καταργείται.
2. Προστίθεται μία επιπλέον περίπτωση ιγ' στην παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 4339/2015 ως εξής:
«ιγ. Την καταγραφή, αποθήκευση και ψηφιοποίηση του προγράμματος που εκπέμπουν οι πάροχοι περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής εθνικής και περιφερειακής εμβέλειας, που διαθέτουν νόμιμη άδεια εκπομπής, με στόχο τη διάσωση, διαφύλαξη και δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και συγκεντρωτικού αρχείου της εθνικής πολιτιστικής οπτικοακουστικής μνήμης».
3. Η παρ. 1 του άρθρου 47 του ν. 4339/2015 (Α' 144) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το Δ.Σ. του Ε.Κ.Ο.Μ.Ε. είναι πενταμελές και αποτελείται από:
α) Τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο.
β) Έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα είτε του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου είτε του υπαλλήλου του Δημοσίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υποδεικνύονται από τον αρμόδιο Υπουργό.
γ) Έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού με τον αναπληρωτή τους, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα είτε του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου είτε του υπαλλήλου του Δημοσίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υποδεικνύονται από τον αρμόδιο Υπουργό.
δ) Έναν εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας με τον αναπληρωτή τους, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα είτε του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου είτε του υπαλλήλου του Δημοσίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ορίζονται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού.
ε) Έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με τον αναπληρωτή τους, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα είτε του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου είτε του υπαλλήλου του Δημοσίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ορίζονται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού».
4. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 4339/2015 προστίθεται το εξής εδάφιο:
«Επίσης, το Ε.Κ.Ο.Μ.Ε. τηρεί αρχείο για τα ντοκιμαντέρ, τις σειρές μικρού μήκους, τις τηλεταινίες και τις διαδικτυακές παραγωγές, με σκοπό τη συγκέντρωση, διαφύλαξη, ψηφιοποίηση, αρχειοθέτηση και συντήρηση του ανωτέρω υλικού. Η διαδικασία, οι προϋποθέσεις, οι τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και ο τρόπος κατάθεσης του ανωτέρω υλικού στο Ε.Κ.Ο.Μ.Ε., θα καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού και του αρμοδίου για την εθνική επικοινωνιακή πολιτική Υπουργού».
5. Η παρ. 3 του άρθρου 55 του ν. 4339/2015 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι υπηρετούν στη ΓΓΕΕ, καθώς και οι δημοσιογράφοι και οι καλλιτεχνικές ειδικότητες της ΕΡΤ ΑΕ και του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων - Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων ΑΕ με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, θα μπορούν κατόπιν άδειας να απασχολούνται παράλληλα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή παροχής υπηρεσιών ή έργου σε έντυπα ηλεκτρονικά ή διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης του ιδιωτικού τομέα, εφόσον η παράλληλη απασχόλησή τους δεν σχετίζεται ως προς το αντικείμενο της με τα ιδιαίτερα καθήκοντα της θέσης τους και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας τους. Τα κριτήρια χορήγησης της ως άνω άδειας, θα προσδιορισθούν με απόφαση, που εκδίδει ο Υπουργός, στον οποίο ανατίθενται εκάστοτε οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας.
Η άδεια χορηγείται στους δημοσιογράφους μόνιμους ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της ΓΓΕΕ με σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο.
Στους δημοσιογράφους της ΕΡΤ ΑΕ και του ΑΠΕ ΜΠΕ ΑΕ η άδεια χορηγείται με σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο».
6. Στο τέλος της παρ. 8 του άρθρου 56 του ν. 4339/2015 (Α' 144) προστίθεται το εξής εδάφιο:
«Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρούνται όσοι γνωρίζουν αποδεδειγμένα την αραβική και κινεζική γλώσσα και υπηρετούν σε Γραφείο Τύπου και Επικοινωνίας χώρας, στην οποία ομιλείται η αντίστοιχη γλώσσα».
7. Οι προβλεπόμενες προθεσμίες της παρ. 11 του άρθρου 56 του ν. 4339/2015 παρατείνονται έως τις 15 Μαρτίου 2016.
8. Μετά την παρ. 13 του άρθρου 56 του ν. 4339/2015 (Α' 133) προστίθεται παράγραφος 14, η οποία ισχύει από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως εξής:
«14. Οι υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, οι οποίοι υπηρετούν σε Γραφεία Τύπου και Επικοινωνίας κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έχουν συμπληρώσει τέσσερα (4) συνεχόμενα έτη σε αυτά ή οκτώ (8) έτη συνολικά στο εξωτερικό, παραμένουν στη θέση τους μέχρι την 31η Ιουλίου 2016».
Άρθρο 54
Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εξωτερικών
1. Στο άρθρο 149 του ν. 3566/2007 (Α' 117) προστίθενται παράγραφοι 6, 7, 8, 9 και 10 ως εξής:
«6. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, οι οποίες εκδίδονται κατ' έτος μετά από εισήγηση εκάστης οικείας Προξενικής Αρχής, επιτρέπεται η πρόσληψη επιτοπίως προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για διάστημα έως και οκτώ (8) μηνών, για την κάλυψη, αποκλειστικώς, εποχικών, επειγουσών ή και έκτακτων αναγκών των τμημάτων θεωρήσεων διπλωματικών και προξενικών Αρχών. Οι αποφάσεις αυτές δύνανται να συμπληρώνονται με νεότερες κοινές υπουργικές αποφάσεις εντός του ιδίου έτους, εφόσον παρίσταται ανάγκη. Οι συμβάσεις του ως άνω προσωπικού δεν επιτρέπεται να ανανεώνονται πριν από την πάροδο χρονικού διαστήματος τουλάχιστον τριών (3) μηνών από τη λήξη τους. Το σύνολο του αριθμού των συμβάσεων επιτόπιου εποχικού προσωπικού στο σύνολο των προξενικών αρχών ετησίως δεν δύναται να ξεπεράσει τα 150 άτομα.
7. Οι προσλαμβανόμενοι πρέπει: α) να είναι μόνιμοι κάτοικοι ή να διαμένουν στη χώρα όπου εδρεύει η οικεία Αρχή, β) να κατέχουν πτυχίο, δίπλωμα ή τίτλο σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, άλλως να έχουν την ιδιότητα του φοιτητή ή σπουδαστή σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, γ) να γνωρίζουν την τοπική γλώσσα, καθώς και την αγγλική ή τη γαλλική, κατά περίπτωση, δ) να διαθέτουν γνώσεις χειρισμού Η/Υ. Η τυχόν γνώση της ελληνικής γλώσσας αποτελεί πρόσθετο προσόν.
Η γλωσσομάθεια, καθώς και η γνώση χειρισμού Η/Υ εκτιμάται από τον προϊστάμενο της οικείας Αρχής βάσει προσκομιζομένων πιστοποιητικών ή κατόπιν προφορικής συνέντευξης ή πρακτικής δοκιμασίας, γραπτής ή προφορικής.
Δεν δύνανται να προσληφθούν όσοι έχουν καταδικασθεί για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Οι προσλαμβανόμενοι υποχρεούνται να υποβάλουν στην οικεία Αρχή υπεύθυνη δήλωση σχετικά με τη μη συνδρομή στο πρόσωπο τους κωλύματος, λόγω καταδίκης για τα ως άνω εγκλήματα. Αν η δήλωση είναι ψευδής ή ανακριβής η σύμβαση εργασίας είναι αυτοδικαίως άκυρη και η πρόσληψη ανακαλείται υποχρεωτικά από τον προϊστάμενο της οικείας Αρχής.
8. Με τις κοινές υπουργικές αποφάσεις της παραγράφου 6 καθορίζονται ο αριθμός των υπαλλήλων που θα προσληφθούν ανά Αρχή (λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό αριθμό της παραγράφου 6), τα τυχόν επιμέρους πρόσθετα προσόντα των προσλαμβανόμενων και κάθε άλλο σχετικό με την πρόσληψή τους στοιχείο.
Με τις ίδιες αποφάσεις, και μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της οικείας Αρχής, καθορίζεται το ύψος της αμοιβής του εν λόγω προσωπικού.
9. Ο προϊστάμενος της οικείας Αρχής εκδίδει πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πρόσληψη του προσωπικού των παραγράφων 6 έως 8 η οποία αναρτάται τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από την καταληκτική ημερομηνία της υποβολής των απαιτούμενων δικαιολογητικών, τόσο στο διαδικτυακό τόπο όσο και στον πίνακα ανακοινώσεων της Αρχής. Η επιλογή του προσωπικού που θα προσληφθεί γίνεται με ευθύνη του προϊσταμένου της οικείας Αρχής, ο οποίος καταρτίζει και υπογράφει την εργασιακή σύμβαση, κατόπιν εγκρίσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών.
10. Για το προσωπικό των παραγράφων 6 έως 9 εφαρμόζονται αναλογικά οι παράγραφοι 3 και 4 του παρόντος άρθρου».
2. Η δαπάνη για τις αμοιβές του προσωπικού των παραγράφων 6 έως 10 του άρθρου 149 του ν. 3566/2007 (Α' 117), καθώς και τα έξοδα αποσπάσεων μονίμων υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών για την ενίσχυση των τμημάτων θεωρήσεων διπλωματικών και προξενικών Αρχών καλύπτονται είτε από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εξωτερικών είτε από πόρους ευρωπαϊκών ή διεθνών προγραμμάτων.
Άρθρο 55
Το άρθρο 66 του ν. 4144/2013 (Α' 88), όπως αυτό ισχύει μετά τη συμπλήρωση του με την παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4237/2014 (Α' 36), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 141 του ν. 4251/2014 (Α' 80) και με το άρθρο 9 του ν. 4331/2015 (Α' 69), αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 66
Στις περιπτώσεις λήξης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω αναπηρίας και εφόσον εκκρεμεί στις υγειονομικές επιτροπές ΚΕ.Π.Α. ιατρική κρίση, χωρίς υπαιτιότητα των ασφαλισμένων, το δικαίωμα συνταξιοδότησης τους λόγω αναπηρίας παρατείνεται για ένα εξάμηνο, με το ίδιο ποσό που ελάμβαναν οι συνταξιούχοι πριν από τη λήξη του δικαιώματος, υπό την προϋπόθεση ότι για το δικαίωμα αυτό είχαν κριθεί από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή αναπηρίας, με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%. Εάν μετά τη γνωμάτευση των υγειονομικών επιτροπών ΚΕΠ.Α., κριθεί ότι αυτοί δεν φέρουν συντάξιμο ποσοστό αναπηρίας ή φέρουν μικρότερο ποσοστό αναπηρίας από το προγενεστέρως κριθέν, οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται άτοκα, δια συμψηφισμού, με μηνιαία παρακράτηση 20% από τις τυχόν χορηγούμενες συνταξιοδοτικές παροχές, ενώ στην περίπτωση που δεν χορηγούνται παροχές, αναζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..
Οι ως άνω ρυθμίσεις εφαρμόζονται και για όλα τα επιδόματα που χορηγούνται λόγω αναπηρίας, (ενδεικτικά: προνοιακά, βαριάς αναπηρίας, εξωιδρυματικό, απολύτου αναπηρίας), καθώς και συντάξεις με αιτία την αναπηρία, (ενδεικτικά: συντάξεις θανάτου σε ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία παιδιά), ενώ για τον ίδιο χρόνο παρατείνεται η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όσων εμπίπτουν στο παρόν άρθρο. Η ισχύς του άρθρου αυτού, για όλα τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του, λήγει στις 30.6.2016».
Άρθρο 56
Στο πεδίο εφαρμογής του συστήματος αξιολόγησης, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 14 του παρόντος, περιλαμβάνεται και η Γενική Γραμματεία Συντονισμού. Ως αξιολογητές ορίζονται οι προϊστάμενοι των οικείων οργανικών μονάδων και ο Γενικός Γραμματέας Συντονισμού για τους υπαλλήλους και ο Γενικός Γραμματέας Συντονισμού για τους Προϊσταμένους οργανικών μονάδων.
Στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 29 του παρόντος περιλαμβάνονται και οι οργανικές μονάδες της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού, πλην των περιπτώσεων α' και β' του άρθρου 16 του ν. 4109/2013 (Α' 16). Ως κριτήρια επιλογής λαμβάνονται υπόψη τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως τροποποιείται δια του παρόντος νόμου, με τους εξής συντελεστές βαρύτητας ανά ομάδα κριτηρίων: 35% για την ομάδα κριτηρίων (α), 20% για την ομάδα κριτηρίων (β), 20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και 25% για την ομάδα κριτηρίων (δ). Ειδικά, κατά την πρώτη εφαρμογή αυτού ισχύουν οι συντελεστές βαρύτητας που προβλέπονται στην περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 30 (μεταβατικές διατάξεις) του παρόντος. Αρμόδιο όργανο για τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων και την επιλογή των προϊσταμένων είναι το Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων του άρθρου 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως αυτό τροποποιείται δια του παρόντος νόμου. Όπου στις διατάξεις περί Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένου αναφέρεται προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης νοείται ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διοίκησης. Εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος συγκροτείται το Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων. Ακολούθως, εκδίδεται προκήρυξη των προς πλήρωση θέσεων, η οποία κοινοποιείται στο προσωπικό με κάθε πρόσφορο τρόπο. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού, οι οποίοι υπηρετούν με μετάταξη ή απόσπαση, έχουν βαθμό Α' και είναι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης ή διαθέτουν διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας. Οι ενδιαφερόμενοι καταθέτουν αιτήσεις υποψηφιότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 86 παρ. 7 περιπτώσεις δ' και ε' του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως αυτό τροποποιείται με τον παρόντα νόμο. Το Σ.Ε.Π. καλεί όλους τους ενδιαφερομένους σε δομημένη συνέντευξη, όπως αυτή περιγράφεται στον παρόντα νόμο. Εν συνεχεία καταρτίζεται τελικός πίνακας κατάταξης, σύμφωνα με τη συνολική βαθμολογία των υποψηφίων. Η τοποθέτηση στις προς πλήρωση θέσεις γίνεται με απόφαση του Πρωθυπουργού. Η θητεία των υπηρετούντων προϊσταμένων λήγει αυτοδίκαια με την τοποθέτηση των νέων προϊσταμένων.
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 και η παρ. 7 του άρθρου 20 του ν. 4109/2013 παύουν να ισχύουν. Οι λοιπές ειδικές διατάξεις του ν. 4109/2013 εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ, όπως έχουν τροποποιηθεί.
Άρθρο 57
Παράταση χρηματοδότησης Ξενώνων ΕΚΚΑ
Η χρηματοδότηση για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών και της μισθοδοσίας του προσωπικού των Ξενώνων Φιλοξενίας για γυναίκες θύματα βίας του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ) παρατείνεται για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών, ήτοι από 1.3.2016 έως 30.4.2016, και έως την ένταξη των ως άνω πράξεων η την υπογραφή των Συμβάσεων για τις πράξεις αυτές ή τη μετεξέλιξη αυτών στο Πλαίσιο της Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020 του ΕΣΠΑ. Η χρηματοδότηση για την κάλυψη των ως άνω δαπανών θα βαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ειδικότερα τον ΕΦ 33 220 με μεταφορά των αναγκαίων πιστώσεων στον προϋπολογισμό του ΕΚΚΑ μέσω επιτροπικών ενταλμάτων.
Άρθρο 58
1. Το άρθρο 20 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων που κυρώθηκε με το ν. 2812/2000 (Α' 67) αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 20
Βαθμολογική κλίμακα
1. Οι θέσεις των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (TE), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κατατάσσονται σε πέντε (5) συνολικά βαθμούς, ως ακολούθως:
- Βαθμός Α'
- Βαθμός Β'
- Βαθμός Γ'
- Βαθμός Δ'
- Βαθμός Ε'.
2. Οι θέσεις των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Δ', Γ', Β' και Α', από τους οποίους κατώτερος είναι ο Δ' και ανώτερος ο Α'. Οι θέσεις της κατηγορίας ΥΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Ε', Δ', Γ και Β' από τους οποίους κατώτερος είναι ο Ε' και ανώτερος ο Β'.
3. Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ' και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Ε'. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β', στον οποίο κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών εισαγωγικός βαθμός είναι ο Γ', στον οποίο κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής της Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β'. 0 χρόνος φοίτησης στην Ε.Σ.Δ.Δ.Α. υπολογίζεται ως πλεονάζων στο Β' βαθμό. Για τους αριστούχους προσμετράται ένα (1) επιπλέον έτος στον ίδιο βαθμό. Η παραμονή στον κατά περίπτωση εισαγωγικό βαθμό υποχρεωτικά διαρκεί για δύο (2) συναπτά έτη τουλάχιστον ανεξαρτήτως των τυπικών προσόντων που αποκτά ο υπάλληλος στο ενδιάμεσο διάστημα.
4. Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, TE, ΔΕ και ΥΕ είναι σε κάθε κατηγορία, οργανικά ενιαίες. Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου βαθμού δεν υπάρχει αρχαιότητα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο».
2. Το άρθρο 66 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων που κυρώθηκε με το ν. 2812/2000 (Α' 67) αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 66
Βαθμολογική εξέλιξη
1. Για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό απαιτείται: α) Για την κατηγορία ΥΕ: Από το βαθμό Ε' στο βαθμό Δ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Ε', από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Δ' και από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ'. β) Για την κατηγορία ΔΕ: Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ', από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' οκταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'. γ) Για την κατηγορία TE: Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ', από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'. δ) Πα την κατηγορία ΠΕ: Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ', από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' πενταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και από τον βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.
2. Τα δύο (2) πρώτα έτη που διανύονται στον εισαγωγικό βαθμό όλων των κατηγοριών αποτελούν δοκιμαστική υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 του παρόντος Κώδικα.
3. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ ή TE, κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον έτους, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά δύο (2) έτη. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι (6) έτη. Αν ο υπάλληλος κατέχει μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα, η κατά τα ανωτέρω μείωση του χρόνου αφορά μόνο το διδακτορικό δίπλωμα. Σε περίπτωση κατοχής περισσότερων του ενός μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται κατά ένα (1) έτος για κάθε τίτλο πέραν του ενός.
4. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ, οι οποίοι έχουν διατελέσει δικηγόροι για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) ετών, ο χρόνος παραμονής στο βαθμό Γ' μειώνεται κατά ένα (1) έτος. Για εκείνους που έχουν διατελέσει δικηγόροι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τέσσερα (4) έτη, μειώνεται ο χρόνος παραμονής στο βαθμό Γ' και στο βαθμό Β', κατά ένα (1) έτος σε καθέναν από τους βαθμούς αυτούς».
3. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 22 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000, Α'67) αντικαθίσταται ως εξής:
«Εκλόγιμοι είναι οι δικαστικοί υπάλληλοι με τουλάχιστον 15 έτη υπηρεσίας».
4. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος άρθρου κατατάσσονται από 1.1.2016 αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας στην οποία ανήκουν σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα τους. Κατά τα λοιπά, η κατάταξη γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 147 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000, Α' 67) και με βάση το συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική τους εξέλιξη. Πλεονάζων χρόνος θεωρείται ότι διανύθηκε στο βαθμό κατάταξης. Για την κατά τα ανωτέρω κατάταξη στο συνολικό χρόνο πραγματικής η δημόσιας υπηρεσίας δεν υπολογίζεται το μισό του πέραν της δεκαετίας χρόνου που διανύθηκε με τυπικό προσόν κατώτερης κατηγορίας.
5. Οι διατάξεις του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000) για τη βαθμολογική κατάταξη και εξέλιξη εφαρμόζονται και για τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν στα δικαστήρια και στις δικαστικές υπηρεσίες.
Άρθρο 59
1. Ο τίτλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) «Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας» τροποποιείται σε «Αυτοδίκαιη απόλυση λόγω ορίου ηλικίας».
2. Η παρ. 1 του άρθρου 155 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας του».
3. Η παρ. 2 του άρθρου 155 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) καταργείται.
Άρθρο 60
Επείγουσες ρυθμίσεις για τη μεταφορά μαθητών
1. Η ισχύς των συμβάσεων σχετικών με δρομολόγια μεταφοράς μαθητών σχολικού έτους 2015-2016, οι οποίες ανετέθησαν και εκτελούνται, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 της Π.Ν.Π. της 10.9.2015 «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την απρόσκοπτη έναρξη του σχολικού έτους 2015-2016 και την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων» (Α' 108) που κυρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 4350/2015 (Α' 161), και έληγε έως τις 29 Φεβρουαρίου 2016, παρατείνεται μέχρι τη λήξη του σχολικού έτους 2015-2016. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 της Π.Ν.Π. της 10.9.2015 «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την απρόσκοπτη έναρξη του σχολικού έτους 2015-2016 και την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων» (Α' 108) που κυρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 4350/2015 (Α'161).
2. Η παρ. 3 του άρθρου 2 της ΠΝΠ της 10.9.2015 «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την απρόσκοπτη έναρξη του σχολικού έτους 2015-2016 και την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων» (Α 108) που κυρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 4350/2015 (Α' 161), αναδιατυπώνεται ως εξής:
«3. Οι δαπάνες μεταφοράς μαθητών δημοσίων σχολείων, οι οποίες πραγματοποιούνται από την έναρξη του σχολικού έτους 2015-2016, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος, καταβάλλονται νόμιμα, εφόσον ο οικείος Περιφερειάρχης βεβαιώνει με σχετική πράξη του την εκτέλεση της μεταφοράς των μαθητών και εφόσον το ύψος της σχετικής δαπάνης είναι σύμφωνο με την απόφαση ανάθεσης της οικείας Οικονομικής Επιτροπής».
3. Τα κατακυρωτικά έγγραφα των προσωρινών μειοδοτών που αναδείχθηκαν κατά τους ηλεκτρονικούς διαγωνισμούς μεταφοράς μαθητών σχολικού έτους 2015 -2016, όπως αυτά ορίζονται με την παρ. 2 του άρθρου 6 του Π.δ. 118/2007, γίνονται αποδεκτά, εφόσον κατατεθούν σε φυσική μορφή ενώπιον της Οικονομικής Επιτροπής μετά από απόφασή της και σε χρόνο τον οποίο αυτή ορίζει.
4 α. Η παρ. 4 του άρθρου 1 της κοινής υπουργικής απόφασης 24001/2013 «Μεταφορά μαθητών δημόσιων σχολείων από τις Περιφέρειες» (Β' 1449) καταργείται.
β. Η παρ. 5 του ιδίου άρθρου 1 της κοινής υπουργικής απόφασης 24001/2013 «Μεταφορά μαθητών δημόσιων σχολείων από τις Περιφέρειες» (Β' 1449) αναριθμείται σε 4.
γ. Η παρ. 1 του άρθρου 9 της κοινής υπουργικής απόφασης 24001/2013 «Μεταφορά μαθητών δημόσιων σχολείων από τις Περιφέρειες» (Β' 1449) καταργείται.
δ. Στην παρ. 2 του άρθρου 9 της κοινής υπουργικής απόφασης 24001/2013 «Μεταφορά μαθητών δημόσιων σχολείων από τις Περιφέρειες» (Β' 1449) απαλείφεται η αρίθμηση.
5. Δαπάνες μεταφοράς μαθητών ΕΠΑΛ και Μουσικών Σχολείων οι οποίοι κατοικούν σε απόσταση μεγαλύτερη των 20 χιλιομέτρων από το σχολική μονάδα στην οποία φοιτούν και πραγματοποιήθηκαν κατά το σχολικό έτος 2014-2015, καταβάλλονται νομίμως και κατά παρέκκλιση κάθε ειδικής και γενικής διάταξης, εφόσον εκδοθεί διαπιστωτική πράξη του Περιφερειάρχη και εφόσον η οικεία Οικονομική Επιτροπή εγκρίνει τη δαπάνη με απόφασή της.
Σε περίπτωση που το κόστος μεταφοράς υπερέβη το δικαίωμα προαίρεσης, η διαφορά μεταξύ της συμβατικώς προβλεφθείσας δαπάνης και της καθ' υπέρβαση του δικαιώματος προαίρεσης δαπάνης δεν καταβάλλεται.
Άρθρο 61
1. Στο τέλος της παρ. 1Α του άρθρου 31 του α.ν. 1846/ 1951 (Α' 179), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 1Α του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (Α' 41), την παρ. 2 του άρθρου 75 του ν. 4144/2013 (Α' 88), την παρ. 1Α του άρθρου 18 του ν. 4242/2014 (Α' 50) και την παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως: «Οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, καθώς και τα μέλη οικογενείας τους, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 33, για την περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2017 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον πενήντα (50) ημέρες ασφάλισης είτε το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είτε κατά το τελευταίο δεκαπεντάμηνο, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ημέρες που πραγματοποιήθηκαν κατά το τελευταίο ημερολογιακό τρίμηνο του δεκαπενταμήνου».
2. Στους ασφαλισμένους των περιπτώσεων Α', Β' και Γ' της υποπαραγράφου Α.3. της παρ. Α' του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α' 85) και της παρ. 7 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29), καθώς και στα προστατευόμενα μέλη αυτών, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του οικείου φορέα, παρατείνεται το δικαίωμα παροχών ασθένειας σε είδος μέχρι 28.2.2017 με τις ίδιες προϋποθέσεις που ορίζονται από τις ανωτέρω διατάξεις.
3. Η ασφαλιστική κάλυψη των ασφαλισμένων του Ο.Α.Ε.Ε., ηλικίας άνω των 30 και έως 65 ετών που διέκοψαν την άσκηση του επαγγέλματος τους, έχουν κάνει χρήση των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου δεύτερου του ν. 3845/2010 (Α'65) και παραμένουν άνεργοι και ανασφάλιστοι, παρατείνεται για ένα έτος και μέχρι τις 28.2.2017, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν οφειλές προς τον Ο.Α.Ε.Ε. ή έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους και τηρείται η ρύθμιση.
4. Η ασφαλιστική κάλυψη των ανέργων που έχουν κάνει χρήση των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2768/1999 (Α' 273), της παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 3996/2011 (Α' 170), της παρ. Α2 του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (Α' 41) και της παρ. 3 του άρθρου 75 του ν. 4144/2013 (Α' 88), της παρ. 1Β του άρθρου 18 του ν. 4242/2014 (Α' 50) και της παρ. 4 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29) παρατείνεται μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2017. Κατά τα λοιπά, ισχύουν τα αναφερόμενα στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2768/1999 και ο Ο.Α.Ε.Δ. υποχρεούται να καταβάλει την προβλεπόμενη εισφορά στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς.
5. Στο τέλος της παρ. 1Β του άρθρου 31 του α.ν. 1846/ 1951 (Α' 179), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 26 του άρθρου 20 του ν. 4019/2011 (Α' 216) και με την παρ. 4 του άρθρου 75 του ν. 4144/2013 (Α' 88), την παρ. 1Γ' του άρθρου 18 του ν. 4242/2014 (Α' 50) και την παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29) προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Οι εργαζόμενοι της επιχείρησης με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε»., καθώς και τα μέλη οικογενείας τους, που αναφέρονται στο άρθρο 33 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179) για την περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2017 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος, χωρίς την προϋπόθεση της συμπλήρωσης των απαιτούμενων ημερών ασφάλισης.
Οι εργαζόμενοι των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, καθώς και τα μέλη οικογένειας τους που αναφέρονται στο άρθρο 33 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179), για την περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2017 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος, χωρίς την προϋπόθεση της συμπλήρωσης των απαιτούμενων ημερών ασφάλισης».
6. Στο τέλος της παρ. 1Β του άρθρου 31 του α.ν .1846/ 1951 (Α' 179), όπως προστέθηκε με την παρ. 1Β της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3996/2011 (Α 170), αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 26 του άρθρου 20 του ν. 4019/2011 (Α' 216) και προστέθηκε εδάφιο με την παρ. 6 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι εργαζόμενοι της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης Περάματος και των Ναυπηγείων Ελευσίνας, καθώς και τα μέλη οικογενείας τους που αναφέρονται στο άρθρο 33 για τη χρονική περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2017 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος, χωρίς την προϋπόθεση της συμπλήρωσης απαιτούμενων ημερών ασφάλισης».
7. Στο τέλος της παρ. 1Β του άρθρου 31 του α.ν. 1846/ 1951 (Α' 179) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι πωλητές Λαϊκού Λαχείου, οι οποίοι υπάγονται στο κεφάλαιο ΙΓ του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, καθώς και τα μέλη οικογενείας τους, που αναφέρονται στο άρθρο 33 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179), για τη χρονική περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2017 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος χωρίς την προϋπόθεση της συμπλήρωσης απαιτούμενων ημερών ασφάλισης».
Άρθρο 62
Η περίπτωση α' της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Γ' του άρθρου 20 του ν. 4354/2015 (Α' 176) αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Για τους υπαλλήλους, καθώς και την προσωπική ασφάλεια και τους οδηγούς, που είναι αποσπασμένοι ή διατίθενται ή διορίζονται στην Προεδρία της Δημοκρατίας, στη Γενική Γραμματεία του Πρωθυπουργού, στο γραφείο του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, στα γραφεία των Υπουργών, των Αναπληρωτών Υπουργών και των Υφυπουργών στη Γενική Γραμματεία Συντονισμού της Κυβέρνησης και στη Γενική Γραμματεία Συντονισμού, συνολικά το μήνα για κάθε υπάλληλο, ως ακολούθως:».
Άρθρο 63
1. Ο τίτλος του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) «Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας» τροποποιείται σε «Αυτοδίκαιη απόλυση λόγω ορίου ηλικίας».
2. Η παρ. 1 του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας του».
3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007 καταργείται.
Άρθρο 64
Στο άρθρο 11 του Π.δ. 33/2011 προστίθεται παράγραφος, η οποία λαμβάνει τον αριθμό 5 και έχει ως εξής:
«5. Για την αντιμετώπιση των κατεπειγουσών αναγκών αξιολόγησης, έγκρισης και ελέγχου υλοποίησης επενδυτικών σχεδίων της παρ. 1 περίπτωση β' και παρ. 4 περίπτωση β' του άρθρου 11 του ν. 3908/2011 (Α' 8), τακτικοί υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού, οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος ήταν αποσπασμένοι, με γενικές ή ειδικές διατάξεις στο τμήμα αξιολόγησης, έγκρισης και ελέγχου επενδυτικών σχεδίων, αρμόδιο για τη διενέργεια των ελέγχων επενδυτικών σχεδίων, δύνανται με αίτησή τους να παραταθεί η απόσπαση τους κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 68 του ν. 3528/2007 (Α' 26) «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ». για μια επιπλέον πενταετία. Η παράταση της απόσπασης γίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και των οικείων Υπουργών».
Άρθρο 65
1. α) Οι υπηρεσίες των Γραφείων Δικτύωσης - Προώθησης της Ισότητας των Φύλων της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (ΚΕΔΕ) και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝΠΕ) που στόχο έχουν την ενθάρρυνση και υποστήριξη της συμμετοχής των γυναικών σε θέσεις πολιτικής ευθύνης και εκπροσώπησης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, οι οποίες εντάσσονται σε προγράμματα που συγχρηματοδοτήθηκαν ή συγχρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) στο πλαίσιο του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) για την Προγραμματική Περίοδο 2007-2013 συνεχίζουν να παρέχονται από τους ίδιους φορείς έως την ένταξη των πράξεων: «ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΕ ΘΕΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ» ή την υπογραφή των Συμβάσεων για τις Πράξεις αυτές ή τη μετεξέλιξη αυτών στο πλαίσιο της Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020 του ΕΣΠΑ και πάντως όχι πέραν της 28ης Απριλίου 2016.
β) Οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του απασχολούμενου στις υπηρεσίες της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 προσωπικού, που έχει προσληφθεί σύμφωνα με τον ν. 2190/1994 (Α' 28), παρατείνονται από τη λήξη τους έως την ένταξη των Πράξεων. «ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΕ ΘΕΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ» ή την υπογραφή των συμβάσεων για τις Πράξεις αυτές ή τη μετεξέλιξη αυτών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ της προγραμματικής περιόδου 2014-2020 και πάντως όχι πέραν της 28ης Απριλίου 2016. Οι συμβάσεις του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν μετατρέπονται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
γ) Η χρηματοδότηση για την καταβολή της μισθοδοσίας του απασχολούμενου σύμφωνα με την περίπτωση β' προσωπικού θα καλυφθεί από πόρους του ΕΣΠΑ 2014-2020.
2. Μετά την ένταξη των Πράξεων που αφορούν τις υπηρεσίες της προηγούμενης παραγράφου ή την υπογραφή των συμβάσεων για τις Πράξεις αυτές ή τη μετεξέλιξη αυτών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ της προγραμματικής περιόδου 2014-2020, το προσωπικό που απασχολείται στις υπηρεσίες αυτές με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του, με την ίδια σχέση εργασίας στα ίδια προγράμματα ή στη μετεξέλιξη αυτών στο πλαίσιο της Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020 του ΕΣΠΑ, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (Α' 28).
3. Σε περίπτωση μη ένταξης των Πράξεων: «ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΕ ΘΕΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ» στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ της προγραμματικής περιόδου 2014-2020, η χρηματοδότηση για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών και ιδίως της μισθοδοσίας του απασχολούμενου προσωπικού της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του παρόντος θα καλυφθεί από πιστώσεις από πόρους του άρθρου 259 του ν. 3852/2010, οι οποίοι, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, θα αποδίδονται απευθείας στην Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος (ΚΕΔΕ) και στην Ένωση Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝΠΕ), ως αρμόδιοι φορείς για τη λειτουργία της αντίστοιχης υπηρεσίας, βάσει απολογιστικών στοιχείων.
4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Οικονομικών δύνανται να ρυθμίζονται ζητήματα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
5. Η ισχύς της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 72 του ν. 4342/2015 (Α' 143) για τη συνέχιση λειτουργίας των Συμβουλευτικών Κέντρων και της Τηλεφωνικής Γραμμής Υποστήριξης (SOS) Εθνικής Εμβέλειας (15900) της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και των Συμβουλευτικών Κέντρων και Ξενώνων Φιλοξενίας για γυναίκες θύματα βίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης παρατείνεται έως την 28η Απριλίου 2016.
Άρθρο 66
Προσληφθέντες με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Κτιριακές Υποδομές Α.Ε». των οποίων οι συμβάσεις έληξαν και οι οποίοι εν συνεχεία δυνάμει τελεσίδικων Εφετειακών αποφάσεων κρίθηκαν ως ακύρως απολυθέντες, οι δε συμβάσεις εργασίας τους κρίθηκαν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εντάσσονται κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης διάταξης σε κενές οργανικές θέσεις της ως άνω εταιρείας ή σε προσωποπαγείς θέσεις που θα συσταθούν στην ως άνω εταιρεία για το σκοπό αυτόν. Η ένταξη πραγματοποιείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας κατόπιν αιτήματος των ως άνω ενδιαφερομένων, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις, τους όρους και τις συνθήκες των λοιπόν εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία λαμβάνεται εντός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Άρθρο 67
Στο άρθρο 21 της Υποπαραγράφου Δ9 της Παραγράφου Δ' του Μέρους Β' του ν. 4336/2015 (Α' 94), προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Τα έξοδα μεταφοράς οικοσκευής των στρατιωτικών στελεχών, που υπηρετούν ήδη στο εξωτερικό έως 31.8.2016, καταβάλλονται στο ύφος και με τις προϋποθέσεις που ίσχυαν κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου».
Άρθρο 68
1. Ληξιπρόθεσμες οφειλές, προς δήμους και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών, από αιρετά όργανα και υπαλλήλους τους, οι οποίες έχουν βεβαιωθεί μέχρι 31.12.2015 και αφορούν καταλογισμούς για ανοίκειες δαπάνες από οποιαδήποτε αιτία, ανεξαρτήτως της υπαγωγής και απώλειας των ευεργετημάτων από ρυθμίσεις προγενέστερων νόμων, καταβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α', β', γ', δ', και ε' και τις λοιπές προβλέψεις της παραγράφου 1Β του άρθρου 51 του ν. 4257/2014 (Α' 93), όπως ισχύει.
2. Στην περίπτωση που, εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, έχει καταβληθεί τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνόλου του βασικού χρέους, ρυθμίζεται η καταβολή του υπόλοιπου σε είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή του ογδόντα τοις εκατό (80%) των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής και των πάσης φύσεως προστίμων και λοιπών επιβαρύνσεων.
3. Η σχετική αίτηση του οφειλέτη υποβάλλεται μέχρι 30.4.2016.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 (ως προς τα αποφασίζοντα όργανα), καθώς και εκείνες των παραγράφων 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11 περιπτώσεις α και β' και 12, του άρθρου 51, του ν. 4257/2014, εφαρμόζονται αναλόγως.
Άρθρο 69
Στο Αρθρο Πρώτο του ν. 4366/2016 «Κύρωση: α) της από 24.12.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρύθμιση κατεπειγόντων θεμάτων των Υπουργείων Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Υγείας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Οικονομικών» (Α' 182) και β) της από 30.12.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρύθμιση κατεπειγόντων θεμάτων των Υπουργείων Οικονομικών, Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εθνικής Αμυνας, Υγείας και Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και της ΕΡΤ Α.Ε». (Α' 184) και άλλες διατάξεις», στο επιμέρους άρθρο 5 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Οι ως άνω παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και για τα Κέντρα Διημέρευσης-Ημερήσιας Φροντίδας (ΚΕΔΗΦ) των φορέων των ΟΤΑ, αναδρομικά από 1.1.2016».
Άρθρο 70
Υπάλληλοι οι οποίοι έχουν περιληφθεί σε οριστικούς πίνακες διάθεσης του ν. 4172/2013, δεν έχουν μεταφερθεί/μεταταχθεί μέχρι και τη δημοσίευση του παρόντος, σε συσταθείσες θέσεις, που δεν έχουν καλυφθεί πλήρως, δύνανται, κατόπιν αιτήσεώς τους, η οποία θα κατατεθεί στη Διεύθυνση Διοικητικού/Προσωπικού του φορέα που ανήκαν οργανικά, να επανέλθουν σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις της ειδικότητας που κατείχαν στον ως άνω φορέα με τον ίδιο βαθμό και στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο το οποίο κατείχαν κατά τη θέση τους σε διαθεσιμότητα βάσει του ν. 4172/2013.
Άρθρο 71
Το τρίτο εδάφιο της παρ. Γ3 του άρθρου 20 του ν. 4354/2015 (Α' 176) «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» (Α' 176) τροποποιείται ως εξής:
«Η ωριαία αμοιβή για εργασία πέραν του πενθημέρου είναι ίδια με αυτή που παρέχεται για υπερωριακή εργασία απογευματινών ωρών και μέχρι την 22.00 ώρα, προσαυξημένη κατά 25%».
Άρθρο 72
Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 167 του ν. 4099/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 4151/2013 (Α' 103) και αναδιατυπώθηκε με το άρθρο 49 του ν. 4325/ 2015 (Α' 47), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του ν. 4351/2015 (Α' 164) και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 12 της από 30.12.2015 ΠΝΠ (Α' 184), προστίθεται το εδάφιο που ακολουθεί, καθώς και τρίτη, τέταρτη και πέμπτη παράγραφος ως εξής:
«Περαιτέρω είναι δυνατή η σύναψη συμβάσεων έργου με φυσικά πρόσωπα που απασχολούνταν σε εταιρίες, στις οποίες είχε ανατεθεί η παροχή υπηρεσιών καθαριότητας στους ως άνω φορείς του Δημοσίου. Για τους ανωτέρω είναι επιτρεπτή η σύναψη ατομικής σύμβασης μίσθωσης έργου για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας με την ίδια ως άνω ημερομηνία λήξης, ήτοι μέχρι την 31.12.2016. Η παρούσα διάταξη ισχύει από τη θέση σε ισχύ του ν. 4325/2015.
3. Δαπάνες για την καθαριότητα των κτιρίων των δημοσίων υπηρεσιών, των ανεξάρτητων αρχών, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ν.Π.Ι.Δ. και των Ο.Τ.Α., οι οποίες προέκυψαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρούνται σύννομες και εκκαθαρίζονται σε βάρος των πιστώσεων των προϋπολογισμών των παραπάνω φορέων. Το κόστος σύναψης των ως άνω συμβάσεων έργου πρέπει να είναι εντός των ορίων των εγγεγραμμένων διαθέσιμων πιστώσεων του προϋπολογισμού τους, όπως αυτές έχουν εκτιμηθεί για την κάλυψη των αναγκών καθαριότητας. Η συνολική αμοιβή κάθε ατομικής σύμβασης θα πρέπει να μην υπερβαίνει τη συνολική κατ' άτομο ετήσια συμβατική αμοιβή της προϋφιστάμενης σύμβασης, περιλαμβανομένων σε αυτήν τυχόν επιδομάτων που λάμβαναν οι απασχολούμενοι σε συνεργεία καθαρισμού.
4. Τα πρόσωπα που συνάπτουν σύμβαση μίσθωσης έργου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα διάταξη υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
5. Με κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου».
Άρθρο 73
Μέλη προβλεπόμενων από το Σύνταγμα Ανεξαρτήτων Αρχών που έχουν επιλεγεί από τη Διάσκεψη των Προέδρων για μία θητεία έως την έναρξη ισχύος του άρθρου 61 του ν. 4055/2012 (Α'51), δύνανται να επιλεγούν εκ νέου σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 εδάφιο γ' του ν. 3051/2002, όπως ισχύει.
Άρθρο 74
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Υιοθέτηση των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EAT) σχετικά με την ασφάλεια των πληρωμών μέσω διαδικτύου (EBA/GL/2014/12).
Γραφει ο/η Administrator
ΑΠΟΦΑΣΗ 59/18.1.2016/ΦΕΚ Β 267/11.02.2016
Υιοθέτηση των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EAT) σχετικά με την ασφάλεια των πληρωμών μέσω διαδικτύου (EBA/GL/2014/12).
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Αφού έλαβε υπόψη:
α) το άρθρο 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος,
β) τις διατάξεις του Ν. 4261/2014 «Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του Ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 107), και ιδίως την παρ. 4 του άρθρου 4, την παρ. 1 του άρθρου 66, τις παρ. 1 και 6 του άρθρου 153 αυτού,
γ) τις διατάξεις του Ν. 3862/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις Οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ ΕΚ και 2010/16/ΕΕ που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, προληπτική αξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 113), όπως ισχύει, και ιδίως την παρ. 4 του άρθρου 21 αυτού,
δ) τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Δεύτερου Μέρους του Ν. 4021/2011 «Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων - Ρύθμιση Θεμάτων Χρηματοπιστωτικού Χαρακτήρα - Κύρωση της Σύμβασης Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και των τροποποιήσεων της και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 218), και ιδίως την παρ. 4 του άρθρου 12 αυτού,
ε) τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθμ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής, (ΕΕ L 331/12, 15.12.2010), όπως ισχύει, και ιδίως το άρθρο 16 αυτού,
στ) τις από 19.12.2014 κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (EAT) σχετικά με την ασφάλεια των πληρωμών μέσω διαδικτύου (Final Guidelines on the security of internet payments, EBA/GL/2014/12),
ζ) ότι από τις διατάξεις της παρούσας πράξης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζει:
να καθορίσει τις βασικές γενικές αρχές και κριτήρια, όπως εξειδικεύονται στα πιο κάτω κεφάλαια της παρούσας πράξης, τα οποία θα πρέπει να πληρούνται από τα ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου, σε ατομική καθώς και σε ενοποιημένη βάση, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι διαθέτουν εσωτερικές λεπτομερείς πολιτικές ασφάλειας, επαρκές σύστημα εσωτερικού ελέγχου και εφαρμόζουν επαρκή μέτρα ασφάλειας, έκτακτης ανάγκης, διαχείρισης περιστατικών και αδιάλειπτης λειτουργίας. Η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της παρούσας, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου και της εταιρικής διακυβέρνησης των υπόχρεων προσώπων, γίνεται κατά τρόπο κατάλληλο προς τη φύση, το μέγεθος, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων, την εσωτερική οργάνωση και τους κινδύνους που ενέχουν το επιχειρηματικό μοντέλο και οι δραστηριότητες του εποπτευομένου, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Ι. Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί
1. Οι διατάξεις της παρούσας πράξης εφαρμόζονται, σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, από τους ακόλουθους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών (εφεξής ΠΥΠ):
(α) τα πιστωτικά ιδρύματα με έδρα στην Ελλάδα,
(β) τα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε χώρα εκτός του Ε.Ο.Χ. που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος και
λειτουργούν στην Ελλάδα,
(γ) τα ιδρύματα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα,
(δ) τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος με έδρα στην Ελλάδα, και
(ε) τις εταιρείες παροχής πιστώσεων με έδρα στην Ελλάδα οι οποίες επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών.
2. Οι διατάξεις της παρούσας εφαρμόζονται στις ακόλουθες πράξεις πληρωμών που διενεργούνται μέσω διαδικτύου ανεξαρτήτως της συσκευής πρόσβασης που χρησιμοποιείται:
α) εκτέλεση πράξεων πληρωμών με κάρτα στο διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών με άυλη κάρτα, καθώς και καταχώριση των στοιχείων για πληρωμή με κάρτα για χρήση σε «λύσεις πορτοφολιού»,
β) εκτέλεση μεταφορών πίστωσης στο διαδίκτυο,
γ) έκδοση και τροποποίηση ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων άμεσης χρέωσης,
δ) μεταφορές ηλεκτρονικού χρήματος μεταξύ δύο λογαριασμών ηλεκτρονικού χρήματος μέσω του διαδικτύου.
3. Διευκρινίζεται ότι στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας δεν εμπίπτουν οι ακόλουθες υπηρεσίες:
α) άλλες διαδικτυακές υπηρεσίες -πέραν των αναφερόμενων στην ανωτέρω παράγραφο 2- που τυχόν παρέχει ένας ΠΥΠ μέσω του διαδικτυακού του τόπου πληρωμών (π.χ. ηλεκτρονικές χρηματιστηριακές υπηρεσίες, ηλεκτρονικές συμβάσεις),
β) οι πράξεις πληρωμών η εντολή για την εκτέλεση των οποίων δίνεται μέσω ταχυδρομείου, τηλεφώνου, φωνητικού μηνύματος ή με χρήση τεχνολογίας που βασίζεται σε υπηρεσία σύντομων γραπτών μηνυμάτων (SMS),
γ) οι πράξεις πληρωμών μέσω κινητής συσκευής, με εξαίρεση τις πράξεις πληρωμών που διενεργούνται μέσω προγράμματος περιήγησης,
δ) οι μεταφορές πίστωσης στις περιπτώσεις όπου τρίτο πρόσωπο αποκτά πρόσβαση στον λογαριασμό πληρωμών του πελάτη,
ε) οι πράξεις πληρωμών που πραγματοποιούνται από επιχείρηση μέσω δικτύων ειδικού σκοπού,
στ) οι πράξεις πληρωμών με κάρτα με τη χρήση ανώνυμων και μη επαναφορτιζόμενων φυσικών ή άυλων προπληρωμένων καρτών εφόσον ο εκδότης και ο κάτοχος της κάρτας δεν είναι συμβαλλόμενα-μέρη σύμβασης-πλαισίου, και
ζ) η εκκαθάριση και ο διακανονισμός πράξεων πληρωμής.
4. Για τους σκοπούς της παρούσας πράξης, και συμπληρωματικά προς τους ορισμούς του Ν. 3862/2010, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) «ταυτοποίηση»: η διαδικασία που επιτρέπει στον ΠΥΠ να επαληθεύει την ταυτότητα του πελάτη,
β) «ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη»: η διαδικασία που βασίζεται στη χρήση δύο ή περισσότερων στοιχείων από τις ακόλουθες κατηγορίες: γνώσης, κυριότητας και σύμφυτου χαρακτηριστικού του χρήστη:
i) Γνώση: στοιχείο το οποίο γνωρίζει αποκλειστικά ο χρήστης υπηρεσίας πληρωμών π.χ. στατικό συνθηματικό, κωδικός, προσωπικός αριθμός αναγνώρισης (PIN),
ii) Κυριότητα: πράγμα το οποίο αποκλειστικά ο χρήστης υπηρεσίας πληρωμών έχει στην κυριότητά του, π.χ. συσκευή παραγωγής πρόσθετου κωδικού ασφάλειας, έξυπνη κάρτα, κινητό τηλέφωνο,
iii) Εγγενές χαρακτηριστικό: μοναδικό σύμφυτο χαρακτηριστικό του χρήστη υπηρεσίας πληρωμών, π.χ. βιομετρικό χαρακτηριστικό, όπως δακτυλικό αποτύπωμα.
Επιπλέον, τα στοιχεία που επιλέγονται πρέπει να είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, με την έννοια ότι η παραβίαση του ενός δεν θέτει σε κίνδυνο το άλλο ή τα λοιπά. Τουλάχιστον ένα από τα στοιχεία που επιλέγονται δεν πρέπει να μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί ή να αναπαραχθεί (εξαιρουμένων των σύμφυτων χαρακτηριστικών του χρήστη) ή να υποκλαπεί μέσω του διαδικτύου χωρίς να το αντιληφθεί ο χρήστης. Η διαδικασία ισχυρής ταυτοποίησης πρέπει να είναι σχεδιασμένη κατά τρόπο που να προστατεύεται η εμπιστευτικότητα των δεδομένων ταυτοποίησης,
γ) «έγκριση»: η διαδικασία με την οποία ελέγχεται εάν ο πελάτης υπηρεσίας πληρωμών ή ο ΠΥΠ έχει το δικαίωμα να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια (π.χ. μεταφορά κεφαλαίων, πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα),
δ) «διαπιστευτήρια»: οι πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα που παρέχει ο πελάτης ή ο ΠΥΠ για σκοπούς ταυτοποίησης. Ως «διαπιστευτήριο» νοείται επίσης η κατοχή φυσικού εργαλείου που περιέχει τις προαναφερόμενες πληροφορίες (π.χ. συσκευή παραγωγής κωδικών μίας χρήσης, έξυπνη κάρτα) ή στοιχείο που ο χρήστης απομνημονεύει ή στοιχείο που τον αντιπροσωπεύει (όπως τα βιομετρικά χαρακτηριστικά),
ε) «σημαντικό περιστατικό ασφάλειας πληρωμών»: περιστατικό το οποίο έχει ή ενδέχεται να έχει σημαντική επίπτωση στην ασφάλεια, την ακεραιότητα ή τη συνέχεια των συστημάτων του ΠΥΠ που συνδέονται με πληρωμές και/ή στην ασφάλεια των ευαίσθητων δεδομένων πληρωμής ή των κεφαλαίων. Για την αξιολόγηση της σημαντικότητας του περιστατικού λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των πελατών που ενδέχεται να θιγούν, το διακυβευόμενο ποσό και η επίπτωση σε άλλους ΠΥΠ ή σε άλλες υποδομές πληρωμών,
στ) «ανάλυση του κινδύνου της συναλλαγής»: η αξιολόγηση του κινδύνου που αφορά συγκεκριμένη συναλλαγή, στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνονται υπόψη κριτήρια όπως τα συναλλακτικά πρότυπα (συμπεριφορά) του πελάτη όσον αφορά τις πληρωμές, η αξία της σχετικής συναλλαγής, το είδος του προϊόντος και το προφίλ του δικαιούχου,
ζ) «άυλες κάρτες»: λύση πληρωμής που βασίζεται σε κάρτα, στο πλαίσιο της οποίας δημιουργείται ένας εναλλακτικός, προσωρινός αριθμός κάρτας με περιορισμένη περίοδο ισχύος, περιορισμένη χρήση και προκαθορισμένο όριο δαπανών, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση αγορών στο διαδίκτυο,
η) «λύσεις πορτοφολιού»: λύσεις που παρέχουν τη δυνατότητα σε έναν πελάτη να καταχωρίζει δεδομένα που αφορούν ένα ή περισσότερα μέσα πληρωμών προκειμένου να προβαίνει σε πληρωμές προς διάφορες επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου.
II. Γενικό περιβάλλον ελέγχου και ασφάλειας
Α. Διακυβέρνηση
1. Το Διοικητικό Συμβούλιο των ΠΥΠ εγκρίνει, επιβλέπει την εφαρμογή και είναι αρμόδιο για την αναθεώρηση σε τακτική βάση της επίσημης πολιτικής ασφάλειας του ιδρύματος για τις υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου.
2. Η πολιτική ασφάλειας είναι δεόντως καταγεγραμμένη, υπόκειται σε αναθεώρηση ανά τακτά χρονικά διαστήματα (σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ακόλουθου Κεφαλαίου Β της παρούσας πράξης) και καθορίζει τους στόχους ασφάλειας και τη διάθεση ανάληψης κινδύνων του ιδρύματος.
3. Η πολιτική ασφάλειας προσδιορίζει τους ρόλους, τις αρμοδιότητες, περιλαμβανομένης της λειτουργίας διαχείρισης του κινδύνου η οποία αναφέρεται απευθείας στο Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και τις γραμμές αναφοράς για τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών μέσω του διαδικτύου, περιλαμβανομένης της διαχείρισης ευαίσθητων δεδομένων πληρωμής όσον αφορά την αξιολόγηση, τον έλεγχο και την μείωση των κινδύνων.
Β. Αξιολόγηση του κινδύνου
1. Οι ΠΥΠ διενεργούν και τεκμηριώνουν λεπτομερείς αξιολογήσεις κινδύνου όσον αφορά την ασφάλεια των πληρωμών μέσω του διαδικτύου και των συναφών υπηρεσιών, τόσο πριν από τη δημιουργία της υπηρεσίας (ή των υπηρεσιών) όσο και ανά τακτά χρονικά διαστήματα στη συνέχεια.
2. Η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων των ΠΥΠ διενεργεί και τεκμηριώνει λεπτομερείς αξιολογήσεις κινδύνου για τις πληρωμές μέσω διαδικτύου και τις συναφείς υπηρεσίες. Οι ΠΥΠ εξετάζουν τα αποτελέσματα της συνεχούς παρακολούθησης των απειλών κατά της ασφάλειας των υπηρεσιών πληρωμών μέσω διαδικτύου που προσφέρουν ή σχεδιάζουν να προσφέρουν, λαμβάνοντας υπόψη:
α) τις τεχνολογικές λύσεις που χρησιμοποιούν,
β) τις υπηρεσίες που αναθέτουν σε εξωτερικούς παρόχους, και
γ) το τεχνικό περιβάλλον των πελατών.
Οι ΠΥΠ εξετάζουν τους κινδύνους που συνδέονται με τις χρησιμοποιούμενες εκ μέρους τους τεχνολογικές πλατφόρμες, με την αρχιτεκτονική των εφαρμογών, με τις τεχνικές και τις ρουτίνες προγραμματισμού τόσο από τη δική τους πλευρά ως παροχών (όπως κινδύνους ευαισθησίας του συστήματος σε επιθέσεις υφαρπαγής συνόδου (session hijacking), προσθήκης κακόβουλου κώδικα SQL (SQL injection), επίθεσης μέσω δέσμης ενεργειών από άλλη τοποθεσία (cross-site scripting), υπερχείλισης προσωρινής μνήμης (buffer overflow)) όσο και από την πλευρά των πελατών τους όπως κινδύνους που συνδέονται με τη χρήση εφαρμογών πολυμέσων, προσθηκών για προγράμματα περιήγησης, πλαισίων, εξωτερικών συνδέσμων κ.λπ., καθώς και τα ευρήματα που προκύπτουν από τη διαδικασία παρακολούθησης περιστατικών ασφάλειας όπως αυτά αναφέρονται στο Κεφάλαιο Γ του παρόντος Τίτλου.
3. Βάσει των ανωτέρω, οι ΠΥΠ καθορίζουν κατά πόσον και σε ποιον βαθμό ενδέχεται να απαιτούνται αλλαγές στα υπάρχοντα μέτρα ασφάλειας, στις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται και στις διαδικασίες ή τις υπηρεσίες που προσφέρονται. Οι ΠΥΠ λαμβάνουν υπόψη τον χρόνο που απαιτείται για την εφαρμογή των αλλαγών (περιλαμβανομένου του χρόνου της υιοθέτησης τους από τους πελάτες) και λαμβάνουν τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα για την ελαχιστοποίηση των περιστατικών ασφάλειας και απάτης, καθώς και των ενδεχόμενων δυσλειτουργιών.
4. Η αξιολόγηση των κινδύνων καλύπτει την ανάγκη προστασίας και διασφάλισης των ευαίσθητων δεδομένων των πληρωμών.
5. Οι ΠΥΠ προβαίνουν σε επανεξέταση των σεναρίων κινδύνου και των υφιστάμενων μέτρων ασφάλειας ύστερα από σημαντικά περιστατικά που επηρεάζουν τις υπηρεσίες τους, πριν από την πραγματοποίηση σημαντικών αλλαγών στην υποδομή ή στις διαδικασίες και μετά από τον εντοπισμό νέων απειλών μέσω διαδικασιών παρακολούθησης του κινδύνου. Επιπλέον, διενεργούν τουλάχιστον μία φορά ετησίως γενική επανεξέταση της αξιολόγησης του κινδύνου. Τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων κινδύνου και των επανεξετάσεων υποβάλλονται προς έγκριση στο Διοικητικό Συμβούλιο των ΠΥΠ.
Γ. Παρακολούθηση και αναφορά περιστατικών
1. Οι ΠΥΠ διασφαλίζουν τη συνεπή και ολοκληρωμένη παρακολούθηση και διαχείριση των συμβάντων ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των καταγγελιών των πελατών σχετικά με την ασφάλεια και δημιουργούν διαδικασίες για την αναφορά τέτοιων περιστατικών στη διοίκηση τους και, στην περίπτωση σημαντικών περιστατικών ασφάλειας πληρωμών, στην Τράπεζα της Ελλάδος.
2. Οι ΠΥΠ εφαρμόζουν διαδικασίες για τον έλεγχο, τον χειρισμό και την παρακολούθηση των περιστατικών ασφάλειας και των καταγγελιών πελατών που αφορούν θέματα ασφάλειας και να αναφέρουν τα περιστατικά αυτά στη διοίκηση.
3. Οι ΠΥΠ εφαρμόζουν διαδικασίες για την άμεση ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος και της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, σε περίπτωση σημαντικών περιστατικών ασφάλειας πληρωμών που σχετίζονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών.
4. Οι ΠΥΠ εφαρμόζουν διαδικασίες για τη συνεργασία με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές όσον αφορά σημαντικά περιστατικά ασφάλειας πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των παραβιάσεων των δεδομένων.
5. Οι ΠΥΠ που αποδέχονται συναλλαγές με κάρτα πρέπει, βάσει σύμβασης, να απαιτούν από τις επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου που αποθηκεύουν, επεξεργάζονται ή διαβιβάζουν ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών να συνεργάζονται, τόσο με τους ίδιους όσο και με τις αντίστοιχες διωκτικές αρχές, σε περιπτώσεις σημαντικών περιστατικών ασφάλειας πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων δεδομένων. Εάν ο ΠΥΠ διαπιστώσει ότι επιχείρηση ηλεκτρονικού εμπορίου με την οποία συνεργάζεται δεν τηρεί τις συμβατικές της υποχρεώσεις είτε λαμβάνει μέτρα για να εφαρμοστούν οι συμβατικές αυτές υποχρεώσεις ή καταγγέλλει τη σύμβαση.
Δ. Έλεγχος και μείωση των κινδύνων
1. Οι ΠΥΠ εφαρμόζουν μέτρα ασφάλειας σύμφωνα με την αντίστοιχη πολιτική ασφάλειας που ακολουθούν προκειμένου να μειώνουν τους κινδύνους που εντοπίζονται. Τα μέτρα αυτά ενσωματώνουν πολλαπλά επίπεδα ασφάλειας, στο πλαίσιο των οποίων η αποτυχία μίας «γραμμής άμυνας» αντιμετωπίζεται από την επόμενη «γραμμή άμυνας» («εις βάθος άμυνα»).
2. Κατά τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και τη συντήρηση υπηρεσιών πληρωμών μέσω διαδικτύου, οι ΠΥΠ δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στον επαρκή διαχωρισμό των καθηκόντων στα περιβάλλοντα τεχνολογίας της πληροφορίας (π.χ. τα περιβάλλοντα ανάπτυξης, δοκιμής και παραγωγής) και στην ορθή εφαρμογή της αρχής των «ελάχιστων προνομίων» ως βάση για τη χρηστή διαχείριση της ταυτότητας και της πρόσβασης.
3. Οι ΠΥΠ διαθέτουν κατάλληλες λύσεις ασφάλειας για την προστασία των δικτύων, των δικτυακών τόπων, των εξυπηρετητών και των ζεύξεων επικοινωνίας από περιστατικά κατάχρησης ή από επιθέσεις. Οι ΠΥΠ αφαιρούν από τους εξυπηρετητές όλες τις περιττές λειτουργίες προκειμένου να τους προστατεύουν, να τους καθιστούν περισσότερο ανθεκτικούς και να εξαλείφουν ή να μειώνουν τα τρωτά σημεία των εφαρμογών που κινδυνεύουν. Η πρόσβαση μέσω των διαφόρων εφαρμογών στα απαραίτητα δεδομένα και πηγές διατηρείται στο απολύτως αναγκαίο επίπεδο με βάση την «αρχή των ελάχιστων προνομίων». Προκειμένου να περιοριστεί η χρήση «πλαστών» δικτυακών τόπων (που μιμούνται νόμιμους δικτυακούς τόπους ΠΥΠ), οι δικτυακοί τόποι συναλλαγών που προσφέρουν υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου διαθέτουν, για την ταυτοποίηση τους, πιστοποιητικά εκτεταμένης επικύρωσης που εκδίδονται στο όνομα του ΠΥΠ ή εφαρμόζουν άλλες παρόμοιες μεθόδους ταυτοποίησης.
4. Οι ΠΥΠ εφαρμόζουν κατάλληλες διαδικασίες παρακολούθησης, ιχνηλασίας και περιορισμού της πρόσβασης σε: i) ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών, και ii) κρίσιμους λογικούς και φυσικούς πόρους, όπως δίκτυα, συστήματα, βάσεις δεδομένων, υποσυστήματα ασφάλειας κ.λπ.. Οι ΠΥΠ δημιουργούν, αποθηκεύουν και αναλύουν κατάλληλα αρχεία καταγραφής και ίχνη ελέγχου.
5. Κατά τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και τη συντήρηση υπηρεσιών πληρωμών μέσω διαδικτύου, προς το σκοπό της προστασίας της ιδιωτικότητας οι ΠΥΠ διασφαλίζουν ότι η ελαχιστοποίηση των δεδομένων, ήτοι η συλλογή των ελάχιστων αναγκαίων προσωπικών στοιχείων για την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης λειτουργίας, συνιστά ουσιώδες στοιχείο της βασικής λειτουργικότητας. Η συλλογή, η δρομολόγηση, η επεξεργασία, η αποθήκευση και/ή η αρχειοθέτηση, καθώς και η απεικόνιση ευαίσθητων δεδομένων πληρωμών διατηρούνται σε απολύτως αναγκαία επίπεδα, τηρούμενης της οικείας εθνικής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
6. Τα μέτρα ασφάλειας για τις υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου υποβάλλονται σε δοκιμές υπό την επίβλεψη της λειτουργίας διαχείρισης του κινδύνου προκειμένου να διασφαλίζεται η ανθεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα τους. Όλες οι αλλαγές υπόκεινται σε επίσημη διαδικασία διαχείρισης των αλλαγών που να διασφαλίζει ότι οι αλλαγές προγραμματίζονται, υποβάλλονται σε δοκιμές, τεκμηριώνονται και εγκρίνονται δεόντως. Βάσει των αλλαγών που πραγματοποιούνται και των απειλών για την ασφάλεια που παρατηρούνται, οι δοκιμές επαναλαμβάνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και περιλαμβάνουν σενάρια συναφών και γνωστών πιθανών επιθέσεων.
7. Τα μέτρα ασφάλειας του ΠΥΠ για τις υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου ελέγχονται περιοδικά για να διασφαλίζεται η ανθεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα τους. Επίσης ελέγχονται η υλοποίηση και η λειτουργία των υπηρεσιών διαδικτυακών πληρωμών. Η συχνότητα και η εστίαση των ελέγχων αυτών καθορίζονται λαμβανομένων υπόψη των σχετικών κινδύνων για την ασφάλεια και να είναι αναλογικές προς αυτούς. Οι έλεγχοι διενεργούνται από αξιόπιστους και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες (εσωτερικούς ή εξωτερικούς), οι οποίοι δεν συμμετέχουν κατά κανένα τρόπο στην ανάπτυξη, την εφαρμογή ή την λειτουργική διαχείριση των παρεχόμενων υπηρεσιών πληρωμών μέσω διαδικτύου.
8. Σε κάθε περίπτωση όπου οι ΠΥΠ προβαίνουν σε εξωτερική ανάθεση εργασιών αναφορικά με την ασφάλεια των υπηρεσιών πληρωμών μέσω διαδικτύου, η σχετική σύμβαση ανάθεσης περιλαμβάνει όρους σύμφωνους με τις αρχές και τα κριτήρια που ορίζονται στην παρούσα πράξη.
9. Οι ΠΥΠ που προσφέρουν υπηρεσίες αποδοχής συναλλαγών με κάρτα πρέπει βάσει σύμβασης να απαιτούν από τις επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου να χειρίζονται (δηλαδή να αποθηκεύουν, να επεξεργάζονται και να διαβιβάζουν) τα ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών εφαρμόζοντας μέτρα ασφάλειας στις υποδομές πληροφορικής τους, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους 1 έως 8 του παρόντος Κεφαλαίου, προκειμένου να αποτρέπεται η κλοπή των ευαίσθητων αυτών δεδομένων πληρωμών μέσω των συστημάτων τους. Εάν ένας ΠΥΠ διαπιστώσει ότι μια επιχείρηση ηλεκτρονικού εμπορίου δεν εφαρμόζει τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας, λαμβάνει μέτρα για να επιβάλει τη συμβατική αυτή υποχρέωση ή καταγγέλλει τη σύμβαση.
Ε. Ιχνηλασιμότητα
1. Οι ΠΥΠ εφαρμόζουν διαδικασίες με τις οποίες διασφαλίζεται ότι όλες οι συναλλαγές, καθώς και η ροή επεξεργασίας της ηλεκτρονικής εξουσιοδότησης, ιχνηλατούνται δεόντως.
2. Οι ΠΥΠ διασφαλίζουν ότι η υπηρεσία τους ενσωματώνει μηχανισμούς ασφάλειας για τη λεπτομερή καταγραφή των δεδομένων των συναλλαγών και των ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων, συμπεριλαμβανομένων του αύξοντος αριθμού των συναλλαγών, χρονοσφραγίδων για τα δεδομένα των συναλλαγών, αλλαγών παραμετροποίησης, καθώς και της πρόσβασης στα δεδομένα των συναλλαγών και των ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων.
3. Οι ΠΥΠ διατηρούν αρχεία καταγραφής με τα οποία καθίσταται δυνατή η ιχνηλασία οποιασδήποτε προσθήκης, αλλαγής ή διαγραφής των δεδομένων των συναλλαγών και των ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων.
4. Οι ΠΥΠ αντλούν και αναλύουν τα δεδομένα των συναλλαγών και των ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων και διασφαλίζουν ότι έχουν στη διάθεσή τους εργαλεία για την αξιολόγηση των αρχείων καταγραφής. Οι αντίστοιχες εφαρμογές είναι διαθέσιμες μόνο σε εξουσιοδοτημένο προσωπικό.
III. Ειδικά μέτρα ελέγχου και ασφάλειας για τις πληρωμές μέσω διαδικτύου
Α. Αρχική εξακρίβωση ταυτότητας πελάτη, ενημέρωση
1. Η ταυτότητα των πελατών εξακριβώνεται δεόντως σύμφωνα με την κείμενη ελληνική νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και επιβεβαιώνεται η βούληση των πελατών να προβούν σε πληρωμές μέσω διαδικτύου με χρήση των υπηρεσιών πριν από την παροχή πρόσβασης στις υπηρεσίες αυτές. Οι ΠΥΠ παρέχουν επαρκή προηγούμενη, τακτική ή, κατά περίπτωση ειδική ενημέρωση στον πελάτη σχετικά με τις αναγκαίες προϋποθέσεις (π.χ. εξοπλισμός, διαδικασίες) για την εκτέλεση ασφαλών πράξεων πληρωμής μέσω του διαδικτύου καθώς και σχετικά με τους εγγενείς κινδύνους.
2. Οι Π ΥΠ διασφαλίζουν ότι έχουν εφαρμοστεί όλες οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και ότι ο πελάτης έχει παράσχει επαρκή και γνήσια έγγραφα ταυτότητας (π.χ. διαβατήριο, εθνικό δελτίο ταυτότητας, προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή) και σχετικές πληροφορίες προτού χορηγηθεί σε αυτόν πρόσβαση στις υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου. Για τη διαδικασία πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας του πελάτη εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας περιλαμβανομένων των σχετικών κανονιστικών πράξεων της Τράπεζας της Ελλάδος.
3. Οι ΠΥΠ διασφαλίζουν ότι η προηγούμενη ενημέρωση που παρέχεται στον πελάτη πριν από τη σύναψη σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, πέραν των καθοριζόμενων στο άρθρο 39 του Ν. 3862/2010 πληροφοριών, περιλαμβάνει λεπτομερείς πληροφορίες που αφορούν ειδικά τις υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου. Στις πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση:
α) σαφείς πληροφορίες σχετικά με τυχόν απαιτήσεις όσον αφορά τον εξοπλισμό, το λογισμικό ή άλλα απαραίτητα εργαλεία που πρέπει να διαθέτει ο πελάτης (π.χ. λογισμικό προστασίας από ιούς, τείχη προστασίας),
β) οδηγίες για την ορθή και ασφαλή χρήση εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφάλειας,
γ) αναλυτική περιγραφή κάθε σταδίου της διαδικασίας για την υποβολή και την έγκριση πράξης πληρωμής από τον πελάτη και/ή τη λήψη πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των συνεπειών κάθε ενέργειας,
δ) οδηγίες για την ορθή και ασφαλή χρήση κάθε υλισμικού και λογισμικού που παρέχεται στον πελάτη,
ε) οι διαδικασίες που ακολουθούνται σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφάλειας ή του υλισμικού ή του λογισμικού του πελάτη για την είσοδο στον δικτυακό τόπο ή για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής,
στ) οι διαδικασίες που ακολουθούνται εάν εντοπιστεί ή εγερθεί υπόνοια για κατάχρηση,
ζ) περιγραφή των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών του ΠΥΠ και του πελάτη αντιστοίχως όσον αφορά τη χρήση της υπηρεσίας πληρωμών μέσω διαδικτύου.
4. Οι ΠΥΠ διασφαλίζουν ότι στη σύμβαση-πλαίσιο που συνάπτουν με τον πελάτη συμφωνείται ότι ο ΠΥΠ μπορεί να αρνείται προσωρινά την εκτέλεση συγκεκριμένης πράξης ή να αναστέλλει τη χρήση του μέσου πληρωμής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του Ν. 3862/2010 σχετικά με τους περιορισμούς της χρήσης του μέσου πληρωμών για λόγους ασφάλειας.
Στη σύμβαση προσδιορίζονται η μέθοδος και οι όροι ειδοποίησης του πελάτη καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ο πελάτης μπορεί να επικοινωνεί με τον ΠΥΠ προκειμένου ο τελευταίος να άρει την προσωρινή άρνηση εκτέλεσης της πράξης ή της υπηρεσίας πληρωμής μέσω διαδικτύου, σύμφωνα με το Ν. 3862/2010. Β. Ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη
1. Η έναρξη πληρωμών μέσω διαδικτύου καθώς και η πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών προστατεύεται μέσω της ισχυρής ταυτοποίησης των πελατών. Οι ΠΥΠ εφαρμόζουν διαδικασία ισχυρής ταυτοποίησης των πελατών σύμφωνα με τον ορισμό που παρέχεται στην παρούσα πράξη.
2. Για τη διενέργεια των υπηρεσιών μεταφοράς πίστωσης, ηλεκτρονικής εξουσιοδότησης και ηλεκτρονικού χρήματος, οι ΠΥΠ προβαίνουν σε ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη για την έγκριση των πράξεων πληρωμής μέσω διαδικτύου του πελάτη (συμπεριλαμβανομένων ομαδοποιημένων μεταφορών πίστωσης) και για την έκδοση ή την τροποποίηση ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων άμεσης χρέωσης. Ωστόσο, οι ΠΥΠ θα μπορούσαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο θέσπισης εναλλακτικών μέτρων ταυτοποίησης των πελατών για:
α) εξερχόμενες πληρωμές σε έμπιστους δικαιούχους που περιλαμβάνονται σε προϋπάρχουσες λευκές λίστες για τον συγκεκριμένο πελάτη,
β) πράξεις μεταξύ δύο λογαριασμών πληρωμών του ίδιου πελάτη που τηρούνται στον ίδιο ΠΥΠ,
γ) μεταφορές εντός του ίδιου ΠΥΠ που δικαιολογούνται βάσει ανάλυσης του κινδύνου της συναλλαγής,
δ) πληρωμές μικρής αξίας, όπως προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 50 του Ν. 3862/2010.
3. Για την απόκτηση πρόσβασης σε ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών ή την τροποποίηση τους, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας και της τροποποίησης λευκών λιστών, απαιτείται ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη. Στις περιπτώσεις όπου ένας ΠΥΠ προσφέρει αμιγώς συμβουλευτικές υπηρεσίες, χωρίς να εμφανίζονται ευαίσθητες πληροφορίες σχετικά με τον πελάτη ή τις πληρωμές, όπως δεδομένα καρτών πληρωμών, που θα μπορούσαν εύκολα να χρησιμοποιηθούν για να διαπραχθεί απάτη, ο ΠΥΠ μπορεί να προσαρμόζει τις απαιτήσεις ταυτοποίησης με βάση την αξιολόγηση του κινδύνου που διενεργεί.
4. Για τις πράξεις πληρωμών με κάρτα, όλοι οι ΠΥΠ που εκδίδουν κάρτες υποστηρίζουν συστήματα ισχυρής ταυτοποίησης του κατόχου της κάρτας. Όλες οι κάρτες που εκδίδονται είναι τεχνικά έτοιμες (καταχωρισμένες) για χρήση με διαδικασία ισχυρής ταυτοποίησης.
5. Οι ΠΥΠ οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες αποδοχής συναλλαγών με κάρτα υποστηρίζουν τεχνολογίες που επιτρέπουν στον εκδότη να εφαρμόζει διαδικασία ισχυρής ταυτοποίησης του κατόχου της κάρτας για τα σχήματα καρτών στα οποία συμμετέχει ο αποδέκτης.
6. Οι ΠΥΠ που προσφέρουν υπηρεσίες αποδοχής συναλλαγών με κάρτα απαιτούν από τις επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου να υποστηρίζουν λύσεις που επιτρέπουν στον εκδότη να διενεργεί ισχυρή ταυτοποίηση του κατόχου της κάρτας για συναλλαγές με κάρτα μέσω του διαδικτύου. Το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικών μέτρων ταυτοποίησης θα μπορούσε να εξεταστεί για προκαθορισμένες κατηγορίες συναλλαγών χαμηλού κινδύνου, π.χ. βάσει ανάλυσης του κινδύνου της συναλλαγής ή για πράξεις που αφορούν πληρωμές μικρής αξίας, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 50 του Ν. 3862/2010.
7. Για τα σχήματα καρτών πληρωμών που δέχεται η υπηρεσία, οι πάροχοι «λύσεων πορτοφολιού» απαιτούν ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη από τον εκδότη όταν ο νόμιμος κάτοχος καταχωρίζει για πρώτη φορά τα στοιχεία της κάρτας.
8. Οι πάροχοι «λύσεων πορτοφολιού» υποστηρίζουν τις διαδικασίες ισχυρής ταυτοποίησης του πελάτη όταν οι πελάτες εισέρχονται στους δικτυακούς τόπους των υπηρεσιών πληρωμών μέσω λύσεων πορτοφολιού ή προβαίνουν σε συναλλαγές με κάρτα μέσω του διαδικτύου. Το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικών μέτρων ταυτοποίησης θα μπορούσε να εξεταστεί για προκαθορισμένες κατηγορίες συναλλαγών χαμηλού κινδύνου, π.χ. βάσει ανάλυσης του κινδύνου της συναλλαγής, ή για πράξεις που αφορούν πληρωμές μικρής αξίας, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 50 του Ν. 3862/2010.
9. Για τις άυλες κάρτες, η αρχική καταχώριση πραγματοποιείται σε ασφαλές και αξιόπιστο περιβάλλον. Η ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη είναι υποχρεωτική για τη διαδικασία δημιουργίας των στοιχείων της άυλης κάρτας εάν η κάρτα εκδίδεται σε διαδικτυακό περιβάλλον. Ως διαδικτυακό περιβάλλον, για τη λειτουργία του οποίου έχει ευθύνη ο ΠΥΠ, στο οποίο διασφαλίζονται η επαρκής ταυτοποίηση του πελάτη και του ΠΥΠ που προσφέρει την υπηρεσία και η προστασία των εμπιστευτικών/ευαίσθητων πληροφοριών, θεωρούνται τα ακόλουθα:
α) οι εγκαταστάσεις του ΠΥΠ,
β) ο δικτυακός τόπος εκτέλεσης τραπεζικών εργασιών μέσω διαδικτύου ή άλλος ασφαλής δικτυακός τόπος, π.χ. στην περίπτωση όπου η αρχή διακυβέρνησης προσφέρει παρόμοια χαρακτηριστικά ασφάλειας, μεταξύ άλλων, όπως αυτά που ορίζονται στο Κεφάλαιο Δ του Τίτλου II,
γ) οι υπηρεσίες πληρωμών μέσω αυτόματων ταμειολογιστικών μηχανών, όπου απαιτείται ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη (π.χ. μέσω μικροεπεξεργαστή και προσωπικού κωδικού αναγνώρισης ή μικροεπεξεργαστή και βιομετρικών στοιχείων.
10. Οι ΠΥΠ διασφαλίζουν τη δέουσα διμερή ταυτοποίηση κατά την επικοινωνία τους με επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου για τους σκοπούς της έναρξης πληρωμών μέσω διαδικτύου και της πρόσβασης σε ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών.
Γ. Εγγραφή σε εργαλεία και/ή λογισμικό ταυτοποίησης που παραδίδονται στον πελάτη και παροχή αυτών
1. Οι ΠΥΠ διασφαλίζουν ότι η εγγραφή του πελάτη σε εργαλεία ταυτοποίησης και η αρχική παροχή των εργαλείων αυτών, τα οποία απαιτούνται για τη χρήση της υπηρεσίας πληρωμών μέσω διαδικτύου και/ή η παράδοση λογισμικού σχετικού με τις πληρωμές στους πελάτες διεξάγεται με ασφαλή τρόπο.
2. Η εγγραφή σε εργαλεία ταυτοποίησης και/ή λογισμικό σχετικό με τις πληρωμές που παραδίδονται στον πελάτη και η παροχή αυτών πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) οι σχετικές διαδικασίες διενεργούνται σε ασφαλές και αξιόπιστο περιβάλλον, λαμβανομένων ταυτόχρονα υπόψη των πιθανών κινδύνων που απορρέουν από συσκευές που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του ΠΥΠ,
β) εφαρμόζονται αποτελεσματικές και ασφαλείς διαδικασίες για την παράδοση εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφάλειας, του λογισμικού που σχετίζεται με τις πληρωμές και όλων των εξατομικευμένων συσκευών που σχετίζονται με τις πληρωμές μέσω διαδικτύου. Το λογισμικό που παραδίδεται μέσω του διαδικτύου πρέπει επίσης
να φέρει την ψηφιακή υπογραφή του ΠΥΠ ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον πελάτη να εξακριβώνει τη γνησιότητα αυτού καθώς και ότι αυτό δεν έχει παραποιηθεί,
γ) για συναλλαγές με κάρτα, ο πελάτης έχει την δυνατότητα να εγγραφεί για ισχυρή ταυτοποίηση ανεξαρτήτως μιας συγκεκριμένης αγοράς μέσω διαδικτύ-ου. Στις περιπτώσεις όπου προσφέρεται δυνατότητα ενεργοποίησης στο πλαίσιο αγορών μέσω διαδικτύου, αυτή πραγματοποιείται με ανακατεύθυνση του πελάτη σε ασφαλές και αξιόπιστο περιβάλλον.
3. Για συναλλαγές με κάρτα οι εκδότες ενθαρρύνουν ενεργά την εγγραφή του κατόχου της κάρτας για ισχυρή ταυτοποίηση και επιτρέπουν στους κατόχους κάρτας να παρακάμπτουν την εγγραφή μόνο σε περιορισμένο αριθμό εξαιρετικών περιπτώσεων όπου αυτό δικαιολογείται από τον κίνδυνο που συνδέεται με τη συγκεκριμένη συναλλαγή με κάρτα.
Δ. Απόπειρες σύνδεσης, χρονικό όριο σύνδεσης, διάρκεια ισχύος της ταυτοποίησης
1. Οι ΠΥΠ περιορίζουν τον αριθμό των προσπαθειών σύνδεσης ή ταυτοποίησης, ορίζουν κανόνες για το χρονικό όριο σύνδεσης στις υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου και θέτουν χρονικά όρια για τη διάρκεια ισχύος της ταυτοποίησης.
2. Όταν χρησιμοποιείται κωδικός αναγνώρισης μίας χρήσης για τους σκοπούς της ταυτοποίησης, οι ΠΥΠ διασφαλίζουν ότι η περίοδος ισχύος των εν λόγω κωδικών αναγνώρισης περιορίζεται αυστηρά στο ελάχιστο αναγκαίο.
3. Οι ΠΥΠ ορίζουν τον μέγιστο αριθμό αποτυχημένων προσπαθειών εισόδου ή ταυτοποίησης, μετά από τον οποίο η πρόσβαση στην υπηρεσία πληρωμών μέσω διαδικτύου αναστέλλεται (προσωρινά ή μόνιμα) και εφαρμόζουν ασφαλή διαδικασία για την εκ νέου ενεργοποίηση των υπηρεσιών πληρωμών μέσω διαδικτύου που έχουν ανασταλεί.
4. Οι ΠΥΠ ορίζουν τη μέγιστη χρονική περίοδο μετά το πέρας της οποίας οι αδρανείς συνδέσεις στις υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου τερματίζονται αυτομάτως.
Ε. Παρακολούθηση συναλλαγών
1. Οι μηχανισμοί παρακολούθησης των συναλλαγών που έχουν σχεδιαστεί για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την προσωρινή άρνηση εκτέλεσης παράνομων πράξεων πληρωμής πρέπει να τίθενται σε λειτουργία πριν από την τελική έγκριση του ΠΥΠ. Οι συναλλαγές που θεωρούνται ύποπτες ή υψηλού κινδύνου πρέπει να υπόκεινται σε ειδική διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης. Ισοδύναμοι μηχανισμοί παρακολούθησης της ασφάλειας και έγκρισης εφαρμόζονται επίσης και για την έκδοση ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων.
2. Οι ΠΥΠ χρησιμοποιούν συστήματα ανίχνευσης και πρόληψης της απάτης για τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών πριν από την τελική έγκριση των πράξεων ή των ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων από τον ΠΥΠ. Τα συστήματα αυτά βασίζονται, για παράδειγμα, σε παραμετροποιημένους κανόνες (όπως μαύρες λίστες με στοιχεία καρτών που έχουν διαρρεύσει ή κλαπεί) και παρακολουθούν ασυνήθιστα πρότυπα συμπεριφοράς του πελάτη ή της συσκευής πρόσβασης του πελάτη, όπως τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης πρωτοκόλλου ίντερνετ (εφεξής διεύθυνση IP) ή αλλαγή της περιοχής διευθύνσεων IP κατά τη διάρκεια της σύνδεσης στην υπηρεσία πληρωμών μέσω διαδικτύου, η οποία ενίοτε εντοπίζεται μέσω ελέγχων για τον εντοπισμό της γεωγραφικής θέσης της διεύθυνσης IP, ασυνήθεις κατηγορίες επιχειρήσεων ηλεκτρονικού εμπορίου συγκεκριμένου πελάτη ή ασυνήθιστα δεδομένα συναλλαγών. Τα συστήματα αυτά πρέπει επίσης να είναι σε θέση να εντοπίζουν ενδείξεις προσβολής από κακόβουλο λογισμικό κατά τη διάρκεια της σύνδεσης (π.χ. αναγνώριση υποβολής στοιχείων μέσω αυτόματης δέσμης εντολών (script) αντί από άνθρωπο) καθώς και γνωστών σεναρίων απάτης. Η έκταση, η πολυπλοκότητα και η δυνατότητα προσαρμογής των λύσεων παρακολούθησης είναι ανάλογες με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του κινδύνου και σύμφωνες με τη σχετική νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων.
3. Οι ΠΥΠ που αποδέχονται υπηρεσίες συναλλαγών με κάρτα εφαρμόζουν συστήματα εντοπισμού και πρόληψης της απάτης προκειμένου να παρακολουθούν τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων ηλεκτρονικού εμπορίου.
4. Οι ΠΥΠ διεξάγουν οποιαδήποτε διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης της συναλλαγής εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, προκειμένου να μην καθυστερούν αδικαιολόγητα την έναρξη και/ή την εκτέλεση της σχετικής υπηρεσίας πληρωμής.
5. Στις περιπτώσεις όπου ο ΠΥΠ, σύμφωνα με την πολιτική διαχείρισης κινδύνων που ακολουθεί, αποφασίζει την προσωρινή άρνηση εκτέλεσης μιας πράξης πληρωμής η οποία έχει εντοπιστεί ως πιθανώς παράνομη, ο ΠΥΠ διατηρεί την προσωρινή άρνηση για όσο το δυνατόν συντομότερο χρονικό διάστημα μέχρις ότου επιλυθούν τα ζητήματα ασφάλειας.
ΣΤ. Προστασία των ευαίσθητων δεδομένων πληρωμών
1. Τα ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών προστατεύονται κατά την αποθήκευση, την επεξεργασία ή τη διαβίβαση τους, τηρούμενης της ισχύουσας σχετικής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
2. Όλα τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για την αναγνώριση και την ταυτοποίηση των πελατών (π.χ. κατά την είσοδο, κατά την έναρξη πληρωμής μέσω διαδικτύου, καθώς και κατά την έκδοση, τροποποίηση ή ακύρωση ηλεκτρονικών εξουσιοδοτήσεων), όπως επίσης και η διεπαφή του πελάτη (δικτυακός τόπος ΠΥΠ ή επιχείρησης ηλεκτρονικού εμπορίου) προστατεύονται δεόντως από κλοπή, μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση ή τροποποίηση.
3. Οι ΠΥΠ διασφαλίζουν ότι, όταν ανταλλάσσονται ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών μέσω του διαδικτύου, εφαρμόζεται ασφαλής διατερματική κρυπτογράφηση, ήτοι η κρυπτογράφηση που πραγματοποιείται εντός ή στο τερματικό σύστημα προέλευσης με την αντίστοιχη αποκρυπτογράφηση να πραγματοποιείται μόνο εντός ή στο τερματικό σύστημα προορισμού, μεταξύ των μερών που επικοινωνούν καθ' όλη τη διάρκεια της σύνδεσης, προκειμένου να διασφαλίζονται η εμπιστευτικότητα και η ακεραιότητα των δεδομένων, με τη χρήση ισχυρών και ευρέως αναγνωρισμένων τεχνικών κρυπτογράφησης.
4. Οι ΠΥΠ που προσφέρουν υπηρεσίες αποδοχής συναλλαγών με κάρτα συστήνουν στις επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου με τις οποίες συνεργάζονται να μην αποθηκεύουν τυχόν ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών. Στην περίπτωση που επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου διαχειρίζονται, δηλαδή αποθηκεύουν, επεξεργάζονται ή διαβιβάζουν ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών, οι εν λόγω ΠΥπ πρέπει βάσει σύμβασης να απαιτούν από τις επιχειρήσεις αυτές να εφαρμόζουν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας των δεδομένων αυτών. Οι ΠΥΠ διενεργούν τακτικούς ελέγχους και, εάν ένας ΠΥΠ διαπιστώσει ότι επιχείρηση ηλεκτρονικού εμπορίου, η οποία διαχειρίζεται ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών, δεν εφαρμόζει τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας, προβαίνει σε ενέργειες για την επιβολή της συμβατικής αυτής υποχρέωσης ή καταγγέλλει τη σύμβαση.
IV. Ευαισθητοποίηση, εκπαίδευση και επικοινωνία με τους πελάτες
Α. Εκπαίδευση και επικοινωνία με τους πελάτες
1. Οι ΠΥΠ παρέχουν βοήθεια και καθοδήγηση στους πελάτες τους, όπου απαιτείται, όσον αφορά την ασφαλή χρήση των υπηρεσιών πληρωμών μέσω διαδικτύου. Οι ΠΥΠ επικοινωνούν με τους πελάτες τους με τέτοιο τρόπο ώστε να τους διαβεβαιώνουν ως προς τη γνησιότητα των μηνυμάτων που λαμβάνουν.
2. Οι ΠΥΠ παρέχουν τουλάχιστον έναν ασφαλή δίαυλο συνεχούς επικοινωνίας με τους πελάτες σχετικά με την ορθή και ασφαλή χρήση της υπηρεσίας πληρωμών μέσω διαδικτύου (π.χ. με τη χρήση ειδικής ηλεκτρονικής ταχυδρομικής θυρίδας στον δικτυακό τόπο του ΠΥΠ ή ενός ασφαλούς δικτυακού τόπου). Οι ΠΥΠ ενημερώνουν τους πελάτες για τον δίαυλο αυτόν και εξηγούν ότι κάθε μήνυμα που αποστέλλεται εξ ονόματος του ΠΥΠ με οποιοδήποτε άλλο μέσο, όπως με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο αφορά την ορθή και ασφαλή χρήση της υπηρεσίας πληρωμών μέσω διαδικτύου, δεν είναι αξιόπιστο. Ο ΠΥΠ εξηγεί:
α) τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθούν οι πελάτες για να αναφέρουν στον ΠΥΠ υπόνοιες για παράνομες πληρωμές, ύποπτα περιστατικά ή ανωμαλίες κατά τη διάρκεια της σύνδεσης στις υπηρεσίες πληρωμών μέσω του διαδικτύου και/ή πιθανές απόπειρες "κοινωνικής μηχανικής", δηλαδή τεχνικές χειραγώγησης προσώπων για την απόσπαση πληροφοριών (π.χ. μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεφωνικών κλήσεων) ή τεχνικές συγκέντρωσης πληροφοριών από μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για σκοπούς διάπραξης απάτης ή εξασφάλισης μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε υπολογιστή ή δίκτυο.
β) τα επόμενα βήματα, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο ο ΠΥΠ θα απαντήσει στον πελάτη,
γ) τον τρόπο με τον οποίο ο ΠΥΠ θα ενημερώσει τον πελάτη σχετικά με (πιθανές) παράνομες συναλλαγές ή τη αποτυχία έναρξης τους, ή θα προειδοποιήσει τον πελάτη σχετικά με την εκδήλωση επιθέσεων (π.χ. ηλεκτρονικό «ψάρεμα» με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).
3. Μέσω του ασφαλούς διαύλου, ο ΠΥΠ γνωστοποιεί στους πελάτες τις ενημερώσεις των διαδικασιών ασφάλειας όσον αφορά τις υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου. Τυχόν προειδοποιήσεις σχετικά με σημαντικούς αναδυόμενους κινδύνους (π.χ. προειδοποιήσεις σχετικά με χρήση «κοινωνικής μηχανικής») πρέπει επίσης να παρέχονται μέσω του ασφαλούς διαύλου.
4. Οι ΠΥΠ παρέχουν υπηρεσίες εξυπηρέτησης πελατών αναφορικά με όλα τα ερωτήματα, τα παράπονα, τα αιτήματα υποστήριξης και τις γνωστοποιήσεις για ανωμαλίες ή περιστατικά που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου και συναφείς υπηρεσίες και ενημερώνουν επαρκώς τους πελάτες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να λάβουν τέτοιου είδους υποστήριξη.
5. Οι ΠΥΠ διοργανώνουν προγράμματα εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης των πελατών προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι πελάτες κατανοούν, τουλάχιστον, την ανάγκη:
α) προστασίας των κωδικών πρόσβασης, των συσκευών παραγωγής πρόσθετου κωδικού ασφάλειας, των προσωπικών στοιχείων και άλλων εμπιστευτικών δεδομένων,
β) ορθής διαχείρισης της ασφάλειας των προσωπικών τους συσκευών (π.χ. του υπολογιστή), μέσω της εγκατάστασης και της ενημέρωσης των στοιχείων ασφάλειας (λογισμικά προστασίας από ιούς, τείχη προστασίας, ενημερώσεις ασφάλειας),
γ) εξέτασης των σημαντικών απειλών και κινδύνων που συνδέονται με τη λήψη λογισμικού μέσω του διαδικτύου, εάν ο πελάτης δεν μπορεί να είναι βέβαιος σε εύλογο βαθμό ότι το λογισμικό είναι γνήσιο και ότι δεν έχει παραποιηθεί,
δ) χρήσης του γνήσιου δικτυακού τόπου πληρωμών μέσω διαδικτύου του ΠΥΠ.
6. Οι ΠΥΠ που αποδέχονται συναλλαγές με κάρτα απαιτούν, βάσει σύμβασης, από επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου το σαφή διαχωρισμό της διαδικασίας πληρωμής από το περιβάλλον του ηλεκτρονικού καταστήματος προκειμένου να καθίσταται κατανοητό στους πελάτες ότι η συναλλαγή πραγματοποιείται με τον ΠΥΠ και όχι με τον δικαιούχο πληρωμής (π.χ. με ανακατεύθυνση του πελάτη και άνοιγμα χωριστού παραθύρου ώστε η διαδικασία πληρωμής να μην εμφανίζεται σε ένα πλαίσιο εντός της ιστοσελίδας της επιχείρησης ηλεκτρονικού εμπορίου).
Β. Ειδοποιήσεις, καθορισμός ορίων
1. Οι ΠΥΠ σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 52 του Ν. 3862/2010 δύνανται να συμφωνούν με τους πληρωτές όρια δαπανών για τις υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου και παρέχουν δυνάμει σχετικού συμβατικού όρου στους πελάτες τους επιλογές για περαιτέρω περιορισμό του κινδύνου εντός των ορίων αυτών. Μπορούν επίσης να παρέχουν υπηρεσίες προειδοποίησης και διαχείρισης του προφίλ πελατών.
2. Πριν από την παροχή υπηρεσιών πληρωμών μέσω διαδικτύου σε πελάτες, οι ΠΥΠ θέτουν όρια με ισχύ είτε μεμονωμένη είτε καθολική (δηλαδή για όλα τα μέσα πληρωμής που παρέχουν δυνατότητα πληρωμών μέσω διαδικτύου) που θα ισχύουν για τις υπηρεσίες αυτές (π.χ. μέγιστο ποσό για κάθε επιμέρους πληρωμή ή συγκεντρωτικό ποσό για πληρωμές που διενεργούνται εντός μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου) και ενημερώνουν σχετικά τους πελάτες τους. Οι ΠΥΠ παρέχουν στους πελάτες τη δυνατότητα απενεργοποίησης της λειτουργίας πληρωμής μέσω διαδικτύου.
Γ. Πρόσβαση των πελατών σε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση έναρξης και εκτέλεσης της πληρωμής
1. Οι ΠΥΠ επιβεβαιώνουν στους πελάτες τους την έναρξη της πληρωμής και τους παρέχουν εγκαίρως τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να ελέγχουν την ορθή έναρξη και/ή εκτέλεση της πράξης πληρωμής.
2. Οι ΠΥΠ προκειμένου για τη διενέργεια των υπηρεσιών της μεταφοράς πίστωσης ή/και της ηλεκτρονικής εξουσιοδότησης, παρέχουν στους πελάτες τη δυνατότητα να ελέγχουν την κατάσταση της εκτέλεσης των πράξεων σε σχεδόν πραγματικό χρόνο, καθώς και τα υπόλοιπα λογαριασμών ανά πάσα στιγμή σε ένα ασφαλές και αξιόπιστο περιβάλλον εκτός από τις έκτακτες περιπτώσεις μη διαθεσιμότητας της υπηρεσίας αυτής για λόγους τεχνικής συντήρησης, ή λόγω σοβαρών περιστατικών.
3. Οποιοδήποτε λεπτομερές ηλεκτρονικό παραστατικό καθίσταται διαθέσιμο σε ασφαλές και αξιόπιστο περιβάλλον. Όταν οι ΠΥΠ ενημερώνουν τους πελάτες σχετικά με τη διαθεσιμότητα ηλεκτρονικών παραστατικών (π.χ. ανά τακτά χρονικά διαστήματα, όταν εκδίδεται περιοδικό ηλεκτρονικό αντίγραφο κίνησης λογαριασμού, ή κατά περίπτωση μετά την εκτέλεση μιας πράξης) μέσω εναλλακτικού διαύλου, όπως μέσω γραπτού μηνύματος (SMS), μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή επιστολής, τα ευαίσθητα δεδομένα πληρωμής είτε δεν περιλαμβάνονται στην επικοινωνία αυτή είτε, εφόσον περιλαμβάνονται, εμφανίζονται συγκαλυμμένα.
V. Τελικές διατάξεις
1. Συστήνεται στα ΠΥΠ να ακολουθούν στις πολιτικές που θεσπίζουν για την ασφάλεια πληρωμών μέσω διαδικτύου τις βέλτιστες πρακτικές που αναφέρονται στο Παράρτημα της παρούσας.
2. Οι διατάξεις της παρούσας ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
3. Εξουσιοδοτείται η Διεύθυνση Εποπτείας Εποπτευόμενων Εταιρειών της Τράπεζας της Ελλάδος για την παροχή των τυχόν αναγκαίων διευκρινίσεων και οδηγιών για την εφαρμογή της παρούσας.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Βέλτιστες πρακτικές (ΒΠ) για την ασφάλεια πληρωμών μέσω διαδικτύου
Γενικό περιβάλλον ελέγχου και ασφάλειας (σχετ. Τίτλος II):
Διακυβέρνηση (σχετ. Κεφάλαιο Α)
ΒΠ 1: Η πολιτική ασφάλειας μπορεί να καταγράφεται σε ειδικό έγγραφο.
Έλεγχος και μείωση των κινδύνων (σχετ. Κεφάλαιο Δ)
ΒΠ 2: Οι ΠΥΠ μπορούν να παρέχουν εργαλεία ασφάλειας (π.χ. συσκευές ή/και ειδικά προσαρμοσμένα προγράμματα περιήγησης, που προστατεύονται δεόντως) για την προστασία της διεπαφής με τον πελάτη από παράνομη χρήση ή επιθέσεις (π.χ. επιθέσεις τύπου «man in the browser»).
Ιχνηλασιμότητα
ΒΠ 3: Οι ΠΥΠ που προσφέρουν υπηρεσίες αποδοχής συναλλαγών με κάρτα μπορούν να απαιτούν βάσει σύμβασης από τις επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου που αποθηκεύουν πληροφορίες σχετικά με πληρωμές να εφαρμόζουν επαρκείς διαδικασίες για την υποστήριξη της ιχνηλασιμότητας.
Ειδικά μέτρα ελέγχου και ασφάλειας για τις πληρωμές μέσω διαδικτύου (σχετ. Τίτλος ΙΙΙ):
Αρχική εξακρίβωση ταυτότητας πελάτη, ενημέρωση (σχετ. Κεφάλαιο Α)
ΒΠ 4: Ο πελάτης μπορεί να συνάπτει ειδική σύμβαση παροχής υπηρεσιών για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής μέσω διαδικτύου, αντί να περιλαμβάνονται οι όροι για τις υπηρεσίες αυτές σε ευρύτερη σύμβαση παροχής γενικών υπηρεσιών που συνάπτεται με τον ΠΥΠ.
ΒΠ 5: Οι ΠΥΠ μπορούν επίσης να μεριμνούν για την παροχή στους πελάτες, σε συνεχή βάση ή, όπου εφαρμόζεται, κατά περίπτωση και με κατάλληλα μέσα (π.χ. φυλλάδια, ιστοσελίδες), σαφών και κατανοητών οδηγιών στο πλαίσιο των οποίων επεξηγούνται οι ευθύνες τους για την ασφαλή χρήση της υπηρεσίας.
Ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη (σχετ. Κεφάλαιο Β)
ΒΠ 6: Για τις πράξεις πληρωμών με κάρτα οι επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου μπορούν να υποστηρίζουν την ισχυρή ταυτοποίηση του κατόχου της κάρτας από τον εκδότη σε συναλλαγές με κάρτα μέσω του διαδικτύου.
ΒΠ 7: Για τους σκοπούς της διευκόλυνσης των πελατών, οι ΠΥΠ μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο χρήσης ενός ενιαίου εργαλείου ισχυρής ταυτοποίησης του πελάτη για όλες τις υπηρεσίες πληρωμών μέσω διαδικτύου. Αυτό θα μπορούσε να αυξήσει την αποδοχή της λύσης από τους πελάτες και να διευκολύνει την ορθή χρήση.
ΒΠ 8: Η ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη μπορεί να περιλαμβάνει στοιχεία που συνδέουν την ταυτοποίηση με ένα συγκεκριμένο ποσό και έναν συγκεκριμένο δικαιούχο πληρωμής. Αυτό θα μπορούσε να παράσχει στους πελάτες αυξημένη βεβαιότητα κατά την έγκριση πληρωμών. Η τεχνολογική λύση που διευκολύνει τη σύνδεση των δεδομένων ισχυρής ταυτοποίησης με τα δεδομένα των συναλλαγών πρέπει να είναι ανθεκτική στην παραποίηση.
Προστασία των ευαίσθητων δεδομένων πληρωμών (σχετ. Κεφάλαιο ΣΤ)
ΒΠ 9: Είναι επιθυμητό οι επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου που χειρίζονται ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών να εκπαιδεύουν καταλλήλως το προσωπικό τους που είναι αρμόδιο για τη διαχείριση περιστατικών απάτης και να επικαιροποιούν την εκπαίδευση αυτή τακτικά, ώστε να διασφαλίζεται ότι το περιεχόμενο της ανταποκρίνεται σε ένα δυναμικό περιβάλλον ασφάλειας.
Ευαισθητοποίηση, εκπαίδευση και επικοινωνία με τους πελάτες (σχετ. Τίτλος IV):
Εκπαίδευση και επικοινωνία με τους πελάτες (σχετ. Κεφάλαιο Α)
ΒΠ 10: Είναι επιθυμητό οι ΠΥΠ που προσφέρουν υπηρεσίες αποδοχής συναλλαγών με κάρτα να διοργανώνουν εκπαιδευτικά προγράμματα προς τις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου σχετικά με την πρόληψη της απάτης.
Ειδοποιήσεις, καθορισμός ορίων (σχετ. Κεφάλαιο Β)
ΒΠ 11: Στο πλαίσιο των καθορισμένων ορίων δαπανών, οι ΠΥΠ μπορούν να παρέχουν στους πελάτες τους τη δυνατότητα να διαχειρίζονται τα όρια δαπανών των υπηρεσιών πληρωμών μέσω διαδικτύου σε ένα ασφαλές και αξιόπιστο περιβάλλον.
ΒΠ 12: Οι ΠΥΠ μπορούν να εφαρμόζουν διαδικασίες προειδοποίησης των πελατών, όπως μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας ή αποστολής γραπτού μηνύματος (SMS), για ύποπτες ή υψηλού κινδύνου πράξεις πληρωμών που βασίζονται στις εσωτερικές τους πολιτικές για τη διαχείριση κινδύνων.
ΒΠ 13: Οι ΠΥΠ μπορούν να παρέχουν στους πελάτες τη δυνατότητα να προσδιορίζουν γενικούς, εξατομικευμένους κανόνες ως παραμέτρους για τη συμπεριφορά τους όσον αφορά τις πληρωμές μέσω διαδικτύου και τις συναφείς υπηρεσίες (π.χ. ότι οι πελάτες μπορούν να δρομολογούν πληρωμές μόνο από κάποιες συγκεκριμένες χώρες και ότι οι πληρωμές που δρομολογούνται από άλλα σημεία θα τίθενται σε προσωρινή άρνηση, ή ότι μπορούν να συμπεριλαμβάνουν συγκεκριμένους δικαιούχους πληρωμής σε λευκές ή μαύρες λίστες).
Η πράξη αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και να αναρτηθεί στον ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις.
Γραφει ο/η AdministratorΝΟΜΟΣ 4368/ΦΕΚ Α 21/21.02.2016
Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Άρθρο 1
Η υποπαράγραφος Ι.Δ.1 της παρ. Ι.Δ. του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α' 107) τροποποιείται ως εξής:
1. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 αντικαθίσταται ως εξής:
«Με σκοπό την άμεση ανάσχεση της ανεργίας και ως έκτακτο μέτρο, η Γενική Γραμματεία Διαχείρισης Κοινοτικών και Άλλων Πόρων, του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης σχεδιάζει και καταρτίζει Προγράμματα Κοινωφελούς Χαρακτήρα, συγχρηματοδοτούμενα από τους πόρους του ΕΣΠΑ, για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών, με απασχόληση των ανέργων απευθείας σε δήμους και περιφέρειες ή άλλες δημόσιες υπηρεσίες, όπως σε σχολεία και νοσοκομεία. Περαιτέρω, ο σχεδιασμός των ως άνω Προγραμμάτων δύναται να περιλαμβάνει δράσεις ενεργοποίησης των ωφελουμένων με στόχο τη διευκόλυνση επανένταξής τους στην αγορά εργασίας».
2. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) καταρτίζει τη Δημόσια πρόσκληση και είναι ο αρμόδιος φορέας για την υποδοχή των ηλεκτρονικών αιτήσεων των ωφελουμένων και την κατάρτιση του πίνακα των ωφελουμένων, τη σύζευξη των ωφελουμένων με τις θέσεις απασχόλησης των επιβλεπόντων φορέων, όπως θα έχουν προσδιοριστεί από το Δικαιούχο, τη διενέργεια επιτόπιων επαληθεύσεων στους επιβλέποντες φορείς και την καταβολή των αμοιβών στους ωφελούμενους και των ασφαλιστικών εισφορών στους επιβλέποντες φορείς.
Επιβλέποντες Φορείς είναι οι φορείς οι οποίοι θα προσλάβουν (Δήμοι, Περιφέρειες, και άλλες Δημόσιες Υπηρεσίες), θα απασχολήσουν τους ανέργους και θα πιστοποιούν την απασχόλησή τους στον Ο.Α.Ε.Δ., προκειμένου να καταβληθεί το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος.
Με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθορίζονται ιδίως τα παρακάτω:».
3. Στην εσωτερική υποπερίπτωση β' της παραγράφου 1 αντικαθίσταται η λέξη «δικαιούχοι» από το ορθό «επιβλέποντες».
4. Στην εσωτερική υποπερίπτωση δ' της παραγράφου 1 προστίθενται τρία (3) νέα ενδεικτικά κριτήρια: vi) η ηλικιακή ομάδα, vii) εγγεγραμμένοι στα Μητρώα ανέργων ΑμεΑ του Ο.Α.Ε.Δ., viii) δικαιούχος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
5. Η εσωτερική υποπερίπτωση στ' της παραγράφου 1, αναδιατυπώνεται ως εξής: «η υποχρεωτική πρόσληψη των υποδειχθέντων από τον Ο.Α.Ε.Δ. ωφελουμένων, σύμφωνα με τον οριστικό πίνακα κατάταξης».
6. Στο τέλος της παραγράφου 2, η φράση «καταρτίζεται από τον Ο.Α.Ε.Δ.» αντικαθίσταται από τη φράση «σχεδιάζεται και καταρτίζεται από τη Γενική Γραμματεία Διαχείρισης Κοινοτικών και Άλλων Πόρων, του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης».
7. Στην παράγραφο 3 αντικαθίστανται οι λέξεις «δικαιούχου φορέα» από τις λέξεις «Επιβλέποντα Φορέα».
8. Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Με την παρέλευση του προβλεπόμενου χρόνου του Προγράμματος, η σύμβαση εκάστου ωφελουμένου λύεται αυτοδικαίως, χωρίς οιαδήποτε αποζημίωση και χωρίς να απαιτείται η έκδοση διαπιστωτικής πράξης».
9. Η παράγραφος 5, αντικαθίσταται, ως εξής:
«5.1. Οι καθαρές αμοιβές ορίζονται, κατά παρέκκλιση της ισχύουσας νομοθεσίας: α) για ωφελούμενους ηλικίας 25 ετών και άνω σε 19,81 ευρώ ημερησίως και όχι υψηλότερες από 495,25 ευρώ μηνιαίως και σε 24,76 ευρώ ημερησίως για βραδινή απασχόληση και όχι υψηλότερες από 619 ευρώ μηνιαίως και β) για ωφελούμενους ηλικίας κάτω των 25 ετών σε 17,27 ευρώ ημερησίως και όχι υψηλότερες από 431,75 ευρώ μηνιαίως και σε 21,59 ευρώ ημερησίως για βραδινή απασχόληση και όχι υψηλότερες από 539,75 ευρώ μηνιαίως.
Η βραδινή εργασία επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για τους ωφελούμενους που θα κληθούν να στελεχώσουν τις υπηρεσίες Α' υποδοχής προσφύγων και μεταναστών (Hot spots).
5.2. Για όσους ωφελούμενους απασχοληθούν, κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων Κοινωφελούς Εργασίας, σε βαριές και ανθυγιεινές εργασίες, η καταβολή στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. της αντίστοιχης εισφοράς του κλάδου βαρέων αποτελεί, επίσης, επιλέξιμη δαπάνη.
5.3 Απουσίες Ωφελουμένων:
i. Κατά την διάρκεια του προγράμματος οι ωφελούμενοι δικαιούνται να απουσιάζουν δύο εργάσιμες ημέρες μηνιαίως.
ii. Οι ωφελούμενοι δικαιούνται κατά τη διάρκεια του προγράμματος να κάνουν χρήση αναρρωτικής άδειας όπως ορίζεται με σχετική υπουργική απόφαση που αναφέρεται στο σημείο 8. Οι αναρρωτικές άδειες βεβαιώνονται με τα απαραίτητα εκ του νόμου δικαιολογητικά. Η καταβολή στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. της αντίστοιχης εισφοράς αποτελεί, επίσης, επιλέξιμη δαπάνη του προγράμματος.
iii. Στις περιπτώσεις απουσίας λόγω: α) επαπειλούμενης κύησης, β) κύησης και γ) λοχείας, οι οποίες βεβαιώνονται με τα απαραίτητα εκ του νόμου δικαιολογητικά, η απασχόληση αναστέλλεται κατά τη διάρκεια απουσίας και παρατείνεται η δυνατότητα απασχόλησής τους όπως ορίζεται με σχετική υπουργική απόφαση που αναφέρεται στο σημείο 8. Οι ωφελούμενες σε κατάσταση κυοφορίας δύναται να απουσιάζουν για να υποβληθούν σε εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου, εφόσον οι εξετάσεις αυτές πρέπει να γίνουν σε ώρες απασχόλησης.
iv. Οι Ωφελούμενοι ΑμεΑ ή Ωφελούμενοι που έχουν παιδιά με πνευματική, ψυχική ή σωματική αναπηρία σε ποσοστό 67% και άνω ή παιδιά έως 15 ετών που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη ινσουλινοεξαρτώμενο ή τύπου 1 με ποσοστό αναπηρίας 50% και άνω ή έχουν σύζυγο με αναπηρία 80% και άνω, τον/την οποίο/α συντηρούν, έχουν δικαίωμα στο μειωμένο ωράριο κατά μία (1) ώρα την ημέρα.
v. Οι γονείς Ωφελούμενοι δικαιούνται είτε να προσέρχονται αργότερα είτε να αποχωρούν νωρίτερα από την εργασία τους κατά μία (1) ώρα την ημέρα και μέχρι το τέκνο να φτάσει στην ηλικία των τριάντα (30) μηνών. Το δικαίωμα καθυστερημένης προσέλευσης ή πρόωρης αποχώρησης των γονέων για την φροντίδα του παιδιού αποδίδεται και στους θετούς γονείς παιδιού ηλικίας έως έξι (6) ετών, υπό τους ίδιους όρους των φυσικών γονέων και με χρονική αφετηρία την υιοθεσία του παιδιού. Το δικαίωμα αυτό αποδίδεται στον έναν εκ των δύο γονέων προσκομίζοντας τα εκ του νόμου δικαιολογητικά. Δεν αποδίδεται δε, σωρευτικά.
vi. Σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων που σημειώνονται στο πλαίσιο υλοποίησης των Προγραμμάτων Κοινωφελούς Εργασίας, ο Ωφελούμενος ο οποίος υπέστη εργατικό ατύχημα κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του και διαθέτει τα κατάλληλα ιατρικά δικαιολογητικά δεν εκπίπτει του προγράμματος. Το μισθολογικό και ασφαλιστικό κόστος θεωρείται επιλέξιμη δαπάνη του προγράμματος.
vii. Επίσης, κάθε γονέας παιδιού ηλικίας 4 έως 16 ετών δικαιούται να απουσιάζει δύο (2) ημέρες, σε ώρες ή ολόκληρη ημέρα κάθε φορά, προκειμένου να διευκολυνθεί για την παρακολούθηση της σχολικής επίδοσης.
viii. Πέντε (5) ημέρες απασχόλησης λόγω γάμου.
ix. Δύο (2) ημέρες λόγω θανάτου συζύγου, τέκνων, γονέων και αδελφών, αλλά και εξ αγχιστείας συγγενών στην ίδια γραμμή και στον ίδιο βαθμό.
Τις παραπάνω ημέρες απουσίας θα συνοδεύουν τα έντυπα αιτήσεων του Ωφελούμενου και της έγκρισης του επιβλέποντος φορέα. Τα παραπάνω είναι επιλέξιμη δαπάνη του προγράμματος.
5.4. Εκτός από τα παραπάνω καταβαλλόμενα ποσά, ο Ο.Α.Ε.Δ. δεν υποχρεούται να καταβάλλει οποιαδήποτε άλλη παροχή ή ενίσχυση στους ωφελούμενους».
10. Η παράγραφος 7 αντικαθίσταται ως εξής:
«7.1. Για την εφαρμογή και εκτέλεση των προγραμμάτων της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου αυτής οι επιβλέποντες φορείς υποχρεούνται: α) με πλήρη ευθύνη τους να διασφαλίζουν την ασφάλεια και υγεία των ωφελουμένων στον τόπο απασχόλησής τους ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και στο ίδιο επίπεδο προστασίας που παρέχεται και στους άλλους εργαζόμενούς τους, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α'84), καθώς και τις ειδικότερες σχετικές διατάξεις και β) να απασχολούν τους ωφελούμενους στις ειδικότητες για τις οποίες έχουν προσληφθεί και εφόσον εξασφαλίσουν ότι είναι κατάλληλοι για την εργασία στην οποία θα απασχοληθούν.
7.2. Πέραν της εφαρμογής κυρώσεων, όπως των προβλεπομένων στα άρθρα 71 και 72 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε. για τις αμέσως ανωτέρω περιπτώσεις, επί παραβάσεων των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν οι Επιβλέποντες Φορείς εντός του πλαισίου των Προγραμμάτων Κοινωφελούς Απασχόλησης, οι συναρμόδιοι Υπουργοί δύνανται, με κοινή απόφασή τους, να προβλέψουν την επιβολή και άλλων κυρώσεων στους Επιβλέποντες Φορείς.»
11. Στην παράγραφο 8, διορθώνεται η επωνυμία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας στη σημερινή, «Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης».
12α. Στην παράγραφο η' του άρθρου 33 του ν. 4354/ 2015 (Α' 176) αντικαθίσταται το αναγραφόμενο τεύχος (Β' 486) στο ορθό τεύχος «Υ.Ο.Δ.Δ. 486».
β. Στην παράγραφο α' του άρθρου 34 του ν. 4354/2015 (Α'176) αντικαθίσταται η φράση «και με την επιφύλαξη της παραγράφου στ' του άρθρου 33 του νόμου αυτού» με το ορθό «και με την επιφύλαξη της παραγράφου η' του άρθρου 33 του νόμου αυτού».
Άρθρο 2
Οι τροποποιήσεις που εισάγονται με το αμέσως προηγούμενο άρθρο επηρεάζουν και καταλαμβάνουν τους όρους των Προσκλήσεων 2, 4, 5/2015 και θα ισχύσουν και για τις επόμενες Προσκλήσεις του Δικαιούχου (Γενικής Γραμματείας Διαχείρισης Κοινοτικών και Άλλων Πόρων, του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Πρόνοιας) και γενικώς για όλες τις δράσεις της κοινωφελούς εργασίας.
Άρθρο 3
Στο άρθρο 5 του ν. 2646/1998 (Α' 236) προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:
«8. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δύναται να επιχορηγούνται από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού εξόδων του Υπουργείου (ΕΦ 33-220) είτε μέσω των Περιφερειών με μεταφορά αντίστοιχης πίστωσης είτε απευθείας από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού της Γενικής Γραμματείας Πρόνοιας, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (κοινωφελή ιδρύματα, φιλανθρωπικά σωματεία, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις κ.α.), που παρέχουν υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας και εφόσον είναι ειδικώς πιστοποιημένα ως Φορείς παροχής υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου του ν. 2646/1998. Με την ίδια απόφαση δύναται να καθορίζονται, πέρα της κείμενης νομοθεσίας, επιπλέον κριτήρια και προϋποθέσεις για την καταβολή των ως άνω επιχορηγήσεων».
Άρθρο 4
1. Σε κάθε Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' βαθμού δύναται να συστήνεται και να λειτουργεί «Κέντρο Κοινότητας».
Σκοπός του Κέντρου Κοινότητας είναι η υποστήριξη του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' βαθμού σε συνεργασία με την οικεία Κοινωνική Υπηρεσία στην εφαρμογή πολιτικών κοινωνικής προστασίας και στην ανάπτυξη ενός τοπικού σημείου αναφοράς για την υποδοχή, εξυπηρέτηση και διασύνδεση των πολιτών με όλα τα Κοινωνικά Προγράμματα και Υπηρεσίες Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που υλοποιούνται στην περιοχή λειτουργίας του Κέντρου Κοινότητας.
2. Κάθε Κέντρο Κοινότητας λειτουργεί ενδεικτικώς με τις κάτωθι αρμοδιότητες:
α. Πληροφόρηση των πολιτών ως προς τα προγράμματα πρόνοιας και κοινωνικής ένταξης, που υλοποιούνται σε τοπικό, περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο (π.χ. «Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα»).
β. Υποστήριξη στη διαδικασία ένταξης των πολιτών στα ανωτέρω προγράμματα.
γ. Πληροφόρηση των πολιτών ως προς το Πρόγραμμα του «Ταμείου Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους», κοινωνικές δομές και υπηρεσίες, που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.
δ. Συνεργασία και παραπομπή αιτημάτων σε άλλες υπηρεσίες που παρέχονται στα γεωγραφικά όρια της περιοχής λειτουργίας του «Κέντρου Κοινότητας», π.χ. Κοινωνικοί Ξενώνες Αστέγων, Συμβουλευτικά Κέντρα και Ξενώνες Φιλοξενίας για γυναίκες θύματα βίας, Κοινωνικά Φροντιστήρια, Δομές Ψυχικής Υγείας, Δομές για ΑμεΑ, Βρεφονηπιακοί και Παιδικοί Σταθμοί, Προγράμματα για Ηλικιωμένους, Προγράμματα για Ρομά, Προγράμματα για Μετανάστες κ.λπ..
ε. Συνεργασία και παραπομπή αιτημάτων σε υπηρεσίες απασχόλησης για την ένταξη των ωφελούμενων σε προγράμματα κατάρτισης, δράσεις απασχόλησης, επιμορφωτικά σεμινάρια.
στ. Συνεργασία με την τοπική αγορά εργασίας προς ένταξη των ανέργων.
3. Στους απευθυνόμενους στο Κέντρο Κοινότητας θα μπορούν να παρέχονται υπηρεσίες, που θα αποσκοπούν στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και θα διασφαλίζουν την κοινωνική τους ένταξη. Ενδεικτικώς αναφέρονται οι κάτωθι υπηρεσίες:
α. Παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης για την ένταξη στην αγορά εργασίας, υπηρεσιών επαγγελματικού προσανατολισμού κ.α..
β. Παροχή συμβουλευτικής ψυχοκοινωνικής στήριξης σε παιδιά, ενήλικες και οικογένειες.
γ. Ανάπτυξη δράσεων δημιουργικής απασχόλησης και μαθησιακής στήριξης παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας, σε συνάφεια με τα προγράμματα εκπαίδευσης, που υλοποιούνται (εκπαιδευτικές δραστηριότητες, μαθησιακή υποστήριξη, παροχή γευμάτων, υποστήριξη σχολικού περιβάλλοντος κ.α.).
δ. Προγράμματα για συνδρομή στη δημιουργία ευκαιριών για νέους, π.χ. επαγγελματικός προσανατολισμός για εφήβους, βελτίωση δεξιοτήτων, πολιτισμικές δραστηριότητες, προγράμματα νεανικής συμμετοχής και στήριξης, σε συνεργασία με το Συνήγορο του Παιδιού και άλλες υπηρεσίες και δομές.
ε. Διοργάνωση εκδηλώσεων με επιμορφωτικό, επικοινωνιακό και κοινωνικό περιεχόμενο, όπως: οργάνωση ομάδων γειτονιάς για την ανάληψη κοινοτικών πρωτοβουλιών και την ενεργοποίηση των πολιτών, διοργάνωση εκπαιδευτικών σεμιναρίων προληπτικής ιατρικής και συνθηκών υγιεινής διαβίωσης, δικτύωση με φορείς της τοπικής κοινωνίας (σχολεία, πολιτιστικοί σύλλογοι, επαγγελματικοί φορείς κ.λπ.) για μεικτές πρωτοβουλίες δράσεων για την τοπική ανάπτυξη, την καταπολέμηση της σχολικής διαρροής κ.α..
στ. Μεικτές δράσεις για την κοινωνικοποίηση και την κοινωνική ένταξη, ειδικότερα (αλλά όχι αποκλειστικά) για μαθητές ΑμεΑ, παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, Ρομά και μετανάστες.
ζ. Παροχή ενημερωτικής συνδρομής για θέματα νομικού χαρακτήρα σε σχέση με τις παρεχόμενες δυνατότητες, όργανα, διαδικασίες στο πλαίσιο της κοινωνικής προστασίας.
η. Ανάπτυξη Δικτύου Εθελοντισμού και συγκέντρωση αγαθών.
4. Ωφελούμενοι από τη δράση των Κέντρων Κοινότητας είναι πολίτες, που κατοικούν στον τόπο λειτουργίας των ως άνω Δομών και κατά προτεραιότητα οι ωφελούμενοι του Προγράμματος «Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα», καθώς και άτομα και οικογένειες, που διαβιούν σε συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, παιδιά, που βιώνουν καταστάσεις αποκλεισμού, μετανάστες, άτομα με αναπηρία, Ρομά και γενικότερα ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, όπως περιγράφονται στο «Εθνικό Στρατηγικό πλαίσιο για την Κοινωνική Ένταξη».
Αναλόγως των ιδιαιτέρων τοπικών αναγκών και περιστάσεων, η δράση κάθε Κέντρου Κοινότητας δύναται να οριοθετείται προς όφελος μίας ή περισσοτέρων ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται οι υπόλοιπες.
5. Ως φορείς υλοποίησης των Κέντρων Κοινότητας ορίζονται οι δήμοι.
6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται οι λειτουργικές και κτιριακές προδιαγραφές των Κέντρων Κοινότητας, η στελέχωση και η διαδικασία ελέγχου αυτών, οι πόροι, εθνικοί ή κοινοτικοί, χρηματοδότησης των ως άνω Δομών, καθώς και κάθε άλλο λεπτομερειακό ή τεχνικό ζήτημα για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση συγχρηματοδότησης των ως άνω Δομών από πόρους των ΕΔΕΤ, εφαρμόζονται όλοι οι κανόνες και το σύστημα διαχείρισης και ελέγχου του ΕΣΠΑ 2014- 2020.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ
Άρθρο 5
Σύσταση Επιτροπής για την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
1. Συστήνεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Επιτροπή για την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (εφεξής «Επιτροπή»). Βασικές κατευθύνσεις των επεξεργασιών της Επιτροπής είναι η δημιουργία επιτελικού κράτους και η αναβάθμιση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης σε αμφότερα τα επίπεδα με σκοπό την ενίσχυση της τοπικής αυτονομίας και τον εξορθολογισμό των διοικητικών διαδικασιών των τοπικών αρχών, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της επικουρικότητας, της εταιρικής σχέσης και της διαλειτουργικότητας όλων των επιπέδων της Διοίκησης και της Αυτοδιοίκησης, καθώς και της εγγύτητας της λήψης των αποφάσεων και της παροχής των υπηρεσιών στους πολίτες.
2. Έργο της Επιτροπής είναι η καταγραφή και αξιολόγηση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση και θεσμική και οικονομική λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης συνολικά και τις σχέσεις της με την Κεντρική και την Αποκεντρωμένη Δημόσια Διοίκηση, καθώς και η επεξεργασία και εισήγηση προς τον αρμόδιο Υπουργό πρότασης για την αναμόρφωσή του, καθώς και η επεξεργασία και εισήγηση προς τον αρμόδιο Υπουργό πρότασης για την αναμόρφωσή του, περιλαμβανόμενης και της κατάρτισης σχετικού σχεδίου νόμου.
Για την εκπλήρωση του έργου της η Επιτροπή μπορεί να καλεί στις συνεδριάσεις της ή να ζητά γραπτή συμβολή από οποιονδήποτε υπάλληλο του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ή ιδιώτη.
3. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και απαρτίζεται από:
α) τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου ως Πρόεδρο,
β) έντεκα (11) επιστήμονες με συναφή με το έργο της Επιτροπής ενασχόληση ή εμπειρογνώμονες σε θέματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης,
γ) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Αποκέντρωσης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου,
δ) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών και Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου,
ε) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Αποκεντρωμένων Διοικήσεων του Υπουργείου,
στ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου,
ζ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Προσωπικού Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου,
η) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου,
θ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικής και Αναπτυξιακής Πολιτικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης,
ι) τρεις (3) εκπροσώπους της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Ε.),
ια) τρεις (3) εκπροσώπους της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (Ε.Ν.Π.Ε.),
ιβ) έναν (1) εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α.) και
ιγ) έναν (1) εκπρόσωπο της Ομοσπονδίας Συλλόγων Υπαλλήλων Αιρετών Περιφερειών Ελλάδας (Ο.Σ.Υ.Α.Π.Ε.), ως μέλη.
4. α) Καθήκοντα εισηγητών της Επιτροπής ασκούν οι Προϊστάμενοι Διεύθυνσης ή Τμήματος των καθ' ύλην αρμόδιων οργανικών μονάδων του Υπουργείου.
β) Για τη γραμματειακή υποστήριξη της Επιτροπής απασχολούνται τρεις (3) υπάλληλοι της Γενικής Διεύθυνσης Αποκέντρωσης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τρεις (3) υπάλληλοι της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών και Διοικητικής Υποστήριξης.
5. Η Επιτροπή οφείλει να ολοκληρώσει το αναφερόμενο στην παράγραφο 2 έργο της εντός πέντε (5) μηνών από τη συγκρότησή της. Η ως άνω προθεσμία μπορεί να παρατείνεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
6. Στο πλαίσιο της Επιτροπής και με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης μπορεί να συγκροτούνται έως και τέσσερις (4) Ομάδες Εργασίας για επιμέρους ζητήματα του αντικειμένου της. Σε κάθε Ομάδα Εργασίας, της οποίας υπεύθυνος ορίζεται ένα μέλος της Επιτροπής, μπορούν να μετέχουν ως μέλη, εκτός των μελών της Επιτροπής, στελέχη του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και εμπειρογνώμονες.
Στο πλαίσιο της Επιτροπής και με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης συγκροτείται επιπλέον Ομάδα Εργασίας για την εξέταση του θεσμικού πλαισίου που διέπει το σχεδιασμό και την εφαρμογή πολιτικών για την αναπηρία και την αναμόρφωση αυτού του θεσμικού πλαισίου. Στην ανωτέρω Ομάδα Εργασίας προσκαλούνται υποχρεωτικά εκπρόσωπος της Ε.Σ.Α.μεΑ και ένας επιστήμονας με εμπειρία στα θέματα σχεδιασμού πολιτικών για την αναπηρία ο οποίος υποδεικνύεται από την Ε.Σ.Α.μεΑ..
7. Η Επιτροπή και οι Ομάδες Εργασίας συνεδριάζουν εντός και εκτός ωραρίου λειτουργίας των υπηρεσιών του Υπουργείου και στα μέλη τους, καθώς και στους εισηγητές και στους υπαλλήλους που ορίζονται για την παροχή γραμματειακής υποστήριξης, καταβάλλεται αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις αυτών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του ν. 4354/2015 (Α'176), όπως εκάστοτε ισχύει.
8. Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της Επιτροπής μπορεί να ρυθμίζεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
Άρθρο 6
Θέση αιρετών σε αργία
Η παρ. 2 του άρθρου 236 του ν. 3852/2010 (Α' 87), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Εάν εκδοθεί τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου, για τα πλημμελήματα της προηγούμενης παραγράφου ή καταδικαστική απόφαση σε πρώτο βαθμό για κακουργήματα, ο Ελεγκτής Νομιμότητας οφείλει να θέσει τον καταδικασθέντα σε κατάσταση αργίας. Η αυτοδίκαιη θέση σε αργία επιβάλλεται με την ίδια διαδικασία και σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής για κακούργημα, εάν έχουν επιβληθεί περιοριστικοί όροι ή προσωρινή κράτηση. Τυχόν μεταγενέστερη αντικατάσταση ή άρση των περιοριστικών όρων ή της προσωρινής κράτησης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν κωλύει τη θέση σε αργία του αιρετού που παραπέμφθηκε για κακούργημα. Εάν εκδοθεί τελεσίδικη αθωωτική απόφαση, οπότε και αίρεται αυτοδικαίως, η αργία και το διοικητικό μέτρο θεωρείται ως ουδέποτε επιβληθέν. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται αναδρομικά η αντιμισθία του αποκατασταθέντος από του χρόνου εκδόσεως της διαπιστωτικής σε βάρους του πράξης. Τυχόν άρνηση ή υπαίτια καθυστέρηση του Ελεγκτή Νομιμότητας να εκδώσει άμεσα τη σχετική διαπιστωτική πράξη συνιστά παράβαση καθήκοντος.»
Άρθρο 7
Προσωπικό ανταποδοτικών υπηρεσιών Ο.Τ.Α.
Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης 3 της παρ. ΣΤ' υποπαράγραφος ΣΤ1 του ν. 4093/2012 (Α' 222), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Οι προσλήψεις και οι διορισμοί τακτικού προσωπικού των κατηγοριών ΥΕ και ΔΕ όλων των κλάδων και ειδικοτήτων των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού και των Ν.Π.Ι.Δ. αυτών αναστέλλονται έως 31.12.2016. Από την ανωτέρω αναστολή εξαιρούνται οι διορισμοί προσωπικού των ανωτέρω κατηγοριών σε υπηρεσίες ανταποδοτικού χαρακτήρα, για τους οποίους δεν απαιτείται απόφαση κατανομής της παρ. 5 του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, όπως ισχύει. Προτεραιότητα δίνεται σε όσους έχουν πετύχει σε διαγωνισμό στον οικείο δήμο. Από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω παραγράφου εξαιρούνται ρητά οι διορισμοί προσώπων των ανωτέρω κατηγοριών που είναι επιτυχόντες της γενικής και ειδικής προκήρυξης του ν. 2643/1998.»
Άρθρο 8
Θέματα εργαζομένων Ο.Τ.Α. Ωράριο βρεφονηπιοκόμων
1.α. Συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μειωμένου ωραρίου των εργαζομένων σε Ο.Τ.Α. α' βαθμού και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών, μπορούν να τροποποιούνται, με αύξηση του ωραρίου εργασίας τους, μέχρι και το ανώτατο όριο της πλήρους απασχόλησης της οικείας εκπαιδευτικής βαθμίδας και ειδικότητας, με αντίστοιχη αύξηση των πάσης φύσεως αποδοχών τους. Η τροποποίηση γίνεται με απόφαση του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου ή του Διοικητικού Συμβουλίου του νομικού προσώπου, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου και πρέπει να διαλαμβάνει ειδικά περί της ύπαρξης των απαιτούμενων για την αύξηση του ωραρίου πιστώσεων στον οικείο προϋπολογισμό.
β. Η απόφαση του προηγούμενου εδαφίου υπάγεται σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας από την αρμόδια για την εποπτεία του οικείου Ο.Τ.Α. ή νομικού προσώπου αρχή και περίληψή της δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
γ. Σε περίπτωση που στον οικείο φορέα υπηρετούν ήδη υπάλληλοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου του ίδιου κλάδου και κατηγορίας, η κατά τα προηγούμενα εδάφια αύξηση του ωραρίου εργασίας του προσωπικού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν τη λήξη των συμβάσεων του έκτακτου προσωπικού που καλύπτει ισόποσες ώρες εργασίας. Ειδικά για τις κατηγορίες και κλάδους για τους οποίους η πρόσληψη προσωπικού ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου υπόκειται, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, σε έγκριση, τυχόν αύξηση του ωραρίου των ήδη υπηρετούντων εργαζομένων της ίδιας κατηγορίας και κλάδου, λαμβάνεται υπόψη για τη χορήγηση της έγκρισης κατά το έτος που ακολουθεί.
δ. Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας μπορεί να καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
2.α. Η υποπερίπτωση δδ' της παραγράφου 5 περίπτωση α' του άρθρου 1 της πράξης νομοθετικού περιεχομένου «περί καθιερώσεως πενθημέρου εβδομάδος εργασίας των δημοσίων εν γένει υπηρεσιών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1157/1981 (Α' 126), όπως ισχύει, καταργείται.
β. Η παρ. 1 του άρθρου μόνου του π.δ. 588/1988 (Α'284) επανέρχεται σε ισχύ.
Άρθρο 9
Προσωπικό παραμεθόριων Ο.Τ.Α.
Η παρ. 1 του άρθρου 78 του ν. 3584/2007 (Α' 143), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Κενές θέσεις δημοσίων υπηρεσιών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού των παραμεθόριων περιοχών είναι δυνατόν να καλύπτονται με μετάταξη υπαλλήλων Ο.Τ.Α. που διαθέτουν τα τυπικά προσόντα της θέσης στην οποία μετατάσσονται. Η μετάταξη αυτή διενεργείται σε κλάδο ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε, χωρίς γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων, με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών.
Για τη μετάταξη σε Ο.Τ.Α. παραμεθορίου περιοχής, απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου για διορισμό οργάνου υποδοχής, καθώς και γνώμη του αρμόδιου για διορισμό οργάνου προέλευσης. Ειδικά, για την περίπτωση μετάταξης υπαλλήλου που ήδη υπηρετεί σε Ο.Τ.Α. που ανήκει στις κατά την επόμενη παράγραφο παραμεθόριες περιοχές, απαιτείται σύμφωνη γνώμη και του αρμόδιου για διορισμό οργάνου προέλευσης.
Σε περίπτωση που η μετάταξη διενεργείται από Ο.Τ.Α. σε Ο.Τ.Α. α' ή β' βαθμού, η απόφαση της μετάταξης εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης».
Άρθρο 10
Προσωπικό ΑμεΑ Ν.Π.Ι.Δ. Δήμων
1. Ατομα με Αναπηρία που υπηρετούν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των δήμων που λύονται ή τίθενται σε εκκαθάριση ή κατά τη δημοσίευση του παρόντος βρίσκονται σε διαδικασία λύσης ή εκκαθάρισης μεταφέρονται στον οικείο δήμο σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
2. Η μεταφορά του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Η δε κατάταξη του προσωπικού στις συσταθείσες θέσεις εκδίδεται από το αρμόδιο προς διορισμό όργανο και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με μέριμνα του ασκούντα χρέη Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
3. Η προϋπηρεσία του μεταφερόμενου προσωπικού στο Ν.Π.Ι.Δ. με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου αναγνωρίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και λαμβάνεται υπόψη για όλες τις μισθολογικές, βαθμολογικές και ασφαλιστικές συνέπειες.
4. Η παρούσα καταλαμβάνει και το προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ. που βρίσκονται σε εκκαθάριση κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
5. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για όσα άτομα με αναπηρία έχουν μεταφερθεί από επιχειρήσεις - νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου σε Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού σύμφωνα με τις εκάστοτε ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.
Άρθρο 11
Πρόγραμμα Εθελοντικής Ενδοαυτοδιοικητικής Κινητικότητας
Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 92 του ν. 4310/2014 (Α'258) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι αποφάσεις που έχουν συνταχθεί έως 31.12.2014 από τους Γενικούς Γραμματείς των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, με φορέα υποδοχής τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις συντάσσονται εκ νέου από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος».
Άρθρο 12
Εκποίηση δημοτικών ακινήτων σε άστεγους δημότες
Στους αναγνωρισμένους ως δικαιούχους δημοτικών ή κοινοτικών οικοπέδων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 187 του ν. 3463/2006 (Α' 114), που δεν έχουν εκπληρώσει, μέσα στην τασσόμενη κατά τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου προθεσμία, μέρος ή όλες τις υποχρεώσεις τους (καταβολή τιμήματος, ανέγερση οικοδομής κ.λπ.) και εφόσον εξακολουθούν να είναι κάτοχοι των ανωτέρω οικοπέδων, αυτοί ή οι κληρονόμοι τους, μπορεί, με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, να δοθεί το δικαίωμα εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία οκτώ (8) ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Άρθρο 13
Απαλλαγή από δημοτικά τέλη και φόρους
1. Η παρ. 3 του άρθρο 202 του ν. 3463/2006 (Α' 114) αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του αριθμού των μελών του, είναι δυνατή η μείωση δημοτικών φόρων ή τελών ή η απαλλαγή από αυτούς για τους απόρους, τα άτομα με αναπηρίες, τους πολύτεκνους, τους τρίτεκνους, τις μονογονεϊκές οικογένειες και τους μακροχρόνια άνεργους, όπως η ιδιότητα των ανωτέρω οριοθετείται αντίστοιχα από την κείμενη νομοθεσία, καθώς και τους δικαιούχους του πρώτου Κεφαλαίου του ν. 4320/2015 (Α' 29), όπως εκάστοτε αυτοί ορίζονται με τις υπουργικές αποφάσεις του άρθρου 5 του ίδιου νόμου. Με την ίδια απόφαση μπορεί να τίθενται και εισοδηματικά κριτήρια για τη χορήγηση της ως άνω μείωσης ή απαλλαγής. Η επίπτωση στα έσοδα του Δήμου που προκύπτει από τη λήψη της απόφασης του πρώτου εδαφίου της παρούσας αποτυπώνεται υποχρεωτικά και λαμβάνεται υπόψη κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού του έτους εφαρμογής της, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. Ειδικά για την ευπαθή κοινωνική ομάδα των ατόμων με αναπηρία συμπεριλαμβανομένων και των οικογενειών που έχουν στη φροντίδα τους άτομα με αναπηρία, σε περίπτωση λήψης εισοδηματικών κριτηρίων λαμβάνεται υπόψη το πρόσθετο κόστος που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών αναπηρίας. Στο εισοδηματικό κριτήριο που αφορά στην ανωτέρω κοινωνική ομάδα θα πρέπει να υπολογίζεται μόνο το φορολογητέο εισόδημα, ώστε να μην προσμετρούνται τα πάσης φύσεως επιδόματα αναπηρίας (προνοιακά επιδόματα, εξωιδρυματικό επίδομα, επίδομα κίνησης, διατροφικό επίδομα νεφροπαθών και μεταμοσχευμένων συμπαγών οργάνων κ.λπ.) τα οποία είναι αφορολόγητα.»
Άρθρο 14
Λειτουργία Κέντρων Αποτέφρωσης Νεκρών
1. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 50 του ν. 4277/2014 (Α' 56) αντικαθίσταται ως εξής:
«Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος αποκτούν ισχύ νόμου το άρθρο 2, οι παράγραφοι 3 έως και 8 του άρθρου 4, καθώς και τα άρθρα 5 έως και 8 της κ.υ.α. 20232/ 2010 (Β' 745). Όπου στις διατάξεις της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης γίνεται αναφορά σε όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης ή της κεντρικής διοίκησης υπό το πριν το ν. 3852/2010 (Α' 87) νομοθετικό καθεστώς, νοούνται τα εκάστοτε αρμόδια όργανα για την άσκηση των ίδιων αρμοδιοτήτων μετά την ισχύ του νόμου αυτού.»
2. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3448/2006 (Α' 57), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48, του ν. 4277/2014 (Α' 156) και ισχύει, μετά τη φράση «σε εκτάσεις ιδιοκτησίας τους», προστίθεται η φράση «ή που τους έχουν παραχωρηθεί κατά χρήση».
3. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 211 του ν. 3852/2010 (Α' 87) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Επιπλέον των παραπάνω σκοπών, ο Ε.Δ.Σ.Ν.Α. δύναται να κατασκευάζει και να λειτουργεί Κέντρα Αποτέφρωσης Νεκρών (Κ.Α.Ν.) σε εκτάσεις ιδιοκτησίας του ή που του έχουν παραχωρηθεί κατά χρήση, κατόπιν απόφασης του Διοικητικού του Συμβουλίου και σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του ν. 3448/2006 (Α' 57), όπως ισχύει.»
Άρθρο 15
Επιλογή τόπου ενταφιασμού
Μετά το άρθρο 35 του ν. 344/1976 (Α'143) προστίθεται άρθρο 35Α ως εξής:
«Αρθρο 35Α
Επιλογή τόπου ενταφιασμού προσώπου
1. Η επιλογή του τόπου ενταφιασμού είναι δικαίωμα του προσώπου.
2. Κάθε φυσικό πρόσωπο, εφόσον το επιθυμεί, μπορεί ελεύθερα με ρητή, χωρίς όρο ή αίρεση, δήλωσή του ενώπιον συμβολαιογράφου να ορίσει τον τύπο της τελετής της κηδείας του και τον τόπο ενταφιασμού του. Με τη δήλωσή του αυτή ορίζονται τα πρόσωπα, συγγενικά ή μη που θα εκτελέσουν την επιθυμία του, τα οποία με σχετική δήλωσή τους στο ίδιο συμβολαιογραφικό έντυπο αποδέχονται τη δήλωση του προσώπου και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να την εκτελέσουν.
3. Εφόσον τηρηθεί ο κατά τα ανωτέρω τύπος και η διατυπωθείσα επιθυμία του θανόντος δεν αντίκειται σε κανόνες δημόσιας τάξης, υγιεινής ή στα χρηστά ήθη, τα αρμόδια όργανα ή οι υπηρεσίες, που επιμελούνται της ταφής του νεκρού οφείλουν να συμμορφώνονται στη διατυπωθείσα επιθυμία του θανόντος χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση ή διαδικασία, ακόμη και αν εναντιωθούν συγγενείς οποιουδήποτε βαθμού.»
Άρθρο 16
Συμμόρφωση των δήμων και περιφερειών προς αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1. Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε βάρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, λόγω παράνομης πράξης ή παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας οργάνου δήμου ή περιφέρειας, ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης οφείλει, αμελλητί, να συμμορφωθεί πλήρως με το περιεχόμενο και το διατακτικό, αντιστοίχως της παραπάνω απόφασης, τεχνικές δε υπηρεσίες δήμων που παρέχουν διοικητική υποστήριξη στον υπόχρεο Δήμο σύμφωνα με το άρθρο 95 του ν. 3852/2010, όπως ισχύει, συμπεριλαμβανομένων και των αρμοδιοτήτων διοίκησης των συμβάσεων κατά την κείμενη νομοθεσία (όπως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας), οφείλουν υποχρεωτικώς να προβαίνουν σε κάθε ενέργεια και να εκδίδουν κάθε πράξη για όλα τα θέματα της αρμοδιότητάς τους και πέρα των αναφερόμενων στο άρθρο 94 του ν. 3852/2010, όπως ισχύει, που είναι απαραίτητες για τη συμμόρφωση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εάν ο Ο.Τ.Α. για οποιονδήποτε λόγο δεν συμμορφώνεται, ο Ελεγκτής Νομιμότητας ή μέχρι την έναρξη λειτουργίας της υπηρεσίας του Ελεγκτή Νομιμότητας ο ασκών χρέη Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή ο Συντονιστής τον καλεί, εγγράφως, να συμμορφωθεί εντός ορισμένης προθεσμίας η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες, αφού ο Ο.Τ.Α. έλαβε γνώση της σχετικής κλήσης, η μη έκδοση δε των απαιτούμενων για τη συμμόρφωση διοικητικών πράξεων από υπαλλήλους, περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, περιφερειακούς συμβούλους, δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, συμβούλους τοπικών ή δημοτικών κοινοτήτων και εκπροσώπους τοπικών κοινοτήτων, καθώς και η μη σύμπραξή τους σε αυτές ή σε ενέργειες που κρίνονται απαραίτητες για το σκοπό της συμμόρφωσης, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα κατά την έννοια των άρθρων 233 του ν. 3852/2010, όπως ισχύει, και 107 του ν. 3528/2007, όπως ισχύει.
2. Σε περίπτωση καταδίκης της Ελληνικής Δημοκρατίας λόγω παραβίασης του ενωσιακού δικαίου, εξαιτίας παράνομης πράξης ή παράλειψης οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, παρακρατείται το ισόποσο του προστίμου από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους που εγγράφονται κατ' έτος στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης παρακρατείται το ανωτέρω ποσό από τον οικείο Ο.Τ.Α..
Άρθρο 17
Πληροφοριακό Σύστημα Διασύνδεσης Ληξιαρχείων - Δημοτολογίων
Για τις εγγραφές, διαγραφές και μεταβολές των στοιχείων των οικογενειακών μερίδων στα δημοτολόγια των δήμων εξαιτίας ληξιαρχικών γεγονότων, τα οποία έχουν καταχωριστεί στο Πληροφοριακό Σύστημα Διαχείρισης Ληξιαρχικών Πράξεων του άρθρου 8Α του ν. 344/1976 (Α' 143), όπως ισχύει, δημιουργείται στο Υπουργείο Εσωτερικών Πληροφοριακό Σύστημα Διασύνδεσης Ληξιαρχείων- Δημοτολογίων. Με το πληροφοριακό αυτό σύστημα υπάλληλοι υπηρεσιών δημοτολογίου των δήμων που είναι διαπιστευμένοι χρήστες, με κωδικούς πρόσβασης, που τους αποδίδει η Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, αντλούν αντίτυπα ληξιαρχικών πράξεων αποκλειστικά και μόνο προς χρήση της υπηρεσίας δημοτολογίου τους. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης καθορίζεται η έναρξη λειτουργίας του πληροφοριακού αυτού συστήματος, ο τρόπος ενημέρωσης των στοιχείων των οικογενειακών μερίδων στα δημοτολόγια και κάθε άλλη λεπτομέρεια χρήσης του.
Άρθρο 18
Ρυθμίσεις σχετικά με τη ΔΕΘ-ΗΕLEXPO A.E.
1. Η παρ. 12 του άρθρου 12 του ν. 4109/2013 (Α' 16), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«12. Τα ΑΚ 18344, 18678 και 18679 ανταλλάξιμα κτήματα, τα οποία τελούν υπό τη διαχείριση της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης του Υπουργείου Οικονομικών, μεταβιβάζονται δια του παρόντος κατά πλήρη κυριότητα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε. (Δ.Ε.Θ.-HELEXPO Α.Ε.)». Τα ανωτέρω ακίνητα προσδιορίζονται βάσει τοπογραφικού διαγράμματος, που συντάσσεται με ευθύνη της Δ.Ε.Θ.-HELEXPO Α.Ε. και θεωρείται από την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης του Υπουργείου Οικονομικών. Η ως άνω μεταβίβαση της κυριότητας μεταγράφεται στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης στο όνομα της Δ.Ε.Θ.-HELEXPO Α.Ε.. Η μεταβίβαση της κυριότητας των παραπάνω ανταλλάξιμων κτημάτων, καθώς και η μεταγραφή, απαλλάσσονται, ανεξαιρέτως, από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά, αμοιβή ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένου του φόρου μεταβίβασης, τέλους, εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε Ν.Π.Δ.Δ., Ασφαλιστικών Οργανισμών ή τρίτων, δικαιωμάτων συμβολαιογράφων, δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών και αμοιβών ή ανταποδοτικών τελών υποθηκοφυλάκων.»
2. Η παρ. 14 του άρθρου 12 του ν. 4109/2013, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«14. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος οι σκοποί της απορροφώσας εταιρίας είναι οι ακόλουθοι: α) η διοργάνωση εκθέσεων, συνεδρίων, επιχειρηματικών αποστολών και γενικότερα εκδηλώσεων στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, β) η παροχή προς το Ελληνικό Κράτος συμβουλευτικών υπηρεσιών σε θέματα εκθεσιακής πολιτικής, διοργάνωση εκθέσεων, συνεδρίων και γενικότερα εκδηλώσεων, γ) η ενημέρωση της πολιτείας σχετικά με την εκθεσιακή δραστηριότητα της Χώρας, δ) η διαχείριση και εκμετάλλευση εταιρικών συμμετοχών, ε) η διαχείριση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη ακινήτων με κάθε πρόσφορο τρόπο, στ) η διαχείριση εκμετάλλευση και ανάπτυξη εκθεσιακών σημάτων με κάθε πρόσφορο τρόπο, ζ) η διαχείριση και εκμετάλλευση ραδιοφωνικού σταθμού, η) όσοι άλλοι αναφερθούν στο καταστατικό της και ιδιαίτερα εκείνοι που αποβλέπουν στη διατήρηση και ενίσχυση του εθνικού εκθεσιακού της ρόλου και τη λειτουργία των εκθεσιακών της κέντρων.
Για τους σκοπούς αυτούς, η εταιρεία Δ.Ε.Θ. - HELEXPO Α.Ε. μπορεί να συμβάλλεται με νομικά πρόσωπα που μνημονεύονται στις διατάξεις των άρθρων 225 παρ. 1 του ν. 3463/2006 (Α' 114), 100 παρ. 1 του ν. 3852/2010 (Α' 87) και παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/ 1982 στο πλαίσιο προγραμματικών συμβάσεων για την μελέτη και εκτέλεση έργων και προγραμμάτων, καθώς και για την παροχή συναφών υπηρεσιών. Προγραμματικές συμβάσεις μεταξύ των παραπάνω νομικών προσώπων και της εταιρείας Δ.Ε.Θ. - HELEXPO Α.Ε. που έχουν συναφθεί, θεωρούνται έγκυρες για κάθε συνέπεια.
Για την πραγματοποίηση των σκοπών της και για την προετοιμασία, λειτουργία και υποστήριξη των διαφόρων εκδηλώσεων της η Δ.Ε.Θ. - HELEXPO Α.Ε. δύναται να απασχολεί εθελοντές με ηθικό αντάλλαγμα ή/και καλύπτοντας το κόστος εξόδων σίτισης και μετακινήσεων σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές.»
3. Εισάγεται ερμηνευτική διάταξη της παρ. 18 του άρθρου 12 του ν. 4109/2013, η οποία έχει ως εξής:
«Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής η απορροφώσα εταιρεία δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα του ν. 2190/1994 (Α' 28), και δεν εφαρμόζονται σε αυτήν, καθώς και στις εταιρείες το Μετοχικό Κεφάλαιο των οποίων ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στην εταιρεία Δ.Ε.Θ. - HELEXPO Α.Ε., οι διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο, με εξαίρεση όσων ρητά ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Διατάξεις νόμων που αναφέρονται σε επιχειρήσεις, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οργανισμούς ή φορείς, γενικά, του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν αφορούν στην παραπάνω εταιρεία, εκτός εάν ορίζεται ρητά ότι εφαρμόζονται και σε αυτή.
Άρθρο 19
Ένταξη τρίτεκνων οικογενειών στο ν. 2643/1998 (Α' 220)
1. Το εδάφιο α' της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2643/1998 (Α' 220) όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι ακόλουθες κατηγορίες προσώπων:
α. Οι πολύτεκνοι γονείς με τέσσερα (4) τέκνα και άνω, οι τρίτεκνοι γονείς, ένα από τα τέκνα πολύτεκνης οικογένειας, ένα από τα τέκνα τρίτεκνης οικογένειας και ο επιζών ή ο άγαμος γονέας τριών ανήλικων τέκνων».
2. Μετά την παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 2643/1998 (Α' 220) όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος ως εξής:
«Ο αριθμός των μορίων για τους τρίτεκνους γονείς, με βάση το κριτήριο της οικογενειακής κατάστασης καθορίζεται ως εξής:
Για γονέα με τρία τέκνα διακόσια (200) μόρια. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, προστίθενται πενήντα (50) επιπλέον μόρια για κάθε ανήλικο τέκνο. Στην περίπτωση που ο ένας από τους συζύγους δεν εργάζεται, προστίθενται πενήντα (50) μόρια».
3. Μετά την παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 2643/1998 (Α' 220) όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος ως εξής:
«Ο αριθμός των μορίων για τα τέκνα τρίτεκνης οικογένειας, με βάση το κριτήριο της οικογενειακής κατάστασης, καθορίζεται ως εξής:
Για τρίτεκνη οικογένεια εκατό (100) μόρια. Αν μεταξύ αυτών υπάρχουν ανήλικα τέκνα, προστίθενται πενήντα (50) επιπλέον μόρια για κάθε ανήλικο τέκνο».
Άρθρο 20
Θέματα Φύλλου Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και Εθνικού Τυπογραφείου
1. Η παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3469/2006 «Εθνικό Τυπογραφείο, Εφημερίς της Κυβερνήσεως και λοιπές διατάξεις» (Α' 131) τροποποιείται ως εξής:
«1. Η «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» εκδίδεται μόνο από το Εθνικό Τυπογραφείο, κατά τους ορισμούς του νόμου αυτού και των διαταγμάτων και πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή του, και φέρει τον τίτλο «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας».»
2. Η περίπτωση α' της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 3469/ 2006, αντικαθίσταται ως εξής:
«α) σε περίληψη, ατομικά διατάγματα και πράξεις διορισμού, μετάταξης, μεταφοράς, υποβιβασμού, αποδοχής παραίτησης και απόλυσης των δημοσίων λειτουργών, των δημοσίων πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων κάθε κατηγορίας, του προσωπικού των Ανεξαρτήτων Διοικητικών Αρχών και των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και σύστασης, μεταφοράς, μετατροπής και κατάργησης θέσεων, οι οποίες διενεργούνται με τα ως άνω διατάγματα και πράξεις».
3. Η περίπτωση δ' της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 3469/2006, αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) οι πράξεις σύστασης και συγκρότησης κάθε είδους επιτροπών, συμβουλίων, ομάδων εργασίας και συναφών οργάνων γνωμοδοτικής ή άλλης αρμοδιότητας, εφόσον τα μέλη τους θα λαμβάνουν οποιουδήποτε είδους αμοιβή ή αποζημίωση».
4. Με απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και του οικείου Υπουργού ή του οικείου οργάνου διοίκησης για την περίπτωση Ν.Π.Δ.Δ. (π.χ. της ΕΛΣΑΤ), μπορεί να ρυθμίζονται θέματα συνεργασίας του Εθνικού Τυπογραφείου με τις άλλες εκτυπωτικές μονάδες του Δημοσίου.
Τα ρυθμιζόμενα θέματα μπορεί να αφορούν ιδίως τη μετακίνηση, απόσπαση ή μετάταξη προσωπικού στο Εθνικό Τυπογραφείο, την εκχώρηση ή το δανεισμό μηχανημάτων σε αυτό, την ανάθεση στο Εθνικό Τυπογραφείο μέρους ή και του συνόλου μιας εκτυπωτικής εργασίας που έχει ανατεθεί σε άλλη εκτυπωτική μονάδα με την πρόβλεψη, εφόσον κριθεί αναγκαίο, της διάθεσης προσωπικού από τη μονάδα αυτή για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας.
Με όμοιες αποφάσεις μπορεί να ανατίθεται σε άλλη εκτυπωτική μονάδα του Δημοσίου, μέρος από μια εργασία εκτύπωσης που έχει αναλάβει το Εθνικό Τυπογραφείο, όταν δεν επαρκούν τα τεχνικά μέσα που διαθέτει ή το προσωπικό για να την ολοκληρώσει. Στην περίπτωση που η εκτυπωτική μονάδα στην οποία ανατίθεται μέρος της εργασίας, δεν διαθέτει το απαραίτητο προσωπικό, μπορεί να προβλέπεται η διάθεση προσωπικού του Εθνικού Τυπογραφείου για την εκτέλεσή της.
Με τις ανωτέρω αποφάσεις ρυθμίζονται και όλες οι σχετικές με την συνεργασία λεπτομέρειες, περιλαμβανομένης και της σύστασης θέσεων στο Εθνικό Τυπογραφείο.
Άρθρο 21
Τροποποιείται το άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 3386/2005, όπως ισχύει και προστίθεται εδάφιο β' ως εξής:
«β. Οι εγγυητικές επιστολές οι οποίες είχαν κατατεθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3386/2005 και του ν. 3536/2007 και των σχετικών κοινών υπουργικών αποφάσεων, από αγρότες όλης της Ελλάδος για την είσοδο και απασχόληση (μετάκληση) στην Ελλάδα αγρεργατών, υπηκόων τρίτων χωρών, και οι οποίες δεν έχουν επιστραφεί και παραμένουν στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της χώρας και στα σχετικά τραπεζικά πιστωτικά ιδρύματα, πρέπει τα σώματα των εγγυητικών επιστολών να επιστραφούν στους αγρότες- εργοδότες χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, εξόδων, τόκων και χωρίς καμία επιβάρυνσή τους, με ταυτόχρονη δήλωση απαλλαγής από κάθε ευθύνη».
Άρθρο 22
Ρύθμιση για τη χορήγηση επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011
Στους μόνιμους υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών που έχουν ως σκοπό την προσωρινή αποθήκευση, επεξεργασία, ανακύκλωση και εν γένει αξιοποίηση και διάθεση στερεών αποβλήτων, οι οποίοι εργάζονται κατά πλήρες ωράριο και ανεξαρτήτως ειδικότητας στους χώρους υγειονομικής ταφής, στην ανακύκλωση, στα κέντρα διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών, στους σταθμούς μεταφόρτωσης και στις μονάδες επεξεργασίας απορριμμάτων, χορηγείται, εκτός από το βασικό μισθό και τις λοιπές προβλεπόμενες αποδοχές τους, και το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011, με την επιφύλαξη της επικείμενης ευθυγράμμισης του σχετικού καθεστώτος με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή νομοθεσία έως τις 31.12.2017. Το ποσό του επιδόματος για τις ανωτέρω κατηγορίες υπαλλήλων ορίζεται σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως. Καταβολές του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που έχουν γίνει, στο ως άνω προσωπικό πριν από τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του παρόντος άρθρου θεωρούνται νόμιμες.
Άρθρο 23
Αρμοδιότητες υλοποίησης έργων διαχείρισης στερεών αποβλήτων
Η παρ. 11 του άρθρου 17 του ν. 4071/2012, όπως ισχύει καταργείται.
Άρθρο 24
Ρυθμίσεις για το Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης
Στο ν. 4325/2015, όπως ισχύει, προστίθεται άρθρο 28Α ως ακολούθως:
«Αρθρο 28Α
1. Ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης εκπροσωπεί την Αποκεντρωμένη Διοίκηση και προΐσταται των υπηρεσιών και των υπαλλήλων αυτής. Κατευθύνει, συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει τη δράση των υπηρεσιών και των υπαλλήλων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Ασκεί τις αρμοδιότητες που ασκούσε ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας, καθώς και κάθε άλλη αρμοδιότητα που απονέμεται σε αυτόν ή σε υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης βάσει νόμου. Είναι πειθαρχικώς προϊστάμενος των υπαλλήλων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και μπορεί να επιβάλει την ποινή του προστίμου έως και τις αποδοχές δύο μηνών.
2. Ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης για θέματα που αναφέρονται στην υπηρεσιακή του κατάσταση υπάγεται στον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Επίσης, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου του άρθρου 160 του Υπαλληλικού Κώδικα.
3. Την πειθαρχική εξουσία στον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης ασκούν:
α. Ο Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
β. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Ο Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης μπορεί να επιβάλει στον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης την ποινή του προστίμου έως τις αποδοχές ενός μηνός. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλει οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή. Κατά των αποφάσεων του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή στον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης ασκείται προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
4. Την πειθαρχική εξουσία στους υπαλλήλους της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ασκούν:
α. Ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
β. Ο προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης.
γ. Ο προϊστάμενος Διεύθυνσης.
δ. Το κοινό Πειθαρχικό Συμβούλιο των υπαλλήλων του Υπουργείου Εσωτερικών, των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των φορέων που υπάγονται σε αυτές.
ε. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο για τους Προϊσταμένους των Γενικών Διευθύνσεων.
5. α. Ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης με απόφασή του, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να μεταβιβάζει στους προϊσταμένους των οργανικών μονάδων της ορισμένες από τις αρμοδιότητές του ή το δικαίωμα υπογραφής «με εντολή Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης».
β. Σε περίπτωση έκδοσης διοικητικής πράξης με βάση την προηγούμενη παράγραφο, αναφέρεται στο προοίμιο η εξουσιοδοτική πράξη.
γ. Η κανονιστική πράξη για την ανάθεση αρμοδιοτήτων ή για την εξουσιοδότηση υπογραφής παραμένει σε ισχύ μέχρι την ανάκλησή της.
6. Τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. ΔΙΔΚ/Φ1/2/27098/ 12.10.2007 απόφαση (Β' 2023), όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 2778/27.1.2014 όμοια (Β' 267) που αφορούν στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης εφαρμόζονται αναλογικά και για τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης».
7.α. Αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης για το χειρισμό των θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης και πειθαρχικού ελέγχου του Συντονιστή είναι το Τμήμα Οργάνωσης Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, το οποίο εφεξής μετονομάζεται σε «Τμήμα Οργάνωσης και Λειτουργίας Αποκεντρωμένων Διοικήσεων».
β. Κατά πράξεων του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης που αφορούν στην άσκηση αρμοδιοτήτων του ως προϊσταμένου των υπηρεσιών και του προσωπικού της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η προβλεπόμενη από το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2503/ 1997 ειδική διοικητική προσφυγή ασκείται ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
8. Σε περίπτωση μη ανανέωσης της θητείας του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο υπάλληλος επανέρχεται στο φορέα της οργανικής του θέσης, στον οποίο υπηρετούσε πριν από την επιλογή του και καταλαμβάνει προσωποπαγή θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, χωρίς να λαμβάνει το επίδομα θέσης προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, μέχρις ότου κενωθεί αντίστοιχη οργανική θέση. Κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, τα καθήκοντά του καθορίζονται με απόφαση του αρμοδίου για το διορισμό οργάνου του φορέα της οργανικής του θέσης.
Ο χρόνος της θητείας του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική θέση του υπαλλήλου για κάθε συνέπεια.
9. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, κατόπιν αιτιολογημένης γνώμης του Συμβουλίου Υπηρεσιακής Κατάστασης Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του πριν από τη λήξη της θητείας του, για σοβαρό λόγο αναγόμενο στην πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Ο Συντονιστής μπορεί, επίσης, να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του με αίτησή του για προσωπικούς λόγους, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του Συμβουλίου Υπηρεσιακής Κατάστασης Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων που συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις και ανεξάρτητα από τους λόγους της απαλλαγής του, στερείται του δικαιώματος υποψηφιότητας και επιλογής ως Συντονιστή για μία τριετία από την επομένη της έκδοσης της απόφασης απαλλαγής του από τα καθήκοντα Συντονιστή. Η στέρηση του δικαιώματος υποψηφιότητας και επιλογής δεν υφίσταται στην περίπτωση που ο υποψήφιος αιτηθεί την απαλλαγή του μετά την επιλογή του και προ της έκδοσης της απόφασης διορισμού. Στην περίπτωση αυτή τοποθετείται ο αμέσως επόμενος στη σειρά κατάταξης υποψήφιος.
10. Σε περίπτωση κένωσης θέσης Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης πριν από τη λήξη της θητείας του υπηρετούντος, η θέση προκηρύσσεται το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την κένωσή της και επιλέγεται Συντονιστής για το υπόλοιπο της θητείας, με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος που υπολείπεται μέχρι τη λήξη της θητείας είναι ίσος ή μεγαλύτερος του ενός (1) έτους. Εάν ο χρόνος που υπολείπεται μέχρι τη λήξη της θητείας είναι μικρότερος του ενός (1) έτους, ασκεί τα καθήκοντα του Συντονιστή ο αρχαιότερος προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Σε περίπτωση μη ύπαρξης αρχαιότερου προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, καθήκοντα Συντονιστή ασκεί ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης που θα οριστεί με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
Σε περίπτωση σύστασης θέσης Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης η θέση προκηρύσσεται το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από τη σύστασή της και επιλέγεται Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης για πλήρη θητεία.
Μέχρι το διορισμό Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ασκεί τα καθήκοντα του Συντονιστή ο αρχαιότερος προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Σε περίπτωση μη ύπαρξης αρχαιότερου προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, καθήκοντα Συντονιστή ασκεί ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης που θα οριστεί με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
11. Αν δεν υποβληθούν αιτήσεις υποψηφιότητας για τη θέση του Συντονιστή για μία ή περισσότερες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, η προθεσμία της προκήρυξης, για τη συγκεκριμένη θέση ή θέσεις, δύναται να επανακαθορίζεται με ανακοίνωση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Εφόσον και πάλι δεν υποβληθούν αιτήσεις, η θέση ή θέσεις επαναπροκηρύσσονται. Στη νέα διαδικασία επιλογής, μπορούν να επιλεγούν για τη θέση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (μόνιμοι υπάλληλοι και υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), της κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, εφόσον:
α. Έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης για ένα (1) έτος τουλάχιστον ή
β. έχουν δεκαπέντε (15) τουλάχιστον έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης για τρία (3) τουλάχιστον έτη.
γ. Η επιλογή τους στη θέση του προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης ή/και στη θέση προϊσταμένου Διεύθυνσης προέκυψε από υπηρεσιακό συμβούλιο, εκτός εάν δεν πραγματοποιήθηκαν κρίσεις από το αρμόδιο κατά τις οικείες διατάξεις υπηρεσιακό συμβούλιο κατά την τελευταία διετία.
12. Σε περίπτωση που δεν θέσει υποψηφιότητα υπάλληλος που να πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις, μπορούν να επιλεγούν για τη θέση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (μόνιμοι υπάλληλοι και υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), της κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, εφόσον:
α. έχουν δώδεκα (12) τουλάχιστον έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης για δύο (2) τουλάχιστον έτη.
β. Η επιλογή τους στη θέση του προϊσταμένου Διεύθυνσης προέκυψε από υπηρεσιακό συμβούλιο, εκτός εάν δεν πραγματοποιήθηκαν κρίσεις από το αρμόδιο κατά τις οικείες διατάξεις υπηρεσιακό συμβούλιο κατά την τελευταία διετία.
Σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για την επιλογή υπάλληλος που αποχωρεί, αυτοδικαίως, από την υπηρεσία εντός τριών (3) ετών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της υποψηφιότητάς του. Ο ανωτέρω περιορισμός δεν ισχύει στην περίπτωση, κατά την οποία, ο υπάλληλος περιλαμβάνει στην αίτησή του ρητή δέσμευση ότι, σε περίπτωση που επιλεγεί, παραμένει στην υπηρεσία του μέχρι τη λήξη της θητείας και πάντως όχι πέραν του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας του. Δεν μπορεί να επιλεγεί εκείνος κατά του οποίου έχει επιβληθεί τελεσίδικα πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου των αποδοχών του, καθώς και εκείνος που έχει παραπεμφθεί με αμετάκλητο βούλευμα ή με απευθείας κλήση, στο ακροατήριο, για κακούργημα ή για πλημμέλημα της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3528/2007 (Α' 26). Το κώλυμα επιλογής της παραγράφου αυτής δεν πρέπει να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής της αίτησης υποψηφιότητας όσο και κατά την ημερομηνία τοποθέτησης από το αρμόδιο όργανο. Μέχρι το διορισμό του Συντονιστή, ασκεί τα καθήκοντα του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο αρχαιότερος προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Σε περίπτωση μη ύπαρξης αρχαιότερου προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, καθήκοντα Συντονιστή ασκεί ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης που θα οριστεί με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.»
Άρθρο 25
Συντονιστικό Συμβούλιο Αποκεντρωμένων Διοικήσεων
1. Συστήνεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Συντονιστικό Συμβούλιο Αποκεντρωμένων Διοικήσεων στο οποίο συμμετέχει ο Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, ως πρόεδρος, και οι Συντονιστές των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων ως μέλη. Στο Συμβούλιο συμμετέχει και ο αρμόδιος Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου ανάλογα με τα εξεταζόμενα θέματα συμμετέχουν και οι καθ' ύλην αρμόδιοι Υπουργοί. Το Συντονιστικό Συμβούλιο Αποκεντρωμένων Διοικήσεων υποστηρίζεται γραμματειακά από υπαλλήλους της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. Η Γραμματεία του Συμβουλίου έχει την ευθύνη σύνταξης της σχετικής πρόσκλησης, στην οποία θα περιλαμβάνονται και τα προς συζήτηση θέματα.
2. Το Συμβούλιο συγκαλείται από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και αποσκοπεί στο συντονισμό της δράσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, στην επίλυση θεμάτων που ανακύπτουν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων, οι οποίες έχουν απονεμηθεί από τα καθ' ύλην αρμόδια Υπουργεία στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση, στην αντιμετώπιση σημαντικών ζητημάτων που σχετίζονται με τη λειτουργία τους, καθώς και στη χάραξη οριζόντιων δράσεων ανά τομέα πολιτικής των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου κοινοποιούνται στις αρμόδιες υπηρεσίες των Υπουργείων, προκειμένου να προωθηθούν νομοθετικές ρυθμίσεις ή να εκδοθούν διευκρινιστικές εγκύκλιοι. Το Συμβούλιο συνέρχεται τακτικά τέσσερις (4) φορές το χρόνο και κατά περίπτωση για ειδικά θέματα σε έκτακτες συνεδριάσεις. Η θεματολογία κάθε συνεδρίασης ορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, κατόπιν προτάσεων που υποβάλλουν οι καθ' ύλην αρμόδιοι Υπουργοί, οι Συντονιστές των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και η Διεύθυνση Οργάνωσης και Λειτουργίας Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. Τα πρακτικά του Συμβουλίου τηρούνται στο αρχείο της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Αποκεντρωμένων Διοικήσεων.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης μπορεί να ορίζονται επιμέρους θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του Συμβουλίου, καθώς και να συστήνονται θεματικές Ομάδες Εργασίας, στις οποίες συμμετέχουν υπηρεσιακά στελέχη του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, άλλων Υπουργείων και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
Άρθρο 26
Αντισταθμιστική εκπαίδευση
1. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) «Αντισταθμιστική εκπαίδευση»: στην έννοια της αντισταθμιστικής εκπαίδευσης υπάγονται η ενισχυτική διδασκαλία των μαθητών γυμνασίου, η πρόσθετη διδακτική στήριξη των μαθητών όλων των τύπων λυκείου, η ενισχυτική διδασκαλία και η πρόσθετη διδακτική στήριξη που παρέχεται στα Καταστήματα Κράτησης, η κατ' ιδίαν διδασκαλία που παρέχεται σε κρατούμενους, καθώς και η διδασκαλία που παρέχεται στα τμήματα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που λειτουργούν στο πλαίσιο εγκεκριμένων Οργανισμών Θεραπείας του ν. 4139/2013 (Α' 74).
β) «Ενισχυτική διδασκαλία»: είναι η διδασκαλία που έχει ως σκοπό την επανένταξη των μαθητών στη διαδικασία μάθησης και τη βελτίωση της απόδοσής τους ώστε να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση, να μειωθεί η μαθητική διαρροή και η πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου, και να αυξηθούν τα ποσοστά πρόσβασης στην δεύτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
γ) «Πρόσθετη διδακτική στήριξη»: σκοπός της πρόσθετης διδακτικής στήριξης είναι η επανένταξη των μαθητών στην διαδικασία μάθησης, η μείωση της μαθητικής διαρροής, η βελτίωση της απόδοσής τους, ώστε να ολοκληρώσουν την δεύτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με επιπρόσθετο στόχο την ενίσχυση της προοπτικής πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
2. Τα προγράμματα αντισταθμιστικής εκπαίδευσης υλοποιούνται:
α) στα Σχολικά Κέντρα Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης, τα οποία είναι δυνατό να λειτουργούν σε κάθε γυμνάσιο ή λύκειο ή ανά ομάδες όμορων σχολικών μονάδων γυμνασίου ή λυκείου,
β) στα τμήματα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που λειτουργούν στο πλαίσιο των εγκεκριμένων Οργανισμών Θεραπείας του άρθρου 51 του ν. 4139/2013 (Α' 74), όπως ισχύει,
γ) στα Σχολικά Κέντρα Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης, τα οποία είναι δυνατόν να λειτουργούν στα Καταστήματα Κράτησης όπου λειτουργούν Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2525/1997 (Α' 188) ή/και γυμνάσια και λύκεια, και
δ) στο πλαίσιο της κατ' ιδίαν διδασκαλίας των κρατουμένων στα καταστήματα κράτησης.
3. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται η έναρξη και η λήξη λειτουργίας των Σχολικών Κέντρων Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 για κάθε σχολικό έτος, τα διδακτέα μαθήματα, τα κριτήρια επιλογής και ο αριθμός των συμμετεχόντων μαθητών, οι ώρες διδασκαλίας, τα κριτήρια επιλογής και τα καθήκοντα του Υπευθύνου Σχολικού Κέντρου Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης και κάθε άλλο σχετικό θέμα για τη λειτουργία και οργάνωση των Σχολικών Κέντρων. Κύριο κριτήριο επιλογής των μαθητών που έχουν ανάγκη αντισταθμιστικής εκπαίδευσης αποτελεί η επίδοσή τους από την αρχή κάθε σχολικού έτους. Κύριο κριτήριο επιλογής του Υπευθύνου Σχολικού Κέντρου Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης συνιστά η διδακτική εμπειρία και η διοικητική του επάρκεια. Με απόφαση του αρμοδίου Περιφερειακού Διευθυντή Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που εκδίδεται κάθε σχολικό έτος ορίζονται οι σχολικές μονάδες στις οποίες λειτουργούν τα ανωτέρω Σχολικά Κέντρα Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης και ορίζεται ένας μόνιμος εκπαιδευτικός ως Υπεύθυνος του Κέντρου αυτού.
4. Η λειτουργία των τμημάτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που λειτουργούν στο πλαίσιο των εγκεκριμένων Οργανισμών Θεραπείας του ν.4139/2013 της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 εποπτεύεται από πενταμελή επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και στην οποία μετέχουν δύο εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, δύο εκπρόσωποι της ομάδας θεραπευτών και ο επιστημονικός υπεύθυνος της μονάδας απεξάρτησης.
Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται: α) Οι αρμοδιότητες της ανωτέρω επιτροπής. β) Τα κριτήρια επιλογής των εκπαιδευτικών που στελεχώνουν τα ανωτέρω τμήματα, καθώς και του Υπεύθυνου του τμήματος. Κύρια κριτήρια επιλογής αποτελούν ιδίως η διδακτική εμπειρία σε τμήματα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που λειτουργούν στο πλαίσιο των εγκεκριμένων Οργανισμών Θεραπείας του άρθρου 51 του ν. 4139/2013 (Α' 74), η παιδαγωγική κατάρτιση, οι επικοινωνιακές δεξιότητες και η συνολική συγκρότηση της προσωπικότητας των υποψηφίων καθώς και η εκπαίδευση στην προβληματική της εξάρτησης και η συμμετοχή σε εκπαίδευση και εποπτεία από το θεραπευτικό πλαίσιο. γ) Κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά στην οργάνωση και λειτουργία των τμημάτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
5. Για το σύνολο των εκπαιδευτικών θεμάτων που αφορούν στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση της αντισταθμιστικής εκπαίδευσης που υλοποιείται στα Καταστήματα Κράτησης της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2, καθώς και στο πλαίσιο της κατ' ιδίαν διδασκαλίας των κρατουμένων της περίπτωσης δ' της παραγράφου 2 αποφασίζει ο Περιφερειακός Διευθυντής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Όσον αφορά την περίπτωση γ' της παραγράφου 2, ο Περιφερειακός Διευθυντής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης λαμβάνει υπόψη του κατά τον ανωτέρω σχεδιασμό και υλοποίηση τη γνώμη του αρμοδίου Συμβούλου Εκπαίδευσης Κρατουμένων ή, ελλείψει αυτού, την γνώμη του εκπαιδευτικού που ορίζει ο διευθυντής της σχολικής μονάδας που λειτουργεί στο συγκεκριμένο κατάστημα κράτησης. Όσον αφορά την περίπτωση δ' της παραγράφου 2, ο Περιφερειακός Διευθυντής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης λαμβάνει υπόψη του κατά τον σχεδιασμό και υλοποίηση του προγράμματος αντισταθμιστικής εκπαίδευσης τη γνώμη του αρμοδίου Συμβούλου Εκπαίδευσης Κρατουμένων ή, ελλείψει αυτού, τη γνώμη του αρμοδίου κοινωνικού λειτουργού σε συνεργασία με τον εκπαιδευτικό που ορίζει ο διευθυντής της σχολικής μονάδας που λειτουργεί στο συγκεκριμένο κατάστημα κράτησης ή, ελλείψει κοινωνικού λειτουργού, την γνώμη του εκπαιδευτικού που ορίζει ο διευθυντής της σχολικής μονάδας που λειτουργεί στο συγκεκριμένο κατάστημα κράτησης.
6. Τα Σχολικά Κέντρα Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 στελεχώνονται από προσωρινούς αναπληρωτές και ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς που προσλαμβάνονται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, με βάση την κατάταξη των υποψηφίων στον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται η διαδικασία υποβολής αίτησης, καθώς επίσης οι όροι σύναψης, τροποποίησης και λύσης των συμβάσεων των ανωτέρω εκπαιδευτικών. Με την ίδια απόφαση είναι δυνατό να προβλέπεται η κατά προτεραιότητα στελέχωση των Σχολικών Κέντρων Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 από μόνιμους εκπαιδευτικούς ή αναπληρωτές εκπαιδευτικούς πλήρους ωραρίου που δεν συμπληρώνουν το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας και μέχρι συμπλήρωσης του ωραρίου αυτού.
7. Τα τμήματα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που λειτουργούν στο πλαίσιο των εγκεκριμένων Οργανισμών Θεραπείας του άρθρου 51 του ν. 4139/2013 (Α' 74) όπως ισχύει, μπορεί να στελεχώνονται: α) από μονίμους εκπαιδευτικούς ή αναπληρωτές εκπαιδευτικούς πλήρους ωραρίου που δεν συμπληρώνουν το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας και μέχρι τη συμπλήρωση του ωραρίου αυτού, β) από μόνιμους εκπαιδευτικούς που παρέχουν υπερωριακή απασχόληση και γ) από αναπληρωτές και ωρομισθίους εκπαιδευτικούς.
Η επιλογή των μονίμων και των αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών στα ανωτέρω τμήματα, καθώς και του Υπευθύνου του τμήματος λαμβάνει χώρα ως εξής: Ο οικείος Περιφερειακός Διευθυντής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, εκδίδει Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για τη στελέχωση των τμημάτων της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής που ορίζονται στην Υπουργική Απόφαση της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Η επιτροπή της παραγράφου 4 διενεργεί συνέντευξη των υποψηφίων εκπαιδευτικών και επιλέγει τους εκπαιδευτικούς που θα στελεχώσουν τα ανωτέρω τμήματα, συντάσσοντας σχετικό πρακτικό στο οποίο περιλαμβάνεται αξιολογικός πίνακας των υποψηφίων και αιτιολογημένη για την επιλογή κρίση.
Με απόφαση του οικείου Περιφερειακού Διευθυντή Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης διατίθενται οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί που επιλέγονται για να διδάξουν προς συμπλήρωση ωραρίου στα τμήματα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που λειτουργούν στο πλαίσιο των εγκεκριμένων Οργανισμών Θεραπείας του ν. 4139/ 2013 (Α' 74).
Η ανάθεση υπερωριακής απασχόλησης στους μόνιμους εκπαιδευτικούς που επιλέγονται για να διδάξουν στα τμήματα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που λειτουργούν στο πλαίσιο των εγκεκριμένων Οργανισμών Θεραπείας του ν. 4139/2013 (Α' 74) γίνεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων. Η αποζημίωση για την παρασχεθείσα υπερωριακή απασχόληση καταβάλλεται από τις υπηρεσίες όπου ανήκουν οργανικά οι ανωτέρω εκπαιδευτικοί.
8. Η επιλογή μονίμων, προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών για τη διδασκαλία στα Σχολικά Κέντρα Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης των Καταστημάτων Κράτησης της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2, καθώς και στο πλαίσιο της κατ' ιδίαν διδασκαλίας των κρατουμένων της περίπτωσης δ' της παραγράφου 2 λαμβάνει χώρα ως εξής:
Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα κριτήρια επιλογής των ανωτέρω εκπαιδευτικών. Κύρια κριτήρια επιλογής αποτελούν ιδίως τα τυπικά προσόντα, καθώς και η διδακτική εμπειρία σε σχολεία που λειτουργούν στα Καταστήματα Κράτησης ή σε σχολεία διαπολιτισμικής εκπαίδευσης ή σε τάξεις υποδοχής ή φροντιστηριακά τμήματα.
Ο οικείος Περιφερειακός Διευθυντής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης εκδίδει σχετική Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος, σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής που ορίζονται στην υπουργική απόφαση του προηγούμενου εδαφίου. Κατόπιν, καταρτίζεται σχετικός αξιολογικός πίνακας των υποψηφίων. Η επιλογή των μόνιμων, προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών για τη στελέχωση των Σχολικών Κέντρων Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης των Καταστημάτων Κράτησης της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 και για την κατ' ιδίαν διδασκαλία των κρατουμένων της περίπτωσης δ' της παραγράφου 2 διενεργείται με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης με βάση τον ανωτέρω αξιολογικό πίνακα.
9. Με απόφαση του οικείου Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης είναι δυνατό να τροποποιείται ο αριθμός ωρών διδασκαλίας των εκπαιδευτικών που διδάσκουν στα Σχολικά Κέντρα Αντισταθμιστικής Εκπαίδευσης των περιπτώσεων α', και γ' της παραγράφου 2 του παρόντος, σε συνάρτηση προς τον αριθμό των μαθητών και τις διδακτικές τους ανάγκες. Αν κατά την διάρκεια ισχύος της σύμβασης, ο αριθμός των μαθητών μειωθεί ώστε να καθίσταται αδύνατη η απασχόληση του εκπαιδευτικού για τις ελάχιστες ώρες που προβλέπεται στο πρόγραμμα αντισταθμιστικής εκπαίδευσης, στοιχειοθετείται σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης αζημίως για το Δημόσιο.
10. Η αμοιβή των αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών στους φορείς υλοποίησης των προγραμμάτων αντισταθμιστικής εκπαίδευσης της παραγράφου 2 ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β' του ν. 4354/2015 (Α' 176).
11. Η υπηρεσία των εκπαιδευτικών του παρόντος άρθρου λογίζεται ως διδακτική προϋπηρεσία για κάθε συνέπεια.
12. Η αμοιβή των Υπευθύνων των παραγράφων 3, 4 και 7, όταν βαρύνει τον προϋπολογισμό συγχρηματοδοτούμενου προγράμματος, προσδιορίζεται στο εγκεκριμένο τεχνικό δελτίο του τελευταίου και δεν μπορεί να υπερβαίνει το μικτό ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως.
13. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται:
α) το άρθρο 27 του ν. 1304/1982 (Α' 144),
β) το άρθρο 4 του ν. 1824/1988 (Α' 296),
γ) η παράγραφος 10 του άρθρου 1 του ν. 2525/1997 (Α' 188), δ) το π.δ. 429/1991 (Α' 156),
ε) το τελευταίο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 26 του ν. 3879/2010 (Α'163)
στ) κάθε άλλη διάταξη που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 27
Ρύθμιση θεμάτων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, των Δημοσίων Βιβλιοθηκών και του Ο.Π.Ε.Β.
1. Στο τέλος του δευτέρου εδαφίου της περίπτωσης α', της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3149/2003 (Α' 141) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Σε περίπτωση λήξης της θητείας των μελών αυτή παρατείνεται αυτοδίκαια μέχρι του ορισμού νέων μελών.».
2. Στο τέλος του δευτέρου εδαφίου της περίπτωσης α'της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3149/2003 (Α'141) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Σε περίπτωση λήξης της θητείας των μελών αυτή παρατείνεται αυτοδίκαια μέχρι του ορισμού νέων μελών.»
3. Η παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 4250/2014 (Α' 74) αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος οι Υπουργοί, Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης συγκροτούν με απόφασή τους τριμελείς επιτροπές, ισάριθμες των Παραρτημάτων του καταργηθέντος Οργανισμού Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών (Ο.Π.Ε.Β.), αποτελούμενες από δύο υπαλλήλους της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος ή των Δημοσίων Βιβλιοθηκών ή Γενικών Αρχείων του Κράτους ή περιφερειακών υπηρεσιών ή σχολικών μονάδων του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, η έδρα των οποίων βρίσκεται πλησίον στις κατά τόπους βιβλιοθήκες του καταργηθέντος Ο.Π.Ε.Β., καθώς και από έναν υπάλληλο ανά Δήμο στη γεωγραφική περιοχή του οποίου βρίσκεται βιβλιοθήκη του Οργανισμού. Στα μέλη των ανωτέρω επιτροπών δεν καταβάλλεται αποζημίωση για τη συμμετοχή τους σε αυτές, εκτός των οδοιπορικών τους. Αντικείμενο των επιτροπών αυτών είναι η διενέργεια απογραφής όλων των κινητών και ακινήτων που κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου περιέρχονται στην κυριότητα και στην αποκλειστική χρήση και διαχείριση των οικείων Δήμων. Οι εκθέσεις απογραφής εγκρίνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.
Ταμειακά υπόλοιπα και υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών του Ο.Π.Ε.Β., καθώς και το τυχόν αδιάθετο ποσοστό της κρατικής επιχορήγησης μεταφέρονται, μέσα σε δύο μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος, με εντολή του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, σε λογαριασμό του Δημοσίου και αποτελούν έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού.»
Άρθρο 28
Ρυθμίσεις για την εύρυθμη λειτουργία και την ανάπτυξη του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου
1α. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 2552/ 1997 προστίθεται εδάφιο στ' ως εξής:
«στ. Οι Συντονιστές των Θεματικών Ενοτήτων που συγκροτούν ένα Πρόγραμμα Σπουδών συγκροτούν την Επιτροπή Προγράμματος Σπουδών (ΕΠΣ).»
β. Στο τέλος του εδαφίου της περίπτωσης β' της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2552/1997 (Α' 266) μετά τη φράση «απόφαση της» και πριν από τη λέξη «Κοσμητείας» προστίθεται φράση «Συγκλήτου έπειτα από γνώμη της».
2. Στο τέλος του εδαφίου α' της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 2552/1997 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Στις συνεδριάσεις της Κοσμητείας συμμετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου οι Διευθυντές Προγράμματος Σπουδών, που είναι μέλη ΔΕΠ άλλων Α.Ε.Ι.. Σε περίπτωση απουσίας τους ή σε περίπτωση παραίτησης ή καθ' οιονδήποτε λόγο έλλειψης, η Κοσμητεία νομίμως συνεδριάζει και λαμβάνει αποφάσεις χωρίς τη συμμετοχή τους.»
3.α. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ.6 του άρθρου 4 του ν. 2552/1997 (Α' 266) όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Τα μέλη Δ.Ε.Π. του Ε.Α.Π. δύνανται να είναι πλήρους ή μερικής απασχόλησης σύμφωνα με την κείμενη κάθε φορά νομοθεσία για τα Πανεπιστήμια και Τ.Ε.Ι.. Τα μέλη Δ.Ε.Π. παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Ίδρυμα τουλάχιστον είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα. Η Κοσμητεία μπορεί για κάθε περίπτωση να καθορίζει το ακριβές ωράριο των μελών Δ.Ε.Π. του Ε.Α.Π., ανάλογα με τις ανάγκες λειτουργίας των Θ.Ε..
β. Η παρ. 10 του άρθρου 4 του ν. 2552/1997 τροποποιείται ως εξής:
(i) Στο πρώτο εδάφιο μετά το κόμμα στη λέξη «έργου,» προστίθεται φράση «ή συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου».
(ii) Στο πέμπτο εδάφιο η φράση «σε ποσοστό 85% από τον πίνακα Α και σε ποσοστό 15% από τον πίνακα Β» αντικαθίσταται ως εξής:
«με απόφαση της Συγκλήτου και μέχρι τη συγκρότησή της με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζονται και άλλοι πέραν των αναφερομένων στο προηγούμενο εδάφιο του παρόντος πίνακες κατάταξης επιλεγέντων μελών Σ.Ε.Π., καθώς και άλλα κριτήρια για τη σύνταξη των πινάκων αυτών».
4.α. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2552/1997 (Α' 266) όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Ο συνολικός αριθμός των παρεχόμενων θέσεων για φοιτητές προπτυχιακού και μεταπτυχιακού επιπέδου δύναται να καθορίζεται κατά ακαδημαϊκό έτος, με απόφαση της Συγκλήτου και μέχρι τη συγκρότησή της με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με απόφαση του ίδιου οργάνου, μπορεί να καθορίζεται κάθε χρόνο πρόσθετος αριθμός παρεχόμενων θέσεων για φοιτητές προπτυχιακού ή μεταπτυχιακού επιπέδου. Ο αριθμός των θέσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβεί το 10% του ετήσιου αριθμού των παρεχόμενων θέσεων προπτυχιακών ή μεταπτυχιακών φοιτητών. Για την επιλογή και την εγγραφή των ενδιαφερομένων στις εν λόγω θέσεις ισχύουν οι ίδιες διαδικασίες και προϋποθέσεις, οι οποίες ισχύουν και για τους υπόλοιπους υποψηφίους που εγγράφονται στα αντίστοιχα προπτυχιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα του Ε.Α.Π.. Το παραπάνω ποσοστό είναι συνολικό και κατανέμεται ανάλογα στα προγράμματα των προπτυχιακών ή μεταπτυχιακών σπουδών που υπάρχουν. Αν δεν υπάρχουν υποψήφιοι σε ένα πρόγραμμα, ο αριθμός των θέσεων που αναλογεί στο πρόγραμμα αυτό κατανέμεται ανάλογα σε άλλα προγράμματα με απόφαση της Συγκλήτου η οποία λαμβάνει υπόψη, κατά το δυνατόν, τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων.
Η παράγραφος 13 του άρθρου 10 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει, καταργείται.»
β. Η παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 2552/1997 (Α'266), η οποία καταργήθηκε με την παρ. 14 του άρθρου 81 του ν. 4009/2011 (Α' 195) επανέρχεται σε ισχύ και προστίθεται εδάφιο γ' ως εξής:
«γ. Με απόφαση της Συγκλήτου και μέχρι τη συγκρότησή της με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής μπορεί να καταργείται ή να τροποποιείται εν όλω ή εν μέρει, η κατά τα προηγούμενα εδάφια διαδικασία της κλήρωσης. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζεται και άλλος τρόπος επιλογής των εισακτέων προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών.»
γ. Η παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 2552/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Με απόφαση της Συγκλήτου καθορίζονται οι προϋποθέσεις και το όριο των Θεματικών Ενοτήτων ή των Εργαστηριακών Θεματικών Ενοτήτων ή των Ενοτήτων Πρακτικής Άσκησης που μπορεί να παρακολουθεί ή να πραγματοποιεί κάθε φοιτητής κατά τη διάρκεια ενός ακαδημαϊκού έτους.»
δ. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 2552/1997 (Α' 266) αντικαθίσταται ως εξής: «Στις συναντήσεις αυτές συμμετέχει ένα μέλος της ΟΔΠ. Οι φοιτητές, τους οποίους εποπτεύει, συμμετέχουν είτε δια ζώσης είτε μέσω ηλεκτρονικών χώρων επικοινωνίας και μάθησης. Με απόφαση της ΟΔΠ που εγκρίνεται από τη Σύγκλητο έπειτα από γνώμη της Κοσμητείας, ορίζεται το περιεχόμενο, η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την οργάνωση και τη λειτουργία των συναντήσεων.»
ε. Στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 5 του ν. 2552/ 1997 (Α' 266) όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Φοιτητής που επανεγγράφεται σε Πρόγραμμα Σπουδών έχει τη δυνατότητα αναγνώρισης και κατοχύρωσης Θεματικών Ενοτήτων τις οποίες έχει ήδη παρακολουθήσει επιτυχώς. Μετά την ολοκλήρωση των υπολοίπων Θεματικών Ενοτήτων του ίδιου Προγράμματος Σπουδών και της διπλωματικής εργασίας, αποφοιτά από το Πρόγραμμα Σπουδών χωρίς άλλους περιορισμούς.»
στ. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α' της παρ. 12 του άρθρου 5 του ν. 2552/1997 (Α' 266) αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Για την απόκτηση μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης απαιτείται πτυχίο ή δίπλωμα ανώτατης εκπαίδευσης συγγενούς αντικειμένου, επιτυχής παρακολούθηση και εξέταση τεσσάρων τουλάχιστον Θεματικών Ενοτήτων ή Εργαστηριακών Θεματικών Ενοτήτων ή Ενοτήτων Πρακτικής Άσκησης, όπου προβλέπονται, και εκπόνηση επιστημονικής εργασίας.»
5.α. Στην παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2552/1997, όπως ισχύει, προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Στις συνεδριάσεις της Διοικούσας Επιτροπής συμμετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου οι Κοσμήτορες του Ε.Α.Π. Σε περίπτωση απουσίας τους ή σε περίπτωση παραίτησης ή καθ' οιονδήποτε λόγο έλλειψης, η Διοικούσα Επιτροπή νομίμως συνεδριάζει και λαμβάνει αποφάσεις χωρίς τη συμμετοχή τους.»
β. Στην παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 2552/1997 προστίθεται περίπτωση (iv) ως εξής:
«iv. της έγκρισης και της έκδοσης της σχετικής απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων του προβλεπόμενου από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2552/1997 όπως ισχύει, εσωτερικού κανονισμού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.»
γ. Το εδάφιο β' της παρ. 7 του άρθρου 10 του ν. 2552/ 1997, όπως ισχύει αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Για την υποβοήθηση του έργου του Προέδρου ορίζονται με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τρία (3) μέλη της για αντίστοιχο αριθμό θέσεων Αντιπροέδρων. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι αρμοδιότητές τους, η σειρά με την οποία αυτοί αναπληρώνουν τον Πρόεδρο αν αυτός απουσιάζει, κωλύεται ή ελλείπει για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Σε περίπτωση παραίτησης ή για οποιονδήποτε λόγο έλλειψης του Προέδρου, οι Αντιπρόεδροι ασκούν τα καθήκοντά του μέχρι την έκδοση της προβλεπόμενης απόφασης διορισμού νέου του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι της Διοικούσας Επιτροπής, απαλλάσσονται των διδακτικών, διοικητικών και ερευνητικών τους καθηκόντων στα Α.Ε.Ι. ή στα ερευνητικά κέντρα που υπηρετούν».
δ. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 2552/1997, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Με απόφαση της Συγκλήτου και μέχρι τη συγκρότησή της με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται οι Επιτροπές Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού του Ε.Α.Π., μέχρι της συγκρότησης σε σώμα της αντίστοιχης Επιτροπής που προβλέπεται από τον παρόντα νόμο. Με απόφαση των ίδιων οργάνων δύναται από της δημοσιεύσεως του παρόντος να τροποποιείται η σύνθεση της κατά τη δημοσίευση του παρόντος ορισθείσης Επιτροπής Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού του Ε.Α.Π.».
ε. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2552/1997, όπως ισχύει οι λέξεις «για ένα (1) χρόνο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «για τρία (3) χρόνια».
στ. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2552/1997 όπως ισχύει, οι λέξεις «Για τα πέντε (5) πρώτα έτη λειτουργίας του Ε.Α.Π.» απαλείφονται.
Άρθρο 29
Η παρ. 2 του άρθρου 331 του ν. 5343/1932 (Α' 86), όπως ισχύει, και το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 26 του π.δ. 160/2008 (Α' 220), τροποποιούνται ως εξής:
«Μέλος ΔΕΠ ή ΕΠ απέχει υποχρεωτικά από την άσκηση των καθηκόντων του εάν καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή από πρωτόδικο δικαστήριο για πράξη σε βαθμό κακουργήματος ή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, δωροδοκία, πλαστογραφία, απιστία σχετική με την υπηρεσία ή για έγκλημα σχετικά με το νόμισμα ή κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής ή είναι προσωρινά κρατούμενος για οποιοδήποτε έγκλημα για όσο χρόνο κρατείται.»
Άρθρο 30
Στο άρθρο 8 του ν. 4009/2011 (Α' 195) προστίθεται παράγραφος 21 ως εξής:
«21. Με απόφαση της Συγκλήτου είναι δυνατή η μεταφορά πόρων από τον τακτικό προϋπολογισμό, οι οποίοι αφορούν υπηρεσίες καθαριότητας, φύλαξης, συντήρησης, καθώς και παροχή υπηρεσιών στις Εταιρείες Διαχείρισης και Αξιοποίησης Περιουσίας του οικείου Ιδρύματος, με σκοπό την αποτελεσματικότερη αξιοποίησή τους. Για τη μεταφορά των ανωτέρω πόρων ο Πρύτανης καταθέτει αιτιολογημένη και κοστολογημένη έκθεση στη Σύγκλητο. Η έκθεση αιτιολογεί την εξοικονόμηση πόρων, την επιτάχυνση των διαδικασιών και τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που προκύπτουν από αυτή την ενέργεια. Η Εταιρεία Διαχείρισης και Αξιοποίησης Περιουσίας του οικείου Ιδρύματος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να διαθέσει τους ανωτέρω πόρους αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των σκοπών για τους οποίους μεταφέρονται και προς όφελος του Ιδρύματος και να συνάπτει συμβάσεις με νομικά ή φυσικά πρόσωπα. Εντός του πρώτου τριμήνου κάθε οικονομικού έτους, η Εταιρεία Διαχείρισης και Αξιοποίησης Περιουσίας υποβάλει στη Σύγκλητο λεπτομερή έκθεση πεπραγμένων για την αξιοποίηση των πόρων που της διατέθηκαν, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Άρθρο 31
Καθορισμός χρήσεων γης και όρων δόμησης εντός Χερσαίας Ζώνης Λιμένα
1. Τα δυο πρώτα εδάφια της περίπτωσης ε' της παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 2932/2001 (Α' 145) αντικαθίστανται ως εξής:
«ε) Η έγκριση, αναθεώρηση και επικαιροποίηση των Γενικών Προγραμματικών Σχεδίων (Master Plan) ή ΠρογράμματοςΈργων Ανάπτυξης Λιμένα (Π.Ε.Α.Λ.), κατά το μέρος που με αυτά καθορίζονται τα μέγιστα επιτρεπόμενα όρια της Ζώνης Λιμένα, οι επιτρεπόμενες προσχώσεις, οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις και κάθε αναγκαίο στοιχείο για την εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και της ασφάλειας του λιμένα και η παροχή σύμφωνης γνώμης, κατά το μέρος που με αυτά προτείνονται χρήσεις γης και όροι και περιορισμοί δόμησης, προκειμένου να εκδοθεί προεδρικό διάταγμα σύμφωνα με την παράγραφο 9. Για τους λιμένες αρμοδιότητας των δημοτικών λιμενικών ταμείων, της ως άνω εγκρίσεως ή σύμφωνης γνώμης προηγείται η χορήγηση γνώμης του αρμόδιου δημοτικού συμβουλίου εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή σχετικού αιτήματος του αρμόδιου φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης του λιμένα.
Η αρμοδιότητα σύνταξης Γενικού Προγραμματικού Σχεδίου (Master Plan) ασκείται υποχρεωτικά για λιμένες διεθνούς ενδιαφέροντος και εθνικής σημασίας, καθώς και σύνταξης Προγράμματος Έργων Ανάπτυξης Λιμένα (Π.Ε.Α.Λ.) για λιμένες μείζονος ενδιαφέροντος και προαιρετικά για τους λιμένες τοπικής σημασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 3450/2006 (Α' 64), όπως ισχύει. Δεν απαιτείται αξιολόγηση και έγκριση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) του αναπτυξιακού προγράμματος και της μελέτης διαχείρισης (Master Plan) του λιμένα, εφόσον, μετά την έγκρισή του, ακολουθείται η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης του Κεφαλαίου Α' του ν. 4014/ 2011 (Α' 209), όπως ισχύει, για το σύνολο του λιμένος, σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 46 του παρόντος.»
2. Η περίπτωση στ' της παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 2932/ 2001 «Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές. Σύσταση Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής - Μετατροπή Λιμενικών Ταμείων σε Ανώνυμες Εταιρείες και άλλες διατάξεις» (Α' 145) αντικαθίσταται ως εξής:
«στ) Η παροχή σύμφωνης γνώμης για τον καθορισμό των χρήσεων γης και των όρων δόμησης, μετά από πρόταση του οικείου φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένος, ο οποίος αφορά στη συνολική έκταση της χερσαίας ζώνης του λιμένα, για όλους τους λιμένες, εάν δεν έχει συνταχθεί Γενικό Προγραμματικό Σχέδιο (Master Plan) ή Πρόγραμμα Έργων Ανάπτυξης Λιμένα (Π.Ε.Α.Λ.) προκειμένου να εκδοθεί προεδρικό διάταγμα σύμφωνα με την παράγραφο 9.»
3. Η παρ. 9 του άρθρου 19 του ν. 2932/2001 «Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές. Σύσταση Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής - Μετατροπή Λιμενικών Ταμείων σε Ανώνυμες Εταιρείες και άλλες διατάξεις» (Α' 145) αντικαθίσταται ως εξής:
«9. α) Οι κανονιστικές αποφάσεις της Ε.Σ.Α.Λ. δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατόπιν παραγγελίας του Προέδρου της.
β) Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, μετά από σύμφωνη γνώμη της Ε.Σ.Α.Λ., καθορίζονται οι χρήσεις γης και οι όροι και περιορισμοί δόμησης των λιμένων της χώρας, καθώς και οι αναγκαίες προσχώσεις, όταν αυτές επιδρούν στο χωροταξικό σχεδιασμό του λιμένα.
γ) Αποφάσεις της Ε.Σ.Α.Λ. που έχουν εκδοθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, με τις οποίες εγκρίνονται χρήσεις γης και όροι και περιορισμοί δόμησης λιμένων, επέχουν θέση σύμφωνης γνώμης για τη ρύθμιση των ζητημάτων αυτών με προεδρικό διάταγμα, εκτός αν στο μεταξύ υποβληθεί νέο αναπτυξιακό πρόγραμμα προς έλεγχο ή ζητείται η επικαιροποίηση του ισχύοντος.»
Άρθρο 32
Χαρακτηρισμός ως επιλέξιμων δαπανών εκπαιδευτικών επιδομάτων ανέργων ναυτικών για το χρονικό διάστημα 2008-2011
Τα εκπαιδευτικά επιδόματα που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο υλοποίησης των επιδοτούμενων από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο προγραμμάτων ανέργων ναυτικών κατά το χρονικό διάστημα 2008-2011, για τα οποία δεν παρακρατήθηκε ο φόρος εισοδήματος, το τέλος χαρτοσήμου και η επί του χαρτοσήμου υπέρ ΟΓΑ εισφορά, θεωρούνται επιλέξιμες δαπάνες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε1 ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ
Άρθρο 33
Υγειονομική κάλυψη ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων
1. Ανασφάλιστοι και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως προσδιορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος, έχουν το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης στις Δημόσιες Δομές Υγείας και δικαιούνται νοσηλευτικής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Η νοσηλευτική περίθαλψη παρέχεται μέσω των Νοσοκομείων του ν.δ. 2592/1953 (Α' 254), των εποπτευόμενων και επιχορηγούμενων από το Υπουργείο Υγείας νοσηλευτικών ιδρυμάτων, των εποπτευόμενων και επιχορηγούμενων από το Υπουργείο Υγείας Ν.Π.Ι.Δ., των Μονάδων Ψυχικής Υγείας του ν. 2716/1999 (Α' 96), των Μονάδων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας, των εποπτευόμενων και επιχορηγούμενων από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων Νοσοκομείων, των Δημοτικών Ιατρείων, καθώς και μέσω των εποπτευόμενων από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ιδρυμάτων αποκατάστασης και κοινωνικής φροντίδας.
Η φαρμακευτική περίθαλψη παρέχεται από τα συμβεβλημένα με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιδιωτικά φαρμακεία. Φάρμακα υψηλού κόστους, που εμπίπτουν στο πλαίσιο της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3816/2010 (Α'6), παρέχονται αποκλειστικά από τα φαρμακεία των Νοσοκομείων και του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
2. Δικαιούχοι των δικαιωμάτων της παραγράφου 1 του παρόντος είναι οι εξής:
α) οι μη άμεσα ή έμμεσα ασφαλισμένοι Έλληνες πολίτες ή ελληνικής καταγωγής ομογενείς, οι πολίτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λοιπών τρίτων χωρών, οι οποίοι διαθέτουν νομιμοποιητικά έγγραφα παραμονής στην Ελλάδα, καθώς και τα μέλη των οικογενειών (σύζυγος και ανήλικα ή προστατευόμενα τέκνα) όλων των προαναφερομένων,
β) οι εγγεγραμμένοι στα Μητρώα ασφαλιστικών ταμείων της χώρας και τα μέλη των οικογενειών τους (σύζυγος και ανήλικα ή προστατευόμενα τέκνα), οι οποίοι έχουν απωλέσει τις ασφαλιστικές τους καλύψεις λόγω οφειλών και δεν δικαιούνται παροχών υγείας,
γ) τα πρόσωπα των παρακάτω κατηγοριών, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος στο οποίο βρίσκονται και της κατοχής νομιμοποιητικών εγγράφων παραμονής στη χώρα:
i) ανήλικοι έως 18 ετών,
ii) γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης,
iii) άτομα με αναπηρία που φιλοξενούνται σε δομές των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας ή σε Στέγες Υποστηριζόμενης Διαβίωσης ή σε Στέγες Αυτόνομης Διαβίωσης για άτομα με αναπηρίες ή άλλα Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ.. Μη Κερδοσκοπικού Χαρακτήρα,
iv) άτομα που φιλοξενούνται σε Μονάδες Ψυχικής Υγείας του ν. 2716/1999 (Α'96),
ν) άτομα που φιλοξενούνται σε όλες τις θεραπευτικές δομές των εγκεκριμένων οργανισμών θεραπείας του ν. 4139/2013 (Α'74) ή παρακολουθούνται στους ίδιους οργανισμούς ως εξωτερικοί ασθενείς,
vi) οι κρατούμενοι σε φυλακές, οι φιλοξενούμενοι σε ιδρύματα αγωγής ανηλίκων και σε στέγες φιλοξενίας ανηλίκων των εταιρειών ανηλίκων (Ν.Π.Δ.Δ.) και οι τελούντες σε καθεστώς διοικητικής κράτησης,
vii) όσοι παρέχουν κοινωφελή εργασία στο πλαίσιο έκτισης ποινής ή ως αναμορφωτικό μέτρο,
viii) άτομα με αναπηρία 67% και πάνω και άτομα που η κατάσταση της υγείας τους απαιτεί νοσηλεία ή χρειάζονται συνεχή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ή αποκατάσταση λόγω δυσίατων ή χρόνιων ή ανίατων ή σπάνιων νοσημάτων-παθήσεων και τα άτομα λοιπών χρόνιων νοσημάτων, εφόσον το χρόνιο νόσημα βεβαιώνεται από ιατρικές γνωματεύσεις θεραπόντων ιατρών Δημόσιων Δομών Παροχής Υπηρεσιών Υγείας ή Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων,
ix) οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας (αναγνωρισμένοι πρόσφυγες και δικαιούχοι επικουρικής προστασίας) και οι ανιθαγενείς και τα μέλη των οικογενειών τους (σύζυγος και ανήλικα ή προστατευόμενα τέκνα) είτε είναι κάτοχοι άδειας διαμονής σε ισχύ είτε εκκρεμεί η έκδοση απόφασης επί αιτήσεως ανανέωσης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή επί ενδικοφανούς προσφυγής ή ενδίκου μέσου κατά απορριπτικής της αιτήσεως ανανέωσης απόφασης ή κατά το χρόνο κατά τον οποίον υπάρχει δικαίωμα ενδικοφανούς προσφυγής ή ενδίκου μέσου,
x) όσοι διαμένουν στην Ελλάδα με καθεστώς παραμονής για ανθρωπιστικούς ή εξαιρετικούς λόγους και τα μέλη των οικογενειών τους (σύζυγος και ανήλικα ή προστατευόμενα τέκνα), σύμφωνα με το άρθρο 28 του π.δ. 114/2010 (Α'195) είτε του ν. 3386/2005 (Α' 212) είτε του ν. 4251/2014 (Α'80) είτε αυτοί είναι κάτοχοι άδειας διαμονής σε ισχύ, είτε εκκρεμεί η έκδοση απόφασης επί αιτήσεως ανανέωσης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή επί ενδικοφανούς προσφυγής ή ενδίκου μέσου κατά απορριπτικής της αιτήσεως ανανέωσης απόφασης ή κατά το χρόνο κατά τον οποίο υπάρχει δικαίωμα ενδικοφανούς προσφυγής ή ενδίκου μέσου,
xi) αιτούντες διεθνούς προστασίας και τα μέλη των οικογενειών τους (σύζυγος και ανήλικα ή προστατευόμενα τέκνα) από την ημερομηνία εκδήλωσης της βούλησης υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας (αρχικού ή μεταγενέστερου) και μέχρις ότου η απόφαση επί του αιτήματος διεθνούς προστασίας τους καταστεί τελεσίδικη δηλαδή με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά απόφασης επιτροπής προσφυγών ή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία υποβολής του ενδίκου μέσου της αίτησης ακύρωσης,
xii) θύματα των εγκλημάτων των άρθρων 323, 323Α, 349, 351 και 351Α του Ποινικού Κώδικα (σύμφωνα με το π.δ. 233/2003 (Α'233), που είναι ανασφάλιστοι και για όσο χρονικό διάστημα διαρκούν τα μέτρα προστασίας και αρωγής και αλλοδαποί που εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 3875/2010 (Α'158) «Κύρωση και εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος» και για όσο διάστημα διαρκούν τα μέτρα προστασίας και αρωγής.
Πολίτες τρίτων χωρών, κάτοχοι γραπτής βεβαίωσης απόφασης αναβολής απομάκρυνσης κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 3907/2011 (Α' 7).
3. Για την παροχή των υπηρεσιών της παρούσας ρύθμισης προς τους δικαιούχους απαιτείται η κατοχή από αυτούς Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ), με εξαίρεση τις κατηγορίες της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, για τους οποίους ο τρόπος διασφάλισης της πρόσβασης στις δημόσιες δομές υγείας καθορίζεται με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.
4. Οι δαπάνες της παρούσας ρύθμισης καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ..
5. Με απόφαση των Υπουργών Υγείας, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και κάθε κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις της πρόσβασης και της νοσηλευτικής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους φορείς της παραγράφου 1, ενδεχόμενη οικονομική συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη στη βάση οικονομικών κριτηρίων, η απαιτούμενη διοικητική διαδικασία, η τήρηση ηλεκτρονικών Μητρώων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Η διαπίστωση της ασφαλιστικής ικανότητας των δικαιούχων της παρούσας πραγματοποιείται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της Η.Δ.Ι.Κ.Α. Α.Ε..
6. Από τη δημοσίευση της διάταξης αυτής, παύει να ισχύει το άρθρο 6 του ν.δ. 57/1973 (Α' 149), όπως ισχύει, καθώς και το άρθρο 23 του ν. 1076/1980 (Α'224), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
Άρθρο 34
Κατάργηση Παρακράτησης Συντάξεων Ληπτών Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και Φιλοξενούμενων σε Δομές Κλειστής Περίθαλψης
1. Οι παράγραφοι 8 και 9 του άρθρου 66 του ν. 3984/ 2011 (Α'150), καθώς και η παρ. 6 του άρθρου 30 του ν. 4052/2012 (Α'41) καταργούνται.
2. Οι με αριθμό πρωτ. Π3β/φ.ΓΕΝ./γ.π.ΟΙΚ.87101/9. 8.2011 και Υ5α/Γ.Π. οικ. 26159/10.4.2012 αποφάσεις του Υπουργού Υγείας καταργούνται.
ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε2
ΣΤΗΡΙΞΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΓΕΙΑΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
Άρθρο 35
Εισαγωγικός βαθμός κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ.
1. Η παρ. 1 του άρθρου 69 του ν. 2071/1992 (Α'123) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η πλήρωση κενών ή κενούμενων θέσεων του κλάδου ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. γίνεται ύστερα από έγκριση του Υπουργού Υγείας. Η προκήρυξη των θέσεων αυτών γίνεται για τα νοσοκομεία με απόφαση του Διοικητή του νοσοκομείου και για τα Κέντρα Υγείας, τα Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία και τις Δ.Υ.Πε., με απόφαση του Διοικητή της οικείας Δ.Υ.Πε..
Οι κενούμενες, λόγω συνταξιοδότησης, θέσεις ιατρών που υπηρετούν σε νοσοκομεία δύνανται να προκηρύσσονται έξι (6) μήνες πριν από την ημερομηνία συνταξιοδότησής τους.
Οι θέσεις προκηρύσσονται ανά ειδικότητα στον Εισαγωγικό βαθμό Επιμελητή Β'. Ο Υπουργός Υγείας, μετά από αιτιολογημένη πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του νοσοκομείου ή του Διοικητή της οικείας Δ.Υ.Πε., δύναται να εγκρίνει την προκήρυξη θέσεων ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. στο βαθμό Επιμελητή Α' και Διευθυντή. Κάθε θέση προκηρύσσεται υποχρεωτικά εντός δύο (2) μηνών από την απόφαση έγκρισης.»
2. α) Η παρ. 2 του άρθρου 26 του ν.1397/1983 (Α' 143) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Για την κατάληψη θέσης ειδικευμένου ιατρού ΕΣΥ απαιτείται:
α) για το βαθμό Επιμελητή Β', η κατοχή του τίτλου ειδικότητας και ηλικία μέχρι 50 ετών,
β) για το βαθμό Επιμελητή Α', η άσκηση ειδικότητας για δύο (2) τουλάχιστον χρόνια και ηλικία μέχρι πενήντα πέντε (55) ετών,
γ) για το βαθμό Διευθυντή η άσκηση ειδικότητας για τέσσερα (4) τουλάχιστον χρόνια και ηλικία μέχρι εξήντα (60) ετών.
Για την κατάληψη θέσης οδοντιάτρου ΕΣΥ απαιτείται:
α) για το βαθμό Επιμελητή Β', η άσκηση του επαγγέλματος για πέντε (5) χρόνια και ηλικία μέχρι πενήντα (50) ετών,
β) για το βαθμό Επιμελητή Α', η άσκηση του επαγγέλματος για εννέα (9) χρόνια και ηλικία μέχρι πενήντα πέντε (55) ετών,
γ) για το βαθμό Διευθυντή η άσκηση του επαγγέλματος για δώδεκα (12) χρόνια και ηλικία μέχρι εξήντα (60) ετών.
Ως ημερομηνία συμπλήρωσης των παραπάνω ορίων ηλικίας λογίζεται η 31η Δεκεμβρίου του έτους, εντός του οποίου ο υποψήφιος συμπληρώνει το απαιτούμενο για κάθε βαθμίδα όριο ηλικίας.
Στις παραπάνω περιπτώσεις, ο περιορισμός του ορίου ηλικίας δεν ισχύει για τους ιατρούς και οδοντιάτρους που επιθυμούν να καταλάβουν θέσεις, οι οποίες προκηρύσσονται σε περιοχές άγονες και προβληματικές Α' κατηγορίας, όπως αυτές ορίζονται εκάστοτε. Επίσης, από τις διατάξεις αυτές εξαιρούνται όσοι υπηρετούν στον κλάδο και διορίζονται σε άλλη θέση αυτού.»
3.α) Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ' της παρ. 1 του άρθρου 65 του ν. 2071/1992 (Α'65) αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) Ηλικία σύμφωνα με τις διακρίσεις της παρ. 2 του άρθρου 26 του ν. 1397/1983, όπως αυτό ισχύει.»
β) Η παρ. 2 του άρθρου 65 του ν. 2071/1992 (Α'123) καταργείται.
4. Σε θέσεις ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. που προκηρύσσονται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2017, δεν μπορούν να θέσουν υποψηφιότητα ιατροί που υπηρετούν σε άλλη θέση ειδικευμένου ιατρού Ε.Σ.Υ., εκτός εάν παραιτηθούν από τη θέση που κατέχουν μέχρι τη λήξη προθεσμίας υποβολής δικαιολογητικών της εκάστοτε προκήρυξης.
5. Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργούνται οι εξής διατάξεις:
α) τα τρία τελευταία εδάφια της περίπτωσης ζ' της παρ. 5 του άρθρου 69 του ν. 2071/1992 (Α' 123),
β) η παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 3918/2011 (Α' 31),
γ) το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης Β' του άρθρου 4 του ν. 3754/2009 (Α' 43),
δ) η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3868/2010 (Α' 129),
ε) η παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4238/2014 (Α' 38).
στ) η παρ. 6 του άρθρου 34 του ν. 2519/1997 (Α' 165),
ζ) το άρθρο 22 του ν. 4316/2014 (Α' 270).
Άρθρο 36
Κρίση Ιατρών Ε.Σ.Υ.
1. Η περίπτωση α' της παρ. Θ' του άρθρου 4 του ν. 3754/2009 (A'43), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«α. Συμβούλιο προσλήψεων κρίσεων με ανοιχτές προκηρύξεις ειδικευμένων ιατρών κλάδου Ε.Σ.Υ. Νοσοκομείων.
Τα μέλη του Συμβουλίου προσλήψεων-κρίσεων με ανοιχτές προκηρύξεις είναι τα εξής:
1. Ο Διοικητής του Νοσοκομείου, ως Πρόεδρος του Συμβουλίου, με Αναπληρωτή του το Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου.
2. Ο Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου, με Αναπληρωτή του το νόμιμο αντικαταστάτη του, εφόσον είναι ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ.. Σε περίπτωση που δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, αντικαθίστανται από τους αρχαιότερους σε προϋπηρεσία ιατρούς κλάδου Ε.Σ.Υ. του νοσοκομείου.
3. Ο Συντονιστής Διευθυντής του οικείου Τμήματος, με Αναπληρωτή του το νόμιμο αντικαταστάτη του, εφόσον είναι ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ.. Σε περίπτωση που δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, αντικαθίστανται από τους αρχαιότερους σε προϋπηρεσία ιατρούς κλάδου Ε.Σ.Υ. του τμήματος. Στο Συμβούλιο Προσλήψεων Κρίσεων με ανοιχτές προκηρύξεις των πανεπιστημιακών κλινικών, μονάδων και εργαστηρίων συμμετέχει ο αρχαιότερος ιατρός Ε.Σ.Υ. του τμήματος με βαθμό Διευθυντή και αν ελλείπει αυτός, ο αρχαιότερος ιατρός Ε.Σ.Υ. του τομέα με βαθμό Διευθυντή.
4. Δύο Διευθυντές, ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ. που υπηρετούν σε Νοσοκομείο της ίδιας με την κρινόμενη θέση Υγειονομικής Περιφέρειας και έχουν την ίδια με την κρινόμενη ειδικότητα και, επί ελλείψεως, ιατροί της ίδιας ειδικότητας από άλλη Υγειονομική Περιφέρεια, με τους αναπληρωτές τους. Οι Διευθυντές εκλέγονται με κλήρωση για κάθε κρίση από σχετικό κατάλογο, που συντάσσει και διατηρεί η οικεία Υγειονομική Περιφέρεια και επικαιροποιείται σε ετήσια βάση. Της κλήρωσης προηγείται πρόσκληση ενδιαφέροντος από τον Διοικητή της Υγειονομικής Περιφέρειας προς τους Διευθυντές που περιλαμβάνονται στον κατάλογο να δηλώσουν, εντός προθεσμίας επτά (7) ημερών, ποιοι επιθυμούν να συμμετάσχουν εθελοντικά ως κριτές-εισηγητές. Εάν εκδηλωθεί ενδιαφέρον, η κλήρωση διενεργείται μεταξύ όσων έχουν δηλώσει εγγράφως το ενδιαφέρον τους. Εάν δεν υπάρχουν δηλώσεις ενδιαφέροντος, η κλήρωση διενεργείται μεταξύ όλων των μελών του καταλόγου.
Επί ελλείψεως κριτών-εισηγητών που πληρούν τις προϋποθέσεις και υπηρετούν στην ίδια με τον κρινόμενο Υγειονομική Περιφέρεια μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι κατάλογοι όμορης Δ.Υ.Πε.. Ο ορισμός των εισηγητών του Συμβουλίου προσλήψεων-κρίσεων γίνεται με κοινή απόφαση των Διοικητών των δυο εμπλεκόμενων Υ.ΠΕ..
Οι κριτές-εισηγητές που κληρώνονται, δικαιούνται ειδικής άδειας, προκειμένου να ολοκληρώσουν τις εισηγήσεις τους. Η ειδική αυτή άδεια είναι τρεις (3) εργάσιμες ημέρες, εάν πρόκειται να καταρτίσουν εισηγήσεις για μέχρι δέκα (10) υποψηφιότητες, ενώ για κάθε επιπλέον πέντε (5) υποψηφιότητες προστίθεται μία (1) επιπλέον ημέρα άδειας. Η εν λόγω άδεια δεν προσμετράται στις υπόλοιπες άδειες που δικαιούνται οι ιατροί Ε.Σ.Υ..
Η συμμετοχή στα Συμβούλια κρίσεων από τους Διευθυντές Ε.Σ.Υ., που κληρώνονται ως κριτές-εισηγητές, είναι υποχρεωτική και συνιστά υπηρεσιακό καθήκον, τυχόν δε αδικαιολόγητη άρνηση επισύρει τις πειθαρχικές ποινές της επίπληξης ή του προστίμου, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
Οι κριτές-εισηγητές οφείλουν να καταθέτουν στη Γραμματεία του Συμβουλίου τις εισηγήσεις τους το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτούς των φακέλων των υποψηφίων, άλλως, σε ένα (1) μήνα το αργότερο από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων, όπως προβλέπει η σχετική Προκήρυξη.
Ενστάσεις υποβάλλονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση των εισηγήσεων στους υποψηφίους. Οι εισηγητές απαντούν επί των ενστάσεων εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών και το Συμβούλιο συνεδριάζει και αποφασίζει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την τελευταία ημερομηνία απάντησης επί των ενστάσεων.
Έδρα του Συμβουλίου είναι το Νοσοκομείο που προκηρύσσει τη θέση και η συγκρότησή του γίνεται με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υ.Πε. σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2690/1999 (Α' 45). Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο γραμματέας του Συμβουλίου με τον αναπληρωτή του.
Η Γραμματεία του Συμβουλίου οφείλει το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών να διαβιβάσει τα πλήρη Πρακτικά της κρίσης στο Υπουργείο Υγείας, το οποίο υποχρεούται εντός δύο (2) μηνών το αργότερο να διεκπεραιώσει όλες τις διαδικασίες με τα συναρμόδια Υπουργεία και τις υπηρεσίες και να αποστείλει το διορισμό του επιλεγέντα ιατρού για δημοσίευση στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Στην ως άνω προθεσμία των δύο (2) μηνών περιλαμβάνεται και η διαδικασία της άσκησης του βοηθήματος της Αίτησης αναπομπής κατά το άρθρο 37 παρ. 10 του ν. 2519/1997 (Α' 165).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας ρυθμίζεται ο τρόπος λειτουργίας του παραπάνω Συμβουλίου, η διαδικασία λήψης απόφασης, η ιεράρχηση των κριτηρίων και η συγκριτική αξιολόγηση των κρινομένων.
Όλα τα μέλη των εκλεκτορικών σωμάτων που περιγράφονται στο άρθρο 4 του ν. 3754/2009 (Α' 43) διατυπώνουν τη γνώμη τους και ψηφίζουν ελεύθερα, χωρίς να υφίστανται συνέπειες για την έκφραση γνώμης και την ψήφο τους κατά τη συνεδρίαση των Συμβουλίων.».
Κάθε αντίθετη με την παρούσα διάταξη καταργείται.
2. Η παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 4238/2014 (Α'38) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Σε κάθε Δ.Υ.Πε. συγκροτούνται ανά ειδικότητα συμβούλια προσλήψεων - κρίσεων, αρμόδια για την κρίση ειδικευμένων ιατρών κλάδου Ε.Σ.Υ. για τις θέσεις των Δ.Υ.Πε., των Κέντρων Υγείας, των Περιφερειακών Ιατρείων και των Πολυδύναμων Περιφερειακών Ιατρείων και γενικά των αποκεντρωμένων Μονάδων των Δ.Υ.Πε..
Τα μέλη των παραπάνω συμβουλίων είναι τα εξής:
α) ο Διοικητής της Υ.Πε. ως Πρόεδρος του Συμβουλίου, με Αναπληρωτή του τον Αναπληρωτή Διοικητή της Υ.Πε.,
β) τέσσερις (4) ειδικευμένοι ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ., με βαθμό Διευθυντή ή Επιμελητή Α, με τους αναπληρωτές τους, που έχουν την ίδια με την κρινόμενη θέση ειδικότητα και ορίζονται, με κλήρωση, από σχετικό κατάλογο, που συντάσσει και τηρεί η οικεία Δ.Υ.Πε.. Ο κατάλογος, ο οποίος επικαιροποιείται σε ετήσια βάση, περιλαμβάνει τους ειδικευμένους ιατρούς κλάδου Ε.Σ.Υ., που υπηρετούν στα Κέντρα Υγείας, τα Περιφερειακά Ιατρεία, τα Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία και τις Αποκεντρωμένες Μονάδες της οικείας Δ.Υ.Πε..
Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, για κάθε κρίση, ορίζει δύο (2) από τα μέλη του Συμβουλίου ως εισηγητές. Έδρα του Συμβουλίου είναι η οικεία Δ.Υ.Πε..
Τα παραπάνω Συμβούλια συγκροτούνται με απόφαση του Διοικητή εκάστης Υ.Πε.. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο γραμματέας του Συμβουλίου με τον αναπληρωτή του».
Άρθρο 37
Θέματα διορισμών ιατρών Ε.Σ.Υ.
1. α) Εξαιρούνται οι ειδικευμένοι ιατροί Ε.Σ.Υ. από τις διατάξεις της παρ. 34 του άρθρου 9 του ν. 4057/2012 (Α' 54), όπως ισχύει.
β) Οι ειδικευμένοι ιατροί Ε.Σ.Υ., που μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχουν καταθέσει αίτηση στο Υπουργείο Υγείας για διορισμό σε άλλη θέση, μπορούν να διοριστούν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 34 του άρθρου 9 του ν. 4057/2012 (Α'54), όπως ισχύει.
2. Στο άρθρο 34 του ν. 2519/1997 (Α'165) προστίθεται παράγραφος 11 ως ακολούθως:
«11. Ιατροί με ειδικότητα Γενικής Ιατρικής που διορίστηκαν με προκηρύξεις μετά την 1.1.2010 έως τις 31.12.2010 σε θέσεις ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2519/1997 (Α'165), μετά την 1.1.2010 και στο εξής, μονιμοποιούνται με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 7 του ν. 3754/2009 (Α' 43)».
3. Στην αξιολόγηση για εξέλιξη ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. συνυπολογίζονται και προσμετρώνται αθροιστικά για τη συμπλήρωση των επτά (7) ετών στο βαθμό Επιμελητή Β' και οκτώ (8) ετών στο βαθμό Επιμελητή Α', όπως προβλέπονται στο άρθρο 4 του ν. 3754/2009 (Α'43), η αναγνωρισμένη κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3204/2003 (Α' 296), όπως ισχύει, του άρθρου 2 παρ. 2γ και 25 παρ. 5 του ν. 3868/2010 (Α'129), του άρθρου 66 παρ. 32 του ν. 3984/2011 (Α'150) και του άρθρου 28 παρ. 2 του ν. 4025/2011 (Α' 228), ως προϋπηρεσία στο Ε.Σ.Υ..
4. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 43 του ν. 1759/ 1988, όπως ισχύει, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:
«Οι θέσεις, οι οποίες μέχρι και τις 24.12.2014, κατέχονταν από ειδικευμένους ιατρούς Ε.Σ.Υ. μετά από μετάθεσή τους, θεωρούνται οργανικές θέσεις από την ημερομηνία της μετάθεσης και προστίθενται στις υφιστάμενες θέσεις των οικείων νοσοκομείων. Οι διοικήσεις των νοσοκομείων, με διαπιστωτική πράξη, προβαίνουν στην ένταξη και κατάταξη των ιατρών που κατέχουν τις παραπάνω θέσεις, ακόμα και εάν αυτοί έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία, αρχής γενομένης από την ημερομηνία μετάθεσής τους στις θέσεις αυτές. Όσοι από τους παραπάνω ιατρούς κατείχαν, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του ν. 3754/2009 (Α'43), θέση βαθμού Διευθυντή, καθίστανται εφεξής Συντονιστές Διευθυντές, μέχρι την αποχώρησή τους για οποιονδήποτε λόγο, μη δικαιούμενοι οποιασδήποτε αναδρομικής οικονομικής απολαβής».
5. Η παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 3204/2003 (Α'296), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Μόνιμοι υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ., εποπτευόμενων από το Υπουργείο Υγείας, β) υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου Ν.Π.Ι.Δ., εποπτευόμενων από το Υπουργείο Υγείας, γ) ιατρικό προσωπικό, που υπηρετεί σε Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευόμενα από το Υπουργείο Υγείας, δ) μόνιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και ε) μόνιμοι υπάλληλοι που υπηρετούν στα Σώματα Ασφαλείας, οι οποίοι είναι κάτοχοι άδειας ή βεβαίωσης άσκησης ιατρικού επαγγέλματος στην Ελλάδα, μπορούν, με απόφαση του Υπουργού Υγείας, να τοποθετούνται για απόκτηση ειδικότητας ως υπεράριθμοι άμισθοι. Για το σκοπό αυτόν, τους χορηγείται από την υπηρεσία τους, υποχρεωτικά, ισόχρονη με τη διάρκεια της ειδίκευσής τους εκπαιδευτική άδεια με αποδοχές. Μετά το τέλος της ειδίκευσής τους οι υπάλληλοι αυτοί έχουν τις υποχρεώσεις της παρ. 7 του άρθρου 58 του ν. 3528/2007 (Α'134).»
Άρθρο 38
Κατάταξη και μισθολογική αποκατάσταση ιατρών που μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν από τον ΕΟΠΥΥ και το ΙΚΑ στον κλάδο ιατρών Ε.Σ.Υ.
1. α) Οι ιατροί και οδοντίατροι των πρώην νοσοκομείων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν, με οποιοδήποτε νόμο, από τις πρώην Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. και εντάχθηκαν ή εντάσσονται στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ., καθώς και
β) οι ιατροί και οδοντίατροι, κλάδου ΠΕ ιατρών - οδοντιάτρων, που μεταφέρθηκαν/ μετατάχθηκαν από τον ΕΟΠΥΥ στις Δ.Υ.Πε. και εντάχθηκαν ή εντάσσονται στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. του Π.Ε.Δ.Υ. κατατάσσονται σε βαθμό σύμφωνα με τα χρόνια προϋπηρεσίας τους ως εξής:
αα) με συνολική υπηρεσία έως επτά (7) έτη από την ημερομηνία λήψης της ειδικότητας στον εισαγωγικό βαθμό του Επιμελητή Β',
ββ) με συνολική υπηρεσία άνω των επτά (7) ετών και μέχρι τα δεκαπέντε (15) έτη στο βαθμό του Επιμελητή Α' και
γγ) με συνολική υπηρεσία άνω των δεκαπέντε (15) ετών στο βαθμό του Διευθυντή.
Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/ οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ., όλοι οι παραπάνω λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, της προϋπηρεσίας τους σε οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης αναγνωριζόμενης και υπολογιζόμενης, για τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη (χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας), ως προϋπηρεσίας στο Ε.Σ.Υ..
2. Τα πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4238/2014 (Α' 38), όπως ισχύει, καθώς και τα τελευταία πέντε εδάφια της παραγράφου 2 της περίπτωσης Δ' της υποπαραγράφου ΙΖ.1 της παραγράφου ΙΖ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α' 85) καταργούνται.
3. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4238/2014(Α' 38) αντικαθίσταται ως εξής:
«Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/ οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ. λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, της προϋπηρεσίας τους σε οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης αναγνωριζόμενης και υπολογιζόμενης, για τη μισθολογική τους εξέλιξη (χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας), ως προϋπηρεσίας στο Ε.Σ.Υ.. »
4. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4238/ 2014 (Α' 38) προστίθενται τα ακόλουθα τρίτο και τέταρτο εδάφια:
«Ομοίως το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό της παρ. 1 που εντάχθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 1666/1986 (Α' 200), σε θέσεις ιατρών/οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που ισχύουν για τον κλάδο ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ.. Τυχόν προϋπηρεσία τους, που προσφέρθηκε σε οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης για το χρονικό διάστημα από 16.6.1993 έως την ημερομηνία ένταξής τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ., υπολογίζεται για τη μισθολογική τους εξέλιξη».
Άρθρο 39
Κινητικότητα κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ. εντός φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας των Δ.Υ.Πε.
Το άρθρο 75 του ν. 2071/1992 (Α' 123) αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 75
«Οι ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ. μπορούν να αποσπώνται, για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών σε Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας, Περιφερειακά Ιατρεία, Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία και Αποκεντρωμένες Μονάδες Υγείας, εντός της ίδιας ΔΥ.Πε. με απόφαση του Διοικητή της ΔΥ.Πε. ή σε άλλη Υγειονομική Περιφέρεια με κοινές αποφάσεις των Διοικητών των οικείων Υ.Πε.. , για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών συνολικά ανά θητεία. Σε περίπτωση διαφωνίας των δυο Διοικητών, η απόσπαση γίνεται μόνο με απόφαση του Υπουργού Υγείας. Από τη διάταξη αυτή εξαιρούνται και δεν μπορούν να αποσπώνται οι ιατροί-μητέρες με παιδιά κάτω των έξι (6) ετών. Με απόφαση του Διοικητή της Υ.Πε. ή με κοινή απόφαση των Διοικητών των Υ.Πε., κατόπιν εισήγησης του Δ.Σ. του Νοσοκομείου στο οποίο κατέχει θέση αλλά και του Νοσοκομείου στο οποίο αποσπάται, μπορεί να παρατείνεται για ακόμη ένα (1) έτος η απόσπαση, εφόσον ο ενδιαφερόμενος συναινεί. Κατ' εξαίρεση, οι ιατροί Ε.Σ.Υ. μπορούν να αποσπώνται μετά από αίτησή τους, για λόγους υγείας, εντός της ίδιας Υγειονομικής Περιφέρειας με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υ.Πε. ή σε άλλη Υγειονομική Περιφέρεια με κοινές αποφάσεις των Διοικητών των οικείων Υ.Πε., για χρονικό διάστημα όχι άνω των τριών (3) ετών. Με υπουργική απόφαση δύνανται να καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε περαιτέρω λεπτομέρεια για τη διαδικασία της απόσπασης του ιατρικού προσωπικού και της μετακίνησής του.»
Άρθρο 40
Μετατάξεις, μεταθέσεις ιατρών
1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 3370/2005 (Α'176), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«4.α) Υπάλληλοι των κλάδων ΠΕ Ιατρών, ΠΕ Ιατρών Ειδικοτήτων, ΠΕ Οδοντιάτρων και ΠΕ Φαρμακοποιών, που κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου κατέχουν οργανικές ή συσταθείσες προσωποπαγείς θέσεις στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας ή στις ΔΥ.Πε. ή σε άλλα Υπουργεία,
β) μόνιμοι υπάλληλοι που υπηρετούν σε Ν.Π.Δ.Δ. και σε άλλους φορείς εποπτευόμενους από το Υπουργείο Υγείας, οι οποίοι έχουν πτυχίο ιατρικής και απέκτησαν ειδικότητα μέχρι την έναρξη του παρόντος ή αποκτούν ειδικότητα με εκπαιδευτική άδεια κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 3204/2003 (Α' 296), όπως ισχύει,
γ) οι Ιατροί Δημόσιας Υγείας ΕΣΥ καθώς και οι μόνιμοι υπάλληλοι των κλάδων ΠΕ Ιατρών που κατέχουν οργανικές θέσεις στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, στις Αιρετές Περιφέρειες και τους Δήμους και απέκτησαν ειδικότητα με εκπαιδευτική άδεια, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1579/1985 (Α' 217) και τις διατάξεις του ν. 2071/1992 (Α'123), μπορούν να μετατάσσονται είτε σε διευθύνσεις Δημόσιας Υγείας των Περιφερειών είτε σε Νοσοκομεία ή ΠΕΔΥ -Κέντρα Υγείας, που υπάγονται στην οικεία Δ.Υ.Πε. της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν ή σε άλλη Δ.Υ.Πε., και να κατατάσσονται αντίστοιχα:
αα) στον κλάδο ΠΕ Ιατρών, ΠΕ Ιατρών Ειδικοτήτων, ΠΕ Οδοντιάτρων και ΠΕ Φαρμακοποιών Ιατρών, βαθμού Β' και
ββ) στον κλάδο Ιατρών, Οδοντιάτρων και Φαρμακοποιών Ε.Σ.Υ., με εισαγωγικό βαθμό Επιμελητή Β', σε κενές οργανικές θέσεις.»
2. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 3370/ 2005 (Α'176), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι αιτήσεις μετατάξεων στον κλάδο ιατρών Ε.Σ.Υ., οι οποίες έχουν υποβληθεί έως την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος ολοκληρώνονται με την ανωτέρω διαδικασία μετάταξης και οι ιατροί μετατάσσονται με εισαγωγικό βαθμό Β', σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση του Νοσοκομείου ή ΠΕΔΥ - Κέντρου Υγείας που έχουν επιλέξει με την αίτησή τους.»
3. Το άρθρο 25 του ν. 4316/2014 (Α' 270) «αξιοποίηση και μετάταξη υπαλλήλων που αποκτούν ειδικότητα» καταργείται.
4. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 43 του ν. 1759/ 1988 (Α' 50), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι ειδικευμένοι ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ. οι οποίοι τοποθετήθηκαν και υπηρετούν σε αποκεντρωμένες μονάδες των ΔΥΠΕ, μπορούν να μετατίθενται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, διατηρώντας το βαθμό τους, σε Νοσοκομεία, ΠΕΔΥ - Κέντρα Υγείας ή Περιφερειακά Ιατρεία (πολυδύναμα ή μονοθέσια) άγονων Α' και Β' περιοχών ή Ειδικά Περιφερειακά Ιατρεία εφόσον υπάρχει κενή θέση της ίδιας ειδικότητας.»
5. Στο τέλος της παρ. 43 του ν. 1759/1988 (Α' 50), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, προστίθενται παράγραφοι 8 και 9 ως εξής:
«8. Οι ειδικευμένοι ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ. που έχουν ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω και υπηρετούν σε Νοσοκομεία, ΠΕΔΥ - Κέντρα Υγείας, Περιφερειακά Ιατρεία (πολυδύναμα ή μονοθέσια) και σε αποκεντρωμένες μονάδες των Δ.Υ.Πε. άγονων Α' περιοχών, δύναται να μετατίθενται ύστερα από αίτησή τους: α) σε Νοσοκομεία, ΠΕΔΥ - Κέντρα Υγείας ή Περιφερειακά Ιατρεία (πολυδύναμα ή μονοθέσια), ή Ειδικά Περιφερειακά Ιατρεία, διατηρώντας το βαθμό που κατέχουν στην προηγούμενη θέση τους, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση ή β) σε αποκεντρωμένες μονάδες των Δ.Υ.Πε. με μεταφορά της θέσης τους. Η μετάθεση γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας. Το άρθρο 20 του ν. 4316/2014 (Α' 270) καταργείται.
9. Οι ειδικευμένοι ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ. οι οποίοι τοποθετήθηκαν και υπηρετούν σε αποκεντρωμένες μονάδες των Δ.Υ.Πε., μπορούν μετά από αίτησή τους, να μετατίθενται σε αποκεντρωμένη μονάδα άλλης Δ.Υ.Πε. με μεταφορά της θέσης τους. Η μετάθεση γίνεται με κοινή απόφαση των Διοικητών των Δ.Υ.Πε.».
6. Οι ειδικευμένοι ιατροί κλάδου Ε.Σ.Υ., οι οποίοι τοποθετήθηκαν και υπηρετούν σε αποκεντρωμένες μονάδες των Δ.Υ.Πε., μπορούν μετά από αίτησή τους, να μετακινούνται σε άλλη αποκεντρωμένη μονάδα της ίδιας Δ.Υ.Πε., για χρονικό διάστημα μέχρι ένα έτος που μπορεί να ανανεώνεται. Η μετακίνηση γίνεται με απόφαση του Διοικητή της οικείας Δ.Υ.Πε..
Άρθρο 41
Αναγνώριση προϋπηρεσίας
Ο χρόνος εργασίας του πλήρους απασχόλησης ιατρικού προσωπικού στο νοσοκομείο (Ν.Π.Ι.Δ.) «Ερρίκος Ντυνάν», το διάστημα που το νοσοκομείο αυτό βρισκόταν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, υπολογίζεται ως προϋπηρεσία αντίστοιχη του Ε.Σ.Υ. και ως τέτοια λαμβάνεται υπόψη κατά τη διαδικασία του διορισμού και την εξέλιξη του σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ..
Το ίδιο ισχύει και για τους ιατρούς που, λόγω διάθεσής τους από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., εργάστηκαν ή εργάζονται σε νοσοκομεία του ΕΣΥ ή σε Κέντρα Υγείας. Ο χρόνος εργασίας τους στα εν λόγω νοσοκομεία και Κέντρα Υγείας υπολογίζεται ως προϋπηρεσία αντίστοιχη του Ε.Σ.Υ. και ως τέτοια λαμβάνεται υπόψη κατά τη διαδικασία διορισμού και εξέλιξής τους.
Άρθρο 42
Ρυθμίσεις εφημεριών ιατρών - επιστημονικού προσωπικού Ε.Σ.Υ.
1. Εφημερίες μικτού τύπου καθιερώνονται και για τις αργίες. Οι ιατροί που βρίσκονται σε εφημερία μικτού τύπου υποχρεούνται σε εξάωρη πρωινή εργασία 08.00 -14.00 και εφημερία ετοιμότητας στη συνέχεια. Η αμοιβή καθορίζεται στο 70% της αντίστοιχης ενεργού εφημερίας.
2. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 της κοινής υπουργικής απόφασης 29587/7419/26.3.1984 (Β'198) τροποποιείται ως εξής:
«Οι ειδικευόμενοι ιατροί αλλοδαποί υπότροφοι, κατά το χρόνο της ειδίκευσής τους και κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 του π.δ. 38/2010 (Α'78), συμπεριλαμβάνονται στο πρόγραμμα εφημεριών του τμήματος ειδίκευσής τους με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τους ειδικευόμενους ιατρούς Έλληνες και κοινοτικούς υπηκόους. Για τις εφημερίες που πραγματοποιούν τους καταβάλλεται αποζημίωση σύμφωνα με τον ισχύοντα βασικό μισθό του ειδικευόμενου ιατρού».
3. Εφημερίες μικτού τύπου και εφημερίες ετοιμότητας μπορεί να πραγματοποιεί και το λοιπό, πλην των ιατρών, επιστημονικό προσωπικό των νοσοκομείων. Η αμοιβή καθορίζεται αντιστοίχως στο 70% και 40% της ενεργού εφημερίας.
4. Οι ιατροί οι οποίοι, λόγω διάθεσής τους από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. εργάζονται σε νοσοκομεία του ΕΣΥ ή σε Κέντρα Υγείας, εντάσσονται στο πρόγραμμα εφημεριών του τμήματος όπου υπηρετούν. Η αμοιβή για τις εφημερίες που πραγματοποιούν υπολογίζεται επί του συμφωνηθέντος, χωρίς τα τυχόντα επιδόματα, μισθού της σύμβασής τους με το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και καταβάλλεται από τα προβλεπόμενα για τις εφημερίες κονδύλια των προϋπολογισμών των νοσοκομείων ή των Δ.Υ.Πε..
Άρθρο 43
Κίνητρα για άγονες - νησιωτικές περιοχές Αγονο ιατρείο
1. Η παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 4208/2013 (Α' 252) τροποποιείται ως ακολούθως:
«Για την κατάληψη θέσης κλάδου ιατρού Ε.Σ.Υ. ή την πρόσληψη στο Π.Ε.Δ.Υ., η προϋπηρεσία του ιατρού υπηρεσίας υπαίθρου (υπόχρεου και επί θητεία) στις νησιωτικές περιοχές και στις άγονες ή προβληματικές περιοχές, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, καθώς και στα χαρακτηρισμένα ως άγονα Περιφερειακά Ιατρεία, αναγνωρίζεται και υπολογίζεται στο πενταπλό σε σχέση με την προϋπηρεσία των υπολοίπων ιατρών.
Για τους επί θητεία ειδικευμένους ιατρούς, η προϋπηρεσία στις παραπάνω περιοχές υπολογίζεται στο επταπλό».
Η παρούσα διάταξη έχει ισχύ από τις 18.11.2013, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4208/2013 (Α' 252) για τους ιατρούς που αποφοίτησαν από αυτήν την ημερομηνία και εντεύθεν και για τους ιατρούς που αποφοίτησαν πριν την ημερομηνία αυτή έχει ισχύ από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.
2. Στην παρ. 2 της με αριθμό Α2δ/Γ.Π οικ. 137/ 31.12.2014 υπουργικής απόφασης (Β' 27 /2015) προστίθεται εδάφιο μετά το β' εδάφιο ως ακολούθως:
«Για την απόκτηση του τίτλου ειδικότητας της Παθολογίας και της Χειρουργικής επιτρέπεται η υποβολή δύο (2) αιτήσεων, μία σε μερικής και μία σε πλήρους άσκησης νοσοκομεία, μόνον στην περίπτωση υποβολής αιτήσεως μερικής άσκησης σε νοσοκομείο νησιωτικών, άγονων ή προβληματικών περιοχών και με την υποχρέωση της παραμονής του ειδικευόμενου ιατρού σε αυτό ολόκληρο το χρονικό διάστημα της σύμβασής του. Σε περίπτωση που παραιτηθεί και αποχωρήσει από το εν λόγω νοσοκομείο πριν τη λήξη της σύμβασής του, η αίτησή του για το νοσοκομείο πλήρους άσκησης διαγράφεται. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται τα παραπάνω νοσοκομεία μερικής άσκησης των νησιωτικών, άγονων ή προβληματικών περιοχών».
3. Στην παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 4025/2011 (Α' 228) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Ο χρόνος υπηρεσίας των ειδικευμένων ιατρών του Ε.Σ.Υ. που διανύθηκε σε Π.Ε.Δ.Υ.- Κέντρο Υγείας ή σε Π.Ε.Δ.Υ. Περιφερειακό Ιατρείο ή σε Π.Ε.Δ.Υ. Πολυδύναμο Περιφερειακό Ιατρείο, ή σε Π.ΕΔ.Υ. Ειδικό Περιφερειακό Ιατρείο σε νησιωτικές, ή άγονες και προβληματικές περιοχές, όπως ορίζονται στο π.δ. 131/1987 (Α' 73) και σε σχετικές υπουργικές αποφάσεις, για την υπηρεσία υπαίθρου επί θητεία, προσμετράται ως χρόνος προϋπηρεσίας για την επιστημονική τους εξέλιξη.»
4. Η παρ. 5 του άρθρου 28 του ν. 2646/1998 (Α'236) τροποποιείται ως ακολούθως:
«5. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας δύνανται να χαρακτηρίζονται ή να αποχαρακτηρίζονται τα Π.Ε.Δ.Υ.-Περιφερειακά Ιατρεία, Π.Ε.Δ.Υ.-Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία, Π.Ε.Δ.Υ. - Ειδικά Περιφερειακά Ιατρεία και Π.Ε.Δ.Υ. - Κέντρα Υγείας ως Περιφερειακά Ιατρεία και Κέντρα Υγείας άγονων και προβληματικών περιοχών και να παρέχονται οικονομικά και άλλα κίνητρα στους γιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου που διορίζονται σε αυτά.»
5. Το δεύτερο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου της περίπτωσης γ' της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3580/2007 (Α'134), όπως ισχύει, αντικαθίσταται, από την έναρξη της ισχύος του, ως εξής:
«Οι Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. αυτών μπορούν να παρέχουν στον επικουρικό ιατρό και τον ιατρό υπηρεσίας υπαίθρου της περιοχής τους, για όλη τη διάρκεια της σύμβασης ή της θητείας του, δωρεάν σίτιση, κατάλληλο κατάλυμα διαμονής ή και χρηματικά επιδόματα για την κάλυψη των αναγκών του αυτών».
Άρθρο 44
Ιατροί Υπηρεσίας Υπαίθρου
1. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της περίπτωσης α' της παρ. 6 του άρθρου 26 του ν. 2519/1997 (Α'165), όπως ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:
«Μετά τα οριστικά αποτελέσματα της προκήρυξης ανακοινώνεται πρόσκληση ενδιαφέροντος, κατά παρέκκλιση του προηγουμένου εδαφίου, στην οποία συμπεριλαμβάνονται αφενός οι θέσεις της προκήρυξης που δεν καλύφθηκαν και αφορούν σε νησιωτικές, άγονες ή προβληματικές περιοχές, καθώς και στα χαρακτηρισμένα ως άγονα Περιφερειακά Ιατρεία και αφετέρου οι θέσεις των ίδιων παραπάνω περιοχών και ιατρείων που κενώθηκαν αιφνιδίως».
2. Στην περίπτωση β' της παρ. 6 του άρθρου 26 του ν. 2519/1997 (Α'165), όπως ισχύει, προστίθεται, πριν το τελευταίο εδάφιο, εδάφιο ως εξής:
«Το ίδιο ισχύει και για την κάλυψη θέσεων, που, ενώ είχαν καλυφθεί από την προκήρυξη, έμειναν κενές λόγω αιφνίδιας παραίτησης του ιατρού υπηρεσίας υπαίθρου ή που είχαν καλυφθεί για χρονικό διάστημα ενός (1) έως και πέντε (5) μηνών λόγω συμπλήρωσης του χρόνου της θητείας ιατρού υπόχρεου υπηρεσίας υπαίθρου, πλην δεν πληρούνται για αυτές οι χρονικές προϋποθέσεις για προκήρυξη κενής θέσης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου».
3. Στην παρ. 6 του άρθρου 26 του ν. 2519/1997 (Α'165), όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση ε' ως εξής:
«ε. Τα οριζόμενα στις περιπτώσεις β', γ' και δ' της παρούσας παραγράφου αφορούν και στις προσκλήσεις ενδιαφέροντος».
4. Η παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4208/2013 (Α' 252) αντικαθίσταται ως εξής:
«1.α. Οι ιατροί ελληνικής υπηκοότητας ή κοινοτικοί υπήκοοι, οι οποίοι επιθυμούν να αποκτήσουν τίτλο ειδικότητας στη χώρα μας οφείλουν να έχουν εκπληρώσει την υποχρεωτική υπηρεσία υπαίθρου πριν τη συμμετοχή τους στις απαιτούμενες εξετάσεις, ή να έχουν νόμιμη απαλλαγή. Η παρούσα διάταξη δεν καταλαμβάνει τους ιατρούς που αποφοίτησαν, πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
β. Οι κατηγορίες των ιατρών που πληρούν τις προϋποθέσεις νόμιμης απαλλαγής από την υποχρεωτική εκπλήρωση υπηρεσίας υπαίθρου είναι οι παρακάτω:
1. Πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν υπόκεινται στις διατάξεις του ν. 4251/2014 (Α' 80).
2. Οι ιατροί που έχουν ασκηθεί ή πρόκειται να ασκηθούν στην ειδικότητα της Γενικής Ιατρικής σύμφωνα, με την παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 2071/1992 (Α'123).
3. Οι ιατροί που έχουν την ιδιότητα μόνιμου υπαλλήλου του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 2071/1992 (Α' 123).
4. Οι Ιατροί που έχουν ιδιότητα του υπαλλήλου Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευόμενων από το Υπουργείο Υγείας.
5. Οι έχοντες γνωμάτευση Υγειονομικής Επιτροπής που να προκύπτει αναπηρία σε ποσοστό άνω του 67% σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 2071/1992 (Α' 123) και την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 2194/1994 (Α' 34).
γ. Η παρ. 3 του άρθρου 26 του ν. 2519/1997 (Α' 165) καταργείται.»
5. Η οριζόμενη στην περίπτωση γ' της παρ. 2 του άρθρου 6 του π.δ. 106/2014 αρμοδιότητα του Τμήματος Ιατρών υπόχρεων και επί θητεία υπηρεσίας υπαίθρου, περί της απόσπασης των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου σε νοσοκομεία της χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 1963/1991 (Α'138), εκχωρείται στον Διοικητή της αρμόδιας Υ.Πε..
6. Το άρθρο 10 του ν. 4316/2014 (Α'270) καταργείται.
Οι ιατροί, οι οποίοι εμπίπτουν στις διατάξεις του καταργούμενου άρθρου 10 του ν. 4316/2014 και κατά τη δημοσίευση του παρόντος είτε δεν έχουν επιλεγεί είτε δεν έχουν καταθέσει αίτηση για την εκπλήρωση της υποχρεωτικής υπηρεσίας υπαίθρου, οφείλουν, εφόσον δεν απαλλάσσονται νομίμως, να έχουν εκπληρώσει την υποχρεωτική υπηρεσία υπαίθρου πριν τη συμμετοχή τους στις απαιτούμενες για την απόκτηση του τίτλου της ειδικότητας εξετάσεις. Οι ιατροί, οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος εκπληρώνουν την υποχρεωτική υπηρεσία υπαίθρου ή έχει εκδοθεί η υπουργική απόφαση της τοποθέτησής τους για την εκπλήρωσή της, δικαιούνται, μετά από αντίστοιχες αιτήσεις τους, αφενός της χρονικής παράτασης της τοποθέτησής τους στην ειδικότητα μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας τους στην υπηρεσία υπαίθρου και αφετέρου της καταχώρισής τους στον κατάλογο αναμονής για ειδίκευση πλέον του προκαταρκτικού σταδίου και για το στάδιο της κύριας ειδικότητας.
7. Η παράγραφος 15 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001 (Α' 37) καταργείται.
Άρθρο 45
Ιατροί ΑμεΑ
1. Στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2920/2001 (Α'131) και στη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 2519/1997 (Α'165), όπως ισχύουν, εμπίπτουν και οι ειδικευμένοι ιατροί και οδοντίατροι με κινητική αναπηρία - παραπληγία.
2. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2920/2001 (Α' 131), όπως ισχύει, μετά τη λέξη «βιολόγων», προστίθενται οι λέξεις «χημικών και βιοχημικών».
Άρθρο 46
Διάρθρωση Ιατρικής Υπηρεσίας, Επιστημονικό Συμβούλιο Νοσοκομείων
1. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 2889/2001 (Α' 37), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3868/2010 (Α' 129), αντικαθίσταται ως εξής:
«Διευθυντής τομέα ορίζεται ιατρός με θέση Συντονιστή Διευθυντή. Εάν στον τομέα δεν υπηρετεί Συντονιστής Διευθυντής ή εάν εκείνος που υπηρετεί δεν θέτει υποψηφιότητα για τη θέση του Διευθυντή του τομέα, τότε μπορεί να ορίζεται ιατρός Διευθυντής Ε.Σ.Υ. που προΐσταται τμήματος εργαστηρίου ή μονάδας του αντίστοιχου τομέα. Υποψηφιότητα για τη θέση του Διευθυντή Τομέα δεν μπορεί να θέσει ο ιατρός που έχει ήδη διατελέσει Διευθυντής του Τομέα για δύο θητείες τουλάχιστον».
2. Οι περιπτώσεις α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3329/2005 (Α'81), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ.13 του άρθρου 8 του ν. 3868/ 2010 (Α' 129), αντικαθίστανται ως εξής:
«α) Έναν (1) ιατρό με θέση Συντονιστή Διευθυντή ή μέλος ΔΕΠ Διευθυντή Πανεπιστημιακής κλινικής ή Εργαστηρίου, που εκλέγεται από όλους τους έχοντες θέση Συντονιστή Διευθυντή του νοσοκομείου, με τον αναπληρωτή του, ως Πρόεδρο. Στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., στα οποία είναι ενταγμένες Πανεπιστημιακές κλινικές ή Εργαστήρια, ο Πρόεδρος μπορεί να είναι μέλος ΔΕΠ πρώτης βαθμίδας ή Διευθυντής Ε.Σ.Υ..
β) Δύο (2) ιατρούς με βαθμό Διευθυντή Ε.Σ.Υ., ή μέλη ΔΕΠ βαθμίδας Επίκουρου Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή ή Καθηγητή που δεν είναι Διευθυντές Πανεπιστημιακών Κλινικών ή Εργαστηρίων, που εκλέγονται από όλους του Διευθυντές Ε.Σ.Υ. του νοσοκομείου, πλην Συντονιστών Διευθυντών, και τα μέλη ΔΕΠ βαθμίδας Επίκουρου Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή ή Καθηγητή που δεν είναι Διευθυντές Πανεπιστημιακών Κλινικών ή Εργαστηρίων, με τους αναπληρωτές τους».
3. Η παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 3868/2010 (α' 129) καταργείται.
4. Η παρ. 15 του άρθρου 8 του ν. 3868/2010 (Α' 129) καταργείται. Οι περιπτώσεις δ', ε', στ', ζ', και η' της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3329/2005 (Α'81) αναριθμούνται αντιστοίχως σε γ', δ', ε', στ' και η'.
Άρθρο 47
Επιστημονικά Υπεύθυνοι των Κέντρων Υγείας και Μονάδων Υγείας
Τα πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 17 και το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 1397/1983, όπως τα εδάφια αυτά ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:
«Υπεύθυνος για το Συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας ή της Μονάδας Υγείας ορίζεται εκ των υπηρετούντων, με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υ.Πε. ιατρός κλάδου Ε.Σ.Υ. ή οδοντίατρος με βαθμό Διευθυντή και, εν ελλείψει αυτού, Επιμελητής Α' με τριετή θητεία. Στην ίδια απόφαση και με τις ανωτέρω προϋποθέσεις ορίζεται και ο αναπληρωτής του».
Άρθρο 48
Υπηρεσιακό Συμβούλιο υπηρεσιακής κατάστασης ιατρών Ε.Σ.Υ.
1. Το άρθρο 29 του ν. 2072/1992 (Α'125) αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 29
«Συνιστάται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο αρμόδιο για τα παρακάτω θέματα υπηρεσιακής κατάστασης ιατρών κλάδου Ε.Σ.Υ. όλων των κατηγοριών:
α. Θέση σε διαθεσιμότητα λόγω νόσου, που παρεμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων.
β. Απόλυση λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας.
γ. Απόδοση ηθικών αμοιβών.
δ. Αναγνώριση συνάφειας μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών και διδακτορικών σε ιατρούς Ε.Σ.Υ., για τη χορήγηση των σχετικών επιδομάτων.
ε. Ζητήματα για τα οποία επιλαμβάνονται συμβούλια, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων, που ρυθμίζουν την υπηρεσιακή κατάσταση των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλου συμβουλίου.
Το Συμβούλιο αποτελείται από:
1) Έναν Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, με αναπληρωτή του Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, οριζόμενους από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., ως Πρόεδρο.
2) Έναν Διοικητή Υ.Πε., με αναπληρωτή του Διοικητή άλλης Υ.Πε., που ορίζονται από τον Υπουργό Υγείας.
3) Τον Πρόεδρο του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ.), με αναπληρωτή του τον Αντιπρόεδρο του ίδιου Συλλόγου. Όταν εξετάζονται θέματα οδοντιάτρων, αντί του Προέδρου του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου μετέχει ο Πρόεδρος της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας με αναπληρωτή του τον Αντιπρόεδρο της ίδιας Ομοσπονδίας.
4) Έναν Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας, με αναπληρωτή του άλλον Γενικό Διευθυντή του ίδιου Υπουργείου, που ορίζονται από τον Υπουργό Υγείας.
5) Τον Πρόεδρο της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Ιατρών Ελλάδος (ΟΕΝΙΕ) με αναπληρωτή του τον Αντιπρόεδρο της ίδιας Ομοσπονδίας.
Η θητεία των μελών του Συμβουλίου είναι τριετής και η συγκρότησή του γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας.
Χρέη Εισηγητή στο Συμβούλιο εκτελεί ο εκάστοτε Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων Νομικών Προσώπων του Υπουργείου Υγείας, με αναπληρωτή το νόμιμο αναπληρωτή του.
Γραμματέας του Συμβουλίου ορίζεται με την απόφαση της συγκρότησής του υπάλληλος του Υπουργείου Υγείας, κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ με τουλάχιστον πενταετή προϋπηρεσία στο Δημόσιο ή τουλάχιστον τριετή προϋπηρεσία για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης.
Στον Πρόεδρο, τα μέλη, τον Εισηγητή και το Γραμματέα του παραπάνω Υπηρεσιακού Συμβουλίου καταβάλλονται αμοιβή και έξοδα κίνησης, το ύψος των οποίων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Υγείας.»
2. Ο Διοικητής της οικείας Υ.Πε. είναι αρμόδιος για τη χορήγηση στους ιατρούς Ε.Σ.Υ.: 1) κανονικής άδειας απουσίας χωρίς αποδοχές μέχρι τριάντα (30) ημέρες συνολικά εντός του ημερολογιακού έτους και 2) χορήγησης άδειας απασχόλησης εκτός ωραρίου.
3. Το άρθρο 8 του ν. 3204/2003 (Α'296) καταργείται.
Άρθρο 49
Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο ιατρών Ε.Σ.Υ.
1. Η παρ. 3 του άρθρου 34 του ν. 1397/1983 (Α'143) αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Συνιστάται, με έδρα στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας, επταμελές Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο ιατρών Ε.Σ.Υ., αποτελούμενο από:
α) έναν Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή του έναν Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, που ορίζονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
β) δύο Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
γ) έναν Διοικητή Υ.Πε., με αναπληρωτή του Διοικητή άλλης Υ.Πε., που ορίζονται από τον Υπουργό Υγείας,
δ) τον Πρόεδρο του ΚΕ.Σ.Υ., με αναπληρωτή του τον αντιπρόεδρο του ΚΕ.Σ.Υ.,
ε) τον Πρόεδρο του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, με αναπληρωτή του τον Αντιπρόεδρο του ίδιου Συμβουλίου ή τον Πρόεδρο, με αναπληρωτή του τον Αντιπρόεδρο, του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας, προκειμένου για πειθαρχική δίωξη οδοντιάτρων,
στ) έναν Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας, με αναπληρωτή του άλλον Γενικό Διευθυντή του ίδιου Υπουργείου, που ορίζονται από τον Υπουργό Υγείας,
ζ) τον Πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Νοσοκομειακών Φαρμακοποιών, με αναπληρωτή του τον Αντιπρόεδρο της ίδιας Ένωσης, αντί του μέλους της παραπάνω περίπτωσης δ' του άρθρου αυτού, όταν πρόκειται για πειθαρχική δίωξη φαρμακοποιών του Ε.Σ.Υ..
Η θητεία των μελών του Συμβουλίου είναι τριετής και η συγκρότησή του γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας.
Γραμματέας του Συμβουλίου ορίζεται με την απόφαση της συγκρότησής του υπάλληλος του Υπουργείου Υγείας ή Ν.Π.Δ.Δ. που υπάγεται στην εποπτεία του, κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, με τουλάχιστον δεκαετή προϋπηρεσία στο Δημόσιο ή τουλάχιστον πενταετή προϋπηρεσία για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης.
Ο υπάλληλος, που ορίζεται κατά τα παραπάνω Γραμματέας του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου ιατρών Ε.Σ.Υ., για όσο χρόνο έχει την ιδιότητα αυτή, απαλλάσσεται των λοιπών υπηρεσιακών καθηκόντων του και απασχολείται αποκλειστικά στο Συμβούλιο.»
2. α. Η παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 2519/1997 (Α'165), όπως ισχύει, καταργείται.
β. Η παράγραφος 25 του άρθρου 13 του ν. 2955/2001 (Α' 256) καταργείται.
γ. Το άρθρο 9 του ν. 3204/2003 (Α' 296) καταργείται.
Άρθρο 50
Κινητικότητα του νοσηλευτικού παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού, πλην των Ιατρών Ε.Σ.Υ., εντός των φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας Δ.Υ.Πε.
1. Καταργούνται όλες οι διατάξεις, γενικές και ειδικές, που ρυθμίζουν θέματα αποσπάσεων του νοσηλευτικού, παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού, πλην των Ιατρών Ε.Σ.Υ., των Φορέων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Φ.Π.Υ.Υ.), με εξαίρεση τις διατάξεις για τις συνυπηρετήσεις με ένστολο σύζυγο και τις συνυπηρετήσεις σε παραμεθόριο περιοχή και τις διατάξεις για λόγους υγείας.
2. Οι αποσπάσεις του ως άνω προσωπικού, που βρίσκονται στην ίδια Υ.Πε., γίνονται με αποφάσεις του Διοικητή της Υ.Πε.. Οι αποσπάσεις του προσωπικού, πλην των Ιατρών του Ε.Σ.Υ, των Φ.Π.Υ.Υ. μιας Δ.Υ.Πε. σε Φ.Π.Υ.Υ. άλλης Δ.Υ.Πε., γίνονται με κοινή απόφαση των Διοικητών των αντίστοιχων Υ.Πε., μετά από σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων Υπηρεσιακών Συμβουλίων. Το χρονικό όριο των αποσπάσεων ορίζεται στα δύο (2) χρόνια με δυνατότητα παράτασης για ένα (1) επιπλέον έτος, μετά από αίτηση του υπαλλήλου.
3. Καταργούνται όλες οι διατάξεις, γενικές και ειδικές, που ρυθμίζουν θέματα μετατάξεων του νοσηλευτικού παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού, πλην των Ιατρών Ε.Σ.Υ., των Φ.Π.Υ.Υ., πλην αυτών του άρθρου 72 του ν. 3528/2007.
4. Οι μετατάξεις του ως άνω προσωπικού, που βρίσκονται στην ίδια Δ.Υ.Πε, γίνονται με αποφάσεις του Διοικητή της Υ.Πε. Οι μετατάξεις του προσωπικού μιας ΔΥ.Πε. σε Φ.Π.Υ.Υ. άλλης Δ.Υ.Πε, γίνονται με κοινή απόφαση των Διοικητών των αντίστοιχων Υ.Πε., μετά από σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων Υπηρεσιακών Συμβουλίων, χωρίς να απαιτείται η έγκριση της Π.Υ.Σ. που προβλέπει η παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4002/2011 (Α'180). Σε περίπτωση διαφωνίας των Διοικητών των Υ.Πε., για την μετάταξη αποφασίζει ο Υπουργός Υγείας.
5. Οι αιτήσεις για μετάταξη υποβάλλονται δύο (2) φορές το χρόνο, κάθε Μάρτιο και Οκτώβριο. Εξαιρούνται οι μετατάξεις για λόγους υγείας, που υποβάλλονται οποτεδήποτε. Για τις μεταθέσεις του προσωπικού, πλην των Ιατρών του Ε.Σ.Υ., των Φορέων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Φ.Π.Υ.Υ.), εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 67 του ν. 3528/2007 (Α' 26).
6. Οι μετακινήσεις του προσωπικού, πλην των Ιατρών του Ε.Σ.Υ. των Φ.Π.Υ.Υ., που βρίσκονται στην ίδια Δ.Υ.Πε., γίνονται με αποφάσεις του Διοικητή της Υ.Πε.. Οι μετακινήσεις του προσωπικού, πλην των Ιατρών του Ε.Σ.Υ. των Φ.Π.Υ.Υ. μιας Δ.Υ.Πε. σε Φ.Π.Υ.Υ. άλλης Δ.Υ.Πε., γίνονται με κοινή απόφαση των Διοικητών των αντίστοιχων Υ.Πε., χωρίς γνώμη των αρμόδιων Υπηρεσιακών Συμβουλίων. Το χρονικό όριο των μετακινήσεων ορίζεται σε τρεις (3) μήνες με δυνατότητα παράτασης τριών (3) επιπλέον μηνών, εντός του ιδίου ημερολογιακού έτους, μετά από αίτηση του υπαλλήλου.
7. Δεν επιτρέπεται απόσπαση, μετάταξη και μετάθεση του προσωπικού, πλην των Ιατρών του Ε.Σ.Υ. των Φ.Π.Υ.Υ., πριν παρέλθουν πέντε (5) έτη από το διορισμό ή από προηγούμενη μετάταξη ή μετάθεση, με εξαίρεση τις διατάξεις που προβλέπουν τη μετάταξη σε παραμεθόριες περιοχές ή την αμοιβαία μετάταξη ή μετάθεση των υπαλλήλων ή εφόσον πρόκειται για μετάταξη για λόγους υγείας του μετατασσόμενου, του/της συζύγου του, των τέκνων του.
8. Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Υγείας και Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, υπάλληλοι του νοσοκομείου Παπαγεωργίου δύνανται, μετά από αίτησή τους, να αποσπώνται για χρονικό διάστημα έως δύο (2) ετών σε εποπτευόμενα από το Υπουργείο Υγείας Ν.Π.Δ.Δ.. Οι εν λόγω αποσπάσεις διενεργούνται μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου Παπαγεωργίου και γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του φορέα υποδοχής.
9. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας δύναται να καθορίζεται κάθε άλλη περαιτέρω λεπτομέρεια για τη διαδικασία αποσπάσεων, μετατάξεων, μεταθέσεων και μετακινήσεων του νοσηλευτικού παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού, συμπεριλαμβανόμενης της δημιουργίας και εφαρμογής σχετικού κεντρικού ηλεκτρονικού συστήματος.
Άρθρο 51
Επιπρόσθετη ειδική ετήσια άδεια υγειονομικού προσωπικού
Οι διατάξεις του άρθρου 105 του ν. 2071/1992 (Α' 123) και της κ.υ.α. 2003075/204/0022 (Β'33/20.1.1995), αναφορικά με την επιπρόσθετη ειδική ετήσια άδεια μετ' αποδοχών, καταλαμβάνουν όλους τους, πλήρους απασχόλησης (πλην των ιατρών), εργαζόμενους στα τμήματα και τις μονάδες που αναφέρονται στην παραπάνω κοινή υπουργική απόφαση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομικών και Υγείας, η ειδική άδεια του προηγουμένου εδαφίου δύναται να επεκταθεί και σε εργαζόμενους και άλλων ειδικών τμημάτων ή ειδικών μονάδων των φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ..
Άρθρο 52
Διοικητικά Συμβούλια Νοσοκομείων
1. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου του άρθρου 60 του ν. 4342/2015 (Α'143) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Στην περίπτωση που έχουν εκλείψει ή αποχωρήσει για οποιονδήποτε λόγο και ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος του ενιαίου συλλογικού οργάνου διοίκησης των διασυνδεόμενων νοσοκομείων της παρ. 3 του άρθρου 70 του ν. 3918/2011 (Α'31) και της παρ. 11 του άρθρου 66 του ν. 3984/2011 (Α'150), καθήκοντα Προέδρου εκτελεί ο Αναπληρωτής Διοικητής του έτερου νοσοκομείου και εφόσον αυτός δεν υπάρχει, ο Διευθυντής της Διοικητικής Οικονομικής Υπηρεσίας της έδρας του ενιαίου συλλογικού οργάνου διοίκησης.»
2. Στο τέλος του άρθρου 60 του ν. 4342/2015 (Α'143) προστίθενται παράγραφοι 3 και 4 ως εξής:
«3. Η διάταξη της παραγράφου 2 του παρόντος εφαρμόζεται και για τα Διοικητικά Συμβούλια των νοσοκομείων δυναμικότητας άνω των 400 κλινών, των οποίων το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3868/2010 (Α' 129).
4. Στις περιπτώσεις των νοσοκομείων δυναμικότητας κάτω των 400 κλινών, στα οποία το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3868/2010 (Α'129) και στα οποία έχει εκλείψει ή αποχωρήσει για οποιονδήποτε λόγο ο Διοικητής, το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να λειτουργήσει νομίμως μέχρι το διορισμό νέου Διοικητή, ακόμα και μετά την πάροδο του κατά το άρθρο 13 του ν. 2690/1999 (Α'45) τριμήνου, εφόσον τα λοιπά μέλη επαρκούν για το σχηματισμό απαρτίας.»
Άρθρο 53
Ρυθμίσεις θεμάτων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
1. Οι διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 4316/2014 (Α' 270) τροποποιούνται και αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Συστήνεται στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), με έδρα την έδρα του Οργανισμού, πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο, αρμόδιο για τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης του Διοικητικού, Υγειονομικού και Ιατρικού Προσωπικού του Οργανισμού, μόνιμου και με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Το ως άνω Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και αποτελείται από:
α. Τρεις (3) προϊσταμένους Διεύθυνσης, εκ των υπαγομένων στην αρμοδιότητα του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και υπηρετούντων στην έδρα του, με τους αναπληρωτές τους.
β. Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων, με ισάριθμους αναπληρωτές, και με βαθμό τουλάχιστον Γ', των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ.
2. Με την απόφαση συγκρότησης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ορίζονται ο Πρόεδρος και ο αναπληρωτής του από τα τακτικά μέλη της περίπτωσης α' της προηγούμενης παραγράφου. Σε περίπτωση που προεδρεύει ο αναπληρωτής του Προέδρου, συμμετέχει ως τακτικό μέλος ο αναπληρωτής του προεδρεύοντος.
3. Με την ίδια απόφαση του Υπουργού Υγείας εισηγητής ορίζεται ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με αναπληρωτή του τον προϊστάμενο τμήματος που χειρίζεται θέματα Προσωπικού της Διεύθυνσης αυτής, χωρίς δικαίωμα ψήφου.
4. Με την ίδια απόφαση του Υπουργού Υγείας, γραμματέας ορίζεται υπάλληλος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με βαθμό τουλάχιστον Δ', με αναπληρωτή του ομοιόβαθμο υπάλληλο του Οργανισμού.
5. Στο ανωτέρω Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται οι αρμοδιότητες του προσωρινού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που είναι αρμόδιο για τα υπηρεσιακά θέματα του διοικητικού και υγειονομικού προσωπικού του Οργανισμού, καθώς και οι αρμοδιότητες του προσωρινού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Ιατρών και Οδοντιάτρων του Οργανισμού. Από τη δημοσίευση της παρούσας καταργούνται τα παραπάνω προσωρινά υπηρεσιακά συμβούλια, καθώς και κάθε άλλη διάταξη σχετική με τη σύσταση, συγκρότηση και λειτουργία αυτών».
2.α. Στην παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 3918/2011 (Α'31), όπως ισχύει, προστίθεται υποπαράγραφος Α' ως εξής:
«1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος. Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.».
β. Το πρώτο εδάφιο 1 του άρθρου 29 του ν. 3918/2011 (Α'31), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 11 της ΠΝΠ της 19.12.2012 (Α'229), που κυρώθηκε με το ν. 4111/2013 (Α'18), αναριθμείται σε υποπαράγραφο Β'.
γ. Η παρ. 9 του άρθρου 33 του ν. 3918/2011 (Α'31) αντικαθίσταται ως εξής:
«α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό. Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012».
3. Το τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης γ) της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3918/2011 (Α' 31), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Ειδικότερα για τις υπολειπόμενες οφειλές των ετών 2012 έως και 2014 και του πρώτου εξαμήνου του 2015 προβλέπεται η δυνατότητα ρύθμισης αποπληρωμής του ποσού επιστροφής της περίπτωσης α' και του πρόσθετου ποσού επιστροφής της περίπτωσης γ' του παρόντος άρθρου που τυχόν οφείλεται μετά την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 3 του παρόντος, σε τέσσερις ισόποσες διμηνιαίες δόσεις, με καταβολή της πρώτης δόσης μέχρι 15.3.2016, της δεύτερης δόσης μέχρι 15.5.2016, της τρίτης δόσης μέχρι 15.7.2016 και της τέταρτης δόσης μέχρι 15.9.2016.».
Άρθρο 54
Ρυθμίσεις θεμάτων ΕΚΑΒ
1. Στους διενεργούμενους διαγωνισμούς ανάδειξης προμηθευτή υγρών καυσίμων για την κίνηση των οχημάτων του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) οι νομοθετημένες κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών ταμείων επιβαρύνουν το Ε.Κ.Α.Β. ως αναθέτουσα αρχή.
2. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4024/ 2011 (Α' 226) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Η ειδική αποζημίωση της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 2256/1994 (Α' 196) που παρέχεται στα πληρώματα ασθενοφόρων και στο νοσηλευτικό προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β., που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία με ειδικά αεροπορικά μέσα για την παροχή Α' Βοηθειών σε ασθενείς, δεν περιλαμβάνεται στα καταργηθέντα, με οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη, επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις. Σε περίπτωση που η ειδική αυτή αποζημίωση έχει καταβληθεί στα πληρώματα ασθενοφόρων και στο νοσηλευτικό προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β. και μετά την έναρξη ισχύος των νόμων 4024/2011 (Α'226) και 4354/2015 (Α'176) δεν αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθείσα».
3. Στο ΕΚΑΒ δημιουργείται ειδικό Μητρώο ασθενοφόρων αυτοκινήτων, ιδιωτικών φορέων, καθώς και των πληρωμάτων τους, σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες των Περιφερειακών Αυτοδιοικήσεων της χώρας, οι οποίες έχουν εκδώσει τις άδειες κυκλοφορίας τους. Το ειδικό αυτό Μητρώο περιλαμβάνει τα ασθενοφόρα οχήματα των δικαιούχων φορέων κυκλοφορίας τους που προβλέπονται στην υπουργική απόφαση υπ' αριθμ. Α5/ 4730/635/15.5.2013 (Β'1328) και ανανεώνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Σε κάθε περίπτωση έκδοσης άδειας κυκλοφορίας ασθενοφόρων, ιδιωτικών φορέων, απαιτείται και προσκόμιση βεβαίωσης καταλληλότητας του οχήματος από το ΕΚΑΒ βάσει του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου. Όσον αφορά τη σήμανση αυτών, απαγορεύεται να έχουν το χρωματισμό και τα διακριτικά σήματα του ΕΚΑΒ, ούτε οποιαδήποτε άλλο χαρακτηριστικό που να προσομοιάζει σε ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ.
Το προσωπικό που στελεχώνει τα εν λόγω ασθενοφόρα πρέπει, τουλάχιστον το ένα από τα δύο άτομα, να έχει το τυπικό προσόν της ειδικότητας Διασώστης - Πλήρωμα Ασθενοφόρου. Ομοίως διαθέτει πιστοποίηση του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων Επαγγελματικού Προσανατολισμού και άδεια άσκησης επαγγέλματος.
Από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του ΕΚΑΒ διενεργείται περιοδικός έλεγχος στους φορείς που πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις και αποκτούν άδεια κυκλοφορίας ασθενοφόρων αυτοκινήτων με τους κατά περίπτωση όρους χορήγησής της κατά τις κείμενες διατάξεις. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια για τις διαδικασίες και το αντικείμενο των περιοδικών ελέγχων.
4. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Δ.9 του ν. 4336/2015 (Α'94) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Επίσης, δεν εμπίπτουν οι μετακινήσεις εκτός έδρας του πάσης φύσεως προσωπικού του Ν.Π.Δ.Δ. Εθνικό Κέντρο Αμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).»
5. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 24 της υποπαραγράφου Δ.9 του ν. 4336/2015 (Α'94) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρείται, για το έτος 2016, η χορηγούμενη αποζημίωση για την προμήθεια στολής στους Διασώστες Πληρώματα Ασθενοφόρων του ΕΚΑΒ, που προβλέπεται από την παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4024/ 2011 (Α' 226), όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει».
6. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Δ.9 του ν. 4336/2015 (Α'94) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρούνται οι παροχές που αφορούν την προβλεπόμενη από την παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 2194/1994 (Α' 34) ασφάλιση του προσωπικού του ΕΚΑΒ και των Μονάδων Μεταμοσχεύσεων κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας με τα μέσα μεταφοράς (ελικόπτερα, αεροπλάνα, αεροσκάφη, ειδικές κινητές μονάδες, ασθενοφόρα, πλωτά μέσα) επειγόντων περιστατικών».
7. Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 23 του ν. 4186/2013 (Α' 193), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 4264/2014 (Α' 118) προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Η εφαρμογή της διάταξης αυτής για την ειδικότητα «Διασώστης - πλήρωμα ασθενοφόρου» ισχύει από την έναρξη του φθινοπωρινού-χειμερινού εξαμήνου του 2015-2016 και αφορά στους σπουδαστές που ξεκινούν τη φοίτησή τους στο Ι.Ε.Κ. (Α' εξάμηνο) κατά το φθινοπωρινό-χειμερινό εξάμηνο του 2015-2016. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου έχει αναδρομική εφαρμογή, η οποία ανατρέχει στο χρόνο θέσπισης των διατάξεων των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρούσης παραγράφου. Η εφαρμογή των διατάξεων των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρούσης παραγράφου δεν αφορά στους σπουδαστές του Ι.Ε.Κ. της ειδικότητας «Διασώστης - πλήρωμα ασθενοφόρου» των υπολοίπων εξαμήνων (Β', Γ' και Δ'), για τους οποίους ισχύει το παλαιό πρόγραμμα σπουδών μέχρι της περατώσεως των σπουδών τους. Η φοίτηση των σπουδαστών του Ι.Ε.Κ. της ειδικότητας «Διασώστης - πλήρωμα ασθενοφόρου» των υπολοίπων εξαμήνων (Β', Γ' και Δ') βάσει του παλαιού προγράμματος σπουδών, από τη θέση σε εφαρμογή των διατάξεων των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρούσας παραγράφου μέχρι της περατώσεως των σπουδών τους είναι απολύτως νόμιμη και παρέχει στους σπουδαστές των Β', Γ' και Δ' εξαμήνων την ίδια ειδικότητα και ακριβώς τα ίδια επαγγελματικά-εργασιακά δικαιώματα, τα οποία θα αποκτήσουν και οι σπουδαστές του Α' εξαμήνου (φθινοπωρινού-χειμερινού εξαμήνου του 2015-2016) μετά την περάτωση των σπουδών τους, για τους οποίους ισχύει το νέο πρόγραμμα σπουδών.
Η γνωμάτευση για τη βλάβη, την δέουσα επισκευή και το κόστος αυτής για οποιοδήποτε αυτοκίνητο ασθενοφόρο, είτε άλλο αυτοκινούμενο ή μη όχημα γίνεται από οποιαδήποτε δημόσια Υπηρεσία ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή περιφέρεια και μπορεί να αφορά οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ που δεν διαθέτουν Γραφείο Κίνησης, συνεργείο ή ειδικούς τεχνικούς. Η λύση αυτή δεν προκαλεί επιπλέον δαπάνη για το κράτος».
Άρθρο 55
Ρύθμιση θεμάτων Ε.ΚΕ.Α.
1. Μεταβατικά και έως 31.12.2016, το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3402/2005 (Α'258) «Αναδιοργάνωση του συστήματος αιμοδοσίας και λοιπές διατάξεις», όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομικών και Υγείας, μετά από εισήγηση του Δ.Σ. του Ε.ΚΕ.Α., ρυθμίζονται η οργάνωση του Ε.ΚΕ.Α. και η διάρθρωση των υπηρεσιών του. Ορίζονται η κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα θέσεις προσωπικού, τα προσόντα διορισμού και τα καθήκοντα των υπαλλήλων κατά κλάδο και ειδικότητα, καθώς και οι αρμοδιότητες του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και του Διευθυντή.»
2. Η παρ. 25 του άρθρου 10 του ν. 3402/2005 (Α'258) τροποποιείται ως εξής:
«25. Μπορούν να αναλάβουν αυξημένες κλινικοεργαστηριακές αρμοδιότητες με απόφαση του Υπουργού Υγείας».
3. Η υπ' αριθμ. οικ.2/16519/0022/24.2.2012 κοινή υπουργική απόφαση (Β' 465) με θέμα «Καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 (Α' 226)», έχει εφαρμογή και για το προσωπικό των προβλεπόμενων σε αυτή κατηγοριών και ειδικοτήτων που υπηρετεί στο Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας (Ε.ΚΕ.Α.).
4. Η παρ. 6 του άρθρου 19 του ν. 3534/2007 (Α'40) καταργείται.
Άρθρο 56
Ρύθμιση θεμάτων ΕΟΜ
1. Το εδάφιο 2 της παρ. 5 του άρθρου 13 του ν. 3984/2011 (Α'150) αντικαθίσταται ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται τα αρμόδια όργανα ελέγχου, η συχνότητα διενέργειας τακτικών ελέγχων και η δυνατότητα διενέργειας έκτακτων, τα κριτήρια αξιολόγησης της τήρησης του πλαισίου ποιότητας και ασφάλειας του άρθρου 12 και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»
2. Το εδάφιο 2 της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 3984/2011 (Α'150) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, καθορίζονται τα αρμόδια όργανα ελέγχου, η συχνότητα διενέργειας τακτικών ελέγχων και η δυνατότητα διενέργειας έκτακτων τα κριτήρια αξιολόγησης της τήρησης του πλαισίου ποιότητας και ασφάλειας του άρθρου 12 και κάθε άλλο σχετικό θέμα».
3. Η παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 3984/2011 (Α'150) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από γνώμη του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων, καθορίζονται τα προσόντα και τα καθήκοντα των Συντονιστών Μεταμοσχεύσεων, η οργάνωση και το περιεχόμενο του εκπαιδευτικού προγράμματος, οι προϋποθέσεις κτήσης του πιστοποιητικού ειδικής εκπαίδευσης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα».
4. Η παρ. 4 του άρθρου 51 του ν. 3984/2011 (Α'150) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και γνώμη του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων και του ΚΕ.Σ.Υ., ορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ο Οργανισμός Προμήθειας όσον αφορά τις εγκαταστάσεις, τον εξοπλισμό, την οργάνωση, το αναγκαίο ιατρικό, νοσηλευτικό και άλλο προσωπικό, τα όργανα, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Ομοίως, καθορίζονται οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας των οργανισμών προμήθειας. Επίσης, ορίζεται η διαδικασία για τη χορήγηση, την ανανέωση ή την ανάκληση της άδειας στους Οργανισμούς Προμήθειας, καθώς και οι τεχνικές λεπτομέρειες διασύνδεσης των ιδιωτικών κλινικών με τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων και τις Μονάδες Εφαρμογής Ιστών και Κυττάρων».
5. Το εδάφιο 2 της παρ. 5 του άρθρου 51 του ν. 3984/ 2011 (Α'150) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Με την απόφαση του Υπουργού Υγείας της παραγράφου 4 καθορίζονται τα αρμόδια όργανα ελέγχου, η συχνότητα διενέργειας τακτικών ελέγχων και η δυνατότητα διενέργειας έκτακτων, τα κριτήρια αξιολόγησης της τήρησης των προϋποθέσεων ποιότητας και ασφάλειας και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»
6. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 24 του ν. 3984/ 2011 (Α'150) προστίθεται περίπτωση ως ακολούθως:
«Εισηγείται στον Υπουργό Υγείας τη σκοπιμότητα ίδρυσης Μονάδων Μεταμόσχευσης Οργάνων και Μονάδων Αλλογενούς Εφαρμογής Μυελού των Οστών, του άρθρου 15 και του άρθρου 57, αντίστοιχα, του παρόντος νόμου.»
7. α. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 2 του ν. 3984/2011 (Α'150) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Οι διατάξεις των Κεφαλαίων Α' έως Ζ' του παρόντος εφαρμόζονται στη δωρεά, τον έλεγχο, το χαρακτηρισμό, την αφαίρεση, τη συντήρηση, τη μεταφορά και τη μεταμόσχευση ανθρώπινων οργάνων (εφεξής «οργάνων») που προορίζονται για μεταμόσχευση.»
β. Το «ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'» «ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ» του ν. 3984/2011 (Α'150) μετονομάζεται σε «ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'» «ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ».
Άρθρο 57
Ρύθμιση θεμάτων ΕΟΦ
1. Στο τέλος της παρ. ΙΙ του άρθρου 6 του ν. 1316/1983 (Α'3), μετά την περίπτωση 11 προστίθεται περίπτωση 12, ως ακολούθως:
«12. Ομοίως δύναται να εξουσιοδοτεί τους διευθυντές, τους τμηματάρχες και τους υπαλλήλους του Οργανισμού να υπογράφουν, με εντολή του, πράξεις ή άλλα έγγραφα της αρμοδιότητάς του».
2. Η παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176) εφαρμόζεται σε όλες τις Επιτροπές και εν γένει συλλογικά όργανα του ΕΟΦ.
3. Η ισχύς της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3918/2011 (Α' 31) άρχεται από τη δημοσίευση του παρόντος.
Ο ΕΟΦ, ως αναθέτουσα αρχή, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3580/2007 (Α' 134), όπως ισχύει, αλλά στις κοινές διατάξεις περί προμηθειών αγαθών ή υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε3
ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΓΕΙΑΣ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΛΗΠΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ
Άρθρο 58
Λίστα Χειρουργείου
Για τη διασφάλιση της ισότητας και της μη διάκρισης των ασθενών στην παροχή χειρουργικών επεμβάσεων στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. και του ν.δ. 2592/1953 (Α' 254), στα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία και Τμήματα, καθιερώνεται η Λίστα Χειρουργείου. Βασικοί όροι για την κατάρτισή της αποτελούν η κατόπιν ιατρικής τεκμηρίωσης αξιολόγηση της σοβαρότητας της νόσου και της δυνατότητας χρόνου αναμονής, με ασφάλεια για την υγεία του ασθενή, από ειδικευμένους ιατρούς των ΤΕΠ, των Τακτικών Εξωτερικών Ιατρείων και των Νοσηλευτικών Τμημάτων των παραπάνω φορέων, καθώς και των Μονάδων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας. Με την κατάρτιση της Λίστας Χειρουργείου ενημερώνεται πάραυτα ο ασθενής για την ημερομηνία επέμβασης. Από τη Λίστα εξαιρούνται τα επείγοντα περιστατικά τα οποία έχουν άμεση ανάγκη χειρουργικής επέμβασης.
Με απόφαση του Υπουργείου Υγείας καθορίζονται ο τρόπος κατάρτισης της Λίστας Χειρουργείου, οργάνωσης και βέλτιστης λειτουργίας της για τους ασθενείς και τους επαγγελματίες υγείας, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.
Άρθρο 59
Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας
1. Συστήνεται στο Υπουργείο Υγείας Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας. Η Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας είναι εν-δεκαμελής και αποτελείται από:
α) τρεις ιατρούς διαφορετικών ειδικοτήτων, μεταξύ των οποίων ένας παιδίατρος που ορίζονται από τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο (Π.Ι.Σ.), με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, με τους αναπληρωτές τους,
β) έναν νοσηλευτή και έναν φυσικοθεραπευτή, καθένας από τους οποίους ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του φορέα του, με τον αναπληρωτή του,
γ) έναν κοινωνικό λειτουργό, που ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του φορέα του, με τον αναπληρωτή του,
δ) δύο νομικούς, οι οποίοι ορίζονται από τον Υπουργό Υγείας, με τους αναπληρωτές τους,
και
ε) τρεις εκπροσώπους ληπτών υπηρεσιών υγείας από συλλόγους ή ενώσεις ασθενών, οι οποίοι κληρώνονται μεταξύ των εκπροσώπων που προτείνουν οι σύλλογοι και οι ενώσεις ασθενών, με τους αναπληρωτές τους. Η κλήρωση διενεργείται δημόσια από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας. Τα πρόσωπα των παραπάνω περιπτώσεων α', β', γ' και ε' ορίζονται από τους αντίστοιχους φορείς μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την αποστολή σχετικής πρόσκλησης του Υπουργού Υγείας για τον ορισμό τους και είναι ελεύθερα ανακλητοί. Αν κάποιος φορέας δεν ορίσει εμπρόθεσμα τον εκπρόσωπό του, τότε αυτός ορίζεται από τον Υπουργό Υγείας.
Η συγκρότηση της Επιτροπής, η θητεία της οποίας είναι πενταετής, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, με την οποία ορίζονται και οι Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος και Γραμματέας της.
Η Επιτροπή εποπτεύει και ελέγχει την προστασία των δικαιωμάτων των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας στους φορείς ή μονάδες της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας φροντίδας υγείας και περίθαλψης του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, όπως το δικαίωμα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας χωρίς διακρίσεις, το δικαίωμα σε αξιοπρεπείς συνθήκες φροντίδας υγείας και περίθαλψης, το δικαίωμα στη συνέχεια της φροντίδας υγείας, το δικαίωμα σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, το δικαίωμα στην πληροφόρηση για την παροχή κατάλληλης και τεκμηριωμένης υπηρεσίας υγείας, το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό, το δικαίωμα στη συναίνεση και ενημέρωση, το δικαίωμα πρόσβασης στον ιατρικό φάκελο και αρχεία, το δικαίωμα στο απόρρητο, στην ιδιωτικότητα και στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, το δικαίωμα προστασίας της γενετικής ταυτότητας και το δικαίωμα αναφοράς και λήψης γραπτής απάντησης.
Ειδικότερα η Επιτροπή:
α) δέχεται παράπονα, αναφορές ή καταγγελίες από κάθε λήπτη υπηρεσίας υγείας χωρίς διακρίσεις, από κάθε οργάνωση, φορέα, Επιτροπή ή Αρχή,
β) δύναται να επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα τις υπηρεσίες υγείας,
γ) πραγματοποιεί αυτεπαγγέλτως ή μετά από καταγγελίες έκτακτες επισκέψεις σε υπηρεσίες υγείας,
δ) συνεργάζεται και δέχεται εξαμηνιαίες εκθέσεις των Γραφείων Δικαιωμάτων των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας των Νοσοκομείων,
ε) συνεργάζεται με την Αυτοτελή Υπηρεσία Προστασίας Δικαιωμάτων του Υπουργείου Υγείας,
στ) ενημερώνει τον πληθυσμό για τα δικαιώματα των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας μέσα από εκδηλώσεις, ενημερωτικά φυλλάδια, τηλεοπτικά ή άλλα μηνύματα, ανάρτηση στην Ιστοσελίδα του Υπουργείου Υγείας των πορισμάτων και εκθέσεών της,
ζ) ενημερώνει τον Υπουργό Υγείας για τυχόν παραβιάσεις των δικαιωμάτων των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας για τις δικές του ενέργειες και σε περίπτωση που διαπιστώνει σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων προβαίνει σε συστάσεις και αποστέλλει αναφορά στο αρμόδιο όργανο για πειθαρχική ή ποινική δίωξη. Η συγκρότηση της πρώτης, σύμφωνα με τις παρούσες διατάξεις, Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας Δικαιωμάτων των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας γίνεται μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
2. Η Επιτροπή υποστηρίζεται διοικητικά από υπάλληλο του Υπουργείου Υγείας.
3. Καταργείται το άρθρο 1 παρ. 1 εδάφιο β' του ν. 2519/1997 (Α'165), όπως ισχύει.
Άρθρο 60
Γραφεία Προστασίας Δικαιωμάτων Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας
Το άρθρο 9 του ν. 3868/2010 (Α' 129) αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 9
Σε κάθε Νοσοκομείο συστήνεται «Γραφείο Προστασίας Δικαιωμάτων Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας», το οποίο είναι αρμόδιο για την υποδοχή, ενημέρωση σχετικά με τις ενδονοσοκομειακές διαδικασίες και τα δικαιώματα των ληπτών υπηρεσιών υγείας, την παρακολούθηση διακίνησης του λήπτη εντός του Νοσοκομείου ή σε εξωνοσοκομειακή υπηρεσία του, τη διοικητική υποστήριξη, τη συλλογή και διεκπεραίωση καταγγελιών και παραπόνων, τη διευκόλυνση υποβολής αναφορών στο Συνήγορο του Πολίτη, στις Εθνικές Επιτροπές Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Βιοηθικής, στις Επιτροπές Δικαιωμάτων στο Υπουργείο Υγείας και άλλες αρμόδιες ελεγκτικές αρχές.
Τα Γραφεία Προστασίας Δικαιωμάτων Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας υπάγονται διοικητικά στον Αναπληρωτή Διοικητή σε Νοσοκομεία με οργανικές κλίνες άνω των τετρακοσίων (400), άλλως στον Αντιπρόεδρο. Ενημερώνουν, συνεργάζονται και αναφέρονται για την παραβίαση των δικαιωμάτων στην Αυτοτελή Υπηρεσία Προστασίας Δικαιωμάτων του Υπουργείου Υγείας και στην Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας του παρόντος νόμου. Οι Διοικήσεις των Νοσοκομείων υποχρεούνται να παραχωρήσουν χώρο εντός των Νοσοκομείων για τη στέγαση των Γραφείων Προστασίας Δικαιωμάτων Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας και τριμελές προσωπικό για τη στελέχωσή τους.
Κάθε εξάμηνο συντάσσονται πορίσματα για την κατάσταση των δικαιωμάτων, καθώς και ετήσια έκθεση πεπραγμένων, που περιέχει στατιστικά στοιχεία από την καταγραφή των θεμάτων που προέκυψαν και αντιμετωπίστηκαν, προτάσεις και κάθε άλλο αναγκαίο στοιχείο για την προστασία των δικαιωμάτων και τη βελτίωση της εξυπηρέτησης των ληπτών. Τα παραπάνω πορίσματα και εκθέσεις υποβάλλονται στην Αυτοτελή Υπηρεσία Προστασίας Δικαιωμάτων και στην Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας του Υπουργείου Υγείας. Εκτός της λειτουργίας τους κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες και τις ώρες επισκεπτηρίου, τα Γραφεία Προστασίας Δικαιωμάτων Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας εξυπηρετούν το κοινό και στο πλαίσιο της λειτουργίας του Νοσοκομείου πέραν του τακτικού ωραρίου, καθώς και συνδέονται με τα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών για την καλύτερη εξυπηρέτηση του κοινού τις ημέρες εφημερίας.
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται ειδικότερα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του Γραφείου Προστασίας Δικαιωμάτων Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας, συνεργασίας με το Γραφείο Κίνησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»
Άρθρο 61
Διαμεσολαβητές Υγείας - Συντονιστές Υπηρεσιών Υγείας
1. Θεσπίζονται οι «Διαμεσολαβητές Υγείας (Δ.Υ.)» με αποστολή την αρωγή σε ευπαθείς (ευάλωτες και ειδικές) ομάδες του πληθυσμού για άρση των εμποδίων στην πρόσβασή τους σε υπηρεσίες υγείας του Δημοσίου Συστήματος. Ως «Διαμεσολαβητές Υγείας (Δ.Υ.)» ορίζονται από τον Υπουργό Υγείας, κατόπιν επιλογής τους από τους αντίστοιχους φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας ή τα εποπτευόμενα από τον Υπουργό Υγείας νομικά πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας που ανήκουν ή προέρχονται από την τοπική κοινωνία ή τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, τα οποία προσφέρουν τις υπηρεσίες τους μέσω συμβάσεων, χρηματοδοτούμενων από Ευρωπαϊκά Ταμεία.
2. Καθιερώνονται οι «Συντονιστές Υπηρεσιών Υγείας (Σ.Υ.Υ.)» για ευπαθείς (ευάλωτες και ειδικές) ομάδες του πληθυσμού με καθήκον την κάλυψη των αναγκών υγείας και την παροχή υπηρεσιών υγείας. Ως «Συντονιστές Υπηρεσιών Υγείας (Σ.Υ.Υ.)» ορίζονται από τον Υπουργό Υγείας επαγγελματίες υγείας που ασχολούνται με την κοινοτική ή τη δημόσια υγεία και υπηρετούν σε φορείς ή μονάδες του Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας, των Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. και του ν.δ. 2592/1953, καθώς και άλλων υπηρεσιών υγείας του δημοσίου ή των εποπτευόμενων και επιχορηγούμενων ολικά ή μερικά από το δημόσιο, φορέων ή μονάδων.
3. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Υγείας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τρόπος και τα κριτήρια επιλογής, το αντικείμενο του έργου, η επιμόρφωση - κατάρτιση των προσώπων στα οποία ανατίθεται ο ρόλος του «Διαμεσολαβητή Υγείας (Δ.Υ.)» και των «Συντονιστών Υπηρεσιών Υγείας (Σ.Υ.Υ.)» για ευπαθείς (ειδικές και ευάλωτες) ομάδες πληθυσμού.
ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε4
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ Γ.Ν. ΘΗΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ «ΑΕΜΥ ΑΕ» ΜΕ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ (Κ.Ε.Ο.Λ.) ΤΗΣ Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε.
Άρθρο 62
Πλαίσιο λειτουργίας Νοσηλευτικής μονάδας Γ. Ν. Θήρας Δημόσιος χαρακτήρας Γ. Ν. Θήρας Έναρξη λειτουργίας
1. Το Γενικό Νοσοκομείο Θήρας (Γ.ν. Θήρας) λειτουργεί υπό την Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. και ως υποκατάστημά της, με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών υπηρεσιών φροντίδας υγείας του πληθυσμού του Νομού Κυκλάδων, και γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Έχει ανεγερθεί με δαπάνες του ελληνικού κράτους, σε ιδιόκτητο οικόπεδο της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. το οποίο βρίσκεται στον Καρτεράδο Θήρας, περιελθόντος σε αυτήν, με το υπ' αριθμ. 1377/ 2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θήρας Κ. Ρούσσου και ανεγέρθηκε σε αυτό με την επέχουσα θέση οικοδομικής άδειας Γενικού Νοσοκομείου Θήρας κοινή απόφαση με αριθμό 1062 των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας με αρ. φύλλου 115/18 Μαρτίου 2009 υπό την Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., και ως υποκατάστημά της, χάριν του δημοσίου συμφέροντος.
2. Η νοσηλευτική μονάδα, φέρει το διακριτό τίτλο και επωνυμία «ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΗΡΑΣ», για κάθε νόμιμη χρήση και συνέπεια. Η σφραγίδα του νοσοκομείου φέρει τον τίτλο: «Γ.Ν. ΘΗΡΑΣ» περιμετρικά αυτής, και στο κέντρο της: «Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε.». Στο χώρο δε του Νοσοκομείου, τοποθετείται ευδιάκριτη εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα ή ανάλογη αναμνηστική στήλη με την ένδειξη ότι το Νοσοκομείο χτίστηκε με δωρεά του οικοπέδου από την Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Ημεροβιγλίου Θήρας.
3. Η νοσηλευτική μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Θήρας είναι δημόσιου χαρακτήρα και ανήκει στην Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε.. Δεν μπορεί να εκποιηθεί σε ιδιώτη για κανέναν λόγο ούτε να αποσχισθεί ως επιχειρηματικός κλάδος και δραστηριότητα. Το Νοσοκομείο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και τη διοικητική, οικονομική, λειτουργική, οργανωτική, επιστημονική, διαχείριση της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε.. Σε περίπτωση διακοπής λειτουργίας της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., για οποιονδήποτε λόγο, ή κατάργησής της, το Γ.Ν. Θήρας, το υπηρετούν προσωπικό και ο πάσης φύσεως εξοπλισμός του, στο σύνολό του, περιέρχεται στη διάθεση, δικαιοδοσία και ιδιοκτησία του Υπουργείου Υγείας.
4. Ως ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Γ.Ν. Θήρας, για κάθε νόμιμη συνέπεια, λογίζεται η ημερομηνία θέσης σε ισχύ του τροποποιημένου Κανονισμού Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας (Κ.Ε.Ο.Λ.) της Α.Ε.Μ.Υ. ΑΕ..
Άρθρο 63
Αδεια λειτουργίας
Το παρόν άρθρο, επέχει θέσης άδειας λειτουργίας του Γενικού Νοσοκομείου Θήρας, καθώς και για τα πάσης φύσεως εργαστήρια και μονάδες του Νοσοκομείου.
Άρθρο 64
Στελέχωση - συνεργασία με μονάδες Ε.Σ.Υ.
1. Το Γ.Ν. Θήρας, εφημερεύει στο πλαίσιο εφημερίας των Νοσοκομείων και Κ.Υ. του Νομού Κυκλάδων, καθώς και στο πλαίσιο της λειτουργίας των μονάδων της 2ης Υ.Π.Ε. Πειραιώς και Αιγαίου. Το Γ.Ν. Θήρας συνεργάζεται με τη 2η Υγειονομική Περιφέρεια για την παροχή συνδρομής σε έκτακτα υγειονομικά περιστατικά και σε κάθε αίτημα που ζητηθεί η συνδρομή του. Για την εξειδίκευση τους συνεργασίας και της σχέσης του Γ.Ν. Θήρας και της 2ης Δ.Υ.Πε., συντάσεται ειδική προγραμματική σύμβαση μεταξύ του Υπουργείου Υγείας, της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. και της διοίκησης της 2ης Δ.Υ.Πε., η οποία καθορίζει τις λεπτομέρειες και τους όρους (υποχρεώσεις και δικαιώματα) των συμβαλλομένων μερών και υπογράφεται νομίμως και αρμοδίως από τα τρία (3) συμβαλλόμενα μέρη.
2. Το Γ.Ν. Θήρας, μέσω της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., μπορεί να συνεργάζεται με κλινικές και νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., ή με πανεπιστημιακές κλινικές δημόσιων Νοσοκομείων, για εκπαιδευτικούς σκοπούς, την εκπόνηση συγκεκριμένων προγραμμάτων ιατρικής φροντίδας και ποιοτικών νοσηλευτικών υπηρεσιών, μεταφορά ιατρικής εμπειρίας και επιστημονικής γνώσης.
3. Με απόφαση του Δ.Σ. της Α.Ε.Μ.Υ., η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό Υγείας με την έκδοση υπουργικής απόφασης, δύναται να προσλαμβάνεται στην Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. με σύμβαση ορισμένου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, πάσης φύσεως προσωπικό για την αντιμετώπιση έκτακτων και εποχιακών αναγκών του Νοσοκομείου Θήρας, για χρονικό διάστημα έως ενός έτους, δυνάμενο να παραταθεί για ένα ακόμη έτος. Η δαπάνη μισθοδοσίας του έκτακτου ή εποχικού προσωπικού βαρύνει αποκλειστικά την Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε..
Οι προσλήψεις του προσωπικού του παρόντος άρθρου, πραγματοποιούνται κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παρ. 20α του άρθρου 9 του ν. 4057/2012.
4. Προσωπικό όλων των κλάδων και κατηγοριών, επιστημονικό προσωπικό, μόνιμοι ιατροί του Ε.Σ.Υ. και ιατροί των ΠΕΔΥ, που υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα του Ε.Σ.Υ. και ΠΕΔΥ των Υ.Π.Ε., μπορούν με αίτηση προς την Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., να αποσπάται στην Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. για τις ανάγκες της νοσηλευτικής μονάδας του Γενικού Νοσοκομείου Θήρας, μετά από γνώμη του Δ.Σ. της Α.Ε.Μ.Υ., για διετές χρονικό διάστημα δυνάμενο να παραταθεί για ένα ακόμη έτος, προκειμένου να διευκολυνθεί η λειτουργία του. Η απόσπαση διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων για τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., χωρίς να απαιτείται γνώμη του Δ.Σ. του οικείου νοσηλευτικού ιδρύματος. Στους αποσπασμένους υπαλλήλους του παρόντος άρθρου, δύναται να ανατεθούν καθήκοντα προϊσταμένου, οποιασδήποτε βαθμίδας, μετά από απόφαση του ΔΣ της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε.. Η δαπάνη μισθοδοσίας του ανωτέρω προσωπικού βαρύνει τον φορέα προέλευσης του αποσπώμενου υπαλλήλου και συμπεριλαμβάνει τα επιδόματα της οργανικής του θέσης.
5. Στη νοσηλευτική μονάδα του Γ.Ν. Θήρας, δύναται να προσλαμβάνεται ειδικευμένο ιατρικό, επιστημονικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου. Ο Υπουργός Υγείας, με απόφασή του, καθορίζει τον αριθμό και τις ειδικότητες του προσωπικού, τον τρόπο και χρόνο πρόσληψης, τη διαδικασία πλήρωσης των θέσεων, και κάθε άλλη λεπτομέρεια για τη μισθολογική και υπηρεσιακή κατάσταση των προσλαμβανόμενων του παρόντος άρθρου, κατόπιν αιτήματος του Δ.Σ. της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε..
6. Ο χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού των παραγράφων 3, 4 και 5, του παρόντος άρθρου, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας για τη βαθμολογική εξέλιξη αυτού στο Ε.Σ.Υ. και το Δημόσιο γενικότερα, καθώς και για κάθε άλλη έννομη συνέπεια υπηρεσιακής φύσεως και συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Το προσωπικό των ανωτέρω παραγράφων του παρόντος άρθρου, υπάγεται οργανωτικά, ιεραρχικά, διοικητικά και επιστημονικά στη δομή λειτουργίας και οργάνωσης του Γ.Ν. Θήρας, προκειμένου να εξασφαλίζεται η απαραίτητη εύρυθμη καθημερινή λειτουργία και η διοικητική ομοιογένεια και αυτοτέλεια των διοικητικών διαδικασιών και του επιστημονικού έργου του Νοσοκομείου.
7. Το πάσης φύσεως προσωπικό του Γ.Ν. Θήρας, τακτικό και επί συμβάσει, είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ισχύουν δε για αυτό, ανεξαρτήτως της σχέσης εργασίας του, οι περιορισμοί, απαγορεύσεις και κωλύμματα των σχετικών διατάξεων του ν. 3528/2007, όπως αυτός ισχύει. Η καταβολή των εφημεριών, υπερωριών, ή άλλων πρόσθετων αμοιβών του συνόλου του προσωπικού του Γ.Ν. Θήρας, βαρύνει τον προϋπολογισμό της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. και αποζημιώνεται σύμφωνα με το ισχύον σε αυτή μισθολογικό καθεστώς.
Άρθρο 65
Εποπτεία - Έλεγχος
1. Η εποπτεία και ο έλεγχος της νοσηλευτικής μονάδας του Γ.Ν. Θήρας ασκείται από τον Υπουργό Υγείας και περιλαμβάνει:
α) τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών υγείας,
β) το διοικητικό και οικονομικό έλεγχο,
γ) τον τρόπο άσκησης του ιατρικού και νοσηλευτικού έργου του ιδρύματος,
δ) την ορθή εφαρμογή της ειδικής προγραμματικής σύμβασης της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του παρόντος νόμου.
Για τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου, συγκροτείται στο Υπουργείο Υγείας, με απόφαση του Υπουργού, η οποία καθορίζει τη σύνθεσή της και το αντικείμενο ελέγχου, Επιτροπή Ελέγχου του Γ.Ν. Θήρας, η οποία θα επισκέπτεται το Γ.Ν. Θήρας, τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος, προκειμένου να ελέγχει τη συμμόρφωση του Νοσοκομείου με τις συνθήκες λειτουργίας του. Η έκθεση της Επιτροπής, υποβάλλεται στον Υπουργό Υγείας, καθώς και στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου και της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε.. Η Επιτροπή συνέρχεται και λειτουργεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί συλλογικών οργάνων. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, εκδίδεται, ετησίως, βεβαίωση καλής λειτουργίας του Νοσοκομείου και των εργαστηρίων του, κατόπιν σχετικής έκθεσης ελέγχου της ανωτέρω Επιτροπής.
2. Κάθε χρόνο, και έως δύο (2) μήνες από τη λήξη του, η διοίκηση της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., υποβάλει στον Υπουργό Υγείας, πλήρη και αναλυτικά οικονομικά στοιχεία λειτουργίας, καθώς και έκθεση πεπραγμένων του Γ.ν. Θήρας. Ο Υπουργός Υγείας, δύναται, οποτεδήποτε, να διατάξει έκτακτο έλεγχο οικονομικής και διοικητικής διαχείρισης του Νοσοκομείου. Οι δαπάνες ελέγχου βαρύνουν την Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε..
3. Το Γ.Ν. Θήρας, υποχρεούται να χορηγεί κάθε μορφής στοιχεία, με κάθε πρόσφορο τρόπο, σε αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου, σύμφωνα με την καθορισμένη, προτυποποιημένη κάθε φορά μορφή και να διασυνδέεται με ηλεκτρονικό ή άλλον τρόπο με συστήματα διαχείρισης πληροφοριών του Υπουργείου Υγείας και του Ε.Σ.Υ..
Άρθρο 66
Πόροι - Χρηματοδότηση - Περιουσιακά στοιχεία
Οι πόροι για τη λειτουργία της νοσηλευτικής μονάδας του Γενικού Νοσοκομείου Θήρας, ως υποκαταστήματος της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., βαρύνουν τον προϋπολογισμό της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., ο οποίος επιχορηγείται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, μέσω του Υπουργείου Υγείας.
Για το σκοπό αυτόν, δημιουργείται στην Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. ειδικός κωδικός οικονομικής διαχείρισης, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο από την Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. λογιστικό σύστημα για την εξυπηρέτηση των πάσης φύσεως δαπανών και εσόδων του Γ.Ν. Θήρας.
Πόροι του Γ.Ν. Θήρας αποτελούν:
α) Τα ημερήσια νοσήλια και οι εισπράξεις από τις πάσης φύσεως λοιπές ιατρικές πράξεις, όπως προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.
β) Τα πάσης φύσεως έσοδα από τα εξωτερικά ιατρεία, το τμήμα ημερήσιας - βραχείας νοσηλείας και τις υπόλοιπες δομές του Νοσοκομείου.
γ) Τα έσοδα από την εκποίηση παλαιών μηχανημάτων, επίπλων, σκευών και κάθε είδους υλικού που δύναται να αποφέρει έσοδα.
δ) Τα έσοδα προερχόμενα από δραστηριότητες προς εξυπηρέτηση του προσωπικού και των νοσηλευομένων, επισκεπτών κ.λπ. (εκμετάλλευση, ενοικίαση κυλικείου, εστιατορίου και άλλων χώρων του Νοσοκομείου).
ε) Ετήσια επιχορήγηση του Δημοσίου, η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και μπορεί να αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις δημοσιονομικές συγκυρίες. Το Δημόσιο αναλαμβάνει με την επιχορήγησή του, το μισθολογικό κόστος του τακτικού και επί συμβάσει προσωπικού του Γ.Ν. Θήρας, εκτός των εφημεριών, υπερωριών και πρόσθετων αμοιβών. Η Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., μπορεί να αιτηθεί πρόσθετης έκτακτης επιχορήγησης, με πλήρη οικονομική ανάλυση, τεκμηρίωση και αιτιολόγηση, η έγκριση της οποίας εξετάζεται αυτοτελώς από τον Υπουργό Υγείας.
στ) Τα έσοδα από εκπαιδευτικές δράσεις, σεμινάρια, συνέδρια κ.λπ., σχετικά με το αντικείμενο του Νοσοκομείου.
ζ) Τα έσοδα από δράσεις ιατρικού τουρισμού, καθώς και κάθε είδους συνεργασιών, συμβάσεων με δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς ή αυτά που προέρχονται από άλλη δραστηριότητα, σύμφωνη με τους σκοπούς και περιορισμούς που προβλέπονται για την Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. και προβλέπονται στο καταστατικό ή στον κεντρικό εσωτερικό κανονισμό οργάνωσης και λειτουργίας της.
Τα πάσης φύσεως έσοδα του Νοσοκομείου, μετά την κάλυψη των λειτουργικών του δαπανών, τη συντήρηση, ανανέωση και εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού του και των δομών του, ενσωματώνονται στα λοιπά έσοδα της εταιρείας και εφόσον προκύψει συνολικά θετικό οικονομικό αποτέλεσμα (κέρδος), μειώνεται η κρατική επιχορήγηση της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., κατά αντίστοιχο ποσό. Αν μετά από αυτά υπάρξει υπόλοιπο κερδών, διατίθεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό ή ελεύθερα με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, μετά από σχετική αιτιολογημένη πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας.
Η νοσηλευτική μονάδα του Γ.Ν. Θήρας, δύναται να έχει πόρους ή να δέχεται κληρονομίες, κληροδοσίες, δωρεές κινητών ή ακινήτων, χρημάτων, επιχορηγήσεις από τρίτους, φυσικά η νομικά πρόσωπα και κάθε πρόσοδο από αυτές. Τα πάσης φύσεως αποκτήματα του Γ.Ν. Θήρας, δύνανται να αξιοποιηθούν και να χρησιμοποιηθούν μόνο προς όφελος της Νοσηλευτικής Μονάδας του Γ.Ν. Θήρας. Η Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. δεν μπορεί για κανέναν λόγο να χρησιμοποιήσει τα αποκτήματα παρόντος άρθρου που απευθύνονται στο Γ.Ν. Θήρας ή κάθε μορφής ωφέλεια που προκύπτει από αυτά, για άλλον σκοπό, πλην του οφέλους και συμφέροντος του Γ.Ν. Θήρας αποκλειστικά. Τα πάσης φύσεως αποκτήματα του παρόντος άρθρου, παραμένουν στην κυριότητα του Γ.Ν. Θήρας, ακόμα και στο ενδεχόμενο διαχωρισμού του Γ.Ν. Θήρας από την Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. ή διακοπής της λειτουργίας ή κατάργησης της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. με οποιονδήποτε τρόπο.
Για το σκοπό της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, τηρείται στην Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., σύμφωνα με τις ισχύουσες λογιστικές αρχές που αυτή ακολουθεί, ειδικός λογαριασμός τήρησης και αξιοποίησης των αποκτημάτων του Γ.Ν. Θήρας.
Οι πάσης φύσεως κληρονομίες, κληροδοσίες, δωρεές κινητών ή ακινήτων, χρημάτων, επιχορηγήσεις από τρίτους, φυσικά η νομικά πρόσωπα και κάθε πρόσοδο από αυτές, οι οποίες έχουν αποδέκτη το Γ.Ν. Θήρας, πριν τη λειτουργία της Νοσηλευτικής Μονάδας, εντάσσονται στις πρόνοιες και απαγορεύσεις του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 67
Τιμολόγηση υπηρεσιών
1. Η Νοσηλευτική Μονάδα του Γ.Ν. Θήρας, ακολουθεί το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, νοσηλείας και ιατρικών πράξεων της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε.. Στον Κανονισμό Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., όσον αφορά στις υπηρεσίες του Γ.Ν. Θήρας, παρέχεται η δυνατότητα διακριτής αναφοράς σε δυνατότητα σύναψης συμβάσεων με ασφαλιστικά ταμεία του εσωτερικού και του εξωτερικού, καθώς και ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες θα περιέχουν διακριτό τιμοκατάλογο για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του Γ.Ν. Θήρας, για τη νοσηλεία ασθενών με ανάλογη προσαρμογή του βασικού του τιμολογίου ανάλογα με τη σύμβαση. Επίσης, παρέχεται, για το Γ.Ν. Θήρας, με σχετική πρόβλεψη του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Οργάνωσης της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., η δυνατότητα σύναψης συμφωνιών και συμβάσεων με τουριστικά πρακτορεία και τουριστικούς οργανισμούς, ιδίως με αυτούς που ειδικεύονται στον ιατρικό τουρισμό, με σκοπό την προαγωγή και προώθηση προγραμμάτων ή δράσεων ιατρικού τουρισμού. Οι συμβάσεις - συμφωνίες αυτές δύνανται να διαφοροποιούνται ως προς την τιμολόγηση των ιατρικών -νοσηλευτικών υπηρεσιών ανάλογα με την εκτίμηση της Διοίκησης του Νοσοκομείου.
2. Η Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., όσον αφορά στις υπηρεσίες του Γ.Ν. Θήρας, συμβάλλεται υποχρεωτικά με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και όλους τους άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς του Δημοσίου.
3. Οι κάθε είδους συμβάσεις, συμφωνίες ή ενέργειες που περιγράφονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ανταγωνιστική λειτουργία του Νοσοκομείου και την αύξηση των ίδιων πόρων του, με στόχο την όσο το δυνατόν κάλυψη των πάσης φύσεως δαπανών του με αντίστοιχη ελάφρυνση της κρατικής χρηματοδότησης και την αύξηση των πάσης φύσεως κρατικών εσόδων, χωρίς να διακυβεύεται η αποστολή του Νοσοκομείου ως παρόχου έργου κοινωνικού οφέλους και η λειτουργία του για χάρη του δημοσίου συμφέροντος.
4. Το Γ.Ν. Θήρας παρέχει δωρεάν νοσηλεία και ιατρική φροντίδα σε άπορους και ανασφάλιστους ασθενείς, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τα δημόσια Νοσοκομεία.
Άρθρο 68
Εσωτερικός κανονισμός
Το Δ.Σ. της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. καταρτίζει τον Κανονισμό Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας του Νοσοκομείου, ο οποίος εντάσσεται στον Κανονισμό Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας (Κ.Ε.Ο.Λ.) της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. και εγκρίνεται από τους Υπουργούς Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, Οικονομικών και Υγείας. Με τον Κανονισμό Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας του Νοσοκομείου, όπως αυτός εντάσσεται και τροποποιεί τον Κανονισμό Εσωτερικής Οργάνωσης και λειτουργίας της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα αναφερόμενα κυρίως στην οργάνωση, διάρθρωση, διοίκηση, στελέχωση και τρόπο λειτουργίας των Ιατρικών, Διοικητικών και λοιπών Υπηρεσιών, τις οργανικές θέσεις του υπηρετούντος προσωπικού, την κατανομή των κλινών στους τομείς, τα τμήματα και τις μονάδες της Ιατρικής Υπηρεσίας, την υπηρεσιακή κατάσταση, τις υποχρεώσεις για όλο το προσωπικό, την εν γένει λειτουργία του Νοσοκομείου, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι απαραίτητη για την επίτευξη των στόχων του Νοσοκομείου.
Άρθρο 69
Στο τέλος του άρθρου 3 του ν. 3293/2004 (Α' 231) προστίθεται περίπτωση θ' ως εξής:
«θ) Η παροχή ολοκληρωμένης δευτεροβάθμιας φροντίδας υγείας, καθώς και η πλήρης λειτουργία και ανάπτυξη του Γενικού Νοσοκομείου Θήρας».
Άρθρο 70
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, δύναται να αποσπάται στην Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε., για τις ανάγκες των υποδομών της, πλην της νοσηλευτικής μονάδας του Γ.Ν. Θήρας, πάσης φύσεως προσωπικό (ιατροί κάτοχοι ιατρικής ειδικότητας, ιατροί Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., νοσηλευτικό, επιστημονικό, παραϊατρικό, διοικητικό), από νοσηλευτικά ιδρύματα του Ε.Σ.Υ., από μονάδες του Π.Ε.Δ.Υ., από την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και από τις Υγειονομικές Περιφέρειες, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων και για χρονικό διάστημα έως ένα έτος με δυνατότητα ανανέωσης για ένα (1) επιπλέον έτος. Η δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού βαρύνει το φορέα προέλευσης του αποσπώμενου υπαλλήλου και συμπεριλαμβάνει τα επιδόματα της οργανικής του θέσης, όταν πρόκειται για προσωπικό που δεν εντάσσεται στις ρυθμίσεις του ν. 4024/2011 (Α'226). Η απόσπαση διενεργείται για την κάλυψη των έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε..
Άρθρο 71
Με το παρόν άρθρο, παρέχεται άδεια λειτουργίας, για κάθε περίπτωση για την οποία αυτή δεν έχει ήδη αποκτηθεί, ανεξαρτήτως αιτίας μη λήψεως και χρόνου λειτουργίας, στα πάσης φύσεως εργαστήρια και μονάδες που βρίσκονται ήδη εν λειτουργία στις μονάδες της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε..
Άρθρο 72
Κατάργηση κέντρου υγείας Σαντορίνης
1. Με την έναρξη λειτουργίας του Γ.Ν. Θήρας, διακόπτεται η λειτουργία του Κ.Υ. Σαντορίνης το οποίο και καταργείται για κάθε νόμιμη συνέπεια. Οι τυχόν οικονομικές ή άλλες εκκρεμότητες και απαιτήσεις του πρώην Κ.Υ. Σαντορίνης, βαρύνουν τη 2η Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου. Τα περιφερειακά ιατρεία της νήσου Σαντορίνης, υπάγονται στη δικαιοδοσία της 2ης Υ.ΠΕ..
2. Το σύνολο του προσωπικού του Κ.Υ. Σαντορίνης (μόνιμο και Ι.Δ.Α.Χ.), μεταφέρεται λειτουργικά και εντάσσεται στην ολοήμερη λειτουργία του Γ.ν. Θήρας, με την ίδια σχέση εργασίας, μισθολογικό καθεστώς και υπηρεσιακή εξέλιξη, ίδιο κλάδο και κατηγορία (ειδικότητα) για κάθε νόμιμη συνέπεια. Για το σκοπό αυτόν εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Υγείας. Οι οργανικές θέσεις του πρώην Κ.Υ. Σαντορίνης, δεν καταργούνται, αλλά παραμένουν στο οργανόγραμμα της 2ης Υ.Πε. και ακολουθούν τις υπηρεσιακές μεταβολές των λοιπών οργανικών θέσεων της 2ης Υ.ΠΕ.. Με την με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του μεταφερθέντος υπαλλήλου από το Γ.Ν. Θήρας, αυτός δε μπορεί να επιστρέψει σε αυτό. Το προσωπικό του Κ.Υ. Σαντορίνης, που δεν επιθυμεί να μεταφερθεί στο Γ.Ν. Θήρας και δηλώνει την επιθυμία του αυτή με αίτησή του προς τη Διοίκηση της οικείας Δ.Υ.Πε., εντός διμήνου από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, τοποθετείται σε άλλη θέση εργασίας, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Δ.Υ.Πε..
3. Το προσωπικό του πρώην Κ.Υ. Σαντορίνης που μεταφέρεται στο Γ.Ν. Θήρας, υπάγεται στη δικαιοδοσία της 2ης Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου για κάθε υπηρεσιακή και μισθολογική του εξέλιξη και μεταβολή, ως προσωπικό της 2ης Υ.Πε.. Η δε μισθοδοσία του ανωτέρω προσωπικού βαρύνει και καταβάλλεται αποκλειστικά από τον προϋπολογισμό της 2ης Υ.Πε.. Η καταβολή των εφημεριών, υπερωριών του ανωτέρω προσωπικού, βαρύνει τον προϋπολογισμό της Α.Ε.Μ.Υ. Α.Ε. και αποζημιώνεται σύμφωνα με το ισχύον σε αυτή μισθολογικό καθεστώς. Οι πάσης φύσεως αποσπάσεις, μεταθέσεις, μετατάξεις, μετακινήσεις του ανωτέρω προσωπικού, εκτελούνται διοικητικά από τη 2η Υ.Πε., σύμφωνα με τις διατάξεις που κάθε φορά ισχύουν για το προσωπικό αυτό, μετά από σύμφωνη γνώμη του Γενικού Διευθυντή του Γ.Ν. Θήρας.
4. Το προσωπικό του πρώην Κ.Υ. Σαντορίνης, υπάγεται οργανωτικά, ιεραρχικά, διοικητικά και επιστημονικά στη δομή λειτουργίας και οργάνωσης του Γ.Ν. Θήρας, προκειμένου να εξασφαλίζεται η απαραίτητη εύρυθμη καθημερινή λειτουργία και η διοικητική ομοιογένεια και αυτοτέλεια των διοικητικών διαδικασιών και του επιστημονικού έργου του Νοσοκομείου. Πειθαρχικά, το μετεφερθέν προσωπικό του πρώην Κ.Υ. Σαντορίνης, υπάγεται στο πειθαρχικό Συμβούλιο της 2ης Υ.Πε., στο οποίο ο υπάλληλος παραπέμπεται υποχρεωτικά, μετά από αιτιολογημένη αναφορά προς τη Διοίκηση της 2ης Υ.Πε., του Γενικού Διευθυντή του Γ.Ν. Θήρας και του άμεσα διοικητικά προϊσταμένου του υπαλλήλου.
5. Τα πάσης φύσεως και είδους υλικά (συμπεριλαμβανομένων των αναλωσίμων) και ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός του Κ.Υ. Σαντορίνης, περιέρχονται σε χρήση του Γ.Ν. Θήρας, εφόσον κριθούν αυτά αναγκαία για την εξυπηρέτηση του σκοπού και την εξασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του Γ.Ν. Θήρας.
6. Ειδικότεροι όροι για την εφαρμογή των παραγράφων, καθώς και το ακριβές χρονοδιάγραμμα έναρξης λειτουργίας του Γ.Ν. Θήρας και της μεταφοράς του προσωπικού του πρώην Κ.Υ. Σαντορίνης, ορίζονται με την υπογραφή ειδικής προγραμματικής σύμβασης της παραγράφου 1 του άρθρου 64 του παρόντος νόμου.
ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε5
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 73
Δαπάνες Δ.Υ.Πε.
1. Για την ανάληψη υποχρεώσεων που προβλέπεται ότι θα βαρύνουν είτε τμηματικά είτε εξ ολοκλήρου τα επόμενα οικονομικά έτη του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής των Νοσοκομείων και Δ.Υ.Πε., ως φορείς Γενικής Κυβέρνησης, εποπτείας του Υπουργείου Υγείας, η έγκριση είναι δυνατόν να παρέχεται από τον Διοικητή της Υ.Πε. κατ' εξουσιοδότηση του αρμόδιου Υπουργού Υγείας, με σχετική απόφασή του.
2. Θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες των Δ.Υ.Πε., που πραγματοποιήθηκαν από 1.1.2015 έως και 30.6.2015, για την κάλυψη των αναγκών του Πρωτοβάθμιου Συστήματος Υγείας, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης της κείμενης περί προμηθειών νομοθεσίας, όσο και των διατάξεων του π.δ. 113/2010 και του ν. 3871/ 2010, με την προϋπόθεση της ύπαρξης των αντίστοιχων πιστώσεων στον προϋπολογισμό τους.
3. Η ισχύς των προβλεπομένων στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 17 του ν. 4332/2015 (Α' 76) παρατείνεται έως τη δημοσίευση του παρόντος.
Άρθρο 74
Ρυθμίσεις ζητημάτων ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.
Θεωρούνται νόμιμες οι συμβάσεις έργου διάρκειας έντεκα (11) μηνών, που είχαν συναφθεί μεταξύ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και Ιατρών και Νοσηλευτών, σε εκτέλεση των με αριθμ. Υ10β/Γ.Π. 164203/14.12.2009 και Υ10β/Γ.Π.οικ. 1432/4.1.2012 εγκριτικών αποφάσεων του Υπουργού και Υφυπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης αντίστοιχα, για την άμεση στελέχωση και ενίσχυση των Μ.Ε.Θ. και άλλων τμημάτων ή μονάδων των νοσοκομείων για λόγους προστασίας της Δημόσιας Υγείας, που είχαν προκύψει την περίοδο εκείνη, χωρίς τη διαδικασία έγκρισης της Επιτροπής της Π.Υ.Σ. 33/2006, όπως ισχύει.
Άρθρο 75
1. Στην περίπτωση Β' της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2190/1994 (Α' 28), όπως ισχύει, προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής:
«Στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί τυπικός ή ουσιαστικός νόμος, ο οποίος ορίζει τα σχετικά με τις προϋποθέσεις νόμιμης άσκησης του επαγγέλματος και λήψης της σχετικής άδειας άσκησης επαγγέλματος, και μεταξύ αυτού και της σχετικής προκήρυξης δεν είναι δυνατόν να συμπληρωθεί χρονικά η συνολική εμπειρία των ογδόντα τεσσάρων (84) μηνών, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας περίπτωσης Β', δύναται, κατ' εξαίρεση, να αναγνωρισθεί η εμπειρία στο αντικείμενο της θέσης, ως εμπειρίας νοούμενης της απασχόλησης με σχέση εργασίας ή σύμβαση έργου στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα ή άσκηση επαγγέλματος σε καθήκοντα ή έργα συναφή με το γνωστικό αντικείμενο του τίτλου ή της προς πλήρωση θέσης μετά την απόκτηση του τίτλου σπουδών.»
2. Τα εδάφια, δεύτερο και τρίτο, της παρ. 5 του άρθρου 31 του ν. 3868/2010 (Α'129) καταργούνται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Άρθρο 76
Η ισχύς των οικοδομικών αδειών, που εκδόθηκαν σύμφωνα με το από 8.7.1993 π.δ. (Δ' 795), ως και των αδειών δόμησης που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4030/2011 και λήγουν από 1.3.2016 έως και 31.12.2017, παρατείνεται κατά τρία (3) έτη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 77
Τροποποίηση διατάξεων της νομοθεσίας για τη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
1. Το άρθρο 3 του π.δ. 18/2010 (Α' 46) καταργείται. Το άρθρο 76Γ του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005, Α' 98) απαλείφεται.
2. Οι περιπτώσεις θ', ι' και ιβ' της παρ. 2 του άρθρου 5Β του π.δ. 32/2004 (Α' 28), όπως επανέρχονται σε ισχύ με βάση τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, μεταφέρονται ως περιπτώσεις στ', ζ' και η' στην παρ. 2 του άρθρου 5Α του π.δ. 32/2004, εντασσόμενες ως περιπτώσεις στ', ζ' και η' στην παρ. 2 του άρθρου 76Α του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005). Η περίπτωση ια' της παρ. 2 του άρθρου 5Β του π.δ. 32/ 2004 (Α' 28), όπως επανέρχεται σε ισχύ με βάση τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, αναριθμείται σε περίπτωση θ', εντασσόμενη ως περίπτωση θ' στην παράγραφο 2 του άρθρου 76Β του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005).
3. Το άρθρο 4 του π.δ. 18/2010 (Α' 46), με το οποίο τροποποιήθηκε η περίπτωση α' της παρ. 1 άρθρου 7 του π.δ. 32/2004, καταργείται. Η υποπερίπτωση εε' της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 78 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005) απαλείφεται, η δε υποπερίπτωση στστ' της ίδιας περίπτωσης αναριθμείται σε υποπερίπτωση εε'.
4. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 32/2004, όπως ισχύει, αντικαθίσταται, εντασσόμενη ως παράγραφος 1 στο άρθρο 73 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005), ως εξής:
«1. Η Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης αποτελείται από: α) Το Ιδιαίτερο Γραφείο του Γενικού Γραμματέα, β) το Νομικό Γραφείο, γ) το Γραφείο Καλής Νομοθέτησης, δ) το Γραφείο Συντονισμού, Θεσμικών, Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεμάτων, ε) το Γραφείο Διοικητικής και Οικονομικής Υποστήριξης, τα οποία λειτουργούν σε επίπεδο γραφείου».
5. Όπου στην κείμενη νομοθεσία περί Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης, όπως ισχύει, γίνεται αναφορά στο Γραφείο Συντονισμού και Θεσμικών Θεμάτων, αυτό μετονομάζεται εφεξής σε «Γραφείο Συντονισμού, Θεσμικών, Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεμάτων». Όπου στην κείμενη νομοθεσία περί Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης, όπως ισχύει, γίνεται αναφορά στο Γραφείο Υποστήριξης της Καλής Νομοθέτησης, αυτό μετονομάζεται εφεξής σε «Γραφείο Καλής Νομοθέτησης». Όπου στην κείμενη νομοθεσία περί Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης, όπως ισχύει, γίνεται αναφορά στο Γραφείο Διεθνών και Κοινοτικών Θεμάτων, η αναφορά αυτή απαλείφεται.
Άρθρο 78
Οδηγοί ασθενοφόρων Κέντρων Υγείας
Στις περιοχές όπου υπάρχουν Κέντρα Υγείας, τα οποία δεν διαθέτουν προσωπικό για τη λειτουργία των ασθενοφόρων τους ή που το προσωπικό τους δεν επαρκεί για την πλήρη κάλυψη μεταφοράς ασθενών, δύναται: α) προσωπικό του πυροσβεστικού σώματος και β) προσωπικό των Ο.Τ.Α. να οδηγεί τα ασθενοφόρα που ανήκουν στο Κέντρο Υγείας, κατόπιν αιτήματος αυτού, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις.
Το ως άνω προσωπικό πρέπει να διαθέτει επαγγελματική άδεια οδήγησης και να έχει εκπαιδευτεί ταχύρρυθμα σε βασικές γνώσεις παροχής πρώτων βοηθειών. Η διακομιδή των ασθενών θα γίνεται με συνοδεία υγειονομικού προσωπικού από το αντίστοιχο Κέντρο Υγείας.
Περαιτέρω λεπτομέρειες για την εκπαίδευση της προηγούμενης παραγράφου θα ρυθμίζονται με εγκύκλιο του ΕΚΑΒ σε συνεργασία με το Αρχηγείο του Π.Σ. και τους αντίστοιχους Ο.Τ.Α..
Το περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων δεν έχει εφαρμογή στη λειτουργία των ασθενοφόρων του ΕΚΑΒ.
Άρθρο 79
Ηλεκτρονικό Αρχείο Υπηρεσιών Υγείας
Στο ν. 3370/2005 (Α' 176) προστίθεται νέο άρθρο 13Α, ως εξής:
«Αρθρο 13Α
1. Με σκοπό την προστασία και προαγωγή της Δημόσιας Υγείας σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2 και 3 του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τα άρθρα 17,18,19 και 21 του π.δ. 106/2014, η καθ' ύλην αρμόδια Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Υπηρεσιών Υγείας τηρεί κωδικοποιημένο ηλεκτρονικό αρχείο με επιδημιολογικά δεδομένα και δεδομένα για την κατανάλωση φαρμάκων και εμβολίων. Με σκοπό την αποτελεσματικότερη παρακολούθηση της λειτουργίας των Μονάδων Υγείας του ΕΣΥ και της στελέχωσης και κατανομής του ανθρώπινου δυναμικού αλλά και των υπόλοιπων εποπτευόμενων από το Υπουργείο Υγείας Φορέων, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 του π.δ. 106/2014, η Γενική Διεύθυνση Ανθρωπίνων Πόρων και Διοικητικής Υποστήριξης τηρεί ηλεκτρονικό αρχείο με δεδομένα προσωπικού που υπηρετεί σε κάθε μονάδα, δεδομένα υλικού εξοπλισμού, καθώς και κωδικοποιημένο αρχείο κίνησης ασθενών. Με σκοπό την παρακολούθηση της οικονομικής λειτουργίας και τον έλεγχο των δαπανών υγείας, η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13 του π.δ. 106/2014, τηρεί δεδομένα διοικητικής και οικονομικής διαχείρισης, που αφορούν τις Μονάδες Υγείας του ΕΣΥ, καθώς και της εποπτευόμενους φορείς του Υπουργείου Υγείας. Τα κωδικοποιημένα αρχεία δεδομένων τηρούνται σύμφωνα με τον τρόπο που περιγράφεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.
2. Συγκεκριμένα, τηρούνται:
Α) Κωδικοποιημένα αναλυτικά στοιχεία για την επιδημιολογική επιτήρηση όλων των μεταδιδόμενων και μη μεταδιδόμενων νοσημάτων, τις διαγνώσεις αλλά και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τις γεννήσεις και τους θανάτους ανά αιτία, τον μητρικό θηλασμό, τους τοκετούς, τις εκτρώσεις, την υγεία και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των νεογέννητων, τις συγγενείς ανωμαλίες, τα σύνδρομα και τα σπάνια νοσήματα, την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, την άνοια, τον επιπολασμό του σακχαρώδη διαβήτη και τις διενεργούμενες θεραπευτικές ή μη πράξεις στα Εξωτερικά Διαβητολογικά Ιατρεία και τα Διαβητολογικά Κέντρα.
Β) Συγκεντρωτικά στοιχεία για τα εθνικά αποθέματα εμβολίων, τη διάθεση και την κατανάλωση εμβολίων ανά μονάδα υγείας. Συγκεντρωτικά στοιχεία για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία των κέντρων πρόληψης της εξάρτησης και των διαφόρων μονάδων αντιμετώπισης εξαρτήσεων, στοιχεία εργαζομένων, ωφελουμένων και διενεργούμενων θεραπευτικών ή μη πράξεων, καθώς και οικονομικά στοιχεία των δομών αυτών.
Γ) Συγκεντρωτικά στοιχεία των πολιτών που εγγράφονται/αποχωρούν σε κάθε οικογενειακό ιατρό μέσα στο χρονικό διάστημα του έτους.
Δ) Συγκεντρωτικά στοιχεία για τη συνταγογράφηση φαρμάκων ανά σκεύασμα, ανά μήνα, ανά έτος, ανά νομό, ανά νοσοκομείο, ανά δημόσια δομή παροχής υπηρεσιών υγείας και ανά ιατρό.
Ε) Αναλυτικά στοιχεία για τους επαγγελματίες υγείας, καθώς και για το προσωπικό που υπηρετεί στα Νοσοκομεία και τις δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του ΠΕΔΥ, ανά βαθμίδα ιατρού και ανά εκπαιδευτικό επίπεδο και ειδικότητα, με στοιχεία ταυτοποίησης για κάθε εργαζόμενο.
ΣΤ) Αναλυτικά κωδικοποιημένα στοιχεία σχετικά με την κίνηση των ασθενών τις Μονάδες Υγείας ανά δημογραφικά χαρακτηριστικά, ασφαλιστικό φορέα, κλινική, τύπο διάγνωσης, κλειστό ενοποιημένο νοσήλιο (ΚΕΝ), φάρμακα, ιατρικές πράξεις και το συγκεντρωτικό κόστος νοσηλείας.
3. Όλοι οι εποπτευόμενοι φορείς του Υπουργείου Υγείας που υποχρεούνται, σύμφωνα με το νόμο, στη συλλογή των παραπάνω στοιχείων, θα πρέπει να τα αποστέλλουν στο Υπουργείο Υγείας, ηλεκτρονικά και κωδικοποιημένα σε ενιαία μορφή που καθιστά δυνατή την επεξεργασία της.
4. Υπεύθυνος επεξεργασίας των κατά το παρόν άρθρο τηρουμένων στοιχείων ορίζεται το Υπουργείο Υγείας δια των εκάστοτε αρμοδίων Γενικών Διευθύνσεων.
5. Κάθε Υγειονομική Περιφέρεια έχει πρόσβαση μόνο στα συγκεντρωτικά στοιχεία τα οποία αναφέρονται σε αυτήν ή τις εποπτευόμενες Μονάδες Υγείας της.
6. Κάθε Μονάδα Υγείας έχει πρόσβαση μόνο στα στοιχεία τα οποία αναφέρονται σε αυτήν.
7. Ως στοιχείο ταυτοποίησης του ατόμου τηρείται μοναδικός κωδικός, ο οποίος προκύπτει με κατάλληλη επεξεργασία (κωδικοποίηση) του ΑΜΚΑ και αποσκοπεί στην πλήρη παρεμπόδιση της εξακρίβωσης της ταυτότητας των υποκειμένων.
8. Ο χρόνος τήρησης των ως άνω δεδομένων από τον Υπεύθυνο Επεξεργασίας ορίζεται στα είκοσι (20) έτη. Μετά το πέρας της εικοσαετίας είναι δυνατή η διατήρηση όλων ή ορισμένων από τα ως άνω δεδομένα για ιστορικούς, επιστημονικούς ή στατιστικούς σκοπούς, έπειτα από απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Ηλεκτρονικών Αρχείων.
9. Η Επιτροπή Διαχείρισης Ηλεκτρονικών Αρχείων εδρεύει στο Υπουργείο Υγείας και είναι αρμόδια για τη διατήρηση των δεδομένων που αναφέρονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, πέρα από τον καθοριζόμενο χρόνο τήρησής τους, αναφέρεται στην παράγραφο 8 του παρόντος. Αποτελείται από πέντε μέλη, και συγκεκριμένα: α) τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας ως Πρόεδρο, β) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Υπηρεσιών Υγείας, γ) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων και Διοικητικής Υποστήριξης, δ) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών και ε) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
10. Για την τήρηση και επεξεργασία των ως άνω στοιχείων, το Υπουργείο Υγείας σχεδιάζει και λειτουργεί σχετικό Πληροφοριακό Σύστημα. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας ρυθμίζονται, ειδικότερα, τεχνικά ή λεπτομερειακά θέματα τήρησης, επεξεργασίας στοιχείων και δεδομένων, τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή γενικότερα, κάθε οργανωτικό και τεχνικό μέτρο για την ασφάλεια της επεξεργασίας των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης τεχνικών ανωνυμοποίησης, θέματα οργάνωσης και λειτουργίας της Επιτροπής Διαχείρισης Ηλεκτρονικών Αρχείων, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα.»
Άρθρο 80
Προαγωγή Μητρικού Θηλασμού
1. Στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4316/2014 (Α'270) στα σημεία όπου αναφέρεται «απόφαση του Υπουργού Υγείας» προστίθεται η φράση «και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού».
2. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4316/2014 (Α' 270) καταργείται.
3. Στο άρθρο 3 του ν. 4316/2014 (Α'270) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζεται κάθε άλλο μέτρο, δράση ή πρόγραμμα προκειμένου να προαχθεί και να υποστηριχθεί ο μητρικός θηλασμός.»
Άρθρο 81
Ρυθμίσεις θεμάτων Δια Βίου Μάθησης (Γ.Γ.Δ.Β.Μ.Ν.Γ.)
Η στελέχωση των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας με προσωπικό για την εκπαιδευτική περίοδο 2015 - 2016 θα γίνει από τους αξιολογικούς πίνακες κατάταξης της εκπαιδευτικής περιόδου 2014 - 2015.
Άρθρο 82
Ρυθμίσεις θεμάτων Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης
1. Το άρθρο 4 του π.δ. 603/1982 (Α' 117), αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Αρθρο 4
Εσωτερική διάρθρωση των ειδικών δημοτικών σχολείων
1. Η εσωτερική διάρθρωση των ειδικών δημοτικών σχολείων είναι η ίδια με αυτή των δημοτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης.
2. Η κατανομή των μαθητών σε τμήματα στα Δημοτικά Σχολεία Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης μπορεί να γίνεται με τους ακόλουθους τρόπους:
α) ανά τάξη (Προκαταρκτική, Α', Β', Γ', Δ', Ε', Στ') ή
β) ανά βαθμίδες (Προβαθμίδα για την Προκαταρκτική τάξη, Κατώτερη Βαθμίδα για τις Α' και Β' τάξεις, Μέση Βαθμίδα για τις Γ' και Δ' τάξεις, Ανώτερη Βαθμίδα για τις Ε' και Στ' τάξεις) ή
γ) ανά βαθμίδες (Προβαθμίδα, Κατώτερη, Μέση, Ανώτερη), ανεξάρτητα από την τάξη εγγραφής και την καταχώριση των μαθητών στο Βιβλίο Μητρώου Προόδου του σχολείου, με κριτήρια τη διάγνωση, τη μαθησιακή ετοιμότητα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά συμπεριφοράς των μαθητών και τη δυναμική της δημιουργούμενης ομάδας, με στόχο τη συγκρότηση τμημάτων που να εξυπηρετούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών.
3. Η κατανομή των μαθητών σε τμήματα διενεργείται με αιτιολογημένη απόφαση του Συλλόγου Διδασκόντων της ΣΜΕΑΕ, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Διαγνωστικής Εκπαιδευτικής Αξιολόγησης και Υποστήριξης (ΕΔΕΑΥ) της ΣΜΕΑΕ ή ελλείψει αυτής ύστερα από εισήγηση του Διευθυντή του σχολείου. Το σχετικό πρακτικό του Συλλόγου Διδασκόντων υποβάλλεται στο Σχολικό Σύμβουλο ΕΑΕ μαζί με τα ωρολόγια προγράμματα του σχολείου.
4. Στην προβαθμίδα των 4/θεσίων και άνω ειδικών δημοτικών Σχολείων μπορεί να τοποθετηθεί νηπιαγωγός, που έχει μετεκπαιδευτεί στην Ειδική Αγωγή.»
2. Στο τέλος της υποπερίπτωσης ββ' της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3699/2008 (Α'199) προστίθενται εδάφια, ως ακολούθως:
«Στα σχολεία αυτά μπορεί να εφαρμόζεται ανάλογα με τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών, με αιτιολογημένη απόφαση του Συλλόγου Διδασκόντων που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Διαγνωστικής Εκπαιδευτικής Αξιολόγησης και Υποστήριξης (ΕΔΕΑΥ) της ΣΜΕΑΕ ή ελλείψει αυτής ύστερα από εισήγηση του Διευθυντή του σχολείου, διαφοροποιημένο το αναλυτικό πρόγραμμα της γενικής εκπαίδευσης ή το Πλαίσιο Αναλυτικού Προγράμματος της Ειδικής Αγωγής (ΠΑΠΕΑ) που ορίζεται στο π.δ. 301/1996 (Α' 208) ή ένα μεικτό σύστημα των ανωτέρω προγραμμάτων. Το σχετικό πρακτικό του Συλλόγου Διδασκόντων υποβάλλεται στο Σχολικό Σύμβουλο ΕΑΕ μαζί με τα ωρολόγια προγράμματα του σχολείου.»
3. α) Στο άρθρο 6 του ν. 3699/2008 (Α'199) προστίθεται παράγραφος 6, ως ακολούθως:
«6. Στις Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μπορεί να υλοποιούνται προγράμματα συνεκπαίδευσης με συστεγαζόμενες ή μη σχολικές μονάδες της γενικής εκπαίδευσης. Στόχοι των προγραμμάτων συνεκπαίδευσης είναι, ιδίως, η προώθηση της ένταξης και των ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση, η ανάπτυξη των γνωστικών, μαθησιακών, συναισθηματικών και κοινωνικών δεξιοτήτων των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ή/και αναπηρία, καθώς και η ευαισθητοποίηση των μαθητών των σχολείων γενικής εκπαίδευσης σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο σεβασμό της διαφορετικότητας και στη διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται το αρμόδιο όργανο και η διαδικασία έγκρισης, ο τρόπος υλοποίησης και η αξιολόγηση των ανωτέρω προγραμμάτων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.»
β) Η παρ. 5 του άρθρου 46 του ν. 4264/2014 (Α' 118) καταργείται.
4. Η περίπτωση β' της παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 4186/ 2013 (Α'193) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«β). Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων συγκροτείται στην έδρα της Γενικής Γραμματείας Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΚΥΣΕΕΠ), το οποίο αποτελείται από: α) τον Πρόεδρο του ΚΥΣΠΕ αναπληρούμενο από τον Αντιπρόεδρο του ίδιου Συμβουλίου, β) τον Πρόεδρο του ΚΥΣΔΕ αναπληρούμενο από τον Αντιπρόεδρο του ίδιου Συμβουλίου, γ) έναν Διευθυντή Εκπαίδευσης αναπληρούμενο από άλλον Διευθυντή Εκπαίδευσης κατά προτίμηση με σπουδές ή εμπειρία στην Ειδική Αγωγή και δ) δύο αιρετά μέλη του ΕΕΠ αναπληρούμενο από τα αναπληρωματικά αιρετά μέλη ΕΕΠ.
Εισηγητής του Συμβουλίου ορίζεται ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης αναπληρούμενος από τον Προϊστάμενο του αρμόδιου Τμήματος της Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης. Εναλλακτικά, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου μπορεί να ορίζει άλλο μέλος του Συμβουλίου ως εισηγητή συγκεκριμένου θέματος. Γραμματέας του Συμβουλίου ορίζεται διοικητικός υπάλληλος ή αποσπασμένος εκπαιδευτικός της Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης».
5. Στην υποπερίπτωση αα' της περίπτωσης γ' της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3699/2008 (Α' 199) προστίθενται εδάφια, ως ακολούθως:
«Σκοπός των ΤΕ είναι η πλήρης ένταξη των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ή/και αναπηρία στο σχολικό περιβάλλον μέσα από ειδικές εκπαιδευτικές παρεμβάσεις. Ο εκπαιδευτικός του ΤΕ υποστηρίζει τους μαθητές εντός του περιβάλλοντος της τάξης τους, σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς των τάξεων, με στόχο τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων και των διδακτικών πρακτικών, καθώς και την κατάλληλη προσαρμογή του εκπαιδευτικού υλικού και του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος. Η υποστήριξη σε ιδιαίτερο χώρο υλοποιείται εφόσον το επιβάλλουν οι ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών, με απώτερο στόχο τη δυνατότητα μελλοντικής υποστήριξης αυτών εντός του περιβάλλοντος της τάξης τους».
6. α) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 3699/2008 (Α' 199) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Η προϋπηρεσία σε ΣΜΕΑΕ όλων των βαθμίδων, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ή επαγγελματικά εργαστήρια ή εργαστήρια αυτόνομης διαβίωσης στο Ινστιτούτο Αναπτυξιακής Αποκατάστασης (πρώην Ψυχολογικό Κέντρο Βορείου Ελλάδος) και στο κέντρο Ψυχικής Υγιεινής ή στον Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας των εκπαιδευτικών ΕΑΕ και του ΕΕΠ, καθώς και των μόνιμων εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που κατέχουν οργανική θέση σε ΣΜΕΑΕ, αναγνωρίζεται ως δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία, μετά το διορισμό τους σε θέσεις μόνιμου εκπαιδευτικού ή ΕΕΠ των Υπουργείων Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και Υγείας».
β) Η παράγραφος αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν πρόκειται για προϋπηρεσία εκπαιδευτικών που έχει ήδη αναγνωρισθεί.
Άρθρο 83
1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με επιχειρήσεις και γενικά εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, καθώς και με Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (Κοιν.Σ.Επ.) του άρθρου 2 του ν. 4019/2011 (Α' 216) με σκοπό την υλοποίηση συγχρηματοδοτούμενου ή μη Προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας ανέργων αποφοίτων Δευτεροβάθμιας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
2. Με απόφαση του/των αρμόδιου/ων Υπουργού/ών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, η διάρκεια του προγράμματος, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, η ηλικία των ωφελουμένων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του.
3. Οι ωφελούμενοι στο Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας ανέργων υπάγονται στην ασφάλιση του κλάδου ασθένειας σε είδος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ασφαλίζονται για επαγγελματικό κίνδυνο.
4. Η δαπάνη για την ημερησία αποζημίωση και τις ασφαλιστικές εισφορές βαρύνει τον προϋπολογισμό του προγράμματος.
5. Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή του ανωτέρω προγράμματος εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Άρθρο 84
Εκλογή Επιτροπής Εγχώριας Περιουσίας Κυθήρων - Αντικυθήρων
Στην παρ. 15 του άρθρου 283 του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α' 87), όπως ισχύει, προστίθεται η ακόλουθη διάταξη:
«Ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Επιτροπής Εγχωρίου Περιουσίας των νήσων Κυθήρων και Αντικυθήρων εκλέγονται από ειδικό εκλεκτορικό σώμα, το οποίο αποτελείται από τον Δήμαρχο Κυθήρων, τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου Κυθήρων, τον Πρόεδρο και τα Μέλη του συμβουλίου της Δημοτικής Κοινότητας Αντικυθήρων, τους Προέδρους, τα Μέλη και τους Τοπικούς Εκπροσώπους των Τοπικών Κοινοτήτων της Δημοτικής Ενότητας Κυθήρων. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής εκλέγεται με αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των παρισταμένων μελών του εκλεκτορικού σώματος. Εάν δεν επιτευχθεί η εκλογή του Προέδρου κατά την πρώτη ψηφοφορία, επαναλαμβάνεται η εκλογή σε τρεις (3) ημέρες οπότε αρκεί η πλειοψηφία του συνόλου των παρόντων μελών του εκλεκτορικού σώματος. Η εκλογή των τεσσάρων (4) μελών της Επιτροπής και των ισαρίθμων αναπληρωματικών τους γίνεται με την απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών του εκλεκτορικού σώματος. Πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 2 του άρθρου 6 του π.δ. 272/1985, όπως ισχύε κωλυμάτων εκλογής, για να εκλεγεί κάποιος Πρόεδρος ή Μέλος της Επιτροπής Εγχωρίου Περιουσίας θα πρέπει κατά το χρόνο της εκλογής να μην είναι Δήμαρχος, Περιφερειάρχης, Δημοτικός ή Περιφερειακός Σύμβουλος, Πρόεδρος, Εκπρόσωπος ή Μέλος Δημοτικής ή Τοπικής Κοινότητας της Χώρας και εν γένει αιρετός οποιουδήποτε οργάνου και βαθμίδας τοπικής αυτοδιοίκησης της Χώρας και να μην έχει από οποιαδήποτε αιτία οφειλές προς την Επιτροπή Εγχωρίου Περιουσίας ή τα Ιερά Προσκυνήματα του άρθρου 84 του ν.1416/1984. Η πρώτη μετά την έκδοση του παρόντος νόμου σύγκληση της ανωτέρω ειδικής εκλεκτορικής συνέλευσης για την εκλογή Προέδρου και Μελών της Επιτροπής Εγχωρίου Περιουσίας Κυθήρων και Αντικυθήρων γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια ρυθμίζεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης».
Άρθρο 85
Μηχανισμός Διάγνωσης των αναγκών της αγοράς εργασίας
1. Συστήνεται Μηχανισμός Διάγνωσης των αναγκών της αγοράς εργασίας, από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τη σύμπραξη του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ).
Η διάγνωση αναγκών της αγοράς εργασίας συνίσταται στον προσδιορισμό της προσφοράς και ζήτησης της εργασίας σε επαγγέλματα και σε δεξιότητες, ικανότητες, γνώσεις, σε εθνικό, περιφερειακό και κλαδικό επίπεδο, ως έχουν και όπως τείνουν να εξελιχθούν στο μέλλον και στον εντοπισμό των ενδεχόμενων αναντιστοιχιών μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας.
Σκοπός του Μηχανισμού είναι η παροχή αξιόπιστων δεδομένων, κατά το σχεδιασμό των πολιτικών απασχόλησης, καταπολέμησης της ανεργίας, επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, εκπαίδευσης και εν γένει των πολιτικών ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού.
2. Για την αποτελεσματική λειτουργία του Μηχανισμού συστήνονται:
α) Επιτροπή Συντονισμού που είναι υπεύθυνη για το σχεδιασμό, την οργάνωση και την ανάπτυξη του μηχανισμού, το συντονισμό των δράσεων των φορέων που συγκεντρώνουν, διαχειρίζονται και αναλύουν τα πρωτογενή και δευτερογενή δεδομένα που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του μηχανισμού. Η Επιτροπή Συντονισμού συγκροτείται από εκπροσώπους του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ως συντονιστή για την ανάπτυξη και λειτουργία του Μηχανισμού, του ΕΙΕΑΔ, επιστημονικά υπεύθυνου φορέα για το Μηχανισμό, του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, του Υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Επαγγελματικών Προσόντων (ΕΟΠΠΕΠ), της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος, του ΟΑΕΔ και των κοινωνικών εταίρων που υπογράφουν τη Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ).
β) Επιχειρησιακό Δίκτυο Φορέων και Οργανισμών, που αναλαμβάνουν την υλοποίηση των απαραίτητων ενεργειών για τη συγκέντρωση των δεδομένων σχετικά με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, οι οποίες συνάδουν με τους σκοπούς τους, και το οποίο αποτελείται ιδίως από τους εξής:
αα) το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,
ββ) το ΕΙΕΑΔ,
γγ) φορείς της Κεντρικής Διοίκησης, ιδίως το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, το Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού,
δδ) την Ελληνική Στατιστική Αρχή,
εε) τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ),
στστ) φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, ιδίως όλες οι Περιφέρειες της χώρας, οι οποίες αλληλεπιδρούν με την κεντρική διοίκηση προκειμένου να διασφαλίζεται η συμπληρωματικότητα και η συνέργεια των παρεμβάσεων που αναλαμβάνονται για τη λειτουργία του Μηχανισμού διάγνωσης των αναγκών της αγοράς εργασίας,
ζζ) τους Κοινωνικούς Εταίρους που υπογράφουν την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ),
ηη) φορείς των οποίων οι δραστηριότητες δύνανται να συμβάλουν στη λειτουργία του Μηχανισμού, ιδίως, επιμελήτρια, ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια.
Το επιχειρησιακό δίκτυο συντονίζεται από το ΕΙΕΑΔ.
3. Οι φορείς που συμμετέχουν στο Δίκτυο υποχρεούνται να αποστέλλουν προς το ΕΙΕΑΔ, στοιχεία (εισροές) που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του Μηχανισμού σε τακτά χρονικά διαστήματα βάσει συμφωνημένης μεθοδολογίας. Τα στοιχεία ενδεικτικά αφορούν το δυναμισμό κλάδων και επαγγελμάτων, κενές θέσεις εργασίας, θέσεις εργασίας που καλύπτονται με δυσκολία, αναντιστοιχία δεξιοτήτων σε οριζόντιες ή επαγγελματικές δεξιότητες.
Η συλλογή, επεξεργασία και αποστολή των στοιχείων μπορεί να πραγματοποιείται στη βάση προγραμματικών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ των παραπάνω φορέων του Δικτύου με το ΕΙΕΑΔ, οι οποίες προσδιορίζουν το είδος των στοιχείων, τη μεθοδολογία συγκέντρωσης και επεξεργασίας, το χρονοδιάγραμμα και τον τρόπο παράδοσής τους.
4. Το ΕΙΕΑΔ, κατόπιν ανάλυσης και επεξεργασίας των πρωτογενών και δευτερογενών δεδομένων (εισροές), είναι υπεύθυνο για τη σύνθεση και παραγωγή αποτελεσμάτων του Μηχανισμού Διάγνωσης για τον προσδιορισμό των αναγκών της αγοράς εργασίας σε δεξιότητες και επαγγέλματα, σε κλαδικό, εθνικό και τοπικό επίπεδο και την έκδοση ετήσιας Έκθεσης.
5. Η Ετήσια Έκθεση του ΕΙΕΑΔ, υποβάλλεται από την Επιτροπή Συντονισμού δια του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης στην Εθνική Επιτροπή για την Απασχόληση [άρθρο 1 του ν. 3144/ 2003 (Α' 11)] με στόχο τη διαμόρφωση της ευρύτερης στρατηγικής για την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού στη χώρα και ιδίως το σχεδιασμό και την υλοποίηση των προγραμμάτων κατάρτισης.
6. Αναπόσπαστο τμήμα του Μηχανισμού διάγνωσης αναγκών της αγοράς εργασίας αποτελεί το Πληροφοριακό Σύστημα, που συνδέει τα μέλη του Δικτύου, επεξεργάζεται τα στοιχεία που αποτελούν εισροές του μηχανισμού και υποστηρίζει τις εκροές του.
Την ευθύνη της εποπτείας και διαχείρισης του Πληροφοριακού Συστήματος έχει το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ).
7. Η προκαλούμενη δαπάνη θα καλυφθεί από πόρους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 86
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η σύνθεση της Επιτροπής Συντονισμού και κάθε άλλο θέμα σχετικά με τη λειτουργία της, ενώ με την ίδια απόφαση δύνανται να εντάσσονται και άλλα μέλη σε αυτήν, καθώς και να της δίδονται και άλλες αρμοδιότητες.
2. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ή/και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών όταν αυτό απαιτείται, εντάσσονται και άλλα μέλη στο Δίκτυο του Μηχανισμού, προσδιορίζεται ο ρόλος των μελών του Δικτύου, η διαδικασία και η περιοδικότητα αποστολής των εισροών του, η λειτουργία και ανάπτυξη του πληροφοριακού συστήματος, η επεξεργασία των στοιχείων και η παραγωγή εκροών του Μηχανισμού και ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την εξασφάλιση των μέσων και των προϋποθέσεων για την αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία του Μηχανισμού, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης, των αναθέσεων σε τρίτους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με τα ανωτέρω ειδικό ή λεπτομερειακού χαρακτήρα, θέμα.
Άρθρο 87
Οι διατάξεις του α.ν. 726/1937 (Α' 228), όπως τροποποιήθηκαν με τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 2646/1998 (Α' 236), που αναφέρονται στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Ιδρύματος Προστασίας Κωφαλάλων (ΕΙΠΚ), αντικαθίστανται, ως ακολούθως:
«Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι επταμελές, διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τρία (3) χρόνια και αποτελείται από:
i. Έναν πτυχιούχο Πανεπιστημιακού Ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής, με ειδίκευση σε θέματα κώφωσης, ως Πρόεδρο, και δύο εγνωσμένου κύρους και αξιοπιστίας πρόσωπα, που ορίζονται από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
ii. Έναν υπάλληλο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που ορίζεται από τον οικείο Υπουργό.
iii. Έναν υπάλληλο του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που ορίζεται από τον οικείο Υπουργό.
iv. Έναν εκπρόσωπο των εργαζομένων στο Ίδρυμα, που ορίζεται από το ΔΣ του Συλλόγου.
v. Έναν εκπρόσωπο της Ομοσπονδίας Κωφών της Ελλάδας, που ορίζεται από το ΔΣ της Ομοσπονδίας.»
Άρθρο 88
Κάλυψη έκτακτων λειτουργικών αναγκών των Δημόσιων Δομών Υγείας από τους O.T.A. Α' και Β' Βαθμού και Νομικών Προσώπων αυτών
1. Οι Περιφέρειες και τα νομικά τους πρόσωπα, μετά από απόφαση του οικείου συμβουλίου, δύνανται να επιχορηγούν δημόσια νοσοκομεία, νοσηλευτικά ιδρύματα εποπτευόμενα και επιχορηγούμενα από το Υπουργείο Υγείας, δημόσιες Μονάδες Ψυχικής Υγείας, Μονάδες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας, καθώς και νοσοκομεία που εποπτεύονται και επιχορηγούνται από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, τα οποία βρίσκονται εντός των διοικητικών ορίων της περιφέρειάς τους, για την κάλυψη έκτακτων ή/και επειγουσών αναγκών αυτών, προς διασφάλιση της υγείας των πολιτών. Η ανωτέρω επιχορήγηση αφορά ιδίως επείγουσες συντηρήσεις κτιρίων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού, προμήθεια υγειονομικού υλικού και αναλωσίμων, προμήθεια καυσίμων κ.λπ..
2. Για την κάλυψη των παραπάνω αναγκών εφαρμόζονται αναλογικά και οι ρυθμίσεις του άρθρου 202 του ΚΔΚ ν. 3463/2006 (Α'114). Το προβλεπόμενο στην υποπαράγραφο Β' της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 202 ποσοστό δύναται να αυξάνεται, με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, για την κάλυψη έκτακτων ή/και επειγουσών αναγκών δημοσίων δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του οικείου Δήμου.
3. Οι δαπάνες των παραπάνω παραγράφων, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, εξαιρούνται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 275 του ν. 3852/2010 (Α'87).
Άρθρο 89
Αριθμουμένων των παραγράφων του άρθρου 17 του ν. 3329/2005 (Α' 81), οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5, όπως ισχύουν, τροποποιούνται ως εξής:
«Αρθρο 17
Προγραμματικές συμβάσεις
1. Επιτρέπεται η σύναψη προγραμματικών συμβάσεων μεταξύ του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, των λοιπών Υπουργείων, των Περιφερειών, των Δ.Υ.ΠΕ., των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας, του Εθνικού Κέντρου Αμεσης Κοινωνικής Βοήθειας, του Εθνικού Συμβουλίου Κοινωνικής Φροντίδας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας, του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ατόμων με Αναπηρίες και των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού, καθώς και μεταξύ αυτών και οποιουδήποτε δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα ή μη κυβερνητικής οργάνωσης στο πλαίσιο της εύρυθμης οργάνωσης και λειτουργίας τους.
2. Με τις Προγραμματικές συμβάσεις επιδιώκεται ιδίως ο συντονισμός δράσης, λειτουργίας και παροχής υπηρεσιών και η αποτελεσματικότερη παρέμβαση σε κοινούς τομείς αρμοδιοτήτων, η μελέτη, κατάρτιση, εκτέλεση και διαχείριση προγραμμάτων κοινωνικής φροντίδας και ειδικών προγραμμάτων εθελοντισμού.
3. Στις Προγραμματικές συμβάσεις καθορίζονται το περιεχόμενο του προγράμματος, τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, τα σχετικά με τη χρηματοδότηση, ο χρόνος ισχύος της σύμβασης, η διαδικασία παρακολούθησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
4. Οι συμβαλλόμενοι φορείς για την εκτέλεση των προγραμματικών συμβάσεων μπορεί να χρηματοδοτούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, τον Τακτικό Προϋπολογισμό, τους προϋπολογισμούς τους, καθώς και από πόρους, οι οποίοι συλλέγονται μέσω της διενέργειας από Πιστωτικά Ιδρύματα εράνων για τις θεματικές δράσεις της Πρόνοιας, της Υγείας και της Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας, όπως διαλαμβάνεται στις παραγράφους 3 έως 8 του άρθρου 6 του ν. 5101/1931 (Α' 238).
5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Υγείας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται τα κριτήρια, οι όροι της σύναψης, η διαδικασία, το περιεχόμενο, η παρακολούθηση της εκτέλεσης της σύμβασης και κάθε σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου».
Άρθρο 90
1. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 12 του ν. 4238/ 2014 (Α'38) προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος του πρώτου εδαφίου της παρούσας και ως τη συγκρότηση και έναρξη λειτουργίας των συλλογικών υπηρεσιακών οργάνων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προβλέπονται από το ν. 4316/2014 (Α'270), όπως ισχύει, τα όργανα διοίκησης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μπορούν να αναθέτουν προσωρινά καθήκοντα προϊσταμένου Οργανικής Μονάδας σε υπαλλήλους του Οργανισμού που διαθέτουν τα τυπικά προσόντα προς τούτο κατ' εξαίρεση των όσων ορίζονται στις διατάξεις της περίπτωσης 4 της παρ. 33 του ν. 3918/2011 (Α' 32), όπως ισχύει. Στους κατά τα άνω οριζόμενους Προϊσταμένους καταβάλλεται το επίδομα θέσεως ευθύνης που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 4024/2011 (Α'27) από το χρόνο ανάθεσης των σχετικών καθηκόντων. Οι ρυθμίσεις των δύο τελευταίων εδαφίων εφαρμόζονται αναδρομικά από το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4238/2014 (Α' 38) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
2. Η περίπτωση α' της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 3918/ 2011 (Α'31) τροποποιείται ως εξής:
«α. Με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας συνιστώνται πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές ύστερα από πρόταση των Διοικητών των Υγειονομικών Περιφερειών για την παραπομπή σε αυτές θεμάτων υγειονομικής περίθαλψης, με τις οποίες ορίζονται η συγκρότηση, οι αρμοδιότητές τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.»
3. Στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 1397/1983 (Α'143) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Από τον ΕΟΠΥΥ η νοσοκομειακή περίθαλψη παρέχεται μόνο στους συμβεβλημένους με αυτόν παρόχους υγείας στη βάση ειδικών συμβάσεων, οι οποίες συνάπτονται στα πλαίσια της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας και η σύναψη και η ανανέωση αυτών υλοποιείται με Απόφαση του Δ.Σ. του ΕΟΠΥΥ, έπειτα από έγκριση του σχεδίου αυτών από τον Υπουργό Υγείας.»
4. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. καταρτίζει μνημόνια συνεργασίας με Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας για την αξιολόγηση δεδομένων και εν γένει παροχή υπηρεσιών, υποστηρικτικών προς το έργο του.
5. Στην παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 3918/2011 (Α'31) προστίθεται περίπτωση ι' ως εξής:
«ι) έσοδα ιδίως από την αξιοποίηση Εθνικών και Ευρωπαϊκών Πόρων, την αξιοποίηση της περιουσίας του Οργανισμού, την αξιοποίηση των δεδομένων του Οργανισμού και των δεδομένων που τηρεί για αυτόν η ΗΔΙΚΑ ή άλλοι φορείς, την αξιοποίηση εφαρμογών σχετικών με την υγεία οι οποίες θα αναπτυχθούν στον ιστοτόπο του οργανισμού ή σε διασυνδεόμενους ιστοτόπους, την αξιοποίηση παροχής αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας του σήματος του Οργανισμού, τη μεταφορά τεχνογνωσίας ανάπτυξης προδιαγραφών και ποιοτικών δεικτών παρόχων υγείας, τη μεταφορά τεχνογνωσίας παροχής ελέγχων δαπανών υγείας βασιζόμενης σε στατιστική μεθοδολογία, την αξιοποίηση διαφημίσεων στους χώρους ή στον ιστότοπο ή σε έντυπα και άλλα υλικά του οργανισμού, τη μεταβίβαση της αξίωσης των μη υπαιτίων ασφαλισμένων του εξαιτίας τροχαίων ατυχημάτων, την αξιοποίηση συμβάσεων υπηρεσιών προς άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, την αξιοποίηση καινοτόμων προγραμμάτων υγείας, την ανάπτυξη προγραμμάτων ιατρικού τουρισμού, την ανάπτυξη συνεργειών με άλλους φορείς δημόσιους ή ιδιωτικούς.»
6. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. εφαρμόζει ελέγχους προκειμένου να εντοπίσει και να αποτρέψει παραβατική συμπεριφορά εκ μέρους των παρόχων του. Οι έλεγχοι πραγματοποιούνται τόσο σε πραγματικό χρόνο με επιτόπιες επισκέψεις στους παρόχους και απομακρυσμένα με χρήση νέων τεχνολογιών όσο και εκ των υστέρων με έλεγχο των δικαιολογητικών και με χρήση νέων τεχνολογιών και στατιστικής μεθοδολογίας. Τα ποσά που προκύπτουν από ποινές ή εκπτώσεις βάσει των ελέγχων εισπράττονται ή συμψηφίζονται και εν συνεχεία κατανέμονται σε ειδικό ΚΑΕ ο οποίος, με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., δύναται να χρησιμοποιηθεί σε ετήσια βάση για αναπτυξιακούς σκοπούς του Οργανισμού. Συγκεκριμένα, σε ετήσια βάση: α) ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) του ποσού, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια ευρώ, διανέμεται στο προσωπικό του Οργανισμού, ανάλογα με τη θέση, το βαθμό του, καθώς και το βαθμό συμμετοχής του τόσο κατά το στάδιο του σχεδιασμού των νέων μεθοδολογιών ελέγχου όσο και κατά το στάδιο διενέργειας των ανωτέρω ελέγχων, β) ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%), το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια ευρώ, αξιοποιείται για την προαγωγή προγραμμάτων ενημέρωσης προς τους ασφαλισμένους του Οργανισμού, αναφορικά με τους σκοπούς και τους στόχους του σε δεδομένη χρονική περίοδο, γ) ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%), το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια ευρώ, χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη των υποδομών του Οργανισμού τόσο σε νέες τεχνολογίες, που σχετίζονται με τον έλεγχο και τον εξορθολογισμό των δαπανών, καθώς και με την ανάπτυξη συστημάτων δημιουργίας νέων πηγών εσόδων, όσο και σε κτηριακές εγκαταστάσεις, δ) ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) καλύπτει υποχρεώσεις του Οργανισμού προς την Π.Φ.Υ. των Δ.Υ.Πε. και ε) ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) καλύπτει λοιπές υποχρεώσεις του Οργανισμού.
7.α. Από τη δημοσίευση του παρόντος, οι δαπάνες των παρόχων υγείας, πλην φαρμακοποιών, που πραγματοποιήθηκαν από την 1.1.2016 και υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. εκκαθαρίζονται με δειγματοληψία, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να αφορά ποσοστό μικρότερο του πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού αριθμού των υποβαλλομένων δικαιολογητικών δαπανών ασφαλισμένων εκάστου παρόχου και κατ' ελάχιστο αριθμό 10 δικαιολογητικών δαπάνης. Σε περίπτωση που κατά την ανωτέρω εκκαθάριση εκάστου παρόχου διαπιστωθεί ποσοστό μη αποδεκτών δικαιολογητικών δαπανών ασφαλισμένων, το ποσοστό αυτό ανάγεται στο σύνολο της υποβληθείσας δαπάνης του παρόχου, με αντίστοιχη περικοπή στην πράξη τελικής εκκαθάρισης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. δύναται να ελέγξει οριστικά και να εκκαθαρίσει τις μη εκκαθαρισθείσες οφειλές του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς τους παρόχους του, πλην φαρμακοποιών και νοσοκομείων Ε.Σ.Υ., που αφορούν τα έτη 2012-2015, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο 1 του παρόντος. Από την εφαρμογή του παρόντος εξαιρούνται οι συμβεβλημένοι πάροχοι που έχουν υπαχθεί στη διαδικασία του άρθρου 100 παρ. 6 του ν. 4172/2013 (Α'167).
γ. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. δύναται να αξιοποιεί τα δεδομένα που διαθέτει από τις υποβολές των παρόχων και των δεδομένων που τηρεί για αυτόν η ΗΔΙΚΑ ή άλλοι φορείς, προκειμένου με χρήση στατιστικής μεθοδολογίας να ελέγχει και να κατατάσσει, τους παρόχους του, σε κατηγορίες υπέρβασης, με βάση την απόκλισή τους από την τιμή αναφοράς και να επιβάλει εκπτώσεις και ποινές, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Ως απόκλιση νοείται η υπέρβαση του συνόλου των υποβολών συγκεκριμένης ιατρικής πράξης ή ΚΕΝ ή συνταγογραφικής οδηγίας από την τιμή αναφοράς για δεδομένη χρονική περίοδο. Ως τιμή αναφοράς ορίζεται το μέσο ποσοστό ή ο μέσος αριθμός της συγκεκριμένης ιατρικής πράξης ή ΚΕΝ ή συνταγογραφικής οδηγίας όπως υπολογίζεται από τα δεδομένα σε πανελλαδική βάση, για την ίδια χρονική περίοδο.
δ. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας μετά από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΟΠΥΥ καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
8. Το άρθρο 14 του ν. 4238/2014 (Α'38) αντικαθίσταται ως εξής:
«Στις Υγειονομικές Επιτροπές και το Ανώτατο Υγειονομικό Συμβούλιο του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. της παρ. 2 του άρθρου 54 του ν. 4223/2013 (Α' 287), σε όργανα ελέγχου, στα Φαρμακεία Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και στο έργο των ελεγκτών ιατρών /οδοντιάτρων/ φαρμακοποιών μετέχουν ιατροί/οδοντίατροι/φαρμακοποιοί είτε με διάθεση από τις Δ.Υ.Πε. είτε συμβεβλημένοι με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με σύμβαση ορισμένου χρόνου ιδιωτικού δικαίου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας καθορίζεται η αμοιβή των συμβαλλόμενων ιατρών, οδοντιάτρων και φαρμακοποιών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.»
9.α. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 100 του ν. 4172/2013 (Α' 167), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Το ποσό της επιστροφής που οφείλει ο πάροχος υπολογίζεται επί των νομίμων παραστατικών και συμψηφίζεται με το ποσό που οφείλει να καταβάλει ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στον πάροχο, εντός του ίδιου ή/και του προηγούμενου ή/και των επόμενων ετών.»
β. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 100 του ν. 4172/ 2013 (Α' 167), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος τα πορίσματα ελέγχου εκάστου παρόχου γνωστοποιούνται υποχρεωτικά στον ΕΟΠΥΥ. Μετά την άπρακτη παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, επιβάλλεται στον πάροχο πρόστιμο ισόποσο με το 5% της τιμολογηθείσας δαπάνης για κάθε μήνα καθυστέρησης. Το ανωτέρω πρόστιμο συμψηφίζεται με το ποσό που ο ΕΟΠΥΥ οφείλει να καταβάλει στον πάροχο.»
10. Το ποσό των 24 εκ. ευρώ που χορηγήθηκε στον ΕΟΠΥΥ με την αρ. πρωτ. 2/90406/9.12.2014 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και περιλαμβάνονται στο ταμειακό υπόλοιπο του προϋπολογισμού έτους 2016, διατίθεται, κατά παρέκκλιση των ορίων δαπανών του φορέα για το τρέχον οικονομικό έτος, ως εξής:
α) 12.000.000 ευρώ στα Διαγνωστικά Κέντρα,
β) 6.000.000 ευρώ στις Ιδιωτικές Ψυχιατρικές Κλινικές,
γ) 6.000.000 ευρώ στις Αμοιβές για Φυσικοθεραπευτές.
Άρθρο 91
1. α. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2552/1997 (Α'266) αντικαθίσταται ως εξής:
«1.α) Βασική λειτουργική μονάδα του Ε.Α.Π. είναι: i) η Θεματική Ενότητα (Θ.Ε.), ii) η Εργαστηριακή Θεματική Ενότητα (Ε.Θ.Ε.) και iii) η Ενότητα Πρακτικής Ασκησης, κάθε μία από τις οποίες καλύπτει ένα διακεκριμένο γνωστικό αντικείμενο σε προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό επίπεδο, β) i) κάθε Θ.Ε. περιλαμβάνει έως τρία εξαμηνιαία μαθήματα, με διδακτέα ύλη που αντιστοιχεί σε διδακτέα ύλη μαθημάτων τρίωρης εβδομαδιαίας διδασκαλίας των Α.Ε.Ι.. ii) κάθε Ε.Θ.Ε. περιλαμβάνει αριθμό εργαστηριακών ασκήσεων, επιπλέον του θεωρητικού περιεχομένου σπουδών που δύναται να περιλαμβάνει. Το εκπαιδευτικό περιεχόμενο της Ε.Θ.Ε. αντιστοιχεί σε τρία συμβατικά εξαμηνιαία μαθήματα, γ) i) Η διδασκαλία κάθε Θ.Ε., συμπεριλαμβανομένων των εξετάσεων, διαρκεί ένα ακαδημαϊκό έτος ή ένα ακαδημαϊκό εξάμηνο, ii) η Ε.Θ.Ε. δομείται σε ένα, δύο ή το μέγιστο τρεις κύκλους σπουδών. Οι σπουδές σε κάθε εργαστηριακό κύκλο διαρκούν ένα ακαδημαϊκό έτος αλλά η εκτέλεση των πειραμάτων και η εκτέλεση εργαστηριακών δραστηριοτήτων μπορεί να προγραμματίζεται για συγκεκριμένη χρονική περίοδο εντός του ημερολογιακού έτους, iii) με απόφαση της Συγκλήτου ορίζεται η διαδικασία, το περιεχόμενο, η διάρκεια και οι προϋποθέσεις της Ενότητας της Πρακτικής Ασκησης.
Με απόφαση του ίδιου οργάνου ορίζονται κατά έτος οι παρεχόμενες Θεματικές Ενότητες και Εργαστηριακές Θεματικές Ενότητες, καθώς και οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης τους. Οι ημερομηνίες αυτές δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν για όλες τις Θ.Ε., Ε.Θ.Ε. και όλες τις ενότητες Πρακτικής Ασκησης. Με απόφαση της Κοσμητείας καθορίζεται ο αριθμός των υποενοτήτων και εργαστηριακών κύκλων κάθε Θ.Ε., Ε.Θ.Ε. και κάθε Ενότητας της Πρακτικής Ασκησης αντίστοιχα».
2. Συστήνεται στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Κέντρο Πιστοποίησης της εξ' αποστάσεως (e-learning) εκπαίδευσης. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων που εκδίδεται έπειτα από γνώμη της Συγκλήτου και μέχρι τη συγκρότηση της Διοικούσας Επιτροπής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά το σκοπό, το περιεχόμενο, τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις πιστοποίησης από το Κέντρο των προγραμμάτων εξ αποστάσεως εκπαίδευσης που παρέχονται από οποιονδήποτε φορέα που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα σε αυτά. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται το περιεχόμενο και οι διαδικασίες πιστοποίησης του παρεχόμενου από τους φορείς εκπαιδευτικού υλικού, καθώς και της επάρκειας των διδασκόντων σε αυτά τα προγράμματα.
Άρθρο 92
Ρυθμίσεις θεμάτων μονάδων αποτέφρωσης οστών νεκρών και διαχείρισης της τέφρας
1. Στην παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 3448/2006 (Α'57), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 48 του ν. 4277/2014 (Α'156) και ισχύει, προστίθεται νέο εδάφιο ως ακολούθως:
«Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων τυγχάνουν εφαρμογής και για τη χωροθέτηση μονάδων αποτέφρωσης οστών νεκρών, χαμηλού δυναμικού διαλείπουσας λειτουργίας με ωριαία δυναμικότητα αποτέφρωσης κάτω των 50 κιλών».
2. Στο τέλος του άρθρου 35 του ν. 3448/2006 (Α'57), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 48 του ν. 4277/2014 (Α' 156) και ισχύει, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
«5. Τα δικαιώματα και τέλη αποτέφρωσης και η εν γένει χρήση και λειτουργία εκάστης μονάδας αποτέφρωσης οστών νεκρών ρυθμίζονται με τον Κανονισμό Λειτουργίας, ο οποίος εγκρίνεται με απόφαση του αρμόδιου προς τούτο οργάνου του νομικού προσώπου που κατέχει την κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου άδεια λειτουργίας.
6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού ρυθμίζονται ειδικότερα σχετικά ζητήματα, καθώς και ζητήματα με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.»
3. Στο ν. 4277/2014 (Α'156) προστίθεται νέο άρθρο 49α ως ακολούθως:
«Αρθρο 49α
Διαχείριση της τέφρας
1. Η τέφρα τοποθετείται υποχρεωτικά από τα Κέντρα Αποτέφρωσης Νεκρών (ΚΑΝ) και τις μονάδες αποτέφρωσης οστών νεκρών εντός ειδικού σκεύους (τεφροδόχος).
2. Η τεφροδόχος υποχρεωτικά:
α) Τοποθετείται σε ειδικό χώρο φύλαξης των τεφροδόχων (τεφροφυλάκιο) εντός του ΚΑΝ Αποτέφρωσης ή εντός του Κοιμητηρίου ή
β) Ενταφιάζεται σε υφιστάμενο Κοιμητήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον α.ν. 582/1968 (Α 225) «Περί Δημοτικών και Κοινοτικών Κοιμητηρίων», όπως ισχύει, ή
γ) Εγκαταλείπεται ελευθέρως στη θάλασσα και σε απόσταση τουλάχιστον 1,5 ναυτικού μιλίου από την ακτή, υπό την προϋπόθεση ότι το σκεύος είναι διαλυτό στο νερό και δεν περιέχει ρυπογόνα στοιχεία.
3. Είναι δυνατή η διασπορά της τέφρας σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο ενθύμησης (σιντριβάνι ή ανθόκηπο) εντός του ΚΑΝ ή σε υπαίθριο χώρο εκτός κατοικημένης περιοχής ή στη θάλασσα.
4. Εφόσον δεν υφίσταται ρητή δήλωση του αποθανόντος για τη διαχείριση της τέφρας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους, για το ζήτημα αυτό αποφασίζουν ο/η σύζυγος και οι συγγενείς του, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, έως και τον τέταρτο βαθμό, κατά σειρά τάξεως.
5. Για κάθε μεταβολή στη διαχείριση της τέφρας αποφασίζουν ο/η σύζυγος και οι ανωτέρω συγγενείς του νεκρού, κατά σειρά τάξεως.
6. Σε κάθε περίπτωση αδυναμίας πραγματοποίησης της βούλησης του θανόντος, καθώς και σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ συγγενών της ίδιας τάξης, αποφαίνεται ο Εισαγγελέας στην περιφέρεια του οποίου φυλάσσεται η τεφροδόχος.
7. Η τεφροδόχος θεωρείται πράγμα εκτός συναλλαγής με όλες τις εντεύθεν συνέπειες».
Άρθρο 93
Η παρ. 1 του άρθρου 201 του ν. 4281/2014 (Α'160), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 4320/ 2015 (Α'29), η οποία εν συνεχεία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4354/2015 (Α'176), τροποποιείται ως ακολούθως:
«1. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Μέρους Β' αρχίζει από την 30ή Απριλίου 2016, εκτός αν ορίζεται άλλως στις επιμέρους διατάξεις αυτού.»
Άρθρο 94
Αντικαθίσταται το κείμενο της συμφωνίας, που προσαρτήθηκε ως Παράρτημα Α', σύμφωνα με το εδάφιο β' του Κεφαλαίου Στ' του άρθρου 43 του ν. 4354/2015 (Α'176) ως εξής:
ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ
Σύμφωνα με τις παρ. 37.1 και 37.2 του όρθρου 37 της από 31 Ιανουαρίου 2007 Σύμβασης Παραχώρησης όπως αυτή κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3559/2007 «Κύρωση Σύμβασης Παραχώρησης του -Εργου της Μελέτης, Κατασκευής, Χρηματοδότησης, Λειτουργίας, Συντήρησης και Εκμετάλλευσης του Αυτοκινητόδρομου «Κόρινθος - Τρίπολη - Καλαμάτα και Κλάδος Λεύκτρα - Σπάρτη» και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ102 Α/14-05-2007)
Στην Αθήνα σήμερα, την δωδεκάτη (12η) του μηνός Δεκεμβρίου του έτους δύο χιλιάδες δέκα πέντε (2015), συμφωνήθηκαν και έγιναν αμοιβαία αποδεκτά τα αναφερόμενο στα Αρθρο της παρούσας Συμφωνίας και τα Προσαρτήματα της.
ΜΕΤΑΞΥ
ΑΦ ΕΝΟΣ
του Ελληνικού Δημοσίου (εφεξής "το Ελληνικό Δημόσιο" ή το "Δημόσιο"), όπως αυτό νόμιμα εκπροσωπείται δυνάμει της παρ. 37.2 του άρθρου 37 (Τροποποίηση της Σύμβασης Παραχώρησης) της από 31 Ιανουαρίου 2007 Σύμβασης Παραχώρησης, όπως αυτή κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3559/2007, από τον κ. Χρήστο Σπίρτζη, Υπουργό του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Χαριλάου Τρικούπη, αριθμός 182,
ΚΑΙ ΑΦ ΕΤΕΡΟΥ
της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΜΟΡΕΑΣ Ανώνυμη Εταιρεία Παραχώρησης του Αυτοκινητόδρομου Κόρινθος-Τρίπολη-Καλαμάτα και Κλάδος Λεύκτρο-Σπάρτη» και το διακριτικό τίτλο «ΜΟΡΕΑΣ Α.Ε.» που αποκαλείται εφεξής «ο Παραχωρησιούχος» ή η «Εταιρεία», και εδρεύει στο Δήμο Τρίπολης οδός Υψούντος αριθμός 8, 22100 Τρίπολη, έχει συσταθεί με την υπ' αριθ. 18500/2006 καταστατική πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελένης συζ. Γεωργίου Θεοδωρακοπούλου η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 3949/22-12-2006 απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίας και καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών με αριθμό 62098/21/Β/06/006 (και από 20.12.2012 καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με αριθμό 29324214000), με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο πέντε εκατομμύρια Ευρώ (ευρώ 5.000.000,00), και εκπροσωπείται νόμιμα στην προκειμένη περίπτωση από τον Λεωνίδα Γ. Μπόμπολα, κάτοικο Κηφισιάς Αττικής, οδός Ερμού αρ.25, Διευθύνοντα Σύμβουλο, δυνάμει του από 9.12.2015 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας. Το καταστατικό αυτό τροποποιήθηκε:
(α) δυνάμει της από 24.05.2007 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εταιρείας η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 1954/8.6.2007 απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίας ανακοίνωση δε της καταχώρησης αυτής δημοσιεύθηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμ. φύλλου 4798/15.06.2007 της Εφημερίδας της Κυβέρνησης,
(β) δυνάμει της από 05.02.2008 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εταιρείας, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 411/15.2.2008 απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίας ανακοίνωση δε της καταχώρησης αυτής δημοσιεύθηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμ. φύλλου 1188/26.02.2008 της Εφημερίδας της Κυβέρνησης,
(γ) δυνάμει της από 13.02.2008 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εταιρείας, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 499/20.02.2008 απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίας, ανακοίνωση δε της καταχώρησης αυτής δημοσιεύθηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμ. φύλλου 1211/27.02.2008 της Εφημερίδας της Κυβέρνησης
(δ) δυνάμει της από 30.06.2008 απόφασης της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εταιρείας η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αρκαδίας την 16.07.2008, ανακοίνωση δε της καταχώρησης αυτής δημοσιεύθηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμ. φύλλου 11Β43/17.10.2008 της Εφημερίδας της Κυβέρνησης και
(ε) δυνάμει της από 03.03.2011 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εταιρείας η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 326/14.06.2011 απόφαση του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου, ανακοίνωση δε της καταχώρησης αυτής δημοσιεύθηκε στο τεύχος ΑΕ - ΕΠΕ και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ με αριθμ. φύλλου 4934/27.06.2011 της Εφημερίδας της Κυβέρνησης.
Εφεξής αποκαλούμενοι ως οι «Συμβαλλόμενοι» ή τα «Συμβαλλόμενα Μέρη» ή τα «Μέρη»,
ΚΑΙ ΕΚ ΤΡΙΤΟΥ
των μετόχων του Παραχωρησιούχου:
(α) της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.» καταχωρημένης στο Γ.Ε.ΜΗ. με αριθμό 409701000 που εδρεύει στην οδό Ερμού 25, 145 64 Νέα Κηφισιά, Εθνική Οδός Αθηνών - Λαμίας, και εκπροσωπείται νόμιμα σύμφωνα με το καταστατικό της σε συνδυασμό με ειδική εξουσιοδότηση που παρέχεται με το από 9.12.2015 πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου από τον κ. Γεώργιο Συριανό.
(β) της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «J ΚΑΙ P ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ» και το διακριτικό τίτλο J ΚΑΙ P ΑΒΑΞ Α.Ε.» καταχωρημένης στο Γ.Ε.ΜΗ. με αριθμό 913601000 που εδρεύει στο Δήμο Αμαρουσίου, οδός Αμαρουσίου - Χαλανδρίου 16, και εκπροσωπείται νόμιμα σύμφωνα με το καταστατικό της σε συνδυασμό με ειδική εξουσιοδότηση που παρέχεται με το από 9.12.2015 πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου από τον κ. Κωνσταντίνο Μιτζάλη.
(γ) της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ» και το διακριτικό τίτλο «INTRACOM HOLDINGS» καταχωρημένης στο Γ.Ε.ΜΗ. με αριθμό 000303201000 που εδρεύει στην Παιανία Αττικής, στο 19 χλμ. Νέας Οδού Παιανίας - Μαρκοπούλου και εκπροσωπείται νόμιμα σύμφωνα με το καταστατικό της σε συνδυασμό με ειδική εξουσιοδότηση που παρέχεται με το από 9.12.2015 πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου από τον κ. Ιωάννη Τσούμα. οι οποίοι συμβάλλονται στην παρούσα αποκλειστικά σε σχέση με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα Αρθρα 5.4.1 και 5.10, παρ. 25.Α.1 25.A.6.1(v), 25.Α.6.6 και 25.A.8.της παρούσας Συμφωνίας για τη Δεσμευτική Επένδυση, την Πρόσθετη Δεσμευτική Επένδυση, την Αναβαλλόμενη Δεσμευτική Επένδυση και την Ονομαστική Απόδοση Δεσμευτικής Επένδυσης,
εφεξής αποκαλούμενοι ως οι Αρχικοί Μέτοχοι.
Γίνεται μνεία ότι για την υπογραφή της παρούσας Συμφωνίες έχουν εκδοθεί:
(α) η υπ' αριθ. 177/2015 Πράξη του Ε' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και
(β) η με αριθμό C(2014)7798 final/27-10-2014 Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί Κρατικής Ενίσχυσης (State aid SA.39224 (2014/Ν) - Greece).
ΑΡΘΡΟ 1
ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΚΡΙΒΕΙΑ TON ΚΑΤΑΤΕΘΕΝΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
1.1. Ο Παραχωρησιούχος και όλοι οι ανωτέρω μέτοχοι του, με ατομική τους ευθύνη δηλώνουν και με την παρούσα ότι όλα τα ανωτέρω κατατεθέντα και μνημονευόμενα νομιμοποιητικά τους στοιχεία:
α. Είναι νόμιμα, ορθά και ακριβή.
β. Δεν έρχονται σε αντίθεση με τους όρους της παρούσας Συμφωνίας και της Σύμβασης Παραχώρησης και πάντως έστω και αν υπάρχει κάποια αντίθεση, αποδέχονται ανεπιφύλακτα και αναλαμβάνουν ρητά την υποχρέωση να αποκαταστήσουν το σημείο αντίθεσης, με δική τους μέριμνα και δαπάνες, απροφάσιστα και σε εύλογο χρόνο από τη γνωστοποίηση σ' αυτούς ή την καθ' οιονδήποτε τρόπο γνώση της αντίθεσης
ΑΡΘΡΟ 2
ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ
2.1 Τα Συμβαλλόμενα Μέρη και of Αρχικοί Μέτοχοι, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι, υπέγραψαν την μεταξύ τους από 31 Ιανουαρίου 2007 Σύμβαση, εφεξής η «Σύμβαση Παραχώρησης» ή «Σύμβαση», με την οποία και υπό τους περιεχόμενους εκεί όρους και ειδικότερες συμφωνίες, το Δημόσιο ανέθεσε στον Παραχωρησιούχο το Έργο της Μελέτης, Κατασκευής Χρηματοδότησης, Λειτουργίας Συντήρησης και Εκμετάλλευσης του Αυτοκινητόδρομου «Κόρινθος - Τρίπολη - Καλαμάτα και Κλάδος Λεύκτρο - Σπάρτη».
2.2 Με το άρθρο πρώτο του νόμου 3559/2007 «Κύρωση Σύμβασης Παραχώρησης του Έργου της Μελέτης, Κατασκευής Χρηματοδότησης Λειτουργίας Συντήρησης και Εκμετάλλευσης Αυτοκινητόδρομου «Κόρινθος - Τρίπολη -Καλαμάτα και Κλάδος Λεύκτρο - Σπάρτη» και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 102 Α/14-05-2007) κυρώθηκε η Σύμβαση Παραχώρησης.
2.3 Με τις παρ. 37.1 και 37.2 του άρθρου 37 της Σύμβασης Παραχώρησης προβλέπεται η δυνατότητα τροποποίησης της με έγγραφη συμφωνία μεταξύ των Συμβαλλομένων, η οποία υπογράφεται αφενός για λογαριασμό του Δημοσίου δυνάμει της εξουσιοδότησης της παρ. 37.2 σε συνδυασμό και με την παρ. 37.4 της Σύμβασης Παραχώρησης από τον Υπουργό (τότε) ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και ήδη τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και αφετέρου για λογαριασμό του Παραχωρησιούχου και των Αρχικών Μετόχων του, από ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο τους και υπό την μορφή αυτή εισάγεται στη Βουλή των Ελλήνων προς κύρωση.
ΑΡΘΡΟ 3
ΟΡΟΛΟΓΙΑ
Εκτός αν άλλως ορίζεται στην παρούσα, όλοι οι όροι που εμφανίζονται με κεφαλαίο-αρχικό στην παρούσα έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στη Σύμβαση Παραχώρησης.
ΑΡΘΡΟ 4
ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
4.1 Σκοπός της παρούσας Συμφωνίας είναι η τροποποίηση συγκεκριμένων όρων της Σύμβασης Παραχώρησης προς αποκατάσταση της οικονομικής ισορροπίας της, η οποία έχει ιδιαιτέρως διαταραχθεί από την οικονομική και δημοσιονομική κρίση των τελευταίων 4 ετών και η οποία ήταν αδύνατο να προβλεφθεί κατά το χρόνο σύνοψης της Σύμβασης. Η κρίση αυτή επέδρασε και επιδρά επί των θεμελιωδών παραδοχών και στοιχείων τα οποία εύλογα οι Συμβαλλόμενοι είχαν λάβει ως βάση, κατά τον προγραμματισμό, δημοπράτηση και σύναψη της Σύμβασης Παραχώρησης.
4.2 Παράλληλα οι Συμβαλλόμενοι αναγνωρίζουν ότι σκοπός της παρούσας συμφωνίας δεν είναι η επαναφορά οποιουδήποτε εκ των Συμβαλλομένων στην κατάσταση που θα ήταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η κρίση και τα εξ αυτής δυσμενή οικονομικά αποτελέσματα, αλλά αποκλειστικά και μόνο η αποκατάσταση της οικονομικής ισορροπίας της Σύμβασης στο ελάχιστο βιώσιμο επίπεδο που θα επιτρέψει την εξυπηρέτηση του Δημοσίου συμφέροντος μέσω της συνέχισης, ολοκλήρωσης και λειτουργίας του σημαντικού αυτού έργου υποδομής.
4.3 Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι το γεγονός της κρίσης στην Ελληνική και διεθνή οικονομία πράγματι ήταν πέραν και εκτός της σφαίρας ελέγχου ή επιρροής τους και δεν θα ηδύνατο να έχει προβλεφθεί ή προληφθεί ακόμα και με καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας εκ μέρους τους και ότι η επελθούσα σοβαρή διατάραξη της Ελληνικής οικονομίας συνιστά Γεγονός Ανωτέρας Βίας και μάλιστα Παρατεταμένο, κατά την έννοια των οικείων όρων της Σύμβασης, εν όψει του ότι η διάρκεια του υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια που θέτει η Σύμβαση, καθόσον ήδη διαρκεί πέραν της τετραετίας.
4.4 Με το από /12/2015 έγγραφο τους οι Δανειστές του Έργου γνωστοποίησαν στο Δημόσιο και τον Παραχωρησιούχο ότι έλαβαν πλήρη γνώση των συμφωνουμένων με την παρούσα Συμφωνία τροποποιήσεων της Σύμβασης Παραχώρησης, περιλαμβανομένων των Προσαρτημάτων της και ότι τις εγκρίνουν στο σύνολο τους ανεπιφύλακτο.
ΑΡΘΡΟ 5
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ
Ήδη και εν όψει των ανωτέρω τα Συμβαλλόμενα Μέρη από κοινού αποδέχονται και συμφωνούν τις ακόλουθες τροποποιήσεις των κατωτέρω αναφερομένων άρθρων της Σύμβασης Παραχώρησης:
5.1 Το άρθρο 3.1 της Σύμβασης Παραχώρησης (Ορισμοί) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.1.1 Η παράγραφος 3.1.3 (Αμεσα-Έσοδα) τροποποιείται ως ακολούθως:
«Είναι τα πόσης φύσεως έσοδα του Παραχωρησιούχου κατά την Περίοδο Λειτουργίας, πλην της Επιδότησης Λειτουργίας και της Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας, που απορρέουν από το Δικαίωμα Εκμετάλλευσης του Έργου»
5.1.2 Μετά την παρ. 3.1.5 του άρθρου 3.1 προστίθεται νέα παράγραφος 3.1.5Α έχουσα ως ακολούθως;
«3.1.5Α «Ανώτατη Ονομαστική Απόδοση Δεσμευτικής Επένδυσης» είναι πέντε επί τοις εκατό (5%).»
5.1.3 Μετά την παρ. 3.1.6 του άρθρου 3.1 προστίθεται νέα παράγραφος 3.1.5Α έχουσα ως ακολούθως:
«3.1.5Α «Αποδεκτή Τράπεζα» είναι οποιαδήποτε τράπεζα ή χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, που είτε είναι Τράπεζα Τύπου Γ' είτε η αξιολόγηση της πιστοληπτικής της ικανότητας για μακροχρόνιες ανεξασφάλιστες χρηματοδοτήσεις δεν είναι κατώτερη από δύο βαθμίδες σε σχέση με την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου.»
5.1.4 Η παράγραφος 3.1.27 («Δείκτης Τιμών Καταναλωτή») του άρθρου 3.1 τροποποιείται ως ακολούθως:
Διαγράφονται οι λέξεις «Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.)» στο τέλος του ορισμού και αντικαθίστανται με τις λέξεις «Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑ Τ.)».
5.1.5 Μετά την παράγραφο 3.1.41 του άρθρου 3.1 προστίθεται νέα παράγραφος 3.1.41Α έχουσα ως ακολούθως:
3.1.41Α «Έγγραφη Εκδήλωση Διαφοράς: είναι η παραλαβή από το ένα Μέρος έγγραφης γνωστοποίησης από το έτερο Μέρος περί της γένεσης Διαφοράς, την οποία προτίθεται να αποβάλει στις διαδικασίες επίλυσης διαφορών του Αρθρου 33 της Σύμβασης Παραχώρησης».
5.1.6 Μετά την παράγραφο 3.1.64 του άρθρου 3.1 προστίθεται νέο παράγραφος 3.1.64Α έχουσα ως ακολούθως:
3.1.64Α «Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης»: Είναι η ημερομηνία κατά την οποία τίθενται σε ισχύ οι τροποποιήσεις της Σύμβασης Παραχώρησης όπως αυτές συμφωνήθηκαν με την από [.../12/2015] Συμφωνία Τροποποίησης Διατάξεων της Σύμβασης Παραχώρησης και κυρώθηκαν με νόμο.»
5.1.7 Η παράγραφος 3.1.79 (Μέγιστη Επιδότηση Λειτουργίας ή ΜΕΛ) του άρθρου 3.1 τροποποιείται ως ακολούθως:
Μετά τη λέξη «ποσό» στον πρώτο στίχο προστίθενται οι λέξεις «της Επιδότησης Λειτουργίας»,
5.1.8 Μετά την παράγραφο 3.1.86 του άρθρου 3.1 προστίθεται νέα παράγραφος 3.1.86Α έχουσα ως ακολούθως:
«3.1.86Α «Ονομαστική Απόδοση Δεσμευτικής Επένδυσης» είναι ο συντελεστής (δείκτης) απόδοσης, εκπεφρασμένος σε ποσοστό, ο οποίος, αν εφαρμοζόταν υπό την μορφή συντελεστή προεξόφλησης στην Περιοδική Ταμειακή Ροή, θα είχε ως αποτέλεσμα μηδενική καθαρά παρούσα αξία.»
5.1.9 Μετά την παράγραφο 3.1.96 του όρθρου 3.1 προστίθεται νέα παράγραφος 3.1.96Α έχουσα ως ακολούθως:
«3.1.96Α «Περίοδος Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας» είναι η περίοδος που ορίζεται στο Αρθρο 25.Α.4 της παρούσας.»
5.1.10 Μετά την παράγραφο 3.1.109 του άρθρου 3.1 προστίθενται νέες παράγραφοι 3.1.109Α και 3.1.109Β που έχουν ως ακολούθως:
«3.1.109Α «Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας» ή «ΠΕΛ» είναι η πρόσθετη επιδότηση λειτουργίας η οποία θα καταβάλλεται από το Δημόσιο στον Παραχωρησιούχο σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 25.Α της παρούσας.».
«3.1.109Β Πρόσθετη Δεσμευτική Επένδυση είναι η πρόσθετη Δεσμευτική Επένδυση που θα καταβληθεί από τους Μετόχους υπό τους όρους και προϋποθέσεις του άρθρου 7.1.Α της παρούσας»
5.1.11 Η παράγραφος 3.1.121 διαγράφεται και αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3.1.121 «Τιμολόγιο Εργασιών» είναι τα Ενιαία Τιμολόγια Έργων (έκδοση 3.0) Δημοπράτησης Δημοσίων Έργων (έκδοση 3.0) Οδοποιίας (γ3), Υδραυλικών, Λιμενικών, Οικοδομικών και Πρασίνου και (έκδοση 1.0) Ηλεκτρομηχανολογικών Εργασιών Οδοποιίας, Υδραυλικών και Λιμενικών που έχουν εγκριθεί με την υπ Αριθμ. Πρωτ: Δ11γ/0/9/7/07-02-2013 απόφαση Αν. Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (Β' τριμήνου 2013), όπως αυτά έχουν συμπληρωθεί και διορθωθεί έως σήμερα και όπως αυτό εκάστοτε ισχύουν κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του ν. 3669/2008 (ΦΕΚ Α 116) και της ανωτέρω απόφασης, επί των οποίων εφαρμόζεται τεκμαρτή ενιαία έκπτωση δώδεκα στα εκατό (12%).»
5.1.12 Η παράγραφος 3.1.123 (Τράπεζα Τύπου Β) του άρθρου 3.1 διαγράφεται και αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3.1.123 Δεν χρησιμοποιείται»
5.1.13 Η παράγραφος 3.1.125 (Υπηρεσία) του άρθρου 3.1 τροποποιείται ως ακολούθως:
Το αρκτικόλεξο «Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.» στο κείμενο του ορισμού διαγράφεται και αντικαθίσταται με τη λέξη «Δημοσίου».
5.1.14 Η παράγραφος 3.1.127 (Υπουργείο) του άρθρου 3.1 τροποποιείται ως ακολούθως:
Διαγράφονται οι λέξεις «Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων» και αντικαθίστανται με τις λέξεις «υπουργείο που είναι εκάστοτε αρμόδιο για το Έργο.»
5.1.15 Η παράγραφος 3.1.128 (Υπουργός) του άρθρου 3.1 τροποποιείται ως ακολούθως:
Διαγράφονται οι λέξεις «Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.» και αντικαθίστανται με τις λέξεις «Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων,, ο οποίος, εκτός αν άλλως ορίζεται στην παρούσα, εκπροσωπεί το Δημόσιο κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την παρούσα.»
5.1.16 Μετά την παράγραφο 3.1.132 του άρθρου 3.1 προστίθεται νέα παράγραφος 3.1.132Α έχουσα ως ακολούθως:
3.1.132Α «Χρηματοοικονομικό Μοντέλο Αναδιάρθρωσης» είναι το επικαιροποιημένο Χρηματοοικονομικό Μοντέλο (αρχείο ΚΤΚ_Τ1_ JUL15_v05.xlsm), το οποίο προσαρτάται στη Συμφωνία Τροποποίησης Διατάξεων της Σύμβασης Παραχώρησης και κατά την Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης θα αντικαταστήσει το Προσάρτημα 5 της παρούσας.»
5.1.17 Η παράγραφος 3.1.135 (Χρονοδιάγραμμα Καταβολής Χρηματοδοτικής Συμβολής) του άρθρου 3.1 τροποποιείται ως ακολούθως:
Οι λέξεις «στο Αρθρο» στον τελευταίο στίχο διαγράφονται και αντικαθίστανται με τις λέξεις «στα Αρθρα» και στο τέλος της παραγράφου προστίθενται οι λέξεις «και 7.2.8.».
5.2 Το άρθρο 3.2 της Σύμβασης Παραχώρησης (Ερμηνεία) τροποποιείται ως ακολούθως:
Μετά την παράγραφο 3.2.3 (ν) προστίθεται νέα παράγραφος 3.2.3 (νi) ως ακολούθως και η παράγραφος 3.2.3 (νi) αναριθμείται σε 3.2.3 (νii):
«(νi) αναφορές στους Αρχικούς Μετόχους θα περιλαμβάνουν και κάθε επόμενο μέτοχο του Παραχωρησιούχου, που υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις Αρχικού Μετόχου από την παρούσα Σύμβαση».
5.3 Το άρθρο 4 της Σύμβασης Παραχώρησης (Συμβατικό Αντικείμενο -Ανταγωνισμός) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.3.1 Η παρ. 4.1.2(II) του άρθρου 4.1 τροποποιείται ως ακολούθως:
Μετά τις λέξεις «Επιδότηση Λειτουργίας» προστίθενται οι λέξεις «και την Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας» και το τελευταίο εδάφιο, μετά τις λέξεις «Αρθρα 7.2» διαγράφονται οι λέξεις «και 25.3» και προστίθεται «, 25.3 και 25.Α».
5.3.2. Η παράγραφος 4.3.1 του άρθρου 4.3 τροποποιείται ως ακολούθως:
Μετά τη λέξη «Χρηστών» στον πέμπτο στίχο τίθενται οι λέξεις «ή δεν παρεμποδίζουν την εξυπηρέτηση αυτή,»
5.4 Το άρθρο 7 της Σύμβασης Παραχώρησης (Χρηματοδότηση του Έργου) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.4.1 Μετά την παράγραφο 7.1.6 του άρθρου 7.1 προστίθεται νέα παράγραφος 7.1.Α ως ακολούθως:
«7.1.Α Πρόσθετη Δεσμευτική Επένδυση
Πέραν της ανωτέρω υποχρέωσης τους προς καταβολή της Δεσμευτικής Επένδυσης και του ποσού των Ευρώ επτά εκατομμυρίων διακοσίων τριάντα δύο χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα επτά [ευρώ 7.232.857] Δεσμευτικής Επένδυσης που έχουν ήδη επιπλέον αυτής καταβάλει, οι Αρχικοί Μέτοχοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλουν στον Παραχωρησιούχο, ως Πρόσθετη Δεσμευτική Επένδυση, συνολικό μέχρι του ποσού των είκοσι εκατομμυρίων Ευρώ (ευρω 20.000.000,00), σύμφωνα με το οριζόμενα κατωτέρω.
7.1.Α.1 Προκαταβολική Δεσμευτική Επένδυση: Οι Αρχικοί Μέτοχοι αναλαμβάνουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον την υποχρέωση όπως, σε περίπτωση κατά την οποία, σε σχέση με οποιαδήποτε Ημερομηνία Καταβολής Τόκων που επέρχεται μετά την 1η Ιανουαρίου 2016, προκύψει Έλλειμμα του Λογαριασμού, Εσόδων και συνακόλουθη υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας, καταβάλουν στον Παραχωρησιούχο Πρόσθετη Δεσμευτική Επένδυση για την κάλυψη του Ελλείμματος τούτου και αθροιστικά μέχρι του συνολικού ποσού των δέκα εκατομμυρίων Ευρώ (ευρώ 10.000.000.00), προ οποιασδήποτε καταβολής Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας εκ μέρους του Δημοσίου. Σε περίπτωση κατά την οποία οι Αρχικοί Μέτοχοι παραλείψουν να καταβάλουν το σύνολο ή μέρος του ανωτέρω ποσού, το Δημόσιο δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε υποχρέωση προς καταβολή του μη πληρωθέντος κατά τα ανωτέρω ποσού ως Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας, χωρίς τούτο να επιδρά επί της υποχρέωσης του Δημοσίου, να καταβάλει Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας λόγω οποιουδήποτε, πέραν των δέκα εκατομμυρίων Ευρώ (ευρώ 10.000.000,00), Ελλείμματος του Λογαριασμού Εσόδων κατά την Περίοδο Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας και μέχρι του Ανωτάτου Ορίου Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας όπως αυτό ορίζεται στο Αρθρο 25.Α.1.
7.1.Α.2 Αναβαλλόμενη Δεσμευτική Επένδυση: Οι Αρχικοί Μέτοχοι, ομοίως αναλαμβάνουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον την υποχρέωση όπως σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει Έλλειμμα του Λογαριασμού Εσόδων και:
(i) Το Ανώτατο Όριο Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας έχει εξαντληθεί, ή
(ii) Προκύπτει αρνητική Διαφορά Λειτουργικών Δαπανών, σύμφωνα με το Αρθρο 25.Α.6.1 (iv) της παρούσας
και ως εκ τούτου το Δημόσιο δεν υποχρεούται, είτε να προβεί σε καταβολή Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας είτε να καλύψει το σύνολο του Ελλείμματος του Λογαριασμού Εσόδων, καταβάλουν στον Παραχωρησιούχο Πρόσθετη Δεσμευτική Επένδυση μέχρι του συνολικού ποσού των δέκα εκατομμυρίων Ευρώ (ευρώ 10.000.000,00). Σε περίπτωση κατά την οποία οι Αρχικοί Μέτοχοι παραλείψουν να καταβάλουν το σύνολο ή μέρος του ανωτέρω ποσού, το Δημόσιο θα υποχρεούται να καταβάλει στον Παραχωρησιούχο, κατά την ημερομηνία καταβολής της Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας του άρθρου 25.Α.5.3 της παρούσας και αφού προηγούμενα λάβει έγγραφη ειδοποίηση εκ μέρους του Παραχωρησιούχου ή των Δανειστών, ποσό ίσο προς το μη καταβληθέν εκ μέρους των Αρχικών Μετόχων, περιοριζόμενης της υποχρεώσεως αυτής του Δημοσίου κατ' ανώτατο όριο στο ποσό των δέκα εκατομμυρίων Ευρώ (ευρώ 10.000.000.00). Στην περίπτωση αυτή το Δημόσιο θα δικαιούται να λάβει και ο Παραχωρησιούχος υποχρεούται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έχει καταβληθεί από το Δημόσιο δυνάμει της παρούσας ρήτρας, εντόκως με το Επιτόκιο Αναφοράς από την επομένη της ημερομηνίας καταβολής και μέχρι εξοφλήσεως του, κατ' απόλυτη προτεραιότητα έναντι οποιουδήποτε Μέρους ή τρίτου (περιλαμβανομένων και των Δανειστών), οποιοδήποτε ποσό πληρωτέο στους Αρχικούς Μετόχους σε σχέση και προς εξυπηρέτηση της Δεσμευτικής τους Επένδυσης ή άλλως, όπως επίσης και το προϊόν οποιασδήποτε σχετικής απαίτησης κατά των Αρχικών Μετόχων.
Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση του Παραχωρησιούχου προς εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την προσήκουσα λειτουργία, συντήρηση, εκμετάλλευση και εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων του Έργου, σύμφωνα και με το άρθρο 7.3.1 της παρούσας δεν περιορίζεται στο ανωτέρω ποσό της Αναβαλλόμενης Δεσμευτικής Επένδυσης.»
5.4.2 Η παρ. 7.2.7 του άρθρου 7 τροποποιείται ως ακολούθως:
Στο τέλος του τελευταίου εδαφίου οι λέξεις «Τράπεζα τουλάχιστον Τύπου Γ'» διαγράφονται και αντικαθίστανται με τις λέξεις «τουλάχιστον Αποδεκτή Τράπεζα».
5.4.3 Μετά την παράγραφο 7.2.7, προστίθεται νέα παράγραφος 7.2.8 ως ακολούθως:
«7.2.3 Από την Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης, η τρίτη (κατά το μη καταβληθέν μέχρι την Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης ποσό) και η τέταρτη δόση της Χρηματοδοτικής Συμβολής, θα γίνουν σταδιακά και σε διαστήματα που δεν απέχουν μεταξύ τους λιγότερο από δύο (2) μήνες, με βάση την πρόοδο ολοκλήρωσης του αντικειμένου των Κατασκευών της Περιόδου Τ1, όπως αυτή η πρόοδος θα πιστοποιείται κάθε φορά, σε ποσοστά, από τον Ανεξάρτητο Μηχανικό, σύμφωνα με τα Αρθρα 18.4.3.(iν) και 18.5.4 (a) της παρούσας.»
5.5 Το άρθρο 10 της Σύμβασης Παραχώρησης (Εγγυήσεις Καλής Εκτέλεσης) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.5.1 Η παράγραφος 10.3.1 του άρθρου 10.3 τροποποιείται ως ακολούθως:
Διαγράφονται οι λέξεις «Τράπεζα Τύπου Γ'» στον τέταρτο στίχο και αντικαθίστανται με τις λέξεις «Αποδεκτή Τράπεζα».
5.5.2 Η παράγραφος 10.4.2 του άρθρου 10.4 τροποποιείται ως ακολούθως:
Διαγράφονται οι λέξεις «Τράπεζας Τύπου Γ'» και αντικαθίστανται με τις λέξεις «Αποδεκτής Τράπεζας»
5.5.3 Η παράγραφος μετά την παράγραφο 10.7 (ii) τροποποιείται ως ακολούθως:
Διαγράφονται οι λέξεις «Τράπεζα(ες) Τύπου Γ'» στους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και ένατο στίχο και αντικαθίστανται με τις λέξεις «Αποδεκτή(ες) Τράπεζα(ες)» και διαγράφονται οι λέξεις «Τράπεζα Τύπου Γ' ή Τράπεζα Τύπου Β» στους ένατο και δέκατο στίχο και αντικαθίστανται με τις λέξεις «Αποδεκτή Τράπεζα».
5.6. Το άρθρο 17 της Σύμβασης Παραχώρησης (Μελέτες - Ανεξάρτητος Μηχανικός) τροποποιείται ως ακολούθως:
Μετά την παρ. 17.7.6 του άρθρου 17 προστίθεται νέα παράγραφος 17.7.7 έχουσα ως ακολούθως:
«17.7.7 Μετά το πέρας της Περιόδου Μελετών - Κατασκευών οι αρμοδιότητες του Ανεξάρτητου Μηχανικού σχετικό με την υποβολή και έγκριση Μελετών ασκούνται από την Υπηρεσία, εφαρμοζομένων αναλόγως των ρυθμίσεων του παρόντος Αρθρου. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία του Αρθρου 17.3.2 συμφωνείται σε εξήντα (60) ημέρες από την υποβολή της Μελέτης, με την άπρακτη παρέλευση της οποίας ο Παραχωρησιούχος δικαιούται να προχωρήσει στις σχετικές εργασίες εφαρμογής της υποβληθείσας Μελέτης, χωρίς τούτο να απομειώνει τις ευθύνες του.»
5.7 Το άρθρο 18 της Σύμβασης Παραχώρησης (Κατασκευές Περιόδου Τ1) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.7.1 Στην παράγραφο 18.1.1, διαγράφονται οι λέξεις «πενήντα τεσσάρων (54)» και τίθενται οι λέξεις «ογδόντα εννέα (89)» και μετά τις λέξεις «Συνολική Προθεσμία της Περιόδου Μελετών Κατασκευών» στον τέταρτο στίχο προστίθενται οι λέξεις «όπως η προθεσμία αυτή θα παραταθεί σύμφωνα με τον όρο 11.3 της Συμφωνίας Τροποποίησης Διατάξεων της Σύμβασης Παραχώρησης και».
5.7.2 Στην αρχή της παραγράφου 18.2.4 διαγράφονται οι λέξεις «εντός σαράντα (40) μηνών» στον πρώτο στίχο και τίθενται οι λέξεις «Εντός προθεσμίας ογδόντα πέντε (85) μηνών, όπως η προθεσμία αυτή θα παραταθεί σύμφωνα με τον όρο 11.3 της Συμφωνίας Τροποποίησης Διατάξεων της Σύμβασης Παραχώρησης» και μετά τη λέξη «Κατασκευές» στο δεύτερο στίχο διαγράφονται οι λέξεις «στο τμήμα Τσάκωνα - Καλαμάτα» και αντικαθίσταται με τις λέξεις «του Έργου Παραχώρησης στο τμήμα Λεύκτρο - Σπάρτη».
5.7.3 Στο τέλος της παραγράφου 18.4.3 (iv) προστίθενται οι λέξεις «ή πιστοποιείται το εκάστοτε ποσοστό ολοκλήρωσης των Κατασκευών της Περιόδου Τ1, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Αρθρου 7.2.8 της παρούσας»
5.7Α Στο τέλος της παραγράφου 18.5.4 (a) προστίθενται οι λέξεις «ή σε κάθε περίπτωση εφαρμογής των προβλέψεων του Αρθρου 7.2.8.»
5.8 Το άρθρο 24 της Σύμβασης Παραχώρησης (Εκμετάλλευση του Έργου Παραχώρησης) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.8.1 Η παράγραφος 24.1.5 (2) του άρθρου 24 τροποποιείται ως ακολούθως:
(α) Μετά τη λέξη «παρούσας» στον έβδομο στίχο προστίθενται οι λέξεις «ή, σε περίπτωση που τέτοια άδεια δεν χρειάζεται, για την τήρηση κάθε τυχόν άλλης απαίτησης του νόμου.»
(β) Διαγράφονται οι λέξεις «δυνάμει της οποίας» στο τέλος της παραγράφου και αντικαθίστανται με τις λέξεις «ή θα τροποποιήσει υφιστάμενες διατάξεις έτσι ώστε:»
5.8.2 Η παράγραφος 24.1.5 (2) (1) του άρθρου 24 τροποποιείται ως ακολούθως:
Μετά τη λέξη «κυρίου» στον δέκατο τέταρτο στίχο προστίθενται οι λέξεις «και του οδηγού» και μετά τη λέξη «οχήματος» στον ίδιο στίχο προστίθενται οι λέξεις «(αμφοτέρων ευθυνόμενων εις ολόκληρον και αλληλεγγύως)»
5.8.3 Μετά την παράγραφο 24.1.8, προστίθεται νέα παράγραφος 24.1.9 «ς ακολούθως:
«24.1.9 Ο Παραχωρησιούχος θα καταρτίσει και υποβάλει προς έγκριση στο Δημόσιο, το αργότερο δύο (2] μήνες προ του τέλους της Περιόδου T1, μελέτη, για την περαιτέρω ανάπτυξη του συστήματος ηλεκτρονικών διοδίων που έχει εγκατασταθεί στο Έργο σύμφωνα με το άρθρο 24.1.1, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη την χρηματοοικονομική ισορροπία του Έργου, και την ανάγκη μη δυσμενούς μεταβολής του Χρηματοοικονομικού Μοντέλου και των βασικών δεικτών των δανείων και της Δεσμευτικής Επένδυσης κατά την Ημερομηνία Ισχύος Τροποποίησης της Σύμβασης Παραχώρησης, θα περιλαμβάνει, κατ ελάχιστο, τα ακόλουθα:
(a) Κυκλοφοριακή μελέτη,
(b) Τεχνικό-οικονομική μελέτη περαιτέρω βελτίωσης της αναλογικής χρέωσης, με έμφαση στους καθημερινό μετακινούμενους και στους συχνούς χρήστες,
(c) Σχετικές Χρηματοοικονομικές αναλύσεις,
(d) Προβλέψεις και προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση του εθνικού διαλειτουργικού συστήματος,
(e) Τεκμηριωμένες προτάσεις για τις αναγκαίες για την υλοποίηση της προτεινόμενης λύσης ενέργειες του Δημοσίου, περιλαμβανομένων και των τυχόν αναγκαίων προσαρμογών του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου,
f) Χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των προτεινόμενων λύσεων στο Έργο, το οποίο να μην υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες για την πλήρη εφαρμογή τους από την έγκριση της μελέτης εκ μέρους του Δημοσίου και των Δανειστών»
5.9 Το άρθρο 25 της Σύμβασης Παραχώρησης (Κίνδυνος Κυκλοφορίας - Εσόδων / Επιδότηση Λειτουργίας) τροποποιείται ως ακολούθως:
Μετά την παράγραφο 25.7.10. προστίθεται νέα παράγραφος 25.7.11 ως ακολούθως:
«25.7.11 Η προθεσμία καταβολής της πρώτης ΜΕΛ κατά την Περίοδο Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας του άρθρου 25.Α της παρούσας, συντέμνεται κατά τρεις (3) ημέρες και κάθε επόμενη καταβολή ΜΕΛ εντός της Περιόδου αυτής πραγματοποιείται κατά τη συμπλήρωση του κάθε επόμενου εξαμήνου μετά την ημερομηνία αυτή.»
5.10 Μετά το όρθρο 25 της Σύμβασης Παραχώρησης (Κίνδυνος Κυκλοφορίας -Εσόδων / Επιδότηση Λειτουργίας) προστίθενται νέο Αρθρο 25.Α. (Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας) το οποίο έχει ως ακολούθως:
«25.Α Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας
25.Α.1 Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οι ακόλουθοι όροι θα έχουν την έννοια που παρατίθεται παραπλεύρως τους:
Έλλειμμα Λογαριασμού Εσόδων είναι το έλλειμμα που προκύπτει σε περίπτωση που το υπόλοιπο του Λογαριασμού Εσόδων δεν επαρκεί ώστε ο Παραχωρησιούχος να αποπληρώσει πλήρως μέχρι το τέλος της εκάστοτε Περιόδου Υπολογισμού, τις Λειτουργικές Δαπάνες και όλα το οφειλόμενα ποσά σύμφωνα με τις παραγράφους (c) (στο μέτρο που τα ποσά της παραγράφου αυτής δεν καλύπτονται από τα υπόλοιπα των λογαριασμών Construction Escrow Account και ΕΙΒ Escrow Account, όπως οι λογαριασμοί αυτοί ορίζονται στα άρθρα 1.1, 11 και 18 της Σύμβασης Λογαριασμών) έως και (h), αλλά εξαιρουμένων των παραγράφων (c) bis και (e), του άρθρου 3.2 (Αναλήψεις - Withdrawals) της Σύμβασης Λογαριασμών,
Ημερομηνία Καταβολής Τόκων είναι η ημερομηνία που ορίζεται οπό το άρθρο 6.2 της Σύμβασης Κοινών Όρων,
Λειτουργικές Δαπάνες είναι οι δαπάνες λειτουργίας, συντήρησης και εκμετάλλευσης του Έργου, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1.1 (Ορισμοί) της Σύμβασης Κοινών Όρων σε συνδυασμό με το άρθρο 1.1 (Ορισμοί) της Σύμβασης Υπολογισμών και Προβλέψεων (Calculations and Forecasting Agreement) με την εξαίρεση:
(a) των εξόδων και των δαπανών που πραγματοποιούν οι Αρχικοί Μέτοχοι και ο Παραχωρησιούχος δυνάμει οποιασδήποτε συμφωνίας μετόχων,
(b) όλων των επιβαρύνσεων που υφίστανται οι Αρχικοί Μέτοχοι και που πρέπει να τους επιστραφούν ή να καταβληθούν από τον Παραχωρησιούχο σε σχέση με την παροχή της Εγγύησης Δεσμευτικής Επένδυσης,
(c) των εξόδων πρόωρης αποπληρωμής δανείων όταν ο Παραχωρησιούχος αποπληρώνει ή προπληρώνει κατά οποιαδήποτε ημέρα άλλη από μία Ημερομηνία Καταβολής Τόκων, εκτός αν αυτά τα έξοδα (i) δεν υπερβαίνουν τον τόκο ή τα έξοδα πρόωρης αποπληρωμής δανείων τα οποία θα κατέβαλε την αμέσως επόμενη Ημερομηνία Καταβολής Τόκων (ii) οφείλονται σε πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου ή (iii) έχουν προηγούμενα συμφωνηθεί εγγράφως με το Δημόσιο,
(d) εξόδων τόκων που υπολογίζονται με το Επιτόκιο Υπερημερίας δυνάμει των Καθορισμένων Δανειακών Συμβάσεων και οφείλονται σε παράλειψη του Παραχωρησιούχου να πραγματοποιήσει τη σχετική πληρωμή πλήρως. και εμπροθέσμως, υπό τον όρο ότι αυτή η παράλειψη δεν οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου ή σε Μεταβολή Νομοθεσίας,
(e) οποιασδήποτε χρηματοδότησης (i) αμοιβών (ii) προμήθειας (iii) εξόδων ή (iv) δαπανών πληρωτέων σύμφωνα με τις Καθορισμένες Δανειακές Συμβάσεις (είτε προσδιορισμένων στις Καθορισμένες Δανειακές Συμβάσεις κατά ποσό, ποσοστό ή αριθμητικό τύπο είτε όχι) που οφείλεται σε αμέλεια ή σε μη εφαρμογή από τον Παραχωρησιούχο Ορθής Επιχειρηματικής Πρακτικής,
(f) 50% οποιασδήποτε καταβολής αποζημίωσης δυνάμει του Αρθρου 17.1 της Σύμβασης Κοινών Όρων (Αποζημίωση Συναλλαγματικής Ισοτιμίας - Currency Indemnity), εκτός αν η συναλλαγματική αναντιστοιχία για την οποία οφείλεται η αποζημίωση αυτή οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου,
(g) οποιωνδήποτε καταβολών αποζημίωσης δυνάμει του Αρθρου 17.3 (Λοιπές Αποζημιώσεις - Other Indemnities) της Σύμβασης Κοινών Όρων που οφείλονται σε αμέλεια ή σε μη εφαρμογή από τον Παραχωρησιούχο Ορθής Επιχειρηματικής Πρακτικής, εκτός εάν το γενεσιουργό γεγονός ή περίσταση στην οποία οφείλεται η αποζημιούμενη ζημία οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου,
(h) οποιωνδήποτε δαπανών που πραγματοποιεί ο Παραχωρησιούχος δυνάμει του Αρθρου 15.3 (Έξοδα Αναγκαστικής Εκτέλεσης - Enforcement Costs) της Σύμβασης Κοινών Όρων που οφείλεται σε αμέλεια ή σε μη εφαρμογή από τον Παραχωρησιούχο Ορθής Επιχειρηματικής Πρακτικής, εκτός αν οι δαπάνες αυτές οφείλονται σε πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου,
(i) οποιωνδήποτε Προσαυξημένων Δαπανών καταβλητέων από τον Παραχωρησιούχο δυνάμει του Αρθρου 18.1 (Προσαυξημένες Δαπάνες - Increased Costs) της Σύμβασης Κοινών Όρων, οι οποίες δεν προκύπτουν ως αποτέλεσμα της εισαγωγής ή συμμόρφωσης ή οποιασδήποτε μεταβολής (ή οποιασδήποτε μεταβολής της ερμηνείας, διαχείρισης ή εφαρμογής) οποιασδήποτε διάταξης νόμου ή κανονισμού εφαρμοστέου επί οιουδήποτε σχετικού Χρηματοδοτικού Μέρους (Finance Party),
(j) οποιωνδήποτε καταβολών αποζημιώσεως δυνάμει του Αρθρου 16.2 (Φορολογική Αποζημίωση - Tax Indemnity) της Σύμβασης Κοινών Όρων, εκτός αν οι καταβολές αυτές πραγματοποιούνται ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης του Δημοσίου ή ως αποτέλεσμα Μεταβολής Νομοθεσίας,
(k) δικαστικών δαπανών και ποσών επιδικασθέντων σε βάρος του Παραχωρησιούχου (α) δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως και (β) άνω των ευρώ 125.000 ευρώ συνολικά ανά Περίοδο Υπολογισμού δυνάμει οποιασδήποτε άλλης συμβάσεως, που οφείλονται σε αμέλεια ή μη εφαρμογή από τον Παραχωρησιούχο Ορθής Επιχειρηματικής Πρακτικής (αλλά εξαιρουμένων των περιπτώσεων που ο Παραχωρησιούχος ρητώς απαιτείται από τους Δανειστές να υποστεί αυτές τις δαπάνες ή να επιδιώξει δικαστικά δυνάμει των Καθορισμένων Δανειακών Συμβάσεων,
(I) διακανονισμού με τους Αρχικούς Μετόχους (ή συνδεδεμένα με αυτούς πρόσωπα) ή τον Κατασκευαστή, συμβατικών απαιτήσεων άνω των ευρώ 125.000 ευρώ συνολικά ανά Περίοδο Υπολογισμού που δεν εγκρίνεται από το Δημόσιο (το οποίο θα ενεργεί ευλόγως), με την προϋπόθεση ότι αυτή η έγκριση θα θεωρείται ότι έχει δοθεί αν το Δημόσιο δεν απαντήσει εντός τριάντα (30) ημερών από την ημέρα που θα παραλάβει έγγραφη ειδοποίηση η οποία θα περιλαμβάνει τα πλήρη και ακριβή λεπτομερή στοιχεία για τον προτεινόμενο διακανονισμό,
(m) δαπανών και εξόδων που πραγματοποιούνται ως αποτέλεσμα της αποτυχίας του Παραχωρησιούχου να προστατεύσει, να διατηρήσει, να ασκήσει ή να επιβάλει τα δικαιώματα του δυνάμει των Εγγράφων Έργου (πλην της παρούσας Σύμβασης) σύμφωνα με την Ορθή Επιχειρηματική Πρακτική,
(π) πληρωμών προς το Δημόσιο δυνάμει των Αρθρων 18.2.5 και 32.4 της παρούσας
(ο) Ασφαλιστικά Καλυπτόμενων Δαπανών, δυνάμει των ασφαλίσεων τις οποίες ο Παραχωρησιούχος υποχρεούται να τηρεί σύμφωνα με τη Σύμβαση Παραχώρησης και τις Δανειακές Συμβάσεις ή σε κάθε περίπτωση τηρεί, μη περιλαμβανομένων, προς άρση κάθε αμφιβολίας, των ασφαλίσεων καθυστέρησης έναρξης λειτουργίας (delay start-up), διακοπής εργασιών (business interruption), αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, (third party liability) και εργοδοτικής ευθύνης (employer's liability), που πραγματοποιούνται κατά την Περίοδο Υπολογισμού, και
(ρ) των λειτουργικών δαπανών του στοιχείου (g) του ορισμού «Λειτουργικές Δαπάνες- Operating Costs» του άρθρου 1.1 της Σύμβασης Υπολογισμών και Προβλέψεων,
Λογαριασμός Εσόδων είναι ο λογαριασμός που προβλέπεται από το άρθρο 3 της Σύμβασης Λογαριασμών,
Μέγιστο Ποσά Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας είναι ποσό ίσο προς τριακόσια τριάντα εκατομμύρια Ευρώ (ευρώ 330.000,000,00) σε τρέχουσες τιμές
Ονομαστικό Ανώτατο Όριο Λειτουργικών Δαπανών Περιόδου Υπολογισμού Χρηματοοικονομικού Μοντέλου
Αναδιάρθρωσης είναι σε σχέση με καθεμία Περίοδο Υπολογισμού, το ονομαστικό ποσό για τις δαπάνες λειτουργίας και συντήρησης του Έργου για την αυτή Περίοδο Υπολογισμού, εκπεφρασμένο σε Ευρώ στη γραμμή 97 του φύλλου Opex Oper του Χρηματοοικονομικού Μοντέλου Αναδιάρθρωσης
Ορθή Επιχειρηματική Πρακτική είναι η άσκηση τέτοιου βαθμού ικανότητας επιμέλειας σύνεσης και προνοητικότητας η οποία ευλόγως και συνήθως αναμένεται από έναν ειδικευμένο και έμπειρο παραχωρησιούχο ο οποίος επιδιώκει με ιδιαίτερη επιμέλεια να εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις.
Περίοδος Υπολογισμού είναι έκαστο εξάμηνο εντός της Περιόδου Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας, η λήξη του οποίου συμπίπτει με την Ημερομηνία Καταβολής Τόκων. Κατ' εξαίρεση η πρώτη Περίοδος Υπολογισμού έχει διάρκεια από την 1/1/2016 έως την πρώτη επόμενη Ημερομηνία-Καταβολής-Τόκων, Συνολικό Ονομαστικό Ανώτατο Όριο Λειτουργικών Δαπανών Χρηματοοικονομικού Μοντέλου Αναδιάρθρωσης, είναι το συνολικό ανώτατο όριο Λειτουργικών Δαπανών του Παραχωρησιούχου σε όλη την Περίοδο Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό Ευρώ τετρακοσίων ενενήντα επτά εκατομμυρίων επτακοσίων σαράντα μιας χιλιάδων εκατόν εξήντα ενός Ευρώ (ευρώ 497.741.161),
25.Α.2 Ομοίως για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οι όροι που χρησιμοποιούνται, εκτός αν ορίζεται άλλως στην παρούσα Σύμβαση, θα έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στην Σύμβαση Κοινών Όρων,
25.Α.3 Αποκλειστικά κατά την Περίοδο Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας, και με την επιφύλαξη του Αρθρου 7.1.Α.1, το Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στον Παραχωρησιούχο, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρήτρες του παρόντος Αρθρου, Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας η οποία περιορίζεται κατ' ανώτατο όριο στο Μέγιστο Ποσό Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας,
25.Α.4 Η Περίοδος Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας είναι η περίοδος η οποία εκκινεί την 1η Ιανουαρίου 2016 και λήγει κατά την Ημερομηνία Λήξης της Περιόδου Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας,
Η Ημερομηνία Λήξης της Περιόδου Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας είναι:
είτε
(Α) η ημερομηνία που δεν επέρχεται νωρίτερα από την έκτη επέτειο της Ημερομηνίας Πέρατος της Περιόδου Μελετών - Κατασκευών, κατά την οποία:
(i) ο Παραχωρησιούχος έχει παραδώσει στην Πληρεξούσια Τράπεζα:
(1) Πρόβλεψη, εγκεκριμένη σύμφωνα με τις Καθορισμένες Δανειακές Συμβάσεις, με ημερομηνία που δεν προηγείται της πλέον πρόσφατης Ημερομηνίας Υπολογισμού, η οποία εμφανίζει τον Προβλεπόμενο Δείκτη Κάλυψης Δανειακών Υποχρεώσεων ίσο ή μεγαλύτερο από 1,20:1 και το Λόγο Κάλυψης Δανείων κατά τη Διάρκεια τους ίσο ή μεγαλύτερο από 1,30:1 (έκαστος δείκτης όπως οριστικώς προσδιορίστηκε και με την προϋπόθεση ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει προηγούμενα συμφωνήσει με όλες τις Παραδοχές επί των οποίων έχει βασιστεί η σχετική Πρόβλεψη), για κάθε Περίοδο Υπολογισμού μετά την Ημερομηνία Λήξης Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας και μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2033, και
(2) πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι οι Ιστορικοί Δείκτες Κάλυψης Δανειακών Υποχρεώσεων (Historic Debt Service Cover Ratios), που απεικονίζονται ως Ιστορικές Αναφορές (Historic Statements), ως έκαστος εξ αυτών έχει οριστικώς προσδιοριστεί αλλά εξαιρουμένων τυχόν ποσών που ελήφθησαν ως Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε Ιστορικής Περιόδου (Historic Period), στην οποία αναφέρονται οι σχετικές Ιστορικές Αναφορές, που εγκρίθηκαν σύμφωνα με τις Καθορισμένες Δανειακές Συμβάσεις, για μια έκαστη εκ των έξι τελευταίων (προηγούμενων) διαδοχικών Ημερομηνιών Υπολογισμού (Calculation Dates), πριν από την Ημερομηνία Λήξης της Περιόδου Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας, είναι ίσοι ή μεγαλύτεροι από 1,20:1,
(ii) Ο Λογαριασμός Αποθεματικού Κάλυψης Δανειακών Υποχρεώσεων (Debt Service Reserve Account) εμφανίζει υπόλοιπο τουλάχιστον ίσο με το Απαιτούμενο Υπόλοιπο του Λογαριασμού Αποθεματικού Κάλυψης Δανειακών Υποχρεώσεων (Required DSRA Balance), και
(iii) Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει λάβει, αμέσως πριν από την Ημερομηνία Λήξης της Περιόδου Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας πιστοποιητικό από τον Παραχωρησιούχο, το οποίο βεβαιώνει ότι ουδέν Γεγονός Αθέτησης (Default) υφίσταται ούτε θα επισυμβεί λόγω επέλευσης της Ημερομηνίας Λήξης Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας.
είτε
(Β) η 28η Φεβρουαρίου 2033
είτε
(C) η Ημερομηνία κατά την οποία το άθροισμα των Καταβολών ΠΕΛ ισούται με το Μέγιστο Ποσό Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας
όποια από τις οποίες ημερομηνίες (Α),(Β) και (C) επέλθει νωρίτερα.
25.Α.5 Η Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας για κάθε Περίοδο Υπολογισμού θα υπολογίζεται σύμφωνα με το ακόλουθο τύπο:
(Βλέπε τύπο στο οικείο ΦΕΚ)
Όπου:
AOScp = Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας Περιόδου Υπολογισμού
PAS = Έλλειμμα Λογαριασμού Εσόδων, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 25.Α.1
OCE = Υπέρβαση Λειτουργικών Δαπανών (λαμβανόμενη ως θετικό μέγεθος), όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 25.Α.6,
C = Διορθώσεις, όπως αυτές υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 25.Α.6.4.
και θα καταβάλλεται από το Δημόσιο στον Παραχωρησιούχο κατά το μέτρο που προκύπτει ίση ή μικρότερη από τη θετική διαφορά μεταξύ του Μέγιστου Ποσού Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας και του αθροίσματος του συνόλου των ποσών που έχουν καταβληθεί ως Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας σε όλες τις προηγούμενες Περιόδους Υπολογισμού της Περιόδου Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας.
25.Α.6 Για το σκοπό του υπολογισμού και της καταβολής της Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας:
25.Α.6.1 Εντός ενός μηνός από την έναρξη κάθε Περιόδου Υπολογισμού, ο Παραχωρησιούχος:
(i) θα καταγράψει και αθροίσει το σύνολο των προϋπολογιζομένων Λειτουργικών Δαπανών, σε τρέχουσες τιμές κατηγοριοποιημένων σύμφωνα με το Χρηματοοικονομικό Μοντέλο Αναδιάρθρωσης για την τρέχουσα Περίοδο Υπολογισμού λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματοποιηθείσες και τις προβλεπόμενες να πραγματοποιηθούν κατά την Περίοδο αυτή δαπάνες (οι Προϋπολογιζόμενες Δαπάνες),
(ii) εφ' όσον συντρέχει περίπτωση, θα προσαρμόσει το αντίστοιχο Ονομαστικό Ανώτατο Όριο Λειτουργικών Δαπανών Περιόδου Υπολογισμού Χρηματοοικονομικού Μοντέλου Αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 25.Α. 7 περί «Εξοικονόμησης Δαπανών και Περιόδων Αναθεώρησης» (οι Δαπάνες Μοντέλου),
(iii) θα υπολογίσει την επιρροή της πραγματικής πρόβλεψης του ΔΤΚ επί των Δαπανών Μοντέλου της αυτής Περιόδου Υπολογισμού (η Διόρθωση Πληθωρισμού),
(iv) θα υπολογίσει για την αυτή Περίοδο Υπολογισμού (Α) το σύνολο των Δαπανών Μοντέλου (οι οποίες σε περίπτωση που δεν έχουν τύχει εφαρμογής τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 25.Α.7, συμπίπτουν με το Ονομαστικό Ανώτατο Όριο Λειτουργικών Δαπανών Περιόδου Υπολογισμού Χρηματοοικονομικού Μοντέλου Αναδιάρθρωσης), συν ή μείον (κατά περίπτωση) τη Διόρθωση Πληθωρισμού, μείον (Β) τις Προϋπολογιζόμενες Δαπάνες (η Διαφορά Λειτουργικών Δαπανών),
(ν) Σε περίπτωση που η Διαφορά Λειτουργικών Δαπανών είναι αρνητικό μέγεθος, οι Αρχικοί Μέτοχοι, με πρωτοβουλία τους ή εάν τούτο ζητηθεί από το Δημόσιο, τους Δανειστές ή τον Παραχωρησιούχο, θα καταβάλουν στον τελευταίο τη Διαφορά Λειτουργικών Δαπανών έως του ποσού που ισούται με τη διαφορά μεταξύ (Α) του ποσού της Αναβαλλόμενης Δεσμευτικής Επένδυσης, όπως αυτή ορίζεται στο Αρθρο 7.1.Α.2 της παρούσας, μείον (Β) το σύνολο της ήδη μέχρι τότε καταβληθείσας Αναβαλλόμενης Δεσμευτικής Επένδυσης (η Οφειλόμενη Διαφορά),
(vI) σε περίπτωση κατά την οποίο μετά την αφαίρεση της Οφειλόμενης Διαφοράς από την Διαφορά Λειτουργικών Δαπανών, αυτή παραμένει αρνητική, θα υπολογίσει το ποσό αυτό (η Υπέρβαση Λειτουργικών Δαπανών).
25.Α.6.2 Εξήντα (60) ημέρες πριν το τέλος κάθε Περιόδου Υπολογισμού ο Παραχωρησιούχος θα υπολογίσει και θα γνωστοποιήσει με έγγραφο στο Δημόσιο, συνοδευόμενο από βεβαίωση ορκωτού ελεγκτή με την οποία θα βεβαιώνεται ότι οι κατωτέρω υπολογισμοί, λαμβάνοντας υπόψη το Χρηματοοικονομικό Μοντέλο και τα ιστορικά στοιχεία, είναι παραδεκτοί:
(i) το εκτιμώμενο Έλλειμμα του Λογαριασμού Εσόδων έως την τελευταία ημέρα της τρέχουσας Περιόδου Υπολογισμού,
(ii) την τυχόν υφιστάμενη Διαφορά Λειτουργικών Δαπανών και την τυχόν Υπέρβαση Λειτουργικών Δαπανών (εκπεφρασμένη ως θετικό μέγεθος), συνοδευόμενες από όλα τα στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό τους σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο 25.Α.6.1,
(iii) την τυχόν Διόρθωση που προκύπτει με βάση τον οριστικό υπολογισμό της Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας για την προηγούμενη Περίοδο Υπολογισμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 25.Α.6.4,
(iv) το ποσό της αναγκαίας Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας για την τρέχουσα Περίοδο Υπολογισμού, σύμφωνα με τον τύπο της παραγράφου 25.Α.5, το οποίο δεν δύναται να οδηγεί σε υπέρβαση του Μέγιστου Ποσού Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας,
(ν) ότι η καταβολή του ποσού της Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας για την τρέχουσα Περίοδο Υπολογισμού δεν οδηγεί σε υπέρβαση του Μέγιστου Ποσού Επιδότησης Λειτουργίας.
25.Α.6.3 Τρεις (3) ημέρες πριν από το τέλος της εκάστοτε τρέχουσας Περιόδου Υπολογισμού, το Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στον Παραχωρησιούχο το ποσό της Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας όπως αυτό υπολογίστηκε κατά τα ανωτέρω για την τρέχουσα Περίοδο Υπολογισμού, ανεξαρτήτως του δικαιώματος του προς διαφωνία σύμφωνα με την παράγραφο 25.Α.6.5 της παρούσας,
Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) επί της Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας βαρύνει το Δημόσιο. Η Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας δεν υπόκειται σε κρατήσεις υπέρ οιουδήποτε τρίτου.
Προκειμένου περί της πρώτης Περιόδου Υπολογισμού, οι προθεσμίες των άρθρων 25.A.6.1 και 25.Α.6.2 συντέμνονται σε δέκα πέντε (15) ημέρες και τριάντα (30) ημέρες αντίστοιχα.
25.Α.6.4 Εντός ενός (1) μηνός από τη λήξη κάθε Περιόδου Υπολογισμού ο Παραχωρησιούχος πέραν της παροχής των στοιχείων της παραγράφου 25.7.2 της παρούσας, θα υπολογίσει και θα γνωστοποιήσει εγγράφως στο Δημόσιο:
(i) το Έλλειμμα του Λογαριασμού Εσόδων αυτής της Περιόδου Υπολογισμού με βάση τα ιστορικά στοιχεία,
(ii) τους υπολογισμούς της ανωτέρω παραγράφου 25.Α.6.1, με τη διαφορά ότι, αντί των Προϋπολογιζομένων Δαπανών θα ληφθούν υπόψη οι πραγματοποιηθείσες Λειτουργικές Δαπάνες και αντί της πρόβλεψης ΔΤΚ θα ληφθεί υπόψη ο ιστορικός ΔΤΚ αυτής της Περιόδου Υπολογισμού.
(iv) την Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας που όφειλε το Δημόσιο για αυτή την Περίοδο Υπολογισμού, όπως αυτή προκύπτει ως η διαφορά μεταξύ του (i) και (ii) ανωτέρω (η Επικαιροποιημένη Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας),
(iv) τη διαφορά μεταξύ της Επικαιροποιημένης Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας και της Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας για αυτήν την Περίοδο Υπολογισμού (η Διόρθωση).
Τα ως άνω στοιχεία θα συνοδεύονται από βεβαίωση ορκωτού ελεγκτή η οποία θα βεβαιώνει την ακρίβεια του περιεχομένου τους, περιλαμβανομένης της ορθότητας του υπολογισμού της Επικαιροποιημένης Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας και της τυχόν Διόρθωσης.
25.Α.6.5 Εντός τριάντα (30) ημερών από την πλήρη υποβολή της ανωτέρω γνωστοποίησης, το Δημόσιο δικαιούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στον Παραχωρησιούχο την τυχόν αιτιολογημένη διαφωνία του επί των ανωτέρω υπολογισμών, των στοιχείων επί των οποίων αυτοί βασίζονται και της προκύπτουσας Διόρθωσης και να προβάλει τις προτεινόμενες διορθώσεις. Σε περίπτωση διαφωνίας του Παραχωρησιούχου με τον υπολογισμό του Δημοσίου, ο Παραχωρησιούχος δικαιούται να προσφύγει στη Διαιτησία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη παράγραφο 25.Α.10 της παρούσας. Σε αντίθετη περίπτωση τεκμαίρεται ότι έχει αποδεχθεί τους υπολογισμούς του Δημοσίου. Εάν αντίθετα το Δημόσιο δεν προβεί σε γνωστοποίηση της διαφωνίας του προς τον Παραχωρησιούχο κατά την παρούσα παράγραφο, τεκμαίρεται ότι έχει αποδεχθεί την Επικαιροποιημένη Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας και τη Διόρθωση.
25.Α.6.6 Οποιαδήποτε θετική ή αρνητική Διόρθωση, θα προστίθεται ή θα αφαιρείται κατά τον υπολογισμό της καταβλητέας Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας κατά την επόμενη Περίοδο Υπολογισμού, σύμφωνα με τον τύπο της παραγράφου 25.Α.5 ανωτέρω.
Σε περίπτωση κατά την οποία, προ της εφαρμογής της Διόρθωσης στην επόμενη Περίοδο Υπολογισμού, είτε δεν προκύπτει υποχρέωση του Δημοσίου προς καταβολή Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας είτε η προκύπτουσα Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας είναι μικρότερη της αρνητικής Διόρθωσης ο Παραχωρησιούχος θα καταβάλει στο Δημόσιο αντίστοιχα είτε το ποσό της Διόρθωσης είτε τη διαφορά μεταξύ της Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας και της αρνητικής Διόρθωσης αμφότερα πλέον ΦΠΑ, εντός τριάντα (30) ημερών μετά τη γνωστοποίηση της παραγράφου 25.Α.6.2. ή, σε περίπτωση που εκκρεμεί Διαφορά στη Διαιτησία, σύμφωνα με το Αρθρο 25.Α.6.5, από την έκδοση της Διαιτητικής απόφασης.
Σε περίπτωση κατά την οποία, από τον υπολογισμό της παραγράφου 25.Α.6.4 ανωτέρω προκύψει ότι οι Αρχικοί Μέτοχοι κατέβαλαν Αναβαλλόμενη Δεσμευτική Επένδυση πλέον της απαιτούμενης, η διαφορά αυτή δεν θα λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του Ελλείμματος Λογαριασμού Εσόδων των επόμενων Περιόδων Υπολογισμού αλλά δύναται να καλύπτει τυχόν επόμενη υποχρέωση των Αρχικών Μετόχων προς καταβολή Αναβαλλόμενης Δεσμευτικής Επένδυσης.
25.Α.7 Η Περίοδος Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας διαιρείται περαιτέρω σε διαδοχικές ετήσιες περιόδους αναθεώρησης (έκαστη η Περίοδος Αναθεώρησης), αρχομένης εκάστης εξ αυτών την 4η Μαρτίου εκάστου έτους της Περιόδου αυτής. Κατ εξαίρεση η πρώτη Περίοδος Αναθεώρησης θα έχει υπερδωδεκάμηνη διάρκεια, αρχομένη την 1η Ιανουαρίου 2016 και λήγουσα την 3η Μαρτίου 2017.
25.Α.7.1 Για τις ανάγκες της παρούσας παραγράφου οι ακόλουθοι ορισμοί έχουν την έννοια που τους αποδίδεται παραπλεύρως:
Εξοικονόμηση Δαπανών είναι, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο, το άθροισμα (α) της θετικής διαφοράς μεταξύ των έως τότε Δαπανών Μοντέλου και των έως τότε Ιστορικών Δαπανών και (β) της θετικής διαφοράς μεταξύ των Δαπανών Μοντέλου και των Προβλεπόμενων Δαπανών στο χρονικό αυτό σημείο, χωρίς να λαμβάνονται εκ νέου υπόψη οι Εξοικονομήσεις Δαπανών που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη οποτεδήποτε προηγούμενα,
Προβλεπόμενες Δαπάνες είναι, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο, οι προβλεπόμενες Λειτουργικές Δαπάνες κατά τις Περιόδους Υπολογισμού που έπονται του χρονικού αυτού σημείου,
Ιστορικές Δαπάνες είναι, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο, οι πραγματοποιηθείσες Λειτουργικές Δαπάνες κατά τις Περιόδους Υπολογισμού που προηγούνται του χρονικού αυτού σημείου,
25.Α.7.2 Ο Παραχωρησιούχος, όχι αργότερα από δύο (2) μήνες προ της έναρξης έκαστης Περιόδου Αναθεώρησης δικαιούται να προσαρμόσει τις Δαπάνες Μοντέλου για κάθε επόμενη Περίοδο Υπολογισμού:
(i) αυξάνοντας τις Δαπάνες Μοντέλου συνεπεία οποιασδήποτε Εξοικονόμησης Δαπανών, ή/και
(ii) αυξάνοντας ή μειώνοντας τις Δαπάνες Μοντέλου, χωρίς όμως τούτο να λογίζεται ως Εξοικονόμηση Δαπανών, τροποποιώντας το χρονοδιάγραμμα Βαριάς Συντήρησης προς το σκοπό εξασφάλισης της εκ μέρους του τήρησης των υποχρεώσεων του σύμφωνα με τη Σύμβαση Παραχώρησης και τα λοιπά Έγγραφα Συναλλαγής προς λειτουργία και συντήρηση του έργου, περιλαμβανομένων και αυτών των άρθρων 23.3 της Σύμβασης Παραχώρησης και 11.11 της Σύμβασης Κοινών Όρων, κατά τρόπο ώστε το άθροισμα των Ιστορικών Δαπανών συν τις Προβλεπόμενες Δαπάνες να μην υπερβαίνει το Συνολικό Ονομαστικό Ανώτατο Όριο Λειτουργικών Δαπανών Χρηματοοικονομικού Μοντέλου Αναδιάρθρωσης, προσαρμοσμένο κατά τον ιστορικό ΔΤΚ των παρελθουσών Περιόδων Υπολογισμού.
25.Α.8 Περιορισμός Ονομαστικής Απόδοσης Δεσμευτικής Επένδυσης:
(i) Η Ονομαστική Απόδοση Δεσμευτικής Επένδυσης των Αρχικών Μετόχων σε όλη τη διάρκεια της Περιόδου Παραχώρησης, περιορίζεται και δεν δύναται να υπερβεί την Ανώτατη Ονομαστική Απόδοση Δεσμευτικής Επένδυσης,
(ii) Ο Παραχωρησιούχος υποχρεούται να υπολογίζει και να γνωστοποιεί στο Δημόσιο με έγγραφο συνοδευόμενο από σχετικό πιστοποιητικό του ορκωτού ελεγκτή του, τουλάχιστον ετησίως, στο τέλος της εκάστοτε οικονομικής χρήσης, και σε κάθε περίπτωση προ οποιασδήποτε σχεδιαζόμενης διάθεσης προς τους Μετόχους, την Ονομαστική Απόδοση Δεσμευτικής Επένδυσης που θα επιτύγχαναν οι Μέτοχοι εφόσον πραγματοποιείτο η εν λόγω διάθεση,
(iii) Σε περίπτωση που η Ονομαστική Απόδοση Δεσμευτικής Επένδυσης όπως υπολογίζεται κατά τα ανωτέρω, υπερβαίνει την Ανώτατη Ονομαστική Απόδοση Δεσμευτικής Επένδυσης ο Παραχωρησιούχος υποχρεούται να υπολογίζει το ποσό της σχεδιαζόμενης διάθεσης (λαμβάνοντας υπόψη πάσης φύσεως προγραμματιζόμενες διανομές) το οποίο εφόσον διατίθετο στους Αρχικούς Μετόχους, οι Αρχικοί Μέτοχοι δεν θα επιτύγχαναν Ονομαστική Απόδοση Δεσμευτικής Επένδυσης, η οποία υπερβαίνει την Ανώτατη Ονομαστική Απόδοση Δεσμευτικής Επένδυσης (το Ανώτατο Επιτρεπόμενο Ποσό Διάθεσης) και να καταβάλει στο Δημόσιο τη θετική διαφορά μεταξύ του διαθέσιμου ποσού προς διάθεση και του Ανώτατου Επιτρεπόμενου Ποσού Διάθεσης.
25.A.9 Ο Παραχωρησιούχος θα εξασφαλίσει ότι οι ορκωτοί ελεγκτές που εκδίδουν τις βεβαιώσεις που απαιτούνται κατά το παρόν Αρθρο 25.Α θα αναλάβουν και έναντι του Δημοσίου την ευθύνη που αναλαμβάνουν έναντι του Παραχωρησιούχου.
25.Α.10 Σε περίπτωση οποιασδήποτε Διαφοράς προκύπτουσας από τη εφαρμογή του παρόντος Αρθρου 25:
(i) Η προθεσμία για την προσφυγή στη Διαιτησία ορίζεται σε τριάντα (30) ημέρες από την Έγγραφη Εκδήλωση της Διαφοράς,
(ii) Κατά παρέκκλιση του Αρθρου 5 των Κανόνων Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, η Απάντηση στην Αίτηση και ο διορισμός του δεύτερου Διαιτητή από τον Καθού θα επιδίδονται στον Προσφεύγοντα εντός είκοσι (20) ημερών από την παραλαβή της Αιτήσεως.
(iii) Τα Μέρη θα καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για τον διορισμό Διαιτητών οι οποίοι έχουν την τεχνογνωσία και την εμπειρία που είναι αναγκαίες για την επίλυση χρηματοοικονομικών διαφορών.
(iv) Η Διαιτητική Απόφαση θα εκδίδεται το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από τρεις (3) μήνες μετά τον διορισμό του τρίτου Διαιτητή.
5.11 Το άρθρο 26 της Σύμβασης Παραχώρησης (Αποζημιώσεις) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.11.1 Η παράγραφος 26.2.5 του άρθρου 26.2 τροποποιείται ως ακολούθως:
Διαγράφεται ο μαθηματικός τύπος στον τρίτο στίχο
(ΟΚΚΕετ+ ΜΕΛ ΕΤ+ ΡΒ1τιεΤ + ΡΒ3 Τ]ΕΤ) - ADR + (ΡΒΑ0Ρ2 – ΡΒ4OP1)
και αντικαθίσταται με τον ακόλουθο τύπο:
(DRF ετ + ΜΕΛ ετ+ ΡΒ1 Τ1ΕΤ+ ΡΒ3 Τ1ΕΤ) – (ADR ΕΤ (ΡΒ4 0ΡΕΤ2 -ΡΒΑ OPετ1))
Διαγράφονται οι λέξεις «ΟΚΚΕετ = Το Όριο Κινδύνου Κυκλοφορίας - Εσόδων που έχει αναλάβει ο Παραχωρησιούχος όπως προβλέπεται στο Αρθρο 25.2, που αντιστοιχεί στο χρόνο παράτασης» και αντικαθίστανται με τις λέξεις «DRFet = Η Πρόβλεψη Αμέσων Εσόδων σύμφωνα με το Χρηματοοικονομικό Μοντέλο Αναδιάρθρωσης, που αντιστοιχεί στο χρόνο παράτασης»,
Προ του τελευταίου εδαφίου προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
«Σε μετωπικούς σταθμούς διοδίων (ΜΣΔ) για τους οποίους δεν περιλαμβάνεται Πρόβλεψη Αμέσων Εσόδων στο Χρηματοοικονομικό Μοντέλο Αναδιάρθρωσης, λόγω της μη θέσης τους σε Λειτουργία οφειλόμενης σε Γεγονός Καθυστέρησης, για τον υπολογισμό του DRFΕΤ των σταθμών αυτών, θα λαμβάνεται υπόψη η σχέση των Αμέσων Εσόδων του πλησιέστερου προς αυτόν ΜΣΔ με τα Αμεσα Έσοδα του μη λειτουργούντος ΜΣΔ σύμφωνα με το Χρηματοοικονομικό Μοντέλο της Ημερομηνίας Έναρξης Παραχώρησης, η οποία σχέση εν συνεχεία θα εφαρμόζεται επί των Πραγματοποιηθέντων Αμέσων Εσόδων του ανωτέρω πλησιέστερου ΜΣΔ για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα.
Σε περίπτωση κατά την οποία το Γεγονός Καθυστέρησης συνιστά και γεγονός Ευθύνης Δημοσίου, το οποίο εν όλω ή εν μέρει εκτείνεται σε χρόνο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2015, ο υπολογισμός της αποζημίωσης του Παραχωρησιούχου του Αρθρου 26.2.1 (c. iii) θα γίνεται με βάση τον ακόλουθο τύπο:
Όπου AOSet = η τυχόν προκύπτουσα Πρόσθετη Επιδότηση Λειτουργίας για το διάστημα πέραν της 31η Δεκεμβρίου 2015, σύμφωνα με το Αρθρο 25.Α της παρούσας.
5.11.2 Η παράγραφος 26.4.4 (i) του άρθρου .26 τροποποιείται ως ακολούθως:
Διαγράφεται η λέξη «τριάντα» στο δεύτερο στίχο και αντικαθίσταται με τη λέξη «επτά» και το ποσοστό «30%» στο δεύτερο στίχο διαγράφεται και αντικαθίσταται με το ποσοστό «7%».
5.12 Το άρθρο 27 της Σύμβασης Παραχώρησης (Χρηματοοικονομικό Μοντέλο) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.12.1 Στο τέλος της παραγράφου 27.1 προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Κατά την Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης το Χρηματοοικονομικό Μοντέλο Αναδιάρθρωσης (αρχείο KTK_T1_JUL15_v05.xlsm) θα αντικαταστήσει το Προσάρτημα 5 της Σύμβασης και θα αποτελεί το Χρηματοοικονομικό Μοντέλο.»
5.12.2 Στο τέλος της παραγράφου 27.2 προστίθενται οι λέξεις «Για τις ανάγκες του Aρθρου 25.Α οι Λειτουργικές Δαπάνες του Έργου λαμβάνονται πάντοτε ως έχουν στο Χρηματοοικονομικό Μοντέλο Αναδιάρθρωσης»
5.13 Το όρθρο 29 της Σύμβασης Παραχώρησης (Καταγγελία εκ Μέρους του Δημοσίου - Συνέπειες) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.13.1 Διαγράφεται το ποσοστό 30% στον τρίτο στίχο της παραγράφου 29.1.3 (i) και αντικαθίσταται με το ποσοστό «7%».
5.13.2 Διαγράφεται το ποσοστό 30% στον τέλος της παραγράφου 29.1.3 (ii) και αντικαθίσταται με το ποσοστό «7%».
5.13.3 Στην παράγραφο 29.3.1 (k), μετά τη λέξη «ποσού» στον όγδοο στίχο προστίθενται οι λέξεις «με ανώτατο όριο το μικρότερο μεταξύ του μέσου σταθμικού κόστους δανεισμού των Καθορισμένων Δανειακών Συμβάσεων κατά την Ημερομηνία Καταγγελίας και του επιτοκίου των πράξεων ανταλλαγής Euribor για την ίδια περίοδο, πλέον 400μονάδων βάσης.».
5.13.4 Στο τέλος του μαθηματικού τύπου της παραγράφου 29.3.2 (g) «B=(C1 - C2) + Ε + F + G» προστίθεται στοιχείο «+Η» και στο τέλος της ακολουθούσας τον τύπο επεξήγησης των παραμέτρων του προστίθεται επεξήγηση της προστεθείσας παραμέτρου «Η» ως ακολούθως:
«Η - το ανεξόφλητο υπόλοιπο οποιασδήποτε καταβολής εκ μέρους του Δημοσίου δυνάμει του Αρθρου 7.1.Α.2 μετά των αναλογούντων τόκων, υπολογιζόμενων με το Επιτόκιο Αναφοράς, μέχρι την Ημερομηνία Καταγγελίας.»
5.14 Το άρθρο 30 της Σύμβασης Παραχώρησης (Καταγγελία εκ Μέρους του Παραχωρησιούχου - Συνέπειες) τροποποιείται ως ακολούθως:
(Βλέπε τύπο στο οικείο ΦΕΚ)
5.14.1 Στην παράγραφο 30.1(1) διαγράφεται η λέξη «, και» μετά τη λέξη «Συμβολής» στο δεύτερο στίχο προστίθεται οι λέξεις «, της Επιδότησης Λειτουργίας» και μετά τις λέξεις «και της» στο δεύτερο στίχο προστίθενται οι λέξεις «της Πρόσθετης Επιδότησης Λειτουργίας».
5.14.2 Στην παράγραφο 30.3.1 (α) μετά τη λέξη «μείον» στον δέκατο τέταρτο στίχο προστίθενται οι λέξεις «το ανεξόφλητο υπόλοιπο οποιασδήποτε καταβολής εκ μέρους του Δημοσίου δυνάμει του Αρθρου 7.1.Α.2 μετά των αναλογούντων τόκων, υπολογιζόμενων με το Επιτόκιο Αναφοράς, μέχρι την Ημερομηνία Καταγγελίας, μείον»
5.15 Το άρθρο 31 της Σύμβασης Παραχώρησης (Δικαιώματα Δανειστών - Δημοσίου) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.15.1 Στο τέλος της παραγράφου 31.2.2 (i) προστίθενται οι λέξεις «, σε περίπτωση Γεγονότος Αθέτησης Δημοσίου κατά το Αρθρο 30.1(i) κατά την Περίοδο Μελετών - Κατασκευών, λόγω παράλειψης καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης καταβλητέας εντός της Περιόδου αυτής δυνάμει του Αρθρου 26.2 της παρούσας, εντός δέκα πέντε (15) Εργασίμων Ημερών, ή»,
5.15.2 Στη παράγραφο 31.2.2 (ii) στον τρίτο στίχο μετά τη λέξη «Καταγγελίας», προστίθενται οι λέξεις «ή, σε περίπτωση Γεγονότος Αθέτησης Δημοσίου κατά το Αρθρο 30.1(i) κατά την Περίοδο Μελετών- Κατασκευών, λόγω παράλειψης καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης καταβλητέας εντός της Περιόδου αυτής δυνάμει του Αρθρου 26.2 της παρούσας, εντός δέκα πέντε (15) Εργασίμων Ημερών και μετά από συναίνεση των Δανειστών,».
5.16 Το άρθρο 33 της Σύμβασης Παραχώρησης (Επίλυση Διαφορών) τροποποιείται ως ακολούθως:
5.16.1 Στην παράγραφο 33.1.5, οι λέξεις «έγγραφη εκδήλωση» στους τρίτο και τέταρτο στίχους αντικαθίστανται με τις λέξεις «Έγγραφη Εκδήλωση»,
5.16.2 Μετά την παράγραφο 33.1.5 προστίθεται νέα παράγραφος 33.1.6 ως ακολούθως:
«33.1.6 Όλες οι προθεσμίες ταυ παρόντος Αρθρου δύνανται να παρατείνονται με έγγραφη συμφωνία των Μερών.»
5.16.3 Στην παράγραφο 33.2.4 μετά τη λέξη «Πραγματογνωμοσύνης» στον όγδοο στίχο, προστίθενται οι λέξεις «(International Centre for Expertise)»,
5.16.4 Στο τέλος της παραγράφου 33.2.5 προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Η Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών δύναται, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε Μέρους ή με πρωτοβουλία της, να παρατείνει την προθεσμία αυτή.».
5.16.5 Στο τέλος της παραγράφου 33.3.2 προστίθεται η φράση:
«ή προ της αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου να προχωρήσει τη Διαιτητική διαδικασία παρόλο που ένα Μέρος ή ένα μέλος του Διαιτητικού Δικαστηρίου δεν έχει υπογράψει την περίληψη αιτημάτων (terms of reference)».
5.16.6 Στην παράγραφο 33.3.4 μετά τη λέξη «Επιμελητηρίου.» στον δωδέκατο στίχο, προστίθενται οι λέξεις «Κατ' εξαίρεση, στην περίπτωση του Αρθρου 25.A.10 (ii), η Απάντηση στην Αίτηση επιδίδεται εντός είκοσι (20) ημερών από την επίδοση της Αίτησης.»,
5.16.7 Στην παράγραφο 33.4 οι λέξεις «το Εφετείο της έδρας του Παραχωρησιούχου που δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 1892/1990» διαγράφονται και αντικαθίστανται με τις λέξεις «το αρμόδιο δικαστήριο του Αρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2735/1999.»
5.17 Το άρθρο 36.1.5 της Σύμβασης Παραχώρησης (Φορολογικά Θέματα) τροποποιείται ως ακολούθως:
Οι λέξεις «105 7005/4547-19-0016/1132 της 11 Μαΐου 1995,» στον προτελευταίο στίχο διαγράφονται και αντικαθίστανται με τις λέξεις «112 5155/9608-19-0016/1249 της 8ης Νοεμβρίου 1994,»
ΑΡΘΡΟ 6
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΔΑΝΕΙΑΚΏΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
6.1 Με την υπ αριθ. ΚΕΣΠ/Π&ΒΕ/Δ/Φ.1.1/10879/11-12-2015 Απόφαση Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίστηκαν ως Καθορισμένες Δανειακές Συμβάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 3.1.70 της Σύμβασης Παραχώρησης τα τελικά σχέδια των τροποποιημένων δανειακών συμβάσεων του Έργου, υπό την αίρεση της επέλευσης της Ημερομηνίας Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης, όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 9 της παρούσας. Οποιαδήποτε τροποποίηση των ανωτέρω σχεδίων συμφωνηθεί μεταξύ του Παραχωρησιούχου και των Δανειστών προϋποθέτει την έγγραφη συναίνεση του Δημοσίου, την οποία αυτό δεν θα αρνείται ή καθυστερεί χωρίς εύλογη αιτία.
6.2 Οι αναφορές και παραπομπές της παρούσας Συμφωνίας Τροποποίησης σε όρους (α) της Σύμβασης Κοινών Όρων (Common Terms Agreement), (β), της Σύμβασης Λογαριασμών (Accounts Agreement) και (γ) της Σύμβασης Υπολογισμών και Προβλέψεων (Calculations and Forecasting Agreement), συνιστούν αναφορές και παραπομπές στους αντίστοιχους όρους των Καθορισμένων Δανειακών Συμβάσεων της ανωτέρω παραγράφου 6.1.
ΑΡΘΡΟ 7
ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ
Προσαρτάται στην παρούσα ως Προσάρτημα 1 το Χρηματοοικονομικό Μοντέλο Αναδιάρθρωσης (αρχείο KTK_Tl_JUL15_v05.xfsm), συνοδευόμενο από τη βεβαίωση ελέγχου του ανεξάρτητου ελεγκτικού οίκου -KPMG με την οποία πιστοποιείται η ορθότητα του Χρηματοοικονομικού Μοντέλου Αναδιάρθρωσης, το οποίο, κατά την Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης θα αντικαταστήσει το Προσάρτημα 5 της Σύμβασης Παραχώρησης.
ΑΡΘΡΟ 8
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
Η θέση σε ισχύ των τροποποιήσεων της Σύμβασης Παραχώρησης που συμφωνούνται με το άρθρο 5 της παρούσας τελεί υπό την αίρεση της εκπλήρωσης σωρευτικά των ακόλουθων προϋποθέσεων:
1. της ψήφισης από την Βουλή των Ελλήνων του νόμου με τον οποίο κυρώνεται η παρούσα Συμφωνία και της δημοσίευσης του κυρωτικού νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (η «Ημερομηνία Δημοσίευσης»), με τον οποίο θα προβλέπεται ως ημερομηνία έναρξης ισχύος του η ημερομηνία δημοσίευσης του,
2. της ικανοποίησης από τον Παραχωρησιούχο όλων των αιρέσεων, όρων και προϋποθέσεων για την εκταμίευση ποσών δυνάμει των Καθορισμένων Δανειακών Συμβάσεων, όπως αυτό θα προκύπτει από έγγραφη βεβαίωση των Δανειστών (ή του εκπροσώπου τους) η οποία θα κοινοποιηθεί στο Δημόσιο,
9.1 Η ημερομηνία κατά την οποία θα διαπιστωθεί και επιβεβαιωθεί εγγράφως από τα Συμβαλλόμενα Μέρη σύμφωνα με το κείμενο που προσαρτάται στην παρούσα ως Προσάρτημα 2 (Πρακτικό Επιβεβαίωσης Ημερομηνίας Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης), ότι έχει πληρωθεί το σύνολο των ανωτέρω προϋποθέσεων, θα αποτελεί την Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης.
9.2. Σε περίπτωση που μέχρι την ημερομηνία που απέχει δύο (2) μήνες από τη ημερομηνία υπογραφής της παρούσας, δεν έχει επέλθει η Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης, θα έχουν εφαρμογή οι όροι του άρθρου 10 της παρούσας εκτός αν τα Συμβαλλόμενα Μέρη, προ της εκπνοής της, συμφωνήσουν εγγράφως τους όρους και προϋποθέσεις παράτασης της ανωτέρω προθεσμίας.
ΑΡΘΡΟ 9
ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
9.1. Η ημερομηνία κατά την οποία θα διαπιστωθεί και επιβεβαιωθεί εγγράφως από τα Συμβαλλόμενα Μέρη, σύμφωνα με το κείμενο που προσαρτάται στην παρούσα ως Προσάρτημα 2 (Πρακτικό Επιβεβαίωσης Ημερομηνίας Εναρξης Ισχύος Τροποποίησης), ότι έχει πληρωθεί το σύνολο των ανωτέρω προϋποθέσεων, θα αποτελεί την Ημερομηνία Εναρξης Ισχύος Τροποποίησης.
9.2. Σε περίπτωση που μέχρι την ημερομηνία που απέχει δύο (2) μήνες από την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας, δεν έχει επέλθει η Ημερομηνία Εναρξης Ισχύος Τροποποίησης, θα έχουν εφαρμογή οι όροι του άρθρου 10 της παρούσας, εκτός αν τα Συμβαλλόμενα Μέρη, προ της εκπνοής της, συμφωνήσουν εγγράφως τους όρους και προϋποθέσεις παράτασης της ανωτέρω προθεσμίας.
APΘPO 10
ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ
Σε περίπτωση μη επέλευσης της Ημερομηνίας Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης εντός της προθεσμίας του άρθρου 9.2 της παρούσας και υπό την επιφύλαξη των τυχόν παρατάσεων που θα συμφωνηθούν μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών σύμφωνα με το άρθρο 9.2 της παρούσας:
(α) η παρούσα Συμφωνία θα λύεται αυτοδικαίως, θα παύει εφεξής να παράγει έννομα αποτελέσματα και τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα απαλλάσσονται από κάθε τυχόν ευθύνη ή αξίωση αποζημίωσης εκ της παρούσας έναντι αλλήλων απορρέουσα από την παρούσα Συμφωνία, και
(β) Η Σύμβαση Παραχώρησης περιλαμβανομένων και των Προσαρτημάτων της, θα εξακολουθεί να ισχύει ως έχει χωρίς οιοδήποτε των Συμβαλλομένων Μερών να δικαιούται να επικαλεσθεί ή να προβάλει οποιεσδήποτε απαιτήσεις με βάση το περιεχόμενο της παρούσας Συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 11
ΕΙΔΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ
11.1 Ρητά συμφωνούνται τα ακόλουθα ως προς την ισχύ της παρούσας Συμφωνίας:
11.2 Οι συμφωνούμενες δια του άρθρου 5 της παρούσας τροποποιήσεις της Σύμβασης Παραχώρησης ισχύουν και παράγουν έννομο αποτελέσματα μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών από την επέλευση της Ημερομηνίας Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης εκτός από τη ρήτρα του άρθρου 26.2.6, όπως αυτή τροποποιείται με την παρούσα, η οποία ισχύει μεν από την επέλευση της Ημερομηνίας Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης, αλλά εφαρμόζεται και παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικά από την Ημερομηνία Έναρξης Παραχώρησης.
11.3 Οι προθεσμίες των άρθρων 18.1.1 και 18.2.4 της Σύμβασης Παραχώρησης όπως αυτές τροποποιούνται με τα άρθρα 5.7.1 και 5.7.2 αντίστοιχα της παρούσας Συμφωνίας παρατείνονται αυτοδίκαια την Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης, κατά χρόνο, υπολογιζόμενο σε ημερολογιακές ημέρες, ίσο με το διάστημα που θα μεσολαβήσει μεταξύ της 1/12/2014 και της Ημερομηνίας Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης.
11.4 Τα Μέρη αναγνωρίζουν και δηλώνουν ότι η παρούσα Συμφωνία συνιστά εφ' άπαξ ρύθμιση και ότι δεν δεσμεύονται εξ αιτίας αυτής στο μέλλον να προβούν στην σύναψη συμφωνίας όμοιας ή συναφούς με την παρούσα (κατά το περιεχόμενο ή κατ' αποτέλεσμα) σε περίπτωση συνδρομής λόγων ανάλογης φύσεως με αυτούς που αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο 4.
ΑΡΘΡΟ 12
ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Όλες οι διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ των Συμβαλλομένων, από την υπογραφή της παρούσας Συμφωνίας έως και την Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης, σχετικά με την εφαρμογή, την ερμηνεία ή το κύρος της παρούσας Συμφωνίας θα επιλύονται σύμφωνα "με τις διατάξεις" του άρθρου 33.3 (Επίλυση" Διαφορών) της Σύμβασης Παραχώρησης. 0 παρών όρος επιβιώνει της καθ' οιονδήποτε τρόπο λύσης της παρούσας Συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 13
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ
Η παρούσα Συμφωνία διέπεται από τις διατάξεις της Σύμβασης Παραχώρησης και ερμηνεύεται σύμφωνα με αυτές. Από την Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος Τροποποίησης η Σύμβαση Παραχώρησης ισχύει και ερμηνεύεται όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 της παρούσας Συμφωνίας.
ΑΡΘΡΟ 14
ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ρητά συνομολογούν ότι με την παρούσα Συμφωνία τροποποιούνται αποκλειστικά οι ανωτέρω υπό το Αρθρο 5 αναφερόμενες συγκεκριμένες διατάξεις της Σύμβασης Παραχώρησης, η οποία κατά τα λοιπά ισχύει, ερμηνεύεται και δεσμεύει τα Μέρη όπως αρχικό συμφωνήθηκε.
ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ των ανωτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο, ο Παραχωρησιούχος και οι Αρχικοί Μέτοχοι, υπέγραψαν την ημέρα που αναφέρεται στην αρχή του παρόντος την παρούσα Συμφωνία δια των εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων τους που αναφέρονται παραπάνω, σε επτά (7) πρωτότυπα εκ των οποίων έλαβε τρία (3) το Δημόσιο και ανά ένα (1) οι λοιποί συμβαλλόμενοι.
ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ
ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 1 ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ
ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 2 ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΕΠΙΒΕΒΑΣΩΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
Άρθρο 95
Δαπάνες του Υπουργείου Εξωτερικών που πραγματοποιήθηκαν από 1.1.2013 έως και 31.12.2015 θεωρούνται σύννομες και δύνανται να εκκαθαρισθούν σε βάρος των πιστώσεων του προϋπολογισμού του 2015 ή και του τρέχοντος έτους του Υπουργείου Εξωτερικών κατά παρέκκλιση των διατάξεων: α) των άρθρων 66 και 68 του ν. 4270/2014 (Α'143) και του π.δ. 113/2010 (Α'194), β) των άρθρων 2 - 4 του ν. 3861/2010 (Α'112), εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 91 του ν. 4270/2014.
Άρθρο 96
Συνδρομή του Υπουργείου Εθνικής Aμυνας στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης και σύσταση συντονιστικού οργάνου
1. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (ΥΠ.ΕΘ.Α.) δύναται κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης:
α. Να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ή να συνάπτει με τρίτους συμβάσεις εκτέλεσης έργων, παροχής υπηρεσιών, προμήθειας αγαθών ή μισθώσεων σχετικά με την ίδρυση, κατασκευή και συντήρηση των Κέντρων Πρώτης Υποδοχής (ΚΕ.Π.Υ.), Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης (Κ.Υ.Τ.) και των Ανοικτών Δομών Προσωρινής Υποδοχής και Φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών και τη λειτουργία των Κέντρων και Δομών αυτών, αποκλειστικά σε ό,τι αφορά στη μεταφορά, διαμονή, σίτιση και υγειονομική περίθαλψη των προσφύγων και μεταναστών. Η διαδικασία σύναψης συμβάσεων του προηγούμενου εδαφίου δύναται, για λόγους κατεπείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, λαμβανομένων υπόψη και λόγων εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, οι οποίοι ειδικώς αιτιολογούνται, να διενεργείται κατόπιν διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας, με την επιφύλαξη εφαρμογής της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις δημόσιες συμβάσεις.
β. Να διευθύνει και να συντονίζει, σε συνεργασία με την Υπηρεσία Ασύλου και την Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής, τις λοιπές δημόσιες υπηρεσίες και αρχές, καθώς και τους κοινωνικούς φορείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις που επικουρούν τη λειτουργία των ΚΕ.Π.Υ/Κ.Υ.Τ. και των Ανοικτών Δομών Προσωρινής Υποδοχής και Προσωρινής Φιλοξενίας, αποκλειστικώς σε ό,τι αφορά στη μεταφορά, διαμονή, σίτιση και υγειονομική περίθαλψη των προσφύγων και μεταναστών, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην περίπτωση α' της παραγράφου αυτής. Στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (Γ.Ε.ΕΘ.Α.) συνιστάται Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο Διαχείρισης Προσφυγικής Κρίσης (ΚΕ.Σ.Ο.Δ.Π.) προς εξυπηρέτηση των σκοπών του προηγούμενου εδαφίου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Εθνικής Άμυνας και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής καθορίζονται οι αρμοδιότητές του, η στελέχωσή του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοιες αποφάσεις συνιστώνται Τοπικά Συντονιστικά Κέντρα (ΤΟ.Σ.ΚΕ.Δ.Π.) όπου απαιτείται, και καθορίζονται ομοίως οι αρμοδιότητές τους, η στελέχωσή τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
2. Οι δαπάνες για τις δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της παραγράφου 1 θα καλύπτονται από πιστώσεις είτε του τακτικού Προϋπολογισμού είτε του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων καθ' υπέρβαση των εγγεγραμμένων πιστώσεων του Υπουργείου Εθνικής Αμυνας.
Άρθρο 97
Για την καθαριότητα των κτιρίων των κεντρικών, των αποκεντρωμένων και όλων εν γένει των υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας, μετά από απόφαση του ΔΣ τους, καθώς και των Ν.Π.Δ.Δ και των Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας, είναι δυνατόν να συνάπτονται ατομικές συμβάσεις μίσθωσης έργου μέχρι την 31.12.2017 με ιδιώτες που απασχολούνται ή απασχολούνταν στον καθαρισμό των εν λόγω κτιρίων και στις υπηρεσίες καθαριότητας, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης. Επίσης, είναι δυνατόν να συνάπτονται συμβάσεις παροχής υπηρεσιών σίτισης ή φύλαξης των κεντρικών, των αποκεντρωμένων και όλων εν γένει των υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ και των Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας με ιδιώτες που απασχολούνται ή απασχολούνταν με ατομική σύμβαση ή διαμέσου εταιρικού σχήματος, στον τομέα της σίτισης ή της φύλαξης αντιστοίχως, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης.
Άρθρο 98
Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 13 του ν. 3918/2011 (Α' 31), όπως ισχύει, αντικαθίσταται με τα εξής εδάφια:
«Εάν η τιμή που επιτυγχάνεται με τη διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου είναι μικρότερη, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 20%, από την προηγούμενη τελευταία αναρτημένη στο Παρατηρητήριο Τιμών για το ίδιο είδος τιμή, για την ανάρτηση ή μη αυτής στο Παρατηρητήριο ακολουθείται η εξής διαδικασία: Η ανάρτηση ή όχι της εν λόγω τιμής αποφασίζεται από τριμελή Επιτροπή Παρατηρητηρίου, η οποία δεν είναι αμειβόμενη, συστήνεται στην Ε.Π.Υ. και αποτελείται από: α) δυο μέλη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και β) από έναν υπάλληλο του Υπουργείου Υγείας, τα οποία ορίζονται από τον Υπουργό Υγείας. Η Επιτροπή αποφασίζει για την ανάρτηση ή όχι της τιμής του προηγούμενου εδαφίου στο Παρατηρητήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα ποιοτικά χαρακτηριστικά εκάστου είδους, κατά την ίδια χρονική περίοδο, καθώς και την τιμή που αυτό διατέθηκε στο παρελθόν. Οι οικονομικές προσφορές που είναι ανώτερες από τις κατά τα ανωτέρω παραδεκτές τιμές, απορρίπτονται. Η διάταξη αυτή ισχύει αναδρομικά από 1.1.2015.»
2. Επιπλέον δύναται, για λόγους κάλυψης ζωτικών λειτουργικών αναγκών των Δημόσιων Νοσοκομείων και δημοσίου συμφέροντος, και μέχρι την ολοκλήρωση των κεντρικών διαγωνισμών ή των διαγωνισμών των Νοσοκομείων, ο Υπουργός Υγείας με απόφασή του να εξαιρεί ορισμένα είδη από την ανάρτηση της τιμής τους στο Παρατηρητήριο, όταν παρατηρείται μείωση που ξεπερνά το ποσοστό του ανωτέρω εδαφίου. Η τιμή αγοράς αυτών καθορίζεται με την ανωτέρω υπουργική απόφαση, έπειτα από διαπραγμάτευση του Υπουργείου Υγείας με τους αντίστοιχους προμηθευτές και έχει καθολική εφαρμογή για όλη την επικράτεια. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν έως 31.5.2016.
Άρθρο 99
α. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 12 του ν. 4316/2014 (Α' 270), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η παραπάνω αποζημίωση για το οικονομικό έτος 2015 μπορεί να αναλαμβάνεται σε βάρος των αντίστοιχων πιστώσεων του προϋπολογισμού του επόμενου οικονομικού έτους και να καταβάλλεται από τα ταμειακά υπόλοιπα που προέρχονται από έσοδα νοσηλίων που αποδόθηκαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. το έτος 2015».
β. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1α του άρθρου 12 του ν. 4316/2014 (Α' 270), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο Διοικητής της ΔΥΠε εκδίδει την απόφαση κατανομής και δύναται να προβεί σε τυχόν ανακατανομή των ως άνω εγκεκριμένων πιστώσεων μεταξύ των Νοσοκομείων και των λοιπών Φορέων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας εποπτείας του, ανά εξάμηνο.»
γ. Στο άρθρο 24 του ν. 3599/2007 (Α' 176), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι μετακινήσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των Φορέων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας που πραγματοποιήθηκαν με αποφάσεις των οικείων Διοικητών Υ.Πε., εντός αυτών, και οι οποίες παρατάθηκαν έως 31.12.2015 είναι νόμιμες».
Άρθρο 100
1. Οι διατάξεις των περιπτώσεων α' και β' της παρ.2 του άρθρου 21 του ν. 3580/2007 (Α' 129), όπως ισχύει, αντικαθίστανται ως ακολούθως:
«2.α. Σε κάθε Διοικητική Υγειονομική Περιφέρεια καταρτίζεται και τηρείται ηλεκτρονικός κατάλογος επικουρικών ιατρών ανά ειδικότητα.
Στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας καταρτίζεται και τηρείται ηλεκτρονικός κατάλογος επικουρικών ιατρών ανά ειδικότητα για την κεντρική υπηρεσία του Ε.Κ.Α.Β. και τα παραρτήματά του.
Στους ανωτέρω καταλόγους έχουν δυνατότητα εγγραφής, μετά από αίτησή τους, ιατροί οι οποίοι απέκτησαν τον τίτλο της ειδικότητάς τους κατά την τελευταία δεκαετία από την ημερομηνία της υποβολής της αίτησής τους και οι οποίοι, α) είναι Έλληνες υπήκοοι ή υπήκοοι κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης η σύζυγοι Ελλήνων υπηκόων ή υπηκόων κράτους-μέλους της Ε.Ε. ή υπήκοοι τρίτων χωρών με δελτίο παραμονής επί μακρόν διαμένοντος ή κάτοχοι μπλε κάρτας της Ε.Ε. ή κάτοχοι δελτίου παραμονής δεύτερης γενιάς ή κάτοχοι δελτίου άδειας παραμονής ομογενούς, β) είναι κάτοχοι άδειας ή βεβαίωσης άσκησης ιατρικού επαγγέλματος στη χώρα μας, γ) είναι κάτοχοι άδειας χρήσης τίτλου ιατρικής ειδικότητας στην Ελλάδα και δ) δεν κατέχουν καμία άλλη έμμισθη θέση στο στενό ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με εξαίρεση τους ιατρούς των οποίων έχει παραταθεί η σύμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 34 του ν. 4351/2015 (Α' 164) και είναι κάτοχοι άδειας χρήσης τίτλου ιατρικής ειδικότητας στην Ελλάδα.
Οι ιατροί που εγγράφονται στους καταλόγους δεν μπορούν να παραμείνουν σε αυτούς περισσότερο από πέντε (5) έτη.
β. Οι ιατροί έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης εγγραφής στον κατάλογο μιας υγειονομικής περιφέρειας ή στον κατάλογο του ΕΚΑΒ. Η καταχώριση γίνεται ανά ειδικότητα και σύμφωνα με τον απόλυτο αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησής τους, με τον οποίο καθορίζεται η μεταξύ τους προτεραιότητα.
Με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 η οποία υποβάλλεται μαζί με την αίτηση καταχώρισης στον κατάλογο, οι ενδιαφερόμενοι έχουν την δυνατότητα επιλογής τοποθέτησης: α) σε δύο νομούς μιας Υγειονομικής περιφέρειας ή β) στην κεντρική υπηρεσία του Ε.Κ.Α.Β. ή σε κάποιο παράρτημα αυτού.
Ιατροί οι οποίοι μετά την εγγραφή τους στον κατάλογο καταλαμβάνουν θέση στο στενό ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υποχρεούνται με αίτησή τους να διαγραφούν από τον κατάλογο των επικουρικών.
Οι ιατροί που δεν αποδέχονται την τοποθέτησή τους, έχουν δικαίωμα να υποβάλουν εκ νέου αίτηση εγγραφής στον κατάλογο. Σε περίπτωση που αποποιηθούν για δεύτερη φορά την τοποθέτησή τους ή παραιτηθούν από τη θέση στην οποία έχουν προσληφθεί, δεν έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης εγγραφής στον κατάλογο πριν από την πάροδο διετίας από την ημερομηνία παραίτησης ή αποποίησης.
Ιατροί που αποποιούνται διορισμό σε θέση ειδικευμένου ιατρού κλάδου Ε.Σ.Υ. ή ιατροί του κλάδου Ε.Σ.Υ. που παραιτούνται από τη θέση τους, δεν έχουν δικαίωμα εγγραφής στον κατάλογο των επικουρικών ιατρών.
Οι επικουρικοί ιατροί τοποθετούνται με απόφαση του Διοικητή της αντίστοιχης Υ.Πε. ή του Προέδρου του Ε.Κ.Α.Β., ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του Διοικητή κάθε υγειονομικής περιφέρειας για τις μονάδες υγείας που υπάγονται στην αρμοδιότητά του (νοσηλευτικά ιδρύματα, αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες και αποκεντρωμένες μονάδες) ή του Προέδρου του Ε.Κ.Α.Β., που υποβάλλεται στο Υπουργείο Υγείας.
Η απόφαση τοποθέτησης εκδίδεται μετά από έγκριση του Υπουργού και εισήγηση του Γενικού Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας.
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά στη δημιουργία και την τήρηση των καταλόγων, καθώς και στον τρόπο και τη διαδικασία τοποθέτησης των επικουρικών ιατρών.»
2. Η ισχύς των παραπάνω διατάξεων αρχίζει σαράντα ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ
Άρθρο 101
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.