Κυρ 9 Απρ 2017 06:57:23 μμ

Δικαιοσύνη για όλους

Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Κ. Παναγόπουλου και Ιουλίας Γ. Εξαρχάκου

Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Κ. Παναγόπουλου και Ιουλίας Γ. Εξαρχάκου

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Με τη με αριθμό 34100/99 (Φ.Ε.Κ. 2131 Β΄/99) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά  τη με αριθμό 2701/16.11.99 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 &...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Μετάδοση σε τηλεοπτική εκπομπή στιγμιοτύπων ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας»

Απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως εταιρίας που εκμεταλλεύεται ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας κατά αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., με την οποία επιβλήθηκαν στο σταθμό, λόγω μεταδόσεως κατά τη διάρκεια δύο εκπομπών στιγμιοτύπων που είχαν ληφθεί με τη μέθ...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Επίκαιρη Νομοθεσία
Επίκαιρη Νομοθεσία

Επίκαιρη Νομοθεσία (37)

 

ΝΟΜΟΣ 4406/ΦΕΚ Α 133/26.07.2016

Αναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών κομμάτων, διεύρυνση του δικαιώματος εκλέγειν και άλλες διατάξεις περί εκλογής Βουλευτών.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1

Ηλικία κτήσης δικαιώματος εκλέγειν

Η παρ. 1 του άρθρου 4 του Π.δ. 26/2012 (Α'57) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το δικαίωμα του εκλέγειν έχουν οι πολίτες Έλληνες και Ελληνίδες που συμπλήρωσαν το δέκατο έβδομο (17ο) έτος της ηλικίας τους».

Άρθρο 2

Καθιέρωση της αναλογικής εκπροσώπησης των κομμάτων

1. α) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3636/2008 (Α'11) και κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 99 παρ. 2 του Π.δ. 26/2012 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Για τον καθορισμό των εδρών που δικαιούται κάθε εκλογικός σχηματισμός, το σύνολο των ψήφων που συγκέντρωσε στην Επικράτεια πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό 300».

β) Το τελευταίο εδάφιο της ως άνω παραγράφου αντικαθίσταται ως εξής:

«Αν το άθροισμα των ως άνω ακέραιων μερών των πηλίκων υπολείπεται του αριθμού 300, τότε παραχωρείται, κατά σειρά, ανά μία έδρα και ως τη συμπλήρωση αυτού του αριθμού στους σχηματισμούς, των οποίων τα πηλίκα εμφανίζουν τα μεγαλύτερα δεκαδικά υπόλοιπα.»

2. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 6 του Ν. 3231/ 2004 (Α' 45), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 3636/2008 (Α' 11) και κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 99 παράγραφοι 3 και 4, αντίστοιχα, του Π.δ. 26/2012 (Α' 57), καταργούνται.

3. α) Ο τίτλος του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3636/2008 (Α'11), αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατανομή εδρών στις εκλογικές περιφέρειες».

β) Αντιστοίχως, ο τίτλος του άρθρου 100 του Π.δ. 26/2012 (Α'57) αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατανομή εδρών επικρατείας - Κατανομή εδρών στις εκλογικές περιφέρειες».

Άρθρο 3

Λοιπές διατάξεις περί εκλογής βουλευτών

1. Η παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α' 45), όπως κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 100 παρ. 7 του Π.δ. 26/ 2012 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Τυχόν αδιάθετες έδρες διεδρικών και τριεδρικών εκλογικών περιφερειών διατίθενται, κατά σειρά και ανά μία, στον εκλογικό σχηματισμό που εμφανίζει σε καθεμία από αυτές τα μεγαλύτερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων. Εάν σε κάποιο εκλογικό σχηματισμό διατεθούν συνολικά περισσότερες έδρες από όσες δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος νόμου, οι πλεονάζουσες αφαιρούνται, ανά μία, από τις τριεδρικές περιφέρειες και αν υπάρξει ανάγκη από τις διεδρικές, στις οποίες ο συνδυασμός αυτός κατέλαβε έδρα, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, εμφανίζοντας τα μικρότερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων».

2. Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 100 παρ. 8 του Π.δ. 26/2012 (Α'57), αντικαθίστανται ως εξής:

«5. Οι εκλογικές περιφέρειες που εξακολουθούν να έχουν αδιάθετες έδρες διατάσσονται κατά φθίνουσα σειρά, με βάση τα μετά την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου εναπομείναντα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων του εκλογικού σχηματισμού με το μικρότερο αριθμό εγκύρων ψηφοδελτίων στην επικράτεια που δικαιούται έδρα, σύμφωνα με το άρθρο 5. Στον εκλογικό αυτό σχηματισμό παραχωρείται ανά μία έδρα από καθεμία από αυτές τις εκλογικές περιφέρειες και ως τη συμπλήρωση του αριθμού των εδρών που αυτός δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 6».

Άρθρο 4

Καταργούμενες διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3636/2008 (ΑΊ1), καθώς και κάθε γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος ή ρυθμίζει τα θέματα αυτά με άλλον τρόπο.

Άρθρο 5

Έναρξη ισχύος

Πλην του άρθρου 1, του οποίου η ισχύς αρχίζει σε κάθε περίπτωση από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει επίσης από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αυτός εφαρμόζεται από τις αμέσως επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, οποτεδήποτε και αν αυτές διεξαχθούν, τηρουμένων των προϋποθέσεων της παρ. 1 του άρθρου 54 του Συντάγματος, ήτοι της υπερψήφισης του παρόντος άρθρου από την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 75/ΦΕΚ Α 138/1.8.2016

Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περ. δ; στ' και θ' του Ν.1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α' 152), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1590/1986 (Α' 49).

2. Τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν.2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α' 41).

3. Τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν.4249/2014 «Αναδιοργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ρύθμιση λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη» (Α' 73).

4. Τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3103/2003 «Έκδοση διαβατηρίων από την Ελληνική Αστυνομία και άλλες διατάξεις» (Α'23).

5. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.δ. 63/2005 (Α' 98).

6. Τις διατάξεις του Π.δ. 24/2015 «Σύσταση και μετονομασία Υπουργείων, μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Α' 20).

7. Την υπ' αριθ. Υ6 από 25-9-2015 απόφαση του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Νικόλαο Τόσκα» (Β' 2109).

8. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

9. Την υπ' αριθ. 8000/1/2016/29-α' από 06-04-2016 εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού.

10. Την υπ' αριθμ. 115/2016 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, αποφασίζουμε:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 100/2003 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού» (Α' 94)

Άρθρο 1

1. Οι περιπτώσεις α, β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 100/2003, όπως η περίπτωση γ' τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 Π.δ. 85/2011 (Α' 207), αντικαθίστανται ως εξής:

«α. Του τόπου γέννησης του ιδίου ή της συζύγου του ή του πλησιέστερου προς αυτόν τόπου της αυτής περιοχής μετάθεσης.

β. Του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο ίδιος.

γ. Του τόπου στον οποίο έχει ιδιόκτητη κατοικία ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή οι γονείς του ιδίου».

2. Στο άρθρο 2 του Π.δ. 100/2003 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:

«8. Ως δυσίατα νοσήματα θεωρούνται οι νοσηρές καταστάσεις και τα νοσήματα, που απαιτούν μακροχρόνια νοσηλεία ή θεραπεία, προσβάλλουν ένα ή περισσότερα όργανα και χαρακτηρίζονται από εξάρσεις ή υφέσεις».

Άρθρο 2

1. Τα δύο τελευταία εδάφια της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011 και το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 1του Π.δ. 107/2012 (Α' 185) και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 39 του Ν. 4249/2014 (Α'73), τροποποιούνται ως εξής:

«Ο χρόνος απόσπασης αστυνομικού στο εξωτερικό, ο χρόνος μετάθεσης για φοίτηση στη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας και στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α.), ο χρόνος υπηρεσίας αστυνομικού στις Υπηρεσίες των εδαφίων γ' και δ' του άρθρου 4 του παρόντος, εφόσον αυτός μετακινήθηκε στις τελευταίες από Υπηρεσία εκτός της περιοχής μετάθεσης που ευρίσκεται η έδρα των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και ο χρόνος απόσπασης - μετακίνησης αστυνομικού με αίτησή του στον τόπο συμφερόντων του, εξαιρουμένων των αποσπάσεων της παρ. 8 του άρθρου 19 του παρόντος, λογίζεται για το διάστημα αυτό, ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του.

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται ή μετακινείται σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου. Επίσης, δεν εφαρμόζεται για το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται ή μετακινείται για τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών καθώς και για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων, έκτακτων και απρόβλεπτων φυσικών καταστροφών ευρείας κλίμακας, όταν η ενίσχυση διενεργείται κατόπιν πρωτοβουλίας της Υπηρεσίας».

2. Στην υποπερίπτωση 4 της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η υποβολή αίτησης για τον ως άνω σκοπό επιτρέπεται και στην περίπτωση που δεν έχουν προκηρυχθεί προς κάλυψη κενές θέσεις του βαθμού τους για τη συγκεκριμένη περιοχή μετάθεσης ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος προϋποθέσεις».

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Στη σειρά προτεραιότητας για τις μεταθέσεις με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), προηγούνται οι αστυνομικοί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση τον τόπο συμφερόντων τους».

4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Τα μόρια που λαμβάνει ο αστυνομικός λόγω αποστάσεως από τον τόπο συμφερόντων του ή τον τόπο κατοικίας λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος της συζύγου του, διαγράφονται μετά την κοινοποίηση της διαταγής μετάθεσής του στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του, καθώς και μετά την τυχόν ακύρωση της μετάθεσής του, κατόπιν ευδοκίμησης της προσφυγής του άρθρου 18 παράγραφος 1 του παρόντος διατάγματος. Μετά την ακύρωση της μετάθεσης, τα ανωτέρω τυχόν δικαιούμενα μόρια, προσμετρούνται από την Σεπτεμβρίου του έτους ακύρωσης της μετάθεσης».

Άρθρο 3

Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η υποβολή δήλωσης αλλαγής τόπου συμφερόντων μεταβάλει τον αριθμό μορίων που συγκεντρώθηκαν με βάση τον προηγούμενο τόπο συμφερόντων. Τα μόρια που αναλογούν σε κάθε ενδιαφερόμενο υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο τόπο συμφερόντων, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος».

Άρθρο 4

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Π.δ. 138/2006 (Α'155), το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011 (Α' 261), την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 107/2012 και το άρθρο 1 του Π.δ. 172/2013 (Α' 274), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας προκηρύσσονται οι θέσεις που θα πληρωθούν από τους νεοεξερχόμενους Αστυφύλακες οι οποίες είναι αυτές που δεν καλύφθηκαν από τις εκκρεμείς αιτήσεις από τον πίνακα των τακτικών μεταθέσεων, συμπεριλαμβανομένων και όσων δημιουργούνται κατόπιν ευδοκίμησης των προσφυγών του άρθρου 18 παράγραφος 1 του παρόντος διατάγματος, λαμβάνοντας υπόψη και τον αριθμό των κενών οργανικών θέσεων που δημιουργήθηκαν από τους μετατιθέμενους από αυτές τις Διευθύνσεις, εξαιρουμένης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, της οποίας οι θέσεις μπορούν να υπερβαίνουν τον αριθμό των κενών θέσεων που προκύπτουν από τις τακτικές μεταθέσεις.

Η απόφαση αυτή κοινοποιείται ένα (1) μήνα τουλάχιστον προ της εξόδου, στη Σχολή Αστυφυλάκων και στις Υπηρεσίες που θα τοποθετηθούν. Οι Υπηρεσίες αυτές οφείλουν μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση να αναφέρουν στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας τις συγκεκριμένες Υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους που θα τοποθετήσουν τους νέους Αστυφύλακες, που κατανέμονται με απόφαση του Αρχηγού ανάλογα με τη σειρά εξόδου και προτίμησής τους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Όσοι έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν τοποθέτηση, τον τόπο συμφερόντων τους καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους δικαστικούς λειτουργούς, συνοριακούς φύλακες, ειδικούς φρουρούς, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, λιμενικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις κατά προτεραιότητα και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου».

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Π.δ. 138/2006 και με το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι νεοεξερχόμενοι Αστυφύλακες τοποθετούνται υποχρεωτικά και δεν μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για δύο (2) τουλάχιστον έτη, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του παρόντος, σε Αστυνομικά Τμήματα και Αστυνομικούς Σταθμούς. Οι νεοεξερχόμενοι Αστυφύλακες δύνανται να τοποθετούνται στις προαναφερόμενες Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους, με την προϋπόθεση ότι οι προκηρυχθείσες θέσεις των τακτικών μεταθέσεων δεν καλύφθηκαν. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται για τις τοποθετήσεις στην περιοχή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής».

3. Η παράγραφος 6 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Π.δ. 138/2006 και με το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν αυτούς που κατανέμονται σ' αυτές, σε κενές θέσεις των υφιστάμενων Διευθύνσεών τους, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος».

4. Στην παράγραφο 7 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003 η φράση «παράγραφο 2» αντικαθίσταται με τη φράση «παράγραφο 1».

Άρθρο 5

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011 και την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του Π.δ. 107/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων που ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες θα πληρωθούν από τους νεοεξερχόμενους Υπαστυνόμους Β, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης, καθώς και κατά Αστυνομικό Τμήμα των Διευθύνσεων Αστυνομίας των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων Βορείου και Νοτίου Αιγαίου.

Για τον υπολογισμό των ως άνω κενών θέσεων δεν λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις που θα πληρωθούν, αφενός από τους κατώτερους αξιωματικούς κατά τις τακτικές μεταθέσεις και αφετέρου από νέους Υπαστυνόμους που εμπίπτουν στην εξαίρεση της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στους ενδιαφερόμενους, μέσω της Σχολής Αξιωματικών».

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Π.δ. 138/2006 και την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι νεοεξερχόμενοι από τη Σχολή Αξιωματικών Υπαστυνόμοι Β' τοποθετούνται υποχρεωτικά και δεν μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για δύο (2) τουλάχιστον έτη, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του παρόντος, σε Αστυνομικά Τμήματα.

Οι νεοεξερχόμενοι Υπαστυνόμοι Β' δύνανται να τοποθετούνται στις προαναφερόμενες Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους, με την προϋπόθεση ότι για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, κατά τις τακτικές μεταθέσεις του έτους αποφοίτησής τους, προκηρύχθηκαν κενές θέσεις προς κάλυψη και οι θέσεις αυτές δεν καλύφθηκαν. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται για τις τοποθετήσεις στις περιοχές μετάθεσης των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης. Εξαιρείται ποσοστό 5% των νεοεξερχομένων, που προηγείται στη σειρά εξόδου, οι οποίοι μπορεί να τοποθετούνται στις ανωτέρω Υπηρεσίες των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης καθώς και των Διευθύνσεων Αστυνομίας των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, της προτίμησής τους, προηγούμενοι των λοιπών ομοταξίων συναδέλφων τους, τηρουμένης της προϋπόθεσης των δύο προηγούμενων εδαφίων».

3. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003 η φράση «παραγράφου αντικαθίσταται με τη φράση «παραγράφου 2».

4. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«Όσοι έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν τοποθέτηση, τον τόπο συμφερόντων τους καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους δικαστικούς λειτουργούς, συνοριακούς φύλακες, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, λιμενικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, κατά προτεραιότητα με βάση την ως άνω αναγραφόμενη σειρά και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά».

5. Η παράγραφος 5 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 Π.δ. 138/2006 και την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν τους Υπαστυνόμους Β' που κατανέμονται σ' αυτές σε κενές θέσεις των υφιστάμενων Διευθύνσεών τους, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. Στη συνέχεια, τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Διευθύνσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν αυτούς σε κενές θέσεις των Υπηρεσιών τους, με τα ίδια ως άνω κριτήρια».

Άρθρο 6

Στο τέλος του άρθρου 10 του Π.δ. 100/2003 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Όσοι από τους μετατασσόμενους σε υπηρεσία γραφείου τοποθετήθηκαν σε άλλη περιοχή μετάθεσης κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και στη συνέχεια επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, τοποθετούνται υποχρεωτικά σε υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης στην οποία υπηρετούσαν κατά το χρόνο μετάταξής τους σε υπηρεσία γραφείου».

Άρθρο 7

Η παράγραφος 8 του άρθρου 12 του Π.δ. 100/2003, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 7 του Π.δ. 85/2011 (Α'207), αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Οι αστυνομικοί δύνανται, με εξαίρεση τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες (άρθρο 15), να υποβάλουν αιτήσεις μετάθεσης, ακόμα και όταν δεν έχουν προκηρυχθεί κενές, προς κάλυψη, θέσεις του βαθμού τους με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, ανεξάρτητα εάν έχουν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, εφόσον υπάγονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α. πολύτεκνοι,

β. έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.ΜΕ.Α. γ. έχοντες τρία (3) τέκνα.

Επί των αιτήσεων αυτών αποφαίνεται το αρμόδιο όργανο, βάσει κοινωνικών και υπηρεσιακών κριτηρίων. Οι αιτούντες αστυνομικοί δύνανται να μετατεθούν κάνοντας χρήση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου μόνο μία φορά».

Άρθρο 8

Η περίπτωση ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Π.δ. 100/2003, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 8 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«ε. Το Β' δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους το αρμόδιο Συμβούλιο Μεταθέσεων, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τις τελευταίες τακτικές μεταθέσεις καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή άλλη εξομοιούμενη με αυτή Υπηρεσία κενών οργανικών θέσεων σε Ανθυπαστυνόμους - Αρχιφύλακες - Αστυφύλακες που πρέπει να πληρωθούν κατά το Γ' δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου, λαμβάνοντας υπόψη και τις αιτήσεις ακυρώσεως που προέκυψαν από τις τακτικές μεταθέσεις. Οι θέσεις θα καλύπτονται από Ανθυπαστυνόμους - Αρχιφύλακες - Αστυφύλακες που ζητούσαν μετάθεση για τις Υπηρεσίες αυτές και μνημονεύονται στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων.

Σε περίπτωση που οι ως άνω θέσεις Αστυφυλάκων δεν καλύπτονται από τις εκκρεμείς αιτήσεις του πίνακα τακτικών μεταθέσεων, καλύπτονται με τοποθετήσεις νεοεξερχόμενων Αστυφυλάκων».

Άρθρο 9

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Π.δ.107/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι προαγόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.δ. 82/2006 (Α' 86) στο βαθμό του Αρχιφύλακα γενικών καθηκόντων μετατίθενται υποχρεωτικά και δε μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για ένα (1) τουλάχιστον έτος σε Αστυνομικά Τμήματα και Αστυνομικούς Σταθμούς, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3. Οι προαναφερόμενοι παραμένουν στις Υπηρεσίες τους μέχρι την περίοδο των τακτικών μεταθέσεων, οπότε μετατίθενται με τη διαδικασία των επομένων παραγράφων».

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003 όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 Π.δ. 138/2006, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Το πρώτο 10ήμερο του μηνός Ιουλίου με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζονται οι κενές οργανικές θέσεις, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης και Διεύθυνση Αστυνομίας Νομού, που πρέπει να καλυφθούν από τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες. Οι ανωτέρω θέσεις υποχρεωτικά προκηρύσσονται στις Διευθύνσεις Αστυνομίας όπου σε οργανικές θέσεις Ανθυπαστυνόμων - Αρχιφυλάκων, δεν υπάρχουν επιλαχόντες με τόπο συμφερόντων από τους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων του ιδίου έτους, με εξαίρεση τη Γ.Α.Δ. Αττικής. Κατά το δεύτερο 10ήμερο Ιουλίου οι Αρχιφύλακες αυτοί καλούνται να υποβάλουν υποχρεωτικά δήλωση προτίμησης όλων των ανωτέρω Υπηρεσιών, μετατίθενται δε σ' αυτές με βάση τη σειρά προτεραιότητας του άρθρου 3 του παρόντος και τη σειρά προτίμησης. Δεν επιτρέπεται να καθορισθούν θέσεις προς πλήρωση σε Υπηρεσίες για τις οποίες δεν είχαν καθορισθεί θέσεις προς κάλυψη κατά τις τακτικές μεταθέσεις του ιδίου έτους. Οι μεταθέσεις κοινοποιούνται με διαταγή του Προϊσταμένου Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού μέχρι τέλους Ιουλίου. Οι μετατιθέμενοι στις Γ.Α.Δ. Αττικής ή Θεσσαλονίκης κατανέμονται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων στις Διευθύνσεις δικαιοδοσίας τους. Η περαιτέρω τοποθέτηση στις επιμέρους Υπηρεσίες των Διευθύνσεων γίνεται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια και η χορήγηση του Φύλλου Πορείας πραγματοποιείται μέχρι την 31η Αυγούστου. Για την παρούσα μετάθεση λαμβάνονται υπόψη τα μόρια που συγκεντρώνονται με βάση τα κριτήρια των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος, καθώς και τα μόρια με βάση τη σειρά επιτυχίας κατά τις προαγωγικές εξετάσεις, ως εξής:

(1) Από 1-10% των επιτυχόντων 10 μόρια

(2) Από 11-20% « 9 μόρια

(3) Από 21-30% « 8 μόρια

(4) Από 31-40% « 7 μόρια

(5) Από 41-50% « 6 μόρια

(6) Από 51-60% « 5 μόρια

(7) Από 61-70% « 4 μόρια

(8) Από 71-80% « 3 μόρια

(9) Από 81-90% « 2 μόρια

(10) Από 91-100% « 1 μόριο».

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι νεοπροαγόμενοι Αρχιφύλακες που ασκούν καθήκοντα πυροτεχνουργών, συνοδών σκύλων και εκγυμναστών αυτών και προγραμματιστών - αναλυτών - χειριστών μηχανών εισαγωγής στοιχείων και χειριστών του κεντρικού συστήματος Η/Υ της Δ/νσης Πληροφορικής του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, επικεφαλείς χειριστών περιφερειακών συστημάτων (TOP USERS), οι υπηρετούντες στη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, εφόσον είναι κάτοχοι πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με αντικείμενο συναφές προς εκείνο της Υπηρεσίας αυτής, στην Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα (Ε.Κ.Α.Μ.), στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, καθώς και όσοι υπηρετούν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και ασκούν εξειδικευμένα καθήκοντα ή εργαστηριακές εξετάσεις ή έχουν υποστεί ειδικές εκπαιδεύσεις και είναι κάτοχοι πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με αντικείμενο συναφές προς εκείνο της Υπηρεσίας αυτής, παραμένουν στις Υπηρεσίες τους, εφόσον υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις και σχετική πρόταση των Υπηρεσιών τους. Επίσης παραμένουν στην ίδια περιοχή μετάθεσης, ανεξαρτήτως ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων, οι πολύτεκνοι, οι έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.Μ.Ε.Α., οι έχοντες τρία τέκνα, καθώς και όσοι εμπίπτουν στις περιπτώσεις του εδαφίου ιδ' παρ. 1 άρθρου 17 του παρόντος διατάγματος, καθώς και εκείνοι που μετατέθηκαν με αντικειμενικά κριτήρια στον τόπο συμφερόντων τους και όσοι τοποθετήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος διατάγματος».

Άρθρο 10

1. Η περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«δ. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, του αστυνομικού ή μέλους της ίδιας οικογένειάς του, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή (Α.Υ.Ε.) της Ελληνικής Αστυνομίας.

Με την αίτηση συνυποβάλλονται: α) αντίγραφο του ατομικού δελτίου ασθενειών, εφόσον η πάθηση αφορά τον ίδιο, β) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, γ) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και ε) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει τον πάσχοντα αστυνομικό ή το πάσχον μέλος της ιδίας οικογένειάς του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της ιδίας οικογένειας του αστυνομικού δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Σε περίπτωση που η γνωμάτευσή της αφορά αστυνομικό που πάσχει από δυσίατο νόσημα προχωρεί σε κρίση της σωματικής του ικανότητας, από υγειονομικής πλευράς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στην ίδια γνωμάτευσή της η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή θα αποφαίνεται: α) αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα αιτούντος αστυνομικού ή μέλους της ιδίας οικογένειάς του στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος και β) αν η κατάστασή του επιτρέπει την ασφαλή μετακίνησή του».

2. Η περίπτωση ια' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, τροποποιείται ως εξής:

«ια. Ύστερα από αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι υπηρετούν σε Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υποβολή αίτησης αμοιβαίας μετάθεσης για άλλη περιοχή μετάθεσης, για τους αστυνομικούς μέχρι το βαθμό του Αστυνόμου Β. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης με τον πρώτο επιλαχόντα των πινάκων των τακτικών μεταθέσεων του τρέχοντος έτους της αντίστοιχης περιοχής στην οποία επιθυμεί να μετατεθεί. Σε περίπτωση μη επιθυμίας του πρώτου επιλαχόντα, με μέριμνα του ενδιαφερομένου θα κινείται η ίδια διαδικασία με τον δεύτερο επιλαχόντα και ούτω καθεξής.

Η μη δήλωση επιθυμίας των επιλαχόντων, θα προκύπτει από υπεύθυνη δήλωσή τους, την οποία θα προσκομίζει μαζί με το αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης ο ενδιαφερόμενος. Δε γίνεται δεκτή η αίτηση για αμοιβαία μετάθεση των νεοεξερχομένων των Σχολών και νεοπροαχθέντων αρχιφυλάκων, πριν την παρέλευση τριετίας από την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους αντίστοιχα. Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 12 του παρόντος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. Οι αμοιβαίες μεταθέσεις ενεργούνται μεταξύ κατεχόντων ίδια οργανική θέση».

3. Η περίπτωση ιδ' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, αντικαθίσταται ως εξής:

«ιδ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή στρατιωτικό ή αστυνομικό ή λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο. Στις τέσσερις τελευταίες περιπτώσεις, ο κατά βαθμό κατώτερος ακολουθεί τον ανώτερο. Στην περίπτωση συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιτρέπουν, μέχρι το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου δύναται να μην ισχύει ο προαναφερόμενος περιορισμός. Επιπλέον, για συνυπηρέτηση αστυνομικού με σύζυγο Ειδικό Φρουρό επιτρέπεται μετάθεση μέχρι και το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου.

Εάν παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκε η μετάθεση, πριν την παρέλευση πενταετίας από την εκτέλεση αυτής και εφόσον δεν έχει αποκτηθεί από το γάμο αυτό τέκνο, ο αστυνομικός μετατίθεται υποχρεωτικά σε Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης από την οποία είχε μετατεθεί για λόγους συνυπηρέτησης. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για έλλειψη των λόγων συνιστά υποχρέωση του ιδίου του αστυνομικού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα».

4. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, προστίθεται περίπτωση κγ' ως εξής:

«κγ. Σε περίπτωση θανάτου γονέα ή αδελφού, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος».

Άρθρο 11

1. Η περίπτωση θ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Π.δ. 100/2003, αντικαθίσταται ως εξής:

«θ. Για τη διευκόλυνση των καθηκόντων του Προέδρου και του Γραμματέα των Δευτεροβαθμίων Συνδικαλιστικών Οργανώσεων καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου τα οποία κατέχουν θέση στο Προεδρείο ή στην Εκτελεστική Γραμματεία των ως άνω οργανώσεων, ύστερα από αίτησή τους, εφόσον υπηρετούν σε Υπηρεσία που εδρεύει εκτός της περιοχής μετάθεσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής. Στην περίπτωση αυτή, οι μεν Πρόεδροι και Γραμματείς αποσπώνται στη Διεύθυνση Εσωτερικών Λειτουργιών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους, οι δε λοιποί αποσπώνται σε Υπηρεσίες που εδρεύουν στην περιοχή μετάθεσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, κατόπιν αιτιολογημένης πρότασης των ως άνω οργανώσεων και για το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για την άσκηση των καθηκόντων τους κατά τη διάρκεια της θητείας τους».

2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του Π.δ. 85/2011 και την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011, προστίθενται περιπτώσεις ιε’ ιστ' και ιζ' ως εξής:

«ιε. Σε περίπτωση διορισμού ως δικαστικού συμπαραστάτη από το αρμόδιο δικαστήριο σε γονείς ή αδέλφια που πάσχουν από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας. Με την αίτηση συνυποβάλλονται α) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, β) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, γ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει το πάσχον μέλος της οικογένείας του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της οικογένειάς του αστυνομικού δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Στην ίδια γνωμάτευση, η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα μέλους της οικογένειας του αστυνομικού στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο αστυνομικός αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

ιστ. Σε περίπτωση διάζευξης αστυνομικού και στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου του. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο αστυνομικός αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε, υποβάλοντας πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για τυχόν μεταβολή της οικογενειακής κατάστασης συνιστά υποχρέωση του ίδιου του αστυνομικού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

ιζ. Για τους νεοεξερχόμενους Αστυφύλακες και Υπαστυνόμους Β' από τη Σχολή Αξιωματικών, καθώς και για τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες, σε Αστυνομικά Τμήματα των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους αντίστοιχα. Επίσης, οι νεοεξερχόμενοι Υπαστυνόμοι Β' από τη Σχολή Αξιωματικών δύνανται να αποσπούνται κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 2 περίπτ. σε Αστυνομικά Τμήματα ή Αστυνομικούς Σταθμούς της αυτής περιοχής μετάθεσης, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την τοποθέτησή τους, εφόσον δεν είναι δυνατή η απόσπαση έτερου Αξιωματικού για την αναπλήρωση κωλυομένου Υπαστυνόμου που διοικεί αυτοτελή Υπηρεσία».

Άρθρο12

Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του Π.δ. 100/2003, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Δύναται να ανανεωθεί για ακόμη δύο (2) μήνες, χωρίς τη συναίνεση του μετακινούμενου. Δεν επιτρέπεται νέα προσωρινή μετακίνηση εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης προσωρινής μετακίνησης. Δυνατότητα περαιτέρω ανανέωσής της χωρίς τις προαναφερόμενες χρονικές προϋποθέσεις, θα υφίσταται μόνο με τη συναίνεση του μετακινούμενου».

Άρθρο 13

Η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Π.δ. 100/2003, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής: «α. Από την προκήρυξη των εκλογών (Ευρωεκλογές -Βουλευτικές - Νομαρχιακές - Δημοτικές) ή δημοψηφίσματος και μέχρι την πέμπτη ημέρα από την ημερομηνία διεξαγωγής της ψηφοφορίας».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 211/2005 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετακινήσεις συνοριακών φυλάκων και ειδικών φρουρών» (Α' 254)

Άρθρο 14

1. Οι περιπτώσεις α, β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίστανται ως εξής:

«α. Του τόπου γέννησης του ιδίου ή του συζύγου του ή του πλησιέστερου προς αυτόν τόπου της αυτής περιοχής μετάθεσης,

β. Του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο ίδιος και γ. Του τόπου στον οποίο έχει ιδιόκτητη κατοικία ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή οι γονείς του ιδίου».

2. Στο άρθρο 2 του Π.δ. 211/2005 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Ως δυσίατα νοσήματα θεωρούνται οι νοσηρές καταστάσεις και τα νοσήματα, που απαιτούν μακροχρόνια νοσηλεία ή θεραπεία, προσβάλλουν ένα ή περισσότερα όργανα και χαρακτηρίζονται από εξάρσεις ή υφέσεις».

Άρθρο 15

1. Η υποπερίπτωση (4) της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«(4) Οι έγγαμοι ειδικοί φρουροί για κάθε πλήρες έτος μετάθεσης μακράν του τόπου κατοικίας του/της συζύγου του/της λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος, που πιστοποιείται με βεβαίωση του αρμοδίου ασφαλιστικού φορέα και βεβαίωση διαμονής του οικείου Δήμου, εφόσον ο τόπος αυτός ανήκει σε άλλη περιοχή μετάθεσης και απέχει τουλάχιστον τριάντα (30) χιλιόμετρα από την έδρα της Υπηρεσίας τους και υποβάλλουν κατ' έτος αίτηση μετάθεσης για τον τόπο αυτό, λαμβάνουν ένα (1) μόριο για απόσταση από 30 έως 200 χλμ, τρία (3) μόρια για απόσταση από 201 έως 400 χλμ και πέντε (5) μόρια για απόσταση πέραν των 401 χλμ. Η υποβολή αίτησης για τον ως άνω σκοπό επιτρέπεται και στην περίπτωση που δεν έχουν προκηρυχθεί προς κάλυψη κενές θέσεις της κατηγορίας τους για τη συγκεκριμένη περιοχή μετάθεσης ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 12».

2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Ο χρόνος απόσπασης - μετακίνησης ειδικού φρουρού με αίτησή του στον τόπο συμφερόντων του, εξαιρουμένων των αποσπάσεων - μετακινήσεων που διατάσσονται για ενίσχυση αστυνομικών Υπηρεσιών αεροδρομίων και αστυνομικών Υπηρεσιών σε περιοχές αυξημένου τουριστικού ενδιαφέροντος, λογίζεται για το διάστημα αυτό, ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του.

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για τους ειδικούς φρουρούς που αποσπώνται ή μετακινούνται σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου. Επίσης, δεν εφαρμόζεται για τους ειδικούς φρουρούς που αποσπώνται ή μετακινούνται για τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών καθώς και για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων, έκτακτων και απρόβλεπτων φυσικών καταστροφών ευρείας κλίμακας, όταν η ενίσχυση διενεργείται κατόπιν πρωτοβουλίας της Υπηρεσίας».

3. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Στη σειρά προτεραιότητας για τις μεταθέσεις με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια) προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή, για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

4. Η παράγραφος 5 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Τα μόρια που λαμβάνει ο ειδικός φρουρός λόγω αποστάσεως από τον τόπο συμφερόντων του ή τον τόπο κατοικίας λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος της συζύγου του διαγράφονται μετά την κοινοποίηση της διαταγής μετάθεσής του στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του, καθώς και μετά την τυχόν ακύρωση της μετάθεσής του σε οποιαδήποτε περιοχή μετάθεσης. Μετά την ακύρωση της μετάθεσης, τα ανωτέρω τυχόν δικαιούμενα μόρια, προσμετρούνται από την Σεπτεμβρίου του έτους ακύρωσης της μετάθεσης».

Άρθρο 16

1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η υποβολή δήλωσης αλλαγής τόπου συμφερόντων μεταβάλει τον αριθμό μορίων που συγκεντρώθηκαν με βάση τον προηγούμενο τόπο συμφερόντων. Τα μόρια που αναλογούν σε κάθε ενδιαφερόμενο υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο τόπο συμφερόντων, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 3».

2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 6 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Η Σχολή Αστυφυλάκων, κοινοποιεί στους συνοριακούς φύλακες, ένα μήνα πριν την αποφοίτησή τους, την απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας περί κατανομής των οργανικών θέσεων της κατηγορίας τους και τους καλεί να υποβάλουν αιτήσεις στις οποίες δηλώνουν υποχρεωτικά όλες τις Υπηρεσίες που αναφέρονται στην απόφαση, κατά σειρά προτίμησής τους. Όσοι υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 6, υποβάλλουν και αντίγραφα των σχετικών πιστοποιητικών. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την αποφοίτησή τους».

3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 6 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Στις τοποθετήσεις που αφορούν την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου προηγούνται οι συνοριακοί φύλακες που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

Άρθρο 17

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Π.δ. 211/2005, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Π.δ. 161/2008 (Α'221), αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων που, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, θα πληρωθούν από τους αποφοιτούντες ειδικούς φρουρούς, κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή ισότιμη Υπηρεσία. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται ένα μήνα τουλάχιστον πριν από την αποφοίτησή τους στις Διευθύνσεις Αστυνομίας ή ισότιμες Υπηρεσίες στις οποίες θα τοποθετηθούν και στη Σχολή Αστυφυλάκων. Οι Υπηρεσίες αυτές οφείλουν, μέσα σε 10 ημέρες από την κοινοποίηση, να αναφέρουν στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τις συγκεκριμένες Υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους που θα τοποθετήσουν τους ειδικούς φρουρούς που κατανέμονται με την απόφαση του Αρχηγού. Η Σχολή Αστυφυλάκων κοινοποιεί αμέσως την απόφαση αυτή στους ειδικούς φρουρούς, οι οποίοι δηλώνουν υποχρεωτικά με αίτησή τους όλες τις Υπηρεσίες που αναφέρονται σ' αυτή, κατά σειρά προτίμησής τους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την αποφοίτησή τους».

2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Στις τοποθετήσεις προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

Άρθρο 18

Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του Π.δ. 211/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι μετατασσόμενοι σε υπηρεσία γραφείου τοποθετούνται με διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αποκλειστικά για την άσκηση καθηκόντων διοικητικής υποστήριξης.

Όσοι από τους μετατασσόμενους σε υπηρεσία γραφείου τοποθετήθηκαν σε άλλη περιοχή μετάθεσης κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και στη συνέχεια επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, τοποθετούνται υποχρεωτικά σε υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης στην οποία υπηρετούσαν κατά το χρόνο μετάταξής τους σε υπηρεσία γραφείου».

Άρθρο 19

Η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι αιτήσεις για μεταθέσεις εντός της ίδιας περιοχής μετάθεσης υποβάλλονται το πρώτο 15νθήμερο του Μαΐου. Οι μεταθέσεις διατάσσονται το δεύτερο 15νθήμερο του Ιουλίου και πραγματοποιούνται μέχρι 31 Αυγούστου κάθε έτους. Στη σειρά προτεραιότητας προηγούνται οι συνοριακοί φύλακες που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

Άρθρο 20

1. Η παράγραφος 6 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Στη σειρά προτεραιότητας προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

2. Η παράγραφος 8 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Οι ειδικοί φρουροί, δύνανται να υποβάλουν αιτήσεις μετάθεσης με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), ακόμα και όταν δεν έχουν προκηρυχθεί κενές, προς κάλυψη, θέσεις της κατηγορίας τους, για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, ανεξάρτητα εάν έχουν την προϋπόθεση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εφόσον υπάγονται στις ακόλουθες κατηγορίες:

α. πολύτεκνοι

β. έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.ΜΕ.Α.

γ. έχοντες τρία (3) τέκνα.

Επί των αιτήσεων αυτών αποφαίνεται το αρμόδιο όργανο, βάσει κοινωνικών και υπηρεσιακών κριτηρίων. Οι αιτούντες ειδικοί φρουροί δύνανται να μετατεθούν κάνοντας χρήση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου μόνο μία φορά».

3. Η παράγραφος 9 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 166/2007 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 36/2011 (Α' 95), αντικαθίσταται ως εξής:

«9. Το Γ' δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τις τελευταίες τακτικές μεταθέσεις καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή άλλη εξομοιούμενη με αυτή Υπηρεσία κενών οργανικών θέσεων σε ειδικούς φρουρούς που πρέπει να πληρωθούν κατά το Γ' δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου, λαμβάνοντας υπόψη και τις αιτήσεις ακυρώσεως που προέκυψαν από τις τακτικές μεταθέσεις. Οι θέσεις θα καλύπτονται από ειδικούς φρουρούς που ζητούσαν μετάθεση για τις Υπηρεσίες αυτές και μνημονεύονται στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων».

4. Στο τέλος του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Π.δ. 161/2008, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 166/2007 και την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 36/2011, προστίθεται παράγραφος 10 ως εξής:

«10. Ειδικοί φρουροί που μετατίθενται για λόγους πειθαρχίας σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13, δεν επιτρέπεται για οποιοδήποτε λόγο να μετατεθούν εκ νέου σε Υπηρεσίες της περιοχής από την οποία μετατέθηκαν πριν την παρέλευση δεκαετίας».

Άρθρο 21

1. Η περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Όταν υποβαθμίζεται ή καταργείται Υπηρεσία ή ιδρύεται νέα. Στην τελευταία περίπτωση και εφόσον στη νέα Υπηρεσία μετατίθεται προσωπικό από άλλη περιοχή μετάθεσης, αυτό προέρχεται από τους οικείους πίνακες τακτικών μεταθέσεων κατά σειρά προτεραιότητας. Σε περίπτωση που οι θέσεις δεν καλύπτονται από τους παραπάνω πίνακες καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλλουν σχετική αίτηση, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 11 και 12 του παρόντος διατάγματος».

2. Η περίπτωση ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«ε. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα ή μέλους της ίδιας οικογένειάς του, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή (Α.Υ.Ε.) της Ελληνικής Αστυνομίας.

Με την αίτηση συνυποβάλλονται: α) αντίγραφο του ατομικού δελτίου ασθενειών, εφόσον η πάθηση αφορά τον ίδιο, β) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, γ) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και ε) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει τον πάσχοντα ειδικό φρουρό ή συνοριακό φύλακα ή το πάσχον μέλος της ιδίας οικογένειάς του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας σ' αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της ιδίας οικογένειας του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Σε περίπτωση που η γνωμάτευσή της αφορά ειδικό φρουρό ή συνοριακό φύλακα που πάσχει από δυσίατο νόσημα προχωρεί σε κρίση της σωματικής του ικανότητας, από υγειονομικής πλευράς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στην ίδια γνωμάτευσή της η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή θα αποφαίνεται: α) αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα αιτούντος ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα ή μέλους της ιδίας οικογένειάς του στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος και β) αν η κατάστασή του επιτρέπει την ασφαλή μετακίνησή του».

3. Η περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«στ. Ύστερα από αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι υπηρετούν σε Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υποβολή αίτησης αμοιβαίας μετάθεσης για άλλη περιοχή μετάθεσης. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης με τον πρώτο επιλαχόντα των πινάκων των τακτικών μεταθέσεων του τρέχοντος έτους της αντίστοιχης περιοχής στην οποία επιθυμεί να μετατεθεί. Σε περίπτωση μη επιθυμίας του πρώτου επιλαχόντα, με μέριμνα του ενδιαφερομένου θα κινείται η ίδια διαδικασία με τον δεύτερο επιλαχόντα και ούτω καθεξής. Η μη δήλωση επιθυμίας των επιλαχόντων, θα προκύπτει από υπεύθυνη δήλωσή τους, την οποία θα προσκομίζει μαζί με το αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης ο ενδιαφερόμενος. Οι διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 12 του παρόντος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή».

4. Η περίπτωση ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«ζ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό ή συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή πυροσβεστικό υπάλληλο ή στρατιωτικό ή λιμενικό ή δικαστικό λειτουργό. Σε περίπτωση που ο σύζυγος του συνοριακού φύλακα υπηρετεί σε περιοχή που δεν έχουν κατανεμηθεί οργανικές θέσεις της κατηγορίας του δύναται να υπηρετήσει στην πλησιέστερη Διεύθυνση Αστυνομίας, που υπάρχουν οργανικές θέσεις.

Εάν παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκε η μετάθεση, πριν την παρέλευση πενταετίας από την εκτέλεση αυτής και εφόσον δεν έχει αποκτηθεί από το γάμο αυτό τέκνο, ο ειδικός φρουρός-συνοριακός φύλακας μετατίθεται υποχρεωτικά σε Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης από την οποία είχε μετατεθεί για λόγους συνυπηρέτησης. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για έλλειψη των λόγων συνιστά υποχρέωση του ιδίου του ειδικού φρουρού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα».

5. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, προστίθεται περίπτωση η' ως εξής:

«η. Σε περίπτωση θανάτου γονέα ή αδελφού, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος».

Άρθρο 22

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 15 του Π.δ. 211/2005 προστίθενται περιπτώσεις γ; δ; ε' και στ' ως εξής:

«γ. Για την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 93 του Ν.3852/2010 (Α' 87), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του Ν.4071/2012 (Α' 85) και ισχύει. Καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασης τους λογίζεται ότι υπηρετούν στον τόπο συμφερόντων τους και ο χρόνος αυτός δεν θεμελιώνει δικαίωμα αίτησης μετάθεσης.

δ. Σε περίπτωση σπουδών σε Σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την απόκτηση πρώτου πτυχίου. Η αίτηση απόσπασης ή ανανέωσης αυτής υποβάλλεται το πρώτο 15νθήμερο του μηνός Οκτωβρίου εκάστου έτους, για την περιοχή μετάθεσης, όπου εδρεύει η Σχολή και διαρκεί μέχρι 31 Οκτωβρίου του επόμενου έτους. Η απόσπαση αυτή ανανεώνεται για όσα χρόνια προβλέπεται φοίτηση στη Σχολή, συν δύο (2) έτη, εφόσον ο ειδικός φρουρός-συνοριακός φύλακας προσκομίζει βεβαίωση της οικείας Σχολής από την οποία να προκύπτει ότι έλαβε προαγωγικό βαθμό σε ποσοστό τουλάχιστον 40% των μαθημάτων και των δύο εξαμήνων, στα οποία προστίθενται και τα τυχόν μεταφερόμενα από προηγούμενα εξάμηνα. Ο ειδικός φρουρός- συνοριακός φύλακας στην περίπτωση αυτή λογίζεται, ότι υπηρετεί καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασής του στον τόπο συμφερόντων του. Ο χρόνος απόσπασής του δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση του δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

ε. Σε περίπτωση διορισμού ως δικαστικού συμπαραστάτη από το αρμόδιο δικαστήριο σε γονείς ή αδέλφια που πάσχουν από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας. Με την αίτηση συνυποβάλλονται α) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, β) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, γ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει το πάσχον μέλος της οικογένείας του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της οικογένειάς του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Στην ίδια γνωμάτευση, η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα μέλους της οικογένειας του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο ειδικός φρουρός ή συνοριακός φύλακας αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

στ. Σε περίπτωση διάζευξης και ανάθεσης επιμέλειας ανήλικου τέκνου. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε, υποβάλλοντας πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για τυχόν μεταβολή της οικογενειακής κατάστασης συνιστά υποχρέωση του ίδιου του Ειδικού Φρουρού -Συνοριακού Φύλακα ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης».

Άρθρο 23

Στο τέλος του άρθρου 16 του Π.δ. 211/2005 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Δύναται να ανανεωθεί για ακόμη δύο (2) μήνες, χωρίς τη συναίνεση του μετακινούμενου. Δεν επιτρέπεται νέα προσωρινή μετακίνηση εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης προσωρινής μετακίνησης. Δυνατότητα περαιτέρω ανανέωσής της χωρίς τις προαναφερόμενες χρονικές προϋποθέσεις, θα υφίσταται μόνο με τη συναίνεση του μετακινούμενου».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

Τροποποίηση Π.δ. 27/1986 «Άδειες Προσωπικού Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Τάξης του Υπουργείου Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης» (Α'11)

Άρθρο 24

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Π.δ. 12/1994 (Α'10) και το άρθρο 2 του Π.δ. 66/2000 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η άδεια μητρότητας των γυναικών αστυνομικών χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του Ν. 3528/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ». (Α'26). Στους άνδρες αστυνομικούς χορηγείται άδεια με αποδοχές, διάρκειας τριών (3) ημερών, σε περίπτωση γέννησης τέκνου τους, κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη γέννηση. Στους αστυνομικούς που υιοθετούν τέκνο χορηγείται με τους ίδιους όρους η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 52 του Ν. 3528/2007 άδεια».

2. Η παράγραφος 5 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Γονείς που έχουν ανήλικα τέκνα, τα οποία είναι μαθητές στοιχειώδους, μέσης, γενικής ή τεχνικής εκπαίδευσης δικαιούνται να απουσιάζουν ορισμένες ώρες ή ολόκληρη την ημέρα από την εργασία τους για να επισκεφθούν το σχολείο των παιδιών τους προς παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις που εφαρμόζονται για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους».

3. Στο τέλος της παραγράφου 11 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1του Π.δ. 13/2007 (Α'9), προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να αιτηθούν αντί του μειωμένου ωραρίου, τη χορήγηση, ανά ημερολογιακό έτος και ανά περίπτωση πάσχοντος, άδειας απουσίας διάρκειας είκοσι (20) ημερών, με αποδοχές. Οι διευκολύνσεις της παρούσας παραγράφου χορηγούνται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14. Κατ' εξαίρεση, για το προσωπικό που αναφέρεται στις περιπτώσεις η', ιε' και ιζ' του άρθρου 14, οι ως άνω διευκολύνσεις χορηγούνται από τους αρμόδιους για τη χορήγηση αδειών των περιπτώσεων ζ, ιδ' και ιστ' του ιδίου άρθρου, αντίστοιχα.

4. Στο άρθρο 10 του Π.δ. 27/1986 προστίθενται παράγραφοι 12, 13 και 14 ως εξής:

«12. Στις γυναίκες αστυνομικούς που υποβάλλονται σε διαδικασία ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, χορηγείται άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας κατά την ημέρα της ωοληψίας και άδεια απουσίας δεκαπέντε (15) ημερών από την εμβρυομεταφορά, με αποδοχές. Στους άνδρες αστυνομικούς χορηγείται άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας, κατά την ημέρα της ωοληψίας, καθώς και άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας, κατά την ημέρα της εμβρυομεταφοράς της συζύγου του, με αποδοχές.

Αρμόδιοι για την έγκριση χορήγησης των προβλεπόμενων από την παρούσα παράγραφο αδειών είναι οι οριζόμενοι στο άρθρο 14 και για τη χορήγηση τους απαιτείται η προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων του δημόσιου ή ιδιωτικού κέντρου πραγματοποίησης της διαδικασίας ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

13. Στο αστυνομικό προσωπικό χορηγείται άδεια, με αποδοχές, διάρκειας πέντε (5) ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή συγγενούς έως και β' βαθμού εξ αίματος ή έως και α' βαθμού εξ αγχιστείας, κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επέλευση του θανάτου.

Αρμόδιοι για την έγκριση χορήγησης της προβλεπόμενης από την παρούσα παράγραφο άδειας είναι οι οριζόμενοι στο άρθρο 14 και για τη χορήγησή της απαιτείται η προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων.

14. Το αστυνομικό προσωπικό που πάσχει από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζει περιοδικής νοσηλείας χορηγείται ειδική άδεια απουσίας με αποδοχές έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες το χρόνο. Η ως άνω άδεια χορηγείται και στους αστυνομικούς των οποίων οι σύζυγοι ή τα τέκνα πάσχουν από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζουν περιοδικής νοσηλείας, ανά περίπτωση πάσχοντος. Τα νοσήματα που απαιτούν περιοδική νοσηλεία καθορίζονται στις διατάξεις της υπ' αριθ. Φ.400/39/5521 Σχ. 149 από 19.2.1998 απόφασης Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Υγείας και Πρόνοιας (Β'235), όπως εκάστοτε ισχύει.

Η εν λόγω άδεια χορηγείται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14. Κατ' εξαίρεση, για το προσωπικό που αναφέρεται στις περιπτώσεις η', ιε' και ιζ' του άρθρου 14, η εν λόγω άδεια χορηγείται από τους αρμόδιους για τη χορήγηση αδειών των περιπτώσεων ζ', ιδ' και ιστ' του ιδίου άρθρου, αντίστοιχα.

Άρθρο 25

1. Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 10Α του Π.δ. 27/1986, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του Π.δ. 70/2011 (Α'169), προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ειδικά, η άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού χορηγείται άπαξ και εξαντλείται μέχρι το παιδί να συμπληρώσει το έκτο (6ο) έτος της ηλικίας του».

2. Στο τέλος του άρθρου 10Α του Π.δ. 27/1986, προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Για τους γονείς μονογονεϊκών οικογενειών, τους γονείς μετά από διαζύγιο ή ακύρωση γάμου, οι οποίοι έχουν τη γονική μέριμνα του τέκνου, καθώς και στην περίπτωση που ο ένας εκ των δύο γονέων πάσχει από ψυχική, νοητική ή σωματική αναπηρία με ποσοστό 67% και άνω, η άδεια ανατροφής του τέκνου αυξάνεται κατά ένα (1) μήνα. Το ως άνω διάστημα αυξάνεται κατά δεκαπέντε (15) ημέρες για κάθε επιπλέον τέκνο».

Άρθρο 26

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς των διατάξεων των Κεφαλαίων Α' και Β' αρχίζει από την 01-09-2016, ενώ η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Γ' από τη δημοσίευση του παρόντος διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

 

ΝΟΜΟΣ 4411/ΦΕΚ Α 142/3.8.2016

Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο και του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της, σχετικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης, που διαπράττονται μέσω Συστημάτων Υπολογιστών - Μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης - πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου, ρυθμίσεις σωφρονιστικής και αντεγκληματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΦΟΒΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ, ΠΟΥ ΔΙΑΠΡΑΤΤΟΝΤΑΙ

ΜΕΣΩ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ

Άρθρο πρώτο

Κυρώνεται και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο που υπογράφηκε στη Βουδαπέστη στις 23 Νοεμβρίου 2001 και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο αυτής αναφορικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2003, το κείμενο των οποίων σε πρωτότυπο στην αγγλική και γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής:

(ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΒΛΕΠΕ ΟΙΚΕΙΟ ΦΕΚ Α’ 142/3.8.2016).

(Βλέπε: Σύμβαση 23.11.2001 του 2001 ΦΕΚ Α 142/3.8.2016).

Βλέπε: Πρωτόκολλο 28.1.2003 του 2003 ΦΕΚ Α 142/3.8.2016).

Σύμβαση για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, Βουδαπέστη 23.11.2001

Τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα άλλα Κράτη που υπογράφουν το παρόν,

Θεωρώντας ότι ο στόχος του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να επιτύχει μεγαλύτερη ενότητα μεταξύ των μελών του,

Αναγνωρίζοντας την αξία της προώθησης της συνεργασίας με τα άλλα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας Σύμβασης,

Πεπεισμένα για την ανάγκη να επιδιωχθεί κατά προτεραιότητα μία κοινή αντεγκληματική πολιτική που θα στοχεύει στην προστασία της κοινωνίας από το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, κυρίως με την υιοθέτηση της κατάλληλης νομοθεσίας και την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας.

Έχοντας επίγνωση των θεμελιωδών αλλαγών που επέφερε η ψηφιοποίηση, η σύγκλιση και η συνεχιζόμενη παγκοσμιοποίηση των δικτύων υπολογιστών.

Εκφράζοντας την ανησυχία τους για τον κίνδυνο χρησιμοποίησης των δικτύων υπολογιστών και ηλεκτρονικών πληροφοριών για την διάπραξη εγκλημάτων και αποθήκευσης και μεταφοράς των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν στα εγκλήματα αυτά δια μέσου των δικτύων αυτών.

Αναγνωρίζοντας την ανάγκη για συνεργασία μεταξύ των κρατών του Δημοσίου και του Ιδιωτικού τομέα στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και την ανάγκη να προστατευθούν τα θεμιτά συμφέροντα στην χρήση και την ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής.

Πιστεύοντας ότι η αποτελεσματική μάχη κατά του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο απαιτεί αυξημένη, ταχεία και καλά συντονισμένη διεθνή συνεργασία σε θέματα ποινικού ενδιαφέροντος.

Πεπεισμένα ότι η παρούσα Σύμβαση είναι αναγκαία για να αποτρέψει τις ενέργειες που στρέφονται κατά του απορρήτου, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των συστημάτων υπολογιστών, των δικτύων υπολογιστών και των ηλεκτρονικών δεδομένων καθώς και την μη νόμιμη χρήση αυτών των συστημάτων, δικτύων και δεδομένων, με την ποινικοποίηση αυτής, όπως περιγράφεται στην παρούσα Σύμβαση, και την υιοθέτηση μέτρων για την αποτελεσματική καταπολέμηση αυτών των εγκληματικών πράξεων, διευκολύνοντας τον εντοπισμό, την έρευνα και την δίωξη τους ,τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο και προβλέποντας ρυθμίσεις για ταχεία και αξιόπιστη διεθνή συνεργασία.

Έχοντας κατά νου την ανάγκη διασφάλισης της σωστής ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων της επιβολής του νόμου και του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτά προστατεύονται από την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1950 για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, την Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1966 για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και τις άλλες ισχύουσες συμβάσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες επιβεβαιώνουν το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει την γνώμη του χωρίς παρεμβάσεις καθώς και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο περιλαμβάνεται και η ελευθερία της αναζήτησης, λήψης και διανομής πληροφοριών και ιδεών παντός είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, καθώς και τα δικαιώματα που αφορούν τον σεβασμό του απορρήτου.

Έχοντας επίσης κατά νου το δικαίωμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτό ορίζεται για παράδειγμα στην Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 για την Προστασία του Ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα.

Έχοντας υπ' όψη την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα Δικαιώματα του Παιδιού και την Σύμβαση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας του 1999 για τις Χειρότερες Μορφές Παιδικής Εργασίας.

Λαμβάνοντας υπ' όψη τις υφιστάμενες συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για την συνεργασία στον ποινικό τομέα, καθώς και παρεμφερείς συνθήκες που υφίστανται μεταξύ των Κρατών Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων Κρατών και τονίζοντας ότι η παρούσα Σύμβαση έχει ως στόχο να συμπληρώσει αυτές τις συμβάσεις ώστε να καταστήσει περισσότερο αποτελεσματικές τις ποινικές έρευνες και τις διώξεις για εγκληματικές πράξεις που σχετίζονται με συστήματα και δεδομένα υπολογιστών και να καταστήσει δυνατή τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή για εγκληματικές πράξεις.

Επιδοκιμάζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις οι οποίες περαιτέρω προάγουν τη διεθνή συνεννόηση και συνεργασία στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειών του ΟΗΕ, του ΟΟΣΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των G8.

Έχοντας υπόψη τις Συστάσεις της Επιτροπής Υπουργών No. R (85) 10 σχετικά με την πρακτική εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αμοιβαία Συνδρομή σε Ποινικές Υποθέσεις, όσον αφορά τις αιτήσεις δικαστικής συνδρομής για την άρση απορρήτου τηλεπικοινωνιών, No. R (88) 2 σχετικά με την πειρατεία στον τομέα των πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων, No. R (87) 15 που ρυθμίζει την χρήση προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα, No. R (95) 4 σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, με ιδιαίτερη αναφορά στις τηλεφωνικές υπηρεσίες, καθώς και No. R (89) 9 σχετικά με το έγκλημα που σχετίζεται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπου υπάρχουν οδηγίες για τις εθνικές νομοθεσίες σχετικά με τους ορισμούς ορισμένων εγκλημάτων σχετιζόμενων με υπολογιστές, και No. R (95) 13 που αφορά προβλήματα της ποινικής Οικονομίας σε σχέση με την τεχνολογία της πληροφορικής.

Λαμβάνοντας υπ' όψη την υπ' αριθ. 1 Απόφαση που ελήφθη από τους Υπουργούς Δικαιοσύνης της Ευρώπης στην 21η Διάσκεψη τους (Πράγα, 10 και 11 Ιουνίου 1997), η οποία εισηγήθηκε στην Επιτροπή Υπουργών να υποστηρίξει το έργο σχετικά με το έγκλημα στον κυβερνοχώρο που επιτελεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) με σκοπό να επιτευχθεί προσέγγιση των διατάξεων των εγχώριων ποινικών δικαίων και να καταστεί δυνατή η χρήση αποτελεσματικών μέσων έρευνας των εγκλημάτων αυτών , καθώς και την υπ' αριθ. 3 Απόφαση που ελήφθη από τους Υπουργούς Δικαιοσύνης της Ευρώπης στην 23η Διάσκεψη τους (Λονδίνο, 8 και 9 Ιουνίου 2000), η οποία ενθάρρυνε τα διαπραγματευόμενα μέρη να συνεχίσουν τις προσπάθειες τους με σκοπό να βρεθούν οι κατάλληλες λύσεις ώστε να καταστεί δυνατόν να προσχωρήσει στην Σύμβαση μεγαλύτερος αριθμός Κρατών και αναγνώρισε την ανάγκη ύπαρξης ενός γρήγορου και αποτελεσματικού συστήματος διεθνούς συνεργασίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπ' όψη του τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της καταπολέμησης του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο.

Έχοντας επίσης υπ' όψη το Σχέδιο Δράσης που υιοθέτησαν οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης με την ευκαιρία της Δεύτερης Διάσκεψης Κορυφής (Στρασβούργο, 10 και 11 Οκτωβρίου 1997) για την αναζήτηση κοινά αποδεκτών λύσεων στην ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής με βάση τα πρότυπα και τις αξίες του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Συμφώνησαν τα εξής:

Κεφάλαιο I – Ορολογία

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης:

α. "σύστημα υπολογιστή" σημαίνει μία συσκευή ή ένα σύνολο διασυνδεδεμένων ή σχετιζόμενων συσκευών, μία ή περισσότερες από τις οποίες πραγματοποιεί αυτόματη επεξεργασία δεδομένων βάσει ενός προγράμματος.

β. "δεδομένα υπολογιστών" σημαίνει αναπαράσταση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη για να υποστούν επεξεργασία σε ένα σύστημα υπολογιστή, περιλαμβανομένου και ενός προγράμματος κατάλληλου για να προκαλέσει την εκτέλεση μιας λειτουργίας από ένα σύστημα υπολογιστή.

γ. "πάροχος υπηρεσιών" σημαίνει:

ι. κάθε δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που παρέχει στους χρήστες των υπηρεσιών του την δυνατότητα να επικοινωνούν μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, και

ιι. κάθε άλλος φορέας που επεξεργάζεται ή αποθηκεύει δεδομένα υπολογιστών είτε για λογαριασμό αυτής της υπηρεσίας επικοινωνίας, είτε των χρηστών αυτής της υπηρεσίας.

δ. "δεδομένα κίνησης" σημαίνει τα δεδομένα υπολογιστών που σχετίζονται με μία επικοινωνία μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, δημιουργούμενα από ένα σύστημα υπολογιστή που αποτελούσε τμήμα της αλυσίδας επικοινωνίας, τα οποία καταδεικνύουν την προέλευση, τον προορισμό, το δρομολόγιο, το χρόνο, την ημερομηνία, το μέγεθος, τη διάρκεια ή τον τύπο της υφιστάμενης υπηρεσίας της επικοινωνίας.

Κεφάλαιο II - Μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο

Τμήμα 1 - Ουσιαστικό ποινικό δίκαιο

Τίτλος 1 - Εγκλήματα κατά της εμπιστευτικότητας, ακεραιότητας και διαθεσιμότητας των δεδομένων και συστημάτων υπολογιστών

Άρθρο 2

Παράνομη πρόσβαση

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος ενός συστήματος υπολογιστή, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση διάπραξης του εγκλήματος την παραβίαση μέτρων ασφαλείας, με την πρόθεση να αποκτηθούν δεδομένα υπολογιστή ή με άλλη αθέμιτη πρόθεση, ή σε σχέση με ένα σύστημα υπολογιστή που είναι συνδεδεμένο με ένα άλλο σύστημα υπολογιστή.

Άρθρο 3

Υποκλοπή

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η υποκλοπή δια τεχνικών μέσων μη δημοσίων διαβιβάσεων δεδομένων υπολογιστή από και προς ή εντός ενός συστήματος υπολογιστή, περιλαμβανομένων και των ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών από ένα σύστημα υπολογιστή στο οποίο ευρίσκονται αυτά τα δεδομένα υπολογιστών, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση της διάπραξης του εγκλήματος την αθέμιτη πρόθεση, ή την επίτευξη σύνδεσης ενός συστήματος υπολογιστή με ένα άλλο σύστημα υπολογιστή.

Άρθρο 4

Παρεμβολές σε δεδομένα

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος βλάβη, διαγραφή, φθορά, αλλοίωση ή καταστολή δεδομένων υπολογιστών, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση.

2. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να θέσει ως προϋπόθεση ύπαρξης εγκλήματος για την συμπεριφορά που περιγράφεται στην παρ . 1 την πρόκληση σοβαρής ζημίας.

Άρθρο 5

Παρεμβολές σε συστήματα

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος σοβαρή παρακώλυση της λειτουργίας ενός συστήματος υπολογιστή δια της εισαγωγής, διαβίβασης, βλάβης, διαγραφής, φθοράς, αλλοίωσης ή καταστολής δεδομένων υπολογιστή, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση.

Άρθρο 6

Κακή χρήση συσκευών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος και από πρόθεση διάπραξη των κάτωθι:

α. Παραγωγή, πώληση, προμήθεια προς χρήση, εισαγωγή, διανομή ή άλλως διάθεση:

ι. μιας συσκευής, περιλαμβανομένου και ενός προγράμματος υπολογιστή, σχεδιασμένης ή προσαρμοσμένης πρωτίστως με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5,

ιι. ενός συνθηματικού ή κωδικού πρόσβασης, ή άλλου παρεμφερούς δεδομένου, με την χρήση του οποίου είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός συστήματος υπολογιστή, με πρόθεση να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό της διάπραξης κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5, και

β. Κατοχή ενός αντικειμένου από τα αναφερόμενα στις παραγράφους α.ι και α.ιι ανωτέρω, με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση να υπάρχει κατοχή ενός αριθμού τέτοιων αντικειμένων πριν θεμελιωθεί ποινική ευθύνη.

2. Το παρόν άρθρο δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι δημιουργεί ποινική ευθύνη σε περίπτωση που η παραγωγή, πώληση, προμήθεια προς χρήση, εισαγωγή, διανομή ή άλλως διάθεση ή κατοχή όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν γίνεται με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα Άρθρα 2 έως 5 της παρούσης Σύμβασης, όπως π.χ. για την πραγματοποίηση επιτρεπτών δοκιμών ή για την προστασία ενός συστήματος υπολογιστή.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι η επιφύλαξη αυτή δεν θα αφορά στην πώληση, στην διανομή ή άλλως στη διάθεση των αντικειμένων που περιγράφονται στην παράγραφο 1 α.ιι του παρόντος άρθρου.

Τίτλος 2 - Εγκλήματα σχετικά με υπολογιστές

Άρθρο 7

Πλαστογραφία σχετική με υπολογιστές

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η από πρόθεση και άνευ δικαιώματος εισαγωγή, αλλοίωση, διαγραφή ή καταστολή δεδομένων υπολογιστή, που έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή μη αυθεντικών δεδομένων, με σκοπό να θεωρηθούν αυτά αυθεντικά ή να γίνουν ενέργειες με βάση αυτά ωσάν να είναι αυθεντικά για νόμιμους σκοπούς, ασχέτως του εάν αυτά τα δεδομένα είναι ή όχι άμεσα αναγνώσιμα ή αντιληπτά. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση θεμελίωσης ποινικής ευθύνης την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης ή παρόμοιας αθέμιτης πρόθεσης.

Άρθρο 8

Απάτη σχετική με υπολογιστές

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η από πρόθεση και άνευ δικαιώματος πρόκληση απώλειας ξένης περιουσίας δια της

α. εισαγωγής, αλλοίωσης, διαγραφής ή καταστολής δεδομένων υπολογιστή,

β. παρέμβασης στη λειτουργία ενός συστήματος υπολογιστή

με δόλια ή αθέμιτη πρόθεση όπως, άνευ δικαιώματος, προσπορισθεί οικονομικό όφελος για τον ίδιο ή για άλλο πρόσωπο.

Τίτλος 3 - Εγκλήματα σχετικά με το περιεχόμενο

Άρθρο 9

Εγκλήματα σχετικά με την παιδική πορνογραφία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθούν στο εσωτερικό δίκαιο του οι ακόλουθες συμπεριφορές, όταν διαπράττονται από πρόθεση και άνευ δικαιώματος:

α. παραγωγή παιδικής πορνογραφίας με σκοπό την διανομή της μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,

β. προσφορά ή διάθεση παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,

γ. διανομή ή μετάδοση παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,

δ. προμήθεια παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή για ιδία χρήση ή για άλλο πρόσωπο,

ε. κατοχή παιδικής πορνογραφίας σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε ένα μέσο αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 ανωτέρω, ο όρος "παιδική πορνογραφία" περιλαμβάνει πορνογραφικό υλικό που απεικονίζει οπτικά:

α. ένα ανήλικο να εμπλέκεται σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά

β. ένα πρόσωπο που φαίνεται ότι είναι ανήλικο να συμμετέχει σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά,

γ. ρεαλιστικές εικόνες που απεικονίζουν ένα ανήλικο να εμπλέκεται σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά.

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 ανωτέρω, ο όρος "ανήλικος" περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα κάτω των 18 ετών. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, παρά ταύτα, να ορίσει χαμηλότερο όριο ηλικίας, το οποίο δεν μπορεί να είναι κάτω των 16 ετών.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει εν όλω ή εν μέρει τις παραγράφους 1, υποπαραγράφους δ και ε και 2 και τις υποπαραγράφους β και γ.

Τίτλος 4- Εγκλήματα σχετικά με παραβιάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων

Άρθρο 10

Εγκλήματα σχετικά με παραβιάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) όπως αυτά ορίζονται στο δίκαιο αυτού του Συμβαλλομένου Μέρους, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει από την Πράξη του Παρισιού της 24 Ιουλίου 1971 που αναθεώρησε την Σύμβαση της Βέρνης για την Προστασία των Λογοτεχνικών και Καλλιτεχνικών Έργων (the Bern Convention for the Protection of Literary and Artistic Works), την Συμφωνία για τις Εμπορικές Πτυχές των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας (the Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights) και την Συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας WIPO για την πνευματική ιδιοκτησία (the WIPO Copyright Treaty), με εξαίρεση τα ηθικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που παρέχονται από αυτές τις συμβάσεις, στην περίπτωση που αυτές οι πράξεις διαπράττονται από πρόθεση, σε εμπορική κλίμακα και με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η παραβίαση των συγγενικών δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται στο δίκαιο αυτού του Συμβαλλομένου Μέρους, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει από τη Σύμβαση για την Προστασία των Ερμηνευτών ή Εκτελεστών Καλλιτεχνών, των Παραγωγών Φωνογραφικών και Ραδιοτηλεοπτικών Οργανισμών (Σύμβαση της Ρώμης) (the International Convention for the Protection of Performers, Producers of Phonograms and Broadcasting Organisations - Rome Convention), την Συμφωνία για τις Εμπορικές Πτυχές των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας (the Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights) και την Σύμβαση για τις Ερμηνείες / Εκτελέσεις και τα Φωνογραφήματα (the WIPO Performances and Phonograms Treaty), με εξαίρεση τα ηθικά δικαιώματα που παρέχονται από αυτές τις συμβάσεις, όταν αυτές οι πράξεις διαπράττονται από πρόθεση, σε εμπορική κλίμακα και με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή.

3. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην προβεί σε ποινικοποίηση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου σε περιορισμένες περιπτώσεις, υπό τον όρο ότι διαθέτει άλλα αποτελεσματικά, προς τούτο, ένδικα βοηθήματα και ότι αυτή η επιφύλαξη δεν μειώνει τις διεθνείς υποχρεώσεις του Συμβαλλομένου Μέρους, όπως αυτές αναφέρονται στα διεθνή νομικά κείμενα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Τίτλος 5 - Εξαρτημένη ευθύνη και κυρώσεις

Άρθρο 11

Απόπειρα και συμμετοχή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η συνδρομή ή εξώθηση στη διάπραξη οποιουδήποτε εκ των εγκλημάτων που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως 10 της παρούσης Σύμβασης, όταν αυτά διαπράττονται από πρόθεση.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η απόπειρα διάπραξης οιουδήποτε εκ των εγκλημάτων που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 5, 7, 8 και 9.1α και γ της παρούσης Σύμβασης, όταν η απόπειρα αυτή γίνεται από πρόθεση.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει εν όλω ή εν μέρει την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12

Ευθύνη Νομικών Προσώπων

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι θα θεμελιούται ευθύνη των νομικών προσώπων για ποινικά εγκλήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, όταν αυτά διαπράττονται προς όφελος των νομικών προσώπων από ένα φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικώς ή ως μέλος ενός οργάνου του νομικού προσώπου και έχει ιθύνουσα θέση εντός αυτού του νομικού προσώπου, δυνάμει:

- εξουσιοδότησης να εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ή

- εξουσίας να λαμβάνει αποφάσεις για λογαριασμό του νομικού προσώπου, ή

-εξουσίας να ασκεί έλεγχο εντός του νομικού προσώπου.

2. Πέραν των περιπτώσεων που έχουν ήδη προβλεφθεί στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να θεμελιώνεται ευθύνη ενός νομικού προσώπου, όταν η έλλειψη επίβλεψης ή ελέγχου από ένα φυσικό πρόσωπο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, κατέστησε δυνατή την διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος που ποινικοποιείται από την παρούσα Σύμβαση, προς όφελος του νομικού προσώπου από ένα φυσικό πρόσωπο που ενεργεί υπό τον έλεγχο του .

3. Τηρουμένων των νομικών αρχών των Συμβαλλομένων Μερών, η ευθύνη ενός νομικού προσώπου μπορεί να είναι ποινική, αστική ή διοικητική.

4. Η εν λόγω ευθύνη δεν αποκλείει την θεμελίωση ποινικής ευθύνης των φυσικών προσώπων που διέπραξαν το αδίκημα.

Άρθρο 13

Κυρώσεις και μέτρα

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να εξασφαλίσει ότι τα ποινικά αδικήματα που καθιερώνονται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 τιμωρούνται με αποτελεσματικές, αναλογικές, αποτρεπτικές ποινικές ή μη κυρώσεις ή μέτρα, περιλαμβανομένων των χρηματικών κυρώσεων.

Τμήμα 2 - Δικονομικό Δίκαιο

Τίτλος 1 - Κοινές διατάξεις

Άρθρο 14

Πλαίσιο των δικονομικών διατάξεων

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεσπίσει τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν τμήμα για τους σκοπούς συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων.

2. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονται στο Άρθρο 21, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εφαρμόζει τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:

α. Στα ποινικά εγκλήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης,

β. Στα ποινικά εγκλήματα που διαπράττονται με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή και

γ. Στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή ενός ποινικού αδικήματος.

3. α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιφυλαχθεί να εφαρμόσει τα μέτρα που αναφέρονται στο Άρθρο 20 μόνον για εγκλήματα ή κατηγορίες εγκλημάτων που θα προσδιορισθούν στην επιφύλαξη, υπό τον όρο ότι το εύρος αυτών των εγκλημάτων ή των κατηγοριών εγκλημάτων δεν θα είναι περισσότερο περιορισμένο από το εύρος των εγκλημάτων στο οποίο (κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος) θα εφαρμόζει τα μέτρα που αναφέρονται στο Άρθρο 21. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος προσπαθεί να περιορίσει αυτήν την επιφύλαξη ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της ευρύτερης δυνατής εφαρμογής του μέτρου που αναφέρεται στο Άρθρο 20.

β. Όταν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, εξ αιτίας περιορισμών στην ισχύουσα νομοθεσία του κατά τον χρόνο υιοθέτησης της παρούσης Σύμβασης, δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει τα μέτρα που αναφέρονται στα Άρθρα 20 και 21 στις επικοινωνίες που διαβιβάζονται εντός ενός συστήματος υπολογιστή ενός παρόχου υπηρεσιών, το οποίο σύστημα:

ι λειτουργεί προς όφελος μιας κλειστής ομάδας χρηστών,

και

ιι δεν χρησιμοποιεί δίκτυο δημοσίων επικοινωνιών και δεν είναι συνδεδεμένο σε άλλο σύστημα υπολογιστή, δημόσιο ή ιδιωτικό, το Συμβαλλόμενο Μέρος αυτό μπορεί να επιφυλαχθεί να μην εφαρμόσει αυτά τα μέτρα σε αυτές τις επικοινωνίες. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος προσπαθεί να περιορίσει αυτήν την επιφύλαξη ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της ευρύτερης δυνατής εφαρμογής των μέτρων που αναφέρονται στα Άρθρα 20 και 21.

Άρθρο 15

Όροι και διασφαλίσεις

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξασφαλίζει ότι η θέσπιση, εκτέλεση και εφαρμογή των αρμοδιοτήτων και διαδικασιών που προβλέπονται στο παρόν τμήμα υπόκειται στους όρους και τις διασφαλίσεις που προβλέπονται από το εγχώριο δίκαιο του, οι οποίες προβλέπουν επαρκή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που δημιουργούνται από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει δυνάμει της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1950, της Διεθνούς Σύμβασης για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα του 1966 του ΟΗΕ, και των λοιπών ισχυουσών διεθνών συμφωνιών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και οι οποίες ενσωματώνουν την αρχή της αναλογικότητας.

2. Ανάλογα με το είδος της αρμοδιότητας ή της διαδικασίας, αυτοί οι όροι και οι διασφαλίσεις περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων δικαστική ή άλλη ανεξάρτητη επίβλεψη, τους λόγους που δικαιολογούν την εφαρμογή, τον περιορισμό του αντικειμένου και της διάρκειας αυτής της αρμοδιότητας ή διαδικασίας.

3. Στο βαθμό που συμβαδίζει με το δημόσιο συμφέρον και ειδικότερα με την ορθή απονομή δικαιοσύνης, το κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξετάζει την επίπτωση που έχουν οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες του παρόντος τμήματος επί των δικαιωμάτων, ευθυνών και θεμιτών συμφερόντων των τρίτων.

Τίτλος 2 - Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών

Άρθρο 16

Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να διατάξουν ή ομοίως να διασφαλίσουν την κατεπείγουσα διατήρηση συγκεκριμένων δεδομένων υπολογιστή, περιλαμβανομένων των στοιχείων κίνησης που έχουν αποθηκευθεί σε ένα σύστημα υπολογιστή, ιδίως όταν πιθανολογείται ότι τα δεδομένα του υπολογιστή είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα σε απώλεια ή τροποποίηση.

2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος υλοποιεί την παράγραφο 1 ανωτέρω με την εντολή προς ένα πρόσωπο να διατηρήσει συγκεκριμένα αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή που βρίσκονται στην κατοχή ή τον έλεγχο του, το Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να υποχρεώσει αυτό το πρόσωπο να διατηρήσει και να διαφυλάξει την ακεραιότητα των εν λόγω δεδομένων υπολογιστή για το χρονικό διάστημα που απαιτείται έως ότου μπορέσουν οι αρμόδιες αρχές να ζητήσουν την χορήγηση τους, διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τις 90 ημέρες. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ορίσει ότι η διαταγή αυτή ανανεώνεται.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να υποχρεωθεί ο κάτοχος ή άλλο πρόσωπο που έχει στην φύλαξη του τα δεδομένα υπολογιστή, να τηρεί εχεμύθεια σχετικά με αυτές τις διαδικασίες για το χρονικό διάστημα που ορίζεται από το εσωτερικό δίκαιο του.

4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο αφορούν στα Άρθρα 14 και 15.

Άρθρο 17

Κατεπείγουσα διατήρηση και μερική αποκάλυψη στοιχείων κίνησης

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα απαραίτητα νομοθετικά και άλλα μέτρα σε σχέση με τα στοιχεία κίνησης που πρέπει να διατηρηθούν δυνάμει του Άρθρου 16, για:

α. να εξασφαλισθεί ότι η κατεπείγουσα διατήρηση των στοιχείων κίνησης θα είναι διαθέσιμη ανεξαρτήτως της συμμετοχής ενός ή περισσοτέρων παροχών υπηρεσιών στη διαβίβαση αυτών των επικοινωνιών και

β. να εξασφαλισθεί η κατεπείγουσα αποκάλυψη προς την αρμόδια αρχή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή προς ένα πρόσωπο διορισμένο από αυτήν την αρχή, επαρκούς ποσότητας στοιχείων κίνησης ώστε το Συμβαλλόμενο Μέρος να είναι σε θέση να εντοπίσει τους παρόχους υπηρεσιών και την διαδρομή μέσω της οποίας διαβιβάσθηκε αυτή η επικοινωνία.

2. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Τίτλος 3 - Διαταγή επίδειξης

Άρθρο 18

Διαταγή επίδειξης

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να διατάξουν:

α. ένα πρόσωπο που βρίσκεται στην Επικράτεια του να υποβάλλει συγκεκριμένα δεδομένα υπολογιστή που βρίσκονται υπό τον έλεγχο αυτού του προσώπου και τα οποία είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε ένα μέσον αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή και

β. έναν πάροχο υπηρεσιών που προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους, να υποβάλει πληροφορίες για συνδρομητές σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές, πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών,

2. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος "πληροφορίες για συνδρομητές" σημαίνει κάθε πληροφορία υπό μορφή δεδομένων υπολογιστή ή υπό οιανδήποτε άλλη μορφή, η οποία φυλάσσεται από έναν πάροχο υπηρεσιών και αφορά τους συνδρομητές των υπηρεσιών του, με εξαίρεση τα στοιχεία κίνησης ή περιεχομένου, από την οποία μπορεί να εξακριβωθεί:

α. ο τύπος της χρησιμοποιούμενης υπηρεσίας επικοινωνιών, οι τεχνικές προδιαγραφές της και η περίοδος υπηρεσίας,

β. η ταυτότητα του συνδρομητή, η ταχυδρομική ή η γεωγραφική διεύθυνση, το τηλέφωνο και άλλοι αριθμοί πρόσβασης, τα στοιχεία χρέωσης και πληρωμής που είναι διαθέσιμα με βάση τη σύμβαση ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών,

γ. κάθε άλλη πληροφορία σχετική με τον τόπο εγκατάστασης του εξοπλισμού επικοινωνίας, που είναι διαθέσιμη με βάση την σύμβαση ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών,

Τίτλος 4 - Έρευνα και κατάσχεση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή

Άρθρο 19

Έρευνα και κατάσχεση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δοθεί η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές του να ερευνούν ή ομοίως να έχουν πρόσβαση:

α. σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε μέρος αυτού και στα δεδομένα υπολογιστή που είναι αποθηκευμένα σε αυτόν, και

β. σε ένα μέσο αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή στο οποίο υπάρχουν αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή μέσα στην επικράτεια του.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι σε περίπτωση που οι αρχές του ερευνούν ή έχουν πρόσβαση σε ένα συγκεκριμένο σύστημα υπολογιστή ή σε μέρος αυτού σε εκτέλεση της παραγράφου Ι.α και πιθανολογείται ότι τα αναζητούμενα δεδομένα είναι αποθηκευμένα σε άλλο σύστημα υπολογιστή ή μέρος αυτού μέσα στην επικράτεια του, και αυτά τα δεδομένα είναι νομίμως προσιτά ή διαθέσιμα στο αρχικό σύστημα, οι αρχές έχουν την δυνατότητα να επεκτείνουν ταχέως την έρευνα ή παρόμοια πρόσβαση προς το άλλο σύστημα.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να κατάσχουν ή ομοίως να εξασφαλίζουν τα δεδομένα υπολογιστή στα οποία απέκτησαν πρόσβαση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την εξουσία:

α. να κατάσχουν ή ομοίως να ασφαλίζουν ένα σύστημα υπολογιστή ή μέρος αυτού ή ένα μέσον αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή,

β. να παράγουν και να διατηρούν ένα αντίγραφο αυτών των δεδομένων υπολογιστή,

γ. να διατηρούν την ακεραιότητα των σχετικών αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή,

δ. να καθιστούν απρόσιτα ή να αφαιρούν αυτά τα δεδομένα υπολογιστή από το εξεταζόμενο σύστημα υπολογιστή.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να διατάξουν οποιοδήποτε πρόσωπο έχει γνώση περί της λειτουργίας του συστήματος υπολογιστή ή των μέτρων που ισχύουν για την προστασία των δεδομένων υπολογιστή που υπάρχουν σε αυτό, να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να καταστεί δυνατή η άσκηση των μέτρων που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2.

5. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Τίτλος 5 - Συλλογή δεδομένων υπολογιστή σε πραγματικό χρόνο

Άρθρο 20

Συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να:

α. συλλέγουν ή καταγράφουν με την εφαρμογή τεχνικών μέσων στην επικράτεια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους, και

β. αναγκάζουν έναν πάροχο υπηρεσιών με την υφιστάμενη τεχνική ικανότητα του:

ι να συλλέγει ή καταγράφει με την εφαρμογή τεχνικών

μέσων στην επικράτεια αυτή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

ιι να συνεργάζεται και να βοηθά τις αρμόδιες αρχές στην συλλογή ή καταγραφή, δεδομένων κίνησης, σε πραγματικό χρόνο, σε σχέση με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια του που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή.

2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος λόγω των πάγιων αρχών του εσωτερικού νομικού συστήματος του δεν μπορεί να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο Ι.α μπορεί άντ' αυτών να λάβει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι θα γίνεται συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων κίνησης που σχετίζονται με τις συγκεκριμένες επικοινωνίες που διαβιβάζονται στην επικράτεια του, δια της εφαρμογής τεχνικών μέσων σε αυτήν την επικράτεια.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξαναγκασθεί ένας πάροχος υπηρεσιών να τηρήσει εχεμύθεια ως προς το γεγονός της εκτέλεσης κάποιας δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και κάθε πληροφορίας που σχετίζεται με αυτήν.

4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Άρθρο 21

Άρση του απορρήτου των δεδομένων περιεχομένου

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία σε σχέση με ένα φάσμα σοβαρών εγκλημάτων που θα καθοριστούν από το εσωτερικό δίκαιο, ώστε να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να:

α. συλλέγουν ή καταγράφουν με την εφαρμογή τεχνικών μέσων στην επικράτεια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους, και

β. αναγκάζουν έναν πάροχο υπηρεσιών με την υφιστάμενη τεχνική ικανότητα του:

ι να συλλέγει ή καταγράφει με την εφαρμογή τεχνικών

μέσων στην επικράτεια αυτή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

ιι να συνεργάζεται και να βοηθά τις αρμόδιες αρχές στη συλλογή ή καταγραφή, δεδομένων περιεχομένου, σε πραγματικό χρόνο, σε σχέση με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια του που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή.

2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος λόγω των πάγιων αρχών του εσωτερικού νομικού συστήματος του δεν μπορεί να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 .α μπορεί αντ' αυτών να λάβει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζει ότι θα γίνεται συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων περιεχομένου για συγκεκριμένες επικοινωνίες που διαβιβάζονται στην επικράτεια του, δια της εφαρμογής τεχνικών μέσων σε αυτήν την επικράτεια.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξαναγκασθεί ένας πάροχος υπηρεσιών να τηρεί εχεμύθεια ως προς το γεγονός της εκτέλεσης κάποιας εξουσίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και κάθε πληροφορίας που σχετίζεται με αυτήν.

4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Τμήμα 3 - Δικαιοδοσία

Άρθρο 22

Δικαιοδοσία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία επί κάθε εγκλήματος που ποινικοποιείται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης, όταν τα εγκλήματα αυτά διαπράττονται:

α. εντός της επικράτειας του ή

β. επί ενός πλοίου που φέρει την σημαία του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

γ. επί ενός αεροσκάφους που είναι καταχωρημένο σύμφωνα με τους νόμους του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

δ. από ένα πολίτη του, εάν το έγκλημα τιμωρείται από το ποινικό δίκαιο στον τόπο που διαπράχθηκε ή εάν το έγκλημα διαπράχθηκε εκτός της εδαφικής δικαιοδοσίας ενός κράτους.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιφυλαχθεί να εφαρμόσει μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υπό συγκεκριμένες συνθήκες τους κανόνες περί δικαιοδοσίας που αναφέρονται στις παραγράφους Ι.β έως Ι.δ του παρόντος Άρθρου ή μέρους αυτού.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεμελιωθεί δικαιοδοσία επί των εγκλημάτων που αναφέρονται στο Άρθρο 24 παράγραφος 1, της παρούσας Σύμβασης, σε περιπτώσεις όπου ο φερόμενος ως εγκληματίας είναι παρών μέσα στην επικράτεια του και δεν τον εκδίδει σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος αποκλειστικώς και μόνον με βάση την εθνικότητα του, κατόπιν αίτησης έκδοσης.

4. Η παρούσα Σύμβαση δεν αποκλείει την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του.

5. Όταν περισσότερα από ένα Συμβαλλόμενα Μέρη διεκδικούν δικαιοδοσία επί ενός εγκλήματος που ποινικοποιείται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, τα εμπλεκόμενα μέρη θα διαβουλευθούν, όπου αυτό απαιτείται, με σκοπό να προσδιορισθεί η καταλληλότερη δικαιοδοσία για να ασκηθεί δίωξη.

Κεφάλαιο III - Διεθνής συνεργασία

Τμήμα 1 - Γενικές αρχές

Τίτλος 1 - Γενικές αρχές σχετικά με την διεθνή συνεργασία

Άρθρο 23

Γενικές αρχές σχετικές με την διεθνή συνεργασία

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη συνεργάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και με την εφαρμογή των σχετικών διεθνών συμφωνιών διεθνούς συνεργασίας σε ποινικά θέματα, των ρυθμίσεων που έχουν γίνει με βάση την ενιαία ή αμοιβαία νομοθεσία, και τους εσωτερικούς νόμους, στη μέγιστη δυνατή έκταση για την πραγματοποίηση ερευνών ή την άσκηση διώξεων για ποινικά αδικήματα σχετιζόμενα με συστήματα υπολογιστών και δεδομένα, ή για την συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή που αφορούν ποινικά αδικήματα.

Τίτλος 2 - Αρχές σχετικά με την έκδοση

Άρθρο 24

Έκδοση

1. α. Το παρόν άρθρο αφορά εκδόσεις μεταξύ Συμβαλλόμενων Μερών για τα αδικήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης, υπό τον όρο ότι αυτά τιμωρούνται βάσει των νόμων αμφοτέρων των Συμβαλλόμενων Μερών με στερητική της ελευθερίας ποινή της οποίας το μέγιστο ύψος είναι τουλάχιστον ένα έτος, ή με ακόμη βαρύτερη ποινή.

β. Όταν μια διαφορετική ελαχίστη ποινή ισχύει δυνάμει μιας ρύθμισης η οποία έχει συμφωνηθεί με βάση την ενιαία ή αμοιβαία νομοθεσία ή μια συνθήκη περί έκδοσης, περιλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης (ΕΤ8 No. 24), που ισχύει μεταξύ δύο ή περισσότερων Συμβαλλόμενων Μερών, τότε ισχύει η ελαχίστη ποινή που προβλέπεται δυνάμει της εν λόγω ρύθμισης.

2. Τα ποινικά αδικήματα που περιγράφονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου θεωρούνται ότι αποτελούν εγκλήματα για το οποία επιτρέπεται η έκδοση σε κάθε συνθήκη έκδοσης που ισχύει μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν να συμπεριλάβουν τα εν λόγω εγκλήματα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, σε κάθε συνθήκη έκδοσης που θα συνάψουν μεταξύ τους.

3. Εάν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος έχει ως προϋπόθεση για την έκδοση την ύπαρξη συνθήκης, και αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος λάβει ένα αίτημα έκδοσης από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος με τον οποίο δεν έχει συνάψει σύμβαση έκδοσης, μπορεί να θεωρήσει την παρούσα Σύμβαση ως την νομική βάση για την έκδοση σε σχέση με οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

4. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη που δεν έχουν ως προϋπόθεση για την έκδοση την ύπαρξη σύμβασης, θα αναγνωρίζουν τα ποινικά αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ως αδικήματα μεταξύ των.

5. Η έκδοση υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπει το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, ή οι ισχύουσες συμβάσεις περί έκδοσης, συμπεριλαμβανομένων και των λόγων για τους οποίους το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, μπορεί να αρνηθεί την έκδοση.

6. Εάν η έκδοση για ένα ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου απορριφθεί μόνο με βάση την υπηκοότητα του εκζητούμενου προσώπου ή επειδή το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, θεωρεί ότι έχει δικαιοδοσία επί του εγκλήματος, τότε το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, παραπέμπει την υπόθεση κατόπιν αιτήματος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους στις αρμόδιες αρχές του με σκοπό να ασκηθεί ποινική δίωξη και θα αναφέρει την τελική έκβαση στο αιτούν μέρος σε εύθετο χρόνο. Οι εν λόγω αρχές εκδίδουν την απόφαση τους, διεξάγουν τις έρευνες τους και ασκούν την δίωξη τους με τον ίδιο τρόπο όπως και για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα παρεμφερούς φύσης σύμφωνα με τον νόμο του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους.

7. α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, την στιγμή της υπογραφής ή όταν καταθέτει το έγγραφο κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, γνωστοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης το όνομα και την διεύθυνση κάθε αρχής που είναι υπεύθυνη για την έκδοση και λήψη αιτημάτων έκδοσης ή προσωρινής σύλληψης σε περίπτωση μη ύπαρξης σύμβασης.

β. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει ένα μητρώο των αρχών που θα γνωστοποιηθούν κατ' αυτόν τον τρόπο από τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υπάρχουν στο μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.

Τίτλος 3 - Γενικές αρχές σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή

Άρθρο 25

Γενικές αρχές σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν την ευρύτερη δυνατή αμοιβαία συνδρομή μεταξύ τους για την πραγματοποίηση ερευνών ή την άσκηση διώξεων σε περιπτώσεις ποινικών αδικημάτων σχετιζόμενων με συστήματα υπολογιστή και δεδομένων, ή για την συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή που αφορούν σε ένα ποινικό αδίκημα.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει επίσης τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που καθορίζονται στα άρθρα 27 έως 35.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, σε επείγουσες περιστάσεις, μπορεί να απευθύνει αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ή σχετικά μηνύματα με γρήγορα μέσα επικοινωνίας όπως τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο υπό την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά εξασφαλίζουν τα απαραίτητα επίπεδα ασφάλειας και γνησιότητας (συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης κρυπτογραφίας στις περιπτώσεις που απαιτείται), και ότι θα επακολουθεί επίσημη επιβεβαίωση, όταν αυτή ζητείται από το μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, αποδέχεται και απαντά στο αίτημα με οποιοδήποτε από τα γρήγορα μέσα επικοινωνίας.

4. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά σε άρθρα του παρόντος κεφαλαίου, η αμοιβαία συνδρομή υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, ή από τις ισχύουσες συμβάσεις περί αμοιβαίας συνδρομής, περιλαμβανόμενων των λόγων για τους οποίους το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, μπορεί να αρνηθεί τη συνεργασία. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, δεν ασκεί το δικαίωμα άρνησης της αμοιβαίας συνδρομής για τα εγκλήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 έως 11 με μόνη αιτιολογία ότι το αίτημα αφορά ένα έγκλημα το οποίο θεωρεί ως φορολογικό.

5. Στην περίπτωση που σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, έχει το δικαίωμα να θέσει ως προϋπόθεση για την παροχή αμοιβαίας συνδρομής την ύπαρξη διττού αξιόποινου, η προϋπόθεση αυτή θα θεωρείται ότι εκπληρώνεται, ασχέτως εάν οι νόμοι του κατατάσσουν το έγκλημα στην ίδια κατηγορία εγκλημάτων ή εάν περιγράφουν το έγκλημα με την ίδια ορολογία με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, εάν η περιγραφόμενη συμπεριφορά για την οποία ζητείται η συνδρομή, αποτελεί ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους δικούς του νόμους.

Άρθρο 26

Αυθόρμητη ενημέρωση

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, μέσα στα όρια του εσωτερικού του δικαίου και χωρίς προηγουμένως να του ζητηθεί, μπορεί να αποστείλει σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος πληροφορίες που έχει λάβει στα πλαίσια των δικών του ερευνών, όταν κρίνει ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε να βοηθήσει το Συμβαλλόμενο Μέρος, που λαμβάνει τις πληροφορίες, να ξεκινήσει ή να διενεργήσει έρευνες ή να ασκήσει διώξεις για ποινικά αδικήματα που θεμελιώνονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση ή που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αίτημα συνεργασίας από εκείνο το Συμβαλλόμενο Μέρος δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου.

2. Πριν χορηγήσει τις πληροφορίες αυτές, το παρέχον Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει να τηρηθεί εμπιστευτικότητα ως προς αυτές ή να χρησιμοποιηθούν αυτές υπό όρους. Εάν το λαμβάνον Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να συμμορφωθεί με το αίτημα αυτό, πρέπει να ειδοποιεί σχετικά το παρέχον τις πληροφορίες Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο στη συνέχει θα κρίνει εάν οι πληροφορίες αυτές πρέπει να δοθούν Εάν το λαμβάνον Συμβαλλόμενο Μέρος αποδεχθεί τις πληροφορίες με τους όρους αυτούς, τότε θα δεσμεύεται από αυτούς.

Τίτλος 4 Διαδικασίες που αφορούν τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ελλείψει ισχυουσών διεθνών συμφωνιών

ΑΡΘΡΟ 27

Διαδικασίες που αφορούν τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ελλείψει ισχυουσών διεθνών συμβάσεων

1.Σε περίπτωση που μεταξύ του αιτούντος και του Συμβαλλόμενου Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στην βάση της ενιαίας ή αμοιβαίας νομοθεσίας, ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 9 του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν στην περίπτωση που υφίσταται τέτοιου είδους σύμβαση, ρύθμιση ή νομοθεσία, εκτός εάν τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνήσουν να εφαρμόσουν αντ’ αυτών σύνολο ή μέρος του υπόλοιπου του παρόντος άρθρου.

2.α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει μία (ή περισσότερες) κεντρική αρχή που είναι υπεύθυνη για την αποστολή και την απάντηση αιτήσεων, αμοιβαίας συνδρομής, για την εκτέλεση των αιτήσεων αυτών ή για την διαβίβασή τους προς τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εκτέλεσή τους.

β. Οι κεντρικές αρχές επικοινωνούν απ’ ευθείας μεταξύ τους.

γ. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, κατά το χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτει τα έγγραφα κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, γνωστοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης τα ονόματα και τις διευθύνσεις των αρχών που ορίζονται σε εκτέλεση της παρούσας παραγράφου.

δ. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει ένα μητρώο των κεντρικών αρχών που θα οριστούν από τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υπάρχουν στο μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.

3. Οι αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής δυνάμει του παρόντος άρθρου εκτελούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται από τον αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, εκτός εάν είναι ασύμβατες με το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.

4. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, πέραν των λόγων άρνησης που ορίζονται στο Άρθρο 25, παράγραφος 4, μπορεί να αρνηθεί τη συνδρομή εάν:

α. η αίτηση αφορά ένα έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα σχετιζόμενο με ένα πολιτικό έγκλημα, ή

β. θεωρεί ότι η εκτέλεση της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή άλλα ουσιαστικά δικαιώματα του.

5. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μπορεί να αναβάλει να ενεργήσει επί μιας αίτησης εάν η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τις ποινικές έρευνες ή διώξεις που διενεργούνται από τις αρχές του.

6. Πριν αρνηθεί ή αναβάλει τη συνδρομή, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, εξετάζει, εάν χρειάζεται, κατόπιν διαβούλευσης με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος εάν η αίτηση μπορεί να γίνει δεκτή μερικώς ή υπό τους όρους που εκείνο θα θεωρήσει αναγκαίους.

7. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ενημερώνει αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για την έκβαση της εκτέλεσης της αίτησης συνδρομής. Σε περίπτωση άρνησης ή αναβολής της αίτησης συνδρομής θα αναφέρονται οι λόγοι. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ενημερώνει επίσης το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για τους τυχόν λόγους που καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση της αίτησης ή που πιθανώς θα την καθυστερήσουν σημαντικά.

8. Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει από το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, να τηρήσει εμπιστευτικότητα ως προς το γεγονός της υποβολής μιας αίτησης δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και για το αντικείμενο αυτής, εκτός εάν τούτο απαιτείται για την εκτέλεση της. Εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν μπορεί να συμμορφωθεί με το αίτημα εμπιστευτικότητας, ειδοποιεί αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο, στη συνέχεια κρίνει εάν μολαταύτα η αίτηση θα πρέπει να εκτελεστεί.

9.α. Σε περίπτωση επείγοντος, οι αιτήσεις για αμοιβαία συνδρομή ή οι σχετικές επικοινωνίες αποστέλλονται απ' ευθείας από τις δικαστικές αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους προς τις αντίστοιχες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, αποστέλλεται ταυτοχρόνως ένα

αντίγραφο στην κεντρική αρχή του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μέσω της κεντρικής αρχής του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.

β. Κάθε αίτηση ή επικοινωνία σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο μπορεί να γίνει μέσω του Διεθνούς Ποινικού Αστυνομικού Οργανισμού (Ιντερπόλ).

γ. Όταν υποβάλλεται μία αίτηση σύμφωνα με την υποπαράγραφο α του παρόντος άρθρου και η αρχή δεν είναι αρμόδια να επιληφθεί της αίτησης, διαβιβάζει την αίτηση στην αρμοδία εθνική αρχή και ενημερώνει απ' ευθείας σχετικώς το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος.

δ. Οι αιτήσεις ή οι επικοινωνίες, που γίνονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και δεν συνεπάγονται εξαναγκασμό σε ενέργεια, μπορούν να διαβιβάζονται απ' ευθείας από τις αρμόδιες αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους προς τις αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.

ε. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος κατά το χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτει το έγγραφο κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, μπορεί να δηλώσει στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι για λόγους αποτελεσματικότητας, οι αιτήσεις δυνάμει της παρούσας παραγράφου θα απευθύνονται στην κεντρική αρχή του.

Άρθρο 28

Εμπιστευτικότητα και περιορισμοί

1. Όταν δεν υφίσταται σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής με βάση ενιαία ή αμοιβαία ισχύουσα νομοθεσία μεταξύ του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους και του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή όταν υφίσταται τέτοια συνθήκη, ρύθμιση ή νομοθεσία, εκτός εάν τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνήσουν να εφαρμόζουν το σύνολο ή το υπόλοιπο του παρόντος άρθρου αντ' αυτών.

2. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μπορεί να θέσει προϋποθέσεις για την παροχή πληροφοριών ή υλικού σε απάντηση μιας αίτησης, υπό τον όρο ότι:

α. οι πληροφορίες θα τηρηθούν εμπιστευτικές σε περίπτωση που η αίτηση για αμοιβαία δικαστική συνδρομή δεν μπορεί να εκτελεστεί χωρίς την προϋπόθεση αυτή, ή

β. δεν θα χρησιμοποιηθούν για έρευνες ή διώξεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στην αίτηση.

3. Εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να συμμορφωθεί με μία προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ενημερώνει αμέσως το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο στη συνέχεια κρίνει εάν οι πληροφορίες πρέπει να δοθούν. Εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος αποδεχθεί αυτόν τον όρο, τότε θα δεσμεύεται από αυτόν.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος που παρέχει πληροφορίες ή υλικό, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μπορεί να ζητήσει από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να εξηγήσει σχετικά με την προϋπόθεση αυτή πως χρησιμοποίησε αυτές τις πληροφορίες ή το υλικό.

Τμήμα 2-Ειδικές διατάξεις

Τίτλος I — Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με προληπτικά μέτρα

Άρθρο 29

Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να, ζητήσει από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να διατάξει ή με άλλο τρόπο εξασφαλίσει την κατεπείγουσα διατήρηση δεδομένων που είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή, το οποίο ευρίσκεται στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλομένου Μέρους, για τα οποία το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος προτίθεται να υποβάλει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής με σκοπό την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση, εξασφάλιση ή αποκάλυψη των δεδομένων.

2. Κάθε αίτηση διατήρησης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρέπει να αναφέρει:

α. την αρχή που ζητεί την διατήρηση,

β. το έγκλημα που αποτελεί το αντικείμενο της ποινικής έρευνας ή δίωξης και συνοπτική περιγραφή των συναφών πραγματικών περιστατικών,

γ. τα προς διατήρηση αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή και την σχέση τους με το έγκλημα,

δ. κάθε διαθέσιμη πληροφορία που ταυτοποιεί τον κατέχοντα τα αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή ή τη θέση του συστήματος υπολογιστή,

ε. την αναγκαιότητα της διατήρησης και

στ. ότι το Συμβαλλόμενο Μέρος προτίθεται να υποβάλει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής για την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση, εξασφάλιση ή αποκάλυψη των αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή.

3. Με την λήψη της αίτησης από Συμβαλλόμενο Μέρος, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την κατεπείγουσα διατήρηση των συγκεκριμένων δεδομένων, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο. Για τους σκοπούς της ανταπόκρισης στην αίτηση, δεν απαιτείται η ύπαρξη διττού αξιόποινου ως προϋπόθεση για την εν λόγω διατήρηση,.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει θέσει ως προϋπόθεση την ύπαρξη διττού αξιόποινου για την ανταπόκριση σε μία αίτηση για αμοιβαία συνδρομή με σκοπό την έρευνα ή τη με ανάλογο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση ή την με ανάλογο τρόπο εξασφάλιση ή αποκάλυψη των αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή, μπορεί, για εγκλήματα άλλα από εκείνα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της Σύμβασης, να διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί την ανταπόκριση στην αίτηση για διατήρηση δυνάμει του παρόντος άρθρου, στις περιπτώσεις που έχει λόγους να πιστεύει ότι κατά την στιγμή της αποκάλυψης των δεδομένων δεν μπορεί να εκπληρωθεί η προϋπόθεση του διττού αξιόποινου.

5. Επί πλέον, μία αίτηση για διατήρηση μπορεί να απορριφθεί μόνον εάν:

α. η αίτηση αφορά έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, χαρακτηρίζει ως πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα που σχετίζεται με πολιτικό έγκλημα, ή

β. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η αποδοχή της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, την δημόσια τάξη ή άλλα θεμελιώδη συμφέροντα του.

6. Στην περίπτωση που το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η διατήρηση δεν θα εξασφαλίσει την μελλοντική διαθεσιμότητα των δεδομένων ή ότι θα απειλήσει την εμπιστευτικότητα ή άλλως θα βλάψει την έρευνα του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, ενημερώνει αμέσως σχετικά το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο κρίνει εάν η αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή σε κάθε περίπτωση.

7. Κάθε διατήρηση που πραγματοποιείται σε ανταπόκριση της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, θα γίνεται για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών, με σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος να υποβάλει αίτηση για την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση ή με παρόμοιο τρόπο εξασφάλιση ή αποκάλυψη των δεδομένων. Μετά τη λήψη μιας τέτοιας αίτησης, τα δεδομένα συνεχίζουν να διατηρούνται μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αυτής.

Άρθρο 30

Κατεπείγουσα αποκάλυψη διατηρηθέντων δεδομένων κίνησης

1. Σε περίπτωση που κατά τη διαδικασία αποδοχής του αιτήματος που υποβλήθηκε σύμφωνα με το Άρθρο 29 για διατήρηση δεδομένων κίνησης που αφορούν σε μια συγκεκριμένη επικοινωνία, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, διαπιστώσει ότι ένας πάροχος υπηρεσιών σε άλλο Κράτος αναμίχθηκε στη διαβίβαση της επικοινωνίας, το Συμβαλλόμενο αυτό Μέρος αποκαλύπτει κατεπειγόντως στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος επαρκή ποσότητα δεδομένων κίνησης για να ταυτοποιηθεί ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών και η διαδρομή μέσω της οποίας διαβιβάσθηκε η επικοινωνία αυτή.

2. Η αποκάλυψη των δεδομένων κίνησης δυνάμει της παραγράφου 1 μπορεί να απορριφθεί μόνον εάν:

α. η αίτηση αφορά έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, χαρακτηρίζει ως πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα που σχετίζεται με πολιτικό έγκλημα ή

β. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η εκτέλεση της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, την δημόσια τάξη ή άλλα θεμελιώδη συμφέροντα του.

Τίτλος 2 - Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με ανακριτικές πράξεις

Άρθρο 31

Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με την πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να ερευνήσει ή με παρόμοιο τρόπο αποκτήσει πρόσβαση, κατάσχει ή με παρόμοιο τρόπο εξασφαλίσει ή αποκαλύψει δεδομένα που είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή που βρίσκεται στην επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, περιλαμβανομένων των δεδομένων που έχουν διατηρηθεί κατ' εφαρμογή του Άρθρου 29.

2. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ανταποκρίνεται στην αίτηση αυτή εφαρμόζοντας τις διεθνείς συμβάσεις, ρυθμίσεις και νόμους που αναφέρονται στο Άρθρο 23, και σύμφωνα με τις λοιπές σχετικές διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

3. Το αίτημα αντιμετωπίζεται σε κατεπείγουσα βάση όταν:

α. λογίζεται βάσιμα ότι τα σχετικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε απώλεια ή τροποποίηση, ή

β. οι συμβάσεις, ρυθμίσεις και νόμοι που αναφέρονται στην παράγραφο 2 προβλέπουν κατεπείγουσα συνεργασία.

Άρθρο 32

Διασυνοριακή πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή, μετά από συναίνεση ή σε περίπτωση που αυτά είναι διαθέσιμα στο κοινό

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, χωρίς την εξουσιοδότηση του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους:

α. να έχει πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή που είναι διαθέσιμα στο κοινό (ανοικτή πηγή), ασχέτως της γεωγραφικής θέσης των δεδομένων, ή

β. να αποκτήσει πρόσβαση ή να λάβει, μέσω ενός συστήματος υπολογιστή στην επικράτεια του, δεδομένα υπολογιστή που είναι αποθηκευμένα σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος λάβει την νόμιμη και οικειοθελή συναίνεση του προσώπου που έχει την νόμιμη εξουσία να αποκαλύπτει τα δεδομένα στο Συμβαλλόμενο Μέρος μέσω του συστήματος υπολογιστή του.

Άρθρο 33

Δικαστική συνδρομή για την συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τη συλλογή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων κίνησης σχετικά με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια τους, που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή. Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 2, η εν λόγω συνδρομή διέπεται από τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος παρέχει παρόμοια συνδρομή τουλάχιστον αναφορικά με αδικήματα για τα οποία επιτρέπεται, η συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο σε παρόμοιες υποθέσεις σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.

Άρθρο 34

Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με την άρση απορρήτου δεδομένων περιεχομένου

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για την συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων περιεχομένου σχετικά με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια τους, που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, στον βαθμό που επιτρέπεται από τις ισχύουσες συμβάσεις και το εσωτερικό τους δίκαιο.

Τίτλος 3 - Δίκτυο 24/7

Άρθρο 35

Δίκτυο 24/7

1.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει ένα σημείο επαφής που θα είναι διαθέσιμο σε εικοσιτετράωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η παροχή άμεσης συνδρομής, σε περιπτώσεις έρευνας ή δίωξης αναφορικά με ποινικά αδικήματα σχετιζόμενα με συστήματα και δεδομένα υπολογιστή, ή με σκοπό την συλλογή των αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή για ένα ποινικό αδίκημα. Η εν λόγω συνδρομή περιλαμβάνει την διευκόλυνση ή, εάν αυτό επιτρέπεται από το εσωτερικό δίκαιο και την πρακτική, την άμεση εφαρμογή των ακόλουθων μέτρων.

α. την παροχή τεχνικών συμβουλών,

β. την διατήρηση των δεδομένων σύμφωνα με τα Αρθρα 29 και 30,

γ. τη συλλογή, αποδεικτικών στοιχείων, παροχή νομικής ενημέρωσης και τον εντοπισμό των υπόπτων.

2. α. Το σημείο επαφής κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους είναι αρμόδιο να επικοινωνεί σε κατεπείγουσα βάση με το σημείο επαφής ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.

β. Εάν το σημείο επαφής που θα ορίσει ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν ανήκει στην αρχή (ή τις αρχές του Συμβαλλόμενου αυτού Μέρους που είναι αρμόδια (ή αρμόδιες) για την παροχή αμοιβαίας συνδρομής ή για την έκδοση, το σημείο επαφής διασφαλίζει ότι είναι σε θέση να συντονίζεται με την αρχή (ή τις αρχές) αυτή (ή αυτές) σε κατεπείγουσα βάση.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξασφαλίζει την ύπαρξη διαθέσιμου εκπαιδευμένου και καταρτισμένου προσωπικού για την διευκόλυνση της λειτουργίας του δικτύου.

Κεφάλαιο IVTελικές διατάξεις

Άρθρο 36

Υπογραφή και θέση σε ισχύ

1.Η παρούσα Σύμβαση είναι ανοικτή για υπογραφή από τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και από τα Κράτη μέλη που έλαβαν μέρος στην επεξεργασία της.

2.Η παρούσα Σύμβαση υπόκειται σε κύρωση, αποδοχή ή έγκριση. Τα έγγραφα κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης κατατείθενται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

3. Η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία πέντε Κράτη, μεταξύ των οποίων πρέπει να περιλαμβάνονται τουλάχιστον τρία Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης θα έχουν εκφράσει την συναίνεσή τους να δεσμευτούν από την Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2.

4. Σε σχέση με κάθε υπογράφον Κράτος που εκφράζει μεταγενεστέρως την συναίνεση του να δεσμευτεί από αυτήν, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία το εν λόγω Κράτος εκφράζει την συναίνεση του να δεσμευτεί από την Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2.

Άρθρο 37

Προσχώρηση στην Σύμβαση

1. Μετά την θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, αφού διαβουλευτεί και λάβει την ομόφωνη συναίνεση των Συμβαλλόμενων Κρατών της Σύμβασης, μπορεί να καλεί κάθε Κράτος που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου και δεν έχει συμμετάσχει στην επεξεργασία της Σύμβασης, να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση. Η απόφαση λαμβάνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται από το Άρθρο 20.δ του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης, και με ομοφωνία των εκπροσώπων των Συμβαλλόμενων Κρατών που συμμετέχουν στην Επιτροπή Υπουργών.

2. Σε σχέση με κάθε υπογράφον Κράτος που προσχωρεί στην Σύμβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ανωτέρω, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα κατάθεσης του εγγράφου προσχώρησης στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Άρθρο 38

Εδαφική εφαρμογή

1. Κάθε Κράτος, κατά τη στιγμή της υπογραφής ή της κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, καθορίζει την επικράτεια ή τις επικράτειες στις οποίες εφαρμόζεται η Σύμβαση.

2. Κάθε Κράτος, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, με δήλωση που θα απευθύνει στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, μπορεί να επεκτείνει την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης σε κάθε άλλη επικράτεια που θα καθορίσει στη δήλωση. Σε σχέση με αυτή την επικράτεια, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα παραλαβής της δήλωσης από το Γενικό Γραμματέα.

3. Κάθε δήλωση που γίνεται δυνάμει των προηγούμενων δύο παραγράφων προκειμένου περί κάθε επικράτειας καθοριζόμενης στην εν λόγω δήλωση, μπορεί να αποσυρθεί με ειδοποίηση απευθυνόμενη προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η απόσυρση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα παραλαβής της εν λόγω ειδοποίησης από το Γενικό Γραμματέα.

Άρθρο 39

Αποτελέσματα της Σύμβασης

1. Σκοπός της παρούσας Σύμβασης είναι να συμπληρώσει τις ισχύουσες πολυμερείς ή διμερείς συνθήκες ή ρυθμίσεις μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών, περιλαμβανόμενων των διατάξεων:

- της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης που άνοιξε προς υπογραφή στο Παρίσι στις 13 Δεκεμβρίου 1957 (ETS No. 24),

-ης Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αμοιβαία Συνδρομή σε Ποινικές Υποθέσεις, που άνοιξε προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 20 Απριλίου 1959 (ETS No. 30),

- του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαστικής Συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων, που άνοιξε προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 17 Μαρτίου 1978 (ETS No. 99).

2. Εάν δύο ή περισσότερα Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν ήδη συνάψει συμφωνία ή συνθήκη πάνω σε θέματα που ρυθμίζονται από την παρούσα Σύμβαση ή έχουν ρυθμίσει διαφορετικά τις σχέσεις τους πάνω σε αυτά τα θέματα, ή εάν το πράξουν στο μέλλον, δικαιούνται επίσης να εφαρμόζουν εκείνη την σύμβαση ή συνθήκη ή να ρυθμίζουν αναλόγως εκείνες τις σχέσεις. Εν τούτοις, σε περίπτωση που τα Συμβαλλόμενα Μέρη ρυθμίσουν τις σχέσεις τους πάνω σε θέματα τα οποία ρυθμίζει η παρούσα Σύμβαση με τρόπο διαφορετικό από ότι σε αυτή, το πράττουν κατά τρόπον που είναι συμβατός με τους σκοπούς και πς αρχές της Σύμβασης.

3. Η παρούσα Σύμβαση δεν μπορεί να θίγει άλλα δικαιώματα, περιορισμούς, υποχρεώσεις και ευθύνες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους.

Άρθρο 40

Δηλώσεις

Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατά τη στιγμή της υπογραφής ή κατά το χρόνο της κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, κάθε Κράτος μπορεί να δηλώσει ότι κάνει χρήση της δυνατότητας να απαιτήσει πρόσθετα στοιχεία, όπως ορίζουν τα Άρθρα 2, 3, 6 παράγραφος Ι.β, 7, 9παράγραφος 3, και27 παράγραφος 9.ε.

Άρθρο 41

Ομοσπονδιακή ρήτρα

1. Ένα ομόσπονδο Κράτος μπορεί να επιφυλαχθεί να αναλάβει υποχρεώσεις, δυνάμει του Κεφαλαίου II της παρούσας Σύμβασης σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τη σχέση μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης του και των συστατικών Πολιτειών του ή άλλων παρόμοιων εδαφικών ενοτήτων υπό τον όρο ότι θα συνεχίσει να είναι σε θέση να συνεργάζεται με βάση το Κεφάλαιο III.

2. Όταν διατυπώσει μια επιφύλαξη σύμφωνα με την παράγραφο 1, ένα ομόσπονδο Κράτος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τους όρους αυτής της επιφύλαξης για να αποκλείσει ή να μειώσει τις υποχρεώσεις του για τη θέσπιση των μέτρων που ορίζονται στο Κεφάλαιο II. Εν γένει, θα προβλέψει ευρύτερες και αποτελεσματικότερες αρμοδιότητες επιβολής του νόμου σε σχέση με τα μέτρα αυτά.

3. Σε σχέση με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, η εφαρμογή των οποίων εμπίπτει στη δικαιοδοσία των συστατικών Πολιτειών του ή άλλων παρόμοιων εδαφικών ενοτήτων, που δεν είναι υποχρεωμένες από το συνταγματικό σύστημα της ομοσπονδίας να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των Πολιτειών αυτών για τις εν λόγω διατάξεις και θα δώσει τη θετική γνώμη της, ενθαρρύνοντας τις Πολιτείες να ενεργήσουν καταλλήλως για την θέση τους σε ισχύ.

Άρθρο 42

Επιφυλάξεις

Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατά τη στιγμή της υπογραφής ή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, κάθε Κράτος μπορεί να δηλώσει ότι κάνει χρήση των επιφυλάξεων που προβλέπονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 2, Άρθρο 6 παράγραφος 3, Άρθρο 9 παράγραφος 4, Άρθρο 10 παράγραφος 3, Άρθρο 11 παράγραφος 3, Άρθρο 14 παράγραφος 3, Άρθρο 22 παράγραφος 2, Άρθρο 29 παράγραφος 4, και Άρθρο 41 παράγραφος 1. Καμμία άλλη επιφύλαξη δεν μπορεί να διατυπωθεί.

Άρθρο 43

Καθεστώς και άρση των επιφυλάξεων

1. Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει καταθέσει επιφύλαξη σύμφωνα με το Άρθρο 42 μπορεί να την άρει εν όλω ή εν μέρει με ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η άρση τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα. Εάν η ειδοποίηση αναφέρει ότι η άρση μιας επιφύλαξης πρόκειται να τεθεί σε ισχύ σε μια ημερομηνία που θα ορίζεται στην ειδοποίηση και αυτή η ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας που η ειδοποίηση θα παραληφθεί από τον Γενικό Γραμματέα, η άρση τίθεται σε ισχύ κατά την εν λόγω μεταγενέστερη ημερομηνία.

2. Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει καταθέσει επιφύλαξη κατά το Άρθρο 42, αίρει την εν λόγω επιφύλαξη, εν όλω ή εν μέρει, μόλις το επιτρέψουν οι περιστάσεις.

3. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί περιοδικά να ερωτά τα Συμβαλλόμενα Μέρη που έχουν καταθέσει μία ή περισσότερες επιφυλάξεις κατά το Άρθρο 42, σχετικά με τις προοπτικές άρσης αυτών των επιφυλάξεων.

Άρθρο 44

Τροποποιήσεις

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις της παρούσας Σύμβασης, οι οποίες κοινοποιούνται από το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης στα Κράτη-Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα Κράτη μη Μέλη που έλαβαν μέρος στην επεξεργασία της παρούσας Σύμβασης, καθώς και σε κάθε άλλο Κράτος που έχει προσχωρήσει ή έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 37.

2. Κάθε τροποποίηση προτεινόμενη από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC), η οποία θα γνωμοδοτεί στην Επιτροπή Υπουργών επί της εν λόγω προτεινομένης τροποποίησης.

3. Η Επιτροπή Υπουργών εξετάζει την προτεινόμενη τροποποίηση και τη γνωμοδότηση της CDPC και κατόπιν διαβουλεύσεων με τα Κράτη μη Μέλη που είναι Συμβαλλόμενα Μέρη της παρούσας Σύμβασης, μπορεί να υιοθετήσει την τροποποίηση.

4. Το κείμενο τροποποίησης που εγκρίνεται από την Επιτροπή Υπουργών σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος Άρθρου, αποστέλλεται στα Συμβαλλόμενα Μέρη προς αποδοχή.

5. Κάθε τροποποίηση που εγκρίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την ημέρα που όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα έχουν ενημερώσει το Γενικό Γραμματέα για την αποδοχή τους.

Άρθρο 45

Επίλυση διαφορών

1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) τηρείται ενήμερη για την ερμηνεία και εφαρμογή της Σύμβασης.

2. Σε περίπτωση που υπάρξει διαφορά μεταξύ Συμβαλλόμενων Μερών ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, αυτά αναζητούν επίλυση της διαφοράς μέσω διαπραγματεύσεων ή άλλων ειρηνικών μέσων της επιλογής τους, όπως δια της υποβολής της διαφοράς στην CDPC, σε ένα διαιτητικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις θα είναι δεσμευτικές για τα Συμβαλλόμενα Μέρη, ή στο Διεθνές Δικαστήριο, όπως θα συμφωνήσουν τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη.

Άρθρο 46

Διαβουλεύσεις των Συμβαλλόμενων Μερών

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη διαβουλεύονται περιοδικά, όταν αυτό χρειάζεται, με σκοπό να διευκολυνθεί:

α. η αποτελεσματική χρήση και εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, όπως επίσης και ο εντοπισμός τυχόν προβλημάτων αυτής, καθώς και τα αποτελέσματα κάθε δήλωσης ή επιφύλαξης που έχει γίνει δυνάμει της Σύμβασης,

β. η ανταλλαγή πληροφοριών για σημαντικές νομικές, πολιτικές ή τεχνολογικές εξελίξεις πάνω στο θέμα του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και της συλλογής αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή,

γ. εξέταση πιθανών συμπληρώσεων και τροποποιήσεων της παρούσας Σύμβασης.

2. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) τηρείται περιοδικά ενήμερη για τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) διευκολύνει τις διαβουλεύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να βοηθήσει τα Συμβαλλόμενα Μέρη στην προσπάθεια τους να συμπληρώσουν ή να τροποποιήσουν τη Σύμβαση. Το αργότερο τρία έτη μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC), σε συνεργασία με τα Συμβαλλόμενα Μέρη, προβαίνει σε επανεξέταση όλων των διατάξεων της Σύμβασης και, εάν υπάρχει ανάγκη, προτείνει τις κατάλληλες τροποποιήσεις.

4. Εκτός από τις περιπτώσεις που τα έξοδα αναλαμβάνονται από το Συμβούλιο της Ευρώπης, τα έξοδα που συνεπάγεται η εκτέλεση των διατάξεων της παραγράφου 1 βαρύνουν τα Συμβαλλόμενα Μέρη με τον τρόπο που εκείνα θα καθορίσουν.

5. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη βοηθούνται από τη Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης να εκτελέσουν τις αρμοδιότητες τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 47

Καταγγελία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί οποτεδήποτε να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση με ειδοποίηση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης,

2. Η εν λόγω καταγγελία τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία κατά την οποία η ειδοποίηση θα παραληφθεί από τον Γενικό Γραμματέα.

Άρθρο 48

Ειδοποίηση

Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης ειδοποιεί όλα τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα Κράτη μη Μέλη που έχουν λάβει μέρος στην επεξεργασία της παρούσας Σύμβασης, καθώς και κάθε Κράτος που έχει προσχωρήσει σε αυτήν ή έχει προσκληθεί να προσχωρήσει σε αυτήν, σχετικά με:

α. κάθε υπογραφή,

β. την κατάθεση εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης,

γ. κάθε ημερομηνία θέσης σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης σύμφωνα με τα Άρθρα 36 και 37,

δ. κάθε δήλωση που γίνεται δυνάμει του Άρθρου 40, ή κάθε επιφύλαξη που διατυπώνεται σύμφωνα με το Άρθρο 42,

ε. κάθε άλλη πράξη, ειδοποίηση ή επικοινωνία που σχετίζεται με την παρούσα Σύμβαση.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση.

Έγινε στη Βουδαπέστη σήμερα 23 Νοεμβρίου 2001 στην Αγγλική και τη Γαλλική γλώσσα, αμφοτέρων των κειμένων όντων εξ ίσου αυθεντικών, σε ένα αντίγραφο το οποίο θα κατατεθεί στα αρχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα διαβιβάσει επικυρωμένα αντίγραφα σε κάθε Κράτος Μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα Κράτη μη Μέλη που έλαβαν μέρος στην επεξεργασία της παρούσας Σύμβασης, καθώς και κάθε Κράτος που έχει προσκληθεί να προσχωρήσει σε αυτήν.

Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο αναφορικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών, Στρασβούργο 28.1.2003

Τα Κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα υπόλοιπα Συμβαλλόμενα Κράτη της Σύμβασης για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, που άνοιξε προς υπογραφή στην Βουδαπέστη στις 23 Νοεμβρίου 2001, τα οποία υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση,

Θεωρώντας ότι ο σκοπός του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι η επίτευξη μεγαλύτερης ενότητας μεταξύ των μελών του,

Υπενθυμίζοντας ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα τους,

Τονίζοντας την ανάγκη διασφάλισης πλήρους και αποτελεσματικής εφαρμογής όλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου χωρίς καμιά διάκριση, όπως αυτά κατοχυρώνονται σε Ευρωπαϊκά και άλλα διεθνή κείμενα,

Πεπεισμένα ότι οι πράξεις ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης συνιστούν παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και απειλή για το κράτος δικαίου και τη δημοκρατική σταθερότητα,

Θεωρώντας ότι το εθνικό και διεθνές δίκαιο είναι αναγκαίο να προβλέπει επαρκή νομική αντίδραση σε προπαγάνδα ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης μέσω συστημάτων υπολογιστών,

Έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι η προπαγάνδα υπέρ τέτοιων πράξεων συχνά ποινικοποιείται στην εθνική νομοθεσία,

Έχοντας υπ' όψη την Σύμβαση για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, η οποία προβλέπει σύγχρονα και ευέλικτα μέσα διεθνούς συνεργασίας και πεπεισμένα για την ανάγκη εναρμόνισης των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με την καταπολέμηση της ρατσιστικής και ξενοφοβικής προπαγάνδας,

Έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές προσφέρουν πρωτοφανή μέσα διευκόλυνσης της ελευθερίας της έκφρασης και της επικοινωνίας ανά την υφήλιο,

Αναγνωρίζοντας ότι η ελευθερία της έκφρασης συνιστά ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της δημοκρατικής κοινωνίας και αποτελεί μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και την ανάπτυξη κάθε ανθρώπινης οντότητας,

Ανησυχώντας, ωστόσο, για τον κίνδυνο κακής χρήσης ή κατάχρησης των συστημάτων υπολογιστών, με σκοπό την διάδοση ρατσιστικής και ξενοφοβικής προπαγάνδας,

Έχοντας επίγνωση της ανάγκης διασφάλισης της δέουσας ισορροπίας μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης και της αποτελεσματικής μάχης κατά πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης

Αναγνωρίζοντας ότι ο σκοπός του παρόντος Πρωτοκόλλου δεν είναι να θίξει τις καθιερωμένες αρχές που σχετίζονται με την ελευθερία της έκφρασης στα εθνικά νομικά συστήματα,

Λαμβάνοντας υπ' όψη τα σχετικά διεθνή νομικά κείμενα σε αυτόν τον τομέα και, συγκεκριμένα, τη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το υπ' αρ. 12 Πρωτόκολλο της, αναφορικά με τη γενική απαγόρευση των διακρίσεων, καθώς και τις ισχύουσες συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη συνεργασία στον ποινικό τομέα και, ειδικότερα, τη Σύμβαση για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, τη Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων της 21'κ Δεκεμβρίου 1965, την Κοινή Δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15^ Ιουλίου 1996 που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο βάσει του Άρθρου Κ3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση αναφορικά με την δράση για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας,

Χαιρετίζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις, οι οποίες περαιτέρω προωθούν τη διεθνή κατανόηση και συνεργασία στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας,

Έχοντας επίσης υπ' όψη το Σχέδιο Δράσης που υιοθετήθηκε από τους Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης επ’ ευκαιρία της Δεύτερης Διάσκεψης Κορυφής (Στρασβούργο 10-11 Οκτωβρίου 1997), με σκοπό να επιδιώξουν κοινές θέσεις για τα ζητήματα της ανάπτυξης των νέων τεχνολογιών με βάση τα πρότυπα και τις αξίες του Συμβουλίου της Ευρώπης

Συμφώνησαν τα εξής:

Κεφάλαιο I - Κοινές Διατάξεις

Άρθρο 1

Σκοπός

Ο σκοπός του παρόντος Πρωτοκόλλου είναι να συμπληρωθούν μεταξύ των Συμβαλλόμενων στο Πρωτόκολλο Μερών, οι διατάξεις της Σύμβασης για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο η οποία άνοιξε προς υπογραφή στις 23 Νοεμβρίου 2001 (η οποία στη συνέχεια του παρόντος θα αναφέρεται ως "η Σύμβαση"), όσον αφορά στην ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1. Για τους σκοπούς του παρόντος Πρωτοκόλλου

"ρατσιστικό και ξενοφοβικό υλικό" σήμαινα κάθε γραπτό υλικό, εικόνα ή άλλη έκφραση ιδεών ή θεωριών που υποστηρίζουν, προάγουν ή υποδαυλίζουν το μίσος, τις διακρίσεις ή την βία κατά κάποιου ατόμου ή ομάδας ατόμων με βάση την φυλή, το χρώμα, την καταγωγή, την εθνική ή την εθνοτική προέλευση, καθώς και την θρησκεία, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες.

2. Οι όροι και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο παρόν Πρωτόκολλο ερμηνεύονται όπως στη Σύμβαση.

Κεφάλαιο ΙΙ - Μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο

Άρθρο 3

Διάδοση ρατσιστικού και ξενοφοβικού υλικού μέσω συστημάτων υπολογιστών

1) Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία, την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:

διανομή ή με άλλο τρόπο διάθεση ρατσιστικού και ξενοφοβικού υλικού στο κοινό μέσω συστήματος υπολογιστή.

2) Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην ποινικοποιήσει τη συμπεριφορά που ορίζει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, εάν το υλικό που προσδιορίζεται από το Άρθρο 2, παράγραφος 1, υποστηρίζει, προάγει ή υποδαυλίζει διακρίσεις που δεν σχετίζονται με μίσος ή βία, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμα άλλα αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα.

3) Παρά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1 στις περιπτώσεις διακρίσεων για τις οποίες, εξαιτίας καθιερωμένων αρχών στο εθνικό νομικό του σύστημα αναφορικά με την ελευθερία της έκφρασης, δεν μπορεί να προβλέψει τα αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα που αναφέρει η εν λόγω παράγραφος 2.

Άρθρο 4 - Απειλή με ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:

απειλή, μέσω συστήματος υπολογιστή, με την διάπραξη ενός σοβαρού ποινικού αδικήματος, όπως αυτό ορίζεται στο εσωτερικό του δίκαιο, (ί) κατά προσώπων επειδή ανήκουν σε μία ομάδα η οποία διακρίνεται βάσει φυλής, χρώματος, καταγωγής, εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης, καθώς και θρησκείας, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες, ή (ii) κατά ομάδας προσώπων που διακρίνεται βάσει οποιουδήποτε εξ αυτών των χαρακτηριστικών.

Άρθρο 5

Προσβολή με ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα

1 .Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:

δημόσια προσβολή, μέσω συστήματος υπολογιστή, (ί) προσώπων επειδή ανήκουν σε μία ομάδα η οποία διακρίνεται βάσει φυλής, χρώματος, καταγωγής, εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης καθώς και θρησκείας, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες, ή (ii) ομάδας προσώπων που διακρίνεται βάσει οποιουδήποτε εξ αυτών των χαρακτηριστικών

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί:

α. είτε να θέσει ως προϋπόθεση ότι το αδίκημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου έχει ως συνέπεια να εκτεθεί το πρόσωπο ή η ομάδα προσώπων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σε μίσος, περιφρόνηση ή γελοιοποίηση,

β. είτε να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει, εν όλω ή εν μέρει, την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 6.

Άρνηση, υποβάθμιση της σημασίας, έγκριση ή δικαιολόγηση γενοκτονίας ή εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:

διανομή ή άλλως διάθεση στο κοινό, μέσω συστήματος υπολογιστή, υλικού που αρνείται, υποβαθμίζει τη σημασία, εγκρίνει ή δικαιολογεί πράξεις που συνιστούν γενοκτονία ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως αυτά ορίζονται από το διεθνές δίκαιο και αναγνωρίζονται από τελικές και δεσμευτικές αποφάσεις του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου που συστήθηκε με την Συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Απριλίου 1945, ή οποιουδήποτε άλλου διεθνούς δικαστηρίου που συστήθηκε με σχετικές διεθνείς συμβάσεις και ταυ οποίου η αρμοδιότητα αναγνωρίζεται από αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί:

α. είτε να θέσει ως προϋπόθεση ότι ή άρνηση ή η υποβάθμιση της σημασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διαπράττεται με σκοπό την υποδαύλιση μίσους, διακρίσεων ή βίας κατά ατόμου ή ομάδας ατόμων βάσει φυλής χρώματος, καταγωγής, εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης καθώς και θρησκείας, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες,

β. είτε να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει, εν όλω ή εν μέρει, την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 7

Συνεργεία και ηθική αυτουργία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιέρωσα ως ποινικά αδικήματα στην εσωτερική του νομοθεσία, την συνεργεία ή την ηθική αυτουργία στην διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που έχουν καθιερωθεί σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο, με σκοπό την διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων, όταν αυτά διαπράττονται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα

Κεφάλαιο ΙΙΙ

Σχέσεις μεταξύ της Σύμβασης και του παρόντος Πρωτοκόλλου

Άρθρο 8

Σχέσεις μεταξύ της Σύμβασης και του παρόντος Πρωτοκόλλου

1. Τα Άρθρα 1,12,13,22,41,44,45 και 46 της Σύμβασης εφαρμόζονται, κατ' αναλογία και στο παρόν Πρωτόκολλο.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των μέτρων που ορίζουν τα Αρθρα 14 έως 21 και τα Άρθρα 23 έως 35 της Σύμβασης, στα Άρθρα 2 έως 7 του παρόντος Πρωτοκόλλου.

Κεφάλαιο IV-Τελικές διατάξεις

Άρθρο 9

Έκφραση της συναίνεσης για δέσμευση

1. Το παρόν Πρωτόκολλο δύναται να υπογραφεί από τα Κράτη που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, τα οποία μπορούν να εκφράσουν τη βούληση τους να δεσμευθούν από αυτή είτε

α. από την υπογραφή χωρίς επιφύλαξη, όσον αφορά στην κύρωση, αποδοχή ή έγκριση, είτε

β. από την υπογραφή που υπόκειται σε κύρωση, αποδοχή ή έγκριση, η οποία ακολουθείται από κύρωση, αποδοχή ή έγκριση.

2. Κανένα Κράτος δεν μπορεί να υπογράψει το παρόν Πρωτόκολλο χωρίς επιφύλαξη, όσον αφορά στην κύρωση, αποδοχή ή έγκριση, ή να καταθέσει έγγραφο κύρωσης αποδοχής ή έγκρισης εκτός εάν έχει ήδη καταθέσει ή καταθέτει ταυτόχρονα με την υπογραφή του έγγραφο κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης της Σύμβασης.

3. Τα έγγραφα κύρωσης αποδοχής ή έγκρισης κατατίθενται στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Άρθρο 10

Έναρξη ισχύος

1. Το παρόν Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία πέντε Κράτη θα έχουν εκφράσει τη συναίνεση τους να δεσμεύονται από το Πρωτόκολλο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 9.

2. Όσον αφορά οποιοδήποτε Κράτος που εκφράζει μεταγενέστερα τη συναίνεση του να δεσμεύεται από το Πρωτόκολλο, το τελευταίο τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία υπογραφής από μέρους του Κράτους χωρίς επιφύλαξη όσον αφορά στην κύρωση, αποδοχή ή έγκριση ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή ή έγκριση.

Άρθρο 11

Προσχώρηση

1. Μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου, κάθε Κράτος που έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση μπορεί, επίσης να προσχωρήσει και στο Πρωτόκολλο.

2. Η προσχώρηση πραγματοποιείται με την κατάθεση στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, εγγράφου προσχώρησης που θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης του.

Άρθρο 12

Επιφυλάξεις και δηλώσεις

1. Οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται και οι δηλώσεις που γίνονται από κάποιο Συμβαλλόμενο Μέρος για κάποια από τις διατάξεις της Σύμβασης, ισχύουν επίσης και για το παρόν Πρωτόκολλο, εκτός εάν αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος προβεί σε διαφορετικές δηλώσεις κατά τον χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση

2. Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, κατά τον χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, να δηλώσει ότι δεσμεύεται από τις επιφυλάξεις που προβλέπονται στα Άρθρα 3, 5 και 6 του παρόντος Πρωτοκόλλου. Παράλληλα, όσον αφορά στις διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επικαλεσθεί τις επιφυλάξεις που προβλέπονται στο Άρθρο 22, παράγραφος 2 και στο Άρθρο 41, παράγραφο 1 της Σύμβασης ανεξαρτήτως της εφαρμογής της Σύμβασης από μέρους αυτού του Συμβαλλόμενου. Καμιά άλλη επιφύλαξη δεν μπορεί να διατυπωθεί.

3. Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, κατά το χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, να δηλώσει ότι διατηρεί τη δυνατότητα να απαιτήσει τα επιπρόσθετα στοιχεία που προβλέπει το Άρθρο 5, παράγραφος 2.α και το Άρθρο 6, παράγραφος 2.α του παρόντος πρωτοκόλλου.

Άρθρο 13

Κατάσταση και ανάκληση επιφυλάξεων

1. Κάποιο Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει διατυπώσει επιφύλαξη σύμφωνα με το Άρθρο 12 ανωτέρω, ανακαλεί την επιφύλαξη αυτή, εν όλω ή εν μέρει, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Η ανάκληση ισχύει από την ημερομηνία παραλαβής της σχετικής ειδοποίησης, απευθυνόμενης στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Εάν η ειδοποίηση αναφέρει ότι η ανάκληση της επιφύλαξης πρέπει να τεθεί σε ισχύ κατά την ημερομηνία που θα δηλώνεται στην ειδοποίηση και η ημερομηνία αυτή είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα, τότε η ανάκληση τίθεται σε ισχύ την μεταγενέστερη εκείνη ημερομηνία.

2. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί να αιτείται, περιοδικώς, διευκρινίσεις από τα Συμβαλλόμενα Μέρη που έχουν διατυπώσει μία ή περισσότερες επιφυλάξεις σύμφωνα με το Άρθρο 12, σχετικά με την προοπτική ανάκλησης των επιφυλάξεων αυτών.

Άρθρο 14

Εδαφική εφαρμογή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί κατά το χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, να προσδιορίζει την Επικράτεια ή τις Επικράτειες, στις οποίες θα ισχύει το παρόν Πρωτόκολλο.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία, με δήλωση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να επεκτείνει την εφαρμογή του παρόντος Πρωτοκόλλου σε οποιαδήποτε άλλη Επικράτεια που προσδιορίζεται στη δήλωση. Όσον αφορά στην Επικράτεια αυτή, το παρόν Πρωτόκολλο θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία παραλαβής της δήλωσης από τον Γενικό Γραμματέα.

3. Κάθε δήλωση που έχει γίνει σύμφωνα με τις προηγούμενες δύο παραγράφους μπορεί, αναφορικά με κάθε Επικράτεια που προσδιορίζεται σε τέτοια δήλωση, να ανακληθεί με ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η ανάκληση θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα.

Άρθρο 15

Καταγγελία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να καταγγείλει οποτεδήποτε το παρόν Πρωτόκολλο με ειδοποίηση που θα απευθύνεται στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

2. Η καταγγελία τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα.

Άρθρο 16

Κοινοποίηση

Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης κοινοποιεί στα Κράτη-Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και στα Κράτη που δεν είναι Μέλη, τα οποία έχουν συμμετάσχει στην κατάρτιση του παρόντος Πρωτοκόλλου, καθώς και σε κάθε Κράτος που έχει προσχωρήσει ή έχει κληθεί να προσχωρήσει στο παρόν Πρωτόκολλο:

α. κάθε υπογραφή,

β. την κατάθεση κάθε εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης,

γ. την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Πρωτοκόλλου σύμφωνα με τα Αρθρα 9, 10 και 11 καθώς και

δ. κάθε άλλη πράξη, ειδοποίηση ή γνωστοποίηση σχετική με το παρόν Πρωτόκολλο.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν το παρόν Πρωτόκολλο.

Έγινε στο Στρασβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2003ί στην αγγλική και στην γαλλική γλώσσα (και τα δύο κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά) σε ένα μόνο αντίγραφο το οποίο θα κατατεθεί στο Αρχείο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα αποστέλλει επικυρωμένα αντίγραφα σε κάθε Κράτος \Μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης στα Κράτη που δεν είναι Μέλη αλλά έχουν συμμετάσχει στην κατάρτιση του παρόντος Πρωτοκόλλου, καθώς και σε κάθε Κράτος που έχει κληθεί να προσχωρήσει σε αυτό.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013/40/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

ΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟΥ 2005/222/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο δεύτερο

Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα

(Άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 9 παράγραφοι 2, 3 και 4 της Οδηγίας)

1. Στο άρθρο 13 του Ποινικού Κώδικα προστίθενται περιπτώσεις η' και θ' ως εξής:

«η) Πληροφοριακό σύστημα είναι συσκευή ή ομάδα διασυνδεδεμένων ή σχετικών μεταξύ τους συσκευών, εκ των οποίων μία ή περισσότερες εκτελούν, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα, αυτόματη επεξεργασία ψηφιακών δεδομένων, καθώς και τα ψηφιακά δεδομένα που αποθηκεύονται, αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας, ανακτώνται ή διαβιβάζονται από την εν λόγω συσκευή ή την ομάδα συσκευών με σκοπό τη λειτουργία, τη χρήση, την προστασία και τη συντήρηση των συσκευών αυτών.

θ) Ψηφιακά δεδομένα είναι η παρουσίαση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη προς επεξεργασία από πληροφοριακό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος που παρέχει τη δυνατότητα στο πληροφοριακό σύστημα να εκτελέσει μια λειτουργία».

2. Μετά το άρθρο 292Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 292Β ως εξής:

« Άρθρο 292Β

Παρακώλυση λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων

1. Όποιος χωρίς δικαίωμα παρεμποδίζει σοβαρά ή διακόπτει τη λειτουργία συστήματος πληροφοριών με την εισαγωγή, διαβίβαση, διαγραφή, καταστροφή, αλλοίωση ψηφιακών δεδομένων ή με αποκλεισμό της πρόσβασης στα δεδομένα αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών.

2. Η πράξη της πρώτης παραγράφου τιμωρείται:

α) με φυλάκιση από ένα (1) έως τρία (3) έτη, αν τελέστηκε με τη χρήση εργαλείου που έχει σχεδιαστεί κατά κύριο λόγο για πραγματοποίηση επιθέσεων που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό συστημάτων πληροφοριών ή επιθέσεων που προκαλούν σοβαρές ζημίες και ιδίως επιθέσεων που προκαλούν μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημιά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν προκάλεσε σοβαρές ζημίες και ιδίως μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων και γ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν τελέστηκε κατά συστημάτων πληροφοριών που αποτελούν μέρος υποδομής για την προμήθεια του πληθυσμού με ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες. Ως ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες νοούνται ιδίως η εθνική άμυνα, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια.

3. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων τελέστηκαν στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων εγκλημάτων του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.

4. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση».

3. Μετά το άρθρο 292Β του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 292Γ ως εξής:

« Άρθρο 292Γ

Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη των εγκλημάτων του άρθρου 292Β παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει, διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης των εγκλημάτων του άρθρου 292Β, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».

4. Οι παράγραφοι 2 και 5 του άρθρου 348Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:

«2. Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, μέσω πληροφοριακών συστημάτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ.

5. Όποιος εν γνώσει αποκτά πρόσβαση σε υλικό παιδικής πορνογραφίας μέσω πληροφοριακών συστημάτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους».

5. Το άρθρο 348Β του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 348Β

Προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους

Όποιος με πρόθεση, μέσω πληροφοριακών συστημάτων, προτείνει σε ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη, να συναντήσει τον ίδιο ή τρίτο, με σκοπό τη διάπραξη σε βάρος του ανηλίκου των αδικημάτων των άρθρων 339 παράγραφοι 1 και 2 ή 348Α, όταν η πρόταση αυτή ακολουθείται από περαιτέρω πράξεις που οδηγούν σε μία τέτοια συνάντηση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως διακοσίων χιλιάδων ευρώ».

6. Το άρθρο 370Γ του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 370Γ

Παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακό σύστημα

1. Όποιος χωρίς δικαίωμα αντιγράφει ή χρησιμοποιεί προγράμματα υπολογιστών, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και με χρηματική ποινή διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ έως πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) ευρώ.

2. Όποιος χωρίς δικαίωμα αποκτά πρόσβαση στο σύνολο ή τμήμα πληροφοριακού συστήματος ή σε στοιχεία που μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών, παραβιάζοντας απαγορεύσεις ή μέτρα ασφαλείας που έχει λάβει ο νόμιμος κάτοχος του, τιμωρείται με φυλάκιση. Αν η πράξη αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις ή την ασφάλεια του κράτους, τιμωρείται κατά το άρθρο 148.

3. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του νόμιμου κατόχου του πληροφοριακού συστήματος ή των στοιχείων, η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται μόνο αν απαγορεύεται ρητά από εσωτερικό κανονισμό ή από έγγραφη απόφαση του κατόχου ή αρμόδιου υπαλλήλου του.

4. Οι πράξεις των παραγράφων 1 έως 3 διώκονται ύστερα από έγκληση».

7. Μετά το άρθρο 370Γ του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 370Δ ως εξής:

«Άρθρο 370Δ

1. Όποιος, αθέμιτα, με τη χρήση τεχνικών μέσων, παρακολουθεί ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσιες διαβιβάσεις δεδομένων ή ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές από, προς ή εντός πληροφοριακού συστήματος ή παρεμβαίνει σε αυτές με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί το περιεχόμενό τους, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών.

2. Με την ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται όποιος κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

3. Αν οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 συνεπάγονται παραβίαση στρατιωτικού ή διπλωματικού απορρήτου ή αφορούν απόρρητο που αναφέρεται στην ασφάλεια του Κράτους σε καιρό πολέμου τιμωρούνται κατά το άρθρο 146».

8. Μετά το άρθρο 370Δ του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 370Ε ως εξής:

«Άρθρο 370Ε

Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 370Β, 370Γ παράγραφοι 2 και 3 και 370Δ παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει, διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 370Β, 370Γ και 370Δ, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».

9. Μετά το άρθρο 381 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 381Α ως εξής:

«Άρθρο 381Α

Φθορά ηλεκτρονικών δεδομένων

1. Όποιος χωρίς δικαίωμα διαγράφει, καταστρέφει, αλλοιώνει ή αποκρύπτει ψηφιακά δεδομένα ενός συστήματος πληροφοριών, καθιστά ανέφικτη τη χρήση τους ή με οποιονδήποτε τρόπο αποκλείει την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις τέλεσης, να κρίνει την πράξη ατιμώρητη.

2. Η πράξη της πρώτης παραγράφου τιμωρείται: α) με φυλάκιση από ένα (1) έως τρία (3) έτη, αν τελέστηκε με τη χρήση εργαλείου που έχει σχεδιαστεί κατά κύριο λόγο για πραγματοποίηση επιθέσεων που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό συστημάτων πληροφοριών ή επιθέσεων που προκαλούν σοβαρές ζημίες και ιδίως επιθέσεων που προκαλούν μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν προκάλεσε σοβαρές ζημίες και ιδίως μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων και γ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν τελέστηκε κατά συστημάτων πληροφοριών που αποτελούν μέρος υποδομής για την προμήθεια του πληθυσμού με ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες. Ως ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες νοούνται ιδίως η εθνική άμυνα, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια.

3. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων τελέστηκαν στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων εγκλημάτων του παρόντος άρθρου, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.

4. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση».

10. Μετά το άρθρο 381Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 381Β ως εξής:

«Άρθρο 381Β

Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα εγκλήματα του άρθρου 381Α παράγραφοι 1, 2 και 3 παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης κάποιου από τα εγκλήματα του άρθρου 381Α, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».

11. Το άρθρο 386Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 386Α

Απάτη με υπολογιστή

Όποιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας επεξεργασίας ψηφιακών δεδομένων είτε με τη μη ορθή διαμόρφωση προγράμματος υπολογιστή είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με τη χωρίς δικαίωμα χρήση δεδομένων είτε με τη χωρίς δικαίωμα παρέμβαση σε πληροφοριακό σύστημα, τιμωρείται με τις ποινές του προηγούμενου άρθρου. Περιουσιακή βλάβη υφίσταται και αν τα πρόσωπα που την υπέστησαν είναι άδηλα. Για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας είναι αδιάφορο αν οι παθόντες είναι ένα ή περισσότερα άτομα».

Άρθρο τρίτο

Τροποποιήσεις του N. 2225/1994

1. Η παρ. 1 του άρθρου 4 του N. 2225/1994 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από:

α) τα άρθρα 134, 135 παράγραφοι 1, 2, 135Α, 137Α, 137Β, 138, 139, 140, 143, 144, 146, 148 παρ. 2,150, 151, 157 παρ. 1, 159, 159Α, 168 παρ. 1, 187 παράγραφοι 1, 2, 187Α παράγραφοι 1 και 4, 207, 208 παρ. 1, 235 παρ. 2, 236 παρ. 2, 237 παράγραφοι 2 και 3β', 264 περιπτώσεις β' και γ', 270, 272, 275 περίπτωση β', 291 παρ. 1 περιπτώσεις β' και γ', 292Α παρ. 4 εδάφιο β' και παρ. 5, 299, 322, 323A παράγραφοι 1, 2, 4, 5 και 6, 324 παράγραφοι 2 και 3, 336 σε βάρος ανηλίκου, 338 παρ. 1 σε βάρος ανηλίκου, 339 παράγραφοι 1 περιπτώσεις α' και β', 342 παράγραφοι 1 και 2, 348Α παρ. 4, 348Γ παρ. 1 περιπτώσεις α' και β', 349 παρ. 1 και 2, 351 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 351Α παράγραφοι 1 περιπτώσεις α' και β' και 3, 370Α, 370Δ, 374, 380, 385 παρ. 1 περιπτώσεις α' και β' του Ποινικού Κώδικα,

β) τα άρθρα 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 28,29, 30, 46, 47, 59, 140 και 144 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα,

γ) το άρθρο 15 παρ. 1 του N. 2168/1993,

δ) τα άρθρα 20, 22 και 23 του N. 4139/2013,

ε) το άρθρο 157 παρ. 1γ του N. 2960/2001,

στ) το άρθρο 3 περίπτωση ιε' του N. 3691/2008, σε συνδυασμό με το άρθρο δεύτερο του N. 2656/1998,

ζ) το άρθρο 3 παρ. 2 του N. 2803/2000,

η) το άρθρο 45 παρ. 1 περιπτώσεις α', β' και γ' του N. 3691/2008,

θ) το άρθρο 28 του N. 1650/1986.

Επίσης, επιτρέπεται η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση των προπαρασκευαστικών πράξεων για το έγκλημα της παραχάραξης νομίσματος κατά το άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα, καθώς επίσης και για τα εγκλήματα των παραγράφων 1, 2, 3, 4 εδάφιο α' και 6 του άρθρου 292Α, του άρθρου 292Β, του άρθρου 292Γ, των παραγράφων 1 περίπτωση γ' και 4 του άρθρου 339, της παρ. 3 του άρθρου 342, του άρθρου 348, των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 348Α, του άρθρου 348Β, της παρ. 1 περιπτώσεις γ' και δ' του άρθρου 348Γ και της παρ. 1 περίπτωση γ' του άρθρου 351Α, των άρθρων 370Γ και 370Ε, του άρθρου 381Α, του άρθρου 381Β και του άρθρου 386Α του Ποινικού Κώδικα.

Επιπλέον, η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των εγκλημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 11 του N. 3917/2011, το άρθρο 15 του N. 3471/2006 και το άρθρο 10 του N. 3115/2003».

2. Στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 5 του N. 2225/1994 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Με την ίδια ποινή τιμωρείται αν ανακοινώνει σε τρίτους ή γνωστοποιεί οπωσδήποτε το γεγονός της άρσης του απορρήτου, καθώς και αν παραβιάσει την υποχρέωση εχεμύθειάς του κατά τη διαδικασία άρσης του απορρήτου που προβλέπεται από το άρθρο 8 του π.δ. 47/2005 (Α' 64)».

Άρθρο τέταρτο

Ευθύνη νομικών προσώπων

(Άρθρο 11 της Οδηγίας)

1. Αν κάποια από τις πράξεις των άρθρων 292Β, 370Γ, 370Δ, 370Ε, 381Α και 386Α του Ποινικού Κώδικα τελέστηκε, προς όφελος ή για λογαριασμό νομικού προσώπου ή ένωσης προσώπων, από φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου ή της ένωσης προσώπων και έχει εξουσία εκπροσώπησής τους ή εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων για λογαριασμό τους ή για την άσκηση ελέγχου εντός αυτών, επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο ή στην ένωση προσώπων με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση της Αρχής Διασφάλισης του Απόρρητου των Επικοινωνιών, κατά περίπτωση, σωρευτικά ή διαζευκτικά, οι ακόλουθες κυρώσεις,

α) σύσταση για συμμόρφωση μέσα στα χρονικά όρια τασσόμενης προθεσμίας με προειδοποίηση επιβολής προστίμου σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης,

β) διοικητικό πρόστιμο από 20.000 έως 1.000.000 ευρώ,

γ) ανάκληση ή αναστολή της άδειας λειτουργίας τους για χρονικό διάστημα από ένα (1) μήνα έως δύο (2) έτη ή απαγόρευση άσκησης της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας για το ίδιο χρονικό διάστημα,

δ) αποκλεισμός από δημόσιες παροχές, ενισχύσεις, επιδοτήσεις, αναθέσεις έργων και υπηρεσιών, προμήθειες, διαφημίσεις και διαγωνισμούς του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα για το ίδιο διάστημα.

Σε περίπτωση υποτροπής οι κυρώσεις των περιπτώσεων γ' και δ' μπορεί να έχουν οριστικό χαρακτήρα και εφόσον πρόκειται περί σωματείων ή ενώσεων προσώπων, η υποτροπή μπορεί να έχει ως συνέπεια τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

2. Όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου από φυσικό πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, κατέστησε δυνατή την τέλεση από πρόσωπο που τελεί υπό την εξουσία του κάποιας από τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην ίδια ως άνω παράγραφο, προς όφελος ή για λογαριασμό νομικού προσώπου ή ένωσης προσώπων, επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο, σωρευτικά ή διαζευκτικά, οι ακόλουθες κυρώσεις:

α) σύσταση για συμμόρφωση μέσα στα χρονικά όρια τασσόμενης προθεσμίας με προειδοποίηση επιβολής προστίμου σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης,

β) διοικητικό πρόστιμο από 10.000 έως 1.000.000 ευρώ,

γ) οι προβλεπόμενες στις περιπτώσεις γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου κυρώσεις για χρονικό διάστημα από δέκα (10) ημέρες έως έξι (6) μήνες.

3. Για τη σωρευτική ή διαζευκτική επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους και για την επιμέτρηση των κυρώσεων αυτών λαμβάνονται υπόψη ιδίως η βαρύτητα της παράβασης, ο βαθμός της υπαιτιότητας, η οικονομική επιφάνεια του νομικού προσώπου ή της ένωσης προσώπων και η τυχόν υποτροπή τους.

4. Η εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων είναι ανεξάρτητη από την αστική, πειθαρχική ή ποινική ευθύνη των αναφερόμενων σε αυτές φυσικών προσώπων. Καμιά κύρωση δεν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη κλήτευση των νόμιμων εκπροσώπων του νομικού προσώπου ή της ένωσης προσώπων προς παροχή εξηγήσεων. Η κλήση κοινοποιείται τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης για κάποια από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 αξιόποινες πράξεις που τελέστηκε από πρόσωπο αναφερόμενο στις παραγράφους 1 και 2 και προκειμένου να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων, οι εισαγγελικές αρχές ενημερώνουν αμέσως τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και αποστέλλουν σε αυτόν αντίγραφα της δικογραφίας.

5. Σε περίπτωση αμετάκλητης απαλλαγής του παραπεφθέντος οι κατά τα ανωτέρω αποφάσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων ανακαλούνται.

6. Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν εφαρμόζονται στο κράτος, στους φορείς δημόσιας εξουσίας και στους διεθνείς οργανισμούς δημοσίου δικαίου, χωρίς αυτό να επηρεάζει την εφαρμογή των ισχυουσών κάθε φορά διατάξεων περί αστικής, πειθαρχικής ή ποινικής ευθύνης.

Άρθρο πέμπτο

Δήλωση κατ' άρθρο 27 της Σύμβασης

Η Ελληνική Δημοκρατία ορίζει ως αρμόδια αρχή σύμφωνα με τα εδάφιο α' της παραγράφου 2 του άρθρου 27 της Σύμβασης το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Άρθρο έκτο

Δήλωση κατ' άρθρο 35 της Σύμβασης και 13 παράγραφος 1 της Οδηγίας

Η Ελληνική Δημοκρατία ορίζει ως σημείο επαφής για την εκπλήρωση των σκοπών του άρθρου 35 της Σύμβασης «Δίκτυο 24/7» και του άρθρου 13 παράγραφος 1 της Οδηγίας τη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας υπό την εποπτεία Εισαγγελέα Εφετών.

Άρθρο έβδομο

Δήλωση κατ' άρθρο 42 της Σύμβασης

Η Ελληνική Δημοκρατία διατυπώνει, κατά το άρθρο 42 της Σύμβασης, τις ακόλουθες επιφυλάξεις:

1. Τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 20 της Σύμβασης λαμβάνονται μόνο σε εγκλήματα στα οποία εφαρμόζονται τα μέτρα του άρθρου 21 της Σύμβασης.

2. Η Ελληνική Δημοκρατία διατηρεί το δικαίωμα άρνησης ικανοποίησης αιτήματος δικαστικής συνδρομής, δυνάμει του άρθρου 29 της Σύμβασης, σε περιπτώσεις έλλειψης του όρου του διττού αξιοποίνου.

Άρθρο όγδοο

Παραγραφή και παύση ποινικής δίωξης

1. Εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και τις 31.3.2016: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές.

2. Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παραγράφου 1, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ' αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.

3. Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνονται με αιτιολογημένη διάταξη, επί πλημμελημάτων ο αρμόδιος εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης.

4. Οι αστικές αξιώσεις που απορρέουν από τις πράξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιοποίνου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.

5. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τα εγκλήματα:

α) ως προς τον ποινικό κώδικα, των άρθρων 81Α, 142, 149, 154, 155, 157 παρ. 3 εδάφιο β', 158 παράγραφοι 1 και 2, 162, 163, 164 παρ. 1, 165 παράγραφοι 1 και 2, 166, 173 παρ. 1, 175, 177, 178, 181, 182, 192, 193 παρ. 1, 200, 201, 215, 218 παρ. 3, 220, 221 παράγραφοι 1 και 2, 222, 228 παρ. 1, 230, 234, 241, 251 παράγραφοι 1 και 2, 255, 259, 261, 286 παρ. 2, 334 παρ. 1, 337, 345 παρ. 1 περιπτώσεις β' και γ', 346 παρ. 1, 352Β, 358, 359, 360 παρ. 3, 362 για τις περιπτώσεις που τελείται δια του τύπου, 375 παρ. 1 εδάφιο α', 377 για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, 389 παρ. 1, 397 παράγραφοι 1 και 2, 398 (απλή χρεοκοπία), 399 παράγραφοι 1 και 2, 403 παράγραφοι 1 και 2, 406,

β) του άρθρου 2 παρ. 11 περίπτωση β' του N. 2168/1993,

γ) του άρθρου 28 παρ. 1 του N. 1650/1986,

δ) του άρθρου πέμπτου του N. 2803/2000,

ε) του άρθρου 45 παρ. 1 περιπτώσεις δ' και θ' εδάφιο α' του N. 3691/2008,

στ) του άρθρου 6 παρ. 4 και παρ. 6 του N. 3213/2003,

ζ) του άρθρου μόνου παρ. 1 του N. 690/1945,

η) του άρθρου 28 του N. 3996/2011,

θ) του άρθρου 29 του N. 703/1977 και του άρθρου 44 του N. 3959/2011,

ι) του άρθρου 6 του N. 456/1976,

ια) του άρθρου 41ΣΤ του N. 2725/1999,

ιβ) του άρθρου 59 εδάφιο α' του N. 3028/2002,

ιγ) του άρθρου 13 του N. 3402/2005,

ιδ) του άρθρου 9 παράγραφοι 1 και 3 του N. 3500/2006,

ιε) του άρθρου 31 παράγραφοι 4 και 6 του N. 3904/2010,

ιστ) του άρθρου τρίτου του N. 1788/1988,

ιζ) του N. 927/1979.

Άρθρο ένατο

Παραγραφή και μη εκτέλεση ποινών υπό όρο

1. Ποινές διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.

2. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των προβλεπόμενων από το νόμο διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.

3. Εξαιρούνται των άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 81Α, 235, 236, 237, 242, 256, 258, 259, 358 και 390 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και των νόμων 927/1979 (Α' 139) και 3304/2005 (Α' 16).

Άρθρο δέκατο

Ρυθμίσεις για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών

1. Η περίπτωση γ' της παρ. 2 του άρθρου 13 του N. 3689/2008 τροποποιείται ως εξής:

«Θεωρούνται επιτυχόντες στο προκριματικό στάδιο όσοι υποψήφιοι έλαβαν μέσο όρο βαθμολογίας στις γραπτές δοκιμασίες οκτώ και σε καμία κάτω από έξι. Ο τελικός βαθμός κάθε υποψηφίου στο προκριματικό στάδιο, ο οποίος αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στην προκριματική δοκιμασία, εξευρίσκεται με το συνυπολογισμό των βαθμών που έλαβε στις πέντε γραπτές δοκιμασίες του σταδίου αυτού για όλες τις κατευθύνσεις, με συντελεστή βαρύτητας για κάθε κατεύθυνση: α) για το γραπτό δοκίμιο του θέματος γενικής παιδείας πέντε δέκατα (0,5), β) για το γραπτό δοκίμιο της ξένης γλώσσας πέντε δέκατα (0,5) και γ) για το καθένα από τα υπόλοιπα τρία γραπτά δοκίμια των νομικών μαθημάτων ένα (1). Κάθε βαθμός πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας και το άθροισμα των βαθμών που προκύπτει διαιρείται με το άθροισμα των συντελεστών βαρύτητας. Το πηλίκο που προκύπτει αποτελεί τον τελικό βαθμό του υποψηφίου, στην προκριματική δοκιμασία».

2. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 19 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1, 23 παρ. 2, 25 παρ. 2 και 27 παρ. 1 του N. 3689/2008 (Α' 164), η κατάρτιση των σπουδαστών της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, οι οποίοι προέρχονται από το διαγωνισμό του έτους 2016 που έχει προκηρυχθεί με την 4636/29.1.2016 (Γ' 56) κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων - Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού - Οικονομικών (22η εκπαιδευτική σειρά), αρχίζει δέκα (10) ημέρες από την επομένη της κύρωσης του πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων από την επιτροπή του διαγωνισμού και περατώνεται την 10η Σεπτεμβρίου 2017. Για τους εκπαιδευομένους της 22ης εκπαιδευτικής σειράς η κατάρτιση αρχίζει με τα αντικείμενα του, κατά το άρθρο 20 του N. 3689/2008 όπως ισχύει, δευτέρου σταδίου το οποίο διαρκεί έως την 15η Ιανουαρίου 2017. Κατά το στάδιο αυτό οι εκπαιδευόμενοι πραγματοποιούν μέρος της κατάρτισής τους στα δικαστικά καταστήματα, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) ημέρες κάθε μήνα. Η επίβλεψη της κατάρτισης στα δικαστικά καταστήματα ανατίθεται σε προέδρους πρωτοδικών που υπηρετούν στα οικεία πρωτοδικεία της Θεσσαλονίκης και οι οποίοι επιλέγονται από το Γενικό Διευθυντή της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, μετά από εισήγηση του οικείου Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης και γνώμη των Διοικήσεων των εν λόγω πρωτοδικείων, έχουν δε την ευθύνη της άσκησης των εκπαιδευομένων και κατά το στάδιο της πρακτικής άσκησης στα δικαστήρια που ακολουθεί, όπως περιγράφεται στο άρθρο 25 του N. 3689/2008. Οι πρόεδροι πρωτοδικών μεριμνούν για την παρακολούθηση διασκέψεων από τους εκπαιδευόμενους, αναθέτουν σε αυτούς δικογραφίες και συνεργάζονται για την επεξεργασία τους, καθώς και για τη σύνταξη σχεδίων αποφάσεων. Με το πέρας του σταδίου αυτού, οι πρόεδροι πρωτοδικών υποβάλουν στη Διεύθυνση της Σχολής έκθεση σχετική με τη δραστηριότητα και την απόδοση των εκπαιδευομένων, η οποία τίθεται υπόψη των διδασκόντων προκειμένου να συνεκτιμηθεί κατά τη βαθμολόγηση των μαθημάτων.

Στο στάδιο αυτό, ο γενικός βαθμός προόδου αποτελείται από τον μέσο όρο των επιμέρους βαθμών προόδου όλων των διδασκόντων που παρέδωσαν βαθμολογία. Οι εξετάσεις αποφοίτησης των εκπαιδευομένων, που προβλέπονται στο άρθρο 22 του N. 3689/2008 όπως ισχύει, διενεργούνται κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιανουαρίου 2017. Ο συντελεστής βαρύτητας του μέσου όρου των βαθμών προόδου του δευτέρου σταδίου και των εξετάσεων αποφοίτησης για τον καθορισμό της σειράς επιτυχίας στους πίνακες επιτυχόντων είναι ένα και πέντε δέκατα (1,5).

Μετά το πέρας των εξετάσεων αποφοίτησης ακολουθεί το στάδιο της πρακτικής άσκησης στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης για όλους τους εκπαιδευόμενους, πλην των εκπαιδευόμενων που επελέγησαν για το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο, οι οποίοι πραγματοποιούν την πρακτική άσκηση στα εν λόγω ανώτατα δικαστήρια. Κατά το στάδιο αυτό οι εκπαιδευόμενοι, πέραν της πρακτικής άσκησης στα δικαστήρια, διδάσκονται τα αντικείμενα του πρώτου σταδίου κατάρτισης, όπως περιγράφονται στο άρθρο 19 παρ. 2 του N. 3689/2008 όπως ισχύει, χωρίς να βαθμολογούνται γι' αυτά, σύμφωνα με πρόγραμμα που καταρτίζει το οικείο Συμβούλιο Σπουδών και εγκρίνει το Διοικητικό Συμβούλιο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. Το στάδιο αυτό διαρκεί από 1 Φεβρουαρίου έως 10 Σεπτεμβρίου 2017 και παρατείνεται μέχρι τη δημοσίευση του διατάγματος διορισμού τους σε θέσεις δοκίμων δικαστικών λειτουργών. Το τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου 2017 συντάσσονται από τη γραμματεία της Σχολής οι οικείοι πίνακες επιτυχόντων και γίνεται από το αρμόδιο Συμβούλιο Σπουδών η αξιολόγηση του ήθους και της συμπεριφοράς των επιτυχόντων εκπαιδευομένων. Κατά τα λοιπά οι εκπαιδευόμενοι διέπονται από τις διατάξεις του N. 3689/2008.

Άρθρο ενδέκατο

Τροποποίηση διατάξεων του N. 1756/1988 (Α' 35)

1. Το έκτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 15 του N. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:

«Κάθε μέλος της Ολομέλειας εκφράζει την προτίμησή του σε έναν μόνο υποψήφιο πρόεδρο και σε έως δύο από τα μέλη με σταυρό προτίμησης που τίθεται στο ψηφοδέλτιο δίπλα από το όνομα του υποψηφίου».

2. Η παρ. 5 του άρθρου 15 του N. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Η θητεία του συμβουλίου είναι διετής. Αρχίζει την 1η Οκτωβρίου του έτους της εκλογής και λήγει την 30ή Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου έτους. Επανεκλογή του ίδιου προσώπου ως προέδρου ή τακτικού μέλους συμβουλίου στον ίδιο βαθμό ιεραρχίας επιτρέπεται μία φορά μόνο. Ο πρόεδρος δεν επιτρέπεται να μετατεθεί για οποιονδήποτε λόγο. Σε περίπτωση προαγωγής, παραμένει στη θέση του και ασκεί τα καθήκοντά του έως τη λήξη της θητείας του. Τα τακτικά μέλη του συμβουλίου δεν επιτρέπεται να μετατεθούν, εκτός εάν προαχθούν, οπότε τη θέση τους καταλαμβάνουν οι αναπληρωματικοί κατά τη σειρά των ψήφων που έλαβαν. Ο πρόεδρος και τα τακτικά μέλη του συμβουλίου εκπίπτουν από τη θέση τους, εάν τους επιβληθεί πειθαρχική ποινή βαρύτερη της επίπληξης. Αν οι ανωτέρω αδυνατούν προσωρινά να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, αναπληρώνονται από τους αναπληρωτές τους και οι τελευταίοι από τους επόμενους κατά σειρά ψήφων δικαστές και σε κάθε περίπτωση από τους αρχαιότερους δικαστές που υπηρετούν στο οικείο εφετείο, πρωτοδικείο ή ειρηνοδικείο, για τους οποίους δεν συντρέχουν τα κωλύματα της παραγράφου 6. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή καθ' οιονδήποτε τρόπον εξόδου από την υπηρεσία: α) του προέδρου και των τακτικών μελών του συμβουλίου, διενεργείται αναπληρωματική εκλογή, για την οποία εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία της παραγράφου 4, και β) των αναπληρωματικών μελών του συμβουλίου, τη θέση τους καταλαμβάνουν οι αμέσως επόμενοι κατά σειρά ψήφων δικαστές. Η θητεία των ανωτέρω λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών».

3. Η περίπτωση δ' της παρ. 6 του άρθρου 15 του N. 1756/1988 καταργείται.

4. Το πέμπτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 16 του N. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:

«Τα ονόματα των εκλόγιμων αναγράφονται κατ' αλφαβητική σειρά σε ένα ψηφοδέλτιο και κάθε μέλος της Ολομέλειας εκφράζει την προτίμησή του σε έναν μόνο υποψήφιο με σταυρό προτίμησης που τίθεται στο ψηφοδέλτιο δίπλα από το όνομα του υποψηφίου».

5. Η παρ. 3 του άρθρου 16 του N. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η θητεία των ανωτέρω είναι διετής. Αρχίζει την 1η Οκτωβρίου του έτους της εκλογής και λήγει την 30ή Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου έτους. Επανεκλογή του ίδιου προσώπου ως διευθύνοντος στον ίδιο βαθμό ιεραρχίας επιτρέπεται μία φορά μόνο. Οι εισαγγελείς που διευθύνουν τις παραπάνω εισαγγελίες δεν επιτρέπεται να μετατεθούν για οποιονδήποτε λόγο. Σε περίπτωση προαγωγής, παραμένουν στη θέση τους και ασκούν τα καθήκοντά τους έως τη λήξη της θητείας τους. Οι ανωτέρω εισαγγελείς εκπίπτουν από τη θέση τους, εάν τους επιβληθεί πειθαρχική ποινή βαρύτερη της επίπληξης. Αν αδυνατούν προσωρινά να ασκήσουν τα καθήκοντα τους, αναπληρώνονται από τον αναπληρωτή τους και ο τελευταίος από τον επόμενο κατά σειρά ψήφων εισαγγελέα και σε κάθε περίπτωση από τον αρχαιότερο εισαγγελέα που υπηρετεί στην οικεία εισαγγελία, για τον οποίο δεν συντρέχουν τα κωλύματα της παραγράφου 6 του άρθρου 15. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή καθ' οποιονδήποτε τρόπο εξόδου από την υπηρεσία του διευθύνοντος διενεργείται αναπληρωματική εκλογή, στην οποία εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Η θητεία του εκλεγόμενου με αναπληρωματική εκλογή διαρκεί έως το χρόνο λήξης της θητείας του θανόντος, του παραιτούμενου ή του καθ' οιονδήποτε τρόπον εξελθόντος από την υπηρεσία».

6. Η παρ. 2 του άρθρου 77 Β του N. 1756/1988, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι δόκιμοι ειρηνοδίκες από του διορισμού τους υποβάλλονται σε δίμηνη ειδική άσκηση στο πρωτοδικείο της τοποθετήσεώς τους και διατελούν υπό την άμεση ευθύνη και εποπτεία του προέδρου πρωτοδικών, χρησιμοποιούμενοι διαδοχικώς σε όλα τα τμήματα και σε όλες τις αρμοδιότητες του πρωτοδικείου, ως αναπληρωτές πρωτοδικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αναπλήρωσης πρωτοδικών με ειρηνοδίκες. Χρησιμοποιούνται επίσης ως β' ανακριτικοί υπάλληλοι για έναν τουλάχιστο μήνα, με την υποχρέωση να παρακολουθούν και τη λειτουργία εν γένει της γραμματείας του πρωτοδικείου και των ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων που βρίσκονται στην έδρα του».

7. Το εδάφιο β' της παρ. 4 του άρθρου 77Β N. 1756/ 1988, «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών», όπως ισχύει αντικαθίσταται ως εξής:

«Μετά τη συμπλήρωση της κανονικής ή συμπληρωματικής άσκησης στο πρωτοδικείο, οι δόκιμοι ειρηνοδίκες υποχρεούνται να εμφανισθούν μέσα σε δέκα (10) ημέρες στο ειρηνοδικείο της πόλης όπου εδρεύει το πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο στο οποίο έχουν τοποθετηθεί».

Άρθρο δωδέκατο

Σύσταση Επιτροπών για τη σύνταξη νέου Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και νέου Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων

1. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συνιστώνται νομοπαρασκευαστικές επιτροπές για τη σύνταξη των ακόλουθων σχεδίων νόμων:

α) Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.

β) Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων.

2. Ως μέλη των κατά την προηγούμενη παράγραφο επιτροπών, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβεί τα δεκαεπτά (17), ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, μέλη ΔΕΠ Νομικών Σχολών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της χώρας και δικηγόροι. Στην επιτροπή για τον Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών ορίζονται και εκπρόσωποι ενώσεων δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων. Στην επιτροπή για τον Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων ορίζονται και εκπρόσωποι ενώσεων δικαστικών υπαλλήλων. Για τον ορισμό των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 41 της παρ. 2 του N. 1756/1988 (Α'35), όπως ισχύει. Καθήκοντα γραμματέα στις ως άνω επιτροπές ανατίθενται με την ίδια απόφαση είτε σε υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είτε στο προσωπικό που υπηρετεί στα πολιτικά γραφεία του ίδιου Υπουργείου.

3. Οι επιτροπές οφείλουν να περατώσουν το έργο τους μέσα στην προθεσμία που καθορίζει η υπουργική απόφαση για τη συγκρότησή τους. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί.

4. Οι κώδικες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου κυρώνονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παρ. 6 του Συντάγματος.

5. Στους προέδρους, τα μέλη και τους γραμματείς των επιτροπών δεν καταβάλλεται αποζημίωση.

Άρθρο δέκατο τρίτο

Ενίσχυση Σωφρονιστικής Διοίκησης

H παρ. 1 του άρθρου 44 του N. 4356/2015 (Α' 181) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Μετά την παρ. 4 του άρθρου 16 του Π.δ. 101/2014 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Το Γενικό Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του ως προς τα Καταστήματα Κράτησης επικουρεί αυτοτελής οργανική μονάδα, επιπέδου Διεύθυνσης, υπό τον τίτλο «Διεύθυνση Συντονισμού Φυλακών», με τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Παροχή εμπεριστατωμένων εισηγήσεων και διαμόρφωση προτάσεων, ιδίως για ζητήματα ασφάλειας και για την επιχειρησιακή ετοιμότητα των Καταστημάτων Κράτησης. β) Διασφάλιση συνθηκών οριζόντιας συνεργασίας μεταξύ των Καταστημάτων Κράτησης και λοιπών φορέων της Δημόσιας Διοίκησης για την επίτευξη της μέγιστης επιχειρησιακής τους επάρκειας. γ) Ανάληψη πρωτοβουλιών για την επίλυση προβλημάτων λειτουργίας και τη διαχείριση κρίσεων. Στην ως άνω Αυτοτελή Διεύθυνση προΐσταται υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού ή ΠΕ Σωφρονιστικού Ενηλίκων με εμπειρία στα ανωτέρω θέματα που, κατά προτίμηση, ασκεί ή έχει ασκήσει καθήκοντα Διευθυντή σε Κατάστημα Κράτησης ή στην Κεντρική Υπηρεσία («Συντονιστής Φυλακών»). Στην οργανική μονάδα τοποθετούνται ή αποσπώνται έως δύο (2) υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού της Κεντρικής Υπηρεσίας ή κλάδου ΠΕ, ΤΕ ή ΔΕ Καταστήματος Κράτησης με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

Άρθρο δέκατο τέταρτο

Εργασιακά θέματα υπαλλήλων Καταστημάτων Κράτησης

1. α) Ο αριθμός των ωρών νυχτερινής απασχόλησης εργάσιμων ημερών, ημερήσιας και νυχτερινής απασχόλησης κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας και καθ' υπέρβαση της εβδομαδιαίας υποχρεωτικής εργασίας για το προσωπικό που υπηρετεί εντός των Καταστημάτων Κράτησης και της υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης αυτών, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 11.1.2016, μπορεί να καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, β) ο αριθμός των ωρών απογευματινής υπερωριακής εργασίας στο προσωπικό που υπηρετεί εντός των Καταστημάτων Κράτησης και στην Υπηρεσία Εξωτερικής Φρούρησης αυτών, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 11.1.2016, μπορεί να καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

2. Ο αριθμός των ωρών για εργασία πέραν του πενθημέρου του προσωπικού φρούρησης που υπηρετεί εντός των Καταστημάτων Κράτησης και της Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 11.1.2016, μπορεί να καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

3. Η οφειλόμενη αποζημίωση για υπερωριακή εργασία κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες και νυχτερινές ώρες, καθώς και για απασχόληση πέραν του πενθημέρου υπαλλήλων καταστημάτων κράτησης, η οποία παρασχέθηκε κατά τα έτη 2013, 2014 και 2015, μπορεί να καταβληθεί κατά το οικονομικό έτος 2016, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης.

4. Οι δαπάνες που προκαλούνται από τις παραγράφους 1, 2 και 3, θα καλυφθούν από τις εγγεγραμμένες πιστώσεις του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του τρέχοντος έτους.

Άρθρο δέκατο πέμπτο

Παράταση ρυθμίσεων του N. 4322/2015

1. Η παρ. 4 του άρθρου 12 του N. 4322/2015 (Α'42) αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στους καταδίκους που αποκτούν τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και σε χρονικό διάστημα έως τις 28 Αυγούστου 2017. Εξαιρούνται από την παρούσα ρύθμιση όσοι έχουν καταδικαστεί για τα αδικήματα των περιπτώσεων α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα».

2. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 14 του N. 4322/ 2015 (Α'42) αντικαθίστανται ως εξής:

«3. Κρατούμενοι που κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τους κρατούμενους που θα αποκτήσουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις σε χρονικό διάστημα έως τις 28 Αυγούστου 2017.

4. Κρατούμενοι που κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων που υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα αν έχουν συμπληρώσει το ένα τρίτο έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τους κρατούμενους που θα αποκτήσουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις σε χρονικό διάστημα μέχρι τις 28 Αυγούστου 2017. Από τις παραπάνω ρυθμίσεις εξαιρούνται όσοι έχουν καταδικασθεί για τα αδικήματα των περιπτώσεων α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα».

Άρθρο δέκατο έκτο

Εξουσιοδοτική διάταξη σχετικά με το Αναμορφωτικό Μέτρο της Παροχής Κοινωφελούς Εργασίας

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή κοινή απόφαση του ως άνω Υπουργού και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν την υλοποίηση του αναμορφωτικού μέτρου της παροχής κοινωφελούς εργασίας, το οποίο προβλέπεται στην περίπτωση ζ' της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα.

Άρθρο δέκατο έβδομο

Θέματα εξωτερικής φρουράς Καταστημάτων Κράτησης

1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 48 του N. 2721/1999 (Α'122) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Πέρα των ανωτέρω, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί στην υπηρεσία αυτή να ανατίθενται καθήκοντα στα εξωτερικά θυρωρεία των Καταστημάτων Κράτησης. Τα ειδικότερα καθήκοντα που θα εκτελούνται, καθώς και ο χώρος ευθύνης που ανατίθεται ορίζονται με την ίδια απόφαση».

2. Στο τέλος της παρ. 10 του άρθρου 49 του N. 2721/ 1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Κατ' εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες, δύνανται υπάλληλοι του κλάδου ΔΕ του παραπάνω προσωπικού να μετατάσσονται, μετά από αίτημά τους, σε κενές οργανικές θέσεις των κλάδων ΠΕ Εγκληματολόγων, ΠΕ Ψυχολόγων, ΠΕ Κοινωνιολόγων, ΠΕ Γεωπονίας, ΠΕ Φαρμακοποιών, ΠΕ Ιατρών, ΠΕ Οδοντιάτρων, ΤΕ Υγείας Πρόνοιας (ειδικότητα Κοινωνικής Εργασίας και Νοσηλευτικής), ΤΕ Τεχνολογίας - Γεωπονίας, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από γνωμοδότηση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου».

Άρθρο δέκατο όγδοο

Ρυθμίσεις για τρίτεκνους

1. Η περίπτωση ε' της παρ. 1 του άρθρου 1 του N. 2643/ 1998 (Α' 220) καταργείται.

2. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του N. 2643/1998 (Α' 220),

όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Α) Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ελληνικές ή ξένες, που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή, καθώς και οι θυγατρικές τους εταιρείες, εφόσον απασχολούν προσωπικό πάνω από πενήντα (50) άτομα, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν Προστατευόμενα πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου, σε ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%) επί του συνόλου του προσωπικού της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης. Εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο αμέσως προηγούμενες από το έτος προκήρυξης χρήσεις. Το ποσοστό αυτό οκτώ τοις εκατό (8%) κατανέμεται στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων του άρθρου 1 με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας: α) Ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) στα πρόσωπα των περιπτώσεων α' παρ. 1 του άρθρου 1. β) Ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 1. γ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης γ' της παρ. 1 του άρθρου 1. δ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 1. ε) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης δ' της παρ. 1 του άρθρου 1. Από τον αριθμό των προσώπων που προκύπτει ότι υποχρεούται να προσλάβει η επιχείρηση ή εκμετάλλευση με βάση τα ανωτέρω επιμέρους ποσοστά, αφαιρούνται κατά κατηγορία προστασίας τα πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στον παρόντα νόμο και έχουν προσληφθεί οικειοθελώς από την επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του εδαφίου αυτού.

Β) Οι φορείς του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 8, με την εξαίρεση όσων εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο αμέσως προηγούμενες από το έτος προκήρυξης χρήσεις, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν προστατευόμενα πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%), το οποίο κατανέμεται στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων του άρθρου 1 με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας: α) Ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. β) Ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%), που μοιράζεται σε ίσα μέρη στα πρόσωπα της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. γ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. δ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. ε) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1».

3. Η παρ. 1 του άρθρου 3 του N. 2643/1998 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των δύο βαθμών υποχρεούνται να διορίζουν ή να προσλαμβάνουν πρόσωπα προστατευόμενα από το άρθρο 1, χωρίς διαγωνισμό ή επιλογή, σε εγκεκριμένες θέσεις που αντιστοιχούν στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνόλου των προς προκήρυξη θέσεων του οικείου φορέα. Προς τούτο ο οικείος φορέας πριν αποστείλει στον Α.Σ.Ε.Π. το αίτημά του για προκήρυξη θέσεων ή πριν εκδώσει την προκήρυξη, αν την εκδίδει ο ίδιος, αποστέλλει το σύνολο των θέσεων που θα προκηρυχθούν κατά κατηγορία και κλάδο ή ειδικότητα και κατά Περιφέρεια και Περιφερειακή Ενότητα στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προκειμένου να εκδοθεί η υπουργική απόφαση της παρούσας παραγράφου, η οποία εφ εξής περιορίζεται σε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Τυχόν κλάσμα που προκύπτει κατά τον υπολογισμό του αριθμού των θέσεων, εάν ισούται ή υπερβαίνει τη μισή μονάδα, υπολογίζεται ως ακέραιη μονάδα. Ο αριθμός των θέσεων που αντιστοιχεί στο παραπάνω ποσοστό κατανέμεται στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων του άρθρου 1, με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας:

α. αναλογία 3/8 στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,

β. αναλογία 2/8, σε εκείνα τα πρόσωπα της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 που είναι πολύτεκνοι γονείς με τέσσερα (4) ζώντα τέκνα και άνω, ένα από τα τέκνα πολύτεκνης οικογένειας και επιζών ή άγαμος γονέας τριών ανηλίκων τέκνων,

γ. αναλογία 1/8 στα πρόσωπα της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,

δ. αναλογία 1/8 στα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,

ε. αναλογία 1/8 στα πρόσωπα της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1.

Στο παραπάνω ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%), προστίθεται ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) του συνόλου των προς προκήρυξη θέσεων του οικείου φορέα, στο οποίο (2%) υπάγονται αποκλειστικά τα υπόλοιπα πρόσωπα της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο αριθμός των θέσεων των προστατευομένων που έχει προκύψει κατά τα ανωτέρω, κατανέμεται κατά Περιφέρεια και Περιφερειακή Ενότητα, φορέα, κατηγορία προστασίας, κλάδο και ειδικότητα. Με βάση την ίδια υπουργική απόφαση οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ο.Α.Ε.Δ. προβαίνουν στις ειδικές προκηρύξεις».

4. Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται παραπομπή στην διάταξη της περίπτωσης ε' της παρ. 1 του άρθρου 1 του N. 2643/1998 (Α' 220) για θέματα που αφορούν τους γονείς με τρία ζώντα τέκνα και ένα από τα τέκνα, νοείται εφεξής η περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του N. 2643/1998, όπως διαμορφώνεται με το παρόν.

5. Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται παραπομπή στην διάταξη της υποπερίπτωσης στ' της περίπτωσης Β' της παρ. 1 του άρθρου 2 του N. 2643/1998 (Α' 220) για θέματα που αφορούν τους γονείς με τρία ζώντα τέκνα και ένα από τα τέκνα, νοείται εφεξής η υποπερίπτωση β' της περίπτωσης Β' της παρ. 1 του άρθρου 2 του N. 2643/ 1998 (Α' 220), όπως διαμορφώνεται με το παρόν.

6. α. Στο τέλος της περίπτωση α' της παρ. 6 του άρθρου 18 του N. 2190/1994 (Α' 28), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Αν ο υποψήφιος είναι τέκνο τρίτεκνης οικογένειας διακόσιες (200) μονάδες».

β. Μετά το κριτήριο 2 της περίπτωσης Α' της παρ. 11 του άρθρου 21 του N. 2190/1994, όπως ισχύει, προστίθεται κριτήριο 2Α ως εξής:

«2Α. Αριθμός τέκνων τρίτεκνης οικογένειας

α) Σαράντα (40) μονάδες για κάθε τέκνο τρίτεκνου υποψηφίου,

β) σαράντα (40) μονάδες για κάθε μέλος προκειμένου για υποψήφιους που έχουν την ιδιότητα του τέκνου τρίτεκνης οικογένειας.

Τις ανωτέρω μονάδες δύναται να λάβει μόνο ένα μέλος της ίδιας οικογένειας κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος στον ίδιο φορέα».

Άρθρο δέκατο ένατο

Εξουσιοδοτική διάταξη για την προστασία μαρτύρων

Η παρ. 3 του άρθρου 9 του N. 2928/2001 (Α' 141) αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Με απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλλυλεγγύης, Υγείας, Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Προστασίας του Πολίτη, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και κάθε άλλου καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, όπου συντρέχει περίπτωση, καθορίζεται ο φορέας και η διαδικασία υλοποίησης των μέτρων προστασίας που περιλαμβάνονται στην προηγούμενη παράγραφο».

Άρθρο εικοστό

Συμπλήρωση παραγράφου στο άρθρο 192 του N. 4389/2016

Η παρ. 8 του άρθρου 192 του N. 4389/2016 (Α' 94) αναριθμείται σε 9 και προστίθεται νέα παράγραφος 8 ως εξής:

«8. Οι εμπειρογνώμονες, τα μέλη Συμβουλίων Εμπειρογνωμόνων ή τα μέλη άλλων γνωμοδοτικών οργάνων της Εταιρείας και των άμεσων θυγατρικών της δεν υπέχουν αστική ή ποινική ευθύνη για γνωμοδοτήσεις τους, εφόσον οι τελευταίες έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες ή τα οριζόμενα στους εσωτερικούς κανονισμούς και τα καταστατικά τους, γεγονός που τεκμαίρεται αν έχει ακολουθήσει θετικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου».

Άρθρο εικοστό πρώτο

Μεταβατικές διατάξεις

Μέχρι την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένου στην αυτοτελή οργανική μονάδα του Άρθρου Δέκατου Τρίτου του παρόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του N. 4369/2016, ως Προϊστάμενος Διεύθυνσης δύναται να τοποθετείται ή να αποσπάται προσωρινά υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού ή ΠΕ Σωφρονιστικού Ενηλίκων με εμπειρία στα θέματα αρμοδιότητας της ως άνω μονάδας και προϋπηρεσία τουλάχιστον δύο (2) ετών σε θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης σε Κατάστημα Κράτησης ή στην Κεντρική Υπηρεσία, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η ως άνω τοποθέτηση λήγει αυτοδικαίως με τη θέση σε λειτουργία του Εθνικού Μητρώου Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης του άρθρου 1 του N. 4369/2016 και τη σύσταση του Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Διοικήσεων του άρθρου 10 του N. 4369/2016, οπότε και θα προκηρυχθεί αμέσως εκ νέου η θέση, και την επιλογή νέου Προϊσταμένου.

Άρθρο εικοστό δεύτερο

1. Οι οφειλόμενες δαπάνες παρελθόντων ετών για ύδρευση και άρδευση των καταστημάτων κράτησης της χώρας, οι οποίες δημιουργήθηκαν λόγω ανεπάρκειας των πιστώσεων του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δύνανται να εξοφληθούν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Π.δ. 113/22.11.2010, κατά το χρόνο εγγραφής των πιστώσεων της ειδικής χρηματοδότησης που προβλέπεται στην υπ' αριθ. 2/57103/ ΔΠΓΚ/23.6.2016 (Β' 1932) κοινή υπουργική απόφαση.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την υπαγωγή των καταστημάτων κράτησης της χωράς σε μειωμένο τιμολόγιο για την παροχή ύδρευσης και άρδευσης.

Άρθρο εικοστό τρίτο

1. Το εδάφιο δ' της παρ. 5 του άρθρου 3 του N. 3051/ 2002 (Α' 220) αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται ο διορισμός στις ανεξάρτητες αρχές μελών του διδακτικού προσωπικού πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2στ του N. 4009/2011 (Α'195), καθώς και, αντιστοίχως, του ερευνητικού προσωπικού των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13 του N. 4310/2014 (Α'258), χωρίς να αναστέλλεται η άσκηση των διδακτικών και ερευνητικών τους καθηκόντων».

2. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 3 του N. 3051/2002 (Α' 220), προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Επίσης, επιτρέπεται στα μέλη των ανεξάρτητων αρχών η άμισθη άσκηση καθηκόντων σε Ν.Π.Δ.Δ. και νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε τομείς μη συναφείς προς το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες της αρχής από την οποία προέρχεται το μέλος και μετά από άδειά της».

Άρθρο εικοστό τέταρτο

Η παρ. 2 του άρθρου 147 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«2. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται για τις προθεσμίες των άρθρων 503, 518 παράγραφος 1, 545 παράγραφοι 1 και 2, 564 παράγραφοι 1 και 2, καθώς και των άρθρων 153, 215 παράγραφος 2, 237 παράγραφοι 1 και 2, 238 παράγραφος 1, 598, 632 παράγραφος 2, 633 παράγραφος 2, 642, 715 παράγραφος 5, 729 παράγραφος 5, 847 παράγραφος 1, 926 παράγραφος 2, 934 παράγραφος 1 στοιχεία α' και β', 943 παράγραφος 4, 955, 966 παράγραφοι 2 και 3, 971 παράγραφος 1, 972 παράγραφος 1 στοιχείο β', 973, 974, 979 παράγραφος 2, 985 παράγραφος 1,986, 988 παράγραφος 1, 995 και 997 παράγραφος 2».

Άρθρο εικοστό πέμπτο

1. Το εδάφιο τρίτο της περίπτωσης β' της παρ. 3 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:

«Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν έχει εφαρμογή σε υποδίκους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, όταν πρόκειται για τις περιπτώσεις α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα, ή εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, στις υπόλοιπες ως άνω περιπτώσεις κακουργημάτων».

2. Το έκτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου για την προσωρινή κράτηση δεν εφαρμόζονται για κατηγορούμενους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, όταν πρόκειται για τις περιπτώσεις α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα, ή εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις».

Άρθρο εικοστό έκτο

Τροποποιήσεις στο N. 4194/2013 (Α' 208) «Κώδικας Δικηγόρων»

1. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 30 του N. 4194/2013 (Α' 208), η φράση «με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου» αντικαθίσταται από τη φράση «με απόφαση της Επιτροπής Μητρώου»..

2. Στην παρ. 3 του άρθρου 128 του N. 4194/2013 (Α' 208), προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Στους συλλόγους που υπηρετούν Δικηγόροι, χρέη γραμματέα μπορεί να ασκεί και Δικηγόρος, υπάλληλος του Δικηγορικού Συλλόγου, που ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του».

3. Το άρθρο 129 του N. 4194/2013 (Α' 208) αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 129

Έργο Επιτροπών Μητρώου

1. Οι Επιτροπές ελέγχουν τα Μητρώα και τις δηλώσεις που υποβάλλονται ετησίως και αποφαίνονται για τη μη υποβολή, το αναληθές περιεχόμενο ή για το εκπρόθεσμο αυτών. Οι Επιτροπές αποφαίνονται και διαγράφουν από τα Μητρώα του οικείου συλλόγου τους δικηγόρους, που εμπίπτουν στους ορισμούς του προηγούμενου εδαφίου, από την αρχή του χρόνου της μη υποβολής ή της ανειλικρινούς υποβολής της δήλωσης, καθώς και όσους δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, από τη χρονική στιγμή που επήλθε το γεγονός που προκαλεί τη διαγραφή, ανεξάρτητα από την ημέρα έκδοσης της απόφασής της.

2. Οι Επιτροπές βρίσκονται σε απαρτία και συνεδριάζουν, εφόσον παρίστανται πέντε (5) τουλάχιστον μέλη και οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων.

3. Στις Επιτροπές διαβιβάζονται όλοι οι φάκελοι των εγγεγραμμένων στο Μητρώο του συλλόγου μαζί με τις υποβληθείσες δηλώσεις μέχρι τη 10η Μαρτίου κάθε έτους και σε περίπτωση που η δήλωση κριθεί ειλικρινής, ενημερώνεται ο ατομικός φάκελος και σημειώνεται η χρονολογία λήψης της απόφασης και οι υπογραφές του προέδρου και του γραμματέα. Για την περίπτωση διαγραφής δικηγόρου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης, η Επιτροπή οφείλει να καλέσει αυτόν πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση με κλήση που υπογράφεται από τον Πρόεδρο. Η απόφαση για τη διαγραφή συντάσσεται εγγράφως, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη και να καταγράφεται η γνώμη της τυχόν μειοψηφίας. Η απόφαση διαγραφής καταχωρίζεται σε ιδιαίτερο βιβλίο που τηρείται στο Σύλλογο και κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο με επιμέλεια του Συλλόγου, τα δε σχετικά αποδεικτικά τηρούνται στο φάκελο.

4. Κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας Επιτροπής επιτρέπεται η άσκηση έφεσης εντός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης με κατάθεση στη Γραμματεία του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η έφεση καταχωρίζεται σε ιδιαίτερο βιβλίο και διαβιβάζεται με το σχετικό φάκελο στη δευτεροβάθμια Επιτροπή, η απόφαση της οποίας συντάσσεται εγγράφως και πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Η δευτεροβάθμια Επιτροπή με κλήση που υπογράφεται από τον Πρόεδρο υποχρεούται να καλέσει τον εκκαλούντα και επιδίδεται στον εκκαλούντα πέντε (5) ημέρες πριν από τη συνεδρίασή της.

5. Οι Επιτροπές Μητρώου, πρώτου και δεύτερου βαθμού, δύνανται για κάθε υπόθεση να διορίζουν από τα μέλη τους εισηγητές, ασκούν δε όλες τις κατά τα άρθρα εξουσίες του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Οι ψηφοφορίες, αν ζητηθεί από κάποιο μέλος, διεξάγονται μυστικά και η απόφαση πρέπει να εκδίδεται εντός ευλόγου χρόνου.

6. Για τη διαδικασία ενώπιον των Επιτροπών τα έξοδα κλήσεων και οι σχετικές δαπάνες κοινοποιήσεων αποφάσεων επιβάλλονται στον ενδιαφερόμενο. Οι δε αποφάσεις και οι κλήσεις κοινοποιούνται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. Αιτήσεις εξαίρεσης μελών των Επιτροπών υποβάλλονται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου. Επίσης, το Διοικητικό Συμβούλιο δικαιούται να αντικαθιστά το μέλος των Επιτροπών που απουσιάζει αδικαιολόγητα για τρεις (3) συνεχείς συνεδριάσεις και μπορεί να διατάξει και την πειθαρχική του δίωξη.

7. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, καθώς και κάθε νομικό πρόσωπο υποχρεούνται να παρέχουν στους Δικηγορικούς Συλλόγους οποιαδήποτε πληροφορία ή βεβαίωση σχετική με την υπηρεσιακή κατάσταση των δικηγόρων ή ασκουμένων που υπηρετούν σε αυτούς.

8. Οι τελεσίδικες αποφάσεις των Επιτροπών Μητρώου με αίτηση του Δικηγορικού Συλλόγου υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρό του, αποστέλλονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εντός ενός (1) μηνός. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με απόφασή του, εντός δεκαπέντε (15) ημερών βεβαιώνει την αποβολή της ιδιότητας του δικηγόρου. Η απόφαση του Υπουργού που βεβαιώνει την αποβολή της ιδιότητας η οποία είχε επέλθει από τη στιγμή που συνέβη το γεγονός που προκάλεσε την αποβολή της ιδιότητας, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το κύρος των διαδικαστικών πράξεων που έχουν διενεργηθεί μέχρι την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, δεν θίγεται. Από την κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής ο διαγραφείς δεν δικαιούται να φέρει την ιδιότητα του δικηγόρου, καθώς και να ασκεί το λειτούργημα, εφαρμοζομένης της παρ. 1 του άρθρου 9 του Κώδικα»..

4.α. Στο άρθρο 147 παρ. 1 περίπτωση α' του N. 4194/ 2013 (Α' 208), η λέξη «πενταπλάσιο» αντικαθίσταται από τη λέξη «τριπλάσιο».

β. Μετά την περίπτωση β' του άρθρου 147 παρ. 1 του N. 4194/2013 (Α'208) προστίθενται περιπτώσεις γ', δ', ε'και στ' ως εξής:

«γ) Οι δικηγόροι συμμετέχουν στην κλήρωση μετά από έγγραφη δήλωσή τους για τη διαδικασία αυτή.

δ) Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη εκλέγονται κατά Πειθαρχικό Τμήμα και κατατάσσονται κατά σειρά κλήρωσης. Συμπληρωματική κλήρωση για την πλήρωση κενών θέσεων ενός ή περισσότερων πειθαρχικών συμβουλίων δεν αποκλείεται να διενεργηθεί, οποτεδήποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο από τον Πρόεδρο κάθε Δικηγορικού Συλλόγου.

ε) Το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει το 40% των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου και το υπόλοιπο 60% των τακτικών και αναπληρωματικών μελών εκλέγεται με την πιο πάνω διαδικασία.

στ) Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται με απόφασή του να διορίζει τακτικά και αναπληρωματικά μέλη εφόσον έχει εξαντληθεί ο κατάλογος που καταρτίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου».

Άρθρο εικοστό έβδομο

1. Το στοιχείο 1 της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παρ. Ι.Δ. του άρθρου πρώτου του N. 4152/2013 (Α' 107), όπως ισχύει, αναδιατυπώνεται ως εξής:

«1.1. Με σκοπό την άμεση ανάσχεση της ανεργίας και ως έκτακτο μέτρο, η Γενική Γραμματεία Διαχείρισης Κοινοτικών και Άλλων Πόρων, του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης σχεδιάζει και καταρτίζει Προγράμματα Κοινωφελούς Χαρακτήρα για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών, με απασχόληση των ανέργων απευθείας σε δήμους, περιφέρειες ή σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες, όπως σε σχολεία και νοσοκομεία, σε Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευόμενα από Υπουργεία, είτε με συγχρηματοδότηση από πόρους του Ε.Σ.Π.Α., είτε με συγχρηματοδότηση από πόρους του Ε.Σ.Π.Α. και εθνικούς ή άλλους πόρους, είτε με χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους, όπως κάθε φορά ορίζει η κοινή υπουργική απόφαση που προβλέπεται στο στοιχείο 1.4.. Για τα παραπάνω προγράμματα είναι δυνατή η επιχορήγηση του Ο.Α.Ε.Δ. από πόρους του Π.Δ.Ε. (εθνικού και συγχρηματοδοτούμενου σκέλους) ή του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με μεταφορά αντίστοιχης πίστωσης.

Περαιτέρω, ο σχεδιασμός των ως άνω προγραμμάτων δύναται να περιλαμβάνει δράσεις ενεργοποίησης των ωφελουμένων με στόχο τη διευκόλυνση επανένταξής τους στην αγορά εργασίας.

Επιτρέπεται η επέκταση της χρονικής διάρκειας των άνω προγραμμάτων στα οποία οι ωφελούμενοι απασχολούνται για τη λειτουργία οργανωμένων εγκαταστάσεων προσφύγων και μεταναστών, όπως χώρων υποδοχής ή/και ταυτοποίησης, δομών προσωρινής φιλοξενίας ή/ και προσωρινής υποδοχής προσφύγων και μεταναστών, με χρηματοδότηση της επιπλέον δαπάνης είτε από τον προϋπολογισμό του ΟΑΕΔ, είτε από άλλους εθνικούς, είτε από άλλους πόρους. Με την κοινή Υπουργική Απόφαση που προβλέπεται στο στοιχείο 1.4., ο Ο.Α.Ε.Δ. δύναται να καλύπτει από πόρους του προϋπολογισμού του τη χρηματοδότηση της χρονικής επέκτασης των παραπάνω προγραμμάτων, κατά το σκέλος των μη, από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, επιλεξίμων δαπανών.

1.2. Ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) καταρτίζει τη Δημόσια Πρόσκληση για τα προγράμματα του προηγούμενου υποστοιχείου και είναι ο αρμόδιος φορέας για την υποδοχή των ηλεκτρονικών αιτήσεων των ωφελουμένων και την κατάρτιση του πίνακα των ωφελουμένων, τη σύζευξη των ωφελουμένων με τις δέσεις απασχόλησης των επιβλεπόντων φορέων, όπως θα έχουν προσδιοριστεί από το Δικαιούχο, τη διενέργεια επιτόπιων επαληθεύσεων στους επιβλέποντες φορείς και την καταβολή των αμοιβών στους ωφελου-μένους και των ασφαλιστικών εισφορών στους επιβλέποντες φορείς.

1.3. Επιβλέποντες Φορείς είναι οι φορείς οι οποίοι θα προσλάβουν (δήμοι, περιφέρειες, άλλες δημόσιες υπηρεσίες, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευόμενα από Υπουργεία) θα απασχολήσουν τους ανέργους και θα πιστοποιούν την απασχόλησή τους στον Ο.Α.Ε.Δ., προκειμένου να καταβληθεί το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος.

1.4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών ρυθμίζονται τα ανωτέρω και καθορίζονται ιδίως τα παρακάτω:

α) το πλαίσιο ένταξης, ο στόχος, το αντικείμενο και η διάρκεια του προγράμματος,

β) οι επιβλέποντες φορείς,

γ) οι ωφελούμενοι εγγεγραμμένοι άνεργοι στα Μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ.,

δ) τα κριτήρια επιλογής και κατάταξης των ωφελούμενων μέσω του Ο.Π.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και η μοριοδότηση αυτών, τα οποία ορίζονται ενδεικτικά ως τα εξής:

i) το χρονικό διάστημα της συνεχόμενης εγγεγραμμένης ανεργίας, όπως αποτυπώνεται στα Μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ,

ii) ο αριθμός των ανήλικων τέκνων,

iii) η οικογενειακή κατάσταση,

iv) το οικογενειακό εισόδημα,

ν) η τυχόν ύπαρξη άλλων ανέργων στην ίδια οικογένεια,

νί) η ηλικιακή ομάδα,

vii) Εγγεγραμμένοι στα Μητρώα ανέργων ΑμεΑ του Ο.Α.Ε.Δ.,

viii) δικαιούχος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος,

ε) η διαδικασία υποβολής ηλεκτρονικών αιτήσεων, κατάρτισης προσωρινού πίνακα κατάταξης ανέργων, υποβολής ενστάσεων, εξέτασης αυτών από το Δ.Σ. του ΟΑΕΔ και κατάρτισης του τελικού πίνακα κατάταξης ανέργων,

στ) η υποχρεωτική πρόσληψη των υποδειχθέντων από τον Ο.Α.Ε.Δ. ωφελουμένων, σύμφωνα με τον οριστικό πίνακα κατάταξης,

ζ) κάθε άλλος αναγκαίος όρος ή προϋπόθεση για την υλοποίηση του προγράμματος,

η) εφόσον το πρόγραμμα περιλαμβάνει και σκέλος μη συγχρηματοδοτούμενο από πόρους του ΕΣΠΑ, τότε καθορίζεται το μέρος του προγράμματος και το χρονικό διάστημα που: i) συγχρηματοδοτείται από τους πόρους του ΕΣΠΑ και ii) αυτό που χρηματοδοτείται από ετέρους πόρους, που προβλέπονται στα στοιχεία 1.1. και 1.2.».

2. Στο τέλος του στοιχείου 5.1. της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παραγράφου Ι.Δ. του άρθρου πρώτου, του N. 4152/2013 (Α'107), όπως ισχύει, αντικαθίσταται η φράση «Η βραδινή εργασία επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για τους ωφελούμενους που θα κληθούν να στελεχώσουν τις υπηρεσίες Α' υποδοχής προσφύγων και μεταναστών (Hot spots)». με τη φράση «Επιτρέπεται η βραδινή απασχόληση μόνο των ωφελουμένων που στελεχώνουν εγκαταστάσεις προσφύγων και μεταναστών του στοιχείου 1.1».

3. Στο στοιχείο 5.2. της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παραγράφου Ι.Δ. του άρθρου πρώτου, του N. 4152/2013 (Α'107), όπως ισχύει, αντικαθίσταται η λέξη «Εργασίας» με τη λέξη «Χαρακτήρα».

4. Στο πρώτο εδάφιο της εσωτερικής υποπερίπτωσης του στοιχείου 5.3. της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παραγράφου Ι.Δ. του άρθρου πρώτου, του N. 4152/2013 (Α'107), όπως ισχύει, η φράση «σημείο 8» αντικαθίσταται με τη φράση «στοιχείο 1.4»..

5. Στο πρώτο εδάφιο της εσωτερικής υποπερίπτωσης του στοιχείου 5.3. της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παρ. Ι.Δ. του άρθρου πρώτου, του N. 4152/2013 (Α' 107), όπως ισχύει, η φράση «σημείο 8» αντικαθίσταται με τη φράση «στοιχείο 1.4»..

6. Στο πρώτο εδάφιο της εσωτερικής υποπερίπτωσης «vi». του στοιχείου 5.3. της υποπαραγράφου Ι.Δ.1 της παρ. Ι.Δ. του άρθρου πρώτου, του N. 4152/2013 (Α'107), όπως ισχύει, αντικαθίσταται η λέξη «Εργασίας» με τη λέξη «Χαρακτήρα».

Άρθρο εικοστό όγδοο

1. Στον Οργανισμό Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) συνιστώνται τριακόσιες εξήντα (360) νέες οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού. Ο αριθμός των θέσεων αυτών, κατά κλάδο και ειδικότητα, κατανέμεται σε τριακόσιες πέντε (305) θέσεις κλάδου ΠΕ Διοικητικού και Οικονομικού, και σε πενήντα πέντε (55) θέσεις κλάδου ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού.

2. Στην προκήρυξη για την κάλυψη των ανωτέρω θέσεων καθορίζονται τα απαιτούμενα γι' αυτές προσόντα, μετά από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ. που εγκρίνεται από το Α.Σ.Ε.Π..

Άρθρο εικοστό ένατο

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκδίδεται κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπουργού Οικονομικών ως προς το ύψος της δαπάνης, επιτρέπεται για το διάστημα μέχρι τέλη Οκτωβρίου 2016, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης που εφαρμόζεται κατά τη διαδικασία προμηθειών του Δημοσίου, η προμήθεια με απευθείας ανάθεση ενσήμων ταινιών φορολογίας καπνού, καθόσον, για λόγους τεχνικούς, αξιοπιστίας και διασφάλισης του απορρήτου, η σύμβαση αυτή μπορεί να ανατεθεί μόνο σε ορισμένο οικονομικό φορέα.

Άρθρο τριακοστό

Στην παρ. 9 του άρθρου 38 του N. 4387/2016 (Α' 85), η φράση «Από την 1.8.2016» αντικαθίσταται με τη φράση «Από την 15.9.2016».

Άρθρο τριακοστό πρώτο

Αντισταθμιστικά μέτρα κατάργησης ΕΚΑΣ

1. Σε όσους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 92 του N. 4387/2016 (Α' 85), όπως ισχύει, στερούνται την παροχή ΕΚΑΣ, εφαρμόζονται τα εξής αντισταθμιστικά μέτρα, μέχρι την τελική κατάργησή του:

α. Απαλλάσσονται πλήρως από τη συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη.

β. Σε περίπτωση που έπαυσε η καταβολή ΕΚΑΣ και στους δύο συζύγους, χορηγείται ως έκτακτη μηνιαία οικονομική ενίσχυση στο σύζυγο με το μικρότερο ατομικό εισόδημα το ισόποσο της παροχής που αντιστοιχεί στο εισόδημα αυτό.

γ. Στους πρώην δικαιούχους του ΕΚΑΣ με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, χορηγείται έκτακτη μηνιαία οικονομική ενίσχυση ισόποση με την παροχή που καταργήθηκε.

2. Για το έτος 2016 θεσπίζονται τα εξής συμπληρωματικά μέτρα:

α. Απαλλαγή από την καταβολή εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης σε όλους όσοι απώλεσαν παροχή άνω των τριάντα (30) ευρώ μηνιαίως.

β. Χορήγηση μηνιαίας προπληρωμένης κάρτας σε όλους όσοι απώλεσαν παροχή ποσού από εκατόν δεκαπέντε (115) ευρώ μηνιαίως και άνω, ισόποσης με το ποσό που αντιστοιχεί στο 30% της απώλειας.

3. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού αρχίζουν να ισχύουν την 1η Αυγούστου 2016. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών ορίζεται κάθε άλλη λεπτομέρεια.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Άρθρο τριακοστό δεύτερο

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του, και της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου που κυρώνονται στο Μέρος Πρώτο από την πλήρωση των προϋποθέσεων των άρθρων 36 παρ. 4 και 11 παρ. 2 αυτών αντίστοιχα.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 2 Αυγούστου 2016

 

ΝΟΜΟΣ 4369/ΦΕΚ 33/27.2.2016

Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης, βαθμολογική διάρθρωση θέσεων, συστήματα αξιολόγησης, προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων (διαφάνεια - αξιοκρατία και αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης) και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΜΕΡΟΣ Α'

ΕΘΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ ΕΠΙΤΕΛΙΚΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Άρθρο 1

Σύσταση Εθνικού Μητρώου Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης

Συνιστάται Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης (εφεξής Μητρώο), στο οποίο εντάσσονται υποψήφιοι για την κάλυψη διοικητικών θέσεων αυξημένης ευθύνης, όπως αυτές καθορίζονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου. Το Μητρώο τηρείται ηλεκτρονικά από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) και είναι αναρτημένο στην επίσημη ιστοσελίδα του.

Άρθρο 2

Εγγραφή στο Μητρώο

1. Στο Μητρώο εγγράφονται κατόπιν αίτησής τους: α. Τακτικοί πολιτικοί υπάλληλοι, μόνιμοι και υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) κατηγορίας ΠΕ ή TE, με βαθμό Α', του Δημοσίου, Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α' και β' βαθμού, Ανεξάρτητων Αρχών και κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι, εφόσον εμπίπτουν στις διατάξεις του Μέρους Β', έχουν λάβει στην αξιολόγηση για δύο συνεχείς περιόδους τελική βαθμολογία μεγαλύτερη ή ίση του βαθμού 75 ανά αξιολογική περίοδο, και πληρούν τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

αα) Είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου διδακτορικού διπλώματος.

ββ) Είναι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.).

γγ) Είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών τουλάχιστον ετήσιας φοίτησης.

δδ) Έχουν διατελέσει προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης επί τρία (3) τουλάχιστον έτη ή προϊστάμενοι Διεύθυνσης επί δέκα (10) τουλάχιστον έτη.

β. Καθηγητές όλων των βαθμίδων και λέκτορες Πανεπιστημίων και μέλη ΕΠ Τ.Ε.Ι., καθώς και μέλη Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Ε.Π. των Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής ή μέλη ΔΕΠ και ΕΠ ομοταγών Ιδρυμάτων της αλλοδαπής, εφόσον κατέχουν άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, καθώς και οι ερευνητές της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του ν. 4310/2014 (Α' 258) των Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων, καθώς και των Ερευνητικών Κέντρων της Ακαδημίας Αθηνών.

γ. Το επιστημονικό προσωπικό των Ανεξάρτητων Αρχών, με πενταετή τουλάχιστον προϋπηρεσία σε αυτές.

δ. Οι απόστρατοι αξιωματικοί που είναι απόφοιτοι της Ανώτατης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου (Α.ΔΙ.Σ.ΠΟ.), της Ανώτατης Σχολής Πολέμου (Α.Σ.Π.), της Ναυτικής Σχολής Πολέμου (Ν.Σ.Π.) και της Σχολής Πολέμου Αεροπορίας/ Ανωτέρων (Σ.Π.Α./Α).

2. Δεν εγγράφονται στο Μητρώο:

α) όσοι καταδικάστηκαν τελεσίδικα για τα αναφερόμενα στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 3528/2007 (Α' 26) αδικήματα,

β) όσοι έχουν στερηθεί λόγω καταδίκης τα πολιτικά τους δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή,

γ) όσοι έχουν υποβληθεί σε στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική), είτε σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) είτε το δικαστήριο έχει αποφασίσει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων,

δ) εκείνοι στους οποίους έχει επιβληθεί τελεσιδίκως οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 145 του ν. 3528/2007 (Α' 26).

Άρθρο 3

Διαδικασία εγγραφής στο Μητρώο - Τήρηση Μητρώου

Η εγγραφή στο Μητρώο πραγματοποιείται με την υποβολή ηλεκτρονικής αίτησης στη σχετική ηλεκτρονική εφαρμογή που δημιουργείται για το σκοπό αυτόν στην επίσημη ιστοσελίδα του Α.Σ.Ε.Π., το οποίο μεριμνά για την προσβασιμότητα των ατόμων με αναπηρία σε αυτήν. Αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται υποχρεωτικά με μέριμνα του αιτούντος στη Διεύθυνση Διοικητικού της υπηρεσίας του ή στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού του φορέα του. Η ηλεκτρονική αίτηση επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α' 75). Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, η ημερομηνία εγγραφής στο Μητρώο ανατρέχει στην ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

Η τήρηση του Μητρώου, η εγγραφή και διαγραφή μελών, ο έλεγχος και η επικαιροποίηση και ταυτοποίηση των στοιχείων των μελών του, καθώς και η αναζήτηση συμπληρωματικών ή διευκρινιστικών στοιχείων, ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π.. Το Α.Σ.Ε.Π. υποχρεούται να επικαιροποιεί το αναρτημένο Μητρώο ανά τρίμηνο. Οι Διευθύνσεις Διοικητικού και οι Υπηρεσίες Προσωπικού των φορέων του άρθρου 2 υποχρεούνται να τηρούν κατάσταση με τα στοιχεία του προσωπικού τους που έχει εγγραφεί στο Μητρώο και να ενημερώνουν αμελλητί το Α.Σ.Ε.Π. για την τυχόν ύπαρξη λόγου διαγραφής από το Μητρώο που συντρέχει στο πρόσωπο οποιουδήποτε μέλους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5.

Άρθρο 4

Υπηρεσιακή κατάσταση μελών Μητρώου

Η εγγραφή στο Μητρώο δε συνεπάγεται οποιαδήποτε υπηρεσιακή μεταβολή για τα μέλη του, εκτός εάν επιλεγούν να καταλάβουν κάποια από τις θέσεις των άρθρων 6 και 8.

Άρθρο 5

Διαγραφή από το Μητρώο

1. Μέλος του Μητρώου μπορεί να διαγραφεί από το Μητρώο με αίτηση του, που υποβάλλεται ηλεκτρονικά στην ηλεκτρονική εφαρμογή, η οποία τηρείται στην επίσημη ιστοσελίδα του Α.Σ.Ε.Π.. Αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται υποχρεωτικά με μέριμνα του αιτούντος στη Διεύθυνση Διοικητικού της υπηρεσίας του ή στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού του φορέα του. Η ημερομηνία διαγραφής από το Μητρώο ανατρέχει στην ημερομηνία υποβολής της αίτησης διαγραφής, εκτός εάν ο αιτών τη διαγραφή από το Μητρώο υπηρετεί σε κάποια από τις θέσεις των άρθρων 6 και 8, οπότε η διαγραφή του λαμβάνει χώρα την ημέρα της παραίτησής του.

2. Το Α.Σ.Ε.Π. προβαίνει σε υποχρεωτική διαγραφή μέλους από το Μητρώο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Εάν εμπίπτει αναφορικά με την αξιολόγηση στις διατάξεις του παρόντος και λάβει για δύο συνεχείς περιόδους βαθμολογία μικρότερη του βαθμού 75. Οι Διευθύνσεις Διοικητικού και οι Υπηρεσίες Προσωπικού των φορέων του άρθρου 2 υποχρεούνται να ενημερώνουν αμελλητί το Α.Σ.Ε.Π. για τη συνδρομή του ως άνω λόγου διαγραφής. Σε περίπτωση βαθμολογίας μεγαλύτερης ή ίσης του βαθμού 75 σε δύο επόμενες συνεχείς περιόδους, το διαγραφέν μέλος μπορεί με αίτησή του να επανεγγραφεί στο Μητρώο.

β) Εάν συντρέξουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων α' έως δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 2.

Άρθρο 6

Θέσεις φορέων κεντρικής διοίκησης που στελεχώνονται από μέλη του Μητρώου

Συνιστώνται θέσεις Διοικητικών Γραμματέων με βαθμό 1ο της κατηγορίας ειδικών θέσεων (Ε.Θ.), που υπάγονται σε κάθε Υπουργό ή Αναπληρωτή Υπουργό. Οι Διοικητικοί Γραμματείς υποστηρίζουν την εκτέλεση και διοικητική εφαρμογή της πολιτικής, όπως αυτή καθορίζεται από την Κυβέρνηση και τα όργανά της. Οι Διοικητικοί Γραμματείς επιλέγονται από το Μητρώο του άρθρου 1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, καθορίζονται οι αρμοδιότητες των Διοικητικών Γραμματέων και ο τρόπος άσκησής τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

Άρθρο 7

Διαδικασία επιλογής Γενικών Γραμματέων, αναπληρωτών Γενικών Γραμματέων και Ειδικών Γραμματέων

1. Για την πλήρωση των θέσεων που προβλέπονται στο εδάφιο α' του άρθρου 6 εκδίδεται πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος από τον οικείο Υπουργό. Η πρόσκληση δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του οικείου Υπουργείου και στην ιστοσελίδα του Α.Σ.Ε.Π. επί δέκα (10) ημέρες τουλάχιστον.

Το κατά το άρθρο 10 Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.), αξιολογεί τα προσόντα των υποψηφίων και υποβάλλει στον αρμόδιο Υπουργό εισήγηση με τους τρεις (3) επικρατέστερους υποψηφίους. Ο διορισμός ολοκληρώνεται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, ο οποίος επιλέγει υποχρεωτικά έναν από τους τρεις (3) επικρατέστερους υποψηφίους, και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Για την επιλογή των τριών (3) επικρατέστερων υποψηφίων, το Ε.Σ.Ε.Δ. λαμβάνει υπόψη του τα βιογραφικά στοιχεία των υποψηφίων και, κυρίως, τα τυπικά τους προσόντα, το εν γένει επιστημονικό και ερευνητικό έργο τους σε συνάφεια με το προβλεπόμενο περίγραμμα της προκηρυσσόμενης θέσης και την πρότερη συνολικά διοικητική εμπειρία τους. Το Ε.Σ.Ε.Δ. συνεκτιμά την εν γένει προσωπικότητα των υποψηφίων, κατόπιν διενέργειας δομημένης συνέντευξης, στην οποία καλούνται υποχρεωτικά τουλάχιστον δέκα (10) υποψήφιοι για κάθε θέση, εφόσον υπάρχουν. Για τη συνέντευξη τηρείται σχετικό πρακτικό, το οποίο συνυποβάλλεται με την εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Δ. στον Υπουργό. Η ως άνω διαδικασία ακολουθείται και αν οι υποψήφιοι είναι λιγότεροι από τρεις (3). Στην περίπτωση αυτή το Ε.Σ.Ε.Δ. υποβάλλει εισήγηση με το σύνολο των υποψηφίων.

2. Αν δεν υποβληθούν υποψηφιότητες ή αν ο Υπουργός κρίνει, κατόπιν αιτιολογημένης εισήγησης του Ε.Σ.Ε.Δ., ότι καμία υποψηφιότητα δεν πληροί τις προδιαγραφές της θέσης που έχει προκηρυχθεί, δημοσιεύεται πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για πλήρωση των ανωτέρω θέσεων από υποψηφίους που δεν υπηρετούν στο Δημόσιο Τομέα. Για την επιλογή εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1.

3. Όσοι επιλέγονται για την πλήρωση των πιο πάνω θέσεων διορίζονται με θητεία τεσσάρων (4) ετών, με δικαίωμα ανανέωσης για μία φορά. Σε κάθε περίπτωση, η συνολική θητεία στις ανωτέρω θέσεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα οκτώ (8) έτη.

4. Αυτοί που διορίζονται στις θέσεις του άρθρου 6 παύονται από τα καθήκοντά τους πριν από τη λήξη της θητείας τους με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, εάν συντρέξουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων α' έως δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 2.

5. Σε περίπτωση κένωσης των θέσεων του άρθρου 6 για οποιονδήποτε λόγο, η διαδικασία επιλογής πραγματοποιείται εκ νέου και αυτός που επιλέγεται διορίζεται για πλήρη θητεία.

6. Ενστάσεις υποβάλλονται ενώπιον του Α.Σ.Ε.Π. μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τη δημοσίευση του διορισμού και εξετάζονται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την υποβολή τους.

Άρθρο 8

Θέσεις ευρύτερου δημόσιου τομέα που στελεχώνονται από μέλη του Μητρώου - Διαδικασία επιλογής

1. α) Οι Πρόεδροι, Αντιπρόεδροι, Διοικητές, Αναπληρωτές Διοικητές, Υποδιοικητές, και οι εν γένει επικεφαλής των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), των οποίων η επιλογή ανήκει στην Κυβέρνηση, επιλέγονται αποκλειστικά από το Μητρώο του άρθρου 1 του παρόντος νόμου ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3. Όπου στις οικείες διατάξεις των ως άνω νομικών προσώπων προβλέπονται θέσεις εκτελεστικών καθηκόντων, αυτές πληρούνται από μέλη του Μητρώου του άρθρου 1, καθώς και υποψηφίους που δεν υπηρετούν στο δημόσιο τομέα ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3.

Τα λοιπά μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ως άνω νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) των οποίων η επιλογή ανήκει στην Κυβέρνηση επιλέγονται αποκλειστικά από το Μητρώο του άρθρου 1 ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και κατά τη διαδικασία επιλογής που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3, πλην ενός μέλους του συλλογικού οργάνου διοίκησης του οποίου η επιλογή και ο ορισμός ανήκει στην ευρύτατη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου.

β) Οι Πρόεδροι, Αντιπρόεδροι, Διοικητές, Αναπληρωτές Διοικητές, Υποδιοικητές, και οι εν γένει επικεφαλής των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) των οποίων η επιλογή ανήκει στην Κυβέρνηση, με εξαίρεση τις ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Β' του ν. 3429/2005 (Α' 314), επιλέγονται αποκλειστικά από το Μητρώο του άρθρου 1 ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3.

Όπου στις οικείες διατάξεις των ως άνω νομικών προσώπων προβλέπονται θέσεις Διευθύνοντος Συμβούλου, αυτές πληρούνται από μέλη του Μητρώου του άρθρου 1, καθώς και υποψηφίους που δεν υπηρετούν στο δημόσιο τομέα ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3.

Τα λοιπά μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ως άνω νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) των οποίων η επιλογή ανήκει στην Κυβέρνηση επιλέγονται από το Μητρώο του άρθρου 1, καθώς και από υποψηφίους που δεν υπηρετούν στο δημόσιο τομέα ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής των παραγράφων 2 και 3, πλην ενός μέλους του συλλογικού οργάνου διοίκησης του οποίου η επιλογή και ο ορισμός ανήκει στην ευρύτατη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου.

Σε όσες από τις ως άνω περιπτώσεις προβλέπεται επιλογή αποκλειστικά από το Μητρώο του άρθρου 1 και δεν υποβληθούν υποψηφιότητες ή αν το αποφασίζον όργανο κρίνει κατόπιν αιτιολογημένης εισήγησης του Ε.Σ.Ε.Δ. ότι καμία υποψηφιότητα δεν πληροί τις προδιαγραφές της θέσης που έχει προκηρυχθεί, δημοσιεύεται πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για πλήρωση των ανωτέρω θέσεων από υποψηφίους που δεν υπηρετούν στο δημόσιο τομέα. Η διαδικασία επιλογής πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3.

2. Η επιλογή των υποψηφίων που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο, πλην του μέλους που η επιλογή του ανήκει στην ευρύτατη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου, πραγματοποιείται, ύστερα από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος από τον αρμόδιο Υπουργό. Η πρόσκληση δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του αρμόδιου Υπουργείου και του Α.Σ.Ε.Π. επί δέκα (10) ημέρες τουλάχιστον. Το Ε.Σ.Ε.Δ. αξιολογεί τα προσόντα των υποψηφίων και υποβάλλει στον αρμόδιο Υπουργό εισήγηση με τον τριπλάσιο αριθμό προτεινόμενων υποψηφίων για τις θέσεις Προέδρων, Αντιπροέδρων, Διοικητών, Αναπληρωτών Διοικητών, Υποδιοικητών, Διευθυνόντων Συμβούλων και των εν γένει επικεφαλής των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, καθώς και πίνακα με τον διπλάσιο αριθμό προτεινόμενων υποψηφίων για τις θέσεις λοιπών μελών των Διοικητικών Συμβουλίων. Ο Υπουργός επιλέγει υποχρεωτικά μεταξύ των περιλαμβανομένων στην εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Δ. και ο διορισμός διενεργείται με απόφασή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Για την επιλογή των επικρατέστερων υποψηφίων, το Ε.Σ.Ε.Δ. λαμβάνει υπόψη του τα βιογραφικά στοιχεία των υποψηφίων και, ιδίως, τα τυπικά προσόντα τους, το εν γένει επιστημονικό και ερευνητικό έργο τους σε συνάφεια με τις απαιτήσεις και τα καθήκοντα της θέσης που προκηρύσσεται και την προηγούμενη συνολικά διοικητική εμπειρία τους. Το Ε.Σ.Ε.Δ. συνεκτιμά την εν γένει προσωπικότητα των υποψηφίων κατόπιν διενέργειας δομημένης συνέντευξης, στην οποία καλείται υποχρεωτικά τουλάχιστον ο τριπλάσιος αριθμός υποψηφίων για κάθε προς πλήρωση θέση. Για τη συνέντευξη τηρείται πρακτικό, το οποίο συνυποβάλλεται με την εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Δ. στον Υπουργό. Η ως άνω διαδικασία ακολουθείται και αν ο αριθμός των υποψηφίων είναι μικρότερος από τον αριθμό υποψηφίων που προβλέπεται στα προηγούμενα εδάφια.

3. Για τους διορισμούς που προβλέπονται στο άρθρο αυτό εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 7.

4. Ειδικά τα όργανα διοίκησης φορέων ειδικού καλλιτεχνικού, πολιτιστικού και αθλητικού σκοπού που εποπτεύονται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, συνεχίζουν να ορίζονται ή να υποδεικνύονται σύμφωνα με τους ιδρυτικούς τους νόμους. Οι θέσεις των Καλλιτεχνικών Διευθυντών, καθώς και οι θέσεις με αρμοδιότητες ειδικού πολιτιστικού σκοπού Γενικών Διευθυντών και Διευθυντών των ανωτέρω φορέων μπορεί να πληρούνται με διαδικασία δημόσιας πρόσκλησης ή δημόσιας διεθνούς πρόσκλησης. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού καθορίζονται τα απαιτούμενα για την προκηρυσσόμενη θέση ειδικά προσόντα, η διαδικασία συγκρότησης της Επιτροπής Αξιολόγησης των υποψηφίων, τα κριτήρια επιλογής και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

5. Ο ορισμός του Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γενικού Γραμματέα και των λοιπών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) εξακολουθεί να διέπεται από τις ισχύουσες για τον Ε.Ο.Τ. διατάξεις.

Άρθρο 9

Υποχρεώσεις επιλεγμένων μελών σε θέσεις ευθύνης

1. Όσοι επιλέγονται να καταλάβουν τις προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο θέσεις, παρακολουθούν μετά το διορισμό τους υποχρεωτικά ειδικά προγράμματα εκπαίδευσης - επιμόρφωσης που σχεδιάζονται και διεξάγονται από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α., με στόχο την επικαιροποίηση των γνώσεων τους, τη διαρκή επιμόρφωση τους σε θέματα διοίκησης δημόσιων οργανισμών και τη βελτίωση των δεξιοτήτων τους σε θέματα διοικητικού συντονισμού και διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού. Παρακολουθούν επίσης σεμινάρια σε θέματα πρόσβασης ατόμων με αναπηρία και χρόνιες παθήσεις στις υπηρεσίες τις οποίες διοικούν, προκειμένου οι υπηρεσίες αυτές να καταστούν φιλικές και προσβάσιμες στα άτομα αυτά.

2. Κατά την ανάληψη των καθηκόντων Διοικητή ή Προέδρου ή Διευθύνοντος Συμβούλου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου, υπογράφεται συμφωνία δέσμευσης επί καταρτισθέντος προγράμματος δράσης μεταξύ αυτού και του αρμόδιου Υπουργού ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, όπου περιγράφονται με σαφήνεια οι ποσοτικοί και ποιοτικοί στόχοι του φορέα και αναλαμβάνονται οι αντίστοιχες δεσμεύσεις. Κατά την αντικατάσταση ή λήξη της θητείας, καθ' οιονδήποτε τρόπο, Διοικητή ή Προέδρου Νομικού Προσώπου ή Διευθύνοντος Συμβούλου, ο αποχωρήσας παραδίδει αναλυτική έκθεση πεπραγμένων της θητείας του, με ενσωματωμένο πλήρη οικονομικό και κοινωνικό απολογισμό. Ο βαθμός επίτευξης των στόχων καταγράφεται στο ατομικό του Μητρώο και λαμβάνεται υπόψη σε μελλοντικές αξιολογήσεις νέων αιτήσεών του. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 10

Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.)

1. Με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης της Δημόσιας Διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστάται στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) το Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.), το οποίο λειτουργεί σε τρία τμήματα. Κάθε τμήμα είναι εννεαμελές και αποτελείται από τρία (3) μέλη του Α.Σ.Ε.Π., που υποδεικνύονται από τον Πρόεδρό του, έναν (1) Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρό του, τον Πρόεδρο του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.) ή ένα (1) μέλος του Επιστημονικού - Εκπαιδευτικού Συμβουλίου ή έναν (1) προϊστάμενο Διεύθυνσης Εκπαιδευτικής Μονάδας του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρό του, τον Συνήγορο του Πολίτη ή έναν (1) Βοηθό - Συνήγορο που ο Συνήγορος υποδεικνύει, έναν (1) εμπειρογνώμονα που ορίζεται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης της Δημόσιας Διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., έναν (1) εμπειρογνώμονα σε θέματα διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού, που υποδεικνύεται από την Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.), και έναν (1) εμπειρογνώμονα, που ορίζεται από τις κεντρικές εργοδοτικές οργανώσεις (Σ.Ε.Β., Ε.Σ.Ε.Ε., Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.) με τους νόμιμους αναπληρωτές τους. Πρόεδρος του Ε.Σ.Ε.Δ. ορίζεται ένα από τα μέλη του Α.Σ.Ε.Π.. Η θητεία του Ε.Σ.Ε.Δ. είναι διετής. Γραμματέας κάθε τμήματος και ο νόμιμος αναπληρωτής αυτού ορίζονται υπάλληλοι του Α.Σ.Ε.Π., κατηγορίας ΠΕ, με Α' βαθμό.

2. Για την επιλογή του Προέδρου του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., στο Ε.Σ.Ε.Δ. συμμετέχει ένας (1) εμπειρογνώμονας, που υποδεικνύεται από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και ο οποίος αντικαθιστά τον Πρόεδρο του Ε.Κ.Δ.Δ.Α..

Άρθρο 11

Υπηρεσιακή κατάσταση επιλεγμένων μελών σε θέσεις ευθύνης

1. Η θητεία των υπαλλήλων που υπηρετούν στις θέσεις του άρθρου 6, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης. Ομοίως λογίζεται η θητεία των υπαλλήλων που υπηρετούν σε θέσεις Προέδρων, Διοικητών, Διευθυνόντων Συμβούλων και γενικώς των επικεφαλής των φορέων του άρθρου 8. Η θητεία των υπαλλήλων που υπηρετούν στις λοιπές θέσεις του άρθρου 8, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σε θέση προϊσταμένου Τμήματος.

2. Μετά τη λήξη της θητείας τους ή την παύση τους από τις θέσεις στις οποίες διορίστηκαν, αυτοί επανέρχονται στο φορέα όπου υπηρετούσαν πριν από το διορισμό τους.

3. Ειδικές διατάξεις που αφορούν ασυμβίβαστα, περιορισμούς και κωλύματα σχετικά με την κατοχή των θέσεων των άρθρων 6 και 8 παραμένουν σε ισχύ.

4. Εάν ο επιλεγείς σε θέσεις των άρθρων 6 και 8 είναι άτομο με κινητική αναπηρία, τυφλό, ή άτομο με προβλήματα όρασης, κωφό ή βαρήκοο, καθορίζεται ειδική δαπάνη για την εργονομική διευθέτηση του χώρου εργασίας του, τη χορήγηση συνοδού, διερμηνείας και εν γένει την κάλυψη του κόστους των αναγκών αναπηρίας σε ό,τι αφορά τα αυξημένα καθήκοντα της θέσης ευθύνης. Το ύψος της ανωτέρω δαπάνης, ο τρόπος χορήγησης αυτής και κάθε άλλο σχετικό θέμα καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.

Άρθρο 12

Υποστήριξη του Ε.Σ.Ε.Δ. από το Α.Σ.Ε.Π.

Το σύνολο της γραμματειακής και τεχνικής υποστήριξης της λειτουργίας του Ε.Σ.Ε.Δ. κατά τη διαδικασία επιλογής των υποψηφίων, καθώς και η τήρηση των πρακτικών στη διαδικασία της δομημένης συνέντευξης, ανήκει στην αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π..

Άρθρο 13

Μεταβατικές διατάξεις - Τελικές διατάξεις

1. Έως τις 31.7.2016 τίθεται σε λειτουργία το Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1 και 3. Το κριτήριο αξιολόγησης για την ένταξη στο Μητρώο, όπως περιγράφεται στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 2, εφαρμόζεται μετά την παρέλευση δύο (2) αξιολογικών περιόδων η δε αδυναμία εφαρμογής του δεν αποτελεί λόγο μη λειτουργίας του Μητρώου. Έως τις 30.6.2016 εκδίδονται οι υπουργικές αποφάσεις συγκρότησης των Ειδικών Συμβουλίων Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.) του άρθρου 10, καθώς και οι λοιπές κανονιστικές πράξεις. Έως τις 30.9.2016 προκηρύσσονται όλες οι κενές θέσεις των άρθρων 6 και 8, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Έως τις 30.9.2016 προκηρύσσονται όλες οι θέσεις του άρθρου 6, καθώς και οι κενές θέσεις του άρθρου 8 σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

2. Οι διατάξεις των άρθρων 77 του ν. 1969/1991 (Α' 167), 4 του ν. 3864/2010 (Α' 119), 16 του ν. 3986/2011 (Α' 152) και της υποπαραγράφου Ε.2. της παραγράφου Ε.2-7 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222) εφαρμόζονται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος νόμου.

3. Οι κατά τη δημοσίευση του νόμου υπηρετούντες στις θέσεις του άρθρου 8 εκτελούν κανονικά τα καθήκοντά τους έως τη λήξη της θητείας τους, και πάντως όχι πέραν της 30ής Ιουνίου 2018. Σε περίπτωση κένωσης των ως άνω θέσεων με οποιονδήποτε τρόπο πριν τη θέση σε λειτουργία του Μητρώου του άρθρου 1, αυτές πληρούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και οι τοποθετούμενοι σε αυτές εκτελούν κανονικά τα καθήκοντά τους έως τη λήξη της θητείας τους και πάντως όχι πέραν της 30ής Ιουνίου 2018.

ΜΕΡΟΣ Β

ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Αξιολόγηση, Στοχοθεσία, Κοινωνική λογοδοσία και συμμετοχή

Άρθρο 14

Πεδίο εφαρμογής

1. Στις διατάξεις του συστήματος αξιολόγησης του παρόντος υπάγονται οι τακτικοί πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.):

α) του Δημοσίου,

β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α' και β' βαθμού,

γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.),

δ) το προσωπικό των Ανεξάρτητων Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων,

ε) οι υπάλληλοι των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων (Π.Ε.Δ.), της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Ε.) και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝ.Π.Ε.),

στ) οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και των λοιπών εκκλησιών, δογμάτων και κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος γνωστών θρησκειών, οι οποίοι επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

2. Στις διατάξεις του συστήματος αξιολόγησης του παρόντος δεν υπάγονται:

α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,

β) οι θρησκευτικοί λειτουργοί των νομικών προσώπων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και των λοιπών εκκλησιών, δογμάτων και κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος γνωστών θρησκειών, που επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό,

γ) οι υπάλληλοι και λειτουργοί που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297).

3. Η αξιολόγηση και η συμμετοχή των δημοσίων υπαλλήλων στη διαδικασία θέσης στόχων, όπως και γενικότερα στη λειτουργία της διοίκησης, αποσκοπούν στη βελτίωση της ατομικής απόδοσης κάθε υπαλλήλου και συνολικά της απόδοσης έργου της δημόσιας υπηρεσίας.

4. Ειδικά συστήματα αξιολόγησης διατηρούνται σε ισχύ.

Άρθρο 15

Αξιολογητές

1. Αξιολογητές των υπαλλήλων και των προϊσταμένων οργανικών μονάδων κατά τις διατάξεις του παρόντος είναι οι δύο ιεραρχικά προϊστάμενοι τους κατά τη σειρά της οργανικής διάρθρωσης με τον τρόπο που ορίζεται στο επόμενο άρθρο. Στην περίπτωση των προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, αξιολογητές είναι ο οικείος Υπουργός ή ο Αναπληρωτής Υπουργός ή ο Υφυπουργός και ο Γενικός ή ο Ειδικός Γραμματέας ή τα δύο (2) ανώτερα μονοπρόσωπα διοικητικά όργανα της Υπηρεσίας. Αν δεν υπάρχουν, αξιολογητής είναι μόνο το ανώτερο μονοπρόσωπο διοικητικό όργανο. Στην περίπτωση των προϊσταμένων Διευθύνσεων, όπου ελλείπει θέση Γενικού Διευθυντή, αξιολογητές είναι τα δύο (2) ανώτερα μονοπρόσωπα διοικητικά όργανα της Υπηρεσίας. Όπου δεν υπάρχει δεύτερος ιεραρχικά προϊστάμενος, την αξιολόγηση διενεργεί αποκλειστικά ο ένας.

2. Ως προϊστάμενοι κατά την έννοια της παραγράφου 1 νοούνται οι πολιτικοί υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, που κατέχουν θέση, η οποία αποτελεί την κορυφή της οικείας οργανικής μονάδας, καθώς και οι μετακλητοί ή με θητεία υπάλληλοι, οι οποίοι κατέχουν τέτοια θέση βάσει ειδικών διατάξεων, συμπεριλαμβανομένων και των νομίμων αναπληρωτών τους.

3. Προκειμένου για αυτοτελείς υπηρεσιακές μονάδες αποκεντρωμένων ή αυτοτελών δημοσίων υπηρεσιών ή Ν.Π.Δ.Δ., ο Γενικός ή Ειδικός Γραμματέας ή ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή το μονομελές όργανο διοίκησης και, αν δεν υπάρχει, ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου διοίκησης, συντάσσουν εκθέσεις αξιολόγησης για τους προϊσταμένους οργανικών μονάδων που υπάγονται απευθείας σε αυτούς και για τους υπαλλήλους που υπηρετούν στο γραφείο τους ή υπάγονται σε αυτούς.

4. Οι εκθέσεις αξιολόγησης των υπαλλήλων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος και υπηρετούν σε γραφείο Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού συντάσσονται από τον Διευθυντή του οικείου Γραφείου. Εάν δεν υπάρχει Διευθυντής, οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται από τον Υπουργό, τον Αναπληρωτή Υπουργό ή τον Υφυπουργό. Η έκθεση αξιολόγησης του Διευθυντή του Γραφείου του Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού συντάσσεται από τον οικείο Υπουργό, τον Αναπληρωτή Υπουργό ή τον Υφυπουργό, εφόσον αυτός υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος.

5. Οι εκθέσεις αξιολόγησης προϊσταμένων αυτοτελών οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης ή Τμήματος, οι οποίες υπάγονται απευθείας σε Υπουργό, Αναπληρωτή Υπουργό ή Υφυπουργό συντάσσονται από τους τελευταίους.

6. Οι εκθέσεις αξιολόγησης των προϊσταμένων διευθύνσεων, αυτοτελών τμημάτων ή αυτοτελών γραφείων καθώς και των υπαλλήλων των υπηρεσιών Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού συντάσσονται από τον Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη αντίστοιχα, εφόσον οι πιο πάνω υπάλληλοι υπάγονται απευθείας σε αυτούς.

7. Για τους αποσπασμένους υπαλλήλους συντάσσονται εκθέσεις αξιολόγησης από τους προϊσταμένους των υπηρεσιών, στις οποίες είναι αποσπασμένοι, εφόσον υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος. Ειδικά ως προς τους αποσπασμένους υπαλλήλους σε γραφεία βουλευτών ή Ελλήνων βουλευτών του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αξιολογητής θεωρείται ο οικείος βουλευτής ή ευρωβουλευτής. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 20, 22, 23 και 24.

8. Κάθε αξιολογητής υποχρεούται να συντάσσει εκθέσεις αξιολόγησης για όλους τους υπαλλήλους αρμοδιότητας του, εφόσον προΐστατο αυτών κατά το προηγούμενο έτος για πέντε (5) τουλάχιστον μήνες, ανεξάρτητα αν είχε τοποθετηθεί με σχετική απόφαση ή όχι, έστω και αν κατά το χρόνο σύνταξης των εκθέσεων υπηρετεί σε άλλη υπηρεσία, με την επιφύλαξη του εδαφίου β', περίπτωση γ' της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου.

Άρθρο 16

Έκθεση αξιολόγησης

1. Η έκθεση αξιολόγησης περιλαμβάνει τουλάχιστον:

α) Τους τίτλους σπουδών του υπαλλήλου, καθώς και τις δραστηριότητες επιμόρφωσης κατά το έτος στο οποίο αναφέρεται η αξιολόγηση.

β) Συνοπτική περιγραφή του έργου που επιτελέσθηκε από την οργανική μονάδα (Διεύθυνση, Τμήμα) στην οποία ανήκει ο αξιολογούμενος, κατά την περίοδο που αξιολογείται.

γ) Συνοπτική περιγραφή του έργου που επιτελέσθηκε από τον αξιολογούμενο, κατά την περίοδο που αξιολογείται.

δ) Τα στοιχεία της συμβουλευτικής συνέντευξης του άρθρου 19.

ε) Τη βαθμολογία του αξιολογούμενου βάσει των κριτηρίων των επόμενων παραγράφων.

2.α) Οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται από τους αρμόδιους αξιολογητές υποχρεωτικά εντός του πρώτου τριμήνου κάθε έτους.

β) Η προθεσμία της περίπτωσης α' ισχύει και για τους αξιολογητές που απέβαλαν την ιδιότητά τους αυτή πριν από τις 31 Μαρτίου λόγω τοποθέτησης, μετάθεσης, μετακίνησης, απόσπασης, μετάταξης ή διορισμού σε άλλη υπηρεσία.

γ) Αν ο προϊστάμενος άσκησε καθήκοντα για πέντε (5) τουλάχιστον μήνες, αλλά η υπαλληλική σχέση λύθηκε λόγω παραίτησης ή αυτοδίκαιης απόλυσης από την υπηρεσία, οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται και υποβάλλονται με μέριμνα της αρμόδιας μονάδας προσωπικού, πριν από την αποχώρησή του. Κατ' εξαίρεση, όταν αξιολογητές είναι ο Υπουργός, ο Αναπληρωτής Υπουργός, ο Υφυπουργός, ο Γενικός ή Ειδικός Γραμματέας, το μονομελές όργανο διοίκησης ή ο πρόεδρος συλλογικού οργάνου διοίκησης ή ο Διευθυντής του Γραφείου του Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού, μπορεί να συντάσσεται έκθεση αξιολόγησης και για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) μηνών υπηρεσίας και σε περίπτωση που οι πιο πάνω αποχωρήσουν από τη θέση τους μπορεί να συντάσσονται εκθέσεις αξιολόγησης μέχρι και εξήντα (60) ημέρες μετά την αποχώρησή τους.

δ) Σε περίπτωση πραγματικής αδυναμίας του προϊσταμένου που ενεργεί ως αξιολογητής, τις εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσει ο νόμιμος αναπληρωτής του, εφόσον αυτός εκτελούσε χρέη αναπληρωτή προϊσταμένου για τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) της αξιολογικής περιόδου. Σε αντίθετη περίπτωση, καθώς και όταν δεν υπάρχει νόμιμος αναπληρωτής, οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται κατ' εξαίρεση από τον άμεσο προϊστάμενο του αξιολογητή.

ε) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2, σε καμία περίπτωση δεν συντάσσεται έκθεση αξιολόγησης για χρονικό διάστημα μικρότερο των πέντε (5) μηνών.

3.α) Αρμόδια για την τήρηση των διαδικασιών αξιολόγησης είναι η οικεία Διεύθυνση Προσωπικού ή Διοικητικού. Αν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παράλειψη ή πλημμελής ή μη ορθή συμπλήρωση, η έκθεση αξιολόγησης επιστρέφεται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας διοικητικού ή προσωπικού για σχετική συμπλήρωση ή διόρθωση.

β) Κάθε έκθεση αξιολόγησης γνωστοποιείται από την αρμόδια υπηρεσία Προσωπικού ή Διοικητικού υποχρεωτικά στον υπάλληλο που αφορά.

γ) Ο υπάλληλος δικαιούται οποτεδήποτε να ζητεί από την αρμόδια υπηρεσία Προσωπικού ή Διοικητικού και να λαμβάνει πλήρη γνώση ή και αντίγραφο των εκθέσεων αξιολόγησής του, θέτοντας επί του εντύπου της έκθεσης αξιολόγησης την υπογραφή του και την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση.

4. Ο τελικός βαθμός της αξιολόγησης προκύπτει από το μέσο όρο των βαθμολογιών των δύο (2) αξιολογητών. Αν η απόκλιση μεταξύ των δύο (2) αξιολογητών υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις (24) εκατοστιαίες μονάδες, αρμόδια για τη βαθμολόγηση είναι η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 21, στην οποία παραπέμπονται υποχρεωτικά οι σχετικές εκθέσεις αξιολόγησης.

5. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη μορφή και το περιεχόμενο των Εντύπων Έκθεσης Αξιολόγησης.

Άρθρο 17

Κριτήρια και διαδικασία αξιολόγησης υπαλλήλων

1. Τα κριτήρια αξιολόγησης των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες:

Α. Γνώση του αντικειμένου, ενδιαφέρον και δημιουργικότητα

Β. Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά Γ. Αποτελεσματικότητα

2. Κάθε κατηγορία κριτηρίων αναλύεται σε επιμέρους κριτήρια, ως ακολούθως:

Α. ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ

α) Διοικητική ικανότητα, επαγγελματική επάρκεια, δυνατότητα εφαρμογής των γνώσεων και της εμπειρίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του υπαλλήλου.

β) Ολοκληρωμένη γνώση του διοικητικού έργου του φορέα (Υπουργείου, αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας ή Ν.Π.Δ.Δ.).

γ) Επίδειξη ενδιαφέροντος, ανάπτυξη δεξιοτήτων και αφοσίωση κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων.

δ) Πρωτοβουλία, καινοτομίες, ιεράρχηση προτεραιοτήτων, συντονισμός και προγραμματισμός του έργου.

ε) Εκπόνηση σχετικών μελετών, άρθρων ή προτάσεων και βράβευση τέτοιων εργασιών.

στ) Ανάληψη ευθυνών και ικανότητα άσκησης πολλαπλών καθηκόντων συναφών προς τη φύση της υπηρεσίας. Ιεράρχηση προτεραιοτήτων, συντονισμός και προγραμματισμός του έργου.

Β. ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

ζ) Επικοινωνία και άριστη συνεργασία με συνυπηρετούντες στην ίδια ή άλλη υπηρεσιακή μονάδα, υπαλλήλους.

η) Συμπεριφορά προς τους πολίτες, καθώς και άμεση εξυπηρέτηση των αναγκών τους.

Γ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

θ) Ποσοτική και ποιοτική εργασιακή απόδοση (ιδίως: διαχείριση κρίσεων, αναβάθμιση εργασιακού περιβάλλοντος, προστιθέμενη αξία διοικητικού έργου).

ι) Βαθμός επίτευξης των στόχων της ατομικής στοχοθεσίας και συμμετοχής στη στοχοθεσία του Τμήματος.

3. Στο η' κριτήριο αξιολογούνται μόνο οι υπάλληλοι που λόγω των αρμοδιοτήτων τους έρχονται σε επικοινωνία με το κοινό. Το ι' κριτήριο βαθμολογείται μόνο εφόσον έχουν τεθεί στόχοι για το έτος που αφορά η αξιολόγηση.

4. Κάθε επιμέρους κριτήριο αξιολόγησης βαθμολογείται από τους αξιολογητές με ένα ακέραιο βαθμό, που κατά την αντικειμενική κρίση αρμόζει για τον αξιολογούμενο. Η κλίμακα των βαθμών ορίζεται από το 0 έως το 100.

5. Με τους βαθμούς από 90 έως 100 βαθμολογούνται οι άριστοι υπάλληλοι, οι οποίοι έχουν επιδείξει όλως εξαιρετική επίδοση στα καθήκοντα τους. Ως όλως εξαιρετική επίδοση νοείται η προσφορά έργου υψηλού επιπέδου από τον αξιολογούμενο, από το οποίο προέκυψε σημαντικό όφελος για την Υπηρεσία. Για τη βαθμολογία με βαθμό 90 και άνω απαιτείται ειδική αιτιολογία της βαθμολογίας αυτής για τα κριτήρια αξιολόγησης, με καταγραφή πραγματικών στοιχείων και δεδομένων που τη στοιχειοθετούν και εξετάζεται υποχρεωτικά από την Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 21, η οποία είτε οριστικοποιεί τη βαθμολογία είτε τη διορθώνει με παράθεση πλήρους αιτιολογίας.

6. Με τους βαθμούς από 75 έως 89 βαθμολογούνται οι πολύ επαρκείς υπάλληλοι, οι οποίοι μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως στις απαιτήσεις της υπηρεσίας τους, να αντιμετωπίσουν κάθε υπηρεσιακό ζήτημα και περιστασιακά μόνο ενδεχομένως να χρειάζονται ελάχιστη υποβοήθηση στο έργο τους.

7. Με τους βαθμούς από 60 έως 74 βαθμολογούνται οι επαρκείς υπάλληλοι που επιδιώκουν σταθερά να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της υπηρεσίας, αλλά δεν ανταποκρίνονται στα παραπάνω κριτήρια.

8. Με τους βαθμούς από 50 έως 59 βαθμολογούνται οι μερικώς επαρκείς υπάλληλοι, οι οποίοι αποδίδουν κάτω του συνηθισμένου μέτρου και μπορεί να χρειάζονται υποβοήθηση στο έργο τους.

9. Με τους βαθμούς από 40 έως 49 βαθμολογούνται οι μέτριοι υπάλληλοι, οι οποίοι κατά κανόνα χρειάζονται υποβοήθηση στο έργο τους.

10. Με τους βαθμούς από 25 έως 39 βαθμολογούνται οι ανεπαρκείς υπάλληλοι.

11. Με τους βαθμούς 0 έως 24 βαθμολογούνται οι ακατάλληλοι για τη συγκεκριμένη υπηρεσία υπάλληλοι.

12. Βαθμολογία κάτω του βαθμού εξήντα (60) πρέπει υποχρεωτικά να αιτιολογείται ειδικά και να θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά και αντικειμενικά στοιχεία και δεδομένα του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, όπως η επιβολή πειθαρχικών ποινών, δυσμενών παρατηρήσεων των προϊσταμένων του ή άλλων αντικειμενικών στοιχείων που να καταδεικνύουν προδήλως μειωμένη ανταπόκριση στα υπηρεσιακά καθήκοντα. Εάν ελλείπουν παρόμοια υποστηρικτικά στοιχεία της δυσμενούς βαθμολογίας, ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να ασκήσει ένσταση στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 21, σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21.

13. α) Το κριτήριο ι' βαθμολογείται ανάλογα με το βαθμό ανταπόκρισης των υπαλλήλων στη στοχοθεσία του τμήματος και στην ατομική τους στοχοθεσία και απαιτείται πάντοτε ειδική και τεκμηριωμένη αιτιολογία. Πριν από τη βαθμολόγηση του κριτηρίου αυτού προηγείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 23, υπό την ευθύνη και την προεδρία του οικείου προϊσταμένου Διεύθυνσης σύγκληση της Ολομέλειας του Τμήματος για τη συλλογική αξιολόγηση και ατομική αυτοαξιολόγηση κάθε υπαλλήλου, σε σχέση με τη στοχοθεσία του. Η αυτοαξιολόγηση δεν καταλήγει σε πρόταση βαθμολογίας κάθε υπαλλήλου, αλλά εντοπίζει προβλήματα και επιτεύγματα του τμήματος και λαμβάνεται υπόψη από τον αξιολογητή για τη διαμόρφωση της αιτιολογίας της βαθμολογίας του.

β) Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, το εν λόγω κριτήριο δε βαθμολογείται, αν δεν έχει προηγηθεί διαδικασία στοχοθεσίας, σύμφωνα με το νόμο αυτόν.

14. Μετά την οριστικοποίηση των εκθέσεων αξιολόγησης, η αρμόδια Διεύθυνση Προσωπικού/Διοικητικού γνωστοποιεί την έκθεση αξιολόγησης στον αξιολογούμενο.

15. Στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης συνιστάται Διεύθυνση Παρακολούθησης και Στατιστικής Ανάλυσης των Βαθμολογιών Αξιολόγησης υπό τη Γενική Διεύθυνση Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού. Η Διεύθυνση Παρακολούθησης και Στατιστικής Ανάλυσης των Βαθμολογιών Αξιολόγησης παρακολουθεί και διαχειρίζεται στατιστικά δεδομένα και χρονοσειρές δεδομένων και συντάσσει εκθέσεις ανάλυσης δεδομένων των βαθμολογιών αξιολόγησης. Όπου παρατηρείται συστηματική εμφάνιση ακραίων τιμών βαθμολόγησης, είτε υψηλών είτε χαμηλών, μπορεί με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, κατόπιν σχετικής εισήγησης της Διεύθυνσης Παρακολούθησης και Στατιστικής Ανάλυσης των Βαθμολογιών Αξιολόγησης, να εφαρμόζεται «συντελεστής διόρθωσης». Με επιμέλεια της Διεύθυνσης Παρακολούθησης και Στατιστικής Ανάλυσης των Βαθμολογιών Αξιολόγησης εκδίδονται σε ετήσια βάση οδηγίες για τη βαθμολόγηση στο πλαίσιο της αξιολόγησης.

16. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, η οποία εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.

Άρθρο 18

Κριτήρια και διαδικασία αξιολόγησης προϊσταμένων οργανικών μονάδων

1. Τα κριτήρια αξιολόγησης των προϊσταμένων οργανικών μονάδων κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες:

Α. Γνώση του αντικειμένου, αντίληψη, ενδιαφέρον και δημιουργικότητα

Β. Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά

Γ. Διοικητικές ικανότητες

Δ. Αποτελεσματικότητα

2. Κάθε κατηγορία κριτηρίων αναλύεται στα εξής επιμέρους κριτήρια:

Α. ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΑΝΤΙΛΗΨΗ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ

α) Επαγγελματική επάρκεια.

Αξιολογείται η γνώση του αντικειμένου της δημόσιας διοίκησης, η ικανότητα οργάνωσης του ατομικού και συλλογικού φόρτου εργασίας και η ευθυκρισία.

β) Αντίληψη και ικανότητα λύσης προβλημάτων.

Αξιολογείται η ορθή σύλληψη των προβλημάτων, η ικανότητα αντίληψης σύνθετων καταστάσεων και θέση προτεραιοτήτων, η πρόβλεψη και έγκαιρη αντιμετώπιση συνεπειών και η ορθή διαχείριση κρίσεων.

γ) Πρωτοβουλία - Καινοτομίες.

Αξιολογείται η ανάπτυξη δημιουργικών και πρακτικών λύσεων, η δυνατότητα για συνεχή βελτίωση της απόδοσης και δημιουργικότητας και η εισαγωγή και αποδοχή καινοτόμων μεθόδων.

Β. ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

δ) Συμπεριφορά προς πολίτες. Εξυπηρέτηση του κοινού.

ε) Επικοινωνία και συνεργασία με τους προϊσταμένους.

στ) Επικοινωνία και συνεργασία με τους υφισταμένους.

Αξιολογείται η ικανότητα ακριβούς και σαφούς επικοινωνίας, προφορικής και γραπτής, η ικανότητα διαπραγμάτευσης αλλά και αντίληψης των προβλημάτων επικοινωνίας, η επίδειξη σεβασμού στη διαφορετικότητα.

Γ. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ

ζ) Ικανότητα να προγραμματίζει, οργανώνει, συντονίζει και ελέγχει τις εργασίες της μονάδας του. Αξιολογείται η ηγετική ικανότητα, ιδίως ως προς την προετοιμασία μελλοντικών στελεχών και την κατανομή έργου στο προσωπικό ευθύνης τους.

η) Ικανότητα να καθοδηγεί, ενημερώνει, παρακινεί τους υπαλλήλους, να αναπτύσσει τις επαγγελματικές και προσωπικές ικανότητες και δεξιότητες τους, να παρέχει κίνητρα συνεχούς επιμόρφωσης, να δίνει παραδείγματα εξωστρεφούς παρουσίας σε συνέδρια, ημερίδες και διεθνείς διοργανώσεις.

θ) Ικανότητα αντικειμενικής και αμερόληπτης αξιολόγησης.

ι) Ικανότητα λήψης αποτελεσματικών αποφάσεων, ιδίως σε συνθήκες κρίσης.

Δ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ια) Βαθμός επίτευξης των στόχων της ατομικής στοχοθεσίας.

3. Στο δ' κριτήριο αξιολογούνται μόνο οι προϊστάμενοι, των οποίων οι οργανικές μονάδες έρχονται σε επικοινωνία με το κοινό. Το ια' κριτήριο βαθμολογείται μόνον αν έχουν τεθεί στόχοι για το έτος που αφορά η αξιολόγηση.

4. Κάθε επιμέρους κριτήριο αξιολόγησης βαθμολογείται από τους αξιολογητές με ένα ακέραιο βαθμό που, κατά την αντικειμενική κρίση, αρμόζει στο αντίστοιχο κριτήριο για τον αξιολογούμενο. Η κλίμακα των βαθμών ορίζεται από το 0 έως το 100.

5. Με βαθμό από 90 έως 100 βαθμολογούνται οι άριστοι προϊστάμενοι που έχουν σημειώσει κατά την περίοδο αξιολόγησης όλως εξαιρετική επίδοση. Ως όλως εξαιρετική επίδοση νοείται η υψηλού επιπέδου ικανότητα συντονισμού της οργανικής μονάδας για την επίτευξη συγκεκριμένων προδιαγεγραμμένων στόχων από τους οποίους προέκυψε σημαντικό όφελος για το φορέα. Για τη βαθμολογία με βαθμό από 90 και πάνω απαιτείται η παράθεση από τους αξιολογητές ειδικής αιτιολογίας της βαθμολογίας αυτής για τα κριτήρια αξιολόγησης, με καταγραφή πραγματικών δεδομένων που τη στοιχειοθετούν και η βαθμολογία εξετάζεται υποχρεωτικά από την Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 21, η οποία είτε την οριστικοποιεί είτε την διορθώνει με παράθεση πλήρους αιτιολογίας.

6. Με τους βαθμούς 75 έως 89 βαθμολογούνται από τους αξιολογητές όσοι θεωρούνται πολύ επαρκείς προϊστάμενοι, οι οποίοι μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως στις απαιτήσεις της Υπηρεσίας τους και να αντιμετωπίσουν κάθε υπηρεσιακό ζήτημα.

7. Με τους βαθμούς 60 έως 74 οι επαρκείς προϊστάμενοι.

8. Με τους βαθμούς 50 έως 59 οι μερικώς επαρκείς προϊστάμενοι.

9. Με τους βαθμούς 40 έως 49 οι μέτριοι προϊστάμενοι.

10. Με τους βαθμούς 25 έως 39 οι ανεπαρκείς προϊστάμενοι.

11. Με τους βαθμούς 0 έως 24 οι ακατάλληλοι για τη θέση προϊστάμενοι.

12. Βαθμολογία μικρότερη των 60 βαθμών πρέπει υποχρεωτικά να αιτιολογείται ειδικά και να βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά και αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία να στοιχειοθετούν την ανεπαρκή διοίκηση της δομής, καθώς και την ανεπαρκή διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Ο αξιολογούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει ένσταση στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 21.

13. Το κριτήριο ια' βαθμολογείται ανάλογα με το βαθμό ανταπόκρισης του προϊσταμένου στην ατομική στοχοθεσία του, βάσει ειδικής πάντοτε αιτιολογίας.

Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, το εν λόγω κριτήριο δεν βαθμολογείται, εάν δεν έχει προηγηθεί διαδικασία στοχοθεσίας, σύμφωνα με το νόμο αυτόν.

14. Η αξιολόγηση των προϊσταμένων λαμβάνει υπόψη και την αξιολόγηση των υφισταμένων, όπως περιγράφεται στην επόμενη παράγραφο.

15. Ο προϊστάμενος Τμήματος αξιολογείται επίσης από το σύνολο των άμεσα υφισταμένων του, εφόσον αυτοί είναι τουλάχιστον τρεις (3). Ο προϊστάμενος Διεύθυνσης αξιολογείται από τους προϊσταμένους Τμήματος και εάν αυτοί είναι λιγότεροι από τρεις (3), από το σύνολο των υπαλλήλων της Διεύθυνσης. Ο προϊστάμενος επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης αξιολογείται από τους προϊσταμένους επιπέδου Διεύθυνσης και Τμήματος που υπάγονται στη Γενική Διεύθυνση. Η κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση από τους υφισταμένους πραγματοποιείται βάσει ανώνυμου ερωτηματολογίου, το οποίο καταρτίζεται από την οικεία Διεύθυνση Προσωπικού/Διοικητικού.

Το ερωτηματολόγιο αυτό περιλαμβάνει τα εξής κριτήρια:

α) ικανότητα διοίκησης και διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού,

β) ικανότητα αποτελεσματικής καθοδήγησης των υφισταμένων, υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά,

γ) ικανότητα διαχείρισης κρίσεων,

δ) ανάληψη ευθύνης,

ε) δεκτικότητα στην εισαγωγή νέων μεθόδων και νέων τεχνολογιών.

Επί των κριτηρίων αυτών αξιολογούν οι υφιστάμενοι τον προϊστάμενο τους βάσει της παρακάτω κλίμακας: 90-100: άριστος, 75-89: πολύ επαρκής, 60-74: επαρκής, 50-59: μερικώς επαρκής, 40-49: μέτριος, 25-39: ανεπαρκής, 0-24: ακατάλληλος.

Κάθε κριτήριο βαθμολογείται ξεχωριστά.

16. Η βαθμολογία κάθε ετήσιας αξιολόγησης των προϊσταμένων από τους υφιστάμενους συνοδεύει τον ατομικό φάκελο αξιολόγησης κάθε προϊσταμένου και συνεκτιμάται κατά τις αξιολογήσεις του/της.

Άρθρο 19

Συμβουλευτική Συνέντευξη

1. Πριν από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, ο άμεσα ιεραρχικά προϊστάμενος, ως πρώτος αξιολογητής καλεί τον υπάλληλο προκειμένου να συζητήσει μαζί του τρόπους βελτίωσης της απόδοσης του και καλύτερης αξιοποίησης και ανάπτυξης των ικανοτήτων του προς όφελος τόσο του ιδίου όσο και για τη λειτουργία γενικά και την απόδοση της οργανικής μονάδας, στην οποία υπηρετεί. Η ημερομηνία της συμβουλευτικής συνέντευξης, καθώς και οι υπογραφές του αξιολογητή και του αξιολογουμένου σημειώνονται σε ειδικό χώρο του εντύπου αξιολόγησης με επισημείωση στην περίπτωση κατά την οποία ο αξιολογούμενος ζήτησε προθεσμία για να υποβάλει τις απόψεις - αντιρρήσεις του κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού.

2. Σε περίπτωση αξιολόγησης του υπαλλήλου με μέσο όρο βαθμολογίας της έκθεσης μικρότερο του εξήντα (60) συμπληρώνονται υποχρεωτικά από τον αξιολογητή στο έντυπο αξιολόγησης τα μέτρα βελτίωσης που οφείλει να λάβει ο αξιολογούμενος, ο προϊστάμενος που τον αξιολογεί, στο μέτρο των αρμοδιοτήτων του, και η υπηρεσία.

3. Ο αξιολογούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει απευθείας στον αξιολογητή απόψεις - αντιρρήσεις μέσα σε δύο (2) ημέρες από την πραγματοποίηση της συνέντευξης. Οι απόψεις - αντιρρήσεις, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έκθεσης αξιολόγησης του υπαλλήλου και λαμβάνονται υπόψη από τον αξιολογητή.

4. Αν προτείνονται μέτρα βελτίωσης, αυτά λαμβάνονται υπόψη υποχρεωτικά από τον αξιολογητή κατά την επόμενη περίοδο αξιολόγησης του υπαλλήλου. Ο αξιολογητής οφείλει να σημειώσει στην έκθεση αξιολόγησης τα μέτρα που έλαβε ο ίδιος και η υπηρεσία προκειμένου να βοηθήσουν τον υπάλληλο να βελτιώσει την απόδοση του. Αν παραλειφθεί η προαναφερόμενη υποχρέωση, η παράλειψη αυτή λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη ως δυσμενές στοιχείο από τον προϊστάμενο του αξιολογητή κατά την αξιολόγηση του τελευταίου.

Άρθρο 20

Ενστάσεις

1. Ο αξιολογούμενος υπάλληλος έχει δικαίωμα να ασκήσει ένσταση ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης, αν ο μέσος όρος βαθμολογίας της Έκθεσης Αξιολόγησης είναι μικρότερος του εβδομήντα πέντε (75).

2. Η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει αναλυτικά τα συγκεκριμένα στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία ο αξιολογούμενος θεμελιώνει τους ισχυρισμούς της ένστασής του.

3. Οι ενστάσεις ασκούνται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία επτά (7) εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση της έκθεσης στον υπάλληλο. Οι ενστάσεις υποβάλλονται στην οικεία Διεύθυνση Διοικητικού η οποία τις διαβιβάζει στην αρμόδια Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης.

4. Η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο της ένστασης και μπορεί είτε να οριστικοποιήσει είτε να διορθώσει την έκθεση αξιολόγησης με παράθεση πλήρους αιτιολογίας. Η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης δικαιούται να ζητήσει οποιεσδήποτε πρόσθετες διευκρινίσεις κρίνει απαραίτητες από τους αξιολογητές ή τον αξιολογούμενο και γενικώς να ενεργήσει για τη διακρίβωση των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης αποφαίνεται για τις ενστάσεις μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την περιέλευσή τους σε αυτή.

Άρθρο 21

Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης

1. Σε κάθε Υπουργείο, Γενική ή Ειδική Γραμματεία Υπουργείου με απόφαση του οικείου Υπουργού, σε κάθε αυτοτελή δημόσια υπηρεσία με απόφαση του προϊσταμένου της, σε κάθε Αποκεντρωμένη Διοίκηση με απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης, σε κάθε Περιφέρεια με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη, και σε κάθε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο έχει δικό του Υπηρεσιακό Συμβούλιο, με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού, συνιστάται Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης.

Η εν λόγω Επιτροπή αποτελείται από: τον προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης αρμοδιότητας θεμάτων προσωπικού, έναν προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης του οικείου φορέα και έναν προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης από άλλο Υπουργείο ή άλλο φορέα με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους από τον οικείο ή από άλλους φορείς.

Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται ο προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης αρμοδιότητας θεμάτων προσωπικού. Η επιλογή του μέλους της Επιτροπής από τον οικείο φορέα εκτός του Προέδρου γίνεται με δημόσια κλήρωση. Για την επιλογή του μέλους που προέρχεται από άλλο φορέα διενεργείται υποχρεωτικά δημόσια κλήρωση μεταξύ τουλάχιστον πέντε (5) υποψηφίων που προέρχονται από πέντε (5) διαφορετικούς φορείς. Με όμοια απόφαση μπορεί να συγκροτούνται περισσότερες Ειδικές Επιτροπές Αξιολόγησης στον ίδιο φορέα, όποτε κρίνεται αναγκαίο.

Γραμματέας της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης ορίζεται υπάλληλος της Διεύθυνσης αρμοδιότητας θεμάτων προσωπικού του οικείου φορέα. Στην Επιτροπή μετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου και δύο (2) αιρετοί εκπρόσωποι των μόνιμων υπαλλήλων ή των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) του οικείου φορέα. Στην Επιτροπή μετέχει χωρίς δικαίωμα ψήφου και εκπρόσωπος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου ή Συλλόγου ή Σωματείου, του οποίου ο αξιολογούμενος είναι μέλος, ύστερα από αίτηση του τελευταίου.

Τα Ν.Π.Δ.Δ. που δε διαθέτουν δικό τους Υπηρεσιακό Συμβούλιο υπάγονται στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του φορέα από τον οποίο εποπτεύονται.

Για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. α' βαθμού η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης συνιστάται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και αποτελείται από τα τακτικά μη αιρετά μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, που λειτουργεί σε κάθε νομό για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. α' βαθμού με την υποχρεωτική συμμετοχή ενός προϊστάμενου Διεύθυνσης προερχόμενου από άλλο φορέα κατόπιν επιλογής σύμφωνα με τη διαδικασία του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1. Τα ανωτέρω ισχύουν αναλόγως και για τους Δήμους Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, οι οποίοι διαθέτουν δικό τους Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Ειδικά για τους Ο.Τ.Α. α' βαθμού το σύστημα αξιολόγησης του παρόντος νόμου εφαρμόζεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του.

Για τις Ανεξάρτητες Αρχές η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης συγκροτείται από τα τακτικά μη αιρετά μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου αυτών με την υποχρεωτική συμμετοχή ενός προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης προερχόμενου από άλλο φορέα κατόπιν επιλογής σύμφωνα με τη διαδικασία του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1.

2. Έργο της Επιτροπής είναι η αξιολόγηση των ενστάσεων του άρθρου 20, καθώς και των εξαιρετικών επιδόσεων κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 5 και 12 του άρθρου 17, στις παραγράφους 5 και 11 του άρθρου 18 και στην παράγραφο 4 του άρθρου 16.

3. Στους φορείς που δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν οι προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων ορίζονται μέλη, τακτικά και αναπληρωματικά, προϊστάμενοι Διευθύνσεων, από τους οποίους υποχρεωτικά ένας προέρχεται από άλλο φορέα με τη διαδικασία του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1.

Εάν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν οι προϊστάμενοι Διευθύνσεων, οι υπάλληλοι των εν λόγω φορέων υπάγονται στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του φορέα που τους εποπτεύει.

Σε όσους φορείς προβλέπεται Υπηρεσιακό Συμβούλιο, το οποίο ακόμη δεν έχει συσταθεί, οι υπάλληλοι των εν λόγω φορέων υπάγονται στην Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης του φορέα που τους εποπτεύει.

4. Αν η Επιτροπή κληθεί να αξιολογήσει ενστάσεις ή τις εξαιρετικές επιδόσεις υπαλλήλων ή προϊσταμένων που έχουν αξιολογηθεί από μέλος της Επιτροπής, το συγκεκριμένο μέλος κωλύεται να συμμετάσχει στην εξέταση του εν λόγω θέματος από την Επιτροπή και τη θέση του παίρνει ο αναπληρωτής του.

Η θητεία των μελών της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης είναι διετής. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος η θητεία τους λήγει στις 31.12.2016.

Άρθρο 22

Στοχοθεσία

1. Με τη στοχοθεσία επιδιώκεται η βελτίωση της αποτελεσματικότητας και συλλογικής δράσης της διοίκησης, η πληρέστερη εκπλήρωση της αποστολής της Υπηρεσίας, και η ανταπόκριση της στις ανάγκες της κοινωνίας.

2. Εντός της πρώτης εβδομάδας του Οκτωβρίου κάθε έτους ο Υπουργός ή το όργανο διοίκησης κάθε φορέα γνωστοποιεί και κατανέμει στις οικείες υπηρεσίες τους στρατηγικούς στόχους της υπηρεσίας για το επόμενο έτος. Στο πλαίσιο των στόχων αυτών, οι προϊστάμενοι των Γενικών Διευθύνσεων ή ελλείψει αυτών οι προϊστάμενοι Διευθύνσεων καταθέτουν στον Υπουργό ή στο όργανο διοίκησης εξειδικευμένη εισήγηση σχετικά με τους διαθέσιμους πόρους, τις υλοποιηθείσες και εν εξελίξει δράσεις της υπηρεσίας τους, καθώς και το γενικότερο προγραμματισμό του τομέα ευθύνης τους. Εντός της πρώτης εβδομάδας του Νοεμβρίου ο αρμόδιος Υπουργός ή το μονομελές όργανο διοίκησης, σε συνεργασία με τους ως άνω αναφερόμενους προϊσταμένους, αποφασίζει σχετικά επί των εισηγήσεων και στη συνέχεια γνωστοποιεί και κατανέμει σε κάθε Γενική Διεύθυνση ή σε κάθε Διεύθυνση τους στρατηγικούς στόχους της για το επόμενο έτος.

3. α) Η απόφαση της προηγούμενης παραγράφου κοινοποιείται ηλεκτρονικά σε όλους τους υπαλλήλους και παρουσιάζεται σε ολομέλεια των Διευθύνσεων ανά Γενική Διεύθυνση, όπου αυτή υφίσταται, υπό την προεδρία του Υπουργού ή του μονομελούς οργάνου διοίκησης.

β) Οι προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης προβαίνουν σε μια καταρχήν εξειδίκευση ανά οικεία Διεύθυνση των στόχων που έχουν τεθεί στην Γενική Διεύθυνση, ενημερώνουν σχετικά τους υπαγόμενους σε αυτούς προϊσταμένους Διεύθυνσης και ζητούν από αυτούς να εισηγηθούν περαιτέρω προσδιορισμό των στόχων κάθε Διεύθυνσης. Οι προϊστάμενοι Διεύθυνσης ζητούν από τους προϊσταμένους Τμήματος να εισηγηθούν τον προσδιορισμό των στόχων κάθε Τμήματος. Οι προϊστάμενοι Τμήματος ζητούν από τους υπαλλήλους να υποβάλουν τις απόψεις και τις προτάσεις τους σχετικά με τη στοχοθεσία του Τμήματος, της Διεύθυνσης και συνολικά της Υπηρεσίας. Βάσει των εισηγήσεων των προϊσταμένων εκδίδεται από κάθε Γενικό Διευθυντή απόφαση για τους στόχους κάθε Διεύθυνσης.

γ) Ο προϊστάμενος Τμήματος παρουσιάζει στην Ολομέλεια των υπαλλήλων του Τμήματος του άρθρου 23, εντός της δεύτερης εβδομάδας του Δεκεμβρίου κάθε έτους, τους στόχους που έχουν αποφασιστεί κατά τα ανωτέρω και προτείνει, στο πλαίσιο της στοχοθεσίας αυτής, τους ατομικούς στόχους κάθε υπαλλήλου, λαμβάνοντας υπόψη τις δεξιότητες, γνώσεις, εμπειρίες και τα καθήκοντα που ασκεί. Στη συγκεκριμένη συνεδρίαση πραγματοποιείται και συζήτηση σχετικά με την ευρύτερη στοχοθεσία της υπηρεσίας και τους τρόπους βελτίωσης της λειτουργίας της. Στη συνέχεια, μετά από συνέντευξη με κάθε υπάλληλο, και αφού λάβει υπόψη τη γνώμη του, ο προϊστάμενος καθορίζει γραπτά την ατομική στοχοθεσία του και την ειδικότερη συμβολή του στην επίτευξη των στόχων του Τμήματος, με ατομικούς στόχους, οι οποίοι αναλύονται σε συγκεκριμένες ενέργειες, με χρονικά προσδιορισμένη υλοποίηση, όπου η φύση της Υπηρεσίας το επιτρέπει. Οι αποφάσεις στο-χοθεσίας κοινοποιούνται ηλεκτρονικά σε όλο το προσωπικό που αφορούν και δημοσιεύονται στη Διαύγεια.

δ) Ως προς τις οργανικές μονάδες επιπέδου αυτοτελούς Γραφείου εφαρμόζονται αναλόγως οι ρυθμίσεις της περίπτωσης γ'.

4. Στις αποφάσεις στοχοθεσίας καθορίζονται ο βαθμός προτεραιότητας για κάθε στόχο, οι δείκτες μέτρησης των αποτελεσμάτων, το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

5. Η διαδικασία της περίπτωσης γ της παραγράφου 3 μπορεί να επαναληφθεί μετά την παρέλευση τετραμήνου και πριν από την παρέλευση οκταμήνου από την έναρξη αυτής με σκοπό την αναθεώρηση των στόχων.

6. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και του οικείου Υπουργού καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.

Άρθρο 23

Ολομέλειες Διεύθυνσης και Τμήματος

1. Οι Ολομέλειες Διεύθυνσης και Τμήματος αποτελούν συμβουλευτικά όργανα της Διοίκησης, στα οποία δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι υπάλληλοι της αντίστοιχης οργανικής μονάδας.

2.α) Η Ολομέλεια Διεύθυνσης συγκαλείται και προεδρεύεται από τον οικείο προϊστάμενο Διεύθυνσης και σε περίπτωση κωλύματος του από τον οικείο προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης. Η Ολομέλεια Τμήματος συγκαλείται και προεδρεύεται από τον οικείο προϊστάμενο Τμήματος και σε περίπτωση κωλύματος του από τον οικείο προϊστάμενο Διεύθυνσης.

β) Η Ολομέλεια Διεύθυνσης συνεδριάζει τρεις (3) φορές το χρόνο για να αξιολογήσει την πορεία υλοποίησης των στόχων της Διεύθυνσης, όπως αυτοί αποτυπώνονται στη σύνολη λειτουργία της αντίστοιχης οργανικής μονάδας, και όποτε άλλοτε κρίνει σκόπιμο ο οικείος προϊστάμενος Διεύθυνσης ή ο αρμόδιος Γενικός Διευθυντής προκειμένου να συζητηθούν θέματα λειτουργίας της Διεύθυνσης. Εισηγητής είναι ο αρμόδιος προϊστάμενος Διεύθυνσης ή αρμόδιος υπάλληλος που επιλέγεται από αυτόν.

γ) Η Ολομέλεια Τμήματος συνεδριάζει μια φορά κάθε δύο (2) μήνες για να συζητήσει θέματα του Τμήματος και την πορεία υλοποίησης των στόχων του, και όποτε άλλοτε κρίνει σκόπιμο ο οικείος προϊστάμενος Τμήματος ή Διεύθυνσης, προκειμένου να συζητηθούν θέματα λειτουργίας του Τμήματος. Αν υπάρχουν παρατηρήσεις Ανεξάρτητων Αρχών ή ελεγκτικών μηχανισμών ή αναφορές με παράπονα πολιτών που αφορούν τη λειτουργία του Τμήματος, αυτά συζητούνται υποχρεωτικά στην επόμενη Ολομέλεια του Τμήματος. Οι Ολομέλειες μπορεί να συντάσσουν εισηγήσεις προς τη διοικητική και πολιτική ηγεσία βάσει προτάσεων των μελών τους. Τα δύο τρίτα (2/3) των υπαλλήλων του Τμήματος μπορεί να ζητήσουν οποτεδήποτε με έγγραφη αναφορά τους προς τον προϊστάμενο τη σύγκληση έκτακτης Ολομέλειας, προκειμένου να συζητηθούν υπηρεσιακά θέματα, τα οποία προσδιορίζονται ειδικά στην αναφορά. Η έκτακτη Ολομέλεια συγκαλείται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την περιέλευση της αναφοράς στον προϊστάμενο Διεύθυνσης.

δ) Στο τέλος κάθε έτους οι Ολομέλειες της Διεύθυνσης και του Τμήματος εγκρίνουν Εκθέσεις Αξιολόγησης του έργου που παρήγαγαν. Οι Εκθέσεις αυτές συντάσσονται από τον οικείο προϊστάμενο και εγκρίνονται ύστερα από συζήτηση τουλάχιστον από τα δύο τρίτα (2/3) των υπαλλήλων της αντίστοιχης δομής. Οι Εκθέσεις είναι επαρκώς αιτιολογημένες βάσει της στοχοθεσίας της κάθε δομής και λαμβάνουν βαθμολογία από το 0-100. Οι Εκθέσεις αυτές συνοδεύουν τον ατομικό φάκελο αξιολόγησης κάθε υπαλλήλου.

ε) Η τήρηση των πρακτικών των συνεδριάσεων των Ολομελειών ανατίθεται σε υπάλληλο που ορίζεται ως Γραμματέας από τον Πρόεδρο της.

Οι Ολομέλειες διεξάγονται εντός ωραρίου υπηρεσίας και ολοκληρώνονται με την εξάντληση των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης. Για τη συμμετοχή σε αυτές δεν καταβάλλεται υπερωριακή αποζημίωση. Για την επίτευξη απαρτίας απαιτείται η συμμετοχή τουλάχιστον των τριών πέμπτων (3/5) των υπαλλήλων, οι οποίοι υπογράφουν σχετικά. Δεν υπολογίζονται οι απόντες λόγω εκπαιδευτικής, αναρρωτικής αδείας ή αδείας μητρότητας ή ανατροφής τέκνου.

Άρθρο 24

Λογοδοσία και κοινωνικός έλεγχος Παρατηρητήριο δημόσιας διοίκησης

1. α) Ο κοινωνικός έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης έχει ως σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας και της ποιότητας των υπηρεσιών της. Ο κοινωνικός έλεγχος επιτυγχάνεται μέσω του εντοπισμού προβλημάτων μη εύρυθμης λειτουργίας ή περιπτώσεων κακοδιοίκησης, λαμβάνοντας υπόψη αφενός τη γνώμη των πολιτών για την ποιότητα των δημοσίων υπηρεσιών αφετέρου τη διατύπωση προτάσεων για την καλύτερη λειτουργία τους.

β) Για το σκοπό αυτό καθιερώνεται διαδικασία Ακρόασης Κοινωνικών Φορέων και Πολιτών, με σκοπό η διοίκηση να καταγράφει και να απαντά αμέσως στα προβλήματα εύρυθμης λειτουργίας ή κακοδιοίκησης που εντοπίζουν οι πολίτες. Η διαδικασία της Ακρόασης διεξάγεται μία φορά κάθε δύο (2) μήνες, με κανόνες δημοσιότητας και τηρούνται πρακτικά. Προς το σκοπό αυτό συγκροτείται σε κάθε Υπουργείο και εν γένει κρατική δομή Επιτροπή Ακρόασης που ορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα της Διοίκησης μέσα από το σώμα των Γενικών Διευθυντών, Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος. Τηρείται αυστηρή σειρά προτεραιότητας στα αιτήματα κοινωνικών φορέων ή μεμονωμένων πολιτών ή ομάδων πολιτών. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης καθορίζονται οι όροι, ο τρόπος λειτουργίας και κάθε θέμα σχετικό με την οργάνωση και διεξαγωγή της διαδικασίας Ακρόασης Κοινωνικών Φορέων και Πολιτών.

γ) Ο κοινωνικός έλεγχος διενεργείται, μεταξύ άλλων, με έρευνες, ηλεκτρονικές και μη, με τις οποίες οι πολίτες αξιολογούν τις υπηρεσίες τις οποίες χρησιμοποίησαν. Κάθε ηλεκτρονική εφαρμογή μέσω της οποίας οι πολίτες συναλλάσσονται με τη διοίκηση, όπως και η κεντρική ιστοσελίδα κάθε Υπουργείου, περιλαμβάνει υποχρεωτικά παρόμοια πρόβλεψη για αξιολόγηση των σχετικών υπηρεσιών.

δ) Με τη συνεργασία του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., στις υπηρεσίες όπου προσέρχονται πολίτες αναπτύσσεται και εφαρμόζεται σύστημα διερεύνησης ικανοποίησης των πολιτών και υποβάλλονται παρατηρήσεις και προτάσεις για τη λειτουργία τους. Για το σκοπό αυτό συγκροτείται εκ μέρους της υπηρεσίας Ομάδα ή Ομάδες Έργου σε επίπεδο κεντρικής υπηρεσίας στην οποία συμμετέχουν υποχρεωτικά και υπάλληλοι των υπηρεσιών του πρώτου εδαφίου. Οι Ομάδες Έργου επεξεργάζονται τα σχετικά στοιχεία και συντάσσουν σχετικές Εκθέσεις που υποβάλλονται υποχρεωτικά στον αρμόδιο Υπουργό και στο Παρατηρητήριο της Δημόσιας Διοίκησης (ΠΑ.Δ.Δ.) της επόμενης παραγράφου και μπορούν να υποβάλουν εισηγήσεις με αλλαγές, ακόμη και νομοθετικές, που κρίνονται σκόπιμες.

2. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης συνιστάται στο Ε.Κ.Δ.Δ.Α. Παρατηρητήριο της Δημόσιας Διοίκησης (ΠΑ.Δ.Δ.) με αποστολή την επιστημονική παρακολούθηση της διοικητικής λειτουργίας και το συντονισμό των διαδικασιών αξιολόγησης και κοινωνικού ελέγχου της δημόσιας διοίκησης. Το Παρατηρητήριο στελεχώνεται από εμπειρογνώμονες του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., οι οποίοι επιλέγονται με διετή θητεία από το Διοικητικό Συμβούλιο του και προεδρεύεται από τον Πρόεδρο του Ε.Κ.Δ.Δ.Α.. Στα μέλη του ΠΑ.Δ.Δ. δεν καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.

ΜΕΡΟΣ Γ

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ - ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΡΟΑΓΩΓΩΝ

Άρθρο 25

Βαθμολογική διάρθρωση θέσεων

1. Το άρθρο 80 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α' 26), αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 80

Βαθμολογική διάρθρωση θέσεων

1. Οι θέσεις προσωπικού της κατηγορίας ειδικών θέσεων (ΕΘ) κατατάσσονται στους βαθμούς πρώτο (1ο) και δεύτερο (2ο).

2. Οι θέσεις των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (TE), Δεύτερο-βάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κατατάσσονται σε πέντε (5) συνολικά βαθμούς ως ακολούθως:

Βαθμός Α'

Βαθμός Β'

Βαθμός Γ'

Βαθμός Δ'

Βαθμός Ε'.

3. Οι θέσεις των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Δ', Γ', Β' και Α', από τους οποίους κατώτερος είναι ο Δ' και ανώτερος ο Α'. Οι θέσεις της κατηγορίας ΥΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Ε' Δ', Γ' και Β', από τους οποίους κατώτερος είναι ο Ε' και ανώτερος ο Β'.

4. Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ' και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Ε'. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β', στον οποίον κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους κατόχους μεταπτυχιακοί τίτλου σπουδών εισαγωγικός βαθμός είναι ο Γ', στον οποίον κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β'. Ο χρόνος φοίτησης στην Ε.Σ.Δ.Δ.Α. υπολογίζεται ως πλεονάζων στο Β' βαθμό. Για τους αριστούχους προσμετράται ένα (1) επιπλέον έτος στον ίδιο βαθμό. Η παραμονή στον κατά περίπτωση εισαγωγικό βαθμό υποχρεωτικά διαρκεί για δύο (2) συναπτά έτη τουλάχιστον ανεξαρτήτως των τυπικών προσόντων που αποκτά ο υπάλληλος στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.

5. Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ TE, ΔΕ και ΥΕ είναι σε κάθε κατηγορία οργανικά ενιαίες».

2. Το άρθρο 82 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 82

Χρόνος προαγωγής

1. Για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό απαιτείται:

α) Πα την κατηγορία ΥΕ:

Από το βαθμό Ε' στο βαθμό Δ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Ε', από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Δ' και από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ'.

β) Για την κατηγορία ΔΕ:

Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ', από το βαθμό Γ στο βαθμό Β' οκταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β.

γ) Για την κατηγορία TE:

Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ',

από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και

από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.

δ) Για την κατηγορία Π Ε:

Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ',

από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' πενταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και

από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.

2. Τα δύο (2) πρώτα έτη που διανύονται στον εισαγωγικό βαθμό όλων των κατηγοριών αποτελούν δοκιμαστική υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40.

3. Υπάλληλοι, που υπηρετούν σε κατηγορία χωρίς να κατέχουν το απαιτούμενο τυπικό προσόν, εξελίσσονται στους βαθμούς της κατηγορίας στην οποία υπηρετούν, με προσθήκη ενός (1) έτους στο χρόνο που απαιτείται για προαγωγή στον επόμενο βαθμό με εξαίρεση τον εισαγωγικό βαθμό.

4. Για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ, κατόχους αποφοιτηρίου δημοσίου Ι.Ε.Κ., διάρκειας σπουδών δύο (2) ετών, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά δύο (2) έτη. Για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ ή TE, κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον έτους, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά δύο (2) έτη. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι (6) έτη. Αν ο υπάλληλος κατέχει μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα, η κατά τα ανωτέρω μείωση του χρόνου αφορά μόνο το διδακτορικό δίπλωμα. Σε περίπτωση κατοχής περισσότερων του ενός μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται κατά ένα (1) έτος για κάθε τίτλο πέραν του ενός.

5. Για τον υπάλληλο που λαμβάνει στην αξιολόγηση για δύο (2) συνεχείς περιόδους βαθμολογία μεγαλύτερη ή ίση του βαθμού 90, μειώνεται ο απαιτούμενος χρόνος για προαγωγή κατά ένα (1) έτος. Αν η βαθμολογία αυτή αφορά το τελευταίο έτος που διανύει στο βαθμό, το ένα (1) έτος προσμετράται ως πλεονάζων χρόνος στον επόμενο βαθμό».

3. Το άρθρο 83 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 83

Σύστημα προαγωγών - Πίνακες προακτέων

1. Οι προαγωγές γίνονται ύστερα από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Οι υπάλληλοι προάγονται στον αμέσως επόμενο βαθμό, εφόσον έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο στο βαθμό που κατέχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 82 και έχουν σε υψηλό επίπεδο τα ουσιαστικά προσόντα που αναφέρονται στις εκθέσεις αξιολόγησής τους. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, προκειμένου να διαπιστώσει τη συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, από τα οποία προκύπτει η δραστηριότητά του στην υπηρεσία, η επαγγελματική του επάρκεια, η πρωτοβουλία και η αποτελεσματικότητά του. Για το σχηματισμό της κρίσης του, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη του τις εκθέσεις ουσιαστικών προσόντων της τελευταίας πενταετίας.

Ειδικά για την προαγωγή στον Α' βαθμό πρέπει ο υπάλληλος να έχει σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο προσόντα που μαρτυρούν διοικητική ικανότητα, όπως αυτά καθορίζονται από την κλίμακα του συστήματος αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων.

2. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο τον Απρίλιο κάθε έτους καταρτίζει, με βάση τις καταστάσεις του άρθρου 88, πίνακα προακτέων με αλφαβητική σειρά κατά βαθμό, κλάδο και ειδικότητα, καθώς και πίνακες μη προακτέων.

Για την εγγραφή στους πίνακες αυτούς κρίνονται οι υπάλληλοι που συμπληρώνουν ως τις τριάντα (30) Απριλίου του επόμενου έτους τον απαιτούμενο για την προαγωγή χρόνο υπηρεσίας. Η ισχύς των πινάκων αρχίζει την 1η Μαΐου του έτους κατάρτισής τους, ανεξάρτητα από την ημερομηνία οριστικοποίησής τους, σύμφωνα με το άρθρο 90.

3. Οι υπάλληλοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες προακτέων προάγονται υποχρεωτικά μέσα σε ένα (1) μήνα από την κύρωση των πινάκων ή από την ημέρα που συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για την προαγωγή χρόνο υπηρεσίας. Η προαγωγή θεωρείται ότι συντελείται από την ημέρα που συμπληρώνει ο υπάλληλος το χρόνο υπηρεσίας που απαιτείται για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, όχι όμως πριν από την έναρξη ισχύος του οικείου πίνακα προακτέων.

4. Στους πίνακες μη προακτέων περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που κρίνονται ως μη προακτέοι. Ως μη προακτέοι κρίνονται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, βάσει πραγματικών στοιχείων, οι υπάλληλοι που δεν πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις να ασκήσουν τα καθήκοντα του ανώτερου βαθμού.

5. Οι αποφάσεις προαγωγών δεν αναρτώνται στη Διαύγεια ούτε δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

4. Το άρθρο 83 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν 3584/2007 (Α' 143), αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 83

Βαθμολογική διάρθρωση θέσεων

1. Οι θέσεις των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (TE), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κατατάσσονται σε πέντε (5) συνολικά βαθμούς ως ακολούθως:

Βαθμός Α'

Βαθμός Β'

Βαθμός Γ'

Βαθμός Δ'

Βαθμός Ε'.

2. Οι θέσεις των κατηγοριών Π Ε, TE και ΔΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Δ', Γ', Β' και Α', από τους οποίους κατώτερος είναι ο Δ' και ανώτερος ο Α'. Οι θέσεις της κατηγορίας ΥΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Ε', Δ', Γ' και Β', από τους οποίους κατώτερος είναι ο Ε' και ανώτερος ο Β.

3. Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ' και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Ε'. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β', στον οποίον κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών εισαγωγικός βαθμός είναι ο Γ', στον οποίον κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β. Ο χρόνος φοίτησης στην Ε.Σ.Δ.Δ.Α. υπολογίζεται ως πλεονάζων στο Β' βαθμό. Για τους αριστούχους προσμετράται ένα (1) επιπλέον έτος στον ίδιο βαθμό. Η παραμονή στον κατά περίπτωση εισαγωγικό βαθμό υποχρεωτικά διαρκεί για δύο (2) συναπτά έτη τουλάχιστον ανεξαρτήτως των τυπικών προσόντων που αποκτά ο υπάλληλος στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.

4. Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, TE, ΔΕ και ΥΕ είναι σε κάθε κατηγορία οργανικά ενιαίες».

5. Το άρθρο 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 85

Χρόνος προαγωγής

1. Για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό απαιτείται:

α) Για την κατηγορία ΥΕ:

Από το βαθμό Ε' στο βαθμό Δ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Ε',

από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Δ' και

από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ'.

β) Για την κατηγορία ΔΕ:

Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ',

από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' οκταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και

από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.

γ) Για την κατηγορία TE:

Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ',

από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και

από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.

δ) Για την κατηγορία ΠΕ:

Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ',

από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' πενταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και

από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.

2. Τα δύο (2) πρώτα έτη που διανύονται στον εισαγωγικό βαθμό όλων των κατηγοριών αποτελούν δοκιμαστική υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45.

3. Υπάλληλοι, οι οποίοι υπηρετούν σε κατηγορία χωρίς να κατέχουν το απαιτούμενο τυπικό προσόν, εξελίσσονται στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με προσθήκη ενός (1) έτους στο χρόνο που απαιτείται για προαγωγή στον επόμενο βαθμό με εξαίρεση τον εισαγωγικό βαθμό.

4. Για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ ή TE, κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον έτους, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά δύο (2) έτη. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι (6) έτη. Αν ο υπάλληλος κατέχει μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα, η κατά τα ανωτέρω μείωση του χρόνου αφορά μόνο το διδακτορικό δίπλωμα. Σε περίπτωση κατοχής περισσότερων του ενός μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται κατά ένα (1) έτος για κάθε τίτλο πέραν του ενός.

5. Για τον υπάλληλο που λαμβάνει στην αξιολόγηση για δύο (2) συνεχείς περιόδους βαθμολογία μεγαλύτερη ή ίση του βαθμού 90, μειώνεται ο απαιτούμενος χρόνος για προαγωγή κατά ένα (1) έτος. Αν η βαθμολογία αυτή αφορά το τελευταίο έτος που διανύει στο βαθμό, το ένα (1) έτος προσμετράται ως πλεονάζων χρόνος στον επόμενο βαθμό».

6. Το άρθρο 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 86

Σύστημα προαγωγών-Πίνακες προακτέων

1. Οι προαγωγές γίνονται ύστερα από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Οι υπάλληλοι προάγονται στον αμέσως επόμενο βαθμό, εφόσον έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο στο βαθμό που κατέχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85 και έχουν σε υψηλό επίπεδο τα ουσιαστικά προσόντα που αναφέρονται στις εκθέσεις αξιολόγησής τους. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, προκειμένου να διαπιστώσει τη συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, από τα οποία προκύπτει η δραστηριότητα του στην υπηρεσία, η επαγγελματική του επάρκεια, η πρωτοβουλία και η αποτελεσματικότητα του. Για το σχηματισμό της κρίσης του, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη του τις εκθέσεις ουσιαστικών προσόντων της τελευταίας πενταετίας.

Ειδικά, για την προαγωγή στον Α' βαθμό πρέπει ο υπάλληλος να έχει σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο προσόντα που μαρτυρούν διοικητική ικανότητα, όπως αυτά καθορίζονται από την κλίμακα του συστήματος αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων.

2. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο τον Απρίλιο κάθε έτους καταρτίζει, με βάση τις καταστάσεις του άρθρου 90, πίνακα προακτέων με αλφαβητική σειρά κατά βαθμό, κλάδο και ειδικότητα, καθώς και πίνακες μη προακτέων.

Για την εγγραφή στους πίνακες αυτούς κρίνονται οι υπάλληλοι που συμπληρώνουν έως τις τριάντα (30) Απριλίου του επόμενου έτους τον απαιτούμενο για την προαγωγή χρόνο υπηρεσίας. Η ισχύς των πινάκων αρχίζει την 1η Μαΐου του έτους κατάρτισης τους, ανεξάρτητα από την ημερομηνία οριστικοποίησης τους, σύμφωνα με το άρθρο 92.

3. Οι υπάλληλοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες προακτέων προάγονται υποχρεωτικά μέσα σε ένα (1) μήνα από την κύρωση των πινάκων ή από την ημέρα που συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για την προαγωγή χρόνο υπηρεσίας. Η προαγωγή θεωρείται ότι συντελείται από την ημέρα που συμπληρώνει ο υπάλληλος το χρόνο υπηρεσίας που απαιτείται για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, όχι όμως πριν από την έναρξη ισχύος του οικείου πίνακα προακτέων.

4. Στους πίνακες μη προακτέων περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που κρίνονται ως μη προακτέοι. Ως μη προακτέοι κρίνονται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, βάσει πραγματικών στοιχείων, οι υπάλληλοι που δεν πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις να ασκήσουν τα καθήκοντα του ανώτερου βαθμού.

5. Οι αποφάσεις προαγωγών δεν αναρτώνται στη Διαύγεια ούτε δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

Άρθρο 26

Βαθμολογική ένταξη - Αναγνώριση προϋπηρεσίας

1. Το άρθρο 98 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/ 2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 98

Βαθμολογική ένταξη

1. Οι υπάλληλοι, που έχουν πριν από το διορισμό τους χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εντάσσονται μετά τη μονιμοποίηση τους μέχρι και τον αμέσως προηγούμενο του καταληκτικού βαθμό, με συνυπολογισμό πλεονάζοντος χρόνου στο βαθμό αυτό, ύστερα από ουσιαστική κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η ένταξη ανατρέχει στο χρόνο κρίσης του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

2. Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ., σε Ν.Π.Ι.Δ. του Δημοσίου ή σε Ο.Τ.Α., με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που, με βάση ειδικές διατάξεις, αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική εξέλιξη.

3. Προϋπηρεσία με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αντίστοιχη της προηγούμενης παραγράφου, σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των χωρών -μελών αυτής, λαμβάνεται υπόψη για την ένταξη.

4. Προϋπηρεσία υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού που έχει διανυθεί σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα ή σε άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς και αφορά αρχαιολογικά έργα, ανασκαφές μουσειακές ή άλλες συναφείς εργασίες που διενεργήθηκαν υπό την εποπτεία της οικείας Υπηρεσίας του Υπουργείου, αναγνωρίζεται στο σύνολο της ως προϋπηρεσία Δημοσίου και λαμβάνεται υπόψη για τη βαθμολογική τους εξέλιξη.

5. Για την κατά τα ανωτέρω ένταξη λαμβάνεται υπόψη μόνο η προϋπηρεσία που έχει διανυθεί πριν από το διορισμό στην κατηγορία, στην οποία ανήκει ο υπάλληλος κατά το χρόνο της ένταξης.

6. Προϋπηρεσία σε συναφές αντικείμενο έως επτά (7) έτη που έχει διανυθεί πριν από το διορισμό, εκτός του δημόσιου τομέα, λαμβάνεται υπόψη εφόσον αποδεικνύεται. Οι όροι και οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της ως άνω προϋπηρεσίας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης».

2. Το άρθρο 102 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 102

Βαθμολογική ένταξη

1. Οι υπάλληλοι, που έχουν πριν από το διορισμό τους χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εντάσσονται μετά τη μονιμοποίηση τους μέχρι και τον αμέσως προηγούμενο του καταληκτικού βαθμό, με συνυπολογισμό πλεονάζοντος χρόνου στο βαθμό αυτόν, ύστερα από ουσιαστική κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η ένταξη ανατρέχει στο χρόνο κρίσης του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

2. Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ., σε Ν.Π.Ι.Δ. του Δημοσίου ή σε Ο.Τ.Α., με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που, με βάση ειδικές διατάξεις, αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική εξέλιξη.

3. Προϋπηρεσία με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αντίστοιχη της προηγούμενης παραγράφου, σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των χωρών -μελών αυτής, λαμβάνεται υπόψη για την ένταξη.

4. Για την κατά τα ανωτέρω ένταξη λαμβάνεται υπόψη μόνο η προϋπηρεσία που έχει διανυθεί πριν από το διορισμό στην κατηγορία, στην οποία ανήκει ο υπάλληλος κατά το χρόνο της ένταξης.

5. Προϋπηρεσία σε συναφές αντικείμενο έως επτά (7) έτη που έχει διανυθεί πριν από το διορισμό, εκτός του δημόσιου τομέα, λαμβάνεται υπόψη εφόσον αποδεικνύεται. Οι όροι και οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της ως άνω προϋπηρεσίας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης».

Άρθρο 27

Μεταβατικές διατάξεις

1. Οι υπάλληλοι, που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, κατατάσσονται από 1.1.2016 αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80 και 82 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.(ν. 3528/2007), καθώς και των άρθρων 83 και 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/ 2007), με εξαίρεση τις διατάξεις των παραγράφων 5 του άρθρου 82 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/ 2007) και 5 του άρθρου 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) και με βάση το συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή τη μισθολογική τους εξέλιξη. Πλεονάζων χρόνος θεωρείται ότι διανύθηκε στο βαθμό κατάταξης.

2. Για την κατάταξη σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν υπολογίζονται:

α. ο χρόνος της αργίας είτε εξαιτίας ποινικής δίωξης που κατέληξε σε οποιαδήποτε καταδίκη είτε εξαιτίας πειθαρχικής δίωξης που κατέληξε σε πειθαρχική ποινή τουλάχιστον προστίμου αποδοχών τριών (3) μηνών,

β. ο χρόνος της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα,

γ. ο χρόνος της προσωρινής παύσης,

δ. ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών που δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας,

ε. ο χρόνος της αναστολής άσκησης καθηκόντων εφόσον στη συνέχεια ο υπάλληλος τέθηκε σε αργία,

στ. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο στερήθηκε ο υπάλληλος το δικαίωμα για προαγωγή,

ζ. χρονικό διάστημα ίσο προς το μισό του απαιτούμενου προς προαγωγή χρόνου, σε περίπτωση επιβολής της πειθαρχικής ποινής του υποβιβασμού.

3. Για την κατάταξη, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, στο συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας δεν υπολογίζεται το μισό του πέραν της δεκαετίας χρόνου, που διανύθηκε με τυπικό προσόν κατώτερης κατηγορίας.

4. Υπάλληλοι, οι οποίοι υπηρετούν σε κατηγορία χωρίς να κατέχουν το απαιτούμενο τυπικό προσόν, κατατάσσονται στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με προσθήκη ενός (1) έτους στο χρόνο που απαιτείται για προαγωγή στον επόμενο βαθμό με εξαίρεση τον εισαγωγικό βαθμό.

5. Για την κατάταξη που προβλέπεται από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις, που δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 28

Τελικές - Καταργούμενες διατάξεις

1. Τα άρθρα 6 έως 11 και 28 του ν. 4024/2011 (Α' 226) καταργούνται και τα σχετικά θέματα ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 40 και 89 έως 95 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, καθώς και τα άρθρα 45 και 91 έως 97 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007. Οι διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του ν. 4024/2011 που αφορούν στον υπολογισμό του πλεονάζοντος χρόνου στον κατά περίπτωση βαθμό ένταξης εξακολουθούν να ισχύουν.

2. Όπου για τη συμμετοχή σε συλλογικό όργανο ή την κατάληψη θέσης απαιτείται ως τυπική προϋπόθεση η κατοχή συγκεκριμένου βαθμού, οι υπάλληλοι συνεχίζουν να ασκούν τα καθήκοντα τους, ανεξαρτήτως του βαθμού στον οποίον κατατάσσονται, μέχρι τη λήξη της θητείας τους.

3. Οι διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. για τη βαθμολογική εξέλιξη των υπαλλήλων εφαρμόζονται και για τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των Ανεξαρτήτων Αρχών και των Ν.Π.Δ.Δ., που κατέχουν οργανική θέση, με εξαίρεση το προσωπικό μερικής απασχόλησης.

ΜΕΡΟΣ Δ'

ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ

Άρθρο 29

Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων - Διαδικασία και κριτήρια επιλογής προϊσταμένων

1. Το άρθρο 84 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/ 2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 84

Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων

1. Ως προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης επιλέγονται υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ ή TE, εφόσον:

α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης για ένα (1) έτος τουλάχιστον ή

β) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης για τρία (3) τουλάχιστον έτη ή

γ) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) ή κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κατέχουν βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον οκτώ (8) έτη στο βαθμό αυτόν ή

δ) κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον δέκα (10) έτη στο βαθμό αυτόν.

2. Ως προϊστάμενοι Διεύθυνσης ή αντίστοιχου ή ενδιάμεσου (μεταξύ Διευθύνσεως και Τμήματος) επιπέδου οργανικών μονάδων επιλέγονται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ ή TE εφόσον:

α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης επί ένα (1) έτος τουλάχιστον ή

β) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) ή κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον έξι (6) έτη στο βαθμό αυτόν ή

γ) κατέχουν το βαθμό Α' και έχουν ασκήσει συνολικά τουλάχιστον για τρία (3) έτη καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος ή

δ) κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον δέκα (10) έτη στο βαθμό αυτόν.

3. Ως προϊστάμενοι Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας επιλέγονται υπάλληλοι ΠΕ ή TE ή ΔΕ εφόσον:

α) κατέχουν το βαθμό Α' ή

β) έχουν ασκήσει για τουλάχιστον ένα (1) έτος καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος.

4. α) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για επιλογή σε θέση προϊσταμένου οποιουδήποτε επιπέδου υπάλληλος που αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων. Ο ως άνω περιορισμός δεν ισχύει αν ο υπάλληλος υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας για επιλογή σε θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, οπότε και δεσμεύεται ταυτόχρονα με αίτησή του να παραμείνει στην υπηρεσία έως τη λήξη της θητείας, σε περίπτωση που επιλεγεί και τοποθετηθεί, όχι όμως πέραν του 67ου έτους της ηλικίας του.

β) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για την επιλογή προϊσταμένου ούτε να τοποθετηθεί προϊστάμενος υπάλληλος, ο οποίος διανύει δοκιμαστική υπηρεσία ή τελεί σε διαθεσιμότητα ή αργία ή έχει καταδικαστεί τελεσιδίκως για τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 του άρθρου 8 αδικήματα ή του έχει επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 145.

5. Υπάλληλος που κατέχει το βασικό τίτλο σπουδών, ο οποίος αποτελεί το τυπικό προσόν του κλάδου, οι υπάλληλοι του οποίου προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις να προΐστανται στη θέση που προκηρύσσεται, μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής ανεξαρτήτως του κλάδου στον οποίο ανήκει. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα ειδικά προσόντα και τους βασικούς τίτλους σπουδών που μπορεί να εξειδικεύονται με τις οικείες οργανικές διατάξεις οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) μπορούν να συμμετέχουν ως υποψήφιοι στην προκήρυξη οποιασδήποτε θέσης ευθύνης ανεξαρτήτως του τίτλου σπουδών που κατέχουν.

6. Οι προϋποθέσεις και τα προσόντα επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων υποψηφιότητας.

7. Οργανικές μονάδες είναι η Γενική Διεύθυνση, η Διεύθυνση, το Τμήμα, το αυτοτελές Τμήμα, οι οργανικές μονάδες αντίστοιχου επιπέδου προς τις προαναφερόμενες, καθώς και τυχόν ενδιάμεσα επίπεδα διοίκησης, όπως αυτά προβλέπονται από τις οικείες οργανικές διατάξεις. Όπου στις διατάξεις του παρόντος αναφέρεται οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης, λογίζεται και η Υποδιεύθυνση. Οι οργανικές μονάδες επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης που προβλέπονται στις οικείες οργανικές διατάξεις και οι αρμοδιότητες τους είναι όμοιες ή παρεμφερείς σε όλους τους φορείς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κώδικα, ιδίως Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης, Οικονομικών Υπηρεσιών, Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών, Πληροφορικής, Διεύθυνση Διοικητικού/ Προσωπικού, Πληροφορικής, Προμηθειών, Προϋπολογισμού, νοούνται εφεξής για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κώδικα ως οριζόντιες θέσεις ευθύνης».

2. Τα άρθρο 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 85

Κριτήρια επιλογής προϊσταμένων

1. Για την επιλογή προϊσταμένων λαμβάνονται υπόψη τέσσερις (4) ομάδες κριτηρίων:

α) Μοριοδότηση βάσει τυπικών, εκπαιδευτικών προσόντων και προσόντων επαγγελματικής κατάρτισης,

β) μοριοδότηση βάσει εργασιακής εμπειρίας και άσκησης καθηκόντων ευθύνης,

γ) μοριοδότηση βάσει αξιολόγησης και

δ) μοριοδότηση βάσει συνέντευξης.

2. Για την τελική μοριοδότηση ο συνολικός αριθμός των μορίων κάθε κατηγορίας πολλαπλασιάζεται με τον εξής συντελεστή, ανά θέση ευθύνης:

α) Για τη θέση προϊσταμένου Τμήματος με συντελεστή βαρύτητας:

40% για την ομάδα κριτηρίων (α),

20% για την ομάδα κριτηρίων (β),

20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και

20% για την ομάδα κριτηρίων (δ).

β) Για τη θέση προϊσταμένου Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας:

35% για την ομάδα κριτηρίων (α),

20% για την ομάδα κριτηρίων (β),

20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και

25% για την ομάδα κριτηρίων (δ).

γ) Για τη θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας:

30% για την ομάδα κριτηρίων (α),

20% για την ομάδα κριτηρίων (β),

20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και

30% για την ομάδα κριτηρίων (δ).

3. Τα ως άνω κριτήρια αξιολογούνται ως ακολούθως:

α) Τα τυπικά - εκπαιδευτικά προσόντα μοριοδοτούνται ως εξής:

αα) Ο βασικός τίτλος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του υποψηφίου με 100 μόρια.

ββ) Ο δεύτερος τίτλος σπουδών, εφόσον είναι της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με το βασικό τίτλο σπουδών με 30 μόρια.

γγ) Ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας με 150 μόρια και ο δεύτερος μεταπτυχιακός τίτλος με 30 μόρια.

δδ) Η επιτυχής αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) με 250 μόρια.

εε) Το διδακτορικό δίπλωμα με 300 μόρια.

στστ) Οι μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών και τα διδακτορικά διπλώματα προκειμένου να μοριοδοτηθούν κατά τα ανωτέρω πρέπει να είναι συναφή με τα αντικείμενα της προκηρυσσόμενης θέσης. Η συνάφεια, όπου δεν έχει ήδη κριθεί, κρίνεται με αιτιολογία από το αρμόδιο συμβούλιο επιλογής προϊσταμένων.

ζζ) Η πιστοποιημένη από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. επιμόρφωση του υπαλλήλου μοριοδοτείται με δέκα (10) μόρια ανά σεμινάριο επιμόρφωσης με ανώτατο όριο τα σαράντα (40) μόρια. Για τη βαθμολογία του κριτηρίου της πιστοποιημένης επιμόρφωσης που προβλέπεται, λαμβάνεται υπόψη η επιμόρφωση κατά την τελευταία δεκαετία.

ηη) Η πιστοποιημένη γλωσσομάθεια μοριοδοτείται ως εξής:

Η άριστη γνώση κάθε ξένης γλώσσας με 40 μόρια, η πολύ καλή γνώση με 30 μόρια και η καλή με 10 μόρια, με ανώτατο όριο τα 100 μόρια.

Όλα τα ανωτέρω προσόντα πρέπει να αποδεικνύονται κατά τα οριζόμενα στο Π.δ. 50/2001 (Α' 39).

Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από τα τυπικά - εκπαιδευτικά προσόντα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.

β) Η εργασιακή εμπειρία και η άσκηση καθηκόντων ευθύνης μοριοδοτούνται ως εξής:

Ο χρόνος υπηρεσίας στο Δημόσιο ή ο χρόνος απασχόλησης σε συναφή θέση στον ιδιωτικό τομέα, όπου προβλέπεται σε διάταξη προγενέστερου νόμου, και η άσκηση καθηκόντων ευθύνης στο δημόσιο τομέα μοριοδοτούνται ως εξής:

αα) 20 μόρια για κάθε έτος υπηρεσίας με ανώτατο όριο τα 33 έτη για το δημόσιο τομέα,

ββ) 25 μόρια για κάθε έτος απασχόλησης με ανώτατο όριο τα 7 έτη για τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 98 και

γγ) 16,5 μόρια για κάθε έτος άσκησης καθηκόντων ευθύνης στο δημόσιο τομέα, με ανώτατο όριο τα 10 έτη.

Χρόνος υπηρεσίας ή απασχόλησης μεγαλύτερος του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος.

Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από την εργασιακή εμπειρία και την άσκηση καθηκόντων ευθύνης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.

γ) Αξιολόγηση

Η μοριοδότηση του κριτηρίου της αξιολόγησης που προβλέπεται εξάγεται με βάση το μέσο όρο των εκθέσεων αξιολόγησης της τελευταίας τριετίας. Ειδικά, κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου το κριτήριο αξιολόγησης δεν λαμβάνεται υπόψη. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το κριτήριο της αξιολόγησης, ο υποψήφιος προϊστάμενος πρέπει να έχει αξιολογηθεί με τις διατάξεις του παρόντος τουλάχιστον για δύο αξιολογικές περιόδους, οπότε και λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των εκθέσεων αξιολόγησης των δύο αυτών περιόδων.

Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από την Αξιολόγηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια, κατόπιν της απαιτούμενης αναγωγής της βαθμολογίας στην κλίμακα του χίλια (1.000).

δ) Δομημένη Συνέντευξη

Η δομημένη συνέντευξη διενεργείται από τα αρμόδια Συμβούλια του άρθρου 86 με πρόβλεψη της αναγκαίας «ζωντανής βοήθειας« για άτομα με αναπηρία (ενδεικτικά, διερμηνέων νοηματικής), εφόσον αυτό απαιτείται.

Σκοπός της δομημένης συνέντευξης είναι το αρμόδιο Συμβούλιο να διαμορφώσει γνώμη για την προσωπικότητα, την ικανότητα και την καταλληλότητα του υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης ευθύνης, για την οποία κρίνεται. Κατά το στάδιο αυτό λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, η αίτηση υποψηφιότητας και το βιογραφικό σημείωμά του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση δ' της παραγράφου 7 του άρθρου 86.

Η δομημένη συνέντευξη περιλαμβάνει δύο θεματικές ενότητες:

αα. Δομημένη συζήτηση επί θεμάτων σχετικών με το αντικείμενο του φορέα και τις αρμοδιότητες των οργανωτικών μονάδων των σχετικών με την προκηρυσσόμενη θέση σε συνάρτηση με τις δεξιότητες και προσόντα του υποψηφίου, όπως προκύπτουν από το βιογραφικό του και τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου.

ββ. Ανάπτυξη ενός υποθετικού σεναρίου γενικού διοικητικού ενδιαφέροντος (situational interview) που έχει ως σκοπό να αξιολογήσει τις διοικητικές ικανότητες του υποψηφίου να προγραμματίζει, να συντονίζει, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να λαμβάνει αποτελεσματικές αποφάσεις και να διαχειρίζεται κρίσεις.

Για τη μοριοδότηση λαμβάνονται υπόψη επίσης οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η ικανότητα διαχείρισης χρόνου, τα χαρακτηριστικά ηγεσίας ιδίως υπό συνθήκες πίεσης, η ικανότητα συντονισμού ομάδων εργασίας και η δημιουργικότητα του υποψηφίου.

Κάθε σκέλος της συνέντευξης μοριοδοτείται κατ' ανώτατο όριο με 500 μόρια. Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από κάθε μέλος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.

Η τελική μοριοδότηση της συνέντευξης κάθε υποψηφίου προκύπτει από το μέσο όρο των βαθμών των μελών του αρμόδιου Συμβουλίου.

Το περιεχόμενο της συνέντευξης με τα κρίσιμα και ουσιαστικά σημεία της αναφέρεται συνοπτικά στο πρακτικό του Συμβουλίου, το οποίο είναι στη διάθεση όλων των υποψηφίων, και η μοριοδότηση για τον εκάστοτε υποψήφιο αιτιολογείται συνοπτικά από κάθε μέλος ως προς κάθε ένα από τα δύο σκέλη της συνέντευξης.

Το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης υποστηρίζει επιστημονικά τη διαδικασία των δομημένων συνεντεύξεων παρέχοντας την απαιτούμενη τεχνογνωσία στα μέλη των Συμβουλίων που διεξάγουν τις συνεντεύξεις. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ορίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια.

4. Το συνολικό αποτέλεσμα της μοριοδότησης κάθε ομάδας κριτηρίων ανά υποψήφιο πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας και εξάγεται το συνολικό άθροισμα. Η συνολική βαθμολογία των κριτηρίων εξάγεται με προσέγγιση δύο (2) δεκαδικών ψηφίων».

3. Το άρθρο 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 86

Διαδικασία Επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων

1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.), το οποίο είναι αρμόδιο για την επιλογή προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων, αυτοτελών δημοσίων υπηρεσιών, Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, Ο.Τ.Α. β' βαθμού και Ν.Π.Δ.Δ.. Το ΕΙ.Σ.Ε.Π. είναι πενταμελές και αποτελείται:

α) από δύο (2) μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) που υποδεικνύονται από τον/ την Πρόεδρο του,

β) έναν (1) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του,

γ) ένα (1) μέλος του Επιστημονικού - Εκπαιδευτικού Συμβουλίου ή προϊστάμενο Διεύθυνσης Εκπαιδευτικής Μονάδας του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του και

δ) ένα (1) Γενικό Γραμματέα του οικείου Υπουργείου, εάν η προς πλήρωση θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης ανήκει σε Υπουργείο ή τον προϊστάμενο της αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας, αν η θέση προς πλήρωση ανήκει σε αυτοτελή δημόσια υπηρεσία ή έναν (1) Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, εάν η θέση ανήκει σε Αποκεντρωμένη Διοίκηση ή τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, εάν η θέση ανήκει σε Ο.Τ.Α. β' βαθμού ή έναν (1) Γενικό Γραμματέα του εποπτεύοντος Υπουργείου, εάν η προς πλήρωση θέση ανήκει σε Ν.Π.Δ.Δ.. Γραμματέας του ΕΙ.Σ.Ε.Π. και ο νόμιμος αναπληρωτής του ορίζονται υπάλληλοι του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης κατηγορίας ΠΕ με Α' βαθμό.

2. Σε κάθε Υπουργείο, με απόφαση του οικείου Υπουργού, σε κάθε αυτοτελή Γενική ή Ειδική Γραμματεία, με απόφαση του Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα, σε κάθε Αποκεντρωμένη Διοίκηση, με απόφαση του Συντονιστή της, και σε κάθε Ν.Π.Δ.Δ. που έχει δικό του Υπηρεσιακό Συμβούλιο, με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού συνιστάται Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (Σ.Ε.Π.), το οποίο είναι αρμόδιο α) για την επιλογή προϊσταμένων Διεύθυνσης ή αντίστοιχου ή ενδιάμεσου (μεταξύ Διεύθυνσης και Τμήματος) επιπέδου οργανικής μονάδας και β) για τη διεξαγωγή των δομημένων συνεντεύξεων του άρθρου 85 για την επιλογή των προϊσταμένων Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας. Τα Σ.Ε.Π. είναι πενταμελή και αποτελούνται από: α) έναν (1) Γενικό Γραμματέα ή Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του οικείου Υπουργείου ή τον προϊστάμενο της αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας ή τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή έναν Γενικό Γραμματέα του εποπτεύοντος το Ν.Π.Δ.Δ. Υπουργείου, β) έναν (1) προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης ή αντίστοιχης οργανικής μονάδας των ως άνω φορέων, γ) έναν (1) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δ) δύο (2) μέλη του Α.Σ.Ε.Π.. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και του οικείου Υπουργού μπορεί να συσταθούν περισσότερα Σ.Ε.Π. για τη διεκπεραίωση των διαδικασιών επιλογής στους εποπτευόμενους φορείς των Υπουργείων. Γραμματείς των Σ.Ε.Π. και οι νόμιμοι αναπληρωτές τους ορίζονται υπάλληλοι του οικείου φορέα κατηγορίας Π Ε με Α' βαθμό.

3. Τα μέλη του ΕΙ.Σ.Ε.Π. και των Σ.Ε.Π. ορίζονται με ισάριθμους αναπληρωτές, οι οποίοι πρέπει να έχουν την ίδια ιδιότητα με τα τακτικά μέλη. Με την απόφαση σύστασης των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος ορίζεται ως Πρόεδρος ένας από τα δύο μέλη του Α.Σ.Ε.Π.. Η θητεία των μελών του ΕΙ.Σ.Ε.Π. και των Σ.Ε.Π. είναι τριετής.

4. Η επιλογή των προϊσταμένων Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας γίνεται από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του άρθρου 159.

5. Ειδικά, για τους Ο.Τ.Α. β' βαθμού, η επιλογή των προϊσταμένων Διεύθυνσης ή αντίστοιχου ή ενδιάμεσου (μεταξύ Διεύθυνσης και Τμήματος) επιπέδου οργανικής μονάδας γίνεται από το αρμόδιο όργανο του άρθρου 248 του ν. 3852/2010 (Α' 87). Η επιλογή των Προϊσταμένων Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας, καθώς και αυτοτελών γραφείων γίνεται από το αρμόδιο όργανο του άρθρου 249 του ν. 3852/2010.

6. Ειδικά, για την Ακαδημία Αθηνών, αρμόδιο όργανο επιλογής: α) Εφόρου (Γενικού Διευθυντή) και β) προϊσταμένων Διευθύνσεων ορίζεται η Σύγκλητος αυτής με ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας του παρόντος. Ομοίως για τα Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι. αρμόδιο όργανο επιλογής: α) προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και β) προϊσταμένων Διευθύνσεων ορίζονται η Σύγκλητος και η Συνέλευση αντίστοιχα με ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας του παρόντος. Κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος ορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

7. α) Για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων εκδίδεται προκήρυξη από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης κατόπιν αιτήματος του οικείου φορέα και καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία της επιλογής τηρουμένων των όρων των άρθρων 84 και 85.

β) Η προκήρυξη εκδίδεται πέντε (5) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και δημοσιεύεται στις ιστοσελίδες των οικείων φορέων και του Α.Σ.Ε.Π..

γ) Δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν όλοι οι υπάλληλοι των δημόσιων υπηρεσιών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της προκήρυξης και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι υποψήφιοι επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση για περισσότερες θέσεις.

δ) Η αίτηση υποψηφιότητας συνοδεύεται από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα που συντάσσεται με ευθύνη του υποψηφίου και επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση αναντιστοιχίας των όσων υπεύθυνα δηλώνει ο υποψήφιος στην αίτηση υποψηφιότητας και στο βιογραφικό σημείωμα με όσα τηρούνται στο προσωπικό Μητρώο του υπαλλήλου και στο αρχείο της Υπηρεσίας, λαμβάνονται υπόψη όσα βεβαιώνει η οικεία Διεύθυνση Προσωπικού, αφού προηγουμένως έχει καλέσει τον υποψήφιο για την προσκόμιση των επιπλέον εκείνων στοιχείων που υπεύθυνα δηλώνει ότι κατέχει. Η ανωτέρω διαδικασία βεβαίωσης των στοιχείων της αίτησης υποψηφιότητας και του βιογραφικού σημειώματος του υπαλλήλου από τις οικείες Διευθύνσεις Προσωπικού γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών.

ε) Οι υποψήφιοι που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και της προκήρυξης αποκλείονται από την περαιτέρω διαδικασία με απόφαση του ΕΙ.Σ.Ε.Π..

στ) Το ΕΙ.Σ.Ε.Π. μοριοδοτεί κάθε υποψήφιο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 85. Πα τη διενέργεια της δομημένης συνέντευξης κάθε υποψήφιος καλείται χωριστά. Στη συνέχεια το ΕΙ.Σ.Ε.Π. καταρτίζει πίνακα κατάταξης κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας για κάθε προκηρυσσόμενη θέση. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την τοποθέτηση του επικρατέστερου για κάθε θέση υποψηφίου στην οικεία θέση με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του αρμόδιου για την τοποθέτηση οργάνου.

8. α) Για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων Διευθύνσεων ή αντίστοιχου ή ενδιάμεσου (μεταξύ Διεύθυνσης και Τμήματος) επιπέδου οργανικής μονάδας και Τμημάτων εκδίδεται προκήρυξη από τον οικείο φορέα, με την οποία καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία της επιλογής τηρουμένων των όρων των άρθρων 84 και 85. Οι θέσεις προκηρύσσονται ανά Γενική Διεύθυνση, όπου προβλέπεται, άλλως ανά φορέα. Εάν η προκηρυσσόμενη θέση αφορά οργανική μονάδα που δεν υπάγεται σε Γενική Διεύθυνση, η θέση προκηρύσσεται από τον οικείο φορέα αυτοτελώς.

β) Η προκήρυξη εκδίδεται τρεις (3) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταμένων και δημοσιεύεται στις ιστοσελίδες των οικείων φορέων και του Α.Σ.Ε.Π.. Ο οικείος φορέας κοινοποιεί την προκήρυξη στους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε αυτόν με κάθε πρόσφορο τρόπο.

γ) Δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν όλοι οι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά στο φορέα που προκηρύσσει τις θέσεις, εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου και της προκήρυξης και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι υποψήφιοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση για πέντε (5) θέσεις κατ' ανώτατο όριο.

δ) Η αίτηση υποψηφιότητας συνοδεύεται από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα που συντάσσεται με ευθύνη του υποψηφίου και επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση αναντιστοιχίας των όσων υπεύθυνα δηλώνει ο υποψήφιος στην αίτηση υποψηφιότητας και στο βιογραφικό σημείωμα με όσα τηρούνται στο προσωπικό Μητρώο του υπαλλήλου και στο αρχείο της Υπηρεσίας, λαμβάνονται υπόψη όσα βεβαιώνει η οικεία Διεύθυνση Προσωπικού, αφού προηγουμένως έχει καλέσει τον υποψήφιο για την προσκόμιση των επιπλέον εκείνων στοιχείων που υπεύθυνα δηλώνει ότι κατέχει. Η ανωτέρω διαδικασία βεβαίωσης των στοιχείων της αίτησης υποψηφιότητας και του βιογραφικού σημειώματος του υπαλλήλου από τις οικείες Διευθύνσεις Προσωπικού γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών.

ε) Οι υποψήφιοι που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και της προκήρυξης αποκλείονται από την περαιτέρω διαδικασία με απόφαση του Σ.Ε.Π. ή του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

στ) Το Σ.Ε.Π. ή το Υπηρεσιακό Συμβούλιο μοριοδοτεί κάθε υποψήφιο με βάση τις ομάδες κριτηρίων α) έως γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 85 και σύμφωνα με όσα ορίζονται στο ίδιο άρθρο. Στη συνέχεια το Σ.Ε.Π. ή το Υπηρεσιακό Συμβούλιο με βάση την ως άνω μοριοδότηση καταρτίζει ενιαίο πίνακα κατάταξης για όλες τις θέσεις ανά Γενική Διεύθυνση ή συνολικά για όλο το φορέα ανάλογα με την προκήρυξη κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας με αριθμό υποψηφίων πενταπλάσιο του αριθμού των προς πλήρωση θέσεων. Ακολουθεί η διεξαγωγή της δομημένης συνέντευξης της περίπτωσης δ' της παραγράφου 3 του άρθρου 85 από το Σ.Ε.Π.. Στη συνέντευξη καλούνται οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα κατάταξης της Γενικής Διεύθυνσης ή του φορέα χωριστά ο καθένας. Αφού γίνει η μοριοδότηση με βάση και το κριτήριο της δομημένης συνέντευξης, εξάγεται η τελική βαθμολογία σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 85 και καταρτίζονται πίνακες κατάταξης για τις θέσεις ανά Γενική Διεύθυνση ή συνολικά για το φορέα ανάλογα με την προκήρυξη.

9. Όσοι επιλέγονται από το ΕΙ.Σ.Ε.Π., τα Σ.Ε.Π. και τα Υπηρεσιακά Συμβούλια τοποθετούνται, με απόφαση του οικείου οργάνου, η οποία εκδίδεται το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από τη γνωστοποίηση της επιλογής τους, ως προϊστάμενοι σε αντίστοιχου επιπέδου οργανικές μονάδες για θητεία τριών (3) ετών. Αν υπάλληλος άλλης δημόσιας υπηρεσίας ή Ν.Π.Δ.Δ. επιλεγεί ως προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης, με την τοποθέτηση του αποσπάται αυτοδικαίως στην υπηρεσία για την οποία έχει επιλεγεί.

Οι προϊστάμενοι των οποίων η θητεία έχει λήξει εξακολουθούν και ασκούν τα καθήκοντά τους ως την επανατοποθέτησή τους ως προϊσταμένων ή την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου.

10. Με απόφαση του οικείου οργάνου ο προϊστάμενος παύεται υποχρεωτικά πριν από τη λήξη της θητείας του, αν συντρέξουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) αν καταδικαστεί τελεσιδίκως για τα αναφερόμενα στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 αδικήματα,

β) αν στερηθεί λόγω καταδίκης τα πολιτικά του δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή,

γ) αν υποβληθεί σε στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική), σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) ή το Δικαστήριο έχει αποφασίσει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων.

δ) αν τεθεί σε διαθεσιμότητα ή αργία ή του επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 145.

Με απόφαση του οικείου οργάνου κατόπιν σύμφωνης γνώμης του ΕΙ.Σ.Ε.Π., του Σ.Ε.Π. ή του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ο προϊστάμενος οργανικής μονάδας απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του πριν από τη λήξη της θητείας του για σοβαρό υπηρεσιακό λόγο που αφορά πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του. Ο προϊστάμενος μπορεί επίσης να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του με αίτηση του, ύστερα από απόφαση του ΕΙ.Σ.Ε.Π., του Σ.Ε.Π. ή του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, το οποίο συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες.

11. Αν κενωθεί ή συσταθεί θέση προϊσταμένου, η θέση προκηρύσσεται το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών και η διαδικασία τοποθέτησης προϊσταμένου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την προκήρυξη της θέσης. Ο προϊστάμενος επιλέγεται για πλήρη θητεία. Έως την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 87 περί αναπλήρωσης προϊσταμένων.

12. Αν δεν υποβληθούν αιτήσεις, ο Υπουργός ή ο διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ. τοποθετεί υπάλληλο που πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις και υπηρετεί στον τόπο όπου θα ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου.

13. Όσοι προϊστάμενοι τμημάτων δεν έχουν ασκήσει κατά το παρελθόν καθήκοντα προϊσταμένου, μετά την τοποθέτηση τους παρακολουθούν υποχρεωτικά σχετικό πρόγραμμα επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης».

4. Το άρθρο 87 του Κώδικα κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 87

Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων

1. Ως προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης επιλέγονται υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ ή TE, εφόσον:

α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης για ένα (1) έτος τουλάχιστον ή

β) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης για τρία (3) τουλάχιστον έτη ή

γ) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) ή κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κατέχουν βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον οκτώ (8) έτη στο βαθμό αυτό ή

δ) κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον δέκα (10) έτη στο βαθμό αυτό.

2. Ως προϊστάμενοι Διεύθυνσης ή αντίστοιχου ή ενδιάμεσου (μεταξύ Διευθύνσεως και Τμήματος) επιπέδου οργανικών μονάδων επιλέγονται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ ή TE εφόσον:

α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης επί ένα (1) έτος τουλάχιστον ή

β) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) ή κάτοχοι αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον έξι (6) έτη στο βαθμό αυτό,

γ) κατέχουν το βαθμό Α' και έχουν ασκήσει συνολικά τουλάχιστον για τρία (3) έτη καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος ή

δ) κατέχουν το βαθμό Α' με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον δέκα (10) έτη στο βαθμό αυτό.

3. Ως προϊστάμενοι Τμήματος και αυτοτελούς γραφείου ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας επιλέγονται υπάλληλοι ΠΕ ή TE ή ΔΕ εφόσον:

α) κατέχουν το βαθμό Α' ή

β) έχουν ασκήσει για τουλάχιστον ένα (1) έτος καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος.

4. α) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για επιλογή σε θέση προϊσταμένου οποιουδήποτε επιπέδου, υπάλληλος που αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων. Ο ως άνω περιορισμός δεν ισχύει αν ο υπάλληλος υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας για επιλογή σε θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, οπότε και δεσμεύεται ταυτόχρονα με αίτησή του να παραμείνει στην υπηρεσία έως τη λήξη της θητείας, σε περίπτωση που επιλεγεί και τοποθετηθεί, όχι όμως πέραν του 67ου έτους της ηλικίας του.

β) Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για την επιλογή προϊσταμένου ούτε να τοποθετηθεί προϊστάμενος υπάλληλος, ο οποίος διανύει δοκιμαστική υπηρεσία ή τελεί σε διαθεσιμότητα ή αργία ή έχει καταδικαστεί τελεσιδίκως για τα αναφερόμενα στο άρθρο 16 παράγραφος 1 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων αδικήματα ή του έχει επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 145 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως ισχύει.

5. Υπάλληλος που κατέχει το βασικό τίτλο σπουδών, ο οποίος αποτελεί το τυπικό προσόν του κλάδου, οι υπάλληλοι του οποίου προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις να προΐστανται στη θέση που προκηρύσσεται, μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής ανεξαρτήτως του κλάδου στον οποίο ανήκει. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα ειδικά προσόντα και τους βασικούς τίτλους σπουδών που μπορεί να εξειδικεύονται με τις οικείες οργανικές διατάξεις, οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης μπορούν να συμμετέχουν ως υποψήφιοι στην προκήρυξη οποιασδήποτε θέσης ευθύνης ανεξαρτήτως του τίτλου σπουδών που κατέχουν.

6. Οι προϋποθέσεις και τα προσόντα επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων υποψηφιότητας.

7. Οργανικές μονάδες είναι η Γενική Διεύθυνση, η Διεύθυνση, το Τμήμα, το αυτοτελές Τμήμα, οι οργανικές μονάδες αντίστοιχου επιπέδου προς τις προαναφερόμενες, καθώς και τυχόν ενδιάμεσα επίπεδα διοίκησης, όπως αυτά προβλέπονται από τις οικείες οργανικές διατάξεις. Όπου στις διατάξεις του παρόντος αναφέρεται οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης, λογίζεται και η Υποδιεύθυνση. Οι οργανικές μονάδες επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης οι οποίες προβλέπονται στις οικείες οργανικές διατάξεις και οι αρμοδιότητες των οποίων είναι όμοιες ή παρεμφερείς σε όλους τους φορείς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κώδικα, ιδίως Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης, Οικονομικών Υπηρεσιών, Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών, Πληροφορικής, Διεύθυνση Διοικητικού/ Προσωπικού, Πληροφορικής, Προμηθειών, Προϋπολογισμού, νοούνται εφεξής για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κώδικα ως οριζόντιες θέσεις ευθύνης».

5. Το άρθρο 88 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 88

Κριτήρια επιλογής προϊσταμένων

1. Για την επιλογή προϊσταμένων λαμβάνονται υπόψη τέσσερις (4) ομάδες κριτηρίων:

α) Μοριοδότηση βάσει τυπικών, εκπαιδευτικών προσόντων και προσόντων επαγγελματικής κατάρτισης,

β) μοριοδότηση βάσει εργασιακής εμπειρίας και άσκησης καθηκόντων ευθύνης,

γ) μοριοδότηση βάσει αξιολόγησης και

δ) μοριοδότηση βάσει συνέντευξης.

2. Για την τελική μοριοδότηση ο συνολικός αριθμός των μορίων κάθε κατηγορίας πολλαπλασιάζεται με τον εξής συντελεστή, ανά θέση ευθύνης:

α) Για τη θέση προϊσταμένου Τμήματος με συντελεστή βαρύτητας

40 % για την ομάδα κριτηρίων (α),

20% για την ομάδα κριτηρίων (β),

20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και

20% για την ομάδα κριτηρίων (δ).

β) Για τη θέση προϊσταμένου Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας

35% για την ομάδα κριτηρίων (α),

20% για την ομάδα κριτηρίων (β),

20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και

25% για την ομάδα κριτηρίων (δ).

γ) Για τη θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας

30% για την ομάδα κριτηρίων (α),

20% για την ομάδα κριτηρίων (β),

20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και

30% για την ομάδα κριτηρίων (δ).

3. Τα ως άνω κριτήρια αξιολογούνται ως ακολούθως:

α) Τα τυπικά - εκπαιδευτικά προσόντα μοριοδοτούνται ως εξής:

αα) Ο βασικός τίτλος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του υποψηφίου με 100 μόρια.

ββ) Ο δεύτερος τίτλος σπουδών, εφόσον είναι της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με το βασικό τίτλο σπουδών με 30 μόρια.

γγ) Ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας με 150 μόρια και ο δεύτερος μεταπτυχιακός τίτλος, με 30 μόρια.

δδ) Η επιτυχής αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης με 250 μόρια.

εε) Το διδακτορικό δίπλωμα με 300 μόρια.

στστ) Οι μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών και τα διδακτορικά διπλώματα προκειμένου να μοριοδοτηθούν κατά τα ανωτέρω πρέπει να είναι συναφή με τα αντικείμενα της προκηρυσσόμενης θέσης. Η συνάφεια, όπου δεν έχει ήδη κριθεί, κρίνεται με αιτιολογία από το αρμόδιο συμβούλιο επιλογής προϊσταμένων.

ζζ) Η πιστοποιημένη από το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. επιμόρφωση του υπαλλήλου μοριοδοτείται με 10 μόρια ανά σεμινάριο επιμόρφωσης με ανώτατο όριο τα 40 μόρια. Για τη βαθμολογία του κριτηρίου της πιστοποιημένης επιμόρφωσης λαμβάνεται υπόψη η επιμόρφωση κατά την τελευταία δεκαετία.

ηη) Η πιστοποιημένη γλωσσομάθεια μοριοδοτείται ως εξής:

Η άριστη γνώση κάθε ξένης γλώσσας με 40 μόρια,

η πολύ καλή γνώση με 30 μόρια και

η καλή με 10 μόρια, με ανώτατο όριο τα 100 μόρια.

Όλα τα ανωτέρω προσόντα πρέπει να αποδεικνύονται κατά τα οριζόμενα στο Π.δ. 50/2001 (Α' 39).

Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από τα τυπικά - εκπαιδευτικά προσόντα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.

β) Η εργασιακή εμπειρία και η άσκηση καθηκόντων ευθύνης μοριοδοτούνται ως εξής:

Ο χρόνος υπηρεσίας στο δημόσιο ή ο χρόνος απασχόλησης σε συναφή θέση στον ιδιωτικό τομέα, όπου προβλέπεται σε διάταξη προγενέστερου νόμου και η άσκηση καθηκόντων ευθύνης στο δημόσιο τομέα, μοριοδοτούνται ως εξής:

αα) 20 μόρια για κάθε έτος υπηρεσίας με ανώτατο όριο τα τριάντα τρία (33) έτη για το δημόσιο τομέα,

ββ) 25 μόρια για κάθε έτος απασχόλησης με ανώτατο όριο τα επτά (7) έτη για τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 102 και

γγ) 16,5 μόρια για κάθε έτος άσκησης καθηκόντων ευθύνης στο δημόσιο τομέα, με ανώτατο όριο τα δέκα (10) έτη.

Χρόνος υπηρεσίας ή απασχόλησης μεγαλύτερος του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος.

Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από την εργασιακή εμπειρία και την άσκηση καθηκόντων ευθύνης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.

γ) Αξιολόγηση

Η μοριοδότηση του κριτηρίου της αξιολόγησης που προβλέπεται, εξάγεται με βάση τον μέσο όρο των εκθέσεων αξιολόγησης της τελευταίας τριετίας. Ειδικά κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου το κριτήριο αξιολόγησης δεν λαμβάνεται υπόψη. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το κριτήριο της αξιολόγησης, ο υποψήφιος προϊστάμενος πρέπει να έχει αξιολογηθεί με τις διατάξεις του παρόντος τουλάχιστον για δύο (2) αξιολογικές περιόδους, οπότε και λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των εκθέσεων αξιολόγησης των δύο (2) αυτών περιόδων.

Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από την αξιολόγηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια, κατόπιν της απαιτούμενης αναγωγής της βαθμολογίας στην κλίμακα του χίλια (1000).

δ) Δομημένη Συνέντευξη

Η δομημένη συνέντευξη διενεργείται από τα αρμόδια Συμβούλια του άρθρου 89 με πρόβλεψη της αναγκαίας «ζωντανής βοήθειας» για άτομα με αναπηρία (ενδεικτικά, διερμηνέων νοηματικής), εφόσον αυτό απαιτείται.

Σκοπός της δομημένης συνέντευξης είναι το αρμόδιο Συμβούλιο να διαμορφώσει γνώμη για την προσωπικότητα, την ικανότητα και την καταλληλότητα του υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης ευθύνης, για την οποία κρίνεται. Κατά το στάδιο αυτό λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου του υπαλλήλου, η αίτηση υποψηφιότητας και το βιογραφικό σημείωμα του σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση δ της παραγράφου 4 του άρθρου 89.

Η δομημένη συνέντευξη περιλαμβάνει δύο θεματικές ενότητες:

αα. Δομημένη συζήτηση επί θεμάτων σχετικών με το αντικείμενο του φορέα και τις αρμοδιότητες των οργανωτικών μονάδων των σχετικών με την προκηρυσσόμενη θέση σε συνάρτηση με τις δεξιότητες και προσόντα του υποψηφίου, όπως προκύπτουν από το βιογραφικό του και τα στοιχεία του προσωπικού Μητρώου.

ββ. Ανάπτυξη ενός υποθετικού σεναρίου γενικού διοικητικού ενδιαφέροντος (situational interview), που έχει ως σκοπό να αξιολογήσει τις διοικητικές ικανότητες του υποψηφίου να προγραμματίζει, να συντονίζει, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να λαμβάνει αποτελεσματικές αποφάσεις και να διαχειρίζεται κρίσεις.

Για τη μοριοδότηση λαμβάνονται υπόψη επίσης οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η ικανότητα διαχείρισης χρόνου, τα χαρακτηριστικά ηγεσίας ιδίως υπό συνθήκες πίεσης, η ικανότητα συντονισμού ομάδων εργασίας και η δημιουργικότητα του υποψηφίου.

Κάθε σκέλος της συνέντευξης μοριοδοτείται κατ' ανώτατο όριο με 500 μόρια. Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από κάθε μέλος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια.

Η τελική μοριοδότηση της συνέντευξης κάθε υποψηφίου προκύπτει από το μέσο όρο των βαθμών των μελών του αρμόδιου Συμβουλίου.

Το περιεχόμενο της συνέντευξης με τα κρίσιμα και ουσιαστικά σημεία της αναφέρεται συνοπτικά στο πρακτικό του Συμβουλίου, το οποίο είναι στη διάθεση όλων των υποψηφίων, και η μοριοδότηση για τον κάθε υποψήφιο αιτιολογείται συνοπτικά από κάθε μέλος ως προς κάθε ένα από τα δύο σκέλη της συνέντευξης.

Το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης υποστηρίζει επιστημονικά τη διαδικασία των δομημένων συνεντεύξεων παρέχοντας την απαιτούμενη τεχνογνωσία στα μέλη των Συμβουλίων που διεξάγουν τις συνεντεύξεις. Με απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ορίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια.

4. Το συνολικό αποτέλεσμα της μοριοδότησης κάθε ομάδας κριτηρίων ανά υποψήφιο πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας, και εξάγεται το συνολικό άθροισμα. Η συνολική βαθμολογία των κριτηρίων εξάγεται με προσέγγιση δύο (2) δεκαδικών ψηφίων.»

6. Το άρθρο 89 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 89

Διαδικασία Επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων

1. Η επιλογή προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων γίνεται από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του άρθρου 4.

2. Η επιλογή των προϊσταμένων Διευθύνσεων αντιστοίχου ή ενδιαμέσου (μεταξύ Διευθύνσεως και Τμήματος) επιπέδου οργανικής μονάδας, Τμημάτων και αυτοτελών γραφείων γίνεται από τα οικεία Υπηρεσιακά Συμβούλια του άρθρου 5.

3. α) Για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων εκδίδεται προκήρυξη από το αρμόδιο προς διορισμό όργανο και καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία της επιλογής τηρουμένων των όρων των άρθρων 87 και 88.

β) Η προκήρυξη εκδίδεται πέντε (5) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων και δημοσιεύεται στις ιστοσελίδες των οικείων Ο.Τ.Α. και του Α.Σ.Ε.Π..

γ) Δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν όλοι οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α. α' βαθμού, εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της προκήρυξης και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι υποψήφιοι επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση για περισσότερες θέσεις.

δ) Η αίτηση υποψηφιότητας συνοδεύεται από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα που συντάσσεται με ευθύνη του υποψηφίου και επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση αναντιστοιχίας των όσων υπεύθυνα δηλώνει ο υποψήφιος στην αίτηση υποψηφιότητας και στο βιογραφικό σημείωμα με όσα τηρούνται στο προσωπικό Μητρώο του υπαλλήλου και στο αρχείο της Υπηρεσίας, λαμβάνονται υπόψη όσα βεβαιώνει η οικεία Διεύθυνση Προσωπικού, αφού προηγουμένως έχει καλέσει τον υποψήφιο για την προσκόμιση των επιπλέον εκείνων στοιχείων που υπεύθυνα δηλώνει ότι κατέχει. Η ανωτέρω διαδικασία βεβαίωσης των στοιχείων της αίτησης υποψηφιότητας και του βιογραφικού σημειώματος του υπαλλήλου από τις οικείες Διευθύνσεις αρμοδιότητας θεμάτων προσωπικού γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών.

ε) Οι υποψήφιοι που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και της προκήρυξης αποκλείονται από την περαιτέρω διαδικασία με απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

στ) Το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο μοριοδοτεί κάθε υποψήφιο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 88. Για τη διενέργεια της δομημένης συνέντευξης κάθε υποψήφιος καλείται χωριστά. Στη συνέχεια το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο καταρτίζει πίνακα κατάταξης κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας για κάθε προκηρυσσόμενη θέση. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την τοποθέτηση του επικρατέστερου για κάθε θέση υποψηφίου στην οικεία θέση με απόφαση του αρμόδιου για την τοποθέτηση οργάνου.

4. α) Για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων Διευθύνσεων αντιστοίχου ή ενδιαμέσου (μεταξύ Διευθύνσεως και Τμήματος) επιπέδου οργανικής μονάδας, Τμημάτων και αυτοτελών γραφείων εκδίδεται προκήρυξη από τον οικείο Ο.Τ.Α., με την οποία καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία της επιλογής τηρουμένων των όρων των άρθρων 87 και 88 του παρόντος. Οι θέσεις προκηρύσσονται ανά Γενική Διεύθυνση, άλλως ανά Ο.Τ.Α.. Εάν η προκηρυσσόμενη θέση αφορά οργανική μονάδα που δεν υπάγεται σε Γενική Διεύθυνση, η θέση αυτή προκηρύσσεται από τον οικείο Ο.Τ.Α. αυτοτελώς.

β) Η προκήρυξη εκδίδεται τρεις (3) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων προϊσταμένων και δημοσιεύεται στις ιστοσελίδες των οικείων Ο.Τ.Α. και Α.Σ.Ε.Π.. Ο οικείος Ο.Τ.Α. κοινοποιεί την προκήρυξη στους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε αυτόν με κάθε πρόσφορο τρόπο.

γ) Δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν όλοι οι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά στον ΟΤΑ που προκηρύσσει τις θέσεις, εφόσον πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου και της προκήρυξης και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι υποψήφιοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση για πέντε (5) θέσεις κατ' ανώτατο όριο.

δ) Η αίτηση υποψηφιότητας συνοδεύεται από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα που συντάσσεται με ευθύνη του υποψηφίου και επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση αναντιστοιχίας των όσων υπεύθυνα δηλώνει ο υποψήφιος στην αίτηση υποψηφιότητας και στο βιογραφικό σημείωμα με όσα τηρούνται στο προσωπικό Μητρώο του υπαλλήλου και στο αρχείο της Υπηρεσίας, λαμβάνονται υπόψη όσα βεβαιώνει η οικεία Διεύθυνση Προσωπικού, αφού προηγουμένως έχει καλέσει τον υποψήφιο για την προσκόμιση των επιπλέον εκείνων στοιχείων που υπεύθυνα δηλώνει ότι κατέχει.

Η ανωτέρω διαδικασία βεβαίωσης των στοιχείων της αίτησης υποψηφιότητας και του βιογραφικού σημειώματος του υπαλλήλου από τις οικείες Διευθύνσεις Προσωπικού γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών.

ε) Οι υποψήφιοι που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και της προκήρυξης αποκλείονται από την περαιτέρω διαδικασία με απόφαση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

στ) Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο μοριοδοτεί κάθε υποψήφιο με βάση τις ομάδες κριτηρίων α' έως γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 88 και σύμφωνα με όσα ορίζονται στο ίδιο άρθρο. Στη συνέχεια το Υπηρεσιακό Συμβούλιο με βάση την ως άνω μοριοδότηση καταρτίζει ενιαίο πίνακα κατάταξης για όλες τις θέσεις ανά Γενική Διεύθυνση ή συνολικά για όλο το φορέα, ανάλογα με την προκήρυξη, κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας, με αριθμό υποψηφίων πενταπλάσιο του αριθμού των προς πλήρωση θέσεων. Ακολουθεί η διεξαγωγή της δομημένης συνέντευξης της περίπτωσης δ της παραγράφου 3 του άρθρου 88 από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Στη συνέντευξη καλούνται οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα κατάταξης της Γενικής Διεύθυνσης ή του Ο.Τ.Α. χωριστά ο καθένας. Αφού γίνει η μοριοδότηση με βάση και το κριτήριο της δομημένης συνέντευξης, εξάγεται η τελική βαθμολογία σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 88 και καταρτίζονται πίνακες κατάταξης για τις θέσεις ανά Γενική Διεύθυνση ή συνολικά για τον Ο.Τ.Α. ανάλογα με την προκήρυξη.

5. Όσοι επιλέγονται από τα Υπηρεσιακά Συμβούλια τοποθετούνται, με απόφαση του οικείου οργάνου, η οποία εκδίδεται το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από τη γνωστοποίηση της επιλογής τους, ως προϊσταμένων σε αντίστοιχου επιπέδου οργανικές μονάδες για θητεία τριών (3) ετών. Αν υπάλληλος άλλου Ο.Τ.Α. επιλεγεί ως προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης, με την τοποθέτηση του αποσπάται αυτοδικαίως στην υπηρεσία για την οποία έχει επιλεγεί.

Οι προϊστάμενοι των οποίων η θητεία έχει λήξει εξακολουθούν και ασκούν τα καθήκοντά τους ως την επανατοποθέτηση τους ως προϊσταμένων ή την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου.

6. Με απόφαση του οικείου οργάνου ο προϊστάμενος παύεται υποχρεωτικά πριν από τη λήξη της θητείας του, αν συντρέξουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) αν καταδικαστεί τελεσιδίκως για τα αναφερόμενα στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 16 αδικήματα,

β) αν στερηθεί λόγω καταδίκης τα πολιτικά του δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή,

γ) αν υποβληθεί σε στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) ή σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) ή το Δικαστήριο έχει αποφασίσει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων,

δ) αν τεθεί σε διαθεσιμότητα ή αργία ή του επιβληθεί τελεσίδικα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα μέχρι τη διαγραφή της ποινής κατά το άρθρο 145 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως ισχύει.

Με απόφαση του κατά περίπτωση οικείου οργάνου, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ο προϊστάμενος οργανικής μονάδας απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του πριν από τη λήξη της θητείας του, για σοβαρό υπηρεσιακό λόγο που αφορά πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του. Ο προϊστάμενος μπορεί, επίσης, να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του με αίτησή του, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, το οποίο συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες.

7. Αν κενωθεί ή συσταθεί θέση προϊσταμένου, η θέση προκηρύσσεται το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών και η διαδικασία τοποθέτησης προϊσταμένου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την προκήρυξη της θέσης. Ο νέος προϊστάμενος επιλέγεται για πλήρη θητεία. Έως την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 100 περί αναπλήρωσης προϊσταμένων.

8. Αν δεν υποβληθούν αιτήσεις, το αρμόδιο όργανο τοποθετεί υπάλληλο που πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις και υπηρετεί στον τόπο που θα ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου.

9. Όσοι προϊστάμενοι τμημάτων δεν έχουν ασκήσει κατά το παρελθόν καθήκοντα προϊσταμένου, μετά την τοποθέτηση τους παρακολουθούν υποχρεωτικά σχετικό πρόγραμμα επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης».

10. Σε περίπτωση κατάργησης και συγχώνευσης οργανικών μονάδων, ο προϊστάμενος της νέας οργανικής μονάδας επιλέγεται μεταξύ όσων, κατόπιν, διαδικασίας επιλογής ασκούσαν καθήκοντα προϊσταμένου στις οργανικές μονάδες που καταργήθηκαν ή συγχωνεύθηκαν. Προϊστάμενος τοποθετείται εκείνος που έλαβε την υψηλότερη τελική βαθμολογία κατά την ως άνω διαδικασία επιλογής».

Άρθρο 30

Μεταβατικές διατάξεις

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου:

α) Έως την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή ειδικών διατάξεων, καθήκοντα προϊσταμένων εξακολουθούν να ασκούν οι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου προϊστάμενοι.

β) Η θητεία των ανωτέρω προϊσταμένων λήγει αυτοδικαίως με την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

γ) Για την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζεται το κριτήριο της περίπτωσης γ' (μοριοδότηση βάσει αξιολόγησης) της παραγράφου 1 του άρθρου 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 και το κριτήριο της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 88 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007. Επίσης, κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου καταρτίζεται πίνακας με πενταπλάσιο αριθμό υποψηφίων με την υψηλότερη βαθμολογία κριτηρίων, οι οποίοι καλούνται στη διαδικασία της δομημένης συνέντευξης.

δ) Για την τελική μοριοδότηση ο συνολικός αριθμός των μορίων κάθε κατηγορίας πολλαπλασιάζεται με τον εξής συντελεστή ανά θέση ευθύνης:

αα. Για τη θέση Προϊσταμένου Τμήματος με συντελεστή βαρύτητας:

40% για την ομάδα κριτηρίων α,

25% για την ομάδα κριτηρίων β και

35% για την ομάδα κριτηρίων δ.

β. Για τη θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας:

40% για την ομάδα κριτηρίων α,

25% για την ομάδα κριτηρίων β και

35% για την ομάδα κριτηρίων δ.

γγ. Για τη θέση Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας:

40% για την ομάδα κριτηρίων α,

25% για την ομάδα κριτηρίων β και

35% για την ομάδα κριτηρίων δ.

2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου λήγει αυτοδικαίως η θητεία των μελών των Υπηρεσιακών Συμβουλίων, εκτός των αιρετών εκπροσώπων.

3. Με απόφαση του καθ' ύλην αρμοδίου Υπουργού συγκροτούνται Υπηρεσιακά Συμβούλια μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Τα Συμβούλια αυτά είναι πενταμελή και αποτελούνται από:

α) Τρεις (3) μόνιμους υπαλλήλους, που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης, έχουν τον περισσότερο χρόνο άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου Διεύθυνσης, υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και υπηρετούν στην έδρα του ή στο Νομό Αττικής, για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια που εδρεύουν στο νομό αυτό.

β) Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων με βαθμό Α' των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ.

4. Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου δεν ισχύουν οι χρονικοί περιορισμοί που αφορούν την έκδοση προκήρυξης θέσεων προϊσταμένων οργανικών μονάδων της περίπτωσης β' της παραγράφου 7, καθώς και της περίπτωσης β' της παραγράφου 8 του άρθρου 86 του Υπαλληλικού Κώδικα. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος συστήματος επιλογής προϊσταμένων, προκηρύσσονται αρχικά οι θέσεις προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης. Η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης αυτών ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, συγκροτούνται τα Σ.Ε.Π., προκειμένου να επιλέξουν προϊσταμένους Διευθύνσεων. Η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων Διευθύνσεων ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από το χρόνο έναρξής της. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων Διευθύνσεων, συνεδριάζουν τα Υπηρεσιακά Συμβούλια, προκειμένου να επιλέξουν προϊσταμένους Τμημάτων. Η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων Τμημάτων ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την τοποθέτηση προϊσταμένων Διευθύνσεων.

5. Εκκρεμείς προκηρύξεις για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων σε Ν.Π.Δ.Δ. και στους Ο.Τ.Α. α' βαθμού, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου πέμπτου του ν. 3839/2010 (Α' 51) δεν ολοκληρώνονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Εξαιρούνται και ολοκληρώνονται οι προκηρύξεις, για τις οποίες, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, έχει εκδοθεί απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ή του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων. Στην περίπτωση αυτή οι προϊστάμενοι που έχουν κριθεί από τα ανωτέρω συμβούλια τοποθετούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 3584/2007 και η θητεία τους λήγει αυτοδικαίως με την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 31

Τελικές - Καταργούμενες Διατάξεις

1. Οι διατάξεις του στοιχείου 2 της υποπερίπτωσης α' της περίπτωσης 4 της υποπαραγράφου Ε.2 της παραγράφου Ε του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), δεν επηρεάζονται από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου.

2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι παράγραφοι 15, 16, 17 και 18 του άρθρου 86 του ν. 3528/2007, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 4275/2014 (Α' 149) και η παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 4275/2014.

3. Οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3230/2004 (Α' 44), της παρ. 8 του άρθρου 267 και της παρ. 15 του άρθρου 268 του ν. 3852/2010 (Α' 87) καταργούνται.

4. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος νόμου. Για την αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Π.δ. 318/1992 (Α' 161), ως ίσχυε πριν την τροποποίηση που επήλθε με το ν. 4250/2014 (Α' 74).

5. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει θέματα του παρόντος νόμου ή αντίκειται στις διατάξεις του καταργείται.

ΜΕΡΟΣ Ε'

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 32

Το τρίτο εδάφιο της παρ. 21 του άρθρου ένατου του ν. 4057/2012 (Α' 54) αντικαθίσταται με τα ακόλουθα εδάφια ως εξής:

«Με απόφαση κατανομής του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, δύναται να μεταβάλλεται εντός του ίδιου ή όμορου νομού, ο φορέας διορισμού των περιλαμβανομένων σε πίνακες διοριστέων του Α.Σ.Ε.Π. και των φορέων, καθώς και των διοριστέων που υπάγονται στις διατάξεις της περ. 3 της υποπαραγράφου ΣΤ1 της παραγράφου ΣΤ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, σε όλως εξαιρετικές και επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν τεκμηριωμένου αιτήματος του Υπουργού του νέου φορέα διορισμού.

Αν ο διοριστέος δεν αποδεχτεί τη νέα θέση διορισμού, διατηρεί το δικαίωμα διορισμού του στην αρχική θέση, κατόπιν έκδοσης σχετικής απόφασης κατανομής του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης».

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα που αφορά στη διαδικασία μεταβολής της υπηρεσίας ή του φορέα διορισμού.

Άρθρο 33

1. Στην παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4325/2015 (Α' 47) προστίθεται στην περίπτωση 6α τελευταίο εδάφιο ως εξής:

«Αν ο πολίτης τηρεί ηλεκτρονική θυρίδα χρήστη της Κεντρικής Διαδικτυακής Πύλης του Ελληνικού Δημοσίου, η αρμόδια υπηρεσία οφείλει να αναζητεί τα απαραίτητα για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας έγγραφα, πιστοποιητικά και βεβαιώσεις από τα αποθηκευμένα στην ηλεκτρονική θυρίδα χρήστη, εφόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των διατάξεων της παρ. 2α του άρθρου 13 του ν. 4325/2015».

2. Διαδικασία η οποία έχει καθοριστεί να διεκπεραιώνεται μέσω ΚΕΠ με κοινή απόφαση του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 3013/2002 (Α' 102), δεν επιτρέπεται να τροποποιείται και να μεταβάλλεται μονομερώς από το καθ' ύλην αρμόδιο Υπουργείο χωρίς την προηγούμενη έγκριση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 της 46ης πράξης της 8.12.2015 του Υπουργικού Συμβουλίου (Υ.Ο.Δ.Δ. 897).

Άρθρο 34

Στο Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης συνιστώνται αναδρομικά από 23.9.2015 δύο (2) επιπλέον θέσεις δημοσιογράφων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι διατίθενται για την κάλυψη συναφών αναγκών του αρμόδιου για θέματα Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.

Άρθρο 35

Οι υπάλληλοι που απολύθηκαν αυτοδικαίως από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις 19.8.2015 έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 155 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α' 26) και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3854/2007, δύνανται να επανέλθουν στην υπηρεσία με αίτηση τους που υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Οι υπάλληλοι που αιτούνται να επανέλθουν, μπορούν να παραμείνουν στην υπηρεσία μέχρι την αυτοδίκαιη απόλυσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 155 του Κώδικα Δημόσιων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) και τις διατάξεις του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως αυτές τροποποιούνται με τον παρόντα νόμο. Η αίτηση μπορεί να γίνει δεκτή με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του αρμοδίου οργάνου κατόπιν γνώμης του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου με βάση την εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών. Η επαναφορά στην υπηρεσία, σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, ισχύει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του οικείου Υπουργού ή του αρμοδίου οργάνου, με την οποία γίνεται αποδεκτή η αίτηση του υπαλλήλου. Η επαναφορά αφορά αποκλειστικά στην οργανική θέση που κατείχε ο υπάλληλος, χωρίς να παρέχεται δικαίωμα επανάκτησης τυχόν καθηκόντων ευθύνης που ασκούσε κατά την αυτοδίκαιη απόλυση του ή τυχόν θέσεων και ιδιοτήτων που κατείχε κατά την αυτοδίκαιη απόλυση του. Το χρονικό διάστημα από την αυτοδίκαιη απόλυση μέχρι την επαναφορά στην υπηρεσία δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Οι υπάλληλοι που επανέρχονται κατ' εφαρμογή της παρούσας διάταξης λαμβάνουν τις αποδοχές που λάμβαναν πριν την αυτοδίκαιη απόλυση τους πλην αυτών που συνδέονται με την ενεργό άσκηση καθηκόντων ευθύνης.

Άρθρο 36

Το άρθρο 10 του ν. 3491/2006 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Για τα άτομα τα οποία ανατράφηκαν σε δημόσιο, εκκλησιαστικό, δημοτικό ή κοινοτικό βρεφοκομείο ή ορφανοτροφείο ιδρύματος ή σωματείου, επί επταετία τουλάχιστον, ανεξαρτήτως της ηλικίας εισαγωγής τους σε αυτά, προσαυξάνεται κατά 100 μονάδες, η συνολική βαθμολογία που συγκεντρώνουν κατά τη συμμετοχή τους σε διαδικασίες διορισμού ή πρόσληψης σε θέσεις τακτικού προσωπικού και προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού, καθώς και ιδρυμάτων τους ή επιχειρήσεων τους ή άλλων νομικών τους προσώπων, βάσει προκηρύξεων σύμφωνα με τη διαδικασία και τα κριτήρια του άρθρου 18 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει. Ως βρεφοκομείο ή ορφανοτροφείο νοείται και κάθε άλλη δομή των φορέων της ανωτέρω παραγράφου που επιτελεί το ίδιο έργο με αυτό του βρεφοκομείου ή ορφανοτροφείου, ανεξάρτητα από την ονομασία της, σύμφωνα με βεβαίωση που εκδίδεται από το αρμόδιο Υπουργείο.

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 έχουν εφαρμογή σε προκηρύξεις που δημοσιεύονται μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου».

Άρθρο 37

1. Οι προθεσμίες της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/ 2011 (Α' 226), οι οποίες με την παρ. 3 του άρθρου 67 του ν. 4316/2014 (Α' 270) παρατάθηκαν έως 30 Ιουνίου 2015, παρατείνονται έως 31 Δεκεμβρίου 2016.

2. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/ 2011 καταργείται.

Άρθρο 38

Επιτυχόντες του γραπτού διαγωνισμού που προκηρύχθηκε από το Α.Σ.Ε.Π. με την υπ' αριθ. 8/1997 προκήρυξη, οι οποίοι εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3320/2005 (Α' 48), κατόπιν προκήρυξης θέσεων του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, κατατάσσονται με αίτηση τους σε νέο πίνακα διοριστέων που καταρτίζεται από το Α.Σ.Ε.Π. κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας ανά εκπαιδευτική βαθμίδα (ΠΕ, TE, ΔΕ). Με απόφαση κατανομής του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης διορίζονται σταδιακά.

Δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στην εν λόγω διαδικασία, όσοι έχουν ήδη διοριστεί ως τακτικό προσωπικό, μόνιμοι υπάλληλοι και υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.), καθώς και όσοι διοριστέοι δεν είχαν αποδεχτεί το διορισμό τους.

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης καθορίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο 39

Για όσους υπαλλήλους τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας με βάση τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α' 222) του ν. 4172/2013 (Α' 167), του ν. 4250/2014 (Α' 74) και τις διατάξεις του άρθρου 67 παρ. 4 του ν. 4316/2014 (Α' 270), καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 70 του ν. 4257/2014 (Α' 93) ο χρόνος της διαθεσιμότητας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και λαμβάνεται υπόψη για τη μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη.

Για τους εκπαιδευτικούς που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα με το άρθρο 82 του ν. 4172/2013 και οι οποίοι δεν υπέβαλαν αίτηση στις ανακοινώσεις του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για οποιοδήποτε λόγο και για τους οποίους δεν εκδόθηκε ποτέ διαπιστωτική πράξη απόλυσης, το χρονικό διάστημα από τις 22.3.2014 μέχρι τη δημοσίευσή του ν. 4325/2015 (11.5.2015) θεωρείται ως χρόνος κατά τον οποίο είχε παραταθεί η διαθεσιμότητα.

Για όλους τους παραπάνω υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα και επανήλθαν στην υπηρεσία με μετάταξη, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο περιορισμός της πενταετίας της παρ. 5 του άρθρου 71 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α' 26).

Όσοι υπάλληλοι, των οποίων η εργασιακή σχέση με Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευόμενο ή επιχορηγούμενο από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη και επίκληση λόγων οικονομικής δυσπραγίας, εξαιτίας της μείωσης της κρατικής επιχορήγησης, κατά τα έτη από 2012 έως 2014, επαναπροσλαμβάνονται από τον οικείο φορέα.

Άρθρο 40

1. Ο Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης είναι αρμόδιος για την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής για την Κωδικοποίηση και Αναμόρφωση της Ελληνικής Νομοθεσίας. Η Εθνική Στρατηγική περιλαμβάνει τις αρχές, τις κατευθύνσεις, το πλαίσιο, τις δράσεις και τις πηγές χρηματοδότησης για την προώθηση ολοκληρωμένων διαδικασιών αποκατάστασης της εσωτερικής συνοχής του δικαίου, τη βελτίωση της ποιότητας των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, καθώς και των διαδικασιών παραγωγής τους και τη συστηματική ένταξη τους σε σύνολα κανόνων δικαίου.

2. Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης «Εθνικό Συμβούλιο για την Κωδικοποίηση και Αναμόρφωση της Ελληνικής Νομοθεσίας», που αναλαμβάνει ιδίως τον σχεδιασμό και την παρακολούθηση της υλοποίησης της Εθνικής Στρατηγικής για την Κωδικοποίηση και Αναμόρφωση της Ελληνικής Νομοθεσίας.

3. Το Εθνικό Συμβούλιο αποτελείται από:

Τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ως Πρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα της Κυβέρνησης, τον Γενικό Γραμματέα της Βουλής των Ελλήνων, τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τον Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αρμόδιο για θέματα Δημόσιας Διοίκησης, έναν Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρό του, τους Κοσμήτορες των Νομικών Σχολών των Πανεπιστημίων της χώρας, τέσσερα (4) μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων με εξειδίκευση στους τομείς της καλής νομοθέτησης και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας, που ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, τον Πρόεδρο της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας.

Με απόφαση του Προέδρου του Συμβουλίου μπορεί να ορίζονται εισηγητές επί των εκάστοτε θεμάτων της ημερήσιας διάταξης και να καλούνται εμπειρογνώμονες ή αρμόδια στελέχη δημοσίων υπηρεσιών χωρίς δικαίωμα ψήφου.

4. Το Εθνικό Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την απόφαση αυτή ορίζονται τα μέλη, ο τρόπος οργάνωσης, λειτουργίας και γραμματειακής του υποστήριξης από υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την επιτυχή ολοκλήρωση του έργου του. Με όμοια απόφαση μπορεί να θεσπίζεται Κανονισμός Λειτουργίας του Εθνικού Συμβουλίου.

5. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης μπορεί να εκπονείται πρόγραμμα επιστημονικής, διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης των κατά τομέα δικαίου έργων κωδικοποίησης και αναμόρφωσης της νομοθεσίας, στο πλαίσιο του οποίου συγκροτείται και το σύστημα διοίκησης του προγράμματος και συντονισμού, παρακολούθησης, αξιολόγησης και αξιοποίησης των έργων αυτών. Το πρόγραμμα αυτό καλύπτεται από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα κατά το μέρος του που είναι επιλέξιμο από αυτά και από εθνικούς πόρους.

Άρθρο 41

1. Ο τίτλος του άρθρου 145 του ν. 2812/2000 (Α' 67) «Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας» τροποποιείται σε «Αυτοδίκαιη απόλυση λόγω ορίου ηλικίας».

2. Η παρ. 1 του άρθρου 145 του ν. 2812/2000 (Α' 67) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας του».

3. Οι παράγραφοι 2 και 5 του άρθρου 145 του ν. 2812/ 2000 (Α' 67) καταργούνται.

4. Στο τέλος του άρθρου 145 προστίθεται παράγραφος ως εξής:

«Οι δικαστικοί υπάλληλοι που απολύθηκαν αυτοδικαίως από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις 19.8.2015 έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 145 του ν. 2812/2000 (Α' 67), δύνανται να επανέλθουν στην υπηρεσία με αίτησή τους που υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που αιτούνται να επανέλθουν, μπορούν να παραμείνουν στην υπηρεσία μέχρι την αυτοδίκαιη απόλυση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 145 του ν. 2812/2000 (Α' 67), όπως αυτό τροποποιείται με τον παρόντα νόμο. Η αίτηση μπορεί να γίνει δεκτή με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατόπιν γνώμης του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου με βάση την εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών. Η επαναφορά στην υπηρεσία, σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, ισχύει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού, με την οποία γίνεται αποδεκτή η αίτηση του υπαλλήλου. Η επαναφορά αφορά αποκλειστικά στην οργανική θέση που κατείχε ο δικαστικός υπάλληλος, χωρίς να παρέχεται δικαίωμα επανάκτησης τυχόν καθηκόντων ευθύνης που ασκούσε κατά τη στιγμή της αυτοδίκαιης απόλυσής του ή τυχόν Θέσεων και ιδιοτήτων που κατείχε κατά τη στιγμή της αυτοδίκαιης απόλυσής του. Το χρονικό διάστημα από την αυτοδίκαιη απόλυση μέχρι την επαναφορά στην υπηρεσία δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που επανέρχονται κατ' εφαρμογή της παρούσας διάταξης λαμβάνουν τις αποδοχές που λάμβαναν πριν την αυτοδίκαιη απόλυση τους, πλην αυτών που συνδέονται με την ενεργό άσκηση καθηκόντων ευθύνης».

Άρθρο 42

Το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (ΥΠΕΣΔΑ) μπορεί να χρηματοδοτεί την υλοποίηση προπτυχιακού προγράμματος σπουδών στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ε.Α.Π.), το οποίο έχει ως γνωστικό αντικείμενο την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης (δημόσιο management), για τη συμμετοχή υπαλλήλων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) του δημοσίου τομέα. Το εν λόγω προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών καταρτίζεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης προς τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του Ε.Α.Π., όπως κάθε φορά ισχύουν.

Το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης προκειμένου να χρηματοδοτήσει το εν λόγω πρόγραμμα σπουδών, συνάπτει, σε ετήσια βάση, Προγραμματική Συμφωνία με το Ε.Α.Π., στην οποία καθορίζεται ο συνολικός αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων που, με την ιδιότητά τους αυτή, συμμετέχουν στο Πρόγραμμα, καθώς και το ύψος της χρηματοδότησης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις διατάξεις της επόμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Με την ίδια Προγραμματική Συμφωνία μπορούν να ρυθμίζονται οποιαδήποτε άλλα θέματα που αφορούν στην υλοποίηση του ως άνω Προγράμματος Σπουδών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία τεχνική λεπτομέρεια σε σχέση τόσο με το Πρόγραμμα ή τους συμμετέχοντες όσο και με τη χρηματοδότηση. Κατά τα λοιπά και ιδίως για τα θέματα που αφορούν την επιλογή των φοιτητών και τον τρόπο οργάνωσης και διεξαγωγής του εν λόγω Προγράμματος με βάση τις υφιστάμενες κάθε φορά δυνατότητες υλικοτεχνικής υποδομής του Ε.Α.Π., ισχύουν τα προβλεπόμενα στις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του, όπως κάθε φορά ισχύουν.

Η χρηματοδότηση για το εν λόγω Πρόγραμμα του Ε.Α.Π. δίδεται μέσα από σχετικό ΚΑΕ του ειδικού φορέα 07-510 του προϋπολογισμού εξόδων του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και το ύψος της ανέρχεται σε ποσό ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) των προβλεπόμενων διδάκτρων συμμετοχής του αριθμού των συμμετεχόντων που αναφέρεται στην κάθε φορά ετήσια Προγραμματική Συμφωνία, για τις θεματικές ενότητες που απαιτούνται κατ' έτος για την απόκτηση πτυχίου σε τέσσερα (4) έτη.

Άρθρο 43

1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κατόπιν γνώμης της Κ.Ε.Δ.Ε., καθορίζονται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας των παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών που λειτουργούν εντός νομικών προσώπων των δήμων ή υπηρεσίας των δήμων, οι τεχνικές προδιαγραφές και ειδικοί όροι καταλληλότητας τους, η διαδικασία ελέγχου τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

2. Έως την έκδοση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας των δημοτικών παιδικών σταθμών και πάντως όχι πέραν τις 31.12.2016, θέση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας επέχει για τους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς που λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των δήμων ή ως υπηρεσία αυτών η συστατική τους πράξη του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή ο οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας του δήμου, εφόσον πρόκειται για υπηρεσία. Πα τους παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς που η λειτουργία τους μεταφέρθηκε σε υπηρεσία του δήμου ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αυτού ή εξακολουθούν να λειτουργούν στο πλαίσιο επιχείρησης Ο.Τ.Α., συνεχίζει να ισχύει η άδεια που είχαν λάβει ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από 1.1.2016.

3. Το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 4147/2013 (Α' 98), το άρθρο 44 του ν. 4315/2014 (Α' 69) και το πρώτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 19 του ν. 4071/2012 (Α' 85) καταργούνται.

Άρθρο 44

Το άρθρο 31 του ν. 3730/2008 (Α' 262), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4033/2011, το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 4224/2013 και τελικώς με το άρθρο 46 του ν. 4325/2015 αντικαθίστανται ως εξής:

«Αρθρο 31

Με την επιφύλαξη του άρθρου 193 του ν. 4001/2011 (Α' 179) η προθεσμία που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 3581/2007 (Α' 140) και προβλέπει αποσπάσεις προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτές αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α' 314), στις οποίες το Δημόσιο κατέχει αμέσως ή εμμέσως την πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου, παρατείνεται μέχρι τις 31.12.2016».

Άρθρο 45

Στο άρθρο 181 του ν. 3852/2010 (Α' 87) προστίθεται παράγραφος 9 ως εξής:

«9. Οι διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου 5 ισχύουν και για τους προέδρους των περιφερειακών συμβουλίων».

Άρθρο 46

1. α) Οι θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, βαθμίδας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), ειδικότητας ΠΕ Αρχαιολόγων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Π.δ. 104/2014 (Α' 171), όπως ισχύει, κατανέμονται στις ειδικότητες: αα) ΠΕ Αρχαιολόγων Προϊστορικών - Κλασικών, ββ) ΠΕ Αρχαιολόγων Βυζαντινών - Μεταβυζαντινών, γγ) ΠΕ Αρχαιολόγων Ιστορικών Τέχνης, δδ) ΠΕ Αρχαιολόγων Μουσειολόγων, εε) ΠΕ Αρχαιολόγων Επιγραφολόγων, στστ) ΠΕ Αρχαιολόγων Νομισματολόγων, ζζ) ΠΕ Αρχαιολόγων Πολιτιστικής Διαχείρισης, ηη) ΠΕ Αρχαιολόγων Αρχαιοζωολόγων, θθ) ΠΕ Αρχαιολόγων Αρχαιοβοτανολόγων. β) Οι θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, βαθμίδας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), ειδικότητας ΠΕ Ιστορικών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού σύμφωνα με το άρθρο 62 του Π.δ. 104/ 2014 (Α' 171) όπως ισχύει, κατανέμονται στις ειδικότητες: αα) ΠΕ Ιστορικών Αρχαίων Χρόνων, ββ) ΠΕ Ιστορικών Μεσαιωνικών Χρόνων, γγ) ΠΕ Ιστορικών Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας, γ) Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, κατατάσσονται οι υπηρετούντες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου σε θέσεις των προβλεπομένων ειδικοτήτων. Για την κατάταξη στις ειδικότητες λαμβάνονται υπόψη κριτήρια, όπως οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών στις οποίες έχουν υπηρετήσει μέχρι της κατατάξεως τους στις ειδικότητες, η εμπειρία και η ειδίκευσή τους, όπως αυτή προκύπτει από επιστημονικές δημοσιεύσεις, ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών της ημεδαπής ή αλλοδαπής αντίστοιχος των συγκεκριμένων ειδικοτήτων, η προτίμηση του κάθε ενδιαφερόμενου κ.λπ.. Ειδικά για την κατάταξη στις ειδικότητες ΠΕ Αρχαιολόγων Ιστορικών Τέχνης, ΠΕ Αρχαιολόγων Μουσειολόγων, ΠΕ Αρχαιολόγων Επιγραφολόγων, ΠΕ Αρχαιολόγων Νομισματολόγων, ΠΕ Αρχαιολόγων Πολιτιστικής Διαχείρισης, ΠΕ Αρχαιολόγων Αρχαιοζωολόγων και ΠΕ Αρχαιολόγων Αρχαιοβοτανολόγων απαιτείται υποχρεωτικά μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών της ημεδαπής ή αλλοδαπής αντίστοιχος των συγκεκριμένων ειδικοτήτων. Αλλαγή της ειδικότητας αρχαιολόγου και ιστορικού επιτρέπεται μόνο μια φορά ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου και απόφαση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται ανωτέρω.

Άρθρο 47

Το έκτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 29 του ν. 4009/ 2011, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 16 του άρθρου 34 του ν. 4115/2013, (Α' 24) και του άρθρου 95 του ν. 4310/2014 (Α' 258) και όπως ισχύει αντικαθίσταται ως εξής:

«Η απασχόληση των ανωτέρω δύναται να είναι πλήρης ή μερική και η κάλυψη της αποζημίωσης τους θα γίνεται από υποτροφίες και πόρους που εξασφαλίζει το Τμήμα χωρίς αύξηση της κρατικής επιχορήγησης προς το οικείο Α.Ε.Ι., εκτός και αν αυτή προέρχεται από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα».

Άρθρο 48

1. Στο άρθρο 80 του ν. 1943/1991 (Α' 50) «Ρύθμιση θεμάτων Προεδρίας της Δημοκρατίας» προστίθεται η κατωτέρω περίπτωση α' και οι υφιστάμενες περιπτώσεις α', β' και γ' αναριθμούνται σε β', γ' και δ' αντίστοιχα και όλες οι περιπτώσεις α' έως δ' εντάσσονται ως παράγραφος 1 του αυτού άρθρου:

«α) Να ρυθμίζονται τα κάθε είδους θέματα που αφορούν: i) την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών της Προεδρίας της Δημοκρατίας και τις αρμοδιότητες τους, ii) την κατανομή και διάθεση πιστώσεων του προϋπολογισμού, τη δικαιολόγηση, εκκαθάριση και πληρωμή πάσης φύσεως δαπανών της Προεδρίας, την οικονομική διαχείριση, τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών, παροχής υπηρεσιών και εκτέλεσης έργων και iii) τη διαχείριση και συντήρηση των δημοσίων κτιρίων και οχημάτων της Προεδρίας της Δημοκρατίας».

«2. Στο άρθρο 80 του ν. 1943/1991, όπως αυτό διαμορφώνεται με την προηγούμενη παράγραφο, προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής:

«2. Οι διατάξεις του Προεδρικού διατάγματος ρυθμίζουν τα οικεία θέματα κατά παρέκκλιση κάθε άλλης ειδικής ή γενικής διάταξης».

Άρθρο 49

Παρατείνεται η διάρκεια των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπαλλήλων που προσελήφθησαν δυνάμει της ΠΥΣ 33/2006 υπ' αριθ. ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΓΚΡ. 10/208/25274/5.12.2014 στην Πανεπιστημιακή Φοιτητική Λέσχη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με την 1682/3.6.2015 πράξη του Προέδρου της για πέντε (5) μήνες από τη λήξη τους, ήτοι έως τις 3.7.2016.

Άρθρο 50

Στο τέλος της παραγράφου Α.2. του άρθρου 25 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, προστίθεται παράγραφος ως εξής:

«Για την περίοδο 2016-2020 τα έσοδα από πλειστηριασμούς αδιαθέτων δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατανέμονται ετησίως με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ως εξής:

(α) Ποσοστό τουλάχιστον 60% των εσόδων αποτελεί πόρο του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 143 του ν. 4001/2011, όπως ισχύει.

(β) Ποσοστό των εσόδων, το οποίο θα καθοριστεί κατ' ανώτατο όριο με την υπουργική απόφαση θα καλύπτει τις ανάγκες της ενίσχυσης για επιχειρήσεις τομέων και υποτομέων που εκτίθενται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα, όπως προβλέπεται στην υπ' αριθ. κοινή υπουργική απόφαση ΑΠ/21906/2014 (Β' 3304). Τυχόν ποσό, το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τον παραπάνω σκοπό αποτελεί πόρο του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 143 του ν. 4001/2011, όπως ισχύει.

Τα ανωτέρω ποσοστά καθορίζονται κατόπιν σχετικής γνώμης της ΡΑΕ, βάσει της εξέλιξης των εκροών και εισροών του Ειδικού Λογαριασμού.

(γ) Ποσοστό των εσόδων, το οποίο θα καθοριστεί με την υπουργική απόφαση, διατίθεται σε φορέα, εποπτευόμενο από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για την πραγματοποίηση έργων και την εξυπηρέτηση ορισμένων από τους σκοπούς, που περιγράφονται στην Οδηγία 2003/87/ΕΚ, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, και συγκεκριμένα, σε έργα εξοικονόμησης ενέργειας με την υποστήριξη χαμηλών εισοδημάτων κατά προτεραιότητα, σε έργα που αποσκοπούν στη μείωση των συμβατικών καυσίμων από μεταφορές, σε αντιπυρικά έργα καθαρισμού και διαχείρισης, με σκοπό τη διατήρηση και αύξηση του αποθέματος των δημόσιων και ιδιωτικών δασών, καθώς και σε έργα σε αναπτυσσόμενες ή τρίτες χώρες με σκοπό τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και σε έργα για την προστασία, διατήρηση και βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος. Με την ίδια υπουργική απόφαση καθορίζεται ο φορέας και η διαδικασία χορήγησης των πόρων για τους σκοπούς της τελευταίας περίπτωσης».

Άρθρο 51

Θέματα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

1. Η δεύτερη περίοδος της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4186/2013 (Α' 193), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι υποψήφιοι εξετάζονται σε τέσσερα (4) μαθήματα της Γ' Τάξης Ημερήσιων και Δ' Τάξης-Εσπερινών ΕΠΑ.Λ., δύο (2) μαθήματα γενικής παιδείας με συντελεστή βαρύτητας 1,5 και δύο (2) μαθήματα ειδικότητας με συντελεστή βαρύτητας 3,5 τα οποία καθορίζονται με υπουργική απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση διεξάγονται, σε πανελλαδικό επίπεδο με θέματα από την εξεταστέα ύλη της τάξης αυτής που προκύπτουν αποκλειστικά από κεντρική επιτροπή εξετάσεων. Οι ειδικές πανελλαδικές εξετάσεις μπορούν να επαναλαμβάνονται κατά το ίδιο σχολικό έτος, με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

2. Ειδικά, για τις εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των υποψηφίων των Επαγγελματικών Λυκείων, τα μαθήματα τα οποία έχουν κοινή εξεταστέα ύλη συνεξετάζονται. Ως εκ τούτου ορίζεται στην οικεία κεντρική επιτροπή εξετάσεων για τα μαθήματα του προηγούμενου εδαφίου μία ομάδα έκτακτων μελών, η οποία εισηγείται τα θέματα που θα δοθούν στους εξεταζόμενους.

Για καθένα από τα εξεταζόμενα μαθήματα απαιτείται οι εκπαιδευτικοί που ορίζονται ως έκτακτα μέλη να έχουν διδακτική εμπειρία για ένα (1) τουλάχιστον έτος κατά την τελευταία διετία. Επιπροσθέτως, για τη διαδικασία βαθμολόγησης - αναβαθμολόγησης επιλέγονται κατά προτίμηση εκπαιδευτικοί με διδακτική εμπειρία για ένα (1) τουλάχιστον έτος κατά την τελευταία διετία.

3. Οι προηγούμενες παράγραφοι ισχύουν από το σχολικό έτος 2015-2016.

4. Ειδικά και μόνο για το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017, για τους μαθητές και απόφοιτους των Γενικών και Επαγγελματικών Λυκείων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λευκάδας, οι οποίοι θα υποβάλουν σε Λύκεια που ανήκουν στην ανωτέρω Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αίτηση - Δήλωση για συμμετοχή στις πανελλαδικές εξετάσεις των Γενικών Λυκείων ή των Επαγγελματικών Λυκείων, προβλέπονται θέσεις επιπλέον του αριθμού εισακτέων για την εισαγωγή τους σε σχολές, τμήματα και εισαγωγικές κατευθύνσεις των Πανεπιστημίων, των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, των ΤΕΙ και της ΑΣΠΑΙΤΕ. Η ανωτέρω ρύθμιση δεν εφαρμόζεται στους μαθητές της τελευταίας τάξης που μετεγράφησαν σε Λύκεια της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λευκάδας μετά τις 17.1.2016. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θα ορισθεί ο αριθμός των θέσεων και η διαδικασία επιλογής των ανωτέρω υποψηφίων.

Άρθρο 52

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4354/2015

1. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176) προστίθεται, από τότε που ίσχυσε, νέο εδάφιο, ως εξής:

«Σε ειδικές περιπτώσεις, μπορεί, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, να καθορίζεται αποζημίωση ανά ώρα, έλεγχο, αξιολογούμενο πρόγραμμα ή παραδοτέο έργο, με τον όρο η σχετική δαπάνη να καλύπτεται αποκλειστικά από συγχρηματοδοτούμενα επιχειρησιακά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να μην επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Το συνολικό μηνιαίο ποσό της ανωτέρω αποζημίωσης απαγορεύεται να υπερβαίνει το ως άνω όριο της κατά μήνα αποζημίωσης για τα μέλη συλλογικών οργάνων. Σε ειδικές περιπτώσεις το όριο αυτό μπορεί να αυξάνεται μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ το μήνα αλλά όχι πέραν του ποσού των δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400) ευρώ το έτος, μη υπολογιζόμενου στην περίπτωση αυτή του ορίου της παραγράφου 3».

2. Η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176) αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:

«4. Ειδικά, για τους εκπαιδευτικούς δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και το λοιπό προσωπικό που αποδεδειγμένα συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στις διαδικασίες οργάνωσης, διεξαγωγής, υποστήριξης, βαθμολόγησης /αναβαθμολόγησης και έκδοσης των αποτελεσμάτων των: α) γενικών και ειδικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, β) των εξετάσεων Ιδιωτικών, Γενικών και Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.) και Επαγγελματικών Σχολών (Ε.ΠΑΣ.), γ) των εξετάσεων ελληνομάθειας και δ) των εξετάσεων χορήγησης του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας, καθώς και στις διαδικασίες αναβαθμολογήσεων γραπτών δοκιμίων μαθητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, καθορίζεται αποζημίωση με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, η οποία εκδίδεται το αργότερο έως 31.12.2016 μη υπολογιζόμενου στην περίπτωση αυτή του ορίου της παραγράφου 3. Μεταβατικά για το τρέχον έτος και έως την έκδοση των κοινών υπουργικών αποφάσεων του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που έχουν ήδη εκδοθεί.

Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι αποζημιώσεις των συμμετεχόντων στην οργάνωση και διεξαγωγή σχολικών αγώνων και διοργανώσεων (αθλητικοί αγώνες και διοργανώσεις, ενδοσχολικής ή τοπικής ή περιφερειακής ή πανελλήνιας ή διεθνούς εμβέλειας), καθώς και κάθε είδους συναφείς και αναγκαίες δαπάνες, όπως οι δαπάνες αποζημίωσης (ημερήσιας, ανά αγώνα, αναδιοργάνωση κ.λπ.), μετακίνησης, διαμονής, διατροφής, καθώς και λοιπές δαπάνες, οι οποίες θα περιγράφονται στην εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση, μη τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 3».

3. Η παρ. 5 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176) αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:

«5. Στο προσωπικό που συμμετέχει στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη διαγωνισμών των φορέων που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, μπορεί, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, να καθορίζεται αποζημίωση η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει το όριο των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ το μήνα και σε κάθε περίπτωση το όριο των τριών χιλιάδων εξακοσίων (3.600) ευρώ το έτος, μη υπολογιζόμενου στην περίπτωση αυτή του ορίου της παραγράφου 3».

Άρθρο 53

1 Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 37 του ν. 4339/2015 (Α' 144) αντικαθίσταται ως εξής:

«Στα Γραφεία Τύπου και Επικοινωνίας Α' τάξης προΐστανται υπάλληλοι του κλάδου Συμβούλων και Γραμματέων Επικοινωνίας με βαθμό τουλάχιστον Συμβούλου Επικοινωνίας Α', στα Γραφεία Τύπου και Επικοινωνίας Β' και Γ' τάξης προΐστανται υπάλληλοι με βαθμό τουλάχιστον Γραμματέα Επικοινωνίας Α'».

Το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου καταργείται.

2. Προστίθεται μία επιπλέον περίπτωση ιγ' στην παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 4339/2015 ως εξής:

«ιγ. Την καταγραφή, αποθήκευση και ψηφιοποίηση του προγράμματος που εκπέμπουν οι πάροχοι περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής εθνικής και περιφερειακής εμβέλειας, που διαθέτουν νόμιμη άδεια εκπομπής, με στόχο τη διάσωση, διαφύλαξη και δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και συγκεντρωτικού αρχείου της εθνικής πολιτιστικής οπτικοακουστικής μνήμης».

3. Η παρ. 1 του άρθρου 47 του ν. 4339/2015 (Α' 144) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το Δ.Σ. του Ε.Κ.Ο.Μ.Ε. είναι πενταμελές και αποτελείται από:

α) Τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο.

β) Έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα είτε του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου είτε του υπαλλήλου του Δημοσίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υποδεικνύονται από τον αρμόδιο Υπουργό.

γ) Έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού με τον αναπληρωτή τους, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα είτε του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου είτε του υπαλλήλου του Δημοσίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υποδεικνύονται από τον αρμόδιο Υπουργό.

δ) Έναν εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας με τον αναπληρωτή τους, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα είτε του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου είτε του υπαλλήλου του Δημοσίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ορίζονται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού.

ε) Έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με τον αναπληρωτή τους, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα είτε του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου είτε του υπαλλήλου του Δημοσίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ορίζονται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού».

4. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 4339/2015 προστίθεται το εξής εδάφιο:

«Επίσης, το Ε.Κ.Ο.Μ.Ε. τηρεί αρχείο για τα ντοκιμαντέρ, τις σειρές μικρού μήκους, τις τηλεταινίες και τις διαδικτυακές παραγωγές, με σκοπό τη συγκέντρωση, διαφύλαξη, ψηφιοποίηση, αρχειοθέτηση και συντήρηση του ανωτέρω υλικού. Η διαδικασία, οι προϋποθέσεις, οι τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και ο τρόπος κατάθεσης του ανωτέρω υλικού στο Ε.Κ.Ο.Μ.Ε., θα καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού και του αρμοδίου για την εθνική επικοινωνιακή πολιτική Υπουργού».

5. Η παρ. 3 του άρθρου 55 του ν. 4339/2015 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι υπηρετούν στη ΓΓΕΕ, καθώς και οι δημοσιογράφοι και οι καλλιτεχνικές ειδικότητες της ΕΡΤ ΑΕ και του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων - Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων ΑΕ με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, θα μπορούν κατόπιν άδειας να απασχολούνται παράλληλα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή παροχής υπηρεσιών ή έργου σε έντυπα ηλεκτρονικά ή διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης του ιδιωτικού τομέα, εφόσον η παράλληλη απασχόλησή τους δεν σχετίζεται ως προς το αντικείμενο της με τα ιδιαίτερα καθήκοντα της θέσης τους και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας τους. Τα κριτήρια χορήγησης της ως άνω άδειας, θα προσδιορισθούν με απόφαση, που εκδίδει ο Υπουργός, στον οποίο ανατίθενται εκάστοτε οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας.

Η άδεια χορηγείται στους δημοσιογράφους μόνιμους ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της ΓΓΕΕ με σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο.

Στους δημοσιογράφους της ΕΡΤ ΑΕ και του ΑΠΕ ΜΠΕ ΑΕ η άδεια χορηγείται με σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο».

6. Στο τέλος της παρ. 8 του άρθρου 56 του ν. 4339/2015 (Α' 144) προστίθεται το εξής εδάφιο:

«Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρούνται όσοι γνωρίζουν αποδεδειγμένα την αραβική και κινεζική γλώσσα και υπηρετούν σε Γραφείο Τύπου και Επικοινωνίας χώρας, στην οποία ομιλείται η αντίστοιχη γλώσσα».

7. Οι προβλεπόμενες προθεσμίες της παρ. 11 του άρθρου 56 του ν. 4339/2015 παρατείνονται έως τις 15 Μαρτίου 2016.

8. Μετά την παρ. 13 του άρθρου 56 του ν. 4339/2015 (Α' 133) προστίθεται παράγραφος 14, η οποία ισχύει από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως εξής:

«14. Οι υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, οι οποίοι υπηρετούν σε Γραφεία Τύπου και Επικοινωνίας κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έχουν συμπληρώσει τέσσερα (4) συνεχόμενα έτη σε αυτά ή οκτώ (8) έτη συνολικά στο εξωτερικό, παραμένουν στη θέση τους μέχρι την 31η Ιουλίου 2016».

Άρθρο 54

Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εξωτερικών

1. Στο άρθρο 149 του ν. 3566/2007 (Α' 117) προστίθενται παράγραφοι 6, 7, 8, 9 και 10 ως εξής:

«6. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, οι οποίες εκδίδονται κατ' έτος μετά από εισήγηση εκάστης οικείας Προξενικής Αρχής, επιτρέπεται η πρόσληψη επιτοπίως προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για διάστημα έως και οκτώ (8) μηνών, για την κάλυψη, αποκλειστικώς, εποχικών, επειγουσών ή και έκτακτων αναγκών των τμημάτων θεωρήσεων διπλωματικών και προξενικών Αρχών. Οι αποφάσεις αυτές δύνανται να συμπληρώνονται με νεότερες κοινές υπουργικές αποφάσεις εντός του ιδίου έτους, εφόσον παρίσταται ανάγκη. Οι συμβάσεις του ως άνω προσωπικού δεν επιτρέπεται να ανανεώνονται πριν από την πάροδο χρονικού διαστήματος τουλάχιστον τριών (3) μηνών από τη λήξη τους. Το σύνολο του αριθμού των συμβάσεων επιτόπιου εποχικού προσωπικού στο σύνολο των προξενικών αρχών ετησίως δεν δύναται να ξεπεράσει τα 150 άτομα.

7. Οι προσλαμβανόμενοι πρέπει: α) να είναι μόνιμοι κάτοικοι ή να διαμένουν στη χώρα όπου εδρεύει η οικεία Αρχή, β) να κατέχουν πτυχίο, δίπλωμα ή τίτλο σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, άλλως να έχουν την ιδιότητα του φοιτητή ή σπουδαστή σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, γ) να γνωρίζουν την τοπική γλώσσα, καθώς και την αγγλική ή τη γαλλική, κατά περίπτωση, δ) να διαθέτουν γνώσεις χειρισμού Η/Υ. Η τυχόν γνώση της ελληνικής γλώσσας αποτελεί πρόσθετο προσόν.

Η γλωσσομάθεια, καθώς και η γνώση χειρισμού Η/Υ εκτιμάται από τον προϊστάμενο της οικείας Αρχής βάσει προσκομιζομένων πιστοποιητικών ή κατόπιν προφορικής συνέντευξης ή πρακτικής δοκιμασίας, γραπτής ή προφορικής.

Δεν δύνανται να προσληφθούν όσοι έχουν καταδικασθεί για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Οι προσλαμβανόμενοι υποχρεούνται να υποβάλουν στην οικεία Αρχή υπεύθυνη δήλωση σχετικά με τη μη συνδρομή στο πρόσωπο τους κωλύματος, λόγω καταδίκης για τα ως άνω εγκλήματα. Αν η δήλωση είναι ψευδής ή ανακριβής η σύμβαση εργασίας είναι αυτοδικαίως άκυρη και η πρόσληψη ανακαλείται υποχρεωτικά από τον προϊστάμενο της οικείας Αρχής.

8. Με τις κοινές υπουργικές αποφάσεις της παραγράφου 6 καθορίζονται ο αριθμός των υπαλλήλων που θα προσληφθούν ανά Αρχή (λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό αριθμό της παραγράφου 6), τα τυχόν επιμέρους πρόσθετα προσόντα των προσλαμβανόμενων και κάθε άλλο σχετικό με την πρόσληψή τους στοιχείο.

Με τις ίδιες αποφάσεις, και μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της οικείας Αρχής, καθορίζεται το ύψος της αμοιβής του εν λόγω προσωπικού.

9. Ο προϊστάμενος της οικείας Αρχής εκδίδει πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πρόσληψη του προσωπικού των παραγράφων 6 έως 8 η οποία αναρτάται τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από την καταληκτική ημερομηνία της υποβολής των απαιτούμενων δικαιολογητικών, τόσο στο διαδικτυακό τόπο όσο και στον πίνακα ανακοινώσεων της Αρχής. Η επιλογή του προσωπικού που θα προσληφθεί γίνεται με ευθύνη του προϊσταμένου της οικείας Αρχής, ο οποίος καταρτίζει και υπογράφει την εργασιακή σύμβαση, κατόπιν εγκρίσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών.

10. Για το προσωπικό των παραγράφων 6 έως 9 εφαρμόζονται αναλογικά οι παράγραφοι 3 και 4 του παρόντος άρθρου».

2. Η δαπάνη για τις αμοιβές του προσωπικού των παραγράφων 6 έως 10 του άρθρου 149 του ν. 3566/2007 (Α' 117), καθώς και τα έξοδα αποσπάσεων μονίμων υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών για την ενίσχυση των τμημάτων θεωρήσεων διπλωματικών και προξενικών Αρχών καλύπτονται είτε από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εξωτερικών είτε από πόρους ευρωπαϊκών ή διεθνών προγραμμάτων.

Άρθρο 55

Το άρθρο 66 του ν. 4144/2013 (Α' 88), όπως αυτό ισχύει μετά τη συμπλήρωση του με την παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4237/2014 (Α' 36), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 141 του ν. 4251/2014 (Α' 80) και με το άρθρο 9 του ν. 4331/2015 (Α' 69), αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 66

Στις περιπτώσεις λήξης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω αναπηρίας και εφόσον εκκρεμεί στις υγειονομικές επιτροπές ΚΕ.Π.Α. ιατρική κρίση, χωρίς υπαιτιότητα των ασφαλισμένων, το δικαίωμα συνταξιοδότησης τους λόγω αναπηρίας παρατείνεται για ένα εξάμηνο, με το ίδιο ποσό που ελάμβαναν οι συνταξιούχοι πριν από τη λήξη του δικαιώματος, υπό την προϋπόθεση ότι για το δικαίωμα αυτό είχαν κριθεί από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή αναπηρίας, με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%. Εάν μετά τη γνωμάτευση των υγειονομικών επιτροπών ΚΕΠ.Α., κριθεί ότι αυτοί δεν φέρουν συντάξιμο ποσοστό αναπηρίας ή φέρουν μικρότερο ποσοστό αναπηρίας από το προγενεστέρως κριθέν, οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται άτοκα, δια συμψηφισμού, με μηνιαία παρακράτηση 20% από τις τυχόν χορηγούμενες συνταξιοδοτικές παροχές, ενώ στην περίπτωση που δεν χορηγούνται παροχές, αναζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..

Οι ως άνω ρυθμίσεις εφαρμόζονται και για όλα τα επιδόματα που χορηγούνται λόγω αναπηρίας, (ενδεικτικά: προνοιακά, βαριάς αναπηρίας, εξωιδρυματικό, απολύτου αναπηρίας), καθώς και συντάξεις με αιτία την αναπηρία, (ενδεικτικά: συντάξεις θανάτου σε ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία παιδιά), ενώ για τον ίδιο χρόνο παρατείνεται η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όσων εμπίπτουν στο παρόν άρθρο. Η ισχύς του άρθρου αυτού, για όλα τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του, λήγει στις 30.6.2016».

Άρθρο 56

Στο πεδίο εφαρμογής του συστήματος αξιολόγησης, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 14 του παρόντος, περιλαμβάνεται και η Γενική Γραμματεία Συντονισμού. Ως αξιολογητές ορίζονται οι προϊστάμενοι των οικείων οργανικών μονάδων και ο Γενικός Γραμματέας Συντονισμού για τους υπαλλήλους και ο Γενικός Γραμματέας Συντονισμού για τους Προϊσταμένους οργανικών μονάδων.

Στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 29 του παρόντος περιλαμβάνονται και οι οργανικές μονάδες της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού, πλην των περιπτώσεων α' και β' του άρθρου 16 του ν. 4109/2013 (Α' 16). Ως κριτήρια επιλογής λαμβάνονται υπόψη τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 85 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως τροποποιείται δια του παρόντος νόμου, με τους εξής συντελεστές βαρύτητας ανά ομάδα κριτηρίων: 35% για την ομάδα κριτηρίων (α), 20% για την ομάδα κριτηρίων (β), 20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και 25% για την ομάδα κριτηρίων (δ). Ειδικά, κατά την πρώτη εφαρμογή αυτού ισχύουν οι συντελεστές βαρύτητας που προβλέπονται στην περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 30 (μεταβατικές διατάξεις) του παρόντος. Αρμόδιο όργανο για τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων και την επιλογή των προϊσταμένων είναι το Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων του άρθρου 86 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως αυτό τροποποιείται δια του παρόντος νόμου. Όπου στις διατάξεις περί Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένου αναφέρεται προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης νοείται ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διοίκησης. Εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος συγκροτείται το Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων. Ακολούθως, εκδίδεται προκήρυξη των προς πλήρωση θέσεων, η οποία κοινοποιείται στο προσωπικό με κάθε πρόσφορο τρόπο. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού, οι οποίοι υπηρετούν με μετάταξη ή απόσπαση, έχουν βαθμό Α' και είναι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης ή διαθέτουν διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας. Οι ενδιαφερόμενοι καταθέτουν αιτήσεις υποψηφιότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 86 παρ. 7 περιπτώσεις δ' και ε' του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως αυτό τροποποιείται με τον παρόντα νόμο. Το Σ.Ε.Π. καλεί όλους τους ενδιαφερομένους σε δομημένη συνέντευξη, όπως αυτή περιγράφεται στον παρόντα νόμο. Εν συνεχεία καταρτίζεται τελικός πίνακας κατάταξης, σύμφωνα με τη συνολική βαθμολογία των υποψηφίων. Η τοποθέτηση στις προς πλήρωση θέσεις γίνεται με απόφαση του Πρωθυπουργού. Η θητεία των υπηρετούντων προϊσταμένων λήγει αυτοδίκαια με την τοποθέτηση των νέων προϊσταμένων.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 και η παρ. 7 του άρθρου 20 του ν. 4109/2013 παύουν να ισχύουν. Οι λοιπές ειδικές διατάξεις του ν. 4109/2013 εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ, όπως έχουν τροποποιηθεί.

Άρθρο 57

Παράταση χρηματοδότησης Ξενώνων ΕΚΚΑ

Η χρηματοδότηση για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών και της μισθοδοσίας του προσωπικού των Ξενώνων Φιλοξενίας για γυναίκες θύματα βίας του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ) παρατείνεται για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών, ήτοι από 1.3.2016 έως 30.4.2016, και έως την ένταξη των ως άνω πράξεων η την υπογραφή των Συμβάσεων για τις πράξεις αυτές ή τη μετεξέλιξη αυτών στο Πλαίσιο της Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020 του ΕΣΠΑ. Η χρηματοδότηση για την κάλυψη των ως άνω δαπανών θα βαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ειδικότερα τον ΕΦ 33 220 με μεταφορά των αναγκαίων πιστώσεων στον προϋπολογισμό του ΕΚΚΑ μέσω επιτροπικών ενταλμάτων.

Άρθρο 58

1. Το άρθρο 20 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων που κυρώθηκε με το ν. 2812/2000 (Α' 67) αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 20

Βαθμολογική κλίμακα

1. Οι θέσεις των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (TE), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κατατάσσονται σε πέντε (5) συνολικά βαθμούς, ως ακολούθως:

- Βαθμός Α'

- Βαθμός Β'

- Βαθμός Γ'

- Βαθμός Δ'

- Βαθμός Ε'.

2. Οι θέσεις των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Δ', Γ', Β' και Α', από τους οποίους κατώτερος είναι ο Δ' και ανώτερος ο Α'. Οι θέσεις της κατηγορίας ΥΕ κατατάσσονται στους βαθμούς Ε', Δ', Γ και Β' από τους οποίους κατώτερος είναι ο Ε' και ανώτερος ο Β'.

3. Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, TE και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ' και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Ε'. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β', στον οποίο κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών εισαγωγικός βαθμός είναι ο Γ', στον οποίο κατατάσσονται με διαπιστωτική πράξη. Για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής της Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β'. 0 χρόνος φοίτησης στην Ε.Σ.Δ.Δ.Α. υπολογίζεται ως πλεονάζων στο Β' βαθμό. Για τους αριστούχους προσμετράται ένα (1) επιπλέον έτος στον ίδιο βαθμό. Η παραμονή στον κατά περίπτωση εισαγωγικό βαθμό υποχρεωτικά διαρκεί για δύο (2) συναπτά έτη τουλάχιστον ανεξαρτήτως των τυπικών προσόντων που αποκτά ο υπάλληλος στο ενδιάμεσο διάστημα.

4. Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, TE, ΔΕ και ΥΕ είναι σε κάθε κατηγορία, οργανικά ενιαίες. Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου βαθμού δεν υπάρχει αρχαιότητα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο».

2. Το άρθρο 66 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων που κυρώθηκε με το ν. 2812/2000 (Α' 67) αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 66

Βαθμολογική εξέλιξη

1. Για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό απαιτείται: α) Για την κατηγορία ΥΕ: Από το βαθμό Ε' στο βαθμό Δ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Ε', από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Δ' και από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ'. β) Για την κατηγορία ΔΕ: Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ', από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' οκταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'. γ) Για την κατηγορία TE: Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ', από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και από το βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'. δ) Πα την κατηγορία ΠΕ: Από το βαθμό Δ' στο βαθμό Γ' διετής υπηρεσία στο βαθμό Δ', από το βαθμό Γ' στο βαθμό Β' πενταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ' και από τον βαθμό Β' στο βαθμό Α' εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Β'.

2. Τα δύο (2) πρώτα έτη που διανύονται στον εισαγωγικό βαθμό όλων των κατηγοριών αποτελούν δοκιμαστική υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 του παρόντος Κώδικα.

3. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ ή TE, κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον έτους, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά δύο (2) έτη. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι (6) έτη. Αν ο υπάλληλος κατέχει μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα, η κατά τα ανωτέρω μείωση του χρόνου αφορά μόνο το διδακτορικό δίπλωμα. Σε περίπτωση κατοχής περισσότερων του ενός μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική εξέλιξη μειώνεται κατά ένα (1) έτος για κάθε τίτλο πέραν του ενός.

4. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ, οι οποίοι έχουν διατελέσει δικηγόροι για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) ετών, ο χρόνος παραμονής στο βαθμό Γ' μειώνεται κατά ένα (1) έτος. Για εκείνους που έχουν διατελέσει δικηγόροι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τέσσερα (4) έτη, μειώνεται ο χρόνος παραμονής στο βαθμό Γ' και στο βαθμό Β', κατά ένα (1) έτος σε καθέναν από τους βαθμούς αυτούς».

3. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 22 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000, Α'67) αντικαθίσταται ως εξής:

«Εκλόγιμοι είναι οι δικαστικοί υπάλληλοι με τουλάχιστον 15 έτη υπηρεσίας».

4. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος άρθρου κατατάσσονται από 1.1.2016 αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας στην οποία ανήκουν σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα τους. Κατά τα λοιπά, η κατάταξη γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 147 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000, Α' 67) και με βάση το συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική τους εξέλιξη. Πλεονάζων χρόνος θεωρείται ότι διανύθηκε στο βαθμό κατάταξης. Για την κατά τα ανωτέρω κατάταξη στο συνολικό χρόνο πραγματικής η δημόσιας υπηρεσίας δεν υπολογίζεται το μισό του πέραν της δεκαετίας χρόνου που διανύθηκε με τυπικό προσόν κατώτερης κατηγορίας.

5. Οι διατάξεις του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000) για τη βαθμολογική κατάταξη και εξέλιξη εφαρμόζονται και για τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν στα δικαστήρια και στις δικαστικές υπηρεσίες.

Άρθρο 59

1. Ο τίτλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) «Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας» τροποποιείται σε «Αυτοδίκαιη απόλυση λόγω ορίου ηλικίας».

2. Η παρ. 1 του άρθρου 155 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας του».

3. Η παρ. 2 του άρθρου 155 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών και Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) καταργείται.

Άρθρο 60

Επείγουσες ρυθμίσεις για τη μεταφορά μαθητών

1. Η ισχύς των συμβάσεων σχετικών με δρομολόγια μεταφοράς μαθητών σχολικού έτους 2015-2016, οι οποίες ανετέθησαν και εκτελούνται, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 της Π.Ν.Π. της 10.9.2015 «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την απρόσκοπτη έναρξη του σχολικού έτους 2015-2016 και την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων» (Α' 108) που κυρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 4350/2015 (Α' 161), και έληγε έως τις 29 Φεβρουαρίου 2016, παρατείνεται μέχρι τη λήξη του σχολικού έτους 2015-2016. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 της Π.Ν.Π. της 10.9.2015 «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την απρόσκοπτη έναρξη του σχολικού έτους 2015-2016 και την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων» (Α' 108) που κυρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 4350/2015 (Α'161).

2. Η παρ. 3 του άρθρου 2 της ΠΝΠ της 10.9.2015 «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την απρόσκοπτη έναρξη του σχολικού έτους 2015-2016 και την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων» (Α 108) που κυρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 4350/2015 (Α' 161), αναδιατυπώνεται ως εξής:

«3. Οι δαπάνες μεταφοράς μαθητών δημοσίων σχολείων, οι οποίες πραγματοποιούνται από την έναρξη του σχολικού έτους 2015-2016, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος, καταβάλλονται νόμιμα, εφόσον ο οικείος Περιφερειάρχης βεβαιώνει με σχετική πράξη του την εκτέλεση της μεταφοράς των μαθητών και εφόσον το ύψος της σχετικής δαπάνης είναι σύμφωνο με την απόφαση ανάθεσης της οικείας Οικονομικής Επιτροπής».

3. Τα κατακυρωτικά έγγραφα των προσωρινών μειοδοτών που αναδείχθηκαν κατά τους ηλεκτρονικούς διαγωνισμούς μεταφοράς μαθητών σχολικού έτους 2015 -2016, όπως αυτά ορίζονται με την παρ. 2 του άρθρου 6 του Π.δ. 118/2007, γίνονται αποδεκτά, εφόσον κατατεθούν σε φυσική μορφή ενώπιον της Οικονομικής Επιτροπής μετά από απόφασή της και σε χρόνο τον οποίο αυτή ορίζει.

4 α. Η παρ. 4 του άρθρου 1 της κοινής υπουργικής απόφασης 24001/2013 «Μεταφορά μαθητών δημόσιων σχολείων από τις Περιφέρειες» (Β' 1449) καταργείται.

β. Η παρ. 5 του ιδίου άρθρου 1 της κοινής υπουργικής απόφασης 24001/2013 «Μεταφορά μαθητών δημόσιων σχολείων από τις Περιφέρειες» (Β' 1449) αναριθμείται σε 4.

γ. Η παρ. 1 του άρθρου 9 της κοινής υπουργικής απόφασης 24001/2013 «Μεταφορά μαθητών δημόσιων σχολείων από τις Περιφέρειες» (Β' 1449) καταργείται.

δ. Στην παρ. 2 του άρθρου 9 της κοινής υπουργικής απόφασης 24001/2013 «Μεταφορά μαθητών δημόσιων σχολείων από τις Περιφέρειες» (Β' 1449) απαλείφεται η αρίθμηση.

5. Δαπάνες μεταφοράς μαθητών ΕΠΑΛ και Μουσικών Σχολείων οι οποίοι κατοικούν σε απόσταση μεγαλύτερη των 20 χιλιομέτρων από το σχολική μονάδα στην οποία φοιτούν και πραγματοποιήθηκαν κατά το σχολικό έτος 2014-2015, καταβάλλονται νομίμως και κατά παρέκκλιση κάθε ειδικής και γενικής διάταξης, εφόσον εκδοθεί διαπιστωτική πράξη του Περιφερειάρχη και εφόσον η οικεία Οικονομική Επιτροπή εγκρίνει τη δαπάνη με απόφασή της.

Σε περίπτωση που το κόστος μεταφοράς υπερέβη το δικαίωμα προαίρεσης, η διαφορά μεταξύ της συμβατικώς προβλεφθείσας δαπάνης και της καθ' υπέρβαση του δικαιώματος προαίρεσης δαπάνης δεν καταβάλλεται.

Άρθρο 61

1. Στο τέλος της παρ. 1Α του άρθρου 31 του α.ν. 1846/ 1951 (Α' 179), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 1Α του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (Α' 41), την παρ. 2 του άρθρου 75 του ν. 4144/2013 (Α' 88), την παρ. 1Α του άρθρου 18 του ν. 4242/2014 (Α' 50) και την παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως: «Οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, καθώς και τα μέλη οικογενείας τους, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 33, για την περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2017 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον πενήντα (50) ημέρες ασφάλισης είτε το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είτε κατά το τελευταίο δεκαπεντάμηνο, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ημέρες που πραγματοποιήθηκαν κατά το τελευταίο ημερολογιακό τρίμηνο του δεκαπενταμήνου».

2. Στους ασφαλισμένους των περιπτώσεων Α', Β' και Γ' της υποπαραγράφου Α.3. της παρ. Α' του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α' 85) και της παρ. 7 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29), καθώς και στα προστατευόμενα μέλη αυτών, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του οικείου φορέα, παρατείνεται το δικαίωμα παροχών ασθένειας σε είδος μέχρι 28.2.2017 με τις ίδιες προϋποθέσεις που ορίζονται από τις ανωτέρω διατάξεις.

3. Η ασφαλιστική κάλυψη των ασφαλισμένων του Ο.Α.Ε.Ε., ηλικίας άνω των 30 και έως 65 ετών που διέκοψαν την άσκηση του επαγγέλματος τους, έχουν κάνει χρήση των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου δεύτερου του ν. 3845/2010 (Α'65) και παραμένουν άνεργοι και ανασφάλιστοι, παρατείνεται για ένα έτος και μέχρι τις 28.2.2017, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν οφειλές προς τον Ο.Α.Ε.Ε. ή έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους και τηρείται η ρύθμιση.

4. Η ασφαλιστική κάλυψη των ανέργων που έχουν κάνει χρήση των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2768/1999 (Α' 273), της παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 3996/2011 (Α' 170), της παρ. Α2 του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (Α' 41) και της παρ. 3 του άρθρου 75 του ν. 4144/2013 (Α' 88), της παρ. 1Β του άρθρου 18 του ν. 4242/2014 (Α' 50) και της παρ. 4 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29) παρατείνεται μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2017. Κατά τα λοιπά, ισχύουν τα αναφερόμενα στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2768/1999 και ο Ο.Α.Ε.Δ. υποχρεούται να καταβάλει την προβλεπόμενη εισφορά στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

5. Στο τέλος της παρ. 1Β του άρθρου 31 του α.ν. 1846/ 1951 (Α' 179), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 26 του άρθρου 20 του ν. 4019/2011 (Α' 216) και με την παρ. 4 του άρθρου 75 του ν. 4144/2013 (Α' 88), την παρ. 1Γ' του άρθρου 18 του ν. 4242/2014 (Α' 50) και την παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29) προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Οι εργαζόμενοι της επιχείρησης με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε»., καθώς και τα μέλη οικογενείας τους, που αναφέρονται στο άρθρο 33 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179) για την περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2017 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος, χωρίς την προϋπόθεση της συμπλήρωσης των απαιτούμενων ημερών ασφάλισης.

Οι εργαζόμενοι των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, καθώς και τα μέλη οικογένειας τους που αναφέρονται στο άρθρο 33 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179), για την περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2017 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος, χωρίς την προϋπόθεση της συμπλήρωσης των απαιτούμενων ημερών ασφάλισης».

6. Στο τέλος της παρ. 1Β του άρθρου 31 του α.ν .1846/ 1951 (Α' 179), όπως προστέθηκε με την παρ. 1Β της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3996/2011 (Α 170), αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 26 του άρθρου 20 του ν. 4019/2011 (Α' 216) και προστέθηκε εδάφιο με την παρ. 6 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Οι εργαζόμενοι της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης Περάματος και των Ναυπηγείων Ελευσίνας, καθώς και τα μέλη οικογενείας τους που αναφέρονται στο άρθρο 33 για τη χρονική περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2017 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος, χωρίς την προϋπόθεση της συμπλήρωσης απαιτούμενων ημερών ασφάλισης».

7. Στο τέλος της παρ. 1Β του άρθρου 31 του α.ν. 1846/ 1951 (Α' 179) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Οι πωλητές Λαϊκού Λαχείου, οι οποίοι υπάγονται στο κεφάλαιο ΙΓ του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, καθώς και τα μέλη οικογενείας τους, που αναφέρονται στο άρθρο 33 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179), για τη χρονική περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2017 καλύπτονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για παροχές ασθένειας σε είδος χωρίς την προϋπόθεση της συμπλήρωσης απαιτούμενων ημερών ασφάλισης».

Άρθρο 62

Η περίπτωση α' της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Γ' του άρθρου 20 του ν. 4354/2015 (Α' 176) αντικαθίσταται ως εξής:

«α) Για τους υπαλλήλους, καθώς και την προσωπική ασφάλεια και τους οδηγούς, που είναι αποσπασμένοι ή διατίθενται ή διορίζονται στην Προεδρία της Δημοκρατίας, στη Γενική Γραμματεία του Πρωθυπουργού, στο γραφείο του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, στα γραφεία των Υπουργών, των Αναπληρωτών Υπουργών και των Υφυπουργών στη Γενική Γραμματεία Συντονισμού της Κυβέρνησης και στη Γενική Γραμματεία Συντονισμού, συνολικά το μήνα για κάθε υπάλληλο, ως ακολούθως:».

Άρθρο 63

1. Ο τίτλος του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) «Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας» τροποποιείται σε «Αυτοδίκαιη απόλυση λόγω ορίου ηλικίας».

2. Η παρ. 1 του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας του».

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 159 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007 καταργείται.

Άρθρο 64

Στο άρθρο 11 του Π.δ. 33/2011 προστίθεται παράγραφος, η οποία λαμβάνει τον αριθμό 5 και έχει ως εξής:

«5. Για την αντιμετώπιση των κατεπειγουσών αναγκών αξιολόγησης, έγκρισης και ελέγχου υλοποίησης επενδυτικών σχεδίων της παρ. 1 περίπτωση β' και παρ. 4 περίπτωση β' του άρθρου 11 του ν. 3908/2011 (Α' 8), τακτικοί υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού, οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος ήταν αποσπασμένοι, με γενικές ή ειδικές διατάξεις στο τμήμα αξιολόγησης, έγκρισης και ελέγχου επενδυτικών σχεδίων, αρμόδιο για τη διενέργεια των ελέγχων επενδυτικών σχεδίων, δύνανται με αίτησή τους να παραταθεί η απόσπαση τους κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 68 του ν. 3528/2007 (Α' 26) «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ». για μια επιπλέον πενταετία. Η παράταση της απόσπασης γίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και των οικείων Υπουργών».

Άρθρο 65

1. α) Οι υπηρεσίες των Γραφείων Δικτύωσης - Προώθησης της Ισότητας των Φύλων της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (ΚΕΔΕ) και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝΠΕ) που στόχο έχουν την ενθάρρυνση και υποστήριξη της συμμετοχής των γυναικών σε θέσεις πολιτικής ευθύνης και εκπροσώπησης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, οι οποίες εντάσσονται σε προγράμματα που συγχρηματοδοτήθηκαν ή συγχρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) στο πλαίσιο του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) για την Προγραμματική Περίοδο 2007-2013 συνεχίζουν να παρέχονται από τους ίδιους φορείς έως την ένταξη των πράξεων: «ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΕ ΘΕΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ» ή την υπογραφή των Συμβάσεων για τις Πράξεις αυτές ή τη μετεξέλιξη αυτών στο πλαίσιο της Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020 του ΕΣΠΑ και πάντως όχι πέραν της 28ης Απριλίου 2016.

β) Οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του απασχολούμενου στις υπηρεσίες της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 προσωπικού, που έχει προσληφθεί σύμφωνα με τον ν. 2190/1994 (Α' 28), παρατείνονται από τη λήξη τους έως την ένταξη των Πράξεων. «ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΕ ΘΕΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ» ή την υπογραφή των συμβάσεων για τις Πράξεις αυτές ή τη μετεξέλιξη αυτών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ της προγραμματικής περιόδου 2014-2020 και πάντως όχι πέραν της 28ης Απριλίου 2016. Οι συμβάσεις του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν μετατρέπονται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

γ) Η χρηματοδότηση για την καταβολή της μισθοδοσίας του απασχολούμενου σύμφωνα με την περίπτωση β' προσωπικού θα καλυφθεί από πόρους του ΕΣΠΑ 2014-2020.

2. Μετά την ένταξη των Πράξεων που αφορούν τις υπηρεσίες της προηγούμενης παραγράφου ή την υπογραφή των συμβάσεων για τις Πράξεις αυτές ή τη μετεξέλιξη αυτών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ της προγραμματικής περιόδου 2014-2020, το προσωπικό που απασχολείται στις υπηρεσίες αυτές με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του, με την ίδια σχέση εργασίας στα ίδια προγράμματα ή στη μετεξέλιξη αυτών στο πλαίσιο της Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020 του ΕΣΠΑ, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (Α' 28).

3. Σε περίπτωση μη ένταξης των Πράξεων: «ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΕ ΘΕΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ» στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ της προγραμματικής περιόδου 2014-2020, η χρηματοδότηση για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών και ιδίως της μισθοδοσίας του απασχολούμενου προσωπικού της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του παρόντος θα καλυφθεί από πιστώσεις από πόρους του άρθρου 259 του ν. 3852/2010, οι οποίοι, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, θα αποδίδονται απευθείας στην Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος (ΚΕΔΕ) και στην Ένωση Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝΠΕ), ως αρμόδιοι φορείς για τη λειτουργία της αντίστοιχης υπηρεσίας, βάσει απολογιστικών στοιχείων.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Οικονομικών δύνανται να ρυθμίζονται ζητήματα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

5. Η ισχύς της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 72 του ν. 4342/2015 (Α' 143) για τη συνέχιση λειτουργίας των Συμβουλευτικών Κέντρων και της Τηλεφωνικής Γραμμής Υποστήριξης (SOS) Εθνικής Εμβέλειας (15900) της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και των Συμβουλευτικών Κέντρων και Ξενώνων Φιλοξενίας για γυναίκες θύματα βίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης παρατείνεται έως την 28η Απριλίου 2016.

Άρθρο 66

Προσληφθέντες με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Κτιριακές Υποδομές Α.Ε». των οποίων οι συμβάσεις έληξαν και οι οποίοι εν συνεχεία δυνάμει τελεσίδικων Εφετειακών αποφάσεων κρίθηκαν ως ακύρως απολυθέντες, οι δε συμβάσεις εργασίας τους κρίθηκαν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εντάσσονται κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης διάταξης σε κενές οργανικές θέσεις της ως άνω εταιρείας ή σε προσωποπαγείς θέσεις που θα συσταθούν στην ως άνω εταιρεία για το σκοπό αυτόν. Η ένταξη πραγματοποιείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας κατόπιν αιτήματος των ως άνω ενδιαφερομένων, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις, τους όρους και τις συνθήκες των λοιπόν εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία λαμβάνεται εντός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Άρθρο 67

Στο άρθρο 21 της Υποπαραγράφου Δ9 της Παραγράφου Δ' του Μέρους Β' του ν. 4336/2015 (Α' 94), προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Τα έξοδα μεταφοράς οικοσκευής των στρατιωτικών στελεχών, που υπηρετούν ήδη στο εξωτερικό έως 31.8.2016, καταβάλλονται στο ύφος και με τις προϋποθέσεις που ίσχυαν κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου».

Άρθρο 68

1. Ληξιπρόθεσμες οφειλές, προς δήμους και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών, από αιρετά όργανα και υπαλλήλους τους, οι οποίες έχουν βεβαιωθεί μέχρι 31.12.2015 και αφορούν καταλογισμούς για ανοίκειες δαπάνες από οποιαδήποτε αιτία, ανεξαρτήτως της υπαγωγής και απώλειας των ευεργετημάτων από ρυθμίσεις προγενέστερων νόμων, καταβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α', β', γ', δ', και ε' και τις λοιπές προβλέψεις της παραγράφου 1Β του άρθρου 51 του ν. 4257/2014 (Α' 93), όπως ισχύει.

2. Στην περίπτωση που, εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, έχει καταβληθεί τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνόλου του βασικού χρέους, ρυθμίζεται η καταβολή του υπόλοιπου σε είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή του ογδόντα τοις εκατό (80%) των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής και των πάσης φύσεως προστίμων και λοιπών επιβαρύνσεων.

3. Η σχετική αίτηση του οφειλέτη υποβάλλεται μέχρι 30.4.2016.

4. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 (ως προς τα αποφασίζοντα όργανα), καθώς και εκείνες των παραγράφων 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11 περιπτώσεις α και β' και 12, του άρθρου 51, του ν. 4257/2014, εφαρμόζονται αναλόγως.

Άρθρο 69

Στο Αρθρο Πρώτο του ν. 4366/2016 «Κύρωση: α) της από 24.12.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρύθμιση κατεπειγόντων θεμάτων των Υπουργείων Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Υγείας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Οικονομικών» (Α' 182) και β) της από 30.12.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρύθμιση κατεπειγόντων θεμάτων των Υπουργείων Οικονομικών, Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εθνικής Αμυνας, Υγείας και Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και της ΕΡΤ Α.Ε». (Α' 184) και άλλες διατάξεις», στο επιμέρους άρθρο 5 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Οι ως άνω παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και για τα Κέντρα Διημέρευσης-Ημερήσιας Φροντίδας (ΚΕΔΗΦ) των φορέων των ΟΤΑ, αναδρομικά από 1.1.2016».

Άρθρο 70

Υπάλληλοι οι οποίοι έχουν περιληφθεί σε οριστικούς πίνακες διάθεσης του ν. 4172/2013, δεν έχουν μεταφερθεί/μεταταχθεί μέχρι και τη δημοσίευση του παρόντος, σε συσταθείσες θέσεις, που δεν έχουν καλυφθεί πλήρως, δύνανται, κατόπιν αιτήσεώς τους, η οποία θα κατατεθεί στη Διεύθυνση Διοικητικού/Προσωπικού του φορέα που ανήκαν οργανικά, να επανέλθουν σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις της ειδικότητας που κατείχαν στον ως άνω φορέα με τον ίδιο βαθμό και στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο το οποίο κατείχαν κατά τη θέση τους σε διαθεσιμότητα βάσει του ν. 4172/2013.

Άρθρο 71

Το τρίτο εδάφιο της παρ. Γ3 του άρθρου 20 του ν. 4354/2015 (Α' 176) «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» (Α' 176) τροποποιείται ως εξής:

«Η ωριαία αμοιβή για εργασία πέραν του πενθημέρου είναι ίδια με αυτή που παρέχεται για υπερωριακή εργασία απογευματινών ωρών και μέχρι την 22.00 ώρα, προσαυξημένη κατά 25%».

Άρθρο 72

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 167 του ν. 4099/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 4151/2013 (Α' 103) και αναδιατυπώθηκε με το άρθρο 49 του ν. 4325/ 2015 (Α' 47), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του ν. 4351/2015 (Α' 164) και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 12 της από 30.12.2015 ΠΝΠ (Α' 184), προστίθεται το εδάφιο που ακολουθεί, καθώς και τρίτη, τέταρτη και πέμπτη παράγραφος ως εξής:

«Περαιτέρω είναι δυνατή η σύναψη συμβάσεων έργου με φυσικά πρόσωπα που απασχολούνταν σε εταιρίες, στις οποίες είχε ανατεθεί η παροχή υπηρεσιών καθαριότητας στους ως άνω φορείς του Δημοσίου. Για τους ανωτέρω είναι επιτρεπτή η σύναψη ατομικής σύμβασης μίσθωσης έργου για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας με την ίδια ως άνω ημερομηνία λήξης, ήτοι μέχρι την 31.12.2016. Η παρούσα διάταξη ισχύει από τη θέση σε ισχύ του ν. 4325/2015.

3. Δαπάνες για την καθαριότητα των κτιρίων των δημοσίων υπηρεσιών, των ανεξάρτητων αρχών, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ν.Π.Ι.Δ. και των Ο.Τ.Α., οι οποίες προέκυψαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρούνται σύννομες και εκκαθαρίζονται σε βάρος των πιστώσεων των προϋπολογισμών των παραπάνω φορέων. Το κόστος σύναψης των ως άνω συμβάσεων έργου πρέπει να είναι εντός των ορίων των εγγεγραμμένων διαθέσιμων πιστώσεων του προϋπολογισμού τους, όπως αυτές έχουν εκτιμηθεί για την κάλυψη των αναγκών καθαριότητας. Η συνολική αμοιβή κάθε ατομικής σύμβασης θα πρέπει να μην υπερβαίνει τη συνολική κατ' άτομο ετήσια συμβατική αμοιβή της προϋφιστάμενης σύμβασης, περιλαμβανομένων σε αυτήν τυχόν επιδομάτων που λάμβαναν οι απασχολούμενοι σε συνεργεία καθαρισμού.

4. Τα πρόσωπα που συνάπτουν σύμβαση μίσθωσης έργου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα διάταξη υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

5. Με κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου».

Άρθρο 73

Μέλη προβλεπόμενων από το Σύνταγμα Ανεξαρτήτων Αρχών που έχουν επιλεγεί από τη Διάσκεψη των Προέδρων για μία θητεία έως την έναρξη ισχύος του άρθρου 61 του ν. 4055/2012 (Α'51), δύνανται να επιλεγούν εκ νέου σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 εδάφιο γ' του ν. 3051/2002, όπως ισχύει.

Άρθρο 74

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Page 1 of 5